Καθαρή έξοδος τον Αύγουστο;

Τον Αύγουστο του 2018 η Ελλάδα βγαίνει από τα μνημόνια. Στην κυβέρνηση ξεσπούν σε πανηγυρισμούς, προσπαθώντας να πείσουν πως η έξοδος από τα μνημόνια σηματοδοτεί και μία καινούρια περίοδο ευημερίας. Πόσο κοντά βρίσκεται αυτό στην πραγματικότητα; Η Ελλάδα βγαίνει πραγματικά από τα μνημόνια; Επίσης, το γεγονός ότι λήγει ένα πρόγραμμα, σημαίνει αυτόματα και λήξη των οικονομικών δυσκολιών;

Στην πραγματικότητα, το μνημόνιο είναι ένα δάνειο υπό όρους. Τον Αύγουστο μπορεί να λήγει το τρίτο πρόγραμμα, αλλά αυτό δεν συνεπάγεται αυτόματα και την έξοδο από την εποχή της σκληρής εποπτείας και των μνημονίων, καθώς έχουν ήδη προσυμφωνηθεί μέτρα για την μετά μνημονίων εποχή. Σίγουρα, η Ελλάδα ίσως έχει τον χώρο και τον χρόνο να επαναπροσδιορίσει κάποια πράγματα, αλλά αυτό σε καμία περίπτωση δε σημαίνει την απαρχή μιας περιόδου ευημερίας. Η κυβέρνηση προσπαθεί να πείσει γι΄αυτό, όμως η πραγματικότητα είναι διαφορετική.

Η μετά μνημονίων εποχή θα είναι εξίσου δύσκολη. Δεν θα βρέξει ξαφνικά χρήματα. Ίσα-ίσα που το να σταθείς μόνος σου στα πόδια σου είναι και πιο δύσκολο. Η έξοδος από τα μνημόνια θα είναι μια μεγάλη επιτυχία, αρκεί να είναι επί της ουσίας και όχι απλώς για τους πανηγυρισμούς. Έξοδος από τα μνημόνια σημαίνει το να βγει η Ελλάδα στις αγορές με πλήρη επιτυχία. Έξοδος από τα μνημόνια σημαίνει η επιστροφή στην κανονικότητα. Επιστροφή στην κανονικότητα θα πει κοινωνικό κράτος και νέες θέσεις εργασίας. Για να γίνουν αυτά, όμως, δε χρειάζονται απλά οι δηλώσεις ότι βγαίνουμε από τα μνημόνια, αλλά κάτι πολύ παραπάνω.

Αν η έξοδος από τα μνημόνια δεν σηματοδοτεί και μια νέα εποχή ευημερίας και κοινωνικής ακμής, η οποία θα γίνει αισθητή στον κόσμο, τότε δεν είναι καθαρή έξοδος. Θα είναι απλά μία περίοδος δημοσιονομικής βελτίωσης των αριθμών. Η πραγματική ανάπτυξη, όμως, δεν είναι μόνο στους αριθμούς. Η πραγματική ανάπτυξη και ευημερία μιας χώρας πραγματοποιείται μόνο όταν αυτή γίνει αντιληπτή στην πλειοψηφία του κόσμου.

Κοινωνική ανασφάλεια;

Το κριτήριο για να αποκαλείται μία κοινωνία ανεπτυγμένη δεν είναι μόνο η οικονομία της και η προσπάθεια για βελτίωση των οικονομικών δεικτών της, αλλά πρωτίστως είναι η προσπάθεια για κοινωνική ευημερία. Ανεπτυγμένη είναι η κοινωνία, που παρέχει στα μέλη της ασφάλεια και σιγουριά.

Μέσα σε σχετικά μικρό χρονικό διάστημα, έχουν υπάρξει γεγονότα, που δείχνουν την όχι και τόσο μεγάλη ασφάλεια των πολιτών. Κράτηση δύο Ελλήνων αξιωματικών από τους Τούρκους, η Θεσσαλονίκη για αρκετές μέρες χωρίς νερό, εισβολή σε σπίτι στην Κηφισιά και πυροβολισμός σε έναν άντρα και πατέρα.

Είναι δυνατόν η Τουρκία να κρατάει ομήρους Έλληνες αξιωματικούς; Είναι δυνατόν η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη ευρωπαϊκής χώρας να μένει για μέρες χωρίς νερό, βάζοντας τους συμπολίτες μας σε τόσο μεγάλη ταλαιπωρία; Είναι δυνατόν να εισβάλει στο σπίτι σου ο οποιοσδήποτε και να σε πυροβολεί;

Αυτά ίσως συμβαίνουν παντού και ίσως τέτοια προβλήματα να υπάρχουν και πάντα. Το ζητούμενο, όμως, είναι ότι η Ελλάδα δεν δείχνει μία χώρα με πλάνο, μία χώρα με οργάνωση και με κυβερνήσεις ικανές να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα. Λες και η οικονομική περιπέτεια της χώρας συνεπάγεται αναγκαστικά και την κοινωνική της περιπέτεια. Όμως, η οικονομική δυσπραγία δε σημαίνει αυτόματα και κοινωνική κατάρρευση. Η κοινωνική ακμή μιας χώρας καθορίζει και το επίπεδό της. Η ασφάλεια και η σιγουριά που νιώθουν οι πολίτες είναι και η επισφράγιση ενός ανεπτυγμένου κράτους. Εμείς πόσο κοντά είμαστε σε αυτό;

Σκοπιανό, η σύγκρουση δύο κόσμων

Πόσα χρόνια υπάρχει αυτό το ζήτημα; Πόσα χρόνια που αυτό το κρατίδιο δεν έχει επίσημο και αναγνωρισμένο από όλους όνομα. Πόσα χρόνια που αγωνίζεται για ένα όνομα, που ίσως μία πιθανή πραγματοποίησή του να ελλοχεύει πολλούς κινδύνους.

Η μεγαλύτερη απειλή που μπορεί να δεχτεί η Ελλάδα είναι προφανώς οι αλυτρωτικές βλέψεις των γειτόνων μας. Πίσω από το όνομα Μακεδονία, κρύβεται μια ολόκληρη ιστορία, την οποία και προσπαθούν να καπηλευτούν. Ένα κρατίδιο λίγων ετών προσπαθεί να κλέψει την ιστορία μιας χώρας χιλιάδων ετών. Πού ήσουν, όμως, Έλληνα τόσα χρόνια; Πού ήσουν να διαμαρτυρηθείς όταν το κράτος αυτό αποκαλούντο Μακεδονία επίσημα; Δεν γνωρίζεις Έλληνα ότι αυτό το κράτος το αποκαλούμε μόνο εμείς Σκόπια, ενώ ο υπόλοιπος κόσμος με σύνθετη ονομασία, συμπεριλαμβανομένου και του όρου Μακεδονία;

Μακεδονικό έθνος δεν υφίσταται. Όμως Μακεδονία, σαν γεωγραφική περιοχή, ήταν ένας τόπος που ξεπερνούσε τα σημερινά σύνορα της Ελλάδας. Ήταν ένας τόπος που συμπεριελάμβανε και τον εδαφικό χώρο των σημερινών Σκοπίων. Αυτό, όμως, αρκεί ώστε να αυτοαποκαλούνται Μακεδόνες, με την όποια ιστορία συμπεριλαμβάνει αυτός ο όρος;

Βλέπετε, υπάρχει η μεριά των Σκοπιανών, που προσπαθούν να καπηλευτούν μια ολόκληρη ιστορία και μία μερίδα Ελλήνων που λένε ότι η Μακεδονία είναι μόνο ελληνική. Πρόκειται για μία σύγκρουση δύο διαφορετικών κόσμων, που αντιλαμβάνονται διαφορετικά τα πράγματα, ο καθένας από την σκοπιά του. Τι από τα δύο ισχύει τελικά; Μήπως η αλήθεια βρίσκεται κάπου στην μέση;

Στα εθνικά θέματα δεν χωρούν δημιουργικές ασάφειες

Το νέο έτος «άνοιξε» πολλαπλά και σοβαρά μέτωπα στην εξωτερική  πολιτική της χώρας μας.

Η ανακίνηση του Σκοπιανού σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο και η συνακόλουθη επανέναρξη των διαπραγματεύσεων προκαλούν αμείωτη ένταση στο ελληνικό πολιτικό τοπίο. Η αντιφατική στάση της κυβέρνησης σε συνδυασμό με την κρυφή διπλωματία που υιοθετεί δεν επιτρέπουν την επιβεβλημένη εθνική συνεννόηση .

Βέβαια, το εν λόγω ζήτημα προκαλεί διχόνοιες και στο εσωτερικό των αντιπολιτευτικών κόμματων, πράγμα το οποίο εμποδίζει την χάραξη ενιαίας στρατηγικής. Απαιτείται σύνεση από το σύνολο του πολιτικού κόσμου της χώρας, διότι δεν υπάρχουν τα απαραίτητα χρονικά περιθώρια, ώστε να αναλωθούμε στην μικροπολιτική.

Η επιτυχία του συλλαλητηρίου της Θεσσαλονίκης μπορεί να ερμηνευθεί ως η πρώτη ανοιχτή και μαζική διαμαρτυρία κατά της παρούσας κυβέρνησης. Μπορεί ως αφορμή να στάθηκε αυτό το μείζον εθνικό ζήτημα, άλλα το πολιτικό αποτέλεσμα παραμένει ίδιο: Ένα ηχηρό μήνυμα κατά της επιπολαιότητας που διέπει συνολικά το κυβερνητικό έργο.

Είναι κοινώς παραδεκτό ότι η εξωτερική πολιτική δεν παράγεται στο πεζοδρόμιο. Ωστόσο, η εμπειρία των διεθνών συγκρούσεων, είτε διμερών, είτε πολυμερών καταδεικνύει ότι η εσωτερική κοινή γνώμη αποτελεί μοχλό πίεσης ως προς την διπλωματική στάση που ακολουθούν οι κυβερνήσεις όλων των εμπλεκόμενων μερών. Το πολιτικό κόστος, παραμένει σημαντικός παράγοντας που επηρεάζει αποφασιστικά την τροπή που θα λάβει η διένεξη.

Το «Σκοπιανό» εντάσσεται με την σειρά του στην κατά Αβέρωφ εξωτερική πολιτική των «χαμένων ευκαιριών». Μπορεί η γείτονος χώρα να αναγνωρίζεται ως FYROM από την διεθνή κοινότητα, αλλά de facto έχει δημιουργηθεί μια κατάσταση, την οποία δεν μπορούμε να αγνοήσουμε. Oι γείτονες μας αυτοαποκαλούνται «Μακεδόνες», ενώ ο υπόλοιπος πλανήτης αποκαλεί το συγκεκριμένο κράτος «Μακεδονία». Ακόμα και στα αμερικανικά διαβατήρια των Σλαβοσκοπιανών, ως τόπος γέννησης αναγράφεται η «Μακεδονία». Σε καμία περίπτωση, η μακραίωνη παρουσία των Σλάβων στην περιοχή δεν δικαιολογεί την κλοπή της εθνικής μας ιστορίας και την από μέρους τους προβολή αλυτρωτικών αξιώσεων εις βάρος της εδαφικής ακεραιότητας της πατρίδας μας.

Απ’ την άλλη, οι γείτονες μας στα Βαλκάνια δεν μπορούν να ανήκουν στον «Τρίτο Κόσμο» της Ευρωπαϊκής Ηπείρου. Η ευρωπαϊκή οικογένεια, όμως, αποτελεί μια συμπολιτεία που διέπεται από τον αλληλοσεβασμό, την ειρηνική συνύπαρξη και συνεργασία μεταξύ των κρατών προς επίτευξη τελικού σταδίου της ενωσιακής ολοκλήρωσης, αυτό της πολιτικής . Σε αυτό το διακρατικό περιβάλλον δεν αρμόζουν οι εθνικιστικές εξάρσεις και η ασέβεια προς τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Ο άλυτος χαρακτήρας που προσέλαβε το ζήτημα οφείλεται στην αμέλεια και στους ερασιτεχνικούς διπλωματικούς χειρισμούς όλων των ελληνικών κυβερνήσεων, εξαιρουμένης της κυβέρνησης του Κώστα Καραμανλή.

Τούτο, βέβαια, δεν δίδει το άλλοθι στην παρούσα κυβέρνηση να προβεί στην άνευ όρων και εγγυήσεων εκχώρηση της ίδιας μας της ιστορίας. Προτείνεται, η άμεση σύγκληση του συμβουλίου των πολιτικών αρχηγών υπό τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και η διαμόρφωση κοινής εθνικής γραμμής, ώστε να έχουμε τις λιγότερες δυνατές εθνικές απώλειες.

Εν ολίγοις, στα εθνικά ζητήματα δεν χωρούν δημιουργικές ασάφειες.

Η ανασκόπηση της χρονιάς

Άλλη μία χρονιά μνημονίου πέρασε. Μία χρονιά με κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και με αξιωματική αντιπολίτευση την ΝΔ. Τσίπρας και Μητσοτάκης έδωσαν σκληρές μάχες μέσα στην βουλή, με ύβρεις εκατέρωθεν, πολλές φορές χαμηλού επιπέδου. Σκληρές μάχες, όμως, και ανάμεσα σε όλους τους πολιτικούς αρχηγούς. Τι έκαναν οι πολιτικοί αρχηγοί της χώρας; Τι πολιτικούς στόχους είχαν και έχουν και ποιες σκοπιμότητες;

Από την μία ο πρωθυπουργός, Αλέξης Τσίπρας, που επιδιώκει με μανία να φέρει την ελπίδα. Να αποδειχθεί ο πρωθυπουργός που θα βγάλει την χώρα από τα μνημόνια, όπως ο ίδιος δηλώνει. Ένας πρωθυπουργός, που γνωρίζει την δημοτική του πτώση και προσπαθεί να φτάσει ως το τέλος της θητείας του, μήπως και κερδίσει κάτι. Ένας πρωθυπουργός που προσπαθεί να μείνει στην εξουσία με κάθε τρόπο. Αδιαμφισβήτητα, έχει πείσμα. Έχει το πείσμα του να φτάσει ως το τέλος και να αποδειχθεί διαφορετικός από τους προηγούμενους. Αυτοαποκαλείται πολιτικός που δεν είναι από τζάκι και μη μπλεγμένος σε θέματα διαφθοράς. Ένας πολιτικός που θεωρεί την κυβέρνησή του την πιο αξιόπιστη και την αντιπολίτευση την πιο διεφθαρμένη.

Από την άλλη ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, Κυριάκος Μητσοτάκης, που προσπαθεί να πείσει ότι αυτός έχει την λύση. Υπόσχεται φοροελαφρύνσεις και ελεύθερη παραγωγική οικονομία. Ένας πολιτικός, που στηρίζει την καμπάνια του κυρίως στο να ρίξει την δημοτικότητα του αντιπάλου του, αποκαλώντας τον ψεύτη. Ένας πολιτικός που θεωρεί την περίοδο ΣΥΡΙΖΑ ως την πιο καταστροφική. Ένας πολιτικός αρχηγός που βιάζεται να γίνει πρωθυπουργός ζητώντας συνεχώς εκλογές.

Μία Φώφη Γεννηματά, ένας Σταύρος Θεοδωράκης και ένας Πάνος Καμμένος που προσπαθούν να διασωθούν πολιτικά. Μάχονται να παραμείνουν στο προσκήνιο. Μάχονται να παραμείνουν στα βουλευτικά έδρανα. Μάχονται να κρατήσουν ενωμένα τα κόμματά τους. Όλοι με συμμάχους, είτε φανερούς, είτε κρυφούς.

Ένας Βασίλης Λεβέντης που μάχεται να αποδείξει την διαφορετικότητά του. Μάχεται να αποδείξει την διαφθορά που επικρατεί στο πολιτικό σύστημα, εξαιρουμένου του εαυτού του. Μάχεται να αποδείξει ότι η κουλτούρα συνεργασίας είναι η μοναδική λύση στη χώρα. Μάχεται να ξαναμπεί στη βουλή. Μάχεται για τα δικά του ιδανικά.

Ένας Δημήτρης Κουτσούμπας και ένας Νίκος Μιχαλολιάκος που μάχονται για τις ιδέες που πρεσβεύουν οι ιδεολογίες τους. Μάχονται να αποδείξουν ότι  οι ιδεολογίες τους, η καθεμία ξεχωριστά, αποτελούν και την λύση στα προβλήματα της χώρας.

Κάπως έτσι κύλησε και το 2017. Μοιάζει λες και ο καθένας να μάχεται για τον εαυτό του και όχι για το σύνολο. Η αλήθεια βρίσκεται κάπου στη μέση. Στην πραγματικότητα, ο καθένας θέλει την πρόοδο του τόπου. Το ζητούμενο, όμως,  είναι το πώς το δείχνεις. Καλός είναι ο ανταγωνισμός. Καλή είναι και η πολυφωνία. Αυτή είναι, άλλωστε, και η πεμπτουσία της δημοκρατίας. Αυτή η πεμπτουσία, όμως, να λειτουργεί με γνώμονα το γενικό καλό και όχι τις προσωπικές φιλοδοξίες ή ματαιοδοξίες.

Εκλογές Κεντροαριστεράς

Η Φώφη Γεννηματά και ο Νίκος Ανδρουλάκης ήταν οι νικητές της εκλογικής αναμέτρησης και αυτοί που περνούν στον επόμενο γύρο για την τελική εκλογή του προέδρου του ενιαίου φορέα. Περίπου, 212.000 άνθρωποι ψήφισαν, μέλη και μη, δείχνοντας την ιδεολογική δύναμη της παράταξης. Αυτοί, όμως, οι 212.000 άνθρωποι αποτελούν σίγουρες ψήφους για τις επόμενες βουλευτικές εκλογές; Και αν ναι, ο αριθμός 212.000 είναι ικανοποιητικός για βουλευτικές εκλογές για μία παράταξη που στοχεύει ψηλά;

Όσοι ψήφισαν κάποιον άλλον, πέρα του τελικού νικητή, είναι σίγουρο ότι θα ψηφίσουν την συγκεκριμένη παράταξη στις βουλευτικές εκλογές; Μήπως κάποιοι ψηφοφόροι και κάποιοι υποψήφιοι βρίσκονται πιο κοντά ιδεολογικά με κάποιο άλλο κόμμα; Για παράδειγμα, αυτοί που ήθελαν αρχηγό του νέου φορέα τον Σταύρο Θεοδωράκη και από την στιγμή που δεν πραγματοποιήθηκε η επιθυμία τους, γιατί να μην ψηφίσουν το κόμμα του Κυριάκου Μητσοτάκη ή το κόμμα της Ένωσης Κεντρώων; Δε νομίζω, άλλωστε, ότι βρίσκονται τόσο μακρυά ιδεολογικά. Το ίδιο ισχύει και για τους οπαδούς των υπόλοιπων υποψηφίων.

Στην περίπτωση αυτή, στην οποία και οι 212.000 ψηφίσουν τον νέο φορέα, ανεξάρτητα με το αν ψήφισαν ή όχι τον νέο αρχηγό, είναι ένας επαρκής αριθμός για να αποτελέσει μια ισχυρή κοινοβουλευτική δύναμη. Ο αριθμός αυτός αποτελεί, περίπου, το 3% του εκλογικού σώματος. Ένας αριθμός, δηλαδή, που μάχεται να εισέλθει στα έδρανα της βουλής.

Σίγουρα, κάθε ένεση δημοκρατίας αποτελεί ανάσα για την κοινωνία μας. Σίγουρα, είναι πολύ σημαντικό να υπάρχουν ενεργοί πολιτικά πολίτες. Σίγουρα, ο αριθμός των πολιτών που ψήφισαν είναι ικανοποιητικός. Όμως, ο χώρος του κέντρου είναι ένας χώρος ιδιόμορφος και μάλλον το μήλον της έριδος, καθώς όλες οι πολιτικές δυνάμεις προσπαθούν να συγκλίνουν σε αυτόν. Όσοι παρεκκλίνουν σημαντικά, αποτελούν και τις μειοψηφικές ομάδες της κοινωνίας μας. Στην περίοδο αυτή, που τα περισσότερα κόμματα κάνουν άνοιγμα στο κέντρο, καθώς εκεί βρίσκεται και η πλειοψηφία των ψηφοφόρων τους, είναι κάπως δύσκολος να θεωρούμε σίγουρα κάποια νούμερα. Αισιοδοξία, λοιπόν, στο εσωτερικό του νέου φορέα, αλλά καμία σοβαρή ένδειξη για κοινοβουλευτική δύναμη.

Υφίσταται αυτόνομη Καταλονία;

Ανεξάρτητη και αυτόνομη Καταλονία είναι το αίτημα της καταλανικής κοινωνίας. Ένας λαός, που δεν νιώθει κομμάτι της Ισπανίας. Ένα έθνος χωρισμένο στα δύο. Είναι, όμως, εφικτή μια πραγματική αυτονομία της Καταλονίας;

Αν γίνει αυτόνομη τελικά η Καταλονία, τι γίνεται με το νόμισμα; Θα συνεχίσει να έχει το ίδιο νόμισμα με την Ισπανία ή θα αποκτήσει το δικό της εθνικό νόμισμα; Τι γίνεται με τον στρατό; Θα υπάρχει ενιαίος ισπανικός στρατός και εθνική άμυνα ή θα δημιουργηθεί καταλανικός στρατός; Επίσης, τι θα γίνει με την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωζώνη; Το νέο αυτό κράτος θα είναι μέλος την κοινωνικοπολιτικής και νομισματικής συμμαχίας ή θα προχωρήσει σε μοναχικά μονοπάτια; Τέλος, θα υπάρξει η διεθνής αναγνώριση ως ανεξάρτητο κράτος ή θα πρόκειται για μια ατέρμονη προσπάθεια ενός λαού που προσπαθεί ναι αυτονομηθεί;

Δύσκολη, λοιπόν, η αυτονομία επί της ουσίας, καθώς πέρα από την θέληση και την φωνή του λαού, θέλει, επίσης, νομικό υπόβαθρο και πολιτική βούληση. Kι εδώ είναι το σημείο όπου εμπλέκεται ο εθνικισμός και η δημοκρατία. Ίσως υπάρχει και μία δόση εθνικισμού πίσω από την απόφαση του καταλανικού λαού, από την άλλη, όμως, υφίσταται και θέμα δημοκρατίας, καθώς δημοκρατία δεν σημαίνει μόνο να δέχεσαι την άποψη της πλειοψηφίας, αλλά να λαμβάνεις υπόψιν και αυτήν της μειοψηφίας.

Και υπάρχουν και Έλληνες που παίρνουν ξεκάθαρη θέση υπέρ την αυτονομίας της Καταλονίας, επειδή σιχάθηκαν, όπως λένε, αυτήν την Ευρώπη, αλλά δεν θέλουν να ακούσουν για αυτονόμηση της Κρήτης και επίσης ‘η Κύπρος είναι ελληνική’.

Παντού πρέπει να υπάρχει το μέτρο. Δύσκολες καταστάσεις φέρνουν και δύσκολες αποφάσεις.

Έπρεπε να παραιτηθεί ο υπουργός;

Μετά την βύθιση του πλοίου και την θαλάσσια καταστροφή που επήλθε, μεγάλη μερίδα κόσμου στράφηκε εναντίον του αρμόδιου υπουργού, ζητώντας του να παραιτηθεί. Παραιτείται, όμως, τόσο εύκολα ένας υπουργός;

Η ρύπανση που επήλθε από την πετρελαιοκηλίδα, ήταν προφανώς πρωτοφανής, μετατρέποντας τις ακτές της νότιας Αττικής σε απαγορευμένη ζώνη. Να παραιτηθεί ο υπουργός, φώναξαν πολλοί. Σύμφωνοι, αλλά πότε παραιτήθηκε κάποιος άλλος αρμόδιος; Πότε κάποιος άλλος υπουργός από τις κυβερνήσεις των τελευταίων ετών είπε ότι φταίει για κάτι ή ότι έχει μερίδιο ευθύνης;

Σε μια κοινωνία που πάντα φταίνε οι άλλοι, σε μια κοινωνία που προτιμάμε να ψοφήσει η κατσίκα του γείτονα και σε μια κοινωνία που για την χρεοκοπία φταίνε κάποιοι άλλοι, εκτός από εμάς, πώς γίνεται να αναλάβει την ευθύνη κάποιος αρμόδιος;

Πότε παραιτήθηκε υπουργός προηγούμενων κυβερνήσεων για λάθος χειρισμούς ή γιατί αισθάνθηκε ανεπαρκής; Γιατί, λοιπόν, να παραιτηθεί ο τωρινός; Ποια πολιτική κουλτούρα μας διακατέχει, ώστε να προβαίνει το πολιτικό μας σύστημα σε τέτοιου είδους πράξεις;

Και για να είμαστε ειλικρινείς. Πάντα ευθύνεται ο αρμόδιος υπουργός; Δηλαδή, αν παραιτηθεί και αντικατασταθεί από κάποιον άλλον, τα πράγματα θα γίνουν αμέσως καλύτερα; Μήπως ευθύνεται ο κρατικός μηχανισμός; Μήπως δεν είναι και τόσο θέμα προσώπων, αλλά συνολικής λειτουργίας και προσέγγισης των προβλημάτων;

Γιατί όταν τα πρόσωπα πάψουν να είναι τόσο σημαντικά, αυτά καθαυτά, και η λειτουργία του κράτους συνεχίζεται πάνω και πέρα από αυτά τα πρόσωπα, τότε ναι, ίσως έχουμε πάει ένα βήμα παραπέρα. Ως τότε, η λύση του οποιοδήποτε προβλήματος θα εξαρτάται από την ικανότητα ή μη του εκάστοτε αρμόδιου. Στην τύχη δηλαδή.

Το χρέος του καθενός

Δεν είναι θέμα τιμωρίας. Ναι, φυσικά, και χρειάζεται σε μια ευνομούμενη πολιτεία η παρανομία να τιμωρείται, αλλά η ουσία δε βρίσκεται εκεί. Μια δημοκρατία επιτυγχάνει όταν δε χρειάζεται να τιμωρήσει, όταν λειτουργεί εύρυθμα.

«Λειτουργεί”, τι λέξη κι αυτή. Η κοινωνία λειτουργεί όταν οι λειτουργοί αντιλαμβάνονται το ρόλο τους. Για σταθείτε, όμως: Βαθυστόχαστο αυτό για κάποιους. Βαθυστόχαστο και απλοϊκό συνάμα.

Η ομάδα που διώκεται για τις κλοπές στα μέσα μεταφοράς έσφαλε και θα πληρώσει γι’ αυτό. Δε θα σταθώ εκεί. Εξάλλου δεν έχει και κάποια αξία να σας απασχολήσω με το δικό τους σφάλμα. Θα σταθώ, όμως, στους δικηγόρους και τους ιδιωτικούς αλλά και της ΕΛ.ΑΣ. αστυνομικούς που παράνομα τους παρείχαν κάλυψη.

Αυτοί οι άνθρωποι αναδεικνύουν την επιτακτική ανάγκη να μη χάσει η κοινωνία μας την έννοια του λειτουργού, και είναι βέβαιο ότι καθένας από εμάς είναι λειτουργός για το σύνολο. Καθένας από εμάς εργάζεται σιωπηλά ή πιο φανερά για την εύρυθμη λειτουργιά αυτής της κοινωνίας. Στο δίλημμα μεταξύ χρήματος και εντιμότητας, είναι χρέος του καθενός να επιλέξει την εντιμότητα. Στο δίλημμα μεταξύ συμπόρευσης και απομόνωσης των επιόρκων λειτουργών είναι χρέος του καθενός να επιλέξει την απομόνωση τους. Τότε ακριβώς θα αρχίσουμε δειλά δειλά να μιλάμε για μία κρίση αξιών, που παύει να υπάρχει. Άσχημα τα ψέματα.

Οι κοινωνίες προοδεύουν όταν το ατομικό ήθος καθορίζεται από το συλλογικό συμφέρον. Όσο λιγότερο συμβαίνει αυτό, τόσο περισσότερο οι νόμοι της ζούγκλας θα διέπουν την εκάστοτε ανθρώπινη κοινωνία.

Κι εδώ θα σημειώσω δυο πράγματα για τον προβληματισμό του καθενός:

Πρώτα, πριν μερικά χρόνια σε μια κατά το πλείστον βαρετή ομιλία άκουσα έναν άνθρωπο να κλείνει διερωτώμενος αν τελικά ο τίμιος είναι αυτός που δεν έκλεψε ή αυτός που του δόθηκε η ευκαιρία να κλέψει και δεν το έκανε.

Κι έπειτα, ο άνθρωπος που αθετεί το ρόλο του λειτουργού για το χρηματικό συμφέρον πως πιστεύει άραγε ότι βλέπει το παιδί του τις πράξεις του όταν αποκαλύπτονται; Ποιο όραμα να έχει άραγε για τη λειτουργία και τους κανόνες της αυριανής κοινωνίας που σήμερα οικοδομεί και αύριο θα παραδώσει στους συνεχιστές της.

Η Ευρώπη σε κίνδυνο

Στον όρο «Τρομοκρατία» βρίσκουν καταφύγιο λογιών λογιών συμπεριφορές. Το εντυπωσιακό είναι ότι οι καταστάσεις αυτές πολλές φορές δεν ομοιάζουν μεταξύ τους. Τσουβαλιάζουμε κατά κάποιο τρόπο δυσάρεστες καταστάσεις, σ’ έναν κουβά, βάσει του εάν οδηγούν σε επικράτηση του τρόμου. Χάριν λογικής, λοιπόν, χάριν παραγωγικής σκέψης ορισμένες τείνουμε να αγνοούμε τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της κάθε πράξης.

Κάποτε στη λέξη «Τρομοκρατία» ο Έλληνας είχε καρφιτσώσει υποσυνείδητα την πλέον γνωστή οργάνωση για τη δράση της στον ελλαδικό χώρο. Χρόνια μετά σύνδεσε και άλλες παρόμοιου τύπου οργανώσεις. Ο Έλληνας πενηντάρης έχει γεννηθεί και έχει ανατραφεί με τη σκέψη του στην τρομοκρατία. Η «17 Νοέμβρη» είχε δράσεις από το 1975 κιόλας, και για 27 συναπτά έτη. Το πετσί του μπολιάστηκε με την ύπαρξη της τρομοκρατίας. Όσο και αν ανατράφηκε να ζει παράλληλα σε μία τρομοκρατία πολιτικού τύπου, τόσο ανίδεος είναι από την τρομοκρατία που η Ευρώπη βιώνει σήμερα. Κανένας τρομοκράτης δεν είναι τόσο χαζός που να πιστεύει ότι έχει ουσία να χτυπήσει τον άμαχο μέσο Έλληνα. Εξάλλου αυτό δε θα οδηγούσε ένα βήμα πριν τον απώτερο στόχο του, το οποίο βήμα δεν είναι άλλο από τη λαϊκή νομιμοποίηση. Όλοι το ξέρουν αυτό. Η «17 Νοέμβρη», οι «Πυρήνες της φωτιάς» δε θα χτυπούσαν ποτέ το μέσο Έλληνα πολίτη. Θα χτυπούσαν, όμως, στοχευμένα πρόσωπα με σημειολογικό τρόπο. Θεωρώ αβέβαιο και το εάν ο τελικός στόχος τέτοιων οργανώσεων θα ήταν ο θάνατος ενός προσώπου ή ο σοβαρός τραυματισμός του, αλλά αυτό είναι μία μεγάλη ιστορία.

Οι τρομοκρατικές επιθέσεις που σήμερα γίνονται σε όλη την Ευρώπη δεν ομοιάζουν σε τίποτα με τυπικές τρομοκρατικές επιθέσεις πολιτικού τύπου, και αυτό είναι το θλιβερότερο των γεγονότων αφού είναι ταυτόχρονα ο λόγος που δυσκολία της αντιμετώπισης τους ανεβαίνει εκθετικά (σε σύγκριση, πάντα, με τη δυσκολία καταστολής πολιτικού τύπου τρομοκρατικών δράσεων). Ανάμεσα στους δράστες, υπάρχουν άνθρωποι που ήρθαν σε επαφή με τον ISIS μέσω διαδικτύου και μόνο. Κάπως έτσι παύουμε να μιλάμε για κάποιον σκληρό οργανωσιακό πυρήνα, αλλά για κάποιο είδος ανοιχτού καλέσματος. Παράλληλα, ο στόχος δεν είναι κανένα υψηλό πρόσωπο, αλλά αθώοι πολίτες. Σ’ αυτά ακριβώς τα δύο στοιχεία βρίσκεται το είδος εκείνο της τρομοκρατίας που θα κάνει το μέσο Ευρωπαίο πολίτη να φοβάται μήπως η ζωή του κινδυνεύει από το διπλανό του. Αυτά τα δύο στοιχεία τον διαφοροποιούν από το μέσο Ευρωπαίο ο οποίος -επί της ουσίας- δε φοβήθηκε ποτέ ότι θα κινδύνευε από ένα ενδεχόμενο τρομοκρατικό χτύπημα οργανώσεων πολιτικού τύπου.

Στον όρο «Τρομοκρατία» βρίσκουν καταφύγιο λογιών λογιών συμπεριφορές. Αυτό που σήμερα η Ευρώπη αντιμετωπίζει ως τρομοκρατία, είναι κάτι πρωτοφανές για τα ελληνικά δεδομένα. Είναι, ίσως, η χείριστη μορφή του είδους, καθώς ψάχνει αρωγή και ανάχωμα στο πρόσωπο των ευρωπαίων μουσουλμάνων. Μόνο όπλο της Ευρώπης απέναντι στην εξάπλωση της προέλευσης των εγκληματιών εκτός του λεγόμενου Ισλαμικού Κράτους, είναι τα ιδεώδη που πρεσβεύει, και που για χρόνια γαλουχεί τους πολίτες της.

Οι νεκροί των χτυπημάτων στην Ευρώπη δεν είναι αποτέλεσμα «τρομοκρατικών» δράσεων. Η υφή των γεγονότων δε με ωθεί να τις χαρακτηρίσω τρομοκρατικές πράξεις. Ο τρόμος δεν είναι ο στόχος, είναι το μέσο επίτευξης ενός απώτερου θρησκευτικοκεντρικού σκοπού. Οι νεκροί των χτυπημάτων στην Ευρώπη είναι νεκροί εγκλημάτων πολέμου.

A.Τσίπρας: Έκανα μεγάλα λάθη

Συνέντευξη του πρωθυπουργού στην εφημερίδα Guardian, η οποία, μάλιστα, κάνει λόγο και για τον μακροβιότερο πρωθυπουργό στην Ελλάδα της κρίσης.

«Τα χειρότερα είναι σαφέστατα πίσω μας. Μπορούμε τώρα να πούμε με βεβαιότητα ότι η οικονομία είναι σε ανοδική φάση. Αργά αργά, αλλά ουδείς πίστευε ότι θα συμβεί και αυτό συνέβη» δηλώνει ο πρωθυπουργός, ενώ συνεχίζει τονίζοντας ότι «θα βγάλουμε την χώρα από την κρίση».

Στη συνέχεια παραδέχεται ότι « Όταν ήρθα σε αυτό το γραφείο δεν είχα την εμπειρία ή την αίσθηση πόσο μεγάλες θα ήταν οι καθημερινές δυσκολίες. Έχω κάνει λάθη, μεγάλα λάθη».

Για την Ευρώπη δηλώνει τα εξής  «Να αφήσουμε την Ευρώπη και να πάμε πού; Σε άλλο γαλαξία; Η Ελλάδα είναι ένα αναπόσπαστο κομμάτι της Ευρώπης. Χωρίς αυτήν πώς θα ήταν η Ευρώπη; Θα έχανε ένα σημαντικό μέρος της ιστορίας και της κληρονομιάς της»

Έχουμε, λοιπόν, δύο Τσίπρες. Τον προ εκλογών Σεπτεμβρίου 2015 και τον μετά. Ωρίμασε, συνειδητοποίησε κάποια πράγματα; Τι άλλαξε ακριβώς;

Η αλήθεια είναι ότι αν είχε παρουσιαστεί από την αρχή όπως είναι σήμερα , θα ήταν ένας ακόμα μνημονιακός αρχηγός. Ίσως, και να μην είχε αυτήν την απήχηση στον κόσμο. Γιατί ο κόσμος έλκεται από την επανάσταση, από το διαφορετικό που πρεσβεύει κάποιος, από αυτόν που θα του τάξει ότι θα τα αλλάξει όλα.

Έκανε λάθη ναι. Όμως, ίσως αυτή η κωλοτούμπα, για την οποία τον κατηγορούν όλοι, να ήταν ό,τι πιο  σωστό έκανε. Γιατί επανάσταση δεν σημαίνει τα διαλύω όλα, αλλά προσπαθώ να τα κάνω καλύτερα. Να είμαστε επαναστάτες, λοιπόν. Για την ουσία, όμως, όχι για τον θόρυβο.

Έστω ότι παραιτούνται. Μετά τι;

Πριν λίγες μέρες έγινε η συγκέντρωση των ΄Παραιτηθείτε΄ στο Σύνταγμα. Ξεκάθαρο μήνυμα ήταν η παραίτηση την κυβέρνησης Τσίπρα. Έστω, λοιπόν, ότι παραιτούνται, μετά, όμως, τι;

Η κυβέρνηση σίγουρα έχει κάνει πολλά λάθη. Έχει πει ψέματα, είχε αυταπάτες, όπως έχουν δηλώσει στελέχη της. Η λύση, όμως, είναι πάντα οι εκλογές; Έχουμε την αντίληψη ότι η εκάστοτε κυβέρνηση ευθύνεται για τις περικοπές ή για την υπερφορολόγηση. Προφανώς και ευθύνεται, αλλά ως έναν βαθμό. Κάποια πράγματα είναι επιτακτικά από την κατάσταση που βρίσκεται η χώρα μας.

Όποιος υποστηρίζει την μείωση της φορολογίας, πρέπει να λέει και από που θα βρεθούν τα χρήματα που θα χαθούν. Επίσης, όποιος είναι υπέρ της μείωσης των κρατικών δαπανών, πρέπει να λέει με ακρίβεια ποιες είναι αυτές οι περιττές δαπάνες. Όλα τα άλλα, τα γενικόλογα, υπόκεινται στα πλαίσια του λαϊκισμού και της δημαγωγίας.

Παραιτηθείτε λοιπόν. Αλλά μετά; Θέλουμε κυβέρνηση Νέας Δημοκρατίας; Μα πριν δύο χρόνια δεν κυβερνούσε; Τι διαφορετικό και καινοτόμο έχει να παρουσιάσει το ίδιο κόμμα, με την μόνη διαφορά της αλλαγής του αρχηγού τους; Θέλουμε κυβέρνηση συνεργασιών; Θέλουμε οικουμενική του ευρωπαϊκού τόξου; Πρέπει να υπάρχει μία αντιπρόταση. Το γενικευμένο παραιτηθείτε, ίσως κρύβει και έναν κομματισμό πίσω του, δηλαδή παραιτηθείτε εσείς για να ανέβουμε εμείς, τα δικά μας παιδιά.

Έχει φτάσει η ώρα, και έχουμε αργήσει, να κάνουμε γνωστό το ποια Ελλάδα θέλουμε. Οι εκλογές δεν είναι λύση. Κράτος δεν είναι η εκάστοτε κυβέρνηση, αλλά ο καθένας από εμάς ξεχωριστά. Θα είμαστε σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος, όταν δεν θα υπάρχει η ανάγκη να πούμε παραιτηθείτε στην εκάστοτε κυβέρνηση, αλλά το κράτος θα λειτουργεί ομαλά, ακόμα και σε περιόδους ακυβερνησίας. Πολύ περισσότερο θα είμαστε μια σύγχρονη και λειτουργική κοινωνία, όταν οι βασικές δομές του κράτους μας, όπως παιδεία και υγεία, θα λειτουργούν ανεξάρτητα από την κάθε κυβέρνηση, βάσει ενός ομόφωνου εθνικού σχεδίου. Όταν οι διορισμοί θα γίνονται βάσει αδιάλειπτων διαγωνισμών και όχι κομματικά ρουσφετολογικών.

Τότε δεν θα έχουμε την ανάγκη να πούμε παραιτηθείτε. Προς το παρόν ταιριάζει καλύτερα το συνεργαστείτε και συνεννοηθείτε.

Ο Μητσοτάκης και οι ‘μητσοτακικοί’

‘ Έφυγε’ ένας μεγάλος πολιτικός. Αδιαμφισβήτητα, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης ήταν μία σημαντική πολιτική προσωπικότητα της σύγχρονης Ελλάδας. Είτε συμφωνούσε κάποιος με τις πολιτικές του θέσεις, είτε διαφωνούσε, δεν θα μπορούσε να αμφισβητήσει την προσωπικότητα του πρώην πρωθυπουργού.

Ήταν ο τελευταίος από του ‘μεγάλους’ πολιτικούς. Μετά τον Κωνσταντίνο Καραμανλή και τον Ανδρέα Παπανδρέου. Σημαντικές προσωπικότητες και φιγούρες στην πολιτική ζωή της χώρας, αλλά αυτό δεν τους απαλλάσσει από την κριτική που τους γίνεται ή για αυτήν που θα έπρεπε να τους γίνεται. Επί ημερών τους σίγουρα η Ελλάδα αναπτύχθηκε, εξευρωπαΐστηκε. Όμως δημιούργησαν τις πελατειακές σχέσεις και τον κομματικό φανατισμό. Έφεραν την νοοτροπία των δανεισμών, των διορισμών και των ρουσφετιών. Ο καθένας με διαφορετικό μερίδιο ευθύνης και ίσως οι ίδιοι να μην ευθύνονταν για κάποια από αυτά που τους έχουν καταλογίσει κατά καιρούς, αλλά σίγουρα τα κόμματα που εκπροσωπούσαν ευθύνονται.

Κηδεία Κωνσταντίνου Μητσοτάκη. Εμφάνιση πρωθυπουργού. Αποδοκιμασίες από οπαδούς, φίλους και συγγενείς του αποθανόντος. Μια νοοτροπία χτισμένη στο παρελθόν. Μια νοοτροπία του να μην δείχνεις σεβασμό στον θεσμό του πρωθυπουργού, επειδή δεν συμφωνείς με το πρόσωπο που τον αντιπροσωπεύει. Μια νοοτροπία άκρως κομματική. Μια νοοτροπία του αφού δεν είναι κυβέρνηση το κόμμα που υποστηρίζουμε, πρέπει να αποδοκιμάσουμε τον ‘αντίπαλο’.

Μία νοοτροπία που αποδοκιμάζει τον διορισμό της συζύγου του πρωθυπουργού, γιατί απλά ανήκει σε άλλο κόμμα. Όλα αυτά τα χρόνια η εκάστοτε κυβέρνηση διόριζε τα δικά της παιδιά. Προφανώς και είμαι ενάντια στους ρουσφετολογικούς διορισμούς, αλλά αυτοί πρέπει να καταδικάζονται προς όλες τις πλευρές. Άραγε, αυτοί που εκνευρίστηκαν με τον διορισμό της γυναίκας του πρωθυπουργού, θα αποδοκίμαζαν με τον ίδιο τρόπο έναν δικό τους διορισμό με ρουσφέτι από το κόμμα της αρεσκείας τους;

Κάθε κυβέρνηση και κάθε πρωθυπουργός που περνάει, αφήνει πίσω κάτι. Είτε θετικό, είτε αρνητικό. Το ζητούμενο είναι να προσπαθούμε να απομονώσουμε τα άσχημα και να προχωράμε με τα θετικά. Ο Μητσοτάκης και όλοι οι ‘μεγάλοι’ πολιτικοί έχουν αφήσει σίγουρα σημαντικό έργο. Υπάρχει, όμως, μια νοοτροπία που πρέπει να ξεριζωθεί.

Βρετανικές εκλογές: Ένα απροσδόκητο ντέρμπι

του Ανδρέα Μιχαηλίδη

Η αντιστροφή μέτρηση έχει ξεκινήσει για την διεξαγωγή των Βρετανικών εθνικών εκλογών καθώς απομένει λιγότερο από μια βδομάδα μέχρι την 8η Ιουνίου.

Παρ’ ότι στην αρχή της προεκλογικής εκστρατείας φάνταζε σχεδόν σίγουρη η επικράτηση της τωρινής πρωθυπουργού Τερέζα Μέι, το κλίμα φαίνεται να αλλάζει και προοιωνίζεται ντέρμπι μεταξύ αυτής και του επικεφαλής των Εργατικών Τζέρεμι Κόρμπιν, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις.

Η κ. Μέι είχε προκαλέσει στις 18 Απριλίου πρόωρες εκλογές με αφορμή το καυτό θέμα του Brexit και προσδοκούσε άνετη νίκη απέναντι στον αμφιλεγόμενο και αμφισβητούμενο (από σημαντική μερίδα του ιδίου του κόμματος του) Τζέρεμι Κόρμπιν.

Ο κ. Κόρμπιν παρουσιαζόταν ως ένας ακροαριστερός λαϊκιστής υποψήφιος που λόγω των «ακραίων” θέσεων του κατηγορούνταν από μερίδα του κόμματός του ότι θα οδηγούσε σε εκλογική αποτυχία άνευ προηγουμένου το κόμμα των Εργατικών.

Το αποτέλεσμα των τοπικών εκλογών που προηγήθηκαν, συνηγορούσαν υπέρ του ενδεχόμενου συντριβής των Εργατικών καθώς απώλεσαν μεγάλο μέρος της υποστήριξης που είχαν στις προηγούμενες τοπικές εκλογές. Όμως τον τελευταίο καιρό καταγράφεται ένα αρκετά ισχυρό ρεύμα υπέρ του Κόρμπιν, ιδιαίτερα στην νεολαία, που συνεχώς μειώνει την ψαλίδα έναντι των Συντηρητικών της Μέι.

Ο ηγέτης τον Εργατικών κατηγορεί τους Συντηρητικούς ότι ετοιμάζουν περαιτέρω περικοπές τόσο στο εθνικό σύστημα υγείας της χώρας όσο και στις συντάξεις, παρέχοντας παράλληλα φοροαπαλλαγές για τους πλούσιους.

Ο ίδιος προτείνει τόσο την αύξηση της φορολογίας στους έχοντες πολύ υψηλά εισοδήματα όσο και την καταφυγή στον δανεισμό, για την στήριξη του εθνικού συστήματος υγείας, των συντάξεων αλλά και της αναπτυξιακής διαδικασίας. Στο θέμα του Brexit οι Εργατικοί εγγυώνται ρητά την παραμονή των Ευρωπαίων πολιτών στην Βρετανία και δηλώνουν ότι θα επιδιώξουν στις διαπραγματεύσεις, την πρόσβαση της Βρετανίας στην ενιαία ευρωπαϊκή αγορά. Στην αντίπερα όχθη η πρωθυπουργός κατακρίνει τους Εργατικούς ότι το οικονομικό τους πρόγραμμα θα σημάνει την καταστροφή της χώρας, προασπίζοντας τις διαπραγματεύσεις της για την έξοδο από την ΕΕ και βάζει ως προμετωπίδα της καμπάνιας της το σύνθημα «μια ισχυρή και σταθερή ηγεσία για την Βρετανία».

Το μόνο σίγουρο είναι ότι όποιος και να αναδειχτεί ως επόμενος ένοικος  της Downing Street, θα τεθεί αντιμέτωπος με μια εξαιρετικά ρευστή κατάσταση στην χώρα καθώς πέρα από την αντιμετώπιση του ακανθώδους ζητήματος της συμφωνίας για το Brexit, θα αντιμετωπίσει και τις αυτονομιστικές τάσεις που παρουσιάζει η Σκωτία. Το κραταιό στην περιοχή, Εθνικό Κόμμα Σκωτίας ζήτα επιμόνως εκ νέου δημοψήφισμα για την ανεξαρτητοποίηση της Σκωτίας από το Ηνωμένο Βασίλειο, καθώς σύντομα η Βρετανία δεν θα αποτελεί μέλος της ΕΕ κάτι που βρίσκει κάθετα αντίθετους τους πολίτες της Σκωτίας που είχαν ψηφίσει υπέρ της παραμονής στην ένωση.

«Ποίηση του αδυνάτου”

Πίνοντας σε ένα μπαρ με έναν καλό φίλο, προσπαθήσαμε να απαριθμήσουμε τα ωραιότερα κείμενα με αντικείμενο τον έρωτα. Το διανοητικό αυτό πείραμα, δυστυχώς, δεν κράτησε, για πολύ, αφού σύντομα απέτυχε παταγωδώς• τα εν λόγω κείμενα είναι προφανώς αναρίθμητα (δόκιμα, νουβέλες, ποιήματα, θεατρικά κτλ.). Αν κάτι όμως, πραγματικά καταφέραμε μέσα από αυτόν τον διάλογο, αυτό δεν ήταν άλλο από την έγερση του παρακάτω διπλού ερωτήματος. Ποια είναι η σημασία του έρωτα -και κυρίως του ρομαντικού έρωτα- στη σημερινή μεταμοντέρνα κουλτούρα; Έχει κάποιο νόημα το “to fall in love” ή μήπως ο στερημένος ρίσκου, όπως τον χαρακτηρίζει ο Βεργέτης , “ντεκαφεινέ” έρωτας με νομικά “προφυλακτικά” είναι η σημερινή “πραγματικότητα”;

Ο Ιβάν Τουργκιένιεφ στην αυτοβιογραφική του νουβέλα που φέρει τον τίτλο ‘’Ο Πρώτος Έρωτας’’, περιγράφει τον δικό του πρώτο έρωτα και τη σχέση του πατέρα του με το ερώμενο πρόσωπο. Εκ πρώτης όψεως το βιβλίο έχει όλα τα χαρακτηριστικά του ρομαντικού έρωτα: η έντονη παρουσία της φύσης , το μοτίβο του ανεκπλήρωτου έρωτα, τα έντονα αισθήματα ζήλιας και φυσικά το θάνατο.

Μολονότι στην ιστορία της λογοτεχνίας έχουν υπάρξει πολλά τέτοια κείμενα- ο «Βέρθερος» του Γκαίτε είναι το κατεξοχήν κείμενο-ο Τουργκιένιεφ, αντιθέτως, μοιάζει σα να βρίσκεται ένα βήμα μετά το θάνατο του Βέρθερου. Μας δείχνει την οπτική του έρωτα μετά τη πτώση (fall), μετά την τυχαία στιγμή. Στον «Πρώτο έρωτα» ο θάνατος επέρχεται, κατά το δοκούν, αλλά αυτή τη φορά όχι στον ίδιο τον ήρωα• ο θάνατος επέρχεται στους πραγματικούς εραστές της νουβέλας, στους οποίους πάντως σίγουρα δεν ανήκει ο Βλαντιμίρ Πετρόβιτς, αφού στην ουσία ο έρωτάς του είναι μιμητικός (μιμείται τον έρωτα του πατέρα του για τη Ζηναΐδα).

Ο αφηγηματικός μίτος ξεδιπλώνεται, λαμβάνοντας ως αφορμή μια συζήτηση μεταξύ ανδρών για τον πρώτο έρωτα, κάτι που μας παραπέμπει ευθύς αμέσως στο πλατωνικό « Συμπόσιο». Αν και Ρώσος, ο Τουργκένιεφ έχει φύγει από τη Ρωσία και έχει γνωρίσει τη ρομαντική παράδοση που κρατάει από το Ιπποτικό μυθιστόρημα του 17ου αιώνα, την οποία και ενσωματώνει, εντέχνως, με έναν τρόπο που δεν παύει να απαντά στην ιδιαίτερη πατρίδα του. Η ιστορία της τέχνης, είναι μια ιστορία γεμάτη από αντιθέσεις. Το εκάστοτε καλλιτεχνικό ρεύμα στέκεται απέναντι στο άλλο επιβεβαιώνοντας ταυτόχρονα τον εαυτό του και την ετερότητά του. Η διαμάχη που μαίνεται στην εποχή του Τουργκιένιεφ δεν είναι άλλη από αυτή του ρομαντισμού με τον κλασικισμό. Ο συγγραφέας, χωρίς ποτέ να επιλέγει ξεκάθαρα ανάμεσα στα δύο, φαίνεται να κατανοεί την αντίθεση των δύο αυτών ρευμάτων, αξιοποιώντας πότε το ένα και πότε το άλλο. Ενώ αρχικά υιοθετεί τη θεματική του ρομαντισμού κρατά κάποια απόσταση από τα παραδοσιακά κλισέ. Το ζενίθ της αντίθεσης έγκειται στον τρόπο που συνδυάζεται η φόρμα με το περιεχόμενο. Όπως προανέφερα, η θεματική είναι ρομαντική. Ο Τουργκένιεφ όμως, σκόπιμα αποφεύγει τις εκφραστικές υπερβολές, δίνοντας ,αντίθετα, σημασία στη συμμετρία, στην ισορροπία της φόρμας και στην αισθητική μορφή.

Σε αντίθεση με τα ψυχογραφικά πορτρέτα του Ντοστογιέφσκι, ο Τουργκιένιεφ χρωματίζει με ψυχρά χρώματα μια ολόκληρη εποχή, δημιουργώντας μια αντίστιξη ανάμεσα στην αισθητική του “πραγματικά” ωραίου της ζωής και την ασχήμια που έρχεται να (από)-καλύψει η λογοτεχνική αλήθεια. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Μπέκετ εμπνέεται από τη νουβέλα και γράφει την δική του «πρώτη αγάπη». Η ποιητική του μηδενισμού που καταλογίζουν στον Μπέκετ είναι η ποιητική της επιμονής, της διάρκειας. Κοινά σημεία με τη νουβέλα του Τουργκιένιεφ δε βρίσκουμε τόσο στο ύφος, όσο στη θεματική (έρωτας, θάνατος, σχέση με πατέρα, ζήλεια, διαμεσολαβημένη ερωτική εμπειρία).

Ο Μπαντιού τονίζει τι είναι αυτό που τον ενδιαφέρει στη περί έρωτος αντίληψη του Μπέκετ: είναι η διάρκεια, η επιμονή του έρωτα πέρα από τη ρομαντική τυχαία ερωτική συνάντηση. Στις «Ευτυχισμένες μέρες» επιλέγει ένα γηραιό ζευγάρι που παρά την ένδεια του επιμένει στον έρωτα. « Τι ευτυχισμένες μέρες που ήταν» και όντως ήταν αφού υπήρχε ο έρωτας. Αυτό που βλέπει ο Μπαντιού στον Μπέκετ -και που εγώ με τη σειρά μου εντοπίζω και στα ‘’Γράμματα στη Νόρα’’- είναι αυτό που ονομάζει “Σκηνή των Δύο”. Είναι η εμπειρία του κόσμου με βάση τη διαφορά των δύο, η παγίωση της τυχαίας συνάντησης στο χρόνο.

Εδώ μπορεί να γίνει κατανοητή η “χρησιμότητα” του ρομαντικού έρωτα στην αντίληψη που έχει ο Μπαντιού για τον σύγχρονο έρωτα. Ο έρωτας του Μπαντιού δεν αρνείται τον ρομαντικό έρωτα αλλά τον εμπεριέχει και τον επανα-επινοεί στη διάρκεια του χρόνου. Δέχεται τη τραγική τυχαία ρομαντική συνάντηση, αλλά δε μένει στη σκηνοθεσία της συνάντησης, τον ενδιαφέρει η διάρκεια.

Με έναν τρόπο επιβεβαιώνει τον Πεσσόα, καθώς και τον Μπροχ ,μιας και ο έρωτας από τη μια συνιστά τη μορφή σκέψης που αποζητά Πεσσόα και από την άλλη φαίνεται πως χρειάζεται τη μεγαλοφυΐα που επιζητά ο Μπροχ. Επειδή ο έρωτας «δεν είναι μια δυνατότητα αλλά η διάβαση του αδυνάτου» . Ακολουθεί τους νόμους των χαοτικών φαινομένων του μεταμοντέρνου. Όπως σχολιάζει ευφυώς ο Δημήτρης Βεργέτης: “ο έρωτας είναι μια ρωγμή πάνω στο ναρκισσιστικό κέλυφος του Εγώ και πάνω στον αυτισμό της απόλαυσης”. Είναι αυτό που έρχεται να καλύψει το φανταστικό κενό της επαναλαμβανόμενης σεξουαλικής πράξης. Βρισκόμαστε αντιμέτωποι με τον αποδομημένο από τη σεξουαλικότητα έρωτα. Αυτό που μας καλεί ο Μπαντιού -μέσω του Ρεμπώ- να κάνουμε είναι να επανεφεύρουμε τον έρωτα. Γιατί μην ξεχνάμε, πως ο έρωτας είναι γιος της Πενίας και του Πόρου και «πρέπει να τον επινοήσουμε απ΄την αρχή, γνωστό αυτό».

Σε αυτή την επινόηση από την αρχή χρειαζόμαστε όλη τη ποιητική του έρωτα για να γεφυρώσουμε το κενό των υποκειμενικών απολαύσεων και να γνωρίσουμε τον έρωτα του Μπαντιού. Έτσι στη διάρκεια του χρόνου ανακαλύπτουμε εκ νέου βιβλία όπως “Ο πρώτος έρωτας” του Τουργκένιεφ. Μας δίνουν την ιστορική συνέχεια της ψηλάφησης του έρωτα και τεχνάσματα προς μελλοντική χρήση.