«Captain America: Civil War» – Η Μεγάλη Μάχη

Φέτος είναι η χρονιά που οι μεγαλύτεροι υπερήρωες απ’ όλους έρχονται ο ένας αντιμέτωπος με τον άλλο, όμως αυτή την φορά δεν κονταροχτυπιούνται μόνο στα ταμία. Ο Batman και ο Superman παίξανε το –μέτριο– ξύλο τους στο «Batman V.Superman: Dawn of Justice», ενώ τηλεοπτικά ο Daredevil και ο Punisher λύσανε –επιτυχώς– τις διαφωνίες τους στο «Daredevil» του Netflix. Τώρα όμως είναι η σειρά ενός άλλου event μάχης μεταξύ των αγαπημένων σας ηρώων, του Captain America και του Iron Man στο «Captain America: Civil War».

Μετά τα γεγονότα και τις καταστροφές που προκλήθηκαν στις προηγούμενες ταινίες της Marvel, ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών υποβάλει στους Avengers ένα σύμφωνο κατά το οποίο οι τελευταίοι θα είναι όργανα της τάξεις υπό την αιγίδα του ΟΗΕ, στον οποίο και θα λογοδοτούν προκειμένου να μην επαναληφθούν τραγωδίες με τόσους αμάχους νεκρούς. Όσοι υπερήρωες δεν συμφωνούν είτε θα απομακρύνονται από την ενεργή δράση είτε, σε περίπτωση που δεν απομακρυνθούν, θα θεωρούνται εκτός νόμου. Όπως είναι αναμενόμενο, ανάμεσα στους ήρωες οι απόψεις διίστανται, με τον Tony Stark/Iron Man (Robert Downey Jr.) να τάσσεται υπέρ του συμφώνου και τον Steve Rogers/Captain America (Chris Evans) να τάσσεται κατά. Όμως η σταγόνα που ξεχειλίζει το ποτήρι είναι μια πράξη για την οποία κύριος υπεύθυνος θεωρείται ο Bucky Barnes (Sebastian Stan), ο καλύτερος φίλος του Captain America, γνωστός και ως Winter Soldier, στρέφοντας τους αγαπημένους μας ήρωες τον έναν απέναντι στον άλλο και μετατρέποντας τους φίλους σε εχθρούς.

Captain-America-and-Iron-Man-in-Captain-America-Civil-War

Ως προς το σενάριο, η ταινία έχει το ατού μερικών εξαιρετικών και πραγματικά καλογραμμένων χαρακτήρων που οι ίδιοι φαίνονται να κατευθύνουν την πλοκή. Εδώ έχουμε έναν ηρωικό Captain America που έχει σαν αδυναμία την πίστη και την αγάπη προς τους φίλους του, πράγμα που του δίνει κίνητρο να μην αποδεχθεί το σύμφωνο μόνο και μόνο επειδή το βλέπει σαν μια καταπίεση της ελευθερίας της ομάδας του. Και στον αντίποδα έχουμε έναν Tony Stark που θέλει να ξεγράψει τα λάθη του παρελθόντος και να λυτρωθεί από τις τύψεις των θανάτων τόσων αθώων που αισθάνεται πως τον βαραίνουν, βάζοντας έτσι ένα στοπ στην παντοδυναμία του για το κοινό καλό.

Το σενάριο δεν επικεντρώνεται τόσο στην έννοια ενός Εμφυλίου ανάμεσα στους υπερήρωες αλλά σε μια κατάσταση που και οι δύο πλευρές έχουν δίκιο και ταυτόχρονα δεν μπορούν να συμβιβαστούν στο αντίθετο, βάζοντας έτσι και τον ίδιο τον θεατή στο δίλημμά «ποια πλευρά να διαλέξω» και χωρίς να τον κατευθύνει σε κάποια επιλογή, πράγμα που σε λίγες ταινίες πετυχαίνει. Βέβαια, μιας και ο Captain America των αδερφών Russo έχει μια τάση στο κατασκοπικό θρίλερ, υπάρχει ταυτόχρονα και κάποιος επιπλέον «κακός» που παίζει ρόλο στην ιστορία, καθώς προσπαθεί να εκμεταλλευτεί  την κατάσταση του εμφυλίου σε όφελος του, τον Zemo (Daniel Brühl). Αν και ο χαρακτήρας του δεν φαίνεται αρκετά καλοδουλεμένος σε σχέση με άλλους του έργου, η ανάμειξη του στην ιστορία είναι καθοριστική και αναπόφευκτη.

Για την σύγκρουση στρατολογούνται πολλοί από τους γνωστούς μας υπερήρωες: στην πλευρά του Iron Man οι War Machine (Don Chaedle), Black Widow (Scarlett Johanson), και Vision (Paul Bettany), ενώ στην πλευρά του Captain America βρίσκουμε τους Falcon (Antony Mackie), Hawkeye (Jeremy Renner), Scarlett Witch (Elizabeth Olsen), Ant-Man (Paul Rudd) και τονBucky. Όμως δύο νέα πρόσωπα κάνουν την εμφάνιση τους στο προσκήνιο (στο πλευρό του Iron Man), με βασικότερο τον Νιγηριανό πρίγκηπα T’Challa και υπερήρωα Black Panther (Chadwick Boseman) στην πρώτη του κινηματογραφική εμφάνιση. Ο νέος ήρωας έχει πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία και ο Boseman φαίνεται αρκετά ταλαντούχος ώστε να μας κάνει να περιμένουμε πως και πως την δική του αποκλειστική ταινία μέσα στο 2017.

captain-america-civil-war-07

Και από την άλλη έχουμε έναν καινούργιο Spider-Man με το πρόσωπο του νεαρού Tom Holland. Πολύ τον περιμέναμε, κυρίως για να δούμε τι θα κάνει η Marvel με τον χαρακτήρα που μέχρι τώρα είχε η Sony στα χέρια της και το αποτέλεσμα ήταν πέντε ταινίες που όμως καμία δεν φαινόταν να πιάνει πλήρως τον χαρακτήρα όπως ήταν στα κόμικς. Ε λοιπόν, αυτή την φορά φαινόμαστε να είμαστε στον καλύτερο δρόμου που θα μπορούσαμε να βρεθούμε: ο Tom Holland είναι ένας εξαιρετικός Spider-Man, έχοντας τον παιδιάστικο χαρακτήρα του ήρωα μα και ταυτόχρονα την εξυπνάδα του, χωρίς να χάσει μάλιστα την ευκαιρία να κλέψει την παράσταση στο σύντομο διάστημα που εμφανίζεται. Πολλοί μιλάνε για τον καλύτερο Spider-Man στην οθόνη, χωρίς να έχουν απόλυτο άδικο.

Πολλοί επίσης είναι αυτοί που μιλάνε για την καλύτερη ταινία «Captain America», ενώ ακόμη κάποια ακόμη μιλούν για την καλύτερη ταινία Marvel, πράγμα που ειπώθηκε και για την προηγούμενη ταινία του ομώνυμου ήρωα, το «Winter Soldier». Την εκρηκτική συνταγή και τότε την εκτέλεσαν οι σκηνοθέτες-αδερφοί Russo, φέρνοντας στο τραπέζι έναν νέο και αρκετά διαφορετικό Captain America με περισσότερο ενδιαφέρον από αυτό ενός «προσκόπου». Και εδώ κάνουν παπάδες έχοντας στα χέρια τους περισσότερους χαρακτήρες και ήρωες για να παίξουν μαζί τους, γυρίζοντας μάλιστα την ταινία με τέτοιο τρόπο που να κουμπώνει αισθήτικά με τις υπόλοιπες, λες και όλες τις γύρισε ο ίδιος άνθρωπος. Και τα καταφέρνουν εξαιρετικά καλά σε αυτό, αλλά για κάποιον που δεν έχει ξαναδεί ταινία της σειράς η ταινία δεν θα έχει τόσο μεγάλο αντίκτυπο όσο σ’ έναν μεγάλο φαν, δεμένο με τους χαρακτήρες.

Εν κατακλείδι, το «Captain America: Civil War» αποδεικνύει πως η μονομαχία δύο μεγάλων υπερηρώων μπορεί να είναι κάτι παραπάνω από ένα ματς ανάδειξης του δυνατότερου των δύο, χωρίς ποτέ να προδίδει το κοινό σε θέαμα και ουσία και συχνά δίνοντας του και περισσότερα απ’ όσα ζητάει. Είναι μια ταινία που όλοι μπορούν να απολαύσουν, ανεξάρτητα με το αν είναι φαν του franchise ή όχι, με χαρά στην αγαπημένη τους αίθουσα σινεμά!

«Spotlight»: Η αλήθεια στο φως

Είναι γνωστή ιστορία να βλέπουμε ανάμεσα στις υποψηφιότητες των Όσκαρ πραγματικές ιστορίες, όπου οι καλοί αντιμετωπίζουν το σύστημα και εν τέλει τα καταφέρνουν, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Κάποιες φορές είναι αδέκαστοι δικηγόροι, άλλες αδιάφθοροι αστυνομικοί, συχνά χαρισματικοί πολιτικοί και συνηθέστερα δημοσιογράφοι. Τρανταχτό παράδειγμα τέτοιας ταινίας αποτελεί το πολιτικό θρίλερ «Όλοι οι Άνθρωποι του Προέδρου», όπου οι πρωταγωνιστές Robert Redford και Dustin Hoffman προσπαθούν να αποκαλύψουν την αλήθεια για το σκάνδαλο του Γουοτεργκέιτ, ταινία που απέσπασε και τέσσερα Όσκαρ (μεταξύ των οποίων σεναρίου). Είναι δύσκολο να ξεφύγει κάποιο έργο από αυτή την τυποποίηση, όπως επίσης δεν μπορούν και να ξεφύγουν από την μανία της Ακαδημίας να λατρεύει τέτοιου είδους ταινίες.

pic1

Προτού παρακολουθήσω το «Spotlight» του Tom McCarthy αναρωτιόμουν – δικαίως – αν σε αυτή την περίπτωση έχουμε να κάνουμε με μια τυπική οσκαρική ταινία ή με κάποιο ξεχωριστό έργο. Βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα, η ιστορία ακολουθεί μια ομάδα ερευνητών δημοσιογράφων που προσπαθούν να ξεσκεπάσουν την συγκάλυψη βιασμών ανηλίκων από την Καθολικοί Εκκλησία. Και εδώ βλέπουμε τους αγώνες και τις πιέσεις των ηρώων μας για να φτάσουν στην αλήθεια, βρίσκοντας και προσπερνώντας πάρα πολλά εμπόδια στον δρόμο τους.

Βλέποντας το έργο βλέπεις ένα συνολικό αποτέλεσμα που χαρακτηρίζεται από την απλότητά του. Η φωτογραφία είναι ταιριαστά μουντή, ενώ η μουσική είναι ήρεμη, χωρίς σκαμπανεβάσματα. Και η σκηνοθεσία του Tom McCarthy είναι μετρημένη, όμως πολύ συχνά είναι αργή και δεν παρουσιάζει κάτι ιδιαίτερο. Όσο και να μην λάτρεψα το «Carol», νομίζω πως ο σκηνοθέτης του Todd Haynes άξιζε περισσότερο την υποψηφιότητα της σκηνοθεσίας απ’ ότι ο McCarthy, και αυτό όχι γιατί ο τελευταίος έκανε κακή δουλειά, αλλά επειδή του έλειπε η κινηματογραφικότητα του πρώτου.

rachel-mcadams-mark-ruffalo-brian-dg-arcy-michael-keaton-and-joh

Πολύ καλύτερη δουλειά βλέπουμε τον McCarthy να κάνει στο σενάριο, παρέα με τον Josh Singer. Τόσο οι διάλογοι όσο και οι χαρακτήρες είναι καλογραμμένοι, όμως εν τέλει η αλήθεια που αποκαλύπτουν είναι αυτή που κερδίζει το ενδιαφέρον μας, φέρνοντας μας σε αμηχανία για τα συμβάντα που εξιστορούνται και σε θαυμασμό για τους ήρωες που τα έφεραν στο φως, υπενθυμίζοντας μας πως το επάγγελμα της δημοσιογραφίας κάποτε ήταν ηθικό και πως ακόμη μπορεί να είναι, βάζοντας την σωστή ενημέρωση μπροστά από κάθε τι, ακόμη και από τους ίδιους τους τους εαυτούς. Και ακόμη και αυτή την ταύτιση κατορθώνουν οι σεναριογράφοι, βάζοντας μπροστά απ’ όλα την ιστορία και τα γεγονότα και αφήνοντας μακριά λεπτομέρειες της οικιακής ζωής του καθενός ήρωα ή, τουλάχιστον, κρατώντας μόνο όσες συνδέονται με την πλοκή.

Κρίνοντας το έργο δεν μπορούμε όμως να αφήσουμε ασχολίαστες τις εξαιρετικές του ερμηνείες. Ξεκινώντας από τους δευτερεύοντες ρόλους, ο Liev Schreiber είναι πράγματι εξαιρετικός στο ρόλο του αρχισυντάκτη της εφημερίδας, ενσαρκώνοντας το χαρακτήρα του με σεμνότητα και μυστήριο, ενώ ο υφιστάμενος του John Slattery , συνοδευόμενοι από τους Stanley Tucci και Billy Crudup, που υποδύονται δύο επαγγελματίες δικηγόρους που είτε θα βοηθήσουν είτε θα εμποδίσουν την έρευνα. Όμως αυτοί που έχουν περισσότερη αξία είναι τα μέλη της δημοσιογραφικής ομάδας: Ο Michael Keaton είναι άνετος ως υπεύθυνος τους (παίζοντας ωραία αλλά χωρίς να πλησιάζει ελάχιστα τον ογκόλιθο ερμηνείας του «Birdman»), ενώ η Rachel McAdams έχει μια καλή ερμηνεία που όμως δεν δείχνει να στηρίζει επάξια την οσκαρική της υποψηφιότητα στο Β’ Γυναικείο. Αυτός που γίνεται εύκολα συμπαθής ήταν ο σχετικά άγνωστος Brian d’Arcy James στο ρόλο ενός οικογενειάρχη που, όσο περισσότερα μαθαίνει, τόσο περισσότερο φοβάται για την οικογένεια του, όμως η καλύτερη ερμηνεία ανήκει μακράν στον Mark Ruffalo, που ενσαρκώνει τον πιο πεισματάρη και δουλευταρά όλης της ομάδας στην καλύτερη ίσως ερμηνεία της καριέρας του (αδίκως στην κατηγορία του Β’ Ανδρικού).

Το «Spotlight» σήμερα είναι ένας από τους φιναλίστ των κυριακάτικων Όσκαρ, κουβαλώντας στην πλάτη του έξι υποψηφιότητες (ταινίας, σκηνοθεσίας, σεναρίου, β’ ανδρικού και γυναικείου ρόλου, μοντάζ) και πολλές επευφημίες τύπου «καλύτερη ταινία της χρονιάς». Αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, δε νομίζω πως αξίζει στο έργο αυτή η ταμπέλα. Σίγουρα ήταν ένα εξαιρετικό έργο, με εξαιρετικό σενάριο και ερμηνείες, όμως χωρίς πολλά περισσότερα να δώσει πέρα από την ιστορία θάρρους που αφηγείται. Όμως έχουμε να κάνουμε με μια ιστορία που αξίζει να μάθουμε και που μάλλον θα κερδίσει το βραβείο πρωτοτύπου σεναρίου που, ακόμη και αν δεν χαίρει της πρωτοτυπίας ενός «Inside Out» ή «Ex_Machina», είναι ένας ύμνος στην δημοσιογραφία και την δύναμη της, καθώς και σε όσους την ασκούν με λειτουργική ευλάβεια και σύνεση.

Αν αυτές είναι οι απαιτήσεις σας από το «Spotlight», τότε αυτή η ταινία είναι για εσάς.

«Hail,Caesar» – Νοσταλγοί του παλιού Σινεμά

Στο σινεμά είναι πολλά ντουέτα που έχουν σκηνοθετήσει και έχουν κατά καιρούς βραβευτεί για τις δουλειές τους, όμως κανένα από αυτά δεν είναι τόσο διάσημο, δυναμικό και πρωτότυπο σαν αυτό των αδελφών Joel και Ethan Coen. Ευρέως (και Εβραίοι) γνωστοί απ’ το «Fargo», αγαπητοί από το «Big Lebowski» και βραβευμένοι με 3 Όσκαρ για το«No Country for Old Men», οι Coen με κάθε τους ταινία φιλοσοφούν την ζωή κατά καιρούς με μηδενιστικό τρόπο και συνεχώς με μακάβριο χιούμορ, χωρίς κάποια ταινία τους να έχει μια συγκεκριμένη ταμπέλα. Μετά, λοιπόν, από το αριστουργηματικό και υποτιμημένο «Inside Llewyn Davis» επιστρέφουν μια νέα κωμωδία τους, το «Hail, Caesar» («Χαίρε, Καίσαρ» στις αίθουσες, αν και το καταλάβατε και μόνοι σας αυτό).

pic1

Την δεκαετία του ’50, στην Χρυσή Εποχή του Χόλυγουντ, τα στούντιο αντιμετωπίζουν κάθε λογής προβλήματα: τα βίτσια κάθε σταρ, παράνομες εγκυμοσύνες, παράνομους κομμουνιστές, έλλειψη ταλέντου, έλλειψη ανθρωπιάς. Όμως υπάρχει ένας άνδρας αρκετά νηφάλιος και καλός, ώστε να μπορεί να διαβεί αυτόν τον δύσκολο δρόμο και να λύσει αυτά τα προβλήματα μένοντας αλώβητος στο τέλος. Μιλάμε προφανώς για τον Έντι Μάνιξ (ο Josh Brolin συμπαθής και σκληροτράχηλος ταυτόχρονα), του οποίου η κάθε μέρα είναι γεμάτη με τα προβλήματα του σετ και την προσπάθεια επίλυσης τους. Και έχει πολλά προβλήματα στην μια μέρα και κάτι που παρακολουθούμε, με κυριότερο και βασικότερο αυτό της απαγωγής του μεγάλου σταρ Μπερντ Γουίτλοκ (ο George Clooney ερμηνεύει για μια ακόμη φορά έναν  πολύ βλαμμένο χαρακτήρα για χάρη των Coen), αλλά ταυτόχρονα και τον προσωπικό του σταυρό που σέρνει μαζί του όπου και να πάει.

Στο δρόμο του ο Μάνιξ συναντάει πολλούς και διαφορετικούς περίεργους. Μια σταρ που είναι λιγότερο αθώα απ’ όσο δείχνει (μια όμορφη αλλά σκληρή Scarlett Johanson), ένας ευγενικός μα και ευέξαπτος σκηνοθέτης (ο Ralph Fiennes όπως τον ξέρουμε), ένας ηθοποιός-χορευτής-μοντέλο με κάποια μυστικά (ο Channing Tatum ξέρει να χορεύει), δύο δίδυμες και ανταγωνίστριες σκανδαλοθήρες ρεπόρτερς (η Tilda Swidson παίζει απλά για να χαίρεσαι που την βλέπεις), αλλά και έναν παντελώς ατάλαντο μα καλοπροαίρετο νεαρό σταρ (ο Alden Ehrenreich είναι πράγματι εξαιρετικός και έχει τα φόντα να λάμψει μελλοντικά). Και είναι λες και ο καθένας ζει στη δική του ταινία, όπως και ο ίδιος ο Μάνιξ αντίστοιχα μοιάζει να ζει μέσα σ’ ένα φιλμ νουάρ.

pic2

Όμως η ταινία δεν ανήκει σε κάποιο ξεκάθαρο είδος και αυτό φαίνεται να μας μπερδεύει και να μην έχει κάποιο συγκεκριμένο στόχο. Μπορεί να προμοτάρεται σαν κωμωδία, όμως το μαύρο χιούμορ της δεν προκαλεί πάντα γέλιο. Φαίνεται σα να παρακολουθούμε κάποια αστεία μικροεπεισόδια με πρωταγωνιστές μεγάλους σταρ, τα οποία όμως βρίσκονται στην ταινία για να την εξυπηρετήσουν στιλιστικά και όχι αφηγηματικά. Η ταινία πολλές φορές θέλει να εστιάσει στα διλήμματα του καλόκαρδου άνδρα που λέγεται Μάνιξ, ο οποίος προσπαθεί να διαφυλάξει την αγνότητα του Χόλυγουντ και συνεχώς αυτοθυσιάζεται για χάρη του, ενώ η καθημερινότητα του του επιφυλάσσει συνεχώς εκπλήξεις που μόνο η πίστη του στον Θεό τον κάνει να τα υπερπηδάει. Και αυτό φαίνεται να είναι ένα ενδιαφέρον μήνυμα χάρη στο οποίο η ταινία αποκτά ένα ενδιαφέρον. Η αποτυχημένη όμως ταμπέλα της κωμωδίας εντέλει υποβαθμίζει την αξία αυτής της παραβολής αντί να την σιγοντάρει και μειώνει τον δυναμισμό που θα μπορούσε να έχει το έργο σαν αποτέλεσμα.

Παρ’ όλα αυτά, όμως, το έργο όχι απλά βλέπεται αλλά είναι και τρομερά όμορφο. Πέρα από την ωραία αναπαράσταση της εποχής, οι Coen δημιουργούν ταυτόχρονα άλλες τρεις-τέσσερεις (ένα γουέστερν, δύο μιούζικαλ, ένα δράμα κι ένα θρησκευτικό έπος), όλες προσεγμένες σκηνοθετικά, εμπλουτισμένες με τις τεχνικές της εποχής που εκτυλίσσεται το έργο. Η καλλιτεχνική διεύθυνση είναι επίσης προσεγμένη και βοηθάει το έργο να μοιάζει σχεδόν χειροποίητο, σαφώς με την βοήθεια της φωτογραφίας του Roger Deakins, ο οποίος κουβαλάει δώδεκα συνεργασίες με τους Coen και το ρεκόρ για τις δεκατρείς του υποψηφιότητες για Όσκαρ χωρίς να έχει νικήσει ακόμη το βραβείο (και όλοι κλαίνε για DiCaprio, ξέρω ‘γω), ενώ ο Carter Burwell υπογράφει το νοσταλγικό σάουντρακ που δένει την συνταγή στο τέλος.

Εν ολίγοις, το «Χαίρε, Καίσαρ» δεν είναι από τις δυνατότερες ταινίες των Coen, αλλά αυτό δεν την καθιστά κακή. Η ταμπέλα της κωμωδίας σε συνδυασμό με την πνευματικότητα του πρωταγωνιστή φέρνει το έργο σε μια κρίση ταυτότητας, την οποία όμως ξεπερνούν ως ένα σημείο το εκλεκτό καστ και ο τεχνικός τομέας. Όσοι περιμένουν μια εξαιρετικά αστεία κωμωδία μπορεί να απογοητευτούν, όμως οι νοσταλγοί σινεφίλ θα απολαύσουν ένα καλαίσθητο ερωτικό γράμμα στο ν κινηματογράφο που τους λείπει. Μπορεί να μην είναι για όλους, όμως είναι μια ταινία άξια για να δοκιμάσετε.

«Deadpool»: Μια ιστορία αγάπης

Θα το παραδεχτώ από την αρχή, έτσι ώστε να κάνω ξεκάθαρο το χαρακτήρα και το περιεχόμενο του υπόλοιπου κειμένου, καθώς και το τι γενική άποψη έχω για την ταινία. Από ταινίες με χαρακτήρες της Marvel, το «Deadpool» ήταν η καλύτερη που έχει βγει ως τώρα.

Η ιστορία πάει ως εξής. Ο Deadpool (Ράιαν Ρέινολντς) ψάχνει μανιωδώς έναν μεταλλαγμένο ονόματι Francis (Εντ Σκρέιν), ο οποίος Francis είναι ο μόνος που μπορεί να διορθώσει το κατεστραμμένο του πρόσωπο. Κατά τη διάρκεια της αναζήτησής του, δε θα σταματήσει πουθενά, θα τα βάλει με τους πάντες, θα σκοτώσει τους πάντες και θα κάνει και χιούμορ παράλληλα.

Διότι ο Deadpool δεν ήταν πάντα το μεταλλαγμένο φρικιό που βλέπουμε (εμφανισιακά, γιατί κατά τ’ άλλα είναι γλυκούλης). Ήταν ο μισθοφόρος Wade Wilson, ο οποίος ήταν ερωτευμένος με την Vanessa (Μορένα Μπακαρίν) και σχεδίαζαν να παντρευτούν, μέχρι που εκείνος διαγνώστηκε με καρκίνο στο τελευταίο στάδιο. Του δόθηκε, όμως, η ευκαιρία να γιατρευτεί, και σαν αντάλλαγμα ο Francis να πειραματιστεί πάνω του και να τον κάνει μεταλλαγμένο. Ο Wade δεν ήξερε ότι όλο αυτό θα τον άλλαζε εξωτερικά, και τώρα πασχίζει να ξαναγίνει όμορφος, ώστε να μπορεί να αντικρίσει και πάλι την αγαπημένη του (δε σας συγκίνησε αυτό; Εγώ έχω ήδη αρχίσει να σπαράζω…). Σε όλο αυτό δεν θα είναι μόνος. Έχει στο πλάι του δύο X-men (η παραγωγή δεν είχε λεφτά για περισσότερους), έναν ταξιτζή, μια τυφλή ηλικιωμένη κυρία και τον παλιό του κολλητό. Team δέκα φορές καλύτερο από τους Avengers…

pic`

Η σκηνοθεσία του Τιμ Μίλλερ είναι ό,τι πρέπει για τέτοιου είδους ταινίες, ενώ η υπόθεση μας εξιστορείται με την τεχνική του flashback. Δηλαδή το έργο ξεκινά από ένα σημείο και κατά τη διάρκεια του, μας παρουσιάζεται το παρελθόν του πρωταγωνιστή. Το σενάριο είναι τραγικά απλό, μα το σώζουν πολύ οι έξυπνοι διάλογοι. Αλλά μεταξύ, δεν πας να δεις το εν λόγω έργο για το σενάριο και την σκηνοθεσία του. Πας να το δεις για τον Deadpool.

Ο Ράιαν Ρέινολτς είναι φα-ντα-στι-κός σε αυτό που κάνει. Παίρνει το συγχωροχάρτι για την αποτυχία του «Green Lantern» (2011) από τα δέκα πρώτα λεπτά της ταινίας και κάνει το χαρακτήρα δικό του. Ναι όπως ο Χιου Τζάκμαν με τον Wolverine και ο Ρόμπερτ Ντάουνι Τζούνιορ με τον Iron-man. Για τέτοια επιτυχία μιλάμε…

pic2

Δεν περίμενα να δω καλύτερο Deadpool στη μεγάλη οθόνη. Αστείος, κάφρος, παρανοϊκός, βίαιος, ρομαντικός. Γυρνά αρκετές φορές και απευθύνει το λόγο στο κοινό (αφήνοντας να εννοηθεί ότι οι περιττές φωνές που έχει στο κεφάλι του είναι οι ίδιοι οι θεατές), κάνει χαβαλέ με όλους και με όλα, βρίσκει ευφάνταστους τρόπους να σκοτώνει τους εχθρούς του (τα cgi, make-up και ειδικά εφέ, κάνουν εξαιρετική δουλειά εδώ) κι όλα αυτά στο όνομα του… έρωτα για την αγαπημένη του Vanessa.

Συνάμα, δεν είναι λίγες οι στιγμές που κάνει αναφορές σε άλλες ταινίες, όπως παλιότερες ταινίες με ήρωες της Marvel (το «X-men Origins: Wolverine» και ο Χιου Τζάκμαν έχουν την τιμητική τους), ενώ ο Deadpool ειρωνεύεται μέχρι και τον ίδιο τον Ράιαν Ρέινολντς. Πιστέψτε με, είναι πιο αστείο απ’ όσο ακούγεται…

Για να κλείσουμε, φίλοι της Marvel και φίλοι του εν λόγω υπερήρωα, τρέξτε τώρα να δείτε το «Deadpool». Δεν υπάρχει περίπτωση μη σας αρέσει. Λοιποί φίλοι του σινεμά, αν ψήνεστε για μια κωμωδία, με μπόλικο αίμα, εξαιρετικές ατάκες και δράση (και ρομαντισμό κι αγάπη πάνω απ’ όλα) το «Deadpool» πιστεύω πως είναι η κατάλληλη ταινία για εσάς. Σε κάθε περίπτωση, καλή σας διασκέδαση!

«Anomalisa»: Η πιο “ανθρώπινη” ταινία του μήνα

Ο Τσάρλι Κάουφμαν μας επισκέπτεται αυτή τη φορά, μέσω μιας ταινίας animation. Ο δημιουργός του «Η Συνεκδοχή της Νέας Υόρκης» και σεναριογράφος των «Στο Μυαλό του Τζον Μάλκοβιτς» και «Η Αιώνια Λιακάδα ενός Καθαρού Μυαλού», μας παρουσιάζει το «Anomalisa», το οποίο δανείζεται τις φωνές των Ντέιβιντ Θιούλις, Τζένιφερ Τζέισον Λι και Τομ Νούναν, ενώ είναι υποψήφιο για Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας Animation.

Ο Michael Stone είναι ένας συγγραφέας που ασχολείται με την εξυπηρέτηση πελατών. Η ζωή του είναι μουντή και δε βρίσκει ενδιαφέρουν πουθενά. Είναι περιτριγυρισμένος από ανθρώπους, μα είναι μόνος. Σε ένα επαγγελματικό ταξίδι του, ενώ έχει αφήσει γυναίκα και παιδί πίσω, θα γνωρίσει μια γυναίκα που θα τον κάνει να αισθανθεί πράγματα πρωτόγνωρα, τη Lisa, ή αλλιώς… Anomalisa. Θα τον κάνει να νιώσει ξανά ζωντανός και θα τον βοηθήσει να αποδιώξει όλη την αρνητικότητα από πάνω του.

pic1

Ο Κάουφμαν περιπλανιέται σε γνώριμα μονοπάτια, πιάνει πάλι έναν κεντρικό χαρακτήρα και στήνει ένα στόρι γύρω από τη μοναξιά του. Ο Stone είναι κλασσικός χαρακτήρας Κάουφμαν, έχει ανθρώπους γύρω του, μα παράλληλα δεν έχει κανέναν. «Τι είναι να είσαι άνθρωπος; Τι είναι να πονάς; Τι είναι να νιώθεις ζωντανός;» αναρωτιέται κι εμείς αναρωτιόμαστε μαζί του.

Η μοναξιά του είναι οι γύρω του. Άνθρωποι διαφορετικοί, οι οποίοι συνάμα είναι ένας. Μόνο η Lisa διαφέρει. Δεν είναι τυχαίο, που ο Κάουφμαν επέλεξε έναν ηθοποιό, τον Τομ Νούναν («Η Συνεκδοχή της Νέας Υόρκης») να είναι η φωνή όλων των χαρακτήρων με εξαίρεση την Lisa, στην οποία δανείζει τη φωνή της η Τζένιφερ Τζέισον Λι (την είδαμε στο πρόσφατο «Οι Μισητοί Οχτώ») και φυσικά τον Michael Stone, για τον οποίο επέλεξε τον εξαιρετικό σε αυτό που κάνει, Ντέιβιντ Θιούλις (ο καθηγητής Loupin από τα «Harry Potter»).

pic2

Κάπου εδώ, πρέπει να δοθούν εύσημα και στον συν-σκηνοθέτη του έργου, Ντιουκ Τζόνσον, για την εξαιρετική του δουλειά στο stop motion animation της ταινίας. Μπορεί η δουλειά του στη δημιουργία του έργου να ήταν περισσότερο τεχνική, μα και πάλι, καταφέρνει ένα πολύ καλό αποτέλεσμα.

Περνώντας στα αρνητικά του φιλμ (τα οποία δυστυχώς έχει), το «Anomalisa» δεν καταφέρνει να επιβληθεί τόσο στο θεατή, όσο το πρώτο πόνημα του Κάουφμαν, «Η Συνεκδοχή της Νέας Υόρκης», ενώ υπάρχουν στιγμές που η προσοχή χάνεται, καθώς μέχρι να συναντήσει ο Michael τη Lisa, το στόρι κυλά κάπως αργά, με αποτέλεσμα να κουράζει.

Εν ολίγοις λοιπόν, το «Anomalisa» είναι μια ταινία για κάποιον που ψάχνει να δει κάτι διαφορετικό στο σινεμά, που θα τον βάλει σε σκέψεις και θα τον προβληματίσει. Τώρα, για το αν πρόκειται για ένα φιλμ, που ξεπερνά τις προηγούμενες δουλειές του δημιουργού, νομίζω πως η απάντηση είναι “όχι”, μα δεν μπορώ να είμαι σίγουρος. Το μόνο που μπορώ όμως να πω με βεβαιότητα,  είναι πως το “καθαρό μυαλό” του Κάουφμαν μας έλειψε…

«Room»: Σινεμά που αιχμαλωτίζει

Στα πιο πρόσφατα χρόνια του κινηματογράφου είναι σπάνιες οι ταινίες που συναντάμε και μας χαρίζουν αυθεντικές συγκινήσεις. Οι περισσότεροι σκηνοθέτες των καιρών μας, καταφεύγουν σε εσπευσμένα μέσα για να την προκαλέσουν, κυρίως στις κωμωδίες με μια απρόσμενα δραματική σκηνή και σε ταινίες λοιπού περιεχομένου, με κάτι τραγικό να συμβαίνει στους χαρακτήρες. Κάποιες ταινίες επίσης, από την αρχή έχουν επιβαρυμμένη θεματολογία από γεννησιμιού τους, είτε εξιστορώντας τις περιπέτειες των ηρώων που περνάνε δια πυρός και σιδήρου για να τα καταφέρουν, είτε κάνοντας αναδιήγηση μιας αληθινής ιστορίας η οποία μπορεί να συγκλονίσει.

pic1

Το «Δωμάτιο» («Room») του Lenny Abrahamson, βασισμένο στο ομώνυμο βιβλίο της Emma Donoghue, είναι μια ταινία που ανήκει σε αυτές τις παραπάνω κατηγορίες, που όμως καταφέρνει να μας κερδίσει με κάτι πιο αυθεντικό. Στην ουσία ο αφηγητής μας είναι ο πεντάχρονος Τζακ (Jacob Tremblay), ο οποίος ζει μαζί με την μητέρα του, Τζόυ (Brie Larson) σ’ ένα μικρό δωμάτιο. Δεν έχει βγει ποτέ στον έξω κόσμο γιατί εκεί γεννήθηκε, ούτε και ξέρει τι είναι πραγματικά έξω από τον φεγγίτη. Ξέρει πως η μαμά του τον αγαπάει και πως του ζητάει να μπαίνει μέσα στην ντουλάπα και να κρύβεται όταν ο Γερο-Νικ (Sean Brigers) έρχεται στο δωμάτιο για την μαμά του κάθε βράδυ και κλείνει τα φώτα… Ο μικρός Τζακ δεν ξέρει πως είναι γιος του Γερο-Νικ, ούτε πως η μητέρα του είναι κρατημένη στο δωμάτιο παρά την θέληση της. Όμως αγαπάει την μαμά του και θα κάνει τα πάντα για να την βοηθήσει, ακόμη και αν δεν μπορεί να καταλάβει όλα όσα περνάει ή και να θέλει ο ίδιος να βγει από το δωμάτιο.

Και μόνο που ακούμε αυτή την περίληψη ερχόμαστε σε πολύ δύσκολη θέση. Η ιστορία άλλωστε έχει εμπνευστεί από την πολύκροτη υπόθεση Φριτζλ στην Αυστρία, όπου ένας πατέρας είχε φυλακισμένη την κόρη του επί χρόνια στο υπόγειο τους, κακοποιώντας την συνεχώς και κάνοντας την μητέρα επτά φορές. Εδώ βέβαια δεν έχουμε μια τέτοια ιστορία,όπου να μπλέκεται ο παράγοντας την αιμομιξίας και το κλίμα να καταλήγει να βαραίνει περισσότερο και να συγκλονίζει λιγότερο. Και μόνο από το θέμα του το έργο είναι μια ιστορία-παγίδα, όμως το γεγονός πως η ίδια η συγγραφέας του βιβλίου είναι και πίσω από το σενάριο βοηθάει το έργο να μη σκοντάψει ποτέ σε εύκολες λύσεις, αλλά να δημιουργεί το κατάλληλο ψυχολογικό κλίμα για τους ήρωές της και να μην τους αφήνει ανολοκλήρωτους ποτέ, ακόμη και στο λιγότερο ενδιαφέρον δεύτερο μισό του έργου όπου έχουν αποδράσει από το δωμάτιο, αξιοποιώντας το για να εντρυφήσει στον ψυχισμό και το τραύμα των χαρακτήρων, χωρίς ποτέ να υπερβάλει και να περιττολογεί.

pic2

Αλλά με λιγότερο καλούς ηθοποιούς η ταινία δεν θα το πετύχαινε αυτό. Οι δευτερεύοντες ρόλοι είναι εξαιρετικοί, των οποίων ηγούνται ο Brigers, ιδιαίτερα απειλητικά για το απλό του παρουσιαστικό, η Joan Allen υποδειγματικά στο ρόλο της μητέρας της Τζόυ, ενώ ο William H. Macy εμφανίζεται δυστυχώς πάρα πολύ σύντομα για να αφήσει κάποιο στίγμα στην ταινία. Όμως οι δύο πρωταγωνιστές είναι αυτοί που σαφώς κλέβουν την παράσταση, επάξια μεταξύ τους. Από την μια έχουμε την έκπληξη που λέγεται Jacob Tremblay, ο οποίος σε κάνει να τον λατρέψεις, όχι χάρη στην παιδική του αθωότητά αλλά με την καλή του ερμηνεία, ειδικά όσο ο χαρακτήρας του γνωρίζει για πρώτη φορά τον κόσμο έξω από τους τέσσερεις τοίχους.

Και απ’ την άλλη έχουμε την ανερχόμενη Brie Larson, η οποία είναι απόλυτα νατουραλιστική στην ερμηνεία της. Δεν προσπαθεί να ωραιοποιήσει τίποτα, αντιθέτως τσαλακώνεται συνεχώς και κρατάει το βλέμμα μας στραμμένο πάνω της επειδή είναι εξαιρετική στο ρόλο και όχι χάρη στην θηλυκότητα της (κάτι που έκανε και η Jennifer Lawrenceστην πρώτη της Οσκαρική υποψηφιότητα για το «Winter’sBone», καταλήγοντας όμως να κερδίζει το βραβείο για την ερμηνεία με το πρώτο της μεγάλο ντεκολτέ). Και αυτή η ερμηνεία της Larson είναι που πραγματικά αξίζει να βραβευτεί φέτος στην κατηγορία του Α’ Γυναικείου ρόλου των Oscar, με νίκες ήδη στα SAGκαι τις Χρυσές Σφαίρες.

Όμως τι είναι αυτό που εν τέλει κάνει την ερμηνεία συγκινητική; Θα έλεγα πως η απάντηση βρίσκεται στην σκηνοθεσία του Lenny Abrahamson. Είναι δυστυχές να λέμε πάντα πως ο σκηνοθέτης ευθύνεται για κάθε καλό και κακό μιας ταινίας, καθώς φαινόμαστε να αγνοούμε τους υπόλοιπους συντελεστές, όμως αυτός είναι που δίνει τις κατευθύνσεις και που θα λογοδοτήσει στο τέλος. Θα μπορούσαμε να πούμε πολλά και ωραία για το στήσιμο των ηθοποιών και της κάμερας, σε αυτή την περίπτωση όμως η σκηνοθεσία είναι άξια αναφοράς χάρη στην αφηγηματικότητά της. Ο καθένας θα μπορούσε να προσεγγίσει το έργο εύκολα, με κέντρο την Τζόι και τον αγώνα της, όμως ο Abrahamson επιλέγει να βάλει τον μικρό Τζακ σαν αφηγητή, βάζοντας με αυτόν τον τρόπο τον θεατή στην δική του θέση. Και με αυτό τον τρόπο δίνει στους ηθοποιούς την πρόκληση να εκφράσουν σιωπηλά τα περισσότερα από τα συναισθήματά τους, διστάζοντας να μας τα εξηγήσουν γιατί το έργο βλέπει κι εμάς σαν ένα μικρό παιδί που δεν πρέπει να χάσει την αθωότητα του, όπως την έχασαν οι χαρακτήρες αυτής της ιστορίας μέσα από τα συμβάντα που εξιστορούνται.

Εν κατακλείδι, το «Δωμάτιο» είναι από τις καλύτερες ταινίες που είδαμε πρόσφατα. Στο σύνολο του είναι αψεγάδιαστο, δείχνοντας όσα πρέπει και αφήνοντας περισσότερα για το μυαλό. Καταλήγοντας να είναι υποψήφια για τέσσερα βραβεία Όσκαρ (Ταινίας, Σκηνοθεσία, Διασκευασμένου Σεναρίου και Α’ Γυναικείου Ρόλου), η ταινία αξίζει να την δείτε περισσότερο για όσα έχει να δώσει και λιγότερο για τις υποψηφιότητες που κέρδισε. Και σίγουρα θα μείνει μαζί σας για αρκετό καιρό από την στιγμή που θα την δείτε.

«Η Επιστροφή»: Η εκδίκηση είναι στα χέρια του Θεού

Όλοι καταβάθος την περιμέναμε. Σινεφίλ ή όχι, όταν ακούγεται κάτι για νέα ταινία με τον Λεονάρντο Ντικάπριο, όλοι ανυπομονούν να τη δουν, να μπουν σε mode “Άντε θα το πάρει φέτος το Όσκαρ;” και το ίντερνετ να γεμίσει memes και εικόνες σχετικές με το θέμα. Τι συμβαίνει όμως, όταν το έργο που συμμετέχει ο υπερ –ταλαντούχος ηθοποιός, κάποιες φορές ξεπερνά ακόμα και τον ίδιο, μέσω των μαγευτικών εικόνων ή των μηνυμάτων, που παρέχει στο θεατή; Τότε συμβαίνει το «The Revenant», ή στα ελληνικά, «Η Επιστροφή».

Σε ένα ταξίδι στην αχαρτογράφητη Αμερική, τη δεκαετία του 1820, μια ομάδα αμερικάνων, που εμπορεύονται γούνες, θα δεχτούν επίθεση από μια φυλή ινδιάνων. Όσοι επιβιώσουν, θα εμπιστευτούν τον Hugh Glass (Λεονάρντο Ντικάπριο), ο οποίος ξέρει τον τρόπο για να τους βγάλει από τα άγνωστα μονοπάτια. Όταν όμως δεχτεί βάρβαρη επίθεση από αρκούδα, οι σύντροφοί του θα τον παρατήσουν για νεκρό. Σε μια προσπάθεια για επιβίωση, ο Glass υπομένει θλίψη, πόνο, τραύματα, καθώς και την προδοσία, από ένα από τα έμπιστα άτομα της ομάδας του, John Fitzgerald (Τομ Χάρντι).

pic1

Πίσω από την κάμερα υπάρχει ο Αλεχάντρο Γκονζάλες Ινιαρίτου. Ο δημιουργός των «Birdman» και «Χαμένες Αγάπες», κάνει ό,τι καλύτερο μπορεί με την σκηνοθεσία του έργου και πιστέψτε με, είναι παραπάνω από αρκετό. Εξαιρετικές γωνίες λήψεις, μεθυστικά πλάνα με τις μάχες και τα κυνηγητά να φαίνονται πιο ρεαλιστικά από ποτέ. Σε συνδυασμό με την εξαιρετική φωτογραφία του έργου και το φυσικό φωτισμό καθ’ όλη τη διάρκεια του, δημιουργείται ένα φιλμ οπτικά άριστο και αψεγάδιαστο.

Το στόρι είναι ίσως το αρνητικό του έργου, όχι επειδή είναι κακό, μα επειδή είναι λιγότερο καλό από τους υπόλοιπους παράγοντες της ταινίας. Πρόκειται για ένα φιλμ επιβίωσης, ο Glass περνά από σαράντα κύματα, μα η επιβίωση ενός ατόμου δεν αρκεί για να γεμίσει δυόμιση ώρες. Παρόλα αυτά, δεν καταφέρνει να κουράσει ούτε στο ελάχιστο, καθώς τα πλάνα που φαίνονται να περισσεύουν μέσα στο έργο, εξυπηρετούν στην χώνεψη του τι έχει συμβεί ως τότε. Με τα πολλά καταλαβαίνεις πως όλοι στην ταινία θέλουν με κάποιο τρόπο να επιβιώσουν. Και οι ινδιάνοι, που έρχονται αντιμέτωποι με τα όπλα και την απληστία των “λευκών”, και ο Fitzgerald, που θέλει να ξεφύγει από την ζωή που κάνει, μέχρι και η αρκούδα, που επιτίθεται στον Glass, με σκοπό να προστατέψει τα μικρά της.

pic2

Καθώς περνάμε στους ηθοποιούς, επιτρέψτε μου να μη σταθώ στις υποψηφιότητες και στο αν ο Ντικάπριο θα πάρει ή όχι το χρυσό αγαλματίδιο. Ναι, όλοι πλέον ξέρουμε ότι η Ακαδημία δεν του έχει φερθεί δίκαια και ναι είναι κοινώς αποδεκτό, πως ο άνθρωπος αξίζει ένα Όσκαρ (και δύο και τρία…). Ας μην επικεντρωθούμε όμως στη βράβευση, μα στην ερμηνεία που θα την προκαλέσει (αν την προκαλέσει).

Ο Λεονάρντο Ντικάπριο λοιπόν, κάνει μια ερμηνειάρα. Αγγίζει τα όρια της εξαθλίωσης, διώχνει από πάνω του την ρετσινιά του ομορφόπαιδου του Hollywood και γίνεται ο Hugh Glass, που περνά τα πάνδεινα και πασχίζει για την επιβίωση του. Πρόκειται για μια ερμηνεία, η οποία θα τον χαρακτηρίζει από δω και στο εξής, τελείως διαφορετική με ό,τι έχει κάνει ως τώρα, στην οποία όμως τα καταφέρνει εξίσου καλά με τους προηγούμενους ρόλους, φτάνοντας την τελειότητα. Στον πρόλογο ανέφερα, πως υπάρχουν φορές που το έργο ξεπερνά τον Ντικάπριο. Αυτό δε γίνεται επειδή ο πρωταγωνιστής κάνει κάτι λάθος. Απλά, όπως προαναφέρθηκε, σε πολλά σημεία αυτό που σε κερδίζει στο έργο είναι η εικόνα, που καταφέρνει να παραγκωνίσει κάπως στόρι και ερμηνευτές.

Στον δεύτερο ρόλο συναντάμε τον Τομ Χάρντι. Ο Χάρντι ερμηνεύει τον John Fitzgerald, τον κακό του έργου και ίσως τον πιο καλογραμμένο χαρακτήρα της ταινίας. Και το κάνει με άριστο τρόπο. Καταφέρνει να σε κάνει να τον μισήσεις, ενώ όντας βρετανός, πετυχαίνει αμερικάνικη χωριάτικη προφορά (ναι, σαν του Μακόναχι). Άξιος αναφοράς και ο Ντόμναλ Γλίσον («Από Μηχανής», «Brooklyn») στο ρόλο του λοχαγού Andrew Henry.

Συνοψίζοντας, «Η Επιστροφή» είναι η καλύτερη ταινία που έχει βγει μέχρι στιγμής μέσα στο μικρό μέρος του 2016 που έχουμε διανύσει και σίγουρα θα καταλήξει να είναι μια από τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς. Πρέπει να προειδοποιήσω όμως. Είναι μια βαριά ταινία. Και η ρεαλιστική αποτύπωση των εικόνων από τον Ινιαρίτου, σε συνδυασμό με τις ερμηνείες, σε κάνουν να νιώθεις πως είσαι κι εσύ εκεί

 

«Steve Jobs»: Από Μηχανής “Θεός”… ή μήπως όχι;

Αδιαμφισβήτητα ο Steve Jobs ήταν μια εκ των πιο σημαντικών προσωπικοτήτων στον κόσμο της τεχνολογίας, έχοντας προεδρεύσει της εταιρίας Apple για πολλά χρόνια και φέρνοντας πολλές από τις τεχνολογικές αλλαγές, που αυτή την στιγμή οι περισσότεροι από εμάς απολαμβάνουμε στο έπακρο. Ο πρόωρος θάνατος του – ήταν μόλις 56 ετών – σόκαρε πολύ τον κόσμο και πάρα πολλοί έσπευσαν να τον θεοποιήσουν. Ήταν όμως ο θεός που όλοι προσπαθούσαν να αναδείξουν; Το «Steve Jobs» του Danny Boyle («Trainspotting», «Slumdog Millionaire») καλείται να δώσει μια απάντηση.

Η ταινία δεν είναι μια συνηθισμένη βιογραφία, αντίθετα ακολουθεί τον Steve Jobs (Michael Fassbender) στα παρασκήνια τριών διαφορετικών (και σημαντικών) στιγμών της καριέρας του: την παρουσίαση του Macintosh 128K το 1984, την παρουσίαση του NeXT το 1988 και, εν τέλει, την παρουσίαση του iMac το 1998, μοντέλου το οποίο ουσιαστικά ανέστησε και την Apple. Σε αυτά τα παρασκήνια βλέπουμε τον Jobs να ταπεινώνει τους υπαλλήλους του, να τσακώνεται με την πρώην του σχετικά με την μικρή τους κόρη, να έρχεται σε σύγκρουση με τους φίλους του και, συχνότερα, να προσπαθεί να συνεννοηθεί με την πιστή του βοηθό Joanna Hoffman (Kate Winslet), η οποία φαίνεται να είναι η μόνη που έχει τον απόλυτο έλεγχο.

pic1

Το σενάριο του έργου το έχει αναλάβει ο Aaron Sorkin ( βραβευμένος με Oscar Σεναρίου για το «Social Network»), εμπνευσμένος από την βιογραφία του Jobsγραμμένη από τον Walter Isaacson. Εκεί όμως που ο Sorkin διαπρέπει (και πάντα διέπρεπε) είναι οι απίστευτα γρήγοροι και έξυπνοι διάλογοι των χαρακτήρων, οι οποίοι έχουν πάντα έντονες συνδιαλέξεις, κάθε φορά με κάτι καινούργιο και χωρίς να αναμασάνε και να επαναλαμβάνουν τα ίδια πράγματα συνεχώς. Η ράχη του έργου όμως είναι ο χαρακτήρας του ήρωα του, ο οποίος παρουσιάζεται σαν ένας προβοκάτορας που προσβάλει τους πάντες και τα πάντα χωρίς να νοιάζεται ιδιαίτερα και χωρίς να δίνει σημασία στα συναισθήματα των άλλων ή, έστω όλων των άλλων. Το μόνο πράγμα όμως που τον αλλάζει είναι η σχέση του με την κόρη του, Lisa, η οποία είναι ίσως το μοναδικό πράγμα που έχει κάποια σημασία γι’ αυτόν. Και οι συζητήσεις του με όλους τους υπόλοιπους χαρακτήρες είναι αυτές που λίγο-λίγο αποκαλύπτουν τον χαρακτήρα του, τα συναισθήματα του για τους άλλους και μαζί την σταδιακή του ωρίμανση.

Η σκηνοθεσία του Boyle είναι ενδιαφέρουσα σε σημεία, όμως ποτέ δεν είναι συναρπαστική. Σίγουρα δημιουργεί ένα ωραίο στήσιμο και διοικεί πολύ σωστά το οικοδόμημα της ταινίας, όμως μπροστά στις παλιές του δουλειές όπως το «Trainspotting» η μαγεία του και η νεανικότητα που είχε στην κάμερα φαίνονται χαμένες. Ένα πολύ θετικό όμως στοιχείο της σκηνοθεσίας του είναι το γεγονός πως χρησιμοποιεί διαφορετικούς τρόπους κινηματογράφησης σε κάθε τομέα του έργου, χρησιμοποιώντας στις σκηνές του παρελθόντος φιλμ της εποχής εκείνης και φτάνοντας εν τέλει να γυρίζει με ψηφιακές κάμερες στο τέλος, δίνοντας στο φιλμ μια ιδιαίτερη αισθητική, την οποία σιγοντάρει ο Daniel Pemberton με το ηλεκτρονικό και όμορφο score του.

pic2

Αυτό για το οποίο όλοι έχουν να μιλάνε και να λένε πως η ταινία πέτυχε είναι οι ερμηνείες της. Όλο το καστ στο σύνολό του κάνει καλή δουλεία, κυρίως δίνοντας υπόσταση στον διάλογο, που ήδη υπάρχει. O Jeff Daniels είναι εξαιρετικός στο ρόλο του John Sculley (πότε δεν ήταν, άλλωστε ;), ενώ ο Seth Rogen κάνει την έκπληξη σε δραματικό ρόλο ως Steve Wozniak και βουλώνοντας πολλά στόματα που λέγανε πως δεν θα τα κατάφερνε. Όμως τα δύο μεγαλύτερα ονόματα του έργου είναι και αυτά που κλέβουν την παράσταση: Η KateWinslet στο ρόλο της Hoffman είναι ηλεκτρική και είναι το ψύχραιμο αντίβαρο του Jobs, συνεχώς έτοιμη για όποια κρίση εμφανιστεί και έχοντας σχεδόν πάντα τον έλεγχο της κατάστασης. Και ύστερα έχουμε τονMichael Fassbender, έναν ηθοποιό που δεν μοιάζει καθόλου με τον Steve Jobs και που καταφέρνει να σε πείσει πως είναι ο Jobs. Έχοντας σαν χάρισμα να αιχμαλωτίζει την οθόνη σε κάθε του ταινία, ο Fassbender καταφέρνει εδώ μια από τις καλύτερες ερμηνείες της καριέρας του και τιμά και με το παραπάνω την παρουσία του ανάμεσα στους υποψηφίους του βραβείου Oscar Α’ Ανδρικού ρόλου, το ίδιο και η Winslet στην κατηγορία του Β’ Γυναικείου.

Όμως εδώ οφείλω να αναρωτηθώ κάτι: δεν είναι κάπως νωρίς για μια τέτοια βιογραφία; Σίγουρα, ο Jobs ήταν σημαντική προσωπικότητα και άφησε το στίγμα του στην γενιά μας, όπως και οφείλουμε να παραδεχθούμε πως η ταινία έχει χαρακτηριστεί σαν μια πολύ ιστορικά ακριβής προσέγγιση της ζωής του. Όμως ποιος είναι ο σκοπός της ταινίας, εν τέλει; Το «Social Network» ήταν άλλη μια βιογραφία που γυρίστηκε πολύ νωρίς, κατηγορήθηκε για ανακρίβειες, που στο διαταύτα όμως μιλούσε για την ψηφιακή επανάσταση και την εποχή μας μέσα από το Facebook και την εξάπλωση του. Εδώ όμως δεν φαίνεται πουθενά κάτι αντίστοιχο, κάτι που θα λέει κάτι παραπάνω από μια ιστορία και που θα αποτελεί λόγο για να μιλάμε για το έργο μετά από μερικά χρόνια. Και, ενώ αποπειράται να μείνει μακριά από την φόρμα μιας οποιασδήποτε βιογραφικής ταινίας, στο τέλος η ουσία της είναι στην εξιστόρηση καθ’ εαυτή και όχι σε κάτι παραπάνω, με αποτέλεσμα να μοιάζει με μια… απλά βιογραφία.

Σίγουρα το «Steve Jobs»είναι ένα αξιόλογο έργο κυρίως για τους διαλόγους και τις ερμηνείες του, χωρίς όμως να είναι ένα αξιομνημόνευτο έργο. Και, χωρίς να είναι μια απογοήτευση, δεν καταφέρνει να γοητεύσει πραγματικά το κοινό. Σίγουρα ο χρόνος σας δε θα χαθεί με το έργο, όμως αν προτιμήσετε να το δείτε όταν κυκλοφορήσει σε DVD δε θα σας αδικήσει κανείς. Σε όλους τους υπόλοιπους, καλή θέαση.

 

«Το Μεγάλο Σορτάρισμα»: Ένα έξυπνο φιλμ για την πτώση της Wall Street

Ο Άνταμ Μακ Κέι, που μας έχει συνηθίσει σε καφροκωμωδίες («Anchorman», «Μπάτσοι από τον Πάγκο»), μας παρουσιάζει τη νέα του ταινία, για την κρίση στις τράπεζες της Αμερικής – και κατ’ επέκταση σ’ όλου του κόσμου – το 2008, χρησιμοποιώντας ένα καστ μεγατόνων, με ονόματα όπως Κρίστιαν Μπέιλ, Μπραντ Πιτ, Ράιαν Κόσλιγνκ, Στιβ Καρέλ. Η ταινία τιτλοφορείται «Το Μεγάλο Σορτάρισμα» και προβάλλεται στις αίθουσες από την Πέμπτη, 7 Ιανουαρίου.

Τρεις διαφορετικές, μα παράλληλες ιστορίες, σχετικά με την αμερικάνικη κτηματομεσιτική φούσκα, που έσκασε το 2008. Κάποια χρηματιστηριακά outsiders, προβλέπουν αυτήν την αποτυχία της αμερικάνικης οικονομίας και κάνουν τα αδύνατα δυνατά για να “τα βάλουν” με τα συμφέροντα των τραπεζών.

Η ταινία λοιπόν, αφορά τράπεζες και χρηματιστήρια. Από την αρχή, έως το τέλος της. Σε τραβάει από τα μούτρα από το πρώτο λεπτό και σε αφήνει λίγο πριν τους τίτλους τέλους, βομβαρδίζοντάς με στοιχεία και ορολογίες, που δεν πρόκειται ποτέ να καταλάβεις πλήρως, ακόμα κι αν τη δεις τρεις τέσσερις φορές, συνεχόμενα…. Και πού ακριβώς είναι το ωραίο με αυτό;

εικόνα 1

Η επιτυχία της ταινίας έγκειται, στο ότι δε σε νοιάζει που δε καταλαβαίνεις όλους τους χρηματιστηριακούς όρους που ακούς. Σε έχει ήδη συνεπάρει το στόρι, ο γρήγορος ρυθμός, το άγχος του πως θα εξελιχθούν τα πράγματα. Επίσης, ο Άνταμ Μακ Κέι δε σε αφήνει μόνο στο αχανές πέλαγος των άγνωστων λέξεων σχετικά με τη λειτουργία της τράπεζας. Μέσω  επεξηγήσεων των ίδιων των χαρακτήρων, ή έξυπνων παρομοιώσεων κατά τη διάρκεια της ταινίας, ο αμερικάνος σκηνοθέτης, προσπαθεί να σε βάλει στο κλίμα. Εντάξει, δε γίνεσαι μέσα σε ένα δίωρο ο μεγαλύτερος χρηματιστής του κόσμου, μα τουλάχιστον παρακολουθείς το έργο, με όσο το δυνατόν λιγότερες απορίες.

Μιας και αναφερθήκαμε στον Μακ Κέι ξανά, πρέπει να πω ότι η σκηνοθεσία του είναι πανέξυπνη. Ενώ ένα τέτοιου είδους φιλμ θα έπρεπε να κουράζει από το πρώτο του λεπτό, στην προκειμένη περίπτωση κυλάει πολύ όμορφα. Προσθέτει μικρά πλάνα, τα οποία χώνονται αυθαίρετα στη ροή του έργου, για να ειρωνευτούν τις αμερικάνικες προτιμήσεις στον τρόπο ζωής, διασκέδασης, κτλ, ενώ παράλληλα, χρησιμοποιεί κάποια έξυπνα τρικς, όπως οι επεξηγήσεις των χαρακτήρων, που αναφέρθηκαν πιο πάνω, οι οποίες γίνονται με τον πρωταγωνιστή να κοιτάει στην κάμερα και να απευθύνεται άμεσα στο θεατή.

εικόνα 2

Πάμε να περάσουμε στις ερμηνείες, για τις οποίες έχουμε να πούμε πολλά, καθώς αποτελούν τον κύριο λόγο καθήλωσής μας μπροστά στην οθόνη. Καλύτερος όλων ο Κρίστιαν Μπέιλ, στο ρόλο του εκκεντρικού, μονόφθαλμου (ναι, καλά διάβασες, μονόφθαλμου) Michael Burry. Για μια ακόμα φορά, ο Μπέιλ μας χαρίζει μια εξαιρετική ερμηνεία και θα ήθελα πολύ να τον δω με το χρυσό αγαλματίδιου του Β’ Ανδρικού Ρόλου το Φεβρουάριο. Δεύτερος καλύτερος ο Στιβ Καρέλ. Ναι, ναι, είναι αυτός ο κωμικός, από τα «Νώε για μια Βδομάδα» και «40 Χρονών Παρθένος». Αυτός λοιπόν ο κωμικός, είναι ηθοποιάρα. Δες τον στο περσινό «Foxcatcher». Στο «Μεγάλο Σορτάριμα» τώρα, κάνει έναν στριφνό, μονίμως τσαντισμένο και ιδιότροπο χρηματιστή και το κάνει τόσο άψογα, που αμέσως ξεχνάς ότι είναι ο ίδιος, που έχει κάνει τόσους κάφρικους ρόλους στο παρελθόν.

Όσον αφορά τους υπόλοιπους, καλή δουλειά κάνει ο Ράιαν Γκόσλινγκ, όντας ο κύριος εκφωνητής και υπάλληλος μεγάλης τράπεζας, αν και μου πήρε κάποια ώρα για να αποφασίσω αν τελικά αποτελεί “μείον” για την όλη ταινία ή όχι. Έχουμε και Μπραντ Πιτ, ενσαρκώνοντας τον πρώην τραπεζικό Ben Rickert, ενώ αρκετά συμπαθητικοί είναι και οι Τζον Μαγκάρο («Carol», «Αλύγιστος») και Φιν Γουίτροκ («Αλύγιστος», «Νώε»), στους ρόλους των τυχοδιωκτών Charlie Geller και Jamie Shipley αντίστοιχα.

εικόνα 3

«Το Μεγάλο Σορτάρισμα» λοιπόν, είναι μια ταινία που θέλει να μας μιλήσει με κάπως πιο επιστημονικό τρόπο, για το τι έγινε το 2008 με τις τράπεζες, που άρχισαν να καταρρέουν όλες τους, από την Αμερική, ως την Ελλάδα. Όμως δε θέλει να σχολιάσει μόνο των χαμό τρισεκατομμυρίων δολαρίων. Σχολιάζει λίγο και τους ανθρώπους. Όχι τους μεγαλοκαρχαρίες, μα τους πιο απλούς, τους φτωχούς ανθρώπους. Αυτούς που χάσανε τα πάντα από τη μια στιγμή στην άλλη. Οι πρωταγωνιστές μας, από την μία ανακαλύπτουν πως η πρόβλεψή τους ήταν τελικά σωστή και βλέπουν τις μετοχές τους να εκτοξεύονται, μα συνάμα αντιλαμβάνονται τι αντίκτυπο θα έχει στην σ’ όλο τον κόσμο το γεγονός ότι είχαν δίκιο για την επερχόμενη κρίση. Κι εκεί είναι το σημείο, που τελικά η ταινία σε κερδίζει.

Αν μετά από όλο αυτό πειστήκατε ότι θέλετε να τη δείτε, θα πρότεινα καθαρό μυαλό και όσο το δυνατόν πιο αμείωτη προσοχή, κατά τη διάρκεια της προβολής. Η ταινία καταφέρνει με τον καλύτερο τρόπο να κεντρίσει το ενδιαφέρον, μα όπως και να το κάνουμε, οι ορολογίες είναι περίεργες και δύσκολες (για όσους δεν είναι στελέχη σε μεγάλες τράπεζες). Αυτά από μένα, καλή σας διασκέδαση!

«Joy»: Άλλη μία ταινία του Ράσελ για τα Όσκαρ

Δεν με χαλάνε οι ταινίες, που λαμβάνουν πολλές υποψηφιότητες και βραβεία από την Ακαδημία. Το «Birdman» κέρδισε τέσσερα αγαλματίδια πέρυσι, και ήταν εξαιρετικό! Κι αν πάμε ακόμα πιο πίσω στο χρόνο, θα βρούμε ταινιάρες («Η Φωλιά του Κούκου», «Το Λιμάνι της Αγωνίας»), που κατάφεραν να κερδίσουν το κοινό, το χρόνο, μα και πολλά βραβεία Όσκαρ.

Με χαλάνε υπερβολικά όμως, έργα τα οποία δημιουργούνται ξεκάθαρα για την συγκεκριμένη τελετή. Έργα τα οποία δεν έχουν άλλο σκοπό, από το να ακουστούν, όσο το δυνατόν περισσότερες φορές, τη βραδιά της απονομής. Ένα τέτοιο έργο είναι και το «Joy».

Η Joy (Τζένιφερ Λόρενς) είναι μια χωρισμένη μάνα, που ζει στο ίδιο σπίτι με την γιαγιά της (Ντάιαν Λαντ), τους χωρισμένους γονείς της (Βιρτζίνια Μάντσεν, Ρόμπερτ ΝτεΝίρο), τον πρώην της σύζυγο (Έντγαρ Ραμίρεζ) και τα παιδιά της. Είναι καλή προς όλους, προσπαθεί (και είναι η μόνη), που διατηρεί τις ισορροπίες στο σπίτι, τρέχει να μαζέψει τα αμάζευτα, μα δεν της μένει καθόλου χρόνος για τον εαυτό της και για να δημιουργήσει τις διάφορες ιδέες που τις έρχονται στο μυαλό.

01-jennifer-lawrence-as-joy

Διότι η Joy ήταν από μικρή ένα δημιουργικό άτομο. Και θα καταφέρει να δημιουργήσει, κάτι για να βοηθήσει όλες τις νοικοκυρές σαν κι εκείνη, μια σφουγγαρίστρα, που χαρίζει πολλές ευκολίες στο καθάρισμα και όπως είναι αναμενόμενο, θα προσπαθήσει να το προωθήσει. Με τη βοήθεια του υπεύθυνου διαφημίσεων Neil Walker (Μπράντλεϊ Κούπερ) και των δικών της, θα ξεκινήσει μια δικιά της επιχείρηση. Όμως γρήγορα θα καταλάβει, πως αυτό δε είναι εύκολο…

Ο Ντέιβιντ Ο. Ράσελ χρησιμοποιεί ξανά τη συνταγή ενός γλυκανάλατου σεναρίου, στηριζόμενος σε ηθοποιούς, που δουλεύουν σχεδόν μόνιμα μαζί του (Λόρενς, Κούπερ, ΝτεΝίρο) και θα ψάξει κάπως έτσι την επιτυχία και τις υποψηφιότητες για Όσκαρ. Το έχει ξανακάνει κι έχει πετύχει. Ο «Οδηγός Αισιοδοξίας» κέρδισε ένα χρυσό αγαλματίδιο, ενώ ήταν υποψήφιο για 8, ενώ ο «Οδηγός Διαπλοκής» κέρδισε 10 (!) υποψηφιότητες. Ίσως το μόνο έργο του που άξιζε τα βραβεία του, να ήταν το «The Fighter», αλλά και πάλι, ευθύνη δε φέρει ο Ράσελ, μα οι εξαιρετικές ερμηνείες των Κρίστιαν Μπέιλ, Έιμι Άνταμς και Μελίσα Λέο.

landscape-1436967071-screen-shot-2015-07-15-at-92838-am

Το «Joy» ίσως είναι λοιπόν, η πιο βαρετή ταινία του σκηνοθέτη. Καταφέρνει να σε κουράσει, έχοντας σχετικά νορμάλ ρυθμούς. Θετικό σημείο μόνο, η προσέγγιση των γονιών της Joy, με τη μάνα να είναι κολλημένη με τις σαπουνόπερες και τον πατέρα να ψάχνει, ακόμα και στα γεράματα, τον έρωτα, στα μάτια της Trudy (Ιζαμπέλα Ροσελίνι).

Υποκριτικά, η ταινία καταφέρνει να ξεπεράσει το μέτριο και να σταθεί σε καλά επίπεδα. Η Τζένιφερ Λόρενς είναι υπερεκτιμημένη ηθοποιός, μα κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί, πως είναι καλή, και αυτό μας το δείχνει μέσω του πρωταγωνιστικού της ρόλου. Ο Μπράντλεϊ Κούπερ παίζει κι αυτός καλά και θα ήθελα να τον δω λίγο περισσότερο. Οι υπόλοιποι, απλά υπάρχουν… (δυστυχώς ΚΑΙ ο ΝτεΝίρο).

joy-1

Στα θετικά θα έβαζα και τη μουσική των Ντέιβιντ Κάμπελ και Γουέστ Ντίλαν Θόρντστον.

Εν ολίγοις λοιπόν, το «Joy» είναι μια ταινία την οποία δεν προτείνω, εκτός κι αν είστε φαν κάποιου από τους συντελεστές. Ο Ράσελ, από ό,τι φαίνεται, οδεύει στο να πετύχει τον στόχο του στα βραβεία και φέτος, μιας και η ταινία του έκανε ένα ζέσταμα για τα Όσκαρ, έχοντας πάρει δύο υποψηφιότητες για Χρυσή Σφαίρα. Δεν ξέρω για εσάς, εγώ πάντως πάω να δω το «Star Wars».

«Carol»: Ο Queer Κινηματογράφος όπως… παλιά!

Ο Todd Haynes είναι ένας από τους πρώτους σκηνοθέτες-αντιπροσώπους της LGBT κοινότητας, μεταφέροντας ουσιαστικά τους όρους του mainstream κινηματογράφου στην πραγματικότητα της ομοφυλοφιλίας, με πρώτη και καλύτερη ταινία του πάνω στο θέμα το «Velvet Goldmine», τον κατά κάποιο τρόπο «Πολίτη Κέην» του queer κινηματογράφου. Από το 2000 κι έπειτα όμως, ξεκίνησε να μεταφέρει το κοινό σε ιστορίες του παρελθόντος και χωρίς να αγγίζει έντονα θεματικά το queer στοιχείο, με ταινίες όπως το «Far From Heaven»με την Julianne Moore, μια ταινία γυρισμένη σαν στα ‘50s, την φανταστική βιογραφία του Μπομπ Ντίλαν «I’m Not There» με ένα τεράστιο καστ να υποδύεται τον πρωταγωνιστικό ρόλο, ο καθένας και μια διαφορετική πτυχή του, αλλά και την μίνι σειρά«Mildred Pierce», το ριμέικ ενός κλασικού φιλμ νουάρ, αυτή τη φορά με πρωταγωνίστρια την Kate Winslet.

Φέτος ο Haynes επιστρέφει στις αίθουσες με το «Carol», την μεταφοράς ενός μυθιστορήματος της Patricia Highsmith με τον τίτλο «The Price of Salt». Η ταινία αφηγείται την ιστορία μιας νεαρής πωλήτριας και επίδοξης φωτογράφου, της Τερέζ (Rooney Mara), η οποία ερωτεύεται εντελώς απρόσμενα την αστή Κάρολ (Cate Blanchett). Η εποχή τους όμως είναι τέτοια ώστε να μη τους επιτρέπει να ζήσουν το πάθος τους, μιας και η Κάρολ είναι στην αναμονή του διαζυγίου της και ο σύζυγος της (Kyle Chandler) προσπαθεί να κάνει τα πάντα για να την κερδίσει πάλι πίσω.

pic1

Ο έρωτας των δύο γυναικών φαίνεται αγνός και φυσικός, όπως ακριβώς φαινόταν ο έρωτας στις ταινίες του ’50 αντίστοιχα για τα ετεροφυλοφιλικά ζευγάρια. Η ιστορία τους είναι αρκετά απλή εκ πρώτης όψεως, όμως το βάθος της κρύβεται στα συναισθήματα των χαρακτήρων που όλοι τους συμπεριφέρονται εντελώς ανθρώπινα, χωρίς να είναι καρικατούρες τύπου ο «κακός σύζυγος» και ρίχνοντας την ευθύνη στον πραγματικό κακό της ιστορίας, την εποχή που δεν μπορούσε να δώσει χώρο σε συναισθήματα για το ίδιο φύλο και που ίσα-ίσα τα καταπίεζε. Τίποτα όμως δεν μπορεί να βάλει απαγορευτικό στην αληθινή αγάπη, ειδικά σε μια ταινία των ‘50s.

Γιατί αυτό επιτυγχάνει εδώ πέρα ο Haynes, να γυρίζει μια ταινία «όπως τις κάνανε παλιά». Η κάμερα του είναι συνήθως σταθερή και με την ελάχιστη κινητικότητα (αν εξαιρέσουμε τα δύο ή τρία σημεία του έργου όπου είναι τα πιο συναισθηματικά φορτισμένα). Πολλά του πλάνα έχουν κέντρο τους τους χαρακτήρες της ταινίας, πολλές δείχνοντας τους μέσα από ανοιχτές πόρτες, λες και εμείς οι ίδιοι τους παρακολουθούμε από το διπλανό δωμάτιο. Μαζί με τον μόνιμο συνεργάτη του διευθυντή φωτογραφίας δημιουργεί μια πραγματικά άρτια ταινία, όπου τα χρώματα βασιλεύουν και κλέβουν τα βλέμματα, χωρίς να αφήνουν λεπτομέρεια του κόσμου της δεκαετίας του ’50 αφώτιστη, ενώ η μουσική του Carter Burnettείναι ο αντάξιος συνοδός στο ταξίδι που προσφέρει η ταινία.

pic2

Και οι ηθοποιοί αποδίδουν εξίσου καλά την εποχή εκείνη. Το πρωταγωνιστικό δίδυμο είναι εξαιρετικό, καθώς και οι δυο γυναίκες φαίνονται πλασμένη η μια για την άλλη. Και η Mara και η Blanchett είναι αξιόλογες ηθοποιοί, και οι δύο ερμηνεύουν με πάθος τους χαρακτήρες τους και ούτε μια στιγμή δεν φαίνονται ψεύτικες. Είναι και η χημεία τους τέτοια που τους επιτρέπει να αφεθούν στους ρόλους τους και να γίνουν ένα, ψυχή τε και σώματι. Στους δευτερεύοντες ρόλους έχουμε έναν πολύ καλό Chandler, ένα χαρακτήρα σαν πολλούς από εμάς, που θα πάμε στα άκρα για το άτομο που αγαπάμε και που, από κάποια στιγμή κι έπειτα, θα ξεχάσουμε για ποιο πράγμα αγωνιζόμασταν, αλλά και την εξαιρετική Sara Paulson στο ρόλο της καλόκαρδης κολλητής της Κάρολ, την οποία θα θέλαμε να δούμε ίσως περισσότερο στο έργο, καθώς ήταν ένα από τα λίγα στοιχεία του έργου που μας υπενθύμιζαν πως η ταινία είναι γυρισμένη τώρα.

Γιατί, δυστυχώς, το πρόβλημα του έργου είναι αυτή η προσκόλληση του στο παρελθόν, όχι μόνο τεχνικά. Στην ουσία της αυτή η όμορφη ιστορία αγάπης δεν φτάνει ποτέ σε σημείο να διαπεράσει την επιφάνεια και να βρει κέντρο στο αφανές της τέχνης και του έρωτα που εικονίζει. Η προσέγγιση του Haynes είναι σε στιγμές πολύ απρόσωπη, χωρίς ποτέ να αγγίζει τις ευαίσθητες νότες που άγγιξε με το «Velvet Goldmine», το οποίο σίγουρα, λόγω της ίδιας του της ανδρικής ομοφυλοφιλίας, είχε περισσότερα κοινά στοιχεία με τον ίδιο. Ή μπορεί απλά να φταίει η δυσκολία που αντιμετωπίζει ένας άνδρας σκηνοθέτης να εικονίσει εντελώς σωστά την λεσβιακή σεξουαλικότητα, δείχνοντας περισσότερα του προφανούς, με μικρή εξαίρεση τους David Lynch και Abdellatif Kechiche με την«Mulholland Drive» και το «Blue is the Warmest Color» αντίστοιχα ο καθένας. Αν όμως πούμε, πως ο στόχος του Haynes ήταν να κάνει μια ταινία πάνω στην ομοφυλοφιλία, όπως θα την προσέγγιζε κάποιος στη δεκαετία του ’50, τότε θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε πως πέτυχε διάνα.

Όπως και να ‘χει, το «Carol» είναι ένα ευχάριστο κινηματογραφικό ταξίδι. Επικρατώντας ως ένα από τα μεγαλύτερα φαβορί για τα φετινά Oscar και υποψήφιο για 5 Χρυσές Σφαίρες (Ταινίας, Σκηνοθεσίας, Μουσικής και Ά Γυναικείου σε Δράμα και για τις δύο πρωταγωνίστριες), είναι σίγουρα ένα έργο που θα κερδίσει τις εντυπώσεις και σίγουρα πολλή αγάπη από το κοινό. Αναμένουμε βραβεύσεις, καλή θέαση!

«Το Παραμύθι των Παραμυθιών»: Παραμύθια για μεγάλα παιδιά

Τρία ναπολιτάνικα παραμύθια έχει να μας παρουσιάσει ο Ματέο Γκαρόνε («Γόμορα»), μέσω της νέας του ταινίας. Ο τίτλος αυτής «Το Παραμύθι των Παραμυθιών» και προβάλλεται στις αίθουσες από την Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου.

Μια φορά και έναν καιρό ήταν τρία γειτονικά βασίλεια. Στο πρώτο, η βασίλισσα (Σάλμα Χάγιεκ) θέλει πάση θυσία να αποκτήσει παιδί. Ένας μάγος θα την συμβουλέψει να φάει την καρδιά ενός θαλάσσιου τέρατος. Ο άνδρας (Τζον Σι Ράιλι) της θα θυσιαστεί για να την αποκτήσει, η βασίλισσα θα αποκτήσει το πολυπόθητο τέκνο και θα γίνει (υπερβολικά) προστατευτική απέναντί του. Στο δεύτερο, ο βασιλιάς (Βενσάν Κασέλ) έχει μια –ας το πούμε – έντονη αδυναμία στο αντίθετο φίλο. Θα ερωτευθεί μια ηλικιωμένη γυναίκα, έχοντας ακούσει μόνο τη φωνή της, και αυτή με την αδερφή της θα κάνουν το παν για να μην ανακαλύψει την αλήθεια για την εμφάνισή της. Φτάνουμε στο τρίτο βασίλειο, όπου ο βασιλιάς (Τόμπυ Τζόουνς) έχει πάθει εμμονή με το κατοικίδιο του, έναν ψύλλο που έχει πάρει τεράστιες διαστάσεις, ενώ παράλληλα η κόρη του (Μπέμπε Κέιβ) θέλει να παντρευτεί.

pic2

Όπως όλα τα παραμύθια, έτσι και αυτά περνούν κάποια μηνύματα. Οι αντιθέσεις και διαφορές ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις, η απατηλή λάμψη της ομορφιάς, η ευθύνη του γονιού, είναι κάποια από αυτά (δε θα σας τα πω και όλα) και ο Γκαρόνε καταφέρνει να τα περάσει μέσω της οθόνης. Σε συνδυασμό με την όμορφη σκηνοθεσία του και κάποια δυνατά πλάνα, που αποδεικνύουν, ότι δε χρειάζεται άφθονο cgi, για να δημιουργηθεί μια ενδιαφέρουσα ταινία φαντασίας, το αποτέλεσμα είναι αν μη τι άλλο συμπαθές.

Όσον αφορά τους ηθοποιούς, καλός (και πολύ διασκεδαστικός σε σημεία) ο Βενσάλ Κασέλ («Το Μίσος», «Μαύρος Κύκνος»), με την ιστορία του να με τραβάει περισσότερο από τις άλλες δύο. Σε αυτό βοήθησαν και οι δύο “ηλικιωμένες” αδερφές, Σίρλεϊ Χέντερσον («Διαφθορά», «Trainspotting») στο ρόλο της Imma και Χέιλι Καρμικαέλ στο ρόλο της Dora. Στο τρίτο παραμύθι, καλός κι ο Τόμπυ Τζόουνς («The Hunger Games», «Captain America: Ο Στρατιώτης του Χειμώνα»), ενώ στην πρώτη η ιστορία, αρκετά μέτρια η Σάλμα Χάγιεκ («Frida»), η οποία πέρασε και δεν ακούμπησε.

pic1

Να αναφέρουμε κάπου εδώ, ότι «Το Παραμύθι των Παραμυθιών» ήταν υποψήφιο για Χρυσό Φοίνικα στο Φεστιβάλ των Καννών.

Εν ολίγοις λοιπόν, η νέα ταινία του Ματέο Γκαρόνε, χωρίς να με ξετρέλανε, μου άρεσε. Αστεία σε σημεία, δραματική σε άλλα, με ενδιαφέροντα νοήματα σε όλη της τη διάρκεια, ήταν ένα αρκετά όμορφο φιλμ. Δεν είναι η ταινία της χρονιάς ή του μήνα, ούτε καν της εβδομάδας, μα είναι μια ταινία ικανή να σας χαρίσει ένα ευχάριστο δίωρο (και κάτι). Καλή σας διασκέδαση!

 

«Ο Γιος του Σαούλ»: Ένα αριστούργημα…

Το παραδέχομαι. Δεν έχω ξαναδεί τέτοια ταινία. Με καθήλωσε, με συγκίνησε, με έβαλε σε σκέψεις, με σόκαρε. Δεν υπάρχουν λόγια να περιγράψουν την εμπειρία μου, παρόλα αυτά θα κάνω μια προσπάθεια.

Ο Σαούλ είναι ένας φυλακισμένος των ναζί στο Άουσβιτς, αναγκασμένος να καίει τα πτώματα των ανθρώπων του. Θα βρει ένα πτώμα μικρού αγοριού, ύστερα από μια εκτέλεση σε θάλαμο αερίων, θα πάρει το αγόρι ως γιο του, και σκοπός του θα γίνει να βρει ένα ραβίνο και να του κάνει μια σωστή κηδεία. Το να το σώσει όμως από τις φλόγες, ή να το κρατήσει κρυφό από τους ναζί, δε θα είναι καθόλου εύκολο…

Γύρω του συμβαίνουν πολλά. Εβραίοι εκτελούνται. Συνέχεια. Άνδρες, γυναίκες, μικρά παιδιά. Πτώματα ρίχνονται στην πυρά. Παράλληλα μια επανάσταση προετοιμάζεται. Όλα αυτά όμως είναι δευτερεύοντα. Εμείς βλέπουμε τον Σαούλ, στην προσπάθειά του να ολοκληρώσει τον στόχο του. Τα υπόλοιπα είναι απλώς κάδρα, τα οποία περνούν δεξιά κι αριστερά και την εξέλιξή τους μόνο να τη φανταστούμε μπορούμε. Και πιστέψτε με, η φαντασία μπορεί να γίνει πολύ πιο φρικιαστική από την εικόνα…

pic1

Πίσω από την κάμερα βρίσκεται ο Λάλζο Νέμες. 38χρονος, Ούγγρος σκηνοθέτης, ο οποίος έχει υπάρξει βοηθός σκηνοθέτη στο «Ο Άνθρωπος από το Λονδίνο», του Μπέλα Ταρ (τρανό όνομα του ευρωπαϊκού σινεμά). Πρώτη μεγάλου μήκους δουλειά του Νέμες, ένα εγχείρημα δύσκολο στην εκτέλεση. Παρόλα αυτά καταφέρνει να δημιουργήσει δύο ταινιάρες. Μια αυτή που μας δείχνει, αυτή που γυρίζει γύρω από τον Σαούλ και μια αυτή που δε μας δείχνει, αυτή που φανταζόμαστε.

Με μονόπλανα και την κάμερα κουνημένη και στο χέρι, ο Νέμες καθηλώνει, με την ωμότητα, τη βία και τις σκληρές σκηνές, οι οποίες δε μας παρουσιάζονται ποτέ. Όπως διάβασα και κάπου, «Ο Γιος του Σαούλ» είναι μια ταινία για το Ολοκαύτωμα, που μέχρι και ο Στίβεν Σπίλμπεργκ θα ζήλευε.

Πριν από εμάς, η ταινία κατάφερε να εντυπωσιάσει και τις Κάννες, καθώς έφυγε από το Φεστιβάλ με το Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπής (Grand Prize of Jury), ενώ ήταν υποψήφια και για Χρυσό Φοίνικα.

pic2

Ένας ακόμα λόγος που «Ο Γιος του Σαούλ» με εντυπωσίασε, ήταν επειδή μου θύμισε κατά πολύ Ταρκόφσκι. Λίγοι σκηνοθέτες έχουν καταφέρει να αποδώσουν τη χάρη, που είχαν τα αριστουργήματα του Ρώσου σκηνοθέτη (βλ. «Άντρεϊ Ρουμπλιόφ» ή «Νοσταλγία»). Ξέρω  ότι ακούγομαι αιρετικός, μα ο Λάζλο Νέμες, καταφέρνει κάτι που έκανε και ο Ταρκόφσκι μέσω των ταινιών του, να πει πολλά με λίγα λόγια ή και με απόλυτη σιωπή.

Για να κλείσω και να μην πλατειάσω άλλο, θα ήθελα να σταθώ σε μια σύγκριση που υπάρχει μεταξύ της εν λόγω ταινίας και του «Αστακού» του Γιώργου Λάνθιμου. Προσωπικά δε θα μπω στον κόπο να τις συγκρίνω. Και οι δύο μου άρεσαν. Πολύ. Καλό θα  ήταν κανείς να μην τις συγκρίνει και να περιοριστεί στη χαρά του ότι έχει την ευκαιρία να δει δύο ταινιάρες, μέσα σε διάστημα μικρότερο του ενός μήνα.

Μην χάσετε την ευκαιρία να δείτε αυτό έργο στη μεγάλη οθόνη. Η έντασή του και η ταχύτητά του θα σας χαρίσει  πολλά περισσότερα μέσω του κινηματογράφου, παρά μέσω μιας οθόνης υπολογιστή ή τηλεόρασης. Καλή σας… ψυχαγωγία!

«Spectre»: Μια περιπέτεια (ακόμα;) του Τζέημς Μποντ

Οι συστάσεις είναι περιττές όταν μιλάμε για τον υπερκατάσκοπο Τζέημς Μποντ και τις ταινίες του. Πρόκειται σίγουρα για το μακροβιότερο κινηματογραφικό franchise όλων των εποχών, μετρώντας 53 χρόνια και 24 (πλέον) ταινίες, άλλες επιτυχημένες και άλλες, εχμ, όχι και τόσο. Η προηγούμενη ταινία της σειράς, «Skyfall», ανήκε στην πρώτη κατηγορία και επαναπροσδιόρισε την σειρά, κάνοντας μερικά απαραίτητα πισωγυρίσματα ώστε να συνδέσει το καινούργιο με το παλιό. Και τώρα έχουμε το νέο μέρος της σειράς, «Spectre», πάλι με την καθοδήγηση του σκηνοθέτη Σαμ Μέντες («American Beauty») και το καστ του «Skyfall», μια καινούργια ταινία που ασχολείται πολύ με το παρελθόν, τόσο του ήρωα όσο και των προηγούμενων ταινιών.

Να πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή: Αυτή την φορά ακολουθούμε τον Μποντ σε μια αποστολή εκτός υπηρεσίας, όπου προσπαθεί να εντοπίσει ένα παλιό στοιχείο, στην πορεία όμως αρχίζουν να βγαίνουν στην επιφάνεια πληροφορίες για μια μυστική οργάνωση, που κάνεις δεν ξέρει και όλοι φοβούνται, την «Spectre», ενώ ταυτόχρονα η ίδια η υπηρεσία του Μποντ αντιμετωπίζει προβλήματα, με την άνοδο της τεχνολογίας που μπορεί να κάνει τα πάντα λίγο πιο εύκολα, οπότε η κατηγορία πρακτόρων «00» δύσκολα θα υφίσταται στο νέο κόσμο.

pic1

Η πλοκή του έργου είναι αρκετά πολύπλοκη, γεμάτη έμμεσες και άμεσες αναφορές σε άλλες ταινίες του franchise. Σε γενικές γραμμές, το «Spectre» προσπαθεί να απαντήσει όσες ερωτήσεις είχαν μείνει αναπάντητες από τα «Casino Royale», «Quantum of Solace» και «Skyfall», συνδέοντας με τον ένα ή τον άλλο τρόπο όλες αυτές τις υποθέσεις σε μια άτυπη τετραλογία. Οι σεναριογράφοι κάνουν μεν καλή δουλειά στην οικοδόμηση αυτού του εγχειρήματος και καταφέρνουν να κλείσουν τον κύκλο, όμως η τρίτη και τελευταία πράξη του έργου φαίνεται κάπως βεβιασμένη και αρκετά υπερβολική, ώστε να κεντρίσει το ενδιαφέρον του θεατή.

Κατά τ’ άλλα, ο Σαμ Μέντες δίνει το παράδειγμα για ταινίες του είδους, σκηνοθετώντας μεγάλες σκηνές δράσης και συνθέτοντας ένα μωσαϊκό από πλούσια μέρη και σκηνικά, με αποκορύφωμα ίσως την αρχική σκηνή στο Μεξικό, όπου εορτάζεται πανηγυρικά η «Ημέρα των Νεκρών», ή ακόμη και μια τεράστια έκρηξη που χτυπάει τα κοντέρ του ρεκόρ Γκίνες, ενώ ο διευθυντής φωτογραφίας του Χόυτε Βαν Χόυτεμα χρησιμοποιεί μια αντίστοιχη παλέτα χρωμάτων με αυτή που χρησιμοποίησε ο υποψήφιος για 11 Όσκαρ (!) Ρότζερ Ντίκινς στο «Skyfall». Τα ειδικά εφέ είναι χορταστικά και η δράση ιλιγγιώδης, αν και κρατάει για λίγη περισσότερη ώρα απ’ όσο θα έπρεπε (148 λεπτά δεν τα λες και λίγα), ενώ η μουσική του Τόμας Νιούμαν για μια ακόμη φορά τα σπάει. Και το τραγούδι των τίτλων «Writings on The Wall» του Σαμ Σμιθ είναι καλό, όμως χωρίς να είναι κάτι πραγματικά αξιοπρόσεκτο.

pic2

Αν είναι να σταθούμε σε κάποιο ακόμη στοιχείο της ταινίας, αυτό είναι οι κακοί της, οι οποίοι δυστυχώς δεν απέδωσαν το προβλεπόμενο. Ο παλαιστής Ντέιβ Μπατίστα κάνει καλή εντύπωση ως κακός «μπράβος» του μεγάλου κακού, όμως δεν αξιοποιείται αρκετά, ώστε να μπορεί κανείς να πει πως κάνει την εντύπωση άλλων αντίστοιχων κακοποιών στις προηγούμενες ταινίες, όπως ο Oddjob στον «Χρυσοδάκτυλο» ή ο Jaws στην «Κατάσκοπο που με Αγάπησε». Αλλά και ο Κριστόφ Βαλτζ (βραβευμένος με δύο Όσκαρ για τα «Inglourious Basterds» και «Django: Unchained» του Κουέντιν Ταραντίνο) δεν αποδίδει ως κακός του έργου, κυρίως γιατί τον έχουμε συνηθίσει ως κακό σε άλλες ταινίες. Όσο μοχθηρός και να φαίνεται, δεν καταφέρνει ποτέ να φανεί ουσιαστικά απειλητικός και συναρπαστικός όσο θα απαιτούσε ο ρόλος του αρχηγού της οργάνωσης «Spectre», ενώ τα κίνητρα του φαίνονται να μη βγάζουν νόημα.Το υπόλοιπο καστ όμως είναι εξαιρετικό, καθώς έχουμε τους γνωστούς μας Ραλφ Φάινς («Grand Budapest Hotel») ως Μ, Ναόμι Χάρρις («28 Μέρες Μετά») ως Μανιπένυ, τον Μπεν Γουίσω («Ο Αστακός») σαν Q και Ρόμπι Κινίαρ («Το Παιχνίδι της Μίμισης») ως Κάρτερ, όμως έχουμε και τον νιόφερτο Άνταμ Σκοτ («Sherlock») στο ρόλο του C,υπευθύνου για το κλείσιμο του προγράμματος «00» και σε μια μικρή, αλλά άξια εμφάνιση της Μόνικα Μπελούτσι (όχι, εδώ δεν έχει συστάσεις). Αυτή τη φορά, όμως, η γυναίκα που κλέβει την παράσταση του έργου είναι η Λεά Σεϊντού («Ζωή της Αντέλ»), η οποία είναι ένα δυναμικό Bond Girl, που δεν μοιάζει με κανένα άλλο. Αυτός που ως συνήθως κάνει εντύπωση όμως είναι ο Ντάνιελ Κραιγκ, ο οποίος ως Μποντ εξακολουθεί να κρατάει ψηλά τον πήχη με κάθε του εμφάνιση, ειδικά στην ταινία που ίσως και να είναι η τελευταία του στο ρόλο.

Εν ολίγοις, η νέα περιπέτεια του θρυλικού πράκτορα 007 είναι αξιόλογη ως προς το περιτύλιγμα, χωρίς όμως να φτάνει τις προσδοκίες που έθεσε το προηγούμενο μέρος της σειράς. Σίγουρα είναι ένα έργο που αξίζει να δείτε από τεχνικής άποψης, όμως δεν πρέπει να περιμένετε πολλά περισσότερα. Σε καμία περίπτωση δεν είναι μια απογοητευτική ταινία, απλά βρέθηκε να ακολουθεί την καλύτερη ταινία της σειράς και να μην ξέρει τι να κάνει.

Το σίγουρο πάντως είναι πως ο Τζέημς Μποντ θα ξαναγυρίσει (με ή χωρίς τον Κραιγκ) και μαζί του εμείς στις αίθουσες.

«Δίδυμοι Θρύλοι»: Τομ Χάρντι… εις διπλούν!

Λίγες μέρες μετά την ‘Ανίερη Συμμαχία‘, η Μεγάλη Βρετανία έρχεται να αποδείξει πως, κι αυτή μπορεί να παράγει καλά γκανγκστερικά φιλμ. Ο λόγος για το «Δίδυμοι Θρύλοι», τη νέα ταινία με πρωταγωνιστή τον Τομ Χάρντι, που προβάλλεται στις ελληνικές αίθουσες από την Πέμπτη, 5 Νοεμβρίου.

Το στόρι τοποθετείται στο Λονδίνο τη δεκαετία του ’60 και επικεντρώνεται στις ζωές δύο πανομοιότυπων διδύμων γκάνγκστερ, Ronnie και Reggie Kray (ο Τομ Χάρντι καλύπτει και τους δύο ρόλους…), οι οποίοι θεωρούνται δύο από τους μεγαλύτερους εγκληματίες της Αγγλίας.

Η ταινία αποτελεί κάποιου είδους αφήγηση της γυναίκας του Reggie, Frances (Έμιλι Μπράουνινγκ) και μας διηγείται την πορεία των δύο αδερφών στο έγκλημα (και όχι μόνο), από λίγο πριν φτάσουν στην κορυφή, έως την ολοκληρωτική καταστροφή τους.

εικόνα 1

Βασισμένο σε βιβλίο του Τζον Πίρσον, με σενάριο δουλεμένο από τον Μπράιν Χέλγκελαντ, βραβευμένο με Όσκαρ σεναριογράφο των «Σκοτεινό Ποτάμι» και «Λος Άντζελες Εμπιστευτικό», με τον αμερικάνο σεναριογράφο να περνά και πίσω από την κάμερα σε ρόλο σκηνοθέτη (έχει σκηνοθετήσει κι άλλα φιλμ στο παρελθόν, με ένα από αυτά να είναι «Ο Θρύλος ενός Ιππότη», με πρωταγωνιστή τον Χιθ Λέτζερ). Τα καταφέρνει αρκετά καλά και στους δύο ρόλους που αναλαμβάνει, με την ταινία, παρόλο που ξεπερνά τις δύο ώρες σε διάρκεια, να μη γίνεται κουραστική, αν και κάπου μετά τη μέση, δημιουργείται μια μικρή κοιλίτσα στην υπόθεση.

Ένα στοιχείο που κάνει τη ροή της ταινίας ενδιαφέρουσα, ίσως είναι πως πέρα από την εγκληματική ζωή των διδύμων και τη συναναστροφή τους με τους γύρω τους, τονίζει και τη σχέση μεταξύ τους, τη συνεργασία τους, τις διαφωνίες τους, αλλά και την αδυναμία που έχει ο ένας στον άλλον, πράγμα δύσκολο, αν σκεφτεί κανείς ότι ενσαρκώνονται από τον ίδιο ηθοποιό.

_MG_1955.CR2

Περνώντας στο υποκριτικό μέρος της ταινίας, βλέπουμε σε δεύτερους ρόλους μια συμπαθητική Έμιλι Μπράουνιγνκ στο ρόλο της αφηγήτριας Frances. Η αλήθεια είναι, πως περίμενα να απογοητευτώ από τη συγκεκριμένη, καθότι δεν έχει κάποια αξιόλογη ερμηνεία στο ενεργητικό της (σε όσους δε θυμίζει κάτι, είναι η πρωταγωνίστρια του «Sucker Punch»). Παρόλα αυτά, χωρίς να εντυπωσιάζει, καταφέρνει να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων. Στο ρόλο του οικονομικού συμβούλου των αδερφών Kray, Leslie Payne, βρίσκουμε τον Ντέιβιντ Θιούλις (ο καθηγητής Λούπιν από τη σειρά «Χάρι Πότερ»), ο οποίος γενικότερα είναι ηθοποιός με ατελείωτο ταλέντο, αλλά εδώ αρέσκεται σε μια χαλαρή ερμηνεία. Ίσως να μην του το επέτρεψε ο ρόλος να επεκταθεί… Τέλος, στο ρόλο του συντρόφου του Ronnie Kray (Ο Ronnie Kray ήταν ομοφυλόφιλος), βρίσκουμε τον πολύ καλό Τάρον Έγκερτον, γνωστό από τον πρωταγωνιστικό του ρόλο στο «Kingsman: Η Μυστική Υπηρεσία».

εικόνα 3

Και τώρα ήρθε η ώρα να μιλήσουμε για τον Χάρντι. Είναι γνωστό, ότι πλέον ο βρετανός ηθοποιός είναι ένας από τους καλύτερους ηθοποιούς της εποχής μας. Σε όλες τις δουλειές που έχει συμμετάσχει, είτε είναι επιτυχημένα blockbuster («Inception», «Mad Max: Ο Δρόμος της Οργής»), είτε είναι ποιοτικές αλλά λιγότερο γνωστές ταινίες («Σε Λάθος Χρόνο»), είτε είναι μέτρια φιλμ («Child 44»), έχει καταφέρει να δώσει τον καλύτερό του εαυτό και να είναι ένα από τα μεγαλύτερα «συν» του έργου.

Το ίδιο κάνει και με το «Δίδυμοι Θρύλοι», ερμηνεύοντας όχι έναν, αλλά δύο ρόλους! Αυτό το εγχείρημα φαίνεται εξαιρετικά δύσκολο, καθώς για μία ταινία, χρειάστηκε να μπει σε δύο διαφορετικούς χαρακτήρες, μιας και ο ένας αδερφός είναι λογικός και ξύπνιος, ενώ ο άλλος είναι σχεδόν σχιζοφρενής. Κάθε φορά που έλεγα μέσα μου ότι ερμηνεύει καλύτερα τον Ronnie, με εντυπωσίαζε με κάτι που έκανε ερμηνεύοντας τον Reggie, και το αντίστροφο. Πραγματικά μία (ή μάλλον δύο) από τις καλύτερες ερμηνείες του ηθοποιού.

εικόνα 4Το παίξιμο του Χάρντι είναι τόσο εξαιρετικό, που σε σημεία φαίνεται να ξεπερνά το ίδιο το φιλμ. Δεν ξέρω κατά πόσο όμως, αυτό είναι θετικό για την ταινία ή όχι…

Εν ολίγοις λοιπόν, οι «Δίδυμοι Θρύλοι» είναι ένα αρκετά καλό έργο να σας χαρίσει ένα όμορφο κινηματογραφικό απόγευμα. Μιας και που στην αρχή έθεσα κάποιου είδους σύγκριση με την «Ανίερη Συμμαχία», να πω πως οι «Δίδυμοι Θρύλοι» ξεπερνούν σε σημεία το αμερικάνικο φιλμ. Καλή σας διασκέδαση!