«Το Κορίτσι του Τραίνου» – Πώλα Χόκινς

Μετά το «Κορίτσι που Εξαφανίστηκε», ξεκίνησε ένα νέο κύμα αστυνομικών θρίλερ να αποκτά αντίκρισμα στο κοινό. Γυναίκες ηρωίδες, με τα δικά της θέματα η κάθε μια, όλες τους με ένα μυστήριο να τις περιβάλει και μέσα από την αφήγηση τους να οδηγούμαστε κι εμείς στην επίλυση του γρίφου. Σε αυτή την κατηγορία μπορεί να κολλήσει εύκολα και το «Κορίτσι του Τραίνου» της Πώλα Χόκινς, στο οποίο η Ρέιτσελ, μια γυναίκα με την περισσότερο από άστατη προσωπική της ζωή, μπλέκεται σε ένα μυστήριο εξαφάνισης όταν παρακολουθεί κάτι μέσα από το τραίνο και την ταράζει, ενώ ταυτόχρονα παρακολουθούμε και τις ζωές δύο ακόμη γυναικών που συνδέονται με την πρωταγωνίστρια.

Η αλήθεια είναι πως είχα το βιβλίο στην βιβλιοθήκη μου και με περίμενε για καιρό, όμως μέχρι τώρα λόγω φόρτου δεν είχα ούτε την διάθεση ούτε τον χρόνο να το ξεκινήσω. Όμως πριν από μερικές μέρες κυκλοφόρησε το τρέιλερ της μεταφοράς του βιβλίου στον κινηματογράφο, με πρωταγωνίστρια την Emily Blunt («Sicario») και σκηνοθέτη τον Tate Taylor («The Help»). Το τρέιλερ μου τράβηξε αρκετά το ενδιαφέρον, θυμίζοντας μου σε σημεία το «Κορίτσι που Εξαφανίστηκε», μια σύγκριση που με μια πρώτη ματιά μας περνάει από το μυαλό. Και κάπως έτσι έβαλα το βιβλίο στο πρόγραμμα μου, επιφυλακτικά, και ξεκίνησα το διάβασμα.

Περιττό να πω πως μέσα σε τρεις μέρες είχα ολοκληρώσει το βιβλίο και το είχα επιστρέψει στην βιβλιοθήκη. Και είναι αλήθεια πως ήταν απ’ τα βιβλία που απλά μέτραγα τον χρόνο μέχρι να το ξαναπιάσω, να προχωρήσω ένα κεφάλαιο και να δω παρακάτω. Γι’ αυτό φταίνε πολλά πράγματα. Από την μια πλευρά το γράψιμο ήταν αξιόλογο, απλό και απέριττο, χωρίς να προσπαθεί να εντυπωσιάσει τον αναγνώστη και, από την άλλη, η δομή του έργου ήταν τέτοια που θα έκανε πολλούς νέους συγγραφείς να ζηλέψουν. Χωρισμένο σε τρεις οπτικές πρώτου προσώπου (αντί για μια βολική τριτοπρόσωπη αφήγηση), βλέπουμε διαφορετικά πράγματα κάθε φορά από τον κάθε χαρακτήρα – κάποιες φορές και την ίδια σκηνή από τις δυο της πλευρές – ενώ ταυτόχρονα μας δίνεται και η δυνατότητα να χαλαρώσουμε λίγο από την βασική πλοκή του έργου και να παρακολουθήσουμε μια πιο ήπια αλλά εξίσου σημαντική για το έργο σκηνή, προσδίδοντας έτσι και σε κάθε χαρακτήρα διαφορετικό προφίλ και ψυχισμό, εμπλουτίζοντας το βιβλίο και όχι βαραίνοντας το.

Και αυτοί χαρακτήρες ήταν πολύ πλούσιοι. Τρεις γυναίκες «ηρωίδες» μόνο και μόνο επειδή τυχαίνει να είναι αυτές οι αφηγήτριες, όλες τους άκρως προβληματικές και απρόβλεπτες. Οι περισσότεροι «ήρωες» στο σύγχρονο αστυνομικό – ή θρίλερ, αν προτιμάς – είναι σκοτεινοί και σχεδόν αντιπαθείς, κατά συνθήκη ήρωες του βιβλίου επειδή μπλέχθηκαν κάπου και κάπως πρέπει να σωθούν, μπας και βρουν την λύτρωση. Και, ενώ αυτή η μόδα δεν φαίνεται να ξεπερνιέται, ταυτόχρονα δεν φαίνεται και να ξεφτίζει ή να παύει να δουλεύει, και ας έχουμε ανάγκη από πιο «καλούς» ήρωες.

Αν όμως υπάρχει ένα σημαντικό πρόβλημα με το βιβλίο είναι η έλλειψη ισορροπίας μεταξύ των θηλυκών και των αρσενικών χαρακτήρων. Όχι επειδή είναι ανεπαρκείς οι πρώτοι, αντίθετα φτάνουν και περισσεύουν, όμως το βιβλίο σε πολλά σημεία μοιάζει μονοδιάστατο και πολλοί άνδρες αναγνώστες δεν θα βρουν κάποιον να ταυτιστούν, όπως μπόρεσαν στο «Κορίτσι που Εξαφανίστηκε» χάρη στον άνδρα συν-πρωταγωνιστή και αφηγητή. Επιπλέον αρνητικό χαρακτηριστικό αποτελούν και κάποιες ανατροπές στην ιστορία που εν τέλει δείχνουν προβλέψιμες και ελάχιστα εφευρετικές.

Παρ’ όλα αυτά τα ελαττώματα του, όμως, το «Κορίτσι του Τραίνου» είναι ένα αρκετά καλό θρίλερ και ταυτόχρονα ένα εξαιρετικό πρώτο δείγμα γραφής της συγγραφέως του, η οποία φαίνεται πως ήρθε για να μείνει. Δεν συγκρίνεται εύκολα με το «Κορίτσι που Εξαφανίστηκε» (που ήταν άλλωστε και το τρίτο βιβλίο της Τζίλιαν Φλυν), όμως είναι μια αξιόλογη πρόταση για όσους ψάχνουν ένα καλό ψυχολογικό θρίλερ , γεμάτο αγωνία και που δεν θα θέλουν να το αφήσουν στιγμή από τα χέρια τους.

Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός.

«Η εποχή των θαυμάτων» (αυτοβιογραφικά και άλλα)

Η εποχή της τζαζ, η χαμένη γενιά των Αμερικάνων λογοτεχνών, η δεκαετία του ’20. Μια δεκαετία που για πολλούς απαντούσε στη λέξη παράδεισος. Η γενιά των Ε.Ε.Κάμινγκς,  Ε. Χέμινγουεϊ, Β. Τόμσον και φυσικά του Σκοτ Φιτζέραλντ, κύριο εκπρόσωπο αυτής της γενιάς, που πρώτη η Γερτρούδη Στάιν αποκάλεσε « χαμένη γενιά». Ήταν αυτοί που έπεσαν στη παγίδα του χρόνου, αυτοί που έμειναν νέοι για μεγάλο διάστημα.

Ο προσωπικός μύθος του Φιτζέραλντ δομήθηκε, με τον από μικρή ηλικία αλκοολισμό του, τον ιδεαλισμό της εποχής του, το θάρρος και την απλότητα. Θαύμασε τον Χέμινγουεϊ, σε σημείο να τον θεωρεί «τη μόνη αυθεντική μεγαλοφυΐα της γενιάς του». Ο άμετρος αυτός θαυμασμός, πολλές φορές σε βάρος του δικού του ταλέντου, δε θα μπορούσε να μην έχει ψυχολογικά αίτια και την ανάλογη επίδραση στο έργο του.

b8437
Εκδόσεις Printa

Με το να εναποθέτει το ταλέντο μιας  γενιάς σε ένα άτομο, αυτόματα το στερούταν ο ίδιος, απάλλασσε τον εαυτό του από το ‘χρέος’ της δημιουργίας σπουδαίων έργων  (αυτά θα τα έκανε ο Έρνεστ) και έχοντας απωθήσει τις όποιες ενοχές, μπορούσε πλέον να στοχεύσει σε μια άλλη χρησιμοθηρική λογοτεχνία.

Όπως γράφει ο G. Westcott  «όχι μόνο έλεγε, αλλά νομίζω πραγματικά πίστευε πως ο Χέμινγουεϊ ήταν ασυναγώνιστος και πολύ σπουδαιότερος του. Από τη στιγμή που ο Χέμινγουεϊ άρχισε να δημοσιεύει, πολύ λίγη σημασία είχε ίσως, τι θα έγραφε ή τι θα παρέλειπε να γράψει ο ίδιος. Ένιωθε ελεύθερος να γράφει μόνο για τα χρήματα και να ζει για τη χαρά της ζωής, αν κάτι τέτοιο είναι δυνατόν»

Η αδυναμία να αναγνωρίσει το ταλέντο του σε καμία περίπτωση δε στερεί τη λογοτεχνική σημασία των μεγάλων του έργων. Μέχρι το θάνατό του στα σαράντα τέσσερα, δημοσίευσε τέσσερα μυθιστορήματα και πλήθος διηγημάτων. «Η εποχή των θαυμάτων», ένα βιβλίο με δύο μέρη. Το πρώτο αποτελείται από αυτοβιογραφικά κείμενα και το δεύτερο περιλαμβάνει πέντε εξαιρετικές νουβέλες.

Στα αυτοβιογραφικά κείμενα εγκλωβίζει φωτογραφικά, την εποχή της τζαζ, των δυνατών προβολέων και των φώτων που τρεμοπαίζουν στο σκοτάδι, την εποχή των ωραίων νέων προσώπων και αυτών που πιστεύουν  πως αυτή η γενιών των νέων, είναι μια ψευδής αντανάκλαση, τα  ¨κάποια¨ ιδανικά του όλο αντιθέσεις Αμερικάνικου ονείρου. «Ήταν μια εποχή θαυμάτων, μια εποχή τέχνης, ήταν μια εποχή υπερβολής, και ήταν μια εποχή σάτιρας». Μέχρι η τζαζ να εξασφαλίσει τη θέση που έχει σήμερα, σήμαινε πρώτα σεξ (είχε συνδεθεί με τη σεξουαλική απελευθέρωση), έπειτα χορό και τέλος μουσική, ταυτίστηκε με μια κατάσταση συνεχούς νευρικού ερεθισμού των μεγαλουπόλεων.

Ο πόλεμος σημάδεψε αυτή τη γενιά. Το 1917 ο Φιτζέραλντ κατατάχθηκε στον αμερικάνικο στρατό. Το απραγματοποίητο όνειρο του να βρεθεί στα χαρακώματα είναι διάχυτο στο έργο του. Έχει μια ρομαντική, ίσως ιδεαλιστική ιδέα του πολέμου και όπως τονίζει ο Westcott « πόλεμος δε σημαίνει μόνο να πεθαίνεις αλλά και να σκοτώνεις», μια λεπτομέρεια που μάλλον ο Φιτζέραλντ απωθούσε πεισματικά.

Τα αυτοβιογραφικά αυτά κείμενα, έχουν πολλές αναφορές λογοτεχνικών αριστουργημάτων της εποχής, Οδυσσέας 1921, Ο Σεΐχης 1922, Το πράσινο καπέλο 1924, Ο εραστής της Λαίδης Τσάττερλυ 1928. Μια σειρά μυθιστορημάτων που όπως φαίνεται «αποκατέστησαν την αξιοπρέπεια του αντρικού φύλου, σε αντίθεση με τον Αμερικάνικο υπερ-άντρα». Ο οποίος για τη Στάιν «Δεν είναι μια αρκετά μεγάλη παραγγελία ώστε να χωρέσει τις διαστάσεις όλων των σημασιών που είχε η λέξη ‘άντρας’ στο παρελθόν; Ακούς εκεί, ‘υπερ-άντρας’!»

Όταν ο Φρόυντ και ο Γιούνγκ αντίκρισαν το λιμάνι της Αμερικής είπαν «που να ήξεραν ότι τους φέρνουμε την πανούκλα». Πράγματι η ψυχανάλυση  επηρέασε άμεσα τον μέσο Αμερικάνο, σε διαστάσεις πανούκλας! «Τα αζήτητα κορίτσια.., διάβαζαν Φρόυντ και ο Γιούνγκ  αναζητώντας τη διανοητική τους ανταμοιβή και επέστρεφαν κλαίγοντας στην καθημερινή φθορά».

Η βία ήταν μια καθημερινή κατάσταση, άνθιζε μαζί με την οικονομία, ήταν ένα τόσο ‘καλό’ δείγμα της αστικής πραγματικότητας. Η μοναξιά και η απόγνωση συνόδευαν την κρίση ταυτότητας που είχε πάρει μαζικές διαστάσεις, «άρχισα να ουρλιάζω γιατί είχα κάθε τι που ήθελα και ήξερα πως δε θα είμαι ποτέ πια τόσο ευτυχισμένος».

Σταδιακά άρχισαν να αφήνουν στην άκρη το ρόλο του παρατηρητή, υιοθετούσαν μια παθητική τάση εκείνου που τον παρατηρούν, με πρόσχημα τη διατήρηση μιας ήδη χαμένης αθωότητας. Επικρατούσε μια γενική νεύρωση που οδηγούσε σταθερά στην  υστερία. Η εποχή της τζαζ είχε την ‘τύχη’  να αποδομήσει τα σταθερά σημεία της γενιάς του ’20. Σύμβολα μεταβάλλονταν σε αναμνήσεις και κοινοτοπίες.

Αυτοβιογραφούμενος  ο Φιτζέραλντ τολμάει να (ανα)βαπτιστεί ‘Σπατάλη’. Εύκολα συνδέουμε αυτή την (ανα)γέννηση με τη Νιτσεϊκή σπατάλη λόγου των καλλιτεχνών. Τη μοναδική σπατάλη της γλώσσας. Ήταν πράγματι μια γενιά που δοκίμαζε τα όρια της γλώσσας, τα έσπαγε και δημιουργούσε κάτι ποιοτικά νέο.

Ο Φιτζέραλντ μέσα σε μια νύχτα, τη στιγμή της δημοσίευσης του πρώτου του μυθιστορήματος, έγινε από ερασιτέχνης, συγγραφέας. Έζησε την πραγμάτωση του ονείρου, με ότι αυτό συνεπάγεται.

Ένα από τα κείμενα είναι το «The crack-up». Με αυτό ολοκληρώνει το τρίτο στάδιο του προσωπικού του ραγίσματος. Το πρώτο ήταν με το «Ο Μεγάλος Γκάτσμπυ» και το επόμενο με το «Τρυφερή είναι η νύχτα». Το ράγισμα ολοκληρώνεται σωρευτικά από πλήθος αιτιών. Χρόνια υπερ-κόπωση, οικονομικά προβλήματα, εμπορική αποτυχία, αλκοολισμός, η ψυχική ασθένεια της γυναίκας του. Γραμμένο σε εξομολογητικό τόνο το κείμενο προσέλκυσε πάλι το αναγνωστικό ενδιαφέρον, αμφισβητώντας το βάθος του ραγίσματος. Όπως λέει ο ίδιος «το ράγισμα είναι για αυτούς που στα σαράντα τους διαπιστώνουν ότι το καπέλο του ταχυδακτυλουργού ήταν άδειο».

Λένε πως ο Φιτζέραλντ ήταν ο Γκάτσμπυ, καταχρηστικά μπορούμε να πούμε πως «το ράγισμα» είναι η γενιά του ΄20, η εποχή της τζαζ. Με ύφος εύκολο, εξομολογητικό, σε προσωπικό τόνο πολλές φορές (χρήση α΄ ενικού), γοητευτική έκφραση χωρίς περιττές φιοριτούρες κατάφερε να αποδώσει τις αντιφάσεις των ‘πραγματικοτήτων’ της εποχής του.

«Τα δάκρυα του Θεού»… και της λογοτεχνίας

Χωρίς να θέλω να δικαιολογήσω την πράξη μου , θα πω πως όλοι σε κάποιο σημείο της ζωής μας κάναμε κάποιο φρικτό λάθος. Το δικό μου ήταν να διαβάσω το βιβλίο της Χρυσηίδας Δημουλίδου με όνομα «Τα δάκρυα του Θεού». Να σημειώσω ότι το συγκεκριμένο βιβλίο έχει πάρει σχετικά καλύτερες κριτικές από τα υπόλοιπα της ίδιας συγγραφέως.

Η ιστορία ξεκινάει το 1950 και βλέπουμε την ζωή μιας κοπέλας που αναγκάζεται, από τον άντρα που είναι ερωτευμένη, να ασκήσει το αρχαιότερο επάγγελμα στην Τρούμπα. Η ζωή της παίρνει την κάτω βόλτα, αλλά καταφέρνει να βρει μια ισορροπία, ταυτόχρονα κάνει και ένα παιδί, γιατί δεν γινόταν να υπάρχει κάποια πρωτοτυπία στην πλοκή και ακολουθούμε αυτήν την κοπέλα μέχρι τα γεράματα και τον θάνατο.

Η ιστορία, αν και χιλιογραμμένη, θα μπορούσε να είχε βάθος και ποιότητα, αλλά δεν θα βρούμε κάτι τέτοιο όσο προσεκτικά και αν κοιτάξουμε. Οι χαρακτήρες είναι επιφανειακοί, με ένα και μοναδικό επίπεδο, οι διάλογοι είναι απλοϊκοί, χωρίς την παραμικρή δόση προσπάθειας από την συγγραφέα και η πλοκή είναι άκρως προβλεπόμενη. Με άλλα λόγια βρίσκω αυτό το βιβλίο μονότονο και «στεγνό» από κάθε συγγραφική αρετή.

Όταν τελείωσα αυτό το βιβλίο έκανα μια μικρή έρευνα για την συγγραφέα και ανακάλυψα κάποια ενδιαφέροντα πράγματα που είχε πει κατά καιρούς. Δεν θα αναφερθώ στα ποικίλη θέματα με τα οποία τραβάει τα φώτα της δημοσιότητας, όπως τα δανικά βιβλία, αλλά σε κάποια σχόλια της πάνω στην συγγραφή.

Η ίδια λέει «Ουφ!!! αρκετά δουλέψαμε και σήμερα. Άλλες 22 σελίδες. Προχωράμε μια χαρά. Μου βγαίνει πολύ ερωτικός ο ΕΠΙΒΗΤΟΡΑΣ…» Ίσως αυτές οι προτάσεις να είναι πιο ενδιαφέρουσες από όλα τα βιβλία της, επειδή ο αριθμός σελίδων που λέει ότι έγραψε, για εμένα τουλάχιστον, είναι εξωφρενικός. Τα συμπεράσματα δικά σας…

«Σκέψου έναν αριθμό»: Η επιλογή σου, η ζωή σου, ο θάνατός σου

Από τον συγγραφέα John Verdon, που έγινε γνωστός εν μια νυκτί, έχουμε το αστυνομικό μυθιστόρημα «Σκέψου έναν αριθμό», το όποιο εκδόθηκε πρώτη φορά το 2010 και γνώρισε μεγάλη εισπρακτική επιτυχία. Ήταν το πρώτο του βιβλίο που δημοσιεύτηκε και όπως είπε και ο ίδιος, τον ώθησε η γυναίκα του να το γράψει.

Η ιστορία ξεκινά όταν ο Μαρκ, ένας παλιός συμμαθητής του αστυνομικού Dave Gurney επιθυμεί να τον συναντήσει ύστερα από χρόνια . Όταν έρχονται πρόσωπο με πρόσωπο, του δείχνει ένα περίεργο γράμμα από έναν άγνωστο αποστολέα. Ο άγνωστος Χ στο σημείωμα λέει ότι είδε τυχαία τον Μαρκ ύστερα από χρόνια και πως του ξύπνησε αναμνήσεις. Υποστηρίζει ότι τον ξέρει καλύτερα από τον καθένα και με σκοπό να του το αποδείξει, προτείνει να σκεφτεί έναν αριθμό ανάμεσα στο 1 και στο 1000.

Αυτό που τον τρομοκρατούσε ήταν ότι όταν άνοιξε τον μικρότερο φάκελο, που ήταν μαζί με το σημείωμα, είδε γραμμένο τον αριθμό που σκέφτηκε. Ύστερα από αυτό το γράμμα ακολούθησαν και άλλα με μικρά ποιήματα και αόριστους γρίφους, τα οποία έδειχναν την επιθετικότητα του αποστολέα προς τον Μαρκ, λόγω του αλκοολισμού του. Ο φόβος του αποδεικνύεται απόλυτα δικαιολογημένος, όταν βρίσκετε τελικά νεκρός. Ο φόνος του όμως δεν είναι ο μόνος που διαπράττει ο άγνωστος Χ, καθώς και άλλα θύματα εμφανίζονται, τα οποία έχουν συνδετικό κρίκο το μυστηριώδες γράμμα.

Οι έξυπνοι τρόποι των εγκλημάτων, τα ευφάνταστα στιχάκια και η πρωτότυπη ιστορία του, σίγουρα είναι αξία προσοχής, όπως και η δομημένη πλοκή του . Αντιθέτως, οι απλοί χαρακτήρες, οι μεγάλοι διάλογοι και οι εκτενείς και κουραστικές επεξηγήσεις, που επαναλαμβάνονται ανά τακτά διαστήματα, είναι από τα αδύναμα σημεία του βιβλίου.

«Ζαν Σαντέιγ»

Σε μια κατάσταση νωθρότητας που αγγίζει την απογοήτευση, ο Ζαν στην κοιλάδα ενός βουνού θυμάται τη θάλασσα. Η θάλασσα τον πάει σε μια άλλη εποχή, όπου μπορεί να χάνει χρόνο ονειροπολώντας. Παίρνει τον δρόμο του γυρισμού. Τώρα φαντάζει διαφορετικός. Αυτά που τον έπνιγαν πλέον δεν υπάρχουν, η μνήμη της θάλασσας ξέπλυνε το βάρος από τους ώμους του. Σχεδόν ανυπομονεί να γυρίσει. Περνάει από τις αφηρημένες ονειροπολήσεις μιας “άλλης πραγματικότητας”, στις  υλικές απολαύσεις των ονειροπολήσεων αυτών. Βρίσκεται σε έναν χωρίς τέλος διάλογο με τη μνήμη, πατώντας απαλά πάνω της, μπορεί να βιώσει τις απολαύσεις της “πραγματικότητας”.

Με την παραμικρή βία μπορούν όλα να διαλυθούν, μια παρατήρηση της μητέρας του, ή μια φωνή του πατέρα του, εύκολα τον ρίχνουν στην πεζότητα της πραγματικότητας.  Στην πρώτη αυτή ανάμνηση τονίζεται η τομή διάκρισης ανάμεσα στους ανθρώπους και τα πράματα. Οι άνθρωποι λειτουργούν αυτιστικά . Επικοινωνούν ο ένας στον άλλον ό,τι πιο βαρετό και κοινό έχουν. Ο άνθρωπος ανήκει στο πεπερασμένο. Πράγματα υπήρχαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν, πριν και μετά από αυτόν, αυτά κρατούν κάτι από εμάς . Με βάση αυτή τη διάκριση θα κατανοήσουμε γιατί τα πράγματα και όχι οι άνθρωποι λειτουργούν ως εφαλτήρια της μνήμης.

Απροσδιόριστα στο χρόνο ο Ζαν βρίσκεται στη θάλασσα του Βορρά, ταξιδεύοντας φτάνει στις ακτές της Βαλτικής. Βλέπει τη θάλασσα να ανεβαίνει στην άμμο «με πολύ μικρά μαργαριταρένια κύματα». Μια άγνωστη θάλασσα, ένα άγνωστο μέρος. Τα κύματα όμως του ήταν γνωστά. Ήταν τα ίδια αυτά κύματα που του ήταν τόσο οικεία, τα κύματα της Μάγχης. Τα ίδια κύματα θα μπορούσαν να αφρίζουν και να σκάνε πάνω σε οποιονδήποτε βράχο ή ακροθαλασσιά. Και θα ήταν πάλι τα ίδια κύματα, κουβαλώντας πάνω τους σαν στολίδι την ίδια ανάμνηση. Αυτήν η ανάμνηση που θα διατηρηθεί και μετά τον Ζαν.

Ο μοναδικός δρόμος προς την “αλήθεια”, είναι αυτός της φαντασίας. Ο παραμυθένιος κόσμος των αναμνήσεων, αγγίζει την τάξη του “πραγματικού”. Όταν ο Μπόρχες γράφει «Δεν υπάρχουν παράδεισοι, άλλοι από τους χαμένους παραδείσους.», εύκολα αναγνωρίζουμε τα λόγια του Προυστ. Αναγάγει τον “παράδεισο” σε έναν χαμένο χρόνο, με τον οποίο επικοινωνούμε μέσω της μνήμης και της φαντασίας.

Στο τρίτο κείμενο ο Ζαν βρίσκεται στη λίμνη της Γενεύης. Ανάμεσα σε αυτόν που την αντικρίζει σήμερα και αυτόν που την έβλεπε τότε, υπάρχει κάτι άλλο, μέσα σε αυτό το χώρο πλανάται η φαντασία. Η λίμνη πλέον χάνει την υπόσταση της ως τέτοια. Τώρα είναι η εικόνα «μιας ζωής βιωμένης καιρό τώρα». Προσωποποιεί και νοηματοδοτεί τη φαντασία την τοποθετεί «γύρω από ένα παρελθόν, όταν αυτό βρίσκεται εγκλωβισμένο σε ένα παρόν». Θέλει να αφήσει τη μνήμη να ανασύρει εικόνες από το ασυνείδητο και συνειρμικά να (ανα)κατασκευάσει το παρελθόν.

Ο Ζαν «χρειαζόταν την ανάμνηση, όχι ακριβώς την ανάμνηση αλλά τη μετάλλαξη της ανάμνησης σε μια άμεσα αισθητή πραγματικότητα». Μέσω αυτής δίνεται η αίσθηση πως αυτό που κάποτε είχε βιωθεί ζει ακόμα και συνεχίζει παράδοξα να υπάρχει. Παρελθόν και παρόν βρίσκονται σε μια συνεχή διάδραση, που δημιουργεί κάτι ποιοτικά νέο, έξω από τον χρόνο, ένα “νόημα” βουτηγμένο  στη φαντασία.

«Αλλά αυτές οι στιγμές μιας χαμένης εκ των προτέρων ευτυχίας γίνονται όλο και πιο σύντομες, όλο και πιο σπάνιες». Στο τέταρτο κείμενο αντιμετωπίζεται η φθορά του έρωτα. Η μουσική φράση της σονάτας του Σαιν-Σανς παίζει ξανά και ξανά τα χρόνια του έρωτα του Ζαν. Δέκα χρόνια μετά το τέλος του έρωτά του, ο Ζαν θα ακούσει την ίδια μουσική φράση. Η φράση διήρκεσε περισσότερο. Είχε ακούσει, είχε κρατήσει σιωπές και εξάρσεις. Τον μετέφερε πίσω. Δεν του θύμισε τη Φρανσουάζ, αλλά όλα τα μέρη στα οποία του είχε παίξει αυτή τη μουσική φράση. Μέσα σε όλα αυτά δε βρήκε πουθενά την επιθυμία να αγαπήσει ξανά.

Αυτά ήταν τέσσερα κείμενα του Ζαν Σαντέιγ, καλύτερα τέσσερεις αναμνήσεις του Ζαν Σαντέιγ. Ο Μαρσέλ Προυστ βυθίζει τον αφηγητή του στη σύγχυση των αναμνήσεων, εμφανίζει φευγαλέες σκέψεις, αληθινές απολαύσεις και προσπαθεί να κατανοήσει τη ζωή. Αν πούμε πως η πρώτη εμπειρία της ζωής είναι αυτή κατά τον Ηράκλειτο που προσπαθούμε να την αδράξουμε και να τη ζήσουμε, τότε η δεύτερη είναι αυτή που μας επιβάλει να την (ξανα)ζήσουμε μέσω της φαντασίας και της τέχνης. Έτσι δημιουργείται προσωπική και διαχρονική χροιά της ζωής.

Ο Προυστ ασχολήθηκε με το «Ζαν Σαντέιγ» από το 1895 μέχρι το 1900, από αυτό άντλησε και βασικές ιδέες, τοπία, καταστάσεις, ακόμα και ολόκληρη ανάπτυξη θεμάτων που βρίσκουμε στο «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο», ένα βιβλίο που έχει χαρακτηριστεί ως ένα από τα σημαντικότερα του 20ου αιώνα. Όπως λέει και η Λητώ Ιωακειμίδου «ενώ η συμβατική μνήμη κατά τον Προύστ , αγνοεί τις αισθήσεις, εδώ ένα οπτικό ερέθισμα, φέρνει στο φώς έναν ολόκληρο κόσμο, γιατί τον εμπεριέχει ήδη». Όπως τα σύγχρονα μυθιστορήματα έτσι και αυτό πραγματεύεται το χρόνο. Όχι το χρόνο που βρίσκουμε στις παλιές επιστήμες, τον κυκλικό αντιστρέψιμο χρόνο, αλλά το χρόνο κατά τον Μπερξόν βασιζόμενο στη μη αντιστρεψιμότητα, ένα χρόνο ποιοτικά νέο.

Το ύφος που βρίσκουμε στο «Ζαν Σαντέιγ» είναι αντιπροσωπευτικό του συγγραφέα και συμβάλει στην ολοκλήρωση του συγγραφικού του στόχου. Οι άκρως ποιητικές περιγραφές μεταφέρουν τον αναγνώστη στις εικόνες της μνήμης και σε όλους τους τόπους του Ζαν Σαντέιγ.

«Η μικρή Μπιζού»

Ένας αφηγητής που αφηγείται τις μνήμες μιας αφηγήτριας που θυμάται, μπλεγμένος χωροχρόνος, με απρόοπτες αλλαγές που σε μεταφέρουν από τη μνήμη στο παρόν και από το παρόν σε ένα κατασκευασμένο παρελθόν. Με φόντο το ημίφως του Παρισιού, τις αποβάθρες των τρένων, τα καφέ και τους τηλεφωνικούς θαλάμους, ο Πατρίκ Μοντιανό σκηνογραφεί ένα άψογο μυθιστόρημα.

Ο χρόνος της αφήγησης παραμένει πάντα άγνωστος, ποτέ δε δηλώνεται ξεκάθαρα, αφήνει ίχνη που επιτρέπουν στον αναγνώστη να τον ψηλαφίσει. Ο δεύτερος χρόνος, αυτός της δράσης, ο χρόνος που η μικρή Μπιζού συναντάει πρόσωπα και αναδομεί το παρελθόν. Έπειτα ο χρόνος της μνήμης, τότε που η Τερέζα έγινε η μικρή Μπιζού, η εποχή του κατεχόμενου Παρισιού.

Ένας συνεχής κύκλος, επαναλαμβάνει την ιστορία της μικρής Μπιζού (μέσα από το κοριτσάκι που ζει στο Δάσος της Βουλώνης). Θυμάται και (ανα)κατασκευάζει το δικό της παρελθόν. Κάνει μια επιστροφή στο παρελθόν περιφρονώντας τη διαδικασία επούλωσης τραυμάτων, τις περισσότερες φορές απλώς ανακαλύπτει καινούρια, βρίσκει έναν τρόπο εντοπισμών τους.

Είναι ακόμα το παιδί που περιμένει έξω από μια πόρτα, κλαίει απαρηγόρητο για κάτι που ξέχασαν να του εξηγήσουν, για το “γιατί” που δεν άκουσε ποτέ. Ένα παιδί που ακολουθεί μια γυναίκα με ένα κίτρινο φόρεμα, τη γυναίκα που του θυμίζει τη μητέρα του. Πλάθει τη στιγμή της συνάντησης, δημιουργεί τους διαλόγους και αφηγείται το παρελθόν.

Τη βλέπει πίσω από το τζάμι του τηλεφωνικού θαλάμου, φαντάζεται την φωνή της, ο ήχος ποτέ δε φτάνει στ’ αφτιά της, κυριαρχεί η σιωπή. Η ομιλία χάνεται στο ακουστικό του τηλεφώνου, παραμορφώνεται από το μέσο αλλά σε αυτή φτάνει μόνο η σιωπή μπροστά από το τζάμι.

Πίσω από τις αλλαγές του χρόνου, η ιστορία ακολουθεί έναν σταθερό κύκλο που βυθίζει τον αναγνώστη σε μια κατάσταση συνεχούς ανησυχίας, έναν φόβο για το φόβο, είναι ένας noir εφιάλτης, όπου το μόνο θύμα είναι αυτό που η μικρή Μπιζού προσπαθεί να κάνει στη μικρή Μπιζού.

Λίγο πριν κλείσει ο κύκλος -σπάει- ο χρόνος διαλύεται, παράγει. Κλίνει με την (ανα)γέννηση. Τοποθετεί την Τερέζα στην αρχή μιας τελείως διαφορετικής πορείας ενός ποιοτικά νέου χρόνου, ανεξάρτητο του προηγούμενου.

Η μνημοτεχνική είναι κύριο χαρακτηριστικό της γραφής του Μοντιανό. Η νοσταλγία στα βιβλία του εμφανίζεται ως μορφή μελαγχολίας. Η ατμόσφαιρα του κειμένου του είναι σχεδόν μεθυστική και η γραφή του σε πολλά σημεία ξεπερνάει τα όρια του πεζού λόγου και συνθέτει ποιητικές εικόνες.

Στο τέλος του βιβλίου υποπτεύομαι πως ο αναγνώστης θα έχει μια ικανοποιητική εξήγηση γιατί η Σουηδική ακαδημία επέλεξε να τιμήσει το 2014 τον Πατρίκ Μοντιανό με το βραβείο Νόμπελ. Ο εβδομηντάχρονος συγγραφέας μέχρι τότε παρέμενε άγνωστος στο αγγλόφωνο κοινό. Δεν έπαυε όμως να έχει πιστούς αναγνώστες και να θεωρείται δίκαια ένας από τους σημαντικότερους Γάλλους συγγραφείς. Είναι ένας δραστήριος συγγραφέας, το πρώτο του έργο το ολοκλήρωσε στα 23 και μέχρι σήμερα έχει γράψει 30 βιβλία εκ των οποίων τα 10 έχουν μεταφραστεί στα Ελληνικά.

«Δαιμονισμένη Ταξιαρχία» : Ο φόνος δεν ήταν ποτέ ξανά τόσο εύκολος

Είχατε ποτέ κάποιο όνειρο, το οποίο σαν έμοιαζε εκείνη την στιγμή τρομακτικά αληθινό; Αυτό συμβαίνει και στον αστυνόμο Decker, ο οποίος ξυπνάει τα βράδια φέροντας τις πληγές από τους εφιάλτες του. Ταυτόχρονα η νεκρή κοπέλα του αρχίζει να τον επισκέπτεται, άλλες φορές κάνοντας αισθητή την παρουσία της και άλλοτε όχι. Η πραγματικότητά του αρχίζει να κλονίζεται, καθώς και ο ίδιος απορεί αν χάνει τα λογικά του.

Συμπωματικά (ή όχι) εκείνο τον καιρό είναι στην μέση μιας πολύ περίεργης υπόθεσης ανθρωποκτονίας. Μια κοπέλα έχει δολοφονηθεί μέσα στο σπίτι της, με τον μόνο ύποπτο τον άνδρα της, ο οποίος ήταν μαζί της την στιγμή του θανάτου της και ισχυρίζεται, ότι ο υπαίτιος είναι ένας αόρατος εχθρός. Ένα κορίτσι με σύνδρομο Down είναι το μόνο άτομο, το οποίο βλέπει τον υποτιθέμενο δράστη, αλλά κανείς δεν την πιστεύει. Το δεύτερο θύμα της αόρατης δύναμης δεν αργεί να φανεί και πολύ σύντομα ακολουθεί και το τρίτο.

Αιματηρές σκηνές φρίκης, αινιγματικά σημειώματα στους τοίχους, ανεξήγητα περιστατικά και σκηνές πολέμου από μια άλλη εποχή συνοδεύουν μια άριστη πλοκή, ρεαλιστικούς διαλόγους και ολοκληρωμένους χαρακτήρες. Είναι ένα ευκολοδιάβαστο κείμενο με συνεχή ροή και επιτυγχάνει τον σκοπό του, ο οποίος είναι να μας ανατριχιάσει.

Ο τίτλος του βιβλίου είναι «Δαιμονισμένη Ταξιαρχία» («The Devil in Gray») και εκδόθηκε πρώτη φορά το 2004. Ο συγγραφέας δεν είναι άλλος από τον Graham Masterton, ο οποίος είναι από τους κορυφαίους στην λογοτεχνία τρόμου. Καταφέρνει άλλη μια φορά να μας κεντρίσει την προσοχή και να μας εξάψει το ενδιαφέρον, έτσι ώστε να συνεχίζουμε την ανάγνωση μέχρι να φτάσουμε στο τέλος του μυστηρίου.

«Κήποι από φως»: Η ζωή του Μάνη

«Τούτο το βιβλίο είναι αφιερωμένο στο Μάνη. Τη ζωή του θέλησε ν’ αφηγηθεί ή ό,τι  μπορεί κανείς να μαντέψει ακόμα από τη ζωή του, ύστερα από τόσους αιώνες ψεύδους και λησμονιάς». Αυτά είναι τα λόγια του ίδιου του συγγραφέα στο τέλος του βιβλίου του. Ο Αμίν Μααλούφ προσπαθεί με την πένα του, να ξεδιαλύνει αιώνες μύθων και ψεμάτων και να μας παρουσιάσει τη ζωή του Μάνη.

Με ύφος σχεδόν παραμυθιού μας μεταφέρει στην Κτησιφώντα, σε ένα φοινικόδασος δίπλα στα νερά του Τίγρη, στη Δέβ. Γνωρίζουμε τον Αρταξέρξη, τον εγγονό του Ορμίσδα και το γιό του Σαπώρ, ο οποίος θα γίνει αυτοκράτορας μετά τον θάνατο του Αρταξέρξη και θα λάβει σημαντικό ρόλο στη εξέλιξη της ζωής του Μάνη.

Ο Μάνης γιός του Παττίγκ γόνος Παρθικής αριστοκρατίας θα μεγαλώσει δίπλα στον Τίγρη μαζί με τους Ασπροντυμένους. Ποτέ δε θα γίνει όμως ένας από αυτούς. Όταν θα φύγει, τον ακολουθεί ο πατέρας του και γίνετε ο πιο πιστός μαθητής του. Η ιστορία του Μάνη, του γιού της Βαβυλώνας, ενός ζωγράφου, ενός γιατρού, ενός προφήτη αρχίζει στα πρώτα βήματα της Χριστιανικής εποχής. Περίπου δύο αιώνες μετά το θάνατο του Ιησού.

Εκείνη την εποχή, λίγοι πίστευαν σε ένα μόνο είδωλο και στην Περσική αυτοκρατορία οι θρησκείες ήταν δεκάδες. Ο γιατρός της Βαβυλώνας δεν καταδίκασε καμία, δίδασκε στους ανθρώπους την ισότητα, την αγάπη για το ωραίο, τις τέχνες και τα γράμματα. Τόνιζε πως όποιος τον ακολουθήσει. μπορεί να συνεχίσει να πιστεύει στο Θεό του.

Ο Αμίν Μααλούφ στις σελίδες του βιβλίου του μας καθιστά εύκολα, κατανοητά, δύσκολα νοήματα και γεγονότα. Το έργο του μεταφρασμένο σε 37 γλώσσες φωτίζει εποχές παλιές και ξεχασμένες. Ο ίδιος έχει γράψει πολλά αξιόλογα βιβλία μεγάλο μέρος των οποίων έγινε αμέσως μπεστ-σέλλερ.

Μέσα στο βιβλίο «Κήποι από φως» γνωρίζουμε τον Μάνη και τον ΜανιχαΪσμό, τους διωγμούς, τη ζωή του και τέλος τα βασανιστήρια και το θάνατό του. Χωρίς να προσβάλει καμία θρησκεία, χωρίς να προτείνει κανένα Θεό οδηγήθηκε στο θάνατο, γιατί απλά το όραμα του ήταν ανθρωπιστικό και τολμηρό για τα δεδομένα της εποχής.

«Ο Ηλίθιος»: Ο απόλυτος καλός άνθρωπος της εποχής του

Πόσο εύκολο μας είναι να χαρακτηρίσουμε κάποιον “ηλίθιο”, απλά και μόνο επειδή δε σκέπτεται ή δε δρα όπως εμείς; Ακόμα χειρότερα επειδή δεν είναι όπως εμείς, νομίζουμε ότι θα έπρεπε; Στη μακρά διάρκεια της ιστορίας οι ιδιαίτεροι άνθρωποι έχουν αντιμετωπιστεί με διαφορετικό, σκληρό και άσχημο τρόπο.

Ένας τέτοιος άνθρωπος είναι και ο ήρωας του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι στον «Ο Ηλίθιος». Ο αγαθός πρίγκιπας Μίσκιν είναι πολύ έξυπνος με περίσσια ευαισθησία. Ο Μίσκιν ενσαρκώνει τον τέλεια καλό και δίκαιο άνθρωπο της εποχής του, ο οποίος παραμένει δίκαιος στην αδικία, δε θυμώνει με τους άλλους, συγχωρεί χωρίς δεύτερη σκέψη και αγαπά τους ανθρώπους, πόσο μάλλον τα παιδιά (ο ίδιος ομολογεί πως είναι ένα παιδί). Μια τέτοια προσωπικότητα για να παραμείνει έτσι μέσα στην διαφθορά και την αδικία δεν θα μπορούσε παρά να ήταν “ηλίθιος”.

Ο ήρωας μας επιστρέφει από την Ελβετία, όπου είχε πάει για να γιατρέψει την ασθένεια του (ήταν ηλίθιος). Βρίσκεται στη Ρωσία και σύντομα γνωρίζει το στρατηγό Ιβάν Φιοντόροβιτς και την οικογένεια του. Ερωτεύεται την Ναστάζια Φιλίποβνα, που μόνο αυτός διακρίνει την θλίψη στο βλέμμα της και την αγαπά, όπως θα αγαπούσε κανείς ένα μικρό παιδί.

Η ιστορία εξελίσσεται με τέτοιον τρόπο, που η Ναστάζια αφήνει τον πρίγκιπα και εκείνος συνειδητοποιεί τον έρωτα του για την Αγλαΐα Ιβάνοβα κόρη του στρατηγού. Όπως ομολογεί και ο ίδιος, αγαπά και τις δυο αυτές διαφορετικές γυναίκες, με διαφορετικό τρόπο βέβαια την κάθε μια.

«Ο Ηλίθιος» είναι ένα από τα πιο πολυδιαβασμένα βιβλία και μεταφρασμένο σε δεκάδες γλώσσες. Είναι διαχρονικό με πλούσια νοήματα, το περιεχόμενό του είναι κοινωνικό, πολιτικό και θρησκευτικό πολλές φορές δε λείπουν και οι αναφορές για πολλά από τα γεγονότα που σημάδεψαν την τότε Ρωσία. Ο Ντοστογιέφσκι ψυχογραφεί σε βάθος τους ήρωες του, ξεδιπλώνοντας όλες τις πτυχές του χαρακτήρα τους. Εύλογα διαπιστώνουμε, πως δεν τον είχε χαρακτηρίσει άδικα ο Νίτσε ως τον καλύτερο ψυχογράφο.

Το βιβλίο έχει πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία. Ο συγγραφέας, όπως και ο ήρωάς του, ήταν επιληπτικοί. Επίσης, ένα θέμα που πραγματεύεται το βιβλίο, είναι αυτά που νιώθει ο μελλοθάνατος, όταν ξέρει ότι θα πεθάνει και ο Ντοστογιέφσκι είχε καταδικαστεί σε θάνατο και τελευταία στιγμή έλαβε χάρη. Τέλος, όπως λέει και ο ίδιος στο βιβλίο του, προσπαθεί να ανακαλύψει αποχρώσεις με ενδιαφέρον και αποκαλυπτική δύναμη ακόμα και στα “συνηθισμένα” πρόσωπα του έργου του. Κάτι που όπως βλέπουμε το πετυχαίνει άριστα. Όλα αυτά τα γνωρίσματα καθιστούν τον «Ηλίθιο» ένα από τα καλύτερα έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

«Μια ημέρα του Ιβάν Ντενίσοβιτς»: Το Νόμπελ που τάραξε τα λιμνάζοντα ύδατα της Σοβιετικής Ένωσης

Πώς μπορούν να λείπουν από τις βιβλιοθήκες των αναγνωστών τα Νόμπελ; Ένα από αυτά είναι το «Μια ημέρα του Ιβάν Ντενίσοβιτς» του Αλεξάντερ Σολζενίτσιν, το οποίο τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ το 1970. Είναι το πρώτο βιβλίο του συγγραφέα, που με αυτό έγινε παγκόσμια γνωστός.

Πρόκειται για ένα ημιαυτοβιογραφικό μυθιστόρημα καθώς και ο συγγραφέας ήταν 8 χρόνια σε στρατόπεδο εργασίας. Εκδόθηκε με την άδεια του ίδιου του Χρουστσόφ, δεν εκτίμησε όμως σωστά τον κίνδυνο που εγκυμονούσε η έκδοσή του. Οι αναγνώστες έσπευσαν να το προμηθευτούν, γιατί κατάλαβαν, πως σε λίγο καιρό θα απαγορευόταν η κυκλοφορία του.

Μέσα από το βιβλίο έγιναν γνωστές οι συνθήκες που επικρατούσαν στα στρατόπεδα εργασίας, που δεν μπορούσαν να χαρακτηριστούν παρά ως απάνθρωπες. Επίσης, έτσι δόθηκε βήμα σε όλους τους νεκρούς των Σταλινικών στρατοπέδων. Ο Α. Σολζενίτσιν, παρόλο που είναι πολιτικός συγγραφέας τα έργα του δε χάνουν τη λογοτεχνική τους αξία. Πολλοί τον παρομοίασαν με τον Ντοστογιέφσκι, αλλά μάλλον είχε περισσότερα κοινά με τον Τολστόι. Εμπλούτισε τη Ρώσικη γλώσσα και ώθησε άψογα τη λογοτεχνία.

Στο βιβλίο καταγράφεται αναλυτικά μια από τις ημέρες που πέρασε ο Ιβάν Ντενίσοβιτς ή Σουκώβ μέσα σε ένα ειδικό στρατόπεδο εργασίας. Ο Σουκώβ στο στρατόπεδο όπου βρέθηκε με την κατηγορία της προδοσίας, προσπαθεί να διατηρήσει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, κερδίζοντας έτσι την εσωτερική του ελευθερία. Η απανθρωπιά που χαρακτήριζε το σύστημα είναι φανερή στο έργο. Για αυτό και όταν βγήκε στη δημοσιότητα έφερε αμηχανία στους κομμουνιστές ανά τον κόσμο.

Ο Α. Σολζενίτσιν αντιδρά απέναντι στην ανελευθερία και στην δικτατορία του Στάλιν που προφανώς καμία σχέση δεν είχε με αυτήν που προλεταριάτου, η πολιτική του σκέψη και άποψη χρωματίζουν ολόκληρο το ανάγνωσμα.

Πέρα του ότι το βιβλίο είναι ένα σπουδαίο έργο τέχνης και ρίχνει φως σε μια εποχή, για την οποία επικρατούσε μεγάλη παραφιλολογία και ακόμα μεγαλύτερη άγνοια, το βιβλίο μας εντυπωσιάζει και για άλλα, πολύ πιο απλά πράγματα, τα οποία γεννούν εύλογους προβληματισμούς.

Το πιο απλό πράγμα για εμάς, το οποίο θεωρούμε και δεδομένο είναι το φαγητό που μάλλον δεν το εκτιμούμε όσο θα έπρεπε. Ο Ιβάν Ντενίσοβιτς μέσα στο στρατόπεδο έμαθε την αξία που έχει ένα γεύμα και δεν κάνουμε λόγο βέβαια για γκουρμέ πιάτα ή απολαυστικές μερίδες, αλλά για νερόσουπες με λίγη βρώμη και 200 γρ. ψωμί. Η ώρα του φαγητού ήταν η μόνη στιγμή που ένιωθε χαρούμενος και ότι μπορούσε να αντέξει όχι τα δικά μας καθημερινά προβλήματα αλλά πράγματα που αν τα σκεφτούμε τώρα μας φαίνονται αφύσικα και αποτρόπαια. Τότε μόνο ένιωθε ελεύθερος περισσότερο από την εποχή που ήταν πραγματικά ελεύθερος!

10 τρόποι για να… χαλαρώσεις!

Ίσως έχεις πιεσμένο πρόγραμμα, ίσως είσαι δικαίως αγχωμένος με την όλη κατάσταση, ίσως νιώθεις τη ζέστη ασφυκτική και θες να ξεσκάσεις από τους γρήγορους ρυθμούς της πόλης, αλλά δεν μπορείς. Διάβασε τους παρακάτω τρόπους και επέλεξε αυτούς που σου ταιριάζουν για να χαλαρώσεις.

  1. Διάβασε ένα καλό βιβλίο

11720571_560341374106665_1531396786_n

Αν είσαι λάτρης του διαβάσματος – και σε καμία περίπτωση δεν εννοώ των σχολικών βιβλίων και συγγραμμάτων – τότε σίγουρα θα περάσεις ευχάριστα διαβάζοντας το βιβλίο που ήθελες πώς και πώς! Κλέψε λίγο χρόνο από το φορτωμένο πρόγραμμά σου και το άγχος που σου προκαλεί και απόλαυσε μερικές στιγμές ηρεμίας αγκαλιά με τον αγαπημένο σου βιβλίο.

  1. Γράψε

11721963_560341380773331_548125452_n

Αν, από την άλλη, είσαι τύπος που προτιμά το γράψιμο, τότε κάτσε και γράψε ό, τι σκέφτεσαι, ό, τι σε προβληματίζει ή ακόμη φτιάξε μια λίστα με πράγματα που θες να κάνεις στις διακοπές σου. Θα χαλαρώσεις αν σκεφτείς τις διακοπές αντί για τη βαριά καθημερινή ρουτίνα.

 

  1. Κάνε ένα χαλαρωτικό μπανάκι (με αιθέρια έλαια)

11720433_560341390773330_136661338_n

Μπες στη μπανιέρα, ρύθμισε το νερό στην κατάλληλη θερμοκρασία και μείνε στη μπανιέρα μέχρι το δέρμα σου να γίνει σαν σταφίδα! (Υ.Γ. μπορεί να συνδυαστεί άψογα με το νούμερο 4)

  1. Άκου χαλαρωτική μουσική

http://https://www.youtube.com/watch?v=BqVzw_pSXW0

Σου συνιστώ κάτι από Buddha Bar, Enigma ή Ινδιάνικη μουσική. Κλείσε τα μάτια και άκου τον ήχο τον κυμάτων, της φλογέρας ή ό, τι άλλο σε χαλαρώνει τέλος πάντων.

  1. Κάνε Yoga

11720003_560341354106667_282364292_n

Αν και θα είσαι διπλωμένος και τυλιγμένος κόμπο, μάλλον είναι ένας καλός τρόπος χαλάρωσης. Διαλογίσου λοιπόν!

  1. Φάε ένα μπολ παγωτό

11713399_560341377439998_942324599_n

Ε ναι! Αυτό είναι άκρως χαλαρωτικό ομολογουμένως. Αν αρχίσεις όμως να νιώθεις τύψεις μετά δεν θα είναι και τόσο καλό, οπότε να το φας χωρίς τύψεις!

  1. Ζωγράφισε

11714366_560341384106664_1331639617_n

Ή έστω γίνε δημιουργικός/η. Θα σε βοηθήσει πολύ να εκτονωθείς και να βγάλεις όλο το συσσωρευμένο άγχος που έχεις. Ακόμη κι αν δεν ξέρεις να ζωγραφίζεις και δεν μπορείς να τραβήξεις ούτε μια ευθεία γραμμή, δεν υπάρχει πρόβλημα. Απλά δοκίμασε συνδυασμούς χρωμάτων και ίσως εκπλαγείς από ένα νέο ταλέντο που θα ανακαλύψεις!

  1. Χόρεψε

11719922_560341367439999_1852001194_n

Με όποιο τραγούδι και ό, τι ρυθμό θέλεις. Άκου τη μουσική, κλείσε τα μάτια και άσε τον ρυθμό να σε παρασύρει!

  1. Πήγαινε μια βόλτα στη φύση

11721052_560341387439997_1117029424_o

Η φύση μπορεί πράγματι να σε χαλαρώσει και να σε ηρεμήσει. Μπορείς να κάνεις μια βόλτα σε κάποιο πάρκο ή στη θάλασσα και παρέα με αγαπημένα σου άτομα να απολαύσεις τον υπέροχο ήχο τον κυμάτων.

  1. Τίποτα

11717108_560341350773334_1453452948_n

Δεν εννοώ να μην κάνεις τίποτα για να χαλαρώσει. Εννοώ να μην κάνεις τίποτα προκειμένου να χαλαρώσεις. Και ακόμη καλύτερα, να μην κάνεις ό, τι σε αγχώνει. Πάρε τον χρόνο σου, χωρίς να νιώθεις ότι οι δείκτες του ρολογιού σε κυνηγάνε, και μην κάνεις τίποτα. Ξάπλα στον καναπέ, δες ταινίες, χάζεψε στον διαδίκτυο ή μην κάνεις τίποτα απολύτως και απόλαυσε το τίποτα!

«Σέρλοκ Χόλμς»: Ο εκκεντρικός θρύλος

Το 1887 εμφανίζεται στο περιοδικό ‘’The Strand’’ μια ιστορία με τίτλο «Σπουδή στο κόκκινο», η οποία παρουσίασε στον κόσμο τον Σέρλοκ Χόλμς, μέσα από τις αναμνήσεις του Τζον Γουάτσον. Οι ιδιότητες του ντεντέκτιβ και ο εκκεντρικός του χαρακτήρας κέντρισαν το ενδιαφέρον του αναγνωστικού κοινού της εποχής και ο Σερ Άρθουρ Κόναν Ντόυλ πήρε το μικρό ποσό των 25 λιρών.

Η μετέπειτα επιτυχία του ήρωα έκανε τον συγγραφέα να ασχοληθεί αποκλειστικά μαζί του, μα κάποια στιγμή τον σκότωσε. Φυσικά τον ανέστησε μετά από λίγα χρόνια, λόγω των αντιδράσεων του απαιτητικού κοινού του. Συνολικά υπάρχουν 4 μυθιστορήματα και 56 μικρές ιστορίες με τον Σέρλοκ Χόλμς.

Όταν διαβάζω τα βιβλία δεν μπορώ να μην σκέφτομαι κάποιον από τους ηθοποιούς που τον έχουν υποδυθεί. Σε άλλες σκηνές φαντάζομαι τον Jeremy Brett, σε άλλες τον Basil Rathbone, σε άλλες τον Jonny Lee Miller, πιο σπάνια τον Benedict Cumberbatch και πιο συχνά από όλους φαντάζομαι τον Robert Downey Jr. Δεν νομίζω πως κατάφερε κάποιος να συγκεντρώσει όλα τα στοιχεία του, μιας και είναι κάπως αντικρουόμενα το ένα με το άλλο.

11311762_10204537235175271_550097897_n

Ο Σέρλοκ Χόλμς είναι εξαιρετικός πυγμάχος και  ξιφομάχος, μπορεί να παλεύει με μαστίγιο, μπαστούνι και ραβδί, καθώς έχει και ένα περίστροφο. Ξέρει μία Αγγλική πολεμική τέχνη, η οποία κατάγεται από την Ιαπωνία, που τον είχε βοηθήσει να νικήσει τον Τζέιμς Μοριάρτυ. Σε ορισμένες καταστάσεις φαίνεται ξεκάθαρα πόσο πολύ φυσική δύναμη έχει. Όλα αυτά μας κάνουν να φανταζόμαστε κάποιον σωματώδη, αλλά η περιγραφή για το σώμα του δεν συμφωνεί με την λογική μας, καθώς είναι ψηλός, αδύνατος και με νευρώδη λεπτά δάχτυλα.

Οι συνήθειες του Σέρλοκ Χόλμς όπως το παίξιμο του βιολιού και το κάπνισμα έχουν χρησιμοποιηθεί συχνά στην οθόνη. Κάποιες άλλες, όπως η χρήση ναρκωτικών και η συνήθεια να τριγυρνά με την ρόμπα στο διαμέρισμά του φαίνονται σε πιο λίγα έργα. Το σήμα κατατεθέν του όμως , το κυνηγετικό καπέλο, του είχε αποδοθεί αδίκως, καθώς το είχε φορέσει μόνο σε μια ιστορία.

Η ανάγνωση των ιστοριών μπορεί να κάνει τον οποιοδήποτε να εθιστεί, καθώς διαβάζουμε περίπλοκες και ανεξήγητες υποθέσεις από μια μακρινή εποχή που αποτυπώνετε με κάθε λεπτομέρεια. Το τέλος κάθε ιστορίας πάντα με κάνει να σκεφτώ από την αρχή την υπόθεση και μετά να ξεκινήσω την επόμενη.

11349059_10204537234335250_1633714188_n

Η ώρα περνάει χωρίς να το καταλάβουμε όταν διαβάζουμε λέξεις από τον Κόναν Ντόιλ, ίσως επειδή έχει μια μοναδική ικανότητα να μας περνάει τα συναισθήματα των ηρώων χωρίς να πλατειάζει. Βλέπουμε επίσης, πως η ηθική της εποχής είναι πολύ διαφορετική από την δική μας, αλλά μπαίνουμε αμέσως στο κλίμα, δίχως να κουραστούμε.

Οι υποθέσεις του συχνά φαίνονται υπερβολικά αλλόκοτες και έξυπνες ακόμα και για την  σημερινή εποχή, που υπάρχουν τόσα αστυνομικά βιβλία και σειρές. Ο συγγραφέας σίγουρα ξέρει να υφαίνει το μυστήριο και να κρατά τους αναγνώστες καθηλωμένους όπως πολύ λίγοι. Ακόμα και αν είναι πολλές οι ιστορίες, δεν θα βρούμε κάτι ατελές και βεβιασμένο, αντιθέτως, όλα έχουν μεγάλη αναγνωστική αξία και διαβάζονται εύκολα πάνω από μια φορά.

«Στο δρόμο»: Όταν το ταξίδι παύει να έχει προορισμό

Ένα βιβλίο που περιγράφει μια γενιά συγγραφέων, μια γενιά ανθρώπων, την γενιά μιας καινούριας κουλτούρας. Για να γίνει κατανοητό το βιβλίο «Στο δρόμο» του Τζακ Κέρουακ , χρειάζεται πρώτα να γίνει κατανοητό το ιδεολογικό περιεχόμενο του βιβλίου και μερικά στοιχεία της προσωπικότητας του Κέρουακ, καθώς και της ομήγυρής  του. Ο Τζακ Κέρουακ είναι Αμερικάνος λογοτέχνης και ένας από τους κυριότερους εκπροσώπους της γενιάς μπιτ του 50΄.

Φοίτησε στο Κολούμπια αλλά δεν ολοκλήρωσε ποτέ τις σπουδές του, εκεί ήρθε σε επαφή με αρκετά από τα μέλη της μπιτ γενιάς. Ο Κέρουακ υπήρξε και αυτός, που έδωσε το όνομα σε αυτήν την ομάδα συγγραφέων, «για να περιγράψει τους φίλους του και γενικά τη γενιά του ως ψυχικά κουρασμένη με τη ζωή και τον κόσμο, έχοντας ένα αίσθημα «ήττας» (beatness), εισάγοντας ουσιαστικά πρώτη φορά τον όρο beat generation». Η φράση όμως έγινε γνωστή από τον Κλέλλον Χόλμς, όταν έγραψε για τους Νιού Γιόρκ Τάιμς .

Αυτή η γενιά όμως έχει και μια άλλη όψη, όπως εξήγησε ο ίδιος ο συγγραφέας «περιγράφοντας τη γενιά ως μπιτ προσπαθούσε να συλλάβει τη μυστική αγιότητα των κατατρεγμένων». Η εποχή έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση των συνειδήσεων αυτής της παρέας (Μπαρόουλ, Γκίνσμπεργκ, Κέρουακ κτλ), που κατάφερε να γίνει ολόκληρο λογοτεχνικό είδος. Ενηλικιώθηκαν κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου, έζησαν σε μια εποχή που το Αμερικάνικο όνειρο κυριαρχούσε, όλοι αγωνίζονταν για να αποκτήσουν αγαθά και περιττή πολυτέλεια.

Απέναντι σε όλα αυτά απαντούν με μια ζωή που φαντάζει μποέμικη, έναν εναλλακτικό τρόπο ζωής χωρίς τίποτα περιττό, έχοντας την φτώχεια ως επιλογή και την περιπλάνηση ως διέξοδο, ψάχνοντας έντονες στιγμές, αληθινές συγκινήσεις και δημιουργία. Ήθελαν να ζήσουν και να κατανοήσουν τον κόσμο, αναζητούσαν την ελευθερία καταδικάζοντας τις συμβάσεις και τα βολέματα.

11216044_756276841156925_1372608947_n

Επίσης ο όρος μπιτ συνδέεται και με το ρυθμό της τζαζ μουσικής, την οποία λάτρευε και ο Κέρουακ. Θεωρείται πως αυτή η γενιά άσκησε επιρροή στα κινήματα των χίπις και των πανκ που ακολούθησαν.

Ο Κέρουακ ταξίδεψε σχεδόν σε όλη την Αμερική και το Μεξικό είτε με οτοστόπ, είτε με τον Νηλ Κάσαντι για συνεπιβάτη. Το ταξίδι αυτό έγινε και η βάση για να γράψει το  μυθιστόρημα «Στο δρόμο». Στο ημερολόγιό του γράφει για το βιβλίο, « Έχω άλλο ένα μυθιστόρημα στο μυαλό μου και δε σταματώ να το σκέφτομαι: δύο τύποι κάνουν οτοστόπ για την Καλιφόρνια ψάχνοντας για κάτι που τελικά δε βρίσκουν και χάνουν τους εαυτούς τους στον δρόμο, ελπίζοντας για κάτι άλλο».

Χαρακτηριστικό του βιβλίου είναι ο τρόπος γραφής του. Γράφτηκε σε μόλις 3 βδομάδες. Ο Κέρουακ γράφει λες και θέλει να καταργήσει τη γραφή, υπερασπίζοντας ακόμα και με αυτόν τον τρόπο τις ενάντια στον καθωσπρεπισμό αντιλήψεις της γενιάς του. Έχει φτωχό λεξιλόγιο, ασύντακτο λόγο, απουσία στίξης, έναν μοναδικό αυθορμητισμό και υποκειμενισμό, «απόταξε την λογοτεχνική, γραμματική και συντακτική αναστολή, σύνθεσε άγρια, ανυπότακτα, αγνά, να έρχεται από χαμηλά, όσο πιο τρελά τόσο το καλύτερο».

Το βιβλίο έχει ζωντανές περιγραφές, έντονο ιδεολογικό περιεχόμενο και το χαρακτηρίζει μια έλλειψη σκοπού και αιτίας, στις σελίδες του βρίσκουμε από τις τελειότερες περιγραφές της τζαζ της αγγλόφωνης  λογοτεχνίας, όπως και μαγευτικές περιγραφές τοπίων. Ο Σαλ (Τζακ Κέρουακ) μαζί με τον Ντην Μόριαρτι (Νηλ Κάσαντι), βρίσκονται σε ένα συνεχές ταξίδι πρώτα στο Ντένβερ μετά στο Σαν Φρανσίσκο, πάνε στο Λος Άντζελες  και καταλήγουν στο Μεξικό, για να συνεχίσουν πάλι από εκεί τη συνεχή πορεία τους σε ολόκληρη την Αμερική.

Είναι δύο πρωταγωνιστές σε συνεχή κίνηση, που ζουν έντονα, δύο ήρωες που φλέγονται να βρεθούν στο δρόμο. Γιατί, «ελευθερία δε σημαίνει μόνο να φεύγεις, αλλά να μην θέλεις να ξέρεις που πηγαίνεις».

«Η Μάνα»: Όλες οι γυναίκες σε ένα πρόσωπο

‘’Μάνα’’ μια λέξη στην οποία αποτυπώνονται τόσες έννοιες. Έχει παρουσιαστεί ως θεά (η μητέρα γη), έχει γεννήσει και έχει μεγαλώσει παιδιά, φροντίζει και νοιάζεται για όλους και για όλα. Μέσα σε αυτή τη λέξη μετουσιώνονται οι γυναίκες ανά τον κόσμο. Για αυτό η Περλ Μπακ δε δίνει όνομα στη ‘’Μάνα’’, κάθε γυναίκα έτσι μπορεί να ταυτιστεί μαζί της.

«Η Μάνα» ένα από τα αριστουργήματα παγκόσμιας λογοτεχνίας, έχει γίνει σύμβολο μητρότητας. Η υπόθεση διαδραματίζεται στην Κίνα, ένα τόπο που η συγγραφέας γνώριζε καλά, καθώς εκεί είχε μεγαλώσει. Έτσι μας δίνει ρεαλιστικά  αποτυπωμένες και αληθινές εικόνες για την εποχή και τη ζωή των χωρικών της Κίνας του 20ου αιώνα.

Μας γνωστοποιεί με αυτό τον τρόπο τις αντιλήψεις που επικρατούσαν. Οι ζωντανοί της ήρωες, της χάρισαν μεγάλη εκδοτική επιτυχία. Η Μπακ καθιστά με ευκολία τους αναγνώστες συμπάσχοντες στους ήρωές της. Η ίδια δεν εκφράζει τη δική της άποψη για τα γεγονότα και αρκείται στο να τα παραθέτει.

Η ‘’Μάνα’’ της Περλ Μπακ είναι ικανοποιημένη με όσα έχει, τα οποία είναι ομολογουμένως λίγα, σχεδόν τα απαραίτητα. Ξυπνάει κάθε μέρα, χαρούμενη που θα ταΐσει τα ζώα, θα πάει στα χωράφια και θα φροντίσει την οικογένειά της, παίρνοντας χαρά από τη δουλειά και από τα παιδιά που γεννάει.

Οι Θεοί όμως, μάλλον ζήλεψαν την ευτυχία της και της στέρησαν τη μια χαρά μετά την άλλη. Ο άντρας της, τον οποίο λάτρευε θα την εγκαταλείψει, αφήνοντας την να τα βγάλει πέρα μόνη της με τρία παιδιά και τη μητέρα του. Η κόρη της θα τυφλωθεί και το μικρό της αγόρι θα το σκοτώσουν εξαιτίας της κουμμουνιστικής του δράσης.

Ακόμα και στο τέλος αυτή η γυναίκα εκτιμά τα δώρα της φύσης και βρίσκει παρηγοριά σε κάθε της δυσκολία. Πόσοι άνθρωποι έχουμε το μεγαλείο να αντλούμε χαρά από το τίποτα; Να μην ποθούμε ότι δεν έχουμε και να είμαστε ευτυχισμένοι για αυτά που έχουμε;

Αυτή η γυναίκα ξεσπά μετά από όσα πέρασε: «Μήπως οι λύπες δεν εξιλεώνουν; Ναι ήμουν γεμάτη θλίψη σε όλη μου τη ζωή, πάντα φτωχή με όλες μου τις λύπες. Όμως οι θεοί δεν ξέρουν από δικαιοσύνη». Ακόμα όμως και μετά από αυτά βρίσκει πάλι τη χαρά στη γέννηση του εγγονού της.

«Πως ο Γούντι Άλεν μπορεί να αλλάξει τη ζωή σου»: Ανάλυση μέσω του σινεμά

Όλοι λίγο πολύ έχουμε δει ταινίες του Γούντι Άλεν, μερικοί τον μισούν και τον ψέγουν για την προσωπική του ζωή, άλλοι τον λατρεύουν και θεωρούν την προσωπική ζωή, «προσωπική» υπόθεση του καθενός. Είναι από τους πιο δημιουργικούς Νεοϋορκέζους σκηνοθέτες-ηθοποιούς, μέχρι τώρα έχει κάνει 50 ταινίες, ενώ η 51η έχει ημερομηνία εξόδου τις αρχές Ιουλίου. Χαρακτηριστικά του Άλεν το καυστικό χιούμορ, οι έξυπνες ατάκες και οι νευρωτικοί χαρακτήρες.

Ο Έρικ Βαρτζμπέντ, διδάκτορας ψυχολογίας και ψυχοθεραπευτής αναλυτικής κατεύθυνσης, αποφάσισε να γράψει ένα βιβλίο, επηρεασμένος από τις ταινίες του σκηνοθέτη, «Πως ο Γούντι Άλεν μπορεί να αλλάξει τη ζωή σου». Το βιβλίο το χωρίζει σε δύο μέρη. Στο πρώτο μέρος παρουσιάζει πως ο Άλεν άλλαξε τη δική του ζωή, συγκεκριμένα πως βλέποντας την ταινία «Άλλη γυναίκα» επηρεάστηκε. Όπως λέει χαρακτηριστικά «επέδρασε πάνω μου σαν μεγεθυντικός καθρέφτης». Μετά συνεχίζει με άλλες ταινίες και τις συσχετίζει με τη ζωή.

Το δεύτερο μέρος προσεγγίζει το πως ο Γούντι Άλεν μπορεί να αλλάξει τις δικές μας ζωές. Φέρτε λοιπόν στο μυαλό σας ένα βιβλίο με συμβουλές για ευ ζην, τώρα σκίστε το και ρίξτε το προς άναμμα. Αυτό ακριβώς έχει κάνει και ο Έρικ Βαρτζμπέντ, με τον πιο ανορθόδοξο τρόπο και πάντα μέσα από αποσπάσματα συνεντεύξεων και σκηνών του Άλεν μας λέει «πως να μην γίνουμε αυτό που είμαστε», «πως να καταστρέψουμε την ερωτική μας ζωή», «πως να ευημερήσουμε χάρη στο έγκλημα» και πολλές άλλες μη αναμενόμενες συμβουλές.

Το βιβλίο είναι μια προσέγγιση του έργου του Νεοϋορκέζου σκηνοθέτη μέσα από την ψυχανάλυση, δε θα μπορούσαν να λείπουν βέβαια το χιούμορ και η ειρωνεία. Ένα βιβλίο κόντρα σε όλα τα βιβλία αυτοβοήθειας, μπορεί να προσφέρει πραγματική βοήθεια; Ένα άλλο δύσκολο έργο του συγγραφέα είναι, ότι εντόπισε και ανάλυσε τα ψυχικά συμπλέγματα των ηρώων του Άλεν, φέρνοντας έτσι στην επιφάνεια στο πρόσωπο του κάθε ήρωα λίγο από εσένα, το γείτονα σου ή το φίλο σου.

Κύριο πρόβλημα που θίγει συχνά ο Γούντι Άλεν με τις ταινίες του, είναι η αστική νεύρωση. Περιγράφει ακριβώς τους ανθρώπους των πόλεων και τα σύγχρονα προβλήματα τους. Στις ταινίες του εμφανίζονται συχνά αναλυτές, παρουσιάζοντας έτσι την άποψη τους για την ψυχανάλυση και τους αναλυτές. Το σινεμά έχει χαρακτηριστεί ως το ντιβάνι του λαού, κάθε ταινία του Άλεν λοιπόν, μπορεί να μετρηθεί και ως μια μικρή ή και μεγάλη συνεδρία με έναν καλό αναλυτή.

Δεν ξέρω αν ένα τέτοιο βιβλίο μπορεί να σου αλλάξει όντως τη ζωή, σου προσφέρει όμως μια διαφορετική οπτική των πραγμάτων. Ανάμεσα στην κωμωδία και την τραγωδία που, όπως λέει ο Άλεν, είναι η ζωή, σε κάνει να προσπαθείς για την κωμωδία. Αυτός ο τόσο απαισιόδοξος σκηνοθέτης σε γεμίζει θετικά μηνύματα και εναλλακτικούς τρόπους αντιμετώπισης των προβλημάτων.

Υ.Γ. «Δεν μπορείς να αλλάξεις το παρελθόν, αλλά μπορείς να καταστρέψεις το παρόν με το να στεναχωριέσαι για το μέλλον.» Γούντι Άλεν