5 ταινίες που επιβάλλεται να δεις

«Pulp Fiction»

image2

Το αριστούργημα του Ταραντίνο, μια ταινία που ενέπνευσε γενιές σκηνοθετών μετά την κυκλοφορία της (1994), στην πραγματικότητα δεν μπορεί να προσδιοριστεί αναφορικά με το είδος. Περιπέτεια δεν την λες, καθώς οι σκηνές πραγματικής δράσης στην ταινία είναι μετρημένες στα δάκτυλα του ενός χεριού. Δράμα από την άλλη δεν την λες, δεν υπάρχει κλάμα και οδυρμός και βλέποντας την δεν νιώθεις ιδιαίτερη λύπη. Στην πραγματικότητα η ταινία είναι λίγο από όλα, είναι Ταραντίνο. Οι ερμηνείες των ηθοποιών από την άλλη έχουν μείνει στην ιστορία αλλά και στο ίντερνετ ,από το “I dare you , I double dare you [email protected]” του Jewells (aka Samuel Jackson), έως τον μονόλογο για τις άβολες σιωπές της Mia Wallace (aka Uma Thurman). Το καστ της ταινίας περιλαμβάνει ονόματα  όπως η Uma Thurman, ο John Travolta, ο Samuel Jackson, ο Bruce Willis και ο Harvey Keitel, ενώ σε ένα μικρό μέρος παίζει και ο ίδιος ο σκηνοθέτης ο Quentin Tarantino. Είναι μια ξεχωριστή ταινία που δεν εστιάζει στο να αποδώσει κάποιο μάθημα ή συμπέρασμα, αλλά στο να αναδείξει την μαγεία του κινηματογράφου, μέσα από την σκηνοθεσία και τους ηθοποιούς.

«Fight Club»

fightclub

Το γνωστό και ίσως πλέον mainstream «Fight Club», είναι πραγματικά μια ταινία που αλλάξει τον τρόπο σκέψης σου. Οι ανατρεπτικές ερμηνείες των Brad Pitt, Edward Norton και Helena Bonham Carter, αλλάζουν τα τότε δεδομένα του κινηματογράφου. Αυτό το ψυχεδελικό έργο θα σε βάλει σε σκέψεις για την ζωή σου, ακόμα και σήμερα το 2016, 17 ολόκληρα χρόνια μετά το έτος κυκλοφορίας του. Είναι μια ταινία που ανεξαρτήτως προτίμησης, την οποία ο καθένας πρέπει να έχει δει. Δεν θα αποκαλύψω τίποτα για την πλοκή του έργου, γιατί πρώτoν θα σας το χαλάσω και δεύτερον, “the first rule of fight club is: you do not talk about fight club.

«Dead Poets Society» ή «Carpe Diem»

image4

Μία ταινία σταθμός στον παγκόσμιο κινηματογράφο είναι ο «Κύκλος των Χαμένων Ποιητών». O Robin Williams στο ρόλο του εναλλακτικού καθηγητή, αναλαμβάνει να κάνει το μάθημα της Αγγλικής Γλώσσας και Ποίησης σε ένα αυστηρό σχολείο αρρένων όπου αποκλειστικός στόχος όλων είναι να περάσουν στο Harvard ή το Yale, ώστε να γίνουν επιτυχημένοι άνθρωποι. Στην ταινία επικρατεί η αυστηρότητα και η καταπίεση του εκπαιδευτικού, αλλά και γενικότερα του παιδαγωγικού συστήματος των παρελθόντων ετών. Ο Καθηγητής Κίτινγκ, (Robin Williams) με την εναλλακτική διδασκαλία του, εμπνέει τους μαθητές του να ακολουθήσουν τα πραγματικά όνειρα, αλλά και να αδράξουν την ημέρα, μην αφήνοντας δευτερόλεπτο να περάσει ανεκμετάλλευτο. Καταπληκτική ταινία που αναδεικνύει την ουσία της γνώσης και αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο χειρίζεσαι τις αποφάσεις και τον χρόνο σου.

«Marley and me»

marley-me-wallpaper-marley-and-me-2008-5807697-1292-916

Θες να κλάψεις σαν πεντάχρονο που του αποκεφάλισαν την Barbie? Αυτή είναι η ταινία σου, με πρωταγωνιστές την Jenifer Aniston και τον Owen Wilson και φυσικά το λαμπραντόρ τους, τον Marley, που τους κάνει την ζωή κόλαση. Η ταινία αναδεικνύει με μοναδικό τρόπο την αγάπη μιας οικογένειας για τον σκύλο τους, ακόμα και αν είναι ατίθασος, ενώ ταυτόχρονα πραγματικά συγκινεί, εξαιτίας της ταύτισης πολλών θεατών με τις καταστάσεις και τα συναισθήματα του έργου. Η καλύτερη ταινία για φιλόζωους που πραγματικά μου τσάκισε την καρδιά.

«American History X»

maxresdefault

Σε μία Αμερική που μαστίζεται από τον ρατσισμό, η ταινία «Μαθήματα αμερικάνικης ιστορίας Χ» έρχεται την εποχή κυκλοφορίας της (1998), να ανατρέψει τα δεδομένα απεικονίζοντας την ζωή ενός νεοναζί, τον οποίο υποδύεται ο Edward Norton (πρωταγωνιστεί επίσης στο «Fight Club») . Ο  φανατικός Dereck Vinyard, αρχηγός συμμορίας, βρίσκεται μέσα στην φυλακή μετά την δολοφονία εγχρώμων έξω από το σπίτι του. Όμως, με την βοήθεια ενός έγχρωμου δασκάλου του από το λύκειο, καταφέρνει να αλλάξει τον τρόπο ζωής του, μεταβάλλοντας ριζοσπαστικά  τον τρόπο αντίληψής του, καταρρίπτοντας κάθε ρατσιστική διάθεση, ώστε να αποτρέψει τον αδελφό του από το να επαναλάβει τα λάθη του.

Οι παραπάνω ταινίες αποτελούν προσωπική επιλογή αναφορικά με τον ρόλο και τη συνεισφορά τους στον κινηματογράφο, ανακαλύψτε τες μόνοι σας και καλή προβολή!

 

 

 

«Captain America: Civil War» – Η Μεγάλη Μάχη

Φέτος είναι η χρονιά που οι μεγαλύτεροι υπερήρωες απ’ όλους έρχονται ο ένας αντιμέτωπος με τον άλλο, όμως αυτή την φορά δεν κονταροχτυπιούνται μόνο στα ταμία. Ο Batman και ο Superman παίξανε το –μέτριο– ξύλο τους στο «Batman V.Superman: Dawn of Justice», ενώ τηλεοπτικά ο Daredevil και ο Punisher λύσανε –επιτυχώς– τις διαφωνίες τους στο «Daredevil» του Netflix. Τώρα όμως είναι η σειρά ενός άλλου event μάχης μεταξύ των αγαπημένων σας ηρώων, του Captain America και του Iron Man στο «Captain America: Civil War».

Μετά τα γεγονότα και τις καταστροφές που προκλήθηκαν στις προηγούμενες ταινίες της Marvel, ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών υποβάλει στους Avengers ένα σύμφωνο κατά το οποίο οι τελευταίοι θα είναι όργανα της τάξεις υπό την αιγίδα του ΟΗΕ, στον οποίο και θα λογοδοτούν προκειμένου να μην επαναληφθούν τραγωδίες με τόσους αμάχους νεκρούς. Όσοι υπερήρωες δεν συμφωνούν είτε θα απομακρύνονται από την ενεργή δράση είτε, σε περίπτωση που δεν απομακρυνθούν, θα θεωρούνται εκτός νόμου. Όπως είναι αναμενόμενο, ανάμεσα στους ήρωες οι απόψεις διίστανται, με τον Tony Stark/Iron Man (Robert Downey Jr.) να τάσσεται υπέρ του συμφώνου και τον Steve Rogers/Captain America (Chris Evans) να τάσσεται κατά. Όμως η σταγόνα που ξεχειλίζει το ποτήρι είναι μια πράξη για την οποία κύριος υπεύθυνος θεωρείται ο Bucky Barnes (Sebastian Stan), ο καλύτερος φίλος του Captain America, γνωστός και ως Winter Soldier, στρέφοντας τους αγαπημένους μας ήρωες τον έναν απέναντι στον άλλο και μετατρέποντας τους φίλους σε εχθρούς.

Captain-America-and-Iron-Man-in-Captain-America-Civil-War

Ως προς το σενάριο, η ταινία έχει το ατού μερικών εξαιρετικών και πραγματικά καλογραμμένων χαρακτήρων που οι ίδιοι φαίνονται να κατευθύνουν την πλοκή. Εδώ έχουμε έναν ηρωικό Captain America που έχει σαν αδυναμία την πίστη και την αγάπη προς τους φίλους του, πράγμα που του δίνει κίνητρο να μην αποδεχθεί το σύμφωνο μόνο και μόνο επειδή το βλέπει σαν μια καταπίεση της ελευθερίας της ομάδας του. Και στον αντίποδα έχουμε έναν Tony Stark που θέλει να ξεγράψει τα λάθη του παρελθόντος και να λυτρωθεί από τις τύψεις των θανάτων τόσων αθώων που αισθάνεται πως τον βαραίνουν, βάζοντας έτσι ένα στοπ στην παντοδυναμία του για το κοινό καλό.

Το σενάριο δεν επικεντρώνεται τόσο στην έννοια ενός Εμφυλίου ανάμεσα στους υπερήρωες αλλά σε μια κατάσταση που και οι δύο πλευρές έχουν δίκιο και ταυτόχρονα δεν μπορούν να συμβιβαστούν στο αντίθετο, βάζοντας έτσι και τον ίδιο τον θεατή στο δίλημμά «ποια πλευρά να διαλέξω» και χωρίς να τον κατευθύνει σε κάποια επιλογή, πράγμα που σε λίγες ταινίες πετυχαίνει. Βέβαια, μιας και ο Captain America των αδερφών Russo έχει μια τάση στο κατασκοπικό θρίλερ, υπάρχει ταυτόχρονα και κάποιος επιπλέον «κακός» που παίζει ρόλο στην ιστορία, καθώς προσπαθεί να εκμεταλλευτεί  την κατάσταση του εμφυλίου σε όφελος του, τον Zemo (Daniel Brühl). Αν και ο χαρακτήρας του δεν φαίνεται αρκετά καλοδουλεμένος σε σχέση με άλλους του έργου, η ανάμειξη του στην ιστορία είναι καθοριστική και αναπόφευκτη.

Για την σύγκρουση στρατολογούνται πολλοί από τους γνωστούς μας υπερήρωες: στην πλευρά του Iron Man οι War Machine (Don Chaedle), Black Widow (Scarlett Johanson), και Vision (Paul Bettany), ενώ στην πλευρά του Captain America βρίσκουμε τους Falcon (Antony Mackie), Hawkeye (Jeremy Renner), Scarlett Witch (Elizabeth Olsen), Ant-Man (Paul Rudd) και τονBucky. Όμως δύο νέα πρόσωπα κάνουν την εμφάνιση τους στο προσκήνιο (στο πλευρό του Iron Man), με βασικότερο τον Νιγηριανό πρίγκηπα T’Challa και υπερήρωα Black Panther (Chadwick Boseman) στην πρώτη του κινηματογραφική εμφάνιση. Ο νέος ήρωας έχει πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία και ο Boseman φαίνεται αρκετά ταλαντούχος ώστε να μας κάνει να περιμένουμε πως και πως την δική του αποκλειστική ταινία μέσα στο 2017.

captain-america-civil-war-07

Και από την άλλη έχουμε έναν καινούργιο Spider-Man με το πρόσωπο του νεαρού Tom Holland. Πολύ τον περιμέναμε, κυρίως για να δούμε τι θα κάνει η Marvel με τον χαρακτήρα που μέχρι τώρα είχε η Sony στα χέρια της και το αποτέλεσμα ήταν πέντε ταινίες που όμως καμία δεν φαινόταν να πιάνει πλήρως τον χαρακτήρα όπως ήταν στα κόμικς. Ε λοιπόν, αυτή την φορά φαινόμαστε να είμαστε στον καλύτερο δρόμου που θα μπορούσαμε να βρεθούμε: ο Tom Holland είναι ένας εξαιρετικός Spider-Man, έχοντας τον παιδιάστικο χαρακτήρα του ήρωα μα και ταυτόχρονα την εξυπνάδα του, χωρίς να χάσει μάλιστα την ευκαιρία να κλέψει την παράσταση στο σύντομο διάστημα που εμφανίζεται. Πολλοί μιλάνε για τον καλύτερο Spider-Man στην οθόνη, χωρίς να έχουν απόλυτο άδικο.

Πολλοί επίσης είναι αυτοί που μιλάνε για την καλύτερη ταινία «Captain America», ενώ ακόμη κάποια ακόμη μιλούν για την καλύτερη ταινία Marvel, πράγμα που ειπώθηκε και για την προηγούμενη ταινία του ομώνυμου ήρωα, το «Winter Soldier». Την εκρηκτική συνταγή και τότε την εκτέλεσαν οι σκηνοθέτες-αδερφοί Russo, φέρνοντας στο τραπέζι έναν νέο και αρκετά διαφορετικό Captain America με περισσότερο ενδιαφέρον από αυτό ενός «προσκόπου». Και εδώ κάνουν παπάδες έχοντας στα χέρια τους περισσότερους χαρακτήρες και ήρωες για να παίξουν μαζί τους, γυρίζοντας μάλιστα την ταινία με τέτοιο τρόπο που να κουμπώνει αισθήτικά με τις υπόλοιπες, λες και όλες τις γύρισε ο ίδιος άνθρωπος. Και τα καταφέρνουν εξαιρετικά καλά σε αυτό, αλλά για κάποιον που δεν έχει ξαναδεί ταινία της σειράς η ταινία δεν θα έχει τόσο μεγάλο αντίκτυπο όσο σ’ έναν μεγάλο φαν, δεμένο με τους χαρακτήρες.

Εν κατακλείδι, το «Captain America: Civil War» αποδεικνύει πως η μονομαχία δύο μεγάλων υπερηρώων μπορεί να είναι κάτι παραπάνω από ένα ματς ανάδειξης του δυνατότερου των δύο, χωρίς ποτέ να προδίδει το κοινό σε θέαμα και ουσία και συχνά δίνοντας του και περισσότερα απ’ όσα ζητάει. Είναι μια ταινία που όλοι μπορούν να απολαύσουν, ανεξάρτητα με το αν είναι φαν του franchise ή όχι, με χαρά στην αγαπημένη τους αίθουσα σινεμά!

«Spotlight»: Η αλήθεια στο φως

Είναι γνωστή ιστορία να βλέπουμε ανάμεσα στις υποψηφιότητες των Όσκαρ πραγματικές ιστορίες, όπου οι καλοί αντιμετωπίζουν το σύστημα και εν τέλει τα καταφέρνουν, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Κάποιες φορές είναι αδέκαστοι δικηγόροι, άλλες αδιάφθοροι αστυνομικοί, συχνά χαρισματικοί πολιτικοί και συνηθέστερα δημοσιογράφοι. Τρανταχτό παράδειγμα τέτοιας ταινίας αποτελεί το πολιτικό θρίλερ «Όλοι οι Άνθρωποι του Προέδρου», όπου οι πρωταγωνιστές Robert Redford και Dustin Hoffman προσπαθούν να αποκαλύψουν την αλήθεια για το σκάνδαλο του Γουοτεργκέιτ, ταινία που απέσπασε και τέσσερα Όσκαρ (μεταξύ των οποίων σεναρίου). Είναι δύσκολο να ξεφύγει κάποιο έργο από αυτή την τυποποίηση, όπως επίσης δεν μπορούν και να ξεφύγουν από την μανία της Ακαδημίας να λατρεύει τέτοιου είδους ταινίες.

pic1

Προτού παρακολουθήσω το «Spotlight» του Tom McCarthy αναρωτιόμουν – δικαίως – αν σε αυτή την περίπτωση έχουμε να κάνουμε με μια τυπική οσκαρική ταινία ή με κάποιο ξεχωριστό έργο. Βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα, η ιστορία ακολουθεί μια ομάδα ερευνητών δημοσιογράφων που προσπαθούν να ξεσκεπάσουν την συγκάλυψη βιασμών ανηλίκων από την Καθολικοί Εκκλησία. Και εδώ βλέπουμε τους αγώνες και τις πιέσεις των ηρώων μας για να φτάσουν στην αλήθεια, βρίσκοντας και προσπερνώντας πάρα πολλά εμπόδια στον δρόμο τους.

Βλέποντας το έργο βλέπεις ένα συνολικό αποτέλεσμα που χαρακτηρίζεται από την απλότητά του. Η φωτογραφία είναι ταιριαστά μουντή, ενώ η μουσική είναι ήρεμη, χωρίς σκαμπανεβάσματα. Και η σκηνοθεσία του Tom McCarthy είναι μετρημένη, όμως πολύ συχνά είναι αργή και δεν παρουσιάζει κάτι ιδιαίτερο. Όσο και να μην λάτρεψα το «Carol», νομίζω πως ο σκηνοθέτης του Todd Haynes άξιζε περισσότερο την υποψηφιότητα της σκηνοθεσίας απ’ ότι ο McCarthy, και αυτό όχι γιατί ο τελευταίος έκανε κακή δουλειά, αλλά επειδή του έλειπε η κινηματογραφικότητα του πρώτου.

rachel-mcadams-mark-ruffalo-brian-dg-arcy-michael-keaton-and-joh

Πολύ καλύτερη δουλειά βλέπουμε τον McCarthy να κάνει στο σενάριο, παρέα με τον Josh Singer. Τόσο οι διάλογοι όσο και οι χαρακτήρες είναι καλογραμμένοι, όμως εν τέλει η αλήθεια που αποκαλύπτουν είναι αυτή που κερδίζει το ενδιαφέρον μας, φέρνοντας μας σε αμηχανία για τα συμβάντα που εξιστορούνται και σε θαυμασμό για τους ήρωες που τα έφεραν στο φως, υπενθυμίζοντας μας πως το επάγγελμα της δημοσιογραφίας κάποτε ήταν ηθικό και πως ακόμη μπορεί να είναι, βάζοντας την σωστή ενημέρωση μπροστά από κάθε τι, ακόμη και από τους ίδιους τους τους εαυτούς. Και ακόμη και αυτή την ταύτιση κατορθώνουν οι σεναριογράφοι, βάζοντας μπροστά απ’ όλα την ιστορία και τα γεγονότα και αφήνοντας μακριά λεπτομέρειες της οικιακής ζωής του καθενός ήρωα ή, τουλάχιστον, κρατώντας μόνο όσες συνδέονται με την πλοκή.

Κρίνοντας το έργο δεν μπορούμε όμως να αφήσουμε ασχολίαστες τις εξαιρετικές του ερμηνείες. Ξεκινώντας από τους δευτερεύοντες ρόλους, ο Liev Schreiber είναι πράγματι εξαιρετικός στο ρόλο του αρχισυντάκτη της εφημερίδας, ενσαρκώνοντας το χαρακτήρα του με σεμνότητα και μυστήριο, ενώ ο υφιστάμενος του John Slattery , συνοδευόμενοι από τους Stanley Tucci και Billy Crudup, που υποδύονται δύο επαγγελματίες δικηγόρους που είτε θα βοηθήσουν είτε θα εμποδίσουν την έρευνα. Όμως αυτοί που έχουν περισσότερη αξία είναι τα μέλη της δημοσιογραφικής ομάδας: Ο Michael Keaton είναι άνετος ως υπεύθυνος τους (παίζοντας ωραία αλλά χωρίς να πλησιάζει ελάχιστα τον ογκόλιθο ερμηνείας του «Birdman»), ενώ η Rachel McAdams έχει μια καλή ερμηνεία που όμως δεν δείχνει να στηρίζει επάξια την οσκαρική της υποψηφιότητα στο Β’ Γυναικείο. Αυτός που γίνεται εύκολα συμπαθής ήταν ο σχετικά άγνωστος Brian d’Arcy James στο ρόλο ενός οικογενειάρχη που, όσο περισσότερα μαθαίνει, τόσο περισσότερο φοβάται για την οικογένεια του, όμως η καλύτερη ερμηνεία ανήκει μακράν στον Mark Ruffalo, που ενσαρκώνει τον πιο πεισματάρη και δουλευταρά όλης της ομάδας στην καλύτερη ίσως ερμηνεία της καριέρας του (αδίκως στην κατηγορία του Β’ Ανδρικού).

Το «Spotlight» σήμερα είναι ένας από τους φιναλίστ των κυριακάτικων Όσκαρ, κουβαλώντας στην πλάτη του έξι υποψηφιότητες (ταινίας, σκηνοθεσίας, σεναρίου, β’ ανδρικού και γυναικείου ρόλου, μοντάζ) και πολλές επευφημίες τύπου «καλύτερη ταινία της χρονιάς». Αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, δε νομίζω πως αξίζει στο έργο αυτή η ταμπέλα. Σίγουρα ήταν ένα εξαιρετικό έργο, με εξαιρετικό σενάριο και ερμηνείες, όμως χωρίς πολλά περισσότερα να δώσει πέρα από την ιστορία θάρρους που αφηγείται. Όμως έχουμε να κάνουμε με μια ιστορία που αξίζει να μάθουμε και που μάλλον θα κερδίσει το βραβείο πρωτοτύπου σεναρίου που, ακόμη και αν δεν χαίρει της πρωτοτυπίας ενός «Inside Out» ή «Ex_Machina», είναι ένας ύμνος στην δημοσιογραφία και την δύναμη της, καθώς και σε όσους την ασκούν με λειτουργική ευλάβεια και σύνεση.

Αν αυτές είναι οι απαιτήσεις σας από το «Spotlight», τότε αυτή η ταινία είναι για εσάς.

«Hail,Caesar» – Νοσταλγοί του παλιού Σινεμά

Στο σινεμά είναι πολλά ντουέτα που έχουν σκηνοθετήσει και έχουν κατά καιρούς βραβευτεί για τις δουλειές τους, όμως κανένα από αυτά δεν είναι τόσο διάσημο, δυναμικό και πρωτότυπο σαν αυτό των αδελφών Joel και Ethan Coen. Ευρέως (και Εβραίοι) γνωστοί απ’ το «Fargo», αγαπητοί από το «Big Lebowski» και βραβευμένοι με 3 Όσκαρ για το«No Country for Old Men», οι Coen με κάθε τους ταινία φιλοσοφούν την ζωή κατά καιρούς με μηδενιστικό τρόπο και συνεχώς με μακάβριο χιούμορ, χωρίς κάποια ταινία τους να έχει μια συγκεκριμένη ταμπέλα. Μετά, λοιπόν, από το αριστουργηματικό και υποτιμημένο «Inside Llewyn Davis» επιστρέφουν μια νέα κωμωδία τους, το «Hail, Caesar» («Χαίρε, Καίσαρ» στις αίθουσες, αν και το καταλάβατε και μόνοι σας αυτό).

pic1

Την δεκαετία του ’50, στην Χρυσή Εποχή του Χόλυγουντ, τα στούντιο αντιμετωπίζουν κάθε λογής προβλήματα: τα βίτσια κάθε σταρ, παράνομες εγκυμοσύνες, παράνομους κομμουνιστές, έλλειψη ταλέντου, έλλειψη ανθρωπιάς. Όμως υπάρχει ένας άνδρας αρκετά νηφάλιος και καλός, ώστε να μπορεί να διαβεί αυτόν τον δύσκολο δρόμο και να λύσει αυτά τα προβλήματα μένοντας αλώβητος στο τέλος. Μιλάμε προφανώς για τον Έντι Μάνιξ (ο Josh Brolin συμπαθής και σκληροτράχηλος ταυτόχρονα), του οποίου η κάθε μέρα είναι γεμάτη με τα προβλήματα του σετ και την προσπάθεια επίλυσης τους. Και έχει πολλά προβλήματα στην μια μέρα και κάτι που παρακολουθούμε, με κυριότερο και βασικότερο αυτό της απαγωγής του μεγάλου σταρ Μπερντ Γουίτλοκ (ο George Clooney ερμηνεύει για μια ακόμη φορά έναν  πολύ βλαμμένο χαρακτήρα για χάρη των Coen), αλλά ταυτόχρονα και τον προσωπικό του σταυρό που σέρνει μαζί του όπου και να πάει.

Στο δρόμο του ο Μάνιξ συναντάει πολλούς και διαφορετικούς περίεργους. Μια σταρ που είναι λιγότερο αθώα απ’ όσο δείχνει (μια όμορφη αλλά σκληρή Scarlett Johanson), ένας ευγενικός μα και ευέξαπτος σκηνοθέτης (ο Ralph Fiennes όπως τον ξέρουμε), ένας ηθοποιός-χορευτής-μοντέλο με κάποια μυστικά (ο Channing Tatum ξέρει να χορεύει), δύο δίδυμες και ανταγωνίστριες σκανδαλοθήρες ρεπόρτερς (η Tilda Swidson παίζει απλά για να χαίρεσαι που την βλέπεις), αλλά και έναν παντελώς ατάλαντο μα καλοπροαίρετο νεαρό σταρ (ο Alden Ehrenreich είναι πράγματι εξαιρετικός και έχει τα φόντα να λάμψει μελλοντικά). Και είναι λες και ο καθένας ζει στη δική του ταινία, όπως και ο ίδιος ο Μάνιξ αντίστοιχα μοιάζει να ζει μέσα σ’ ένα φιλμ νουάρ.

pic2

Όμως η ταινία δεν ανήκει σε κάποιο ξεκάθαρο είδος και αυτό φαίνεται να μας μπερδεύει και να μην έχει κάποιο συγκεκριμένο στόχο. Μπορεί να προμοτάρεται σαν κωμωδία, όμως το μαύρο χιούμορ της δεν προκαλεί πάντα γέλιο. Φαίνεται σα να παρακολουθούμε κάποια αστεία μικροεπεισόδια με πρωταγωνιστές μεγάλους σταρ, τα οποία όμως βρίσκονται στην ταινία για να την εξυπηρετήσουν στιλιστικά και όχι αφηγηματικά. Η ταινία πολλές φορές θέλει να εστιάσει στα διλήμματα του καλόκαρδου άνδρα που λέγεται Μάνιξ, ο οποίος προσπαθεί να διαφυλάξει την αγνότητα του Χόλυγουντ και συνεχώς αυτοθυσιάζεται για χάρη του, ενώ η καθημερινότητα του του επιφυλάσσει συνεχώς εκπλήξεις που μόνο η πίστη του στον Θεό τον κάνει να τα υπερπηδάει. Και αυτό φαίνεται να είναι ένα ενδιαφέρον μήνυμα χάρη στο οποίο η ταινία αποκτά ένα ενδιαφέρον. Η αποτυχημένη όμως ταμπέλα της κωμωδίας εντέλει υποβαθμίζει την αξία αυτής της παραβολής αντί να την σιγοντάρει και μειώνει τον δυναμισμό που θα μπορούσε να έχει το έργο σαν αποτέλεσμα.

Παρ’ όλα αυτά, όμως, το έργο όχι απλά βλέπεται αλλά είναι και τρομερά όμορφο. Πέρα από την ωραία αναπαράσταση της εποχής, οι Coen δημιουργούν ταυτόχρονα άλλες τρεις-τέσσερεις (ένα γουέστερν, δύο μιούζικαλ, ένα δράμα κι ένα θρησκευτικό έπος), όλες προσεγμένες σκηνοθετικά, εμπλουτισμένες με τις τεχνικές της εποχής που εκτυλίσσεται το έργο. Η καλλιτεχνική διεύθυνση είναι επίσης προσεγμένη και βοηθάει το έργο να μοιάζει σχεδόν χειροποίητο, σαφώς με την βοήθεια της φωτογραφίας του Roger Deakins, ο οποίος κουβαλάει δώδεκα συνεργασίες με τους Coen και το ρεκόρ για τις δεκατρείς του υποψηφιότητες για Όσκαρ χωρίς να έχει νικήσει ακόμη το βραβείο (και όλοι κλαίνε για DiCaprio, ξέρω ‘γω), ενώ ο Carter Burwell υπογράφει το νοσταλγικό σάουντρακ που δένει την συνταγή στο τέλος.

Εν ολίγοις, το «Χαίρε, Καίσαρ» δεν είναι από τις δυνατότερες ταινίες των Coen, αλλά αυτό δεν την καθιστά κακή. Η ταμπέλα της κωμωδίας σε συνδυασμό με την πνευματικότητα του πρωταγωνιστή φέρνει το έργο σε μια κρίση ταυτότητας, την οποία όμως ξεπερνούν ως ένα σημείο το εκλεκτό καστ και ο τεχνικός τομέας. Όσοι περιμένουν μια εξαιρετικά αστεία κωμωδία μπορεί να απογοητευτούν, όμως οι νοσταλγοί σινεφίλ θα απολαύσουν ένα καλαίσθητο ερωτικό γράμμα στο ν κινηματογράφο που τους λείπει. Μπορεί να μην είναι για όλους, όμως είναι μια ταινία άξια για να δοκιμάσετε.

«Deadpool»: Μια ιστορία αγάπης

Θα το παραδεχτώ από την αρχή, έτσι ώστε να κάνω ξεκάθαρο το χαρακτήρα και το περιεχόμενο του υπόλοιπου κειμένου, καθώς και το τι γενική άποψη έχω για την ταινία. Από ταινίες με χαρακτήρες της Marvel, το «Deadpool» ήταν η καλύτερη που έχει βγει ως τώρα.

Η ιστορία πάει ως εξής. Ο Deadpool (Ράιαν Ρέινολντς) ψάχνει μανιωδώς έναν μεταλλαγμένο ονόματι Francis (Εντ Σκρέιν), ο οποίος Francis είναι ο μόνος που μπορεί να διορθώσει το κατεστραμμένο του πρόσωπο. Κατά τη διάρκεια της αναζήτησής του, δε θα σταματήσει πουθενά, θα τα βάλει με τους πάντες, θα σκοτώσει τους πάντες και θα κάνει και χιούμορ παράλληλα.

Διότι ο Deadpool δεν ήταν πάντα το μεταλλαγμένο φρικιό που βλέπουμε (εμφανισιακά, γιατί κατά τ’ άλλα είναι γλυκούλης). Ήταν ο μισθοφόρος Wade Wilson, ο οποίος ήταν ερωτευμένος με την Vanessa (Μορένα Μπακαρίν) και σχεδίαζαν να παντρευτούν, μέχρι που εκείνος διαγνώστηκε με καρκίνο στο τελευταίο στάδιο. Του δόθηκε, όμως, η ευκαιρία να γιατρευτεί, και σαν αντάλλαγμα ο Francis να πειραματιστεί πάνω του και να τον κάνει μεταλλαγμένο. Ο Wade δεν ήξερε ότι όλο αυτό θα τον άλλαζε εξωτερικά, και τώρα πασχίζει να ξαναγίνει όμορφος, ώστε να μπορεί να αντικρίσει και πάλι την αγαπημένη του (δε σας συγκίνησε αυτό; Εγώ έχω ήδη αρχίσει να σπαράζω…). Σε όλο αυτό δεν θα είναι μόνος. Έχει στο πλάι του δύο X-men (η παραγωγή δεν είχε λεφτά για περισσότερους), έναν ταξιτζή, μια τυφλή ηλικιωμένη κυρία και τον παλιό του κολλητό. Team δέκα φορές καλύτερο από τους Avengers…

pic`

Η σκηνοθεσία του Τιμ Μίλλερ είναι ό,τι πρέπει για τέτοιου είδους ταινίες, ενώ η υπόθεση μας εξιστορείται με την τεχνική του flashback. Δηλαδή το έργο ξεκινά από ένα σημείο και κατά τη διάρκεια του, μας παρουσιάζεται το παρελθόν του πρωταγωνιστή. Το σενάριο είναι τραγικά απλό, μα το σώζουν πολύ οι έξυπνοι διάλογοι. Αλλά μεταξύ, δεν πας να δεις το εν λόγω έργο για το σενάριο και την σκηνοθεσία του. Πας να το δεις για τον Deadpool.

Ο Ράιαν Ρέινολτς είναι φα-ντα-στι-κός σε αυτό που κάνει. Παίρνει το συγχωροχάρτι για την αποτυχία του «Green Lantern» (2011) από τα δέκα πρώτα λεπτά της ταινίας και κάνει το χαρακτήρα δικό του. Ναι όπως ο Χιου Τζάκμαν με τον Wolverine και ο Ρόμπερτ Ντάουνι Τζούνιορ με τον Iron-man. Για τέτοια επιτυχία μιλάμε…

pic2

Δεν περίμενα να δω καλύτερο Deadpool στη μεγάλη οθόνη. Αστείος, κάφρος, παρανοϊκός, βίαιος, ρομαντικός. Γυρνά αρκετές φορές και απευθύνει το λόγο στο κοινό (αφήνοντας να εννοηθεί ότι οι περιττές φωνές που έχει στο κεφάλι του είναι οι ίδιοι οι θεατές), κάνει χαβαλέ με όλους και με όλα, βρίσκει ευφάνταστους τρόπους να σκοτώνει τους εχθρούς του (τα cgi, make-up και ειδικά εφέ, κάνουν εξαιρετική δουλειά εδώ) κι όλα αυτά στο όνομα του… έρωτα για την αγαπημένη του Vanessa.

Συνάμα, δεν είναι λίγες οι στιγμές που κάνει αναφορές σε άλλες ταινίες, όπως παλιότερες ταινίες με ήρωες της Marvel (το «X-men Origins: Wolverine» και ο Χιου Τζάκμαν έχουν την τιμητική τους), ενώ ο Deadpool ειρωνεύεται μέχρι και τον ίδιο τον Ράιαν Ρέινολντς. Πιστέψτε με, είναι πιο αστείο απ’ όσο ακούγεται…

Για να κλείσουμε, φίλοι της Marvel και φίλοι του εν λόγω υπερήρωα, τρέξτε τώρα να δείτε το «Deadpool». Δεν υπάρχει περίπτωση μη σας αρέσει. Λοιποί φίλοι του σινεμά, αν ψήνεστε για μια κωμωδία, με μπόλικο αίμα, εξαιρετικές ατάκες και δράση (και ρομαντισμό κι αγάπη πάνω απ’ όλα) το «Deadpool» πιστεύω πως είναι η κατάλληλη ταινία για εσάς. Σε κάθε περίπτωση, καλή σας διασκέδαση!

«Anomalisa»: Η πιο “ανθρώπινη” ταινία του μήνα

Ο Τσάρλι Κάουφμαν μας επισκέπτεται αυτή τη φορά, μέσω μιας ταινίας animation. Ο δημιουργός του «Η Συνεκδοχή της Νέας Υόρκης» και σεναριογράφος των «Στο Μυαλό του Τζον Μάλκοβιτς» και «Η Αιώνια Λιακάδα ενός Καθαρού Μυαλού», μας παρουσιάζει το «Anomalisa», το οποίο δανείζεται τις φωνές των Ντέιβιντ Θιούλις, Τζένιφερ Τζέισον Λι και Τομ Νούναν, ενώ είναι υποψήφιο για Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας Animation.

Ο Michael Stone είναι ένας συγγραφέας που ασχολείται με την εξυπηρέτηση πελατών. Η ζωή του είναι μουντή και δε βρίσκει ενδιαφέρουν πουθενά. Είναι περιτριγυρισμένος από ανθρώπους, μα είναι μόνος. Σε ένα επαγγελματικό ταξίδι του, ενώ έχει αφήσει γυναίκα και παιδί πίσω, θα γνωρίσει μια γυναίκα που θα τον κάνει να αισθανθεί πράγματα πρωτόγνωρα, τη Lisa, ή αλλιώς… Anomalisa. Θα τον κάνει να νιώσει ξανά ζωντανός και θα τον βοηθήσει να αποδιώξει όλη την αρνητικότητα από πάνω του.

pic1

Ο Κάουφμαν περιπλανιέται σε γνώριμα μονοπάτια, πιάνει πάλι έναν κεντρικό χαρακτήρα και στήνει ένα στόρι γύρω από τη μοναξιά του. Ο Stone είναι κλασσικός χαρακτήρας Κάουφμαν, έχει ανθρώπους γύρω του, μα παράλληλα δεν έχει κανέναν. «Τι είναι να είσαι άνθρωπος; Τι είναι να πονάς; Τι είναι να νιώθεις ζωντανός;» αναρωτιέται κι εμείς αναρωτιόμαστε μαζί του.

Η μοναξιά του είναι οι γύρω του. Άνθρωποι διαφορετικοί, οι οποίοι συνάμα είναι ένας. Μόνο η Lisa διαφέρει. Δεν είναι τυχαίο, που ο Κάουφμαν επέλεξε έναν ηθοποιό, τον Τομ Νούναν («Η Συνεκδοχή της Νέας Υόρκης») να είναι η φωνή όλων των χαρακτήρων με εξαίρεση την Lisa, στην οποία δανείζει τη φωνή της η Τζένιφερ Τζέισον Λι (την είδαμε στο πρόσφατο «Οι Μισητοί Οχτώ») και φυσικά τον Michael Stone, για τον οποίο επέλεξε τον εξαιρετικό σε αυτό που κάνει, Ντέιβιντ Θιούλις (ο καθηγητής Loupin από τα «Harry Potter»).

pic2

Κάπου εδώ, πρέπει να δοθούν εύσημα και στον συν-σκηνοθέτη του έργου, Ντιουκ Τζόνσον, για την εξαιρετική του δουλειά στο stop motion animation της ταινίας. Μπορεί η δουλειά του στη δημιουργία του έργου να ήταν περισσότερο τεχνική, μα και πάλι, καταφέρνει ένα πολύ καλό αποτέλεσμα.

Περνώντας στα αρνητικά του φιλμ (τα οποία δυστυχώς έχει), το «Anomalisa» δεν καταφέρνει να επιβληθεί τόσο στο θεατή, όσο το πρώτο πόνημα του Κάουφμαν, «Η Συνεκδοχή της Νέας Υόρκης», ενώ υπάρχουν στιγμές που η προσοχή χάνεται, καθώς μέχρι να συναντήσει ο Michael τη Lisa, το στόρι κυλά κάπως αργά, με αποτέλεσμα να κουράζει.

Εν ολίγοις λοιπόν, το «Anomalisa» είναι μια ταινία για κάποιον που ψάχνει να δει κάτι διαφορετικό στο σινεμά, που θα τον βάλει σε σκέψεις και θα τον προβληματίσει. Τώρα, για το αν πρόκειται για ένα φιλμ, που ξεπερνά τις προηγούμενες δουλειές του δημιουργού, νομίζω πως η απάντηση είναι “όχι”, μα δεν μπορώ να είμαι σίγουρος. Το μόνο που μπορώ όμως να πω με βεβαιότητα,  είναι πως το “καθαρό μυαλό” του Κάουφμαν μας έλειψε…

«Room»: Σινεμά που αιχμαλωτίζει

Στα πιο πρόσφατα χρόνια του κινηματογράφου είναι σπάνιες οι ταινίες που συναντάμε και μας χαρίζουν αυθεντικές συγκινήσεις. Οι περισσότεροι σκηνοθέτες των καιρών μας, καταφεύγουν σε εσπευσμένα μέσα για να την προκαλέσουν, κυρίως στις κωμωδίες με μια απρόσμενα δραματική σκηνή και σε ταινίες λοιπού περιεχομένου, με κάτι τραγικό να συμβαίνει στους χαρακτήρες. Κάποιες ταινίες επίσης, από την αρχή έχουν επιβαρυμμένη θεματολογία από γεννησιμιού τους, είτε εξιστορώντας τις περιπέτειες των ηρώων που περνάνε δια πυρός και σιδήρου για να τα καταφέρουν, είτε κάνοντας αναδιήγηση μιας αληθινής ιστορίας η οποία μπορεί να συγκλονίσει.

pic1

Το «Δωμάτιο» («Room») του Lenny Abrahamson, βασισμένο στο ομώνυμο βιβλίο της Emma Donoghue, είναι μια ταινία που ανήκει σε αυτές τις παραπάνω κατηγορίες, που όμως καταφέρνει να μας κερδίσει με κάτι πιο αυθεντικό. Στην ουσία ο αφηγητής μας είναι ο πεντάχρονος Τζακ (Jacob Tremblay), ο οποίος ζει μαζί με την μητέρα του, Τζόυ (Brie Larson) σ’ ένα μικρό δωμάτιο. Δεν έχει βγει ποτέ στον έξω κόσμο γιατί εκεί γεννήθηκε, ούτε και ξέρει τι είναι πραγματικά έξω από τον φεγγίτη. Ξέρει πως η μαμά του τον αγαπάει και πως του ζητάει να μπαίνει μέσα στην ντουλάπα και να κρύβεται όταν ο Γερο-Νικ (Sean Brigers) έρχεται στο δωμάτιο για την μαμά του κάθε βράδυ και κλείνει τα φώτα… Ο μικρός Τζακ δεν ξέρει πως είναι γιος του Γερο-Νικ, ούτε πως η μητέρα του είναι κρατημένη στο δωμάτιο παρά την θέληση της. Όμως αγαπάει την μαμά του και θα κάνει τα πάντα για να την βοηθήσει, ακόμη και αν δεν μπορεί να καταλάβει όλα όσα περνάει ή και να θέλει ο ίδιος να βγει από το δωμάτιο.

Και μόνο που ακούμε αυτή την περίληψη ερχόμαστε σε πολύ δύσκολη θέση. Η ιστορία άλλωστε έχει εμπνευστεί από την πολύκροτη υπόθεση Φριτζλ στην Αυστρία, όπου ένας πατέρας είχε φυλακισμένη την κόρη του επί χρόνια στο υπόγειο τους, κακοποιώντας την συνεχώς και κάνοντας την μητέρα επτά φορές. Εδώ βέβαια δεν έχουμε μια τέτοια ιστορία,όπου να μπλέκεται ο παράγοντας την αιμομιξίας και το κλίμα να καταλήγει να βαραίνει περισσότερο και να συγκλονίζει λιγότερο. Και μόνο από το θέμα του το έργο είναι μια ιστορία-παγίδα, όμως το γεγονός πως η ίδια η συγγραφέας του βιβλίου είναι και πίσω από το σενάριο βοηθάει το έργο να μη σκοντάψει ποτέ σε εύκολες λύσεις, αλλά να δημιουργεί το κατάλληλο ψυχολογικό κλίμα για τους ήρωές της και να μην τους αφήνει ανολοκλήρωτους ποτέ, ακόμη και στο λιγότερο ενδιαφέρον δεύτερο μισό του έργου όπου έχουν αποδράσει από το δωμάτιο, αξιοποιώντας το για να εντρυφήσει στον ψυχισμό και το τραύμα των χαρακτήρων, χωρίς ποτέ να υπερβάλει και να περιττολογεί.

pic2

Αλλά με λιγότερο καλούς ηθοποιούς η ταινία δεν θα το πετύχαινε αυτό. Οι δευτερεύοντες ρόλοι είναι εξαιρετικοί, των οποίων ηγούνται ο Brigers, ιδιαίτερα απειλητικά για το απλό του παρουσιαστικό, η Joan Allen υποδειγματικά στο ρόλο της μητέρας της Τζόυ, ενώ ο William H. Macy εμφανίζεται δυστυχώς πάρα πολύ σύντομα για να αφήσει κάποιο στίγμα στην ταινία. Όμως οι δύο πρωταγωνιστές είναι αυτοί που σαφώς κλέβουν την παράσταση, επάξια μεταξύ τους. Από την μια έχουμε την έκπληξη που λέγεται Jacob Tremblay, ο οποίος σε κάνει να τον λατρέψεις, όχι χάρη στην παιδική του αθωότητά αλλά με την καλή του ερμηνεία, ειδικά όσο ο χαρακτήρας του γνωρίζει για πρώτη φορά τον κόσμο έξω από τους τέσσερεις τοίχους.

Και απ’ την άλλη έχουμε την ανερχόμενη Brie Larson, η οποία είναι απόλυτα νατουραλιστική στην ερμηνεία της. Δεν προσπαθεί να ωραιοποιήσει τίποτα, αντιθέτως τσαλακώνεται συνεχώς και κρατάει το βλέμμα μας στραμμένο πάνω της επειδή είναι εξαιρετική στο ρόλο και όχι χάρη στην θηλυκότητα της (κάτι που έκανε και η Jennifer Lawrenceστην πρώτη της Οσκαρική υποψηφιότητα για το «Winter’sBone», καταλήγοντας όμως να κερδίζει το βραβείο για την ερμηνεία με το πρώτο της μεγάλο ντεκολτέ). Και αυτή η ερμηνεία της Larson είναι που πραγματικά αξίζει να βραβευτεί φέτος στην κατηγορία του Α’ Γυναικείου ρόλου των Oscar, με νίκες ήδη στα SAGκαι τις Χρυσές Σφαίρες.

Όμως τι είναι αυτό που εν τέλει κάνει την ερμηνεία συγκινητική; Θα έλεγα πως η απάντηση βρίσκεται στην σκηνοθεσία του Lenny Abrahamson. Είναι δυστυχές να λέμε πάντα πως ο σκηνοθέτης ευθύνεται για κάθε καλό και κακό μιας ταινίας, καθώς φαινόμαστε να αγνοούμε τους υπόλοιπους συντελεστές, όμως αυτός είναι που δίνει τις κατευθύνσεις και που θα λογοδοτήσει στο τέλος. Θα μπορούσαμε να πούμε πολλά και ωραία για το στήσιμο των ηθοποιών και της κάμερας, σε αυτή την περίπτωση όμως η σκηνοθεσία είναι άξια αναφοράς χάρη στην αφηγηματικότητά της. Ο καθένας θα μπορούσε να προσεγγίσει το έργο εύκολα, με κέντρο την Τζόι και τον αγώνα της, όμως ο Abrahamson επιλέγει να βάλει τον μικρό Τζακ σαν αφηγητή, βάζοντας με αυτόν τον τρόπο τον θεατή στην δική του θέση. Και με αυτό τον τρόπο δίνει στους ηθοποιούς την πρόκληση να εκφράσουν σιωπηλά τα περισσότερα από τα συναισθήματά τους, διστάζοντας να μας τα εξηγήσουν γιατί το έργο βλέπει κι εμάς σαν ένα μικρό παιδί που δεν πρέπει να χάσει την αθωότητα του, όπως την έχασαν οι χαρακτήρες αυτής της ιστορίας μέσα από τα συμβάντα που εξιστορούνται.

Εν κατακλείδι, το «Δωμάτιο» είναι από τις καλύτερες ταινίες που είδαμε πρόσφατα. Στο σύνολο του είναι αψεγάδιαστο, δείχνοντας όσα πρέπει και αφήνοντας περισσότερα για το μυαλό. Καταλήγοντας να είναι υποψήφια για τέσσερα βραβεία Όσκαρ (Ταινίας, Σκηνοθεσία, Διασκευασμένου Σεναρίου και Α’ Γυναικείου Ρόλου), η ταινία αξίζει να την δείτε περισσότερο για όσα έχει να δώσει και λιγότερο για τις υποψηφιότητες που κέρδισε. Και σίγουρα θα μείνει μαζί σας για αρκετό καιρό από την στιγμή που θα την δείτε.

«Η Επιστροφή»: Η εκδίκηση είναι στα χέρια του Θεού

Όλοι καταβάθος την περιμέναμε. Σινεφίλ ή όχι, όταν ακούγεται κάτι για νέα ταινία με τον Λεονάρντο Ντικάπριο, όλοι ανυπομονούν να τη δουν, να μπουν σε mode “Άντε θα το πάρει φέτος το Όσκαρ;” και το ίντερνετ να γεμίσει memes και εικόνες σχετικές με το θέμα. Τι συμβαίνει όμως, όταν το έργο που συμμετέχει ο υπερ –ταλαντούχος ηθοποιός, κάποιες φορές ξεπερνά ακόμα και τον ίδιο, μέσω των μαγευτικών εικόνων ή των μηνυμάτων, που παρέχει στο θεατή; Τότε συμβαίνει το «The Revenant», ή στα ελληνικά, «Η Επιστροφή».

Σε ένα ταξίδι στην αχαρτογράφητη Αμερική, τη δεκαετία του 1820, μια ομάδα αμερικάνων, που εμπορεύονται γούνες, θα δεχτούν επίθεση από μια φυλή ινδιάνων. Όσοι επιβιώσουν, θα εμπιστευτούν τον Hugh Glass (Λεονάρντο Ντικάπριο), ο οποίος ξέρει τον τρόπο για να τους βγάλει από τα άγνωστα μονοπάτια. Όταν όμως δεχτεί βάρβαρη επίθεση από αρκούδα, οι σύντροφοί του θα τον παρατήσουν για νεκρό. Σε μια προσπάθεια για επιβίωση, ο Glass υπομένει θλίψη, πόνο, τραύματα, καθώς και την προδοσία, από ένα από τα έμπιστα άτομα της ομάδας του, John Fitzgerald (Τομ Χάρντι).

pic1

Πίσω από την κάμερα υπάρχει ο Αλεχάντρο Γκονζάλες Ινιαρίτου. Ο δημιουργός των «Birdman» και «Χαμένες Αγάπες», κάνει ό,τι καλύτερο μπορεί με την σκηνοθεσία του έργου και πιστέψτε με, είναι παραπάνω από αρκετό. Εξαιρετικές γωνίες λήψεις, μεθυστικά πλάνα με τις μάχες και τα κυνηγητά να φαίνονται πιο ρεαλιστικά από ποτέ. Σε συνδυασμό με την εξαιρετική φωτογραφία του έργου και το φυσικό φωτισμό καθ’ όλη τη διάρκεια του, δημιουργείται ένα φιλμ οπτικά άριστο και αψεγάδιαστο.

Το στόρι είναι ίσως το αρνητικό του έργου, όχι επειδή είναι κακό, μα επειδή είναι λιγότερο καλό από τους υπόλοιπους παράγοντες της ταινίας. Πρόκειται για ένα φιλμ επιβίωσης, ο Glass περνά από σαράντα κύματα, μα η επιβίωση ενός ατόμου δεν αρκεί για να γεμίσει δυόμιση ώρες. Παρόλα αυτά, δεν καταφέρνει να κουράσει ούτε στο ελάχιστο, καθώς τα πλάνα που φαίνονται να περισσεύουν μέσα στο έργο, εξυπηρετούν στην χώνεψη του τι έχει συμβεί ως τότε. Με τα πολλά καταλαβαίνεις πως όλοι στην ταινία θέλουν με κάποιο τρόπο να επιβιώσουν. Και οι ινδιάνοι, που έρχονται αντιμέτωποι με τα όπλα και την απληστία των “λευκών”, και ο Fitzgerald, που θέλει να ξεφύγει από την ζωή που κάνει, μέχρι και η αρκούδα, που επιτίθεται στον Glass, με σκοπό να προστατέψει τα μικρά της.

pic2

Καθώς περνάμε στους ηθοποιούς, επιτρέψτε μου να μη σταθώ στις υποψηφιότητες και στο αν ο Ντικάπριο θα πάρει ή όχι το χρυσό αγαλματίδιο. Ναι, όλοι πλέον ξέρουμε ότι η Ακαδημία δεν του έχει φερθεί δίκαια και ναι είναι κοινώς αποδεκτό, πως ο άνθρωπος αξίζει ένα Όσκαρ (και δύο και τρία…). Ας μην επικεντρωθούμε όμως στη βράβευση, μα στην ερμηνεία που θα την προκαλέσει (αν την προκαλέσει).

Ο Λεονάρντο Ντικάπριο λοιπόν, κάνει μια ερμηνειάρα. Αγγίζει τα όρια της εξαθλίωσης, διώχνει από πάνω του την ρετσινιά του ομορφόπαιδου του Hollywood και γίνεται ο Hugh Glass, που περνά τα πάνδεινα και πασχίζει για την επιβίωση του. Πρόκειται για μια ερμηνεία, η οποία θα τον χαρακτηρίζει από δω και στο εξής, τελείως διαφορετική με ό,τι έχει κάνει ως τώρα, στην οποία όμως τα καταφέρνει εξίσου καλά με τους προηγούμενους ρόλους, φτάνοντας την τελειότητα. Στον πρόλογο ανέφερα, πως υπάρχουν φορές που το έργο ξεπερνά τον Ντικάπριο. Αυτό δε γίνεται επειδή ο πρωταγωνιστής κάνει κάτι λάθος. Απλά, όπως προαναφέρθηκε, σε πολλά σημεία αυτό που σε κερδίζει στο έργο είναι η εικόνα, που καταφέρνει να παραγκωνίσει κάπως στόρι και ερμηνευτές.

Στον δεύτερο ρόλο συναντάμε τον Τομ Χάρντι. Ο Χάρντι ερμηνεύει τον John Fitzgerald, τον κακό του έργου και ίσως τον πιο καλογραμμένο χαρακτήρα της ταινίας. Και το κάνει με άριστο τρόπο. Καταφέρνει να σε κάνει να τον μισήσεις, ενώ όντας βρετανός, πετυχαίνει αμερικάνικη χωριάτικη προφορά (ναι, σαν του Μακόναχι). Άξιος αναφοράς και ο Ντόμναλ Γλίσον («Από Μηχανής», «Brooklyn») στο ρόλο του λοχαγού Andrew Henry.

Συνοψίζοντας, «Η Επιστροφή» είναι η καλύτερη ταινία που έχει βγει μέχρι στιγμής μέσα στο μικρό μέρος του 2016 που έχουμε διανύσει και σίγουρα θα καταλήξει να είναι μια από τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς. Πρέπει να προειδοποιήσω όμως. Είναι μια βαριά ταινία. Και η ρεαλιστική αποτύπωση των εικόνων από τον Ινιαρίτου, σε συνδυασμό με τις ερμηνείες, σε κάνουν να νιώθεις πως είσαι κι εσύ εκεί

 

5 φορές που ο Leonardo DiCaprio έπρεπε να είναι υποψήφιος για το Oscar

Όλοι ξέρουμε τον Leonardo DiCaprio. Αρχικά στον «Τιτανικό», όπου έγινε ο νεανικός έρωτας κάθε κοριτσιού, ύστερα όμως στέφθηκε από πολλούς ως ο καλύτερος ηθοποιός της γενιάς του και ένας από τους μεγαλύτερους επαγγελματίες του χώρου, με ερμηνείες σαν αυτή του «Wolf of Wall Street» να τον κάνουν να μετράει 5 υποψηφιότητες για Βραβείο Oscar.

Η νέα του ταινία «Revenant» είναι αύτη που χθες του χάρισε την έκτη του υποψηφιότητα για το βραβείο και σίγουρα την μεγαλύτερη του πιθανότητα νίκης μέχρι και σήμερα, μια νίκη που όλοι φαίνονται να προσδοκούν στον κόσμο του ίντερνετ. Όμως δεν ήταν τυχερός με όλες του τις ταινίες, ούτως ώστε να εξασφαλίσει μια υποψηφιότητα. Η παρακάτω λίστα λοιπόν, σας παρουσιάζει μερικές από τις καλύτερες και όχι υποψήφιες ερμηνείες του ηθοποιού, πάντα με τα κριτήρια του Hashmag.

5) «J. Edgar» (2011)

35e1d9b3b3b5232d_Jed3

Ο Clint Eastwood εδώ δίνει στον DiCaprio την ευκαιρία να υποδυθεί τον αμφιλεγόμενο ιδρυτή του FBI J. Edgar Hoover, ο οποίος είχε εμπλακεί σε μερικές από τις μεγαλύτερες ιστορικές στιγμές του 20ου αιώνα, ενώ ταυτόχρονα ήταν ο ίδιος ομοφυλόφιλος. Η ταινία είναι ένα βιογραφικό δράμα εποχής, το οποίο παρά τις καλές του προθέσεις δεν άγγιξε όσους θα ήθελε. Η ερμηνεία του DiCaprio όμως είναι για μια ακόμη φορά μαγνητική, το καλύτερο στοιχείο του έργου και αυτό το οποίο κράτησαν οι θεατές στην μνήμη τους ακόμη και αφότου έπεσαν οι τίτλοι.

4) «The Departed» (2006)

pic2

Στην τρίτη του συνεργασία με τον Martin Scorsese (μετά τα «Gangs of New York» και «Aviator»), ο DiCaprio αναλαμβάνει τον ρόλο ενός μυστικού αστυνομικού, που διεισδύει στα άδυτα της συμμορίας ενός Ιρλανδού γκάνγκστερ (Jack Nickonson), ώστε να ανακαλύψει τον πληροφοριοδότη του τελευταίου στην αστυνομία (Matt Damon). Εκείνη την χρονιά ο Leo ήταν υποψήφιος τρίτη φορά για Oscar για το«Blood Diamond», όμως αυτός εδώ ο ρόλος του είναι πιο αξιομνημόνευτος και ήταν και αυτός που στην ουσία τον έβαλε στον κινηματογραφικό χάρτη οριστικά και που έδειξε πως είχε τα φόντα να γίνει ο μεγάλος και σοβαρός πρωταγωνιστής που είναι σήμερα.

3) «Catch Me if you Can» (2002)

pic3

Στην ομώνυμη κωμωδία του Steven Spielberg ο DiCaprio εμφανίζεται στον πρώτο του πραγματικά δύσκολο ρόλο, όπου υποδύεται τον πραγματικό απατεώνα Frank Abagnale Jr., ο οποίος μέχρι τα 19 του είχε καταφέρει να κλέψει αμέτρητα χρήματα και να εξαπατήσει υποδυόμενος τους ρόλους του πιλότου, του γιατρού ή, ακόμη, και του πράκτορα του FBI. Μπορεί δίπλα του στέκεται επάξια ο Tom Hanks, όμως ο Lio είναι που κλέβει την παράσταση.

2) «Shutter Island» (2010)

pic4

Τέταρτη καρποφόρα συνεργασία με τον Scorsese, αυτή την φορά στην μεταφορά του ομώνυμου αστυνομικού μυθιστορήματος του συγγραφέα Dennis Lehane («Mystic River»). Εδώ ο μεγάλος σταρ υποδύεται έναν ειδικό αστυνομικό που έχει ταξιδέψει σ’ ένα άσυλο για παράφρονες εγκληματίες, με σκοπό να βρει μια εξαφανισμένη ασθενή, όμως έρχεται αντιμέτωπος με καταστάσεις, που μπορούν να φέρουν στο φως πολλά κρυμμένα μυστικά, που ούτε ο ίδιος δε θα φανταζόταν πως θα έβρισκε. Μια πολύ ανατρεπτική ιστορία που αδίκως δεν κέρδισε το κοινό όταν προβλήθηκε, την οποία όμως ο DiCaprio μεταφέρει στις πλάτες του με μεγάλο χάρισμα, άξιο προσοχής.

1) «Django Unchained» (2012)

pic1

Οκ, όλοι ξέρουμε τον Quentin Tarantino, το κακό παιδί του Χόλυγουντ, την λατρεία του για την βία και τα σπαγγέτι γουέστερν. Αυτή η ταινία ήταν η πρώτη του απόπειρα στο είδος (πιο πρόσφατα μας έδωσε το «Hateful Eight»), ακολουθώντας τον ελεύθερο πρώην σκλάβο Django στο ταξίδι του να ελευθερώσει την σύζυγο του από τους γαιοκτήμονες δουλεμπόρους. Και ο πιο κακός, μοχθηρός και ύπουλος όλων τους είναι ο Calvin Candie, τον οποίο, όπως καταλάβατε, υποδύεται ο DiCaprio. Διαφορετικότερος από κάθε άλλο του ρόλο μέχρι τότε, που τον είχαμε συνηθίσει να έχει στην χειρότερη περίπτωση ψυχολογικά προβλήματα, εδώ πραγματικά καταφέρνει να μας κάνει να ξεχάσουμε τον DiCaprio που ξέραμε. Μπορεί να είναι ένας δεύτερος ρόλος, όμως είναι σίγουρα από τους πιο αξιομνημόνευτους του ηθοποιού.

«Το Μεγάλο Σορτάρισμα»: Ένα έξυπνο φιλμ για την πτώση της Wall Street

Ο Άνταμ Μακ Κέι, που μας έχει συνηθίσει σε καφροκωμωδίες («Anchorman», «Μπάτσοι από τον Πάγκο»), μας παρουσιάζει τη νέα του ταινία, για την κρίση στις τράπεζες της Αμερικής – και κατ’ επέκταση σ’ όλου του κόσμου – το 2008, χρησιμοποιώντας ένα καστ μεγατόνων, με ονόματα όπως Κρίστιαν Μπέιλ, Μπραντ Πιτ, Ράιαν Κόσλιγνκ, Στιβ Καρέλ. Η ταινία τιτλοφορείται «Το Μεγάλο Σορτάρισμα» και προβάλλεται στις αίθουσες από την Πέμπτη, 7 Ιανουαρίου.

Τρεις διαφορετικές, μα παράλληλες ιστορίες, σχετικά με την αμερικάνικη κτηματομεσιτική φούσκα, που έσκασε το 2008. Κάποια χρηματιστηριακά outsiders, προβλέπουν αυτήν την αποτυχία της αμερικάνικης οικονομίας και κάνουν τα αδύνατα δυνατά για να “τα βάλουν” με τα συμφέροντα των τραπεζών.

Η ταινία λοιπόν, αφορά τράπεζες και χρηματιστήρια. Από την αρχή, έως το τέλος της. Σε τραβάει από τα μούτρα από το πρώτο λεπτό και σε αφήνει λίγο πριν τους τίτλους τέλους, βομβαρδίζοντάς με στοιχεία και ορολογίες, που δεν πρόκειται ποτέ να καταλάβεις πλήρως, ακόμα κι αν τη δεις τρεις τέσσερις φορές, συνεχόμενα…. Και πού ακριβώς είναι το ωραίο με αυτό;

εικόνα 1

Η επιτυχία της ταινίας έγκειται, στο ότι δε σε νοιάζει που δε καταλαβαίνεις όλους τους χρηματιστηριακούς όρους που ακούς. Σε έχει ήδη συνεπάρει το στόρι, ο γρήγορος ρυθμός, το άγχος του πως θα εξελιχθούν τα πράγματα. Επίσης, ο Άνταμ Μακ Κέι δε σε αφήνει μόνο στο αχανές πέλαγος των άγνωστων λέξεων σχετικά με τη λειτουργία της τράπεζας. Μέσω  επεξηγήσεων των ίδιων των χαρακτήρων, ή έξυπνων παρομοιώσεων κατά τη διάρκεια της ταινίας, ο αμερικάνος σκηνοθέτης, προσπαθεί να σε βάλει στο κλίμα. Εντάξει, δε γίνεσαι μέσα σε ένα δίωρο ο μεγαλύτερος χρηματιστής του κόσμου, μα τουλάχιστον παρακολουθείς το έργο, με όσο το δυνατόν λιγότερες απορίες.

Μιας και αναφερθήκαμε στον Μακ Κέι ξανά, πρέπει να πω ότι η σκηνοθεσία του είναι πανέξυπνη. Ενώ ένα τέτοιου είδους φιλμ θα έπρεπε να κουράζει από το πρώτο του λεπτό, στην προκειμένη περίπτωση κυλάει πολύ όμορφα. Προσθέτει μικρά πλάνα, τα οποία χώνονται αυθαίρετα στη ροή του έργου, για να ειρωνευτούν τις αμερικάνικες προτιμήσεις στον τρόπο ζωής, διασκέδασης, κτλ, ενώ παράλληλα, χρησιμοποιεί κάποια έξυπνα τρικς, όπως οι επεξηγήσεις των χαρακτήρων, που αναφέρθηκαν πιο πάνω, οι οποίες γίνονται με τον πρωταγωνιστή να κοιτάει στην κάμερα και να απευθύνεται άμεσα στο θεατή.

εικόνα 2

Πάμε να περάσουμε στις ερμηνείες, για τις οποίες έχουμε να πούμε πολλά, καθώς αποτελούν τον κύριο λόγο καθήλωσής μας μπροστά στην οθόνη. Καλύτερος όλων ο Κρίστιαν Μπέιλ, στο ρόλο του εκκεντρικού, μονόφθαλμου (ναι, καλά διάβασες, μονόφθαλμου) Michael Burry. Για μια ακόμα φορά, ο Μπέιλ μας χαρίζει μια εξαιρετική ερμηνεία και θα ήθελα πολύ να τον δω με το χρυσό αγαλματίδιου του Β’ Ανδρικού Ρόλου το Φεβρουάριο. Δεύτερος καλύτερος ο Στιβ Καρέλ. Ναι, ναι, είναι αυτός ο κωμικός, από τα «Νώε για μια Βδομάδα» και «40 Χρονών Παρθένος». Αυτός λοιπόν ο κωμικός, είναι ηθοποιάρα. Δες τον στο περσινό «Foxcatcher». Στο «Μεγάλο Σορτάριμα» τώρα, κάνει έναν στριφνό, μονίμως τσαντισμένο και ιδιότροπο χρηματιστή και το κάνει τόσο άψογα, που αμέσως ξεχνάς ότι είναι ο ίδιος, που έχει κάνει τόσους κάφρικους ρόλους στο παρελθόν.

Όσον αφορά τους υπόλοιπους, καλή δουλειά κάνει ο Ράιαν Γκόσλινγκ, όντας ο κύριος εκφωνητής και υπάλληλος μεγάλης τράπεζας, αν και μου πήρε κάποια ώρα για να αποφασίσω αν τελικά αποτελεί “μείον” για την όλη ταινία ή όχι. Έχουμε και Μπραντ Πιτ, ενσαρκώνοντας τον πρώην τραπεζικό Ben Rickert, ενώ αρκετά συμπαθητικοί είναι και οι Τζον Μαγκάρο («Carol», «Αλύγιστος») και Φιν Γουίτροκ («Αλύγιστος», «Νώε»), στους ρόλους των τυχοδιωκτών Charlie Geller και Jamie Shipley αντίστοιχα.

εικόνα 3

«Το Μεγάλο Σορτάρισμα» λοιπόν, είναι μια ταινία που θέλει να μας μιλήσει με κάπως πιο επιστημονικό τρόπο, για το τι έγινε το 2008 με τις τράπεζες, που άρχισαν να καταρρέουν όλες τους, από την Αμερική, ως την Ελλάδα. Όμως δε θέλει να σχολιάσει μόνο των χαμό τρισεκατομμυρίων δολαρίων. Σχολιάζει λίγο και τους ανθρώπους. Όχι τους μεγαλοκαρχαρίες, μα τους πιο απλούς, τους φτωχούς ανθρώπους. Αυτούς που χάσανε τα πάντα από τη μια στιγμή στην άλλη. Οι πρωταγωνιστές μας, από την μία ανακαλύπτουν πως η πρόβλεψή τους ήταν τελικά σωστή και βλέπουν τις μετοχές τους να εκτοξεύονται, μα συνάμα αντιλαμβάνονται τι αντίκτυπο θα έχει στην σ’ όλο τον κόσμο το γεγονός ότι είχαν δίκιο για την επερχόμενη κρίση. Κι εκεί είναι το σημείο, που τελικά η ταινία σε κερδίζει.

Αν μετά από όλο αυτό πειστήκατε ότι θέλετε να τη δείτε, θα πρότεινα καθαρό μυαλό και όσο το δυνατόν πιο αμείωτη προσοχή, κατά τη διάρκεια της προβολής. Η ταινία καταφέρνει με τον καλύτερο τρόπο να κεντρίσει το ενδιαφέρον, μα όπως και να το κάνουμε, οι ορολογίες είναι περίεργες και δύσκολες (για όσους δεν είναι στελέχη σε μεγάλες τράπεζες). Αυτά από μένα, καλή σας διασκέδαση!

«The Hateful Eight»: Αίμα στο χιόνι

Οι συστάσεις είναι περιττές στην περίπτωση του σκηνοθέτη Quentin Tarantino. Μέγας φίλος του κινηματογράφου, των καλογραμμένων διαλόγων και της βίας, ο Tarantino κατέχει την δική του ξεχωριστή φωνή στο χώρο και, ταυτόχρονα, έχει πάρει στα χέρια του το βιβλίο της ιστορίας του σινεμά και έχει γράψει μέσα το όνομα του με πρόφαση ταινίες σαν τα «Reservoir Dogs», «Pulp Fiction», «Kill Bill» και, πιο πρόσφατα, «Django Unchained». Είναι λογικό, επομένως, κάθε νέα ταινία του σκηνοθέτη να αποτελεί κινηματογραφικό γεγονός, ειδικά εφόσον ο ίδιος έχει πει πως θα «συνταξιοδοτηθεί» στις δέκα ταινίες.Το «HatefulEight» («Μισητοί Οκτώ» στα ελληνικά) είναι το δεύτερο γουέστερν του σκηνοθέτη μετά το «Django» και η όγδοή του ταινία.

Η πλοκή ακολουθεί τον κυνηγό επικηρυγμένων Τζον Ρουθ (Kurt Russel), ο οποίος μεταφέρει την κακοποιό Ντέιζι Ντόμεργκιου (Jennifer Jason Leigh) στην πόλη του Ρεντ Ροκ για να κρεμαστεί, λίγο καιρό μετά το πέρας του Αμερικάνικου Εμφυλίου. Στον δρόμο του και ενόψει χιονοθύελλας συναντά δύο ταξιδιώτες, τον Ταγματάρχη Μαρκίζ Γουόρεν (Samuel L. Jackson) και τον νέο σερίφη του Ρεντ Ροκ Κρις Μάνιξ (Walton Goggins). Όμως η καταιγίδα είναι τέτοια που οι τέσσερεις συνταξιδιώτες αναγκάζονται να σταματήσουν στο χάνι της Μίνυ, όπου εκεί βρίσκουν άλλους τέσσερεις ξένους, τον καουμπόι Τζο Κέιτζ (Michael Madsen), τον Εγγλέζο Οσγουάλντο Μόμπρεϊ (Tim Roth), τον Νότιο Στρατηγό Σμίδερς (Bruce Dern), και τον επιστάτη και αντικαταστάτη της Μίνυ Μπομπ τον Μεξικάνο (Demian Bachir). Όμως αυτοί οι οκτώ δεν εμπιστεύονται ο ένας τον άλλον (δικαιολογημένα) και όλοι ξέρουμε πως αυτό θα οδηγήσει σε μπελάδες, βία και πολύ, μα πολύ, αίμα.

pic1

Ο Tarantino φαίνεται να είναι ένας μεγάλος γνώστης του να βάζει συγκεκριμένους χαρακτήρες σε μια κατάσταση και να περιμένει να δει πως θα αντιδράσει ο καθένας, κάτι που κι εδώ πετυχαίνει. Άλλοτε μαύρη κωμωδία, άλλοτε πολιτική ταινία, άλλοτε μυστήριο της Αγκάθα Κρίστι και συνεχώς γουέστερν, το έργο κυλάει αργά και ίσως εξαντλητικά για κάποιους στην σχεδόν τρίωρη διάρκεια του, όπου υπάρχουν άφθονοι εκτενείς διάλογοι οι οποίοι ενώ σκιαγραφούν τόσο τους χαρακτήρες όσο και το πολιτικό υπόβαθρο της εποχής,, ταυτόχρονα φαίνονται να μην προσφέρουν και πολλά στην πλοκή και, αντίθετα, να την βαραίνουν. Όμως όλα αυτά μπορεί (ίσως) να τα νικήσει το αιματοβαμμένο δεύτερο μέρος του έργου, όπου συνεχώς συμβαίνει κάτι απρόσμενο και κρατάει τον θεατή καρφωμένο στη θέση του, περιμένοντας να δει τι θα γίνει στη συνέχεια.

Αλλά και στην καρέκλα του σκηνοθέτη ο Tarantino ακολουθεί την ρουτίνα του, δηλαδή την κλασική και ωραία υπερβολή του στην βία, την κίνηση και τους ηθοποιούς. Όμως εδώ κάνει τρομερή οικονομία στον χώρο του, περιορίζοντας τον κυρίως σε ένα σαλόνι βγαλμένο σαν από θεατρικό σανίδι. Η υπερβολή του εδώ τιθασεύεται κάπως, κυρίως επειδή αυτό εξυπηρετεί την βασική του και μεγάλη αναφορά στην ταινία «The Thing» του John Carpenter, της οποίας οι χαρακτήρες μένουν σ’ ένα μοναχικό καταφύγιο, αναμένοντας κάτι πολύ κακό να γίνει. Και έτσι δημιουργεί μια πραγματικά απειλητική ατμόσφαιρα, όπου κανείς δεν περιμένει από πού θα του έρθει και τι θα του έρθει.

pic2

Σε αυτό εξυπηρετεί και η φωτογραφία του Robert Richardson, η οποία είναι απόκοσμη και σχεδόν αποπνικτική, δίνοντας μας την αίσθηση τόσο του κρύου που βιώνουν οι «ήρωες» μας, όσο και την κλειστοφοβία μιας καμπίνας με ξένους που δεν μπορείς να εμπιστευτείς. Τα ειδικά εφέ-μακιγιάζ είναι κάτι που δεν μπορεί κανείς να παραβλέψει, με τον Graig Nicotero του «Walking Dead»και τον Howard Berger των «Evil Dead» να δίνουν πραγματικά τον καλύτερό τους εαυτό. Αυτός όμως που αξίζει μεγαλύτερη μνεία είναι ο μουσικοσυνθέτης Ennio Morricone, ο οποίος έκανε την μουσική των κλασικών σπαγγέτι γουέστερν«The Good, The Bad and The Ugly» και «Once Upon A Time in the West» (ΚΑΙ του «The Thing», παρακαλώ, του οποίου εδώ χρησιμοποιεί και κάποια αχρησιμοποίητα θέματα). Σαράντα χρόνια μετά το τελευταίο του γουέστερν, ο Morricone δείχνει πως ποτέ δεν το έχασε και πως σε ηλικία 87 εξακολουθεί να είναι ένας από τους καλύτερους συνθέτες στο σινεμά.

Όσο για τους χαρακτήρες, τα λόγια μπορούν να είναι πολλά αλλά ταυτόχρονα λίγα, μιας και θέλουμε να αποφύγουμε τα spoilers. Αυτό που μπορούμε να σας πούμε σίγουρα είναι πως οι όλοι οι χαρακτήρες ερμηνεύονται επάξια από τους ηθοποιούς τους, ειδικά οι χαρακτήρες των Kurt Russel, Samuel L. Jacksonκαι Jennifer Jason Leigh, δίνοντας ο καθένας το δικό του στίγμα στο έργο. Όμως μόνο η ερμηνεία της Leigh θα μείνει στην μνήμη μας χαραγμένη, ως μια ερμηνεία αυτούσια και όχι μόνο σαν μια σωστή αποτύπωση ενός καλογραμμένου χαρακτήρα. Μέσα σ’ όλα τα καλά του, όμως, κάτι που με ενόχλησε στο ήταν το γεγονός, πως δεν μ’ έκανε ποτέ να ενδιαφερθώ πραγματικά για τους χαρακτήρες και το ταξίδι τους. Όχι επειδή τους έλειπε κάτι και ήταν ανολοκλήρωτοι, αλλά κυρίως επειδή σχεδόν όλοι τους, ακόμη και οι «καλοί», ήταν τόσο «μισητοί» που δεν μπορούσες να δεθείς μαζί τους τόσο, όσο με τόσους άλλους ήρωες που ξεπήδησαν από το μυαλό του σκηνοθέτη.

Ανακεφαλαιώνοντας, το δεύτερο γουέστερν του Tarantino δεν μπορεί παρά να είναι επιτυχημένο, όλοι ξέρουμε πόσο καλός είναι στο είδος ύστερα από το «Django Unchained» του, ενώ ταυτόχρονα μας ανοίγει την όρεξη για πολλά ακόμη, μιας και κάθε του έργο είναι μοναδικό. Το «Hateful Eight» σίγουρα δεν είναι τέλειο, όμως επιβιώνει μέσα από τα λάθη του και χαράσσεται στην μνήμη. Μπορεί να μην είναι αυτό που πολλοί περιμένουν, αλλά πότε ήταν αυτό που περίμενες μια ταινία Tarantino; Την απάντηση την ξέρετε και, όσοι ικανοποιήστε από αυτήν, σίγουρα θα ικανοποιηθείτε και από την ταινία.

 

10 ταινίες που περιμένουμε μέσα στο 2016

Όπως και πριν από έναν χρόνο, έτσι και τώρα έχουμε να σας παρουσιάσουμε μερικές κινηματογραφικές προτάσεις για το ερχόμενο έτος. Δυστυχώς η λίστα μας περιλαμβάνει πολλές παραγωγές που στο εξωτερικό κυκλοφόρησαν πριν το κλείσιμο του έτους, ενώ εδώ θα καθυστερήσουμε λίγο να τις δούμε. Με μια σχετική σειρά ημερομηνίας, όχι προτίμησης:

«The H8ful Eight»

Trailer-The-Hateful-Eight-Samuel-L.-Jackson-2

Εντάξει, κλέψαμε λίγο γιατί το είχαμε βάλει και πέρσι (αλλά καθυστέρησε για μια βδομάδα). Όμως αυτό δεν αποτελεί πρόβλημα, εφόσον ο Quentin Tarantino είναι ένας από τους κορυφαίους και πιο αγαπημένους σκηνοθέτες της εποχής μας. Με ένα εξαιρετικό καστ (Samuel L. Jackson, Kurt Russel, Jennifer Jason Leigh κ.λπ.) και τον Ennio Morricone να επιστρέφει μετά από 40 χρόνια απουσίας από το είδος του γουέστερν, ο Tarantino για μια ακόμα φορά καταφέρνει να μας τραβήξει το ενδιαφέρον, προετοιμάζοντας μας για την όγδοή (και ταυτόχρονα τρίτη από το τέλος) ταινία που θα γυρίσει ποτέ.

«Νοτιάς»

notias-b-600x269

Ο Τάσος Μπουλμέτης έγινε γνωστός παγκοσμίως το 2003 με την υπέροχη «Πολίτικη Κουζίνα», μια απ’ τις μεγαλύτερες εισπρακτικά (και καλλιτεχνικά) εγχώριες παραγωγές μας. Δώδεκα χρόνια μετά, λοιπόν, ο Μπουλμέτης, μας ξαναφέρνει σε παλιές εποχές, αυτή τη φορά στην Αθήνα των δεκαετιών ’60 κι ’70, γνωρίζοντας μας έναν νέο που έχει σαν όνειρο να κάνει σινεμά, έχοντας για αντίπαλο του την πραγματικότητα και για σύμμαχο την φαντασία. Με ένα εκλεκτό καστ (Μαρία Καλλιμάνη, Θέμις Πάνου, Αργύρης Ξάφης, Ταξιάρχης Χάνος, Ζωζώ Σαπουντζάκη και τον Γιάννη Νιάρο στον πρωταγωνιστικό ρόλο) και τις καλύτερες υποσχέσεις, ο «Νοτιάς» είναι κατά κάποιο τρόπο η ελληνική πρόταση για το 2016.

«The Revenant»

NELpf7N6bk9fNU_1_b

Φρέσκος από την Οσκαρική νίκη του «Birdman», ο Alejandro Gonzalez Inarritu επιστρέφει με ένα έπος εμπνευσμένο από πραγματικά γεγονότα, στην καρδιά της παγωμένης Αμερικής του 19ου αιώνα. Έχοντας επιβιώσει από την φονική επίθεση μιας αρκούδας, ο Hugo Glass του Leonardo DiCaprio προσπαθεί να βρει τους παλιούς του συντρόφους και να τους εκδικηθεί που τον παράτησαν για νεκρό. Έχοντας στο πλευρό του τους Tom Hardy, Domnhall Gleeson και Will Poulter, ο DiCaprio ετοιμάζεται να μας παρουσιάσει τον αγώνα ενός ανθρώπου ενάντια στη φύση με σκοπό την επιβίωση, τρέφοντας και μερικές ελπίδες για το πολυπόθητο (από το κοινό, όχι τον ίδιο) Όσκαρ Ερμηνείας.

«Steve Jobs»

Infossible_Steve-Job-Movie-1-700x433

Ο Danny Boyle επιστρέφει στον Οσκαρικό χάρτη ύστερα από τα «Slumdog Millionaire» και «127 Hours» με την αντισυμβατική βιογραφία ενός ειδώλου του σύγχρονου κόσμου που έφυγε νωρίς, γνωρίζοντας μας τον χαρακτήρα του σε ένα τρίπρακτο που παρουσιάζει τα παρασκήνια μερικών από τις πιο κρίσιμες στιγμές της καριέρας και ταυτόχρονα της ζωής του Steve Jobs. Σε σενάριο του Aaron Sorkin (Όσκαρ Σεναρίου για το «Social Network»), με πρωταγωνιστές τους πάντα εξαιρετικούς Michael Fassbender, Kate Winslet και τους Seth Rogen και Jeff Daniels, η ταινία θα αποτελέσει ένα σίγουρο στοίχημα για τα Όσκαρ, άσχετα με τις μέχρι τώρα σχετικά χαμηλές εισπράξεις της στην Αμερική.

«Spotlight»

tumblr_nzk9dkbfoZ1v116wco1_1280

Όλοι αγαπούν ένα καλό δημοσιογραφικό δράμα, στην περίπτωση όμως αυτή όλοι παραληρούν. Βασισμένο σε αληθινά γεγονότα, το «Spotlight» φέρνει στο προσκήνιο μια αληθινή ιστορία συγκάλυψης παιδεραστίας από την Καθολική Εκκλησία. Με ένα πράγματι εκλεκτό καστ (με κεντρικούς τους Mark Ruffalo, Michael Keaton, Rachel McAdams, Live Schreiber) και με τον Tom McCarthy στα ηνία σεναρίου και σκηνοθεσίας, η ταινία είναι μια από αυτές που πρόκειται να φέρουν τις μεγαλύτερες συγκινήσεις φέτος (ή τουλάχιστον αυτό πέτυχε στην Αμερική).

«Hail, Ceasar!»

_1444406666

Ναι, οι αδερφοί Coen επιστρέφουν στην κωμωδία! Με ένα πανσίγνωστο καστ (Josh Brolin, George Clooney, Ralph Fiennes, Jonah Hill, Scarlett Johansson, Tilda Swinton και Channing Tatum, μεταξύ άλλων) αναβιώνουν το Χόλυγουντ της δεκαετίας του ’50, όπου ένα στούντιο κινητοποιείται σύσσωμο προς διάσωση ενός μεγάλου σταρ που τον απήγαγαν. Οι Coen είναι γνωστοί για το μαύρο χιούμορ τους, οπότε έχουμε μερικές παραπάνω ελπίδες πως και αυτό το έργο θα είναι μια ακόμη επιτυχία.

«Deadpool»

Deadpool-Promo-Photo-Teddy-Bear-Low-Res

Ο πλέον δημοφιλέστατος και πάντα αθυρόστομος και βίαιος χαρακτήρας της Marvel εμφανίστηκε πρώτη φορά στην οθόνη το 2009 στο κακό «X-Men Origins: Wolverine», με τον Ryan Reynolds να υποδύεται τον ρόλο αλλά χωρίς να καταφέρει να σώσει την κατάσταση. Όμως ο ηθοποιός δεν το έβαλε κάτω και προσπάθησε να αναστήσει τον χαρακτήρα, αυτή τη φορά πιστό στο όραμά του. Και τα καταφέρνει, απ’ ότι φαίνεται, με την νέα ταινία του, όπου ο χαρακτήρας είναι ακριβώς όπως έπρεπε να είναι. Συνδεδεμένο με το σύμπαν των X-Men (βγάζουν και αυτοί ταινία φέτος), η ταινία είναι σίγουρα η καλύτερη υπερηρωική έκπληξη για φέτος και, ας ελπίσουμε, μια από τις καλύτερες της χρονιάς.

«Batman V. Superman: Dawn of Justice»

medium-157487

Οι δύο μεγαλύτεροι υπερήρωες που έχουν υπάρξει ποτέ, επιτέλους συναντιούνται για πρώτη φορά στο πανί, στην δεύτερη ταινία του νεοσύστατου κινηματογραφικού σύμπαν της DC Comics, έπειτα από το χλιαρό «Man Of Steel». Με τον Zack Snyder πάλι στην σκηνοθεσία, τον Henry Cavil στο ρόλο του Superman, τον Ben Affleck ως Batman, την Gal Gadot ως Wonder Woman, τον Jesse Eisenberg σαν κακό Lex Luthor και τους Jeremy Irons, Holly Hunter, Jason Mamoa, Laurence Fishburne, Diane Lane και Amy Adams, η ταινία είναι το λιγότερο ενδιαφέρουσα (βλέπετε, ο Snyder μπορεί να φημίζεται για τις ωραίες εικόνες των έργων του παρά για την ουσία τους). Όπως και να ‘χει, αυτή θα είναι μια ιστορική κινηματογραφική συνάντηση δύο εκ των μεγαλύτερων χαρακτήρων που γνώρισαν τα κόμιξ.

«Captain America: Civil War»

28082015_Civil-War-02

Μια ακόμη ταινία της Marvel, αυτή τη φορά με τους μεγαλύτερους της ήρωες Captain America και Iron Man να βρίσκονται αντιμέτωποι στον δικό τους εμφύλιο πόλεμο. Αν και η Marvel έχει αρχίσει να δείχνει όλο και περισσότερο τα σημάδια του χρόνου, το σκηνοθετικό δίδυμο των αδερφών Russo φαίνεται έτοιμο να σώσει την κατάσταση, όπως έκανε και με το «Captain America: Winter Soldier» το 2014. Οπότε είμαστε για μια ακόμη φορά ελπιδοφόροι για το καλύτερο.

«Silence»

3

Κάθε ταινία του Martin Scorsese είναι ένα γεγονός. Σε αυτή την περίπτωση, ας πούμε, έχουμε να κάνουμε με την μεταφορά ενός λογοτεχνικού αριστουργήματος του Ιάπωνα Shusaku Endo, το οποίο πραγματεύεται την αποστολή δύο Ιησουιτών ιεραποστόλων του 17ου αιώνα να βρουν τον αποστάτη μέντορα τους που βρίσκεται κάπου χαμένος μέσα σε μια Ιαπωνία που διώκει τον χριστιανισμό. Με πρωταγωνιστές τους Andrew Garfield, Liam Neeson και Adam Driver, ο Scorsese επιστρέφει στην θεματολογία της θρησκείας ύστερα από τις ταινίες «Mean Streets», «The Last Temptation of the Christ» και «Kundun», με την ελπίδα να μας προσφέρει μια πραγματικά εξαιρετική, από αυτές που μας έχουν λείψει.

Δυστυχώς αυτή η λίστα δεν μπορεί να είναι πλήρης σε καμία περίπτωση. Περιμένουμε πολλά μεγάλα blockbuster, όπως το «Rogue One» και «Fantastic Beasts and Where To Find Them» του σύμπαντος του Star Wars το πρώτο και του Harry Potter το δεύτερο, τα υπερηρωικά «Suicide Squad», «Doctor Strange» και «X-Men: Apocalypse», ενώ αναμένουμε και τα σίκουελ «Zoolander 2», «London Has Fallen» και «Alice Through the Looking Glass». Πιο πρωτότυπες προτάσεις είναι τα «Nice Guys» του Shane Black, «Midnight Special» του Jeff Nichols, ενώ επιστρέφουν και οι γνωστοί σκηνοθέτες Oliver Stone με το πολιτικό «Snowden» και ο Terrence Malick με το «Knight of Cups». Δυστυχώς οι μέχρι τώρα ανακοινώσεις δεν μας λένε πάρα πολλά, θα περιμένουμε όμως περισσότερα και θα σας ενημερώσουμε εδώ, στο Hashmag!

Η επιλογή μας για τις 10 καλύτερες ταινίες του 2015

Το 2015 σε λίγες ώρες περνά, έχοντας αφήσει αρκετές όμορφες κινηματογραφικές εμπειρίες. Εμείς προσπαθήσαμε να κάνουμε μια επιλογή των δέκα καλύτερων και σας την παρουσιάζουμε! Σε αντίθεση με τις προηγούμενες λίστες μας, εδώ οι επιλογές έχουν γίνει με σειρά προτίμησης. Ας ξεκινήσουμε…

10) «Λεβιάθαν» (Leviathan)

leviathan

Η αντίστροφη μέτρηση ξεκινά με το «Λεβιάθαν», την πιο πρόσφατη ταινία του Ρώσου δημιουργού Αντρέι Ζβιάγκιντσεφ. Μας αφηγείται την ιστορία ενός σύγχρονου Ιώβ, του μηχανικού Nikolay, ο οποίος από οικογενειάρχης και ιδιοκτήτης ενός πανέμορφου σπιτιού, βλέπει την ζωή του να γκρεμίζεται, εξαιτίας του λαίμαργου και διεφθαρμένου δημάρχου της πόλης. Μια ταινία –γροθιά στη σύγχρονη Ρωσία, και κατ’ επέκταση στη σύγχρονη κοινωνία, η οποία δέχτηκε αρκετό πόλεμο από τους Ρώσους, καθώς απαγορεύτηκε η προβολή της στη χώρα. Παρόλα αυτά, κατάφερε να βραβευτεί στις Κάννες (το Μάιο του ’14), να πάρει Χρυσή Σφαίρα Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας, καθώς και να λάβει υποψηφιότητα για Όσκαρ στην ίδια κατηγορία. Όχι κι άσχημα…

9) «Τα Μυαλά που Κουβαλάς» (Inside Out)

inside out

Μια ταινία animation έρχεται να προστεθεί στα διαμαντάκια του 2015. «Τα Μυαλά που Κουβαλάς» είναι ίσως η καλύτερη ταινία της Pixar τα τελευταία χρόνια, ίσως επειδή αφορά τόσο τα μικρά, όσο τα μεγάλα παιδιά. Μέσω αστείων σκηνικών, περνά όμορφα μηνύματα για τα… μυαλά που κουβαλά ο καθένας. Στα συν της, το ότι πρωταγωνιστές της δεν είναι άνθρωποι, υπερ- άνθρωποι, ρομπότ ή ζώα, μα τα ίδια τα συναισθήματα της μικρής Riley. Και όπως τα θα καταλάβει όποιος δει το εν λόγω έργο, όλα τα συναισθήματα, καλά ή κακά, είναι απαραίτητα…

8) «Νιότη» (Youth)

youth

Η νέα ταινία του Πάολο Σορεντίνο δε γινόταν να λείπει από τη λίστα μας. Τι την κάνει όμως τόσο ξεχωριστή; Αρχικά το εξαιρετικό της cast. Μάικλ Κέιν, σε μια από της καλύτερες του ερμηνείες, Χάρβεϊ Καϊτέλ, Πολ Ντάνο και Ρέιτσελ Γουάιζ. Ύστερα το θέμα. Ο Κέιν και ο Καϊτέλ, ερμηνεύοντας έναν πρώην μαέστρο ορχήστρας κι έναν –πλέον – ξεπεσμένο σεναριογράφο αντίστοιχα, αναπολούν τις ζωές τους, όντας πλέον γερασμένοι. Συγκρούονται με λάθη του παρελθόντος, ενώ παράλληλα παρατηρούν νέους να υπόκεινται σε παρόμοια λάθη, καθώς ψάχνουν να βρουν τον εαυτό τους. Ένα έργο που θυμίζει περισσότερο ποίηση, παρά κινηματογράφο. Ένα έργο που πρέπει δείτε…

7) «Νυχτερινός Ανταποκριτής» (Nightcrawler)

nightcrawle

Όταν έχεις έναν Τζέικ Τζίλενχαλ να δίνει τον καλύτερό του εαυτό και ένα σκοτεινό σενάριο να σοκάρει, τότε σίγουρα έχεις ταινιάρα. Ο Τζέικ Τζίλενχαλ βρίσκει στο πρόσωπο του ψυχάκια ρεπόρτερ Louis Bloom την καλύτερή του ερμηνεία, μέσα σε μια ταινία που μας μιλά, για το πόσο μακριά μπορεί να φτάσει κάποιος, ώστε να πετύχει τον στόχο. Κι όταν αυτός ο “κάποιος” δεν έχει κανέναν ενδοιασμό, τότε τα πράγματα σοβαρεύουν. Εξαιρετικό σκηνοθετικό ντεπούτο για το Νταν Γκιλρόι, ο οποίος φαίνεται αντάξιος των απαιτήσεων.

6) «Birdman ή Η Απρόσμενη Αρετή της Αφέλειας» (Birdman)

birdman

Ο μεγάλος νικητής στα Όσκαρ του 2015, η ταινία που αναγέννησε την καριέρα του Μάικλ Κίτον (ο οποίος – ουσιαστικά – υποδύεται τον εαυτό του) , καθώς και η δεύτερη καλύτερη ταινία του μεξικανού μαέστρου Αλεχάντρο Γκονζάλες Ινιαρίτου (συγγνώμη, αλλά οι «Χαμένες Αγάπες» δεν ξεπερνιούνται έτσι εύκολα…). Ταινία που μιλά για την Τέχνη και για το κατά πόσο εύκολα μπορούν να κολληθούν “στάμπες” στους καλλιτέχνες, λόγω κάποιων εμπορικών επιλογών. Γυρισμένη με την τεχνική του συνεχόμενου μονόπλανου, με κάμερα στο χέρι, δύσκολο εγχείρημα για το αν θα πετύχαινε ή θα κούραζε. Ευτυχώς (για όλους) συνέβη το πρώτο, κι ο Ινιαρίτου κέρδισε το πρώτο του Όσκαρ Σκηνοθεσίας. Να δούμε τώρα και το «Revenant».

5) «Mad Max: Ο Δρόμος της Οργής» (Mad Max: Fury Road)

mad-max-o-dromos-tis-orgis-pernaei-apo-tis-kannes

Το reboot της τριλογίας του «Mad Max» δεν μπορούσε να μη λάβει μια τιμητική θέση στο top 10 μας. Ο George Miller ανανέωσε το franchise με τον καλύτερο δυνατό τρόπο που μπορούσε. Εξαιρετικά εφέ, δυνατό soundtrack, ατελείωτη δράση, αψεγάδιαστη σκηνοθεσία. Ένας “τρελός” Tom Hardy, ο οποίος κατάφερε να ξεπεράσει τον προκάτοχο Mel Gibson και η πραγματική πρωταγωνίστρια Charlize Theron, μας παρέχουν ένα έργο, το οποίο όχι μόνο είναι η καλύτερη ταινία δράσης του 2015, μα καταφέρνει να εισάγει την δύναμη της γυναίκας στις ταινίες του συγκεκριμένου genre. Το είδες; Τι εννοείς “όχι ακόμα”;

4) «Μανταρίνια» (Tangerines)

mantarinia-antipolemiki

Αυτό το αριστούργημα ακούστηκε στη χώρα μας από λίγο έως καθόλου. Παγκοσμίως όμως, κατάφερε να δημιουργήσει αίσθηση και να φτάσει ως και τα Όσκαρ, όπου ήταν και υποψήφιο στην κατηγορία Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας. Αυτό το αντιπολεμικό δράμα από την Εσθονία, καταφέρνει να συγκινήσει, μα και να εντυπωσιάσει με την απλότητα του σαν παραγωγή. Με αφορμή τον πόλεμο μεταξύ Γεωργιανών και Τσετσένων, ο δημιουργός, Ζάζα Ουρουχάτζε, καταφέρνει να μας μιλήσει για τον ανθρωπισμό, για τη σημασία την ενότητας , έχοντας έναν εξαιρετικό Λέμπιτ Ούλφσακ, σε πρωταγωνιστικό ρόλο. Η 87λεπτη διάρκειά του, το κάνει να κυλλά αρκετά εύκολα, παρόλο τον ευρωπαϊκό του χαρακτήρα.

3) «Χωρίς Μέτρο» (Whiplash)

whiplash

Βραβευμένη με 3 χρυσά αγαλματίδια, η καλύτερη – ίσως – ταινία, που συμμετείχε στα περσινά Όσκαρ, θα ήταν άδικο να βρισκόταν κάπου πιο χαμηλά από την συγκεκριμένη θέση. Λίγο καλύτερο από το “νικητή” «Birdman», το «Χωρίς Μέτρο», εντυπωσίασε με το στόρι του, τη μουσική του επένδυση, καθώς και με τα κίνητρα που έδινε στον θεατή. Ο πρωταγωνιστής Andrew (Μάιλς Τέλερ) ματώνει ψυχικά και σωματικά για να γίνει ο καλύτερος ντράμερ, έχοντας τον καθηγητή Fletcher (Τζ. Κ. Σίμονς) πάνω από το κεφάλι του να του φωνάζει “Not my tempo!”. Μόνο ανατριχιαστική θα μπορούσα να χαρακτηρίσω την ερμηνεία του Σίμονς, η οποία επάξια κέρδισε το Όσκαρ Β’ Ανδρικού Λόγου.

2) «Ο Αστακός» (The Lobster)

lobster

Ο Γιώργος Λάνθιμος μας επισκέφθηκε φέτος με την πρώτη του αγγλόφωνη ταινία, με ένα καστ, που περιλάμβανε ονόματα όπως ο Κόλιν Φάρελ κι η Ρέιτσελ Γουάιζ, για να μας εξιστορήσει μια ρομαντική ιστορία από τη δική του, αλλόκοτη σκοπιά. Λιγότερο δύσκολο και στριφνό από τον «Κυνόδοντα», μα εξίσου ωραίο και γεμάτο νοήματα και “μπιχτές” στα στερεότυπα, που υπάρχουν σε αφθονία στην κοινωνία μας, «Ο Αστακός» είναι η καλύτερη (ως τώρα) ταινία του Λάνθιμου, η οποία κατάφερε να φύγει από το Φεστιβάλ των Καννών με το Βραβείο της Επιτροπής. Μακάρι να συνεχίσει έτσι και καλύτερα, ο ήδη πολλά υποσχόμενος έλληνας σκηνοθέτης.

1) «Ο Γιος του Σαούλ» (Son of Saoul)

saoul

Πώς να το τιτλοφορήσω; Καλύτερη πρώτη ταινία σκηνοθέτη; Καλύτερη ταινία για το 2015; Καλύτερη ταινία σχετική με το Ολοκαύτωμα; Όλοι οι τίτλοι ανταποκρίνονται στο μεγαλείο της πρώτης ταινίας του Ούγγρου László Nemes. Ένα έργο με ανατρεπτικό τρόπο αφήγησης και σκηνοθεσίας, ο οποίος πέτυχε, αφήνοντάς σε να φαντάζεσαι, περισσότερα απ’ όσα θες. Ο Χρυσός Φοίνικας του Φεστιβάλ των Καννών, που θα έπρεπε να ήταν (περιορίστηκε στο Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπής) και υποψήφιο τώρα για Χρυσή Σφαίρα Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας. Υπάρχουν ταινίες που απλά τις βλέπεις και υπάρχουν ταινίες που τις κουβαλάς μια ζωή. «Ο Γιος του Σαούλ» ανήκει στη δεύτερη κατηγορία.

«Joy»: Άλλη μία ταινία του Ράσελ για τα Όσκαρ

Δεν με χαλάνε οι ταινίες, που λαμβάνουν πολλές υποψηφιότητες και βραβεία από την Ακαδημία. Το «Birdman» κέρδισε τέσσερα αγαλματίδια πέρυσι, και ήταν εξαιρετικό! Κι αν πάμε ακόμα πιο πίσω στο χρόνο, θα βρούμε ταινιάρες («Η Φωλιά του Κούκου», «Το Λιμάνι της Αγωνίας»), που κατάφεραν να κερδίσουν το κοινό, το χρόνο, μα και πολλά βραβεία Όσκαρ.

Με χαλάνε υπερβολικά όμως, έργα τα οποία δημιουργούνται ξεκάθαρα για την συγκεκριμένη τελετή. Έργα τα οποία δεν έχουν άλλο σκοπό, από το να ακουστούν, όσο το δυνατόν περισσότερες φορές, τη βραδιά της απονομής. Ένα τέτοιο έργο είναι και το «Joy».

Η Joy (Τζένιφερ Λόρενς) είναι μια χωρισμένη μάνα, που ζει στο ίδιο σπίτι με την γιαγιά της (Ντάιαν Λαντ), τους χωρισμένους γονείς της (Βιρτζίνια Μάντσεν, Ρόμπερτ ΝτεΝίρο), τον πρώην της σύζυγο (Έντγαρ Ραμίρεζ) και τα παιδιά της. Είναι καλή προς όλους, προσπαθεί (και είναι η μόνη), που διατηρεί τις ισορροπίες στο σπίτι, τρέχει να μαζέψει τα αμάζευτα, μα δεν της μένει καθόλου χρόνος για τον εαυτό της και για να δημιουργήσει τις διάφορες ιδέες που τις έρχονται στο μυαλό.

01-jennifer-lawrence-as-joy

Διότι η Joy ήταν από μικρή ένα δημιουργικό άτομο. Και θα καταφέρει να δημιουργήσει, κάτι για να βοηθήσει όλες τις νοικοκυρές σαν κι εκείνη, μια σφουγγαρίστρα, που χαρίζει πολλές ευκολίες στο καθάρισμα και όπως είναι αναμενόμενο, θα προσπαθήσει να το προωθήσει. Με τη βοήθεια του υπεύθυνου διαφημίσεων Neil Walker (Μπράντλεϊ Κούπερ) και των δικών της, θα ξεκινήσει μια δικιά της επιχείρηση. Όμως γρήγορα θα καταλάβει, πως αυτό δε είναι εύκολο…

Ο Ντέιβιντ Ο. Ράσελ χρησιμοποιεί ξανά τη συνταγή ενός γλυκανάλατου σεναρίου, στηριζόμενος σε ηθοποιούς, που δουλεύουν σχεδόν μόνιμα μαζί του (Λόρενς, Κούπερ, ΝτεΝίρο) και θα ψάξει κάπως έτσι την επιτυχία και τις υποψηφιότητες για Όσκαρ. Το έχει ξανακάνει κι έχει πετύχει. Ο «Οδηγός Αισιοδοξίας» κέρδισε ένα χρυσό αγαλματίδιο, ενώ ήταν υποψήφιο για 8, ενώ ο «Οδηγός Διαπλοκής» κέρδισε 10 (!) υποψηφιότητες. Ίσως το μόνο έργο του που άξιζε τα βραβεία του, να ήταν το «The Fighter», αλλά και πάλι, ευθύνη δε φέρει ο Ράσελ, μα οι εξαιρετικές ερμηνείες των Κρίστιαν Μπέιλ, Έιμι Άνταμς και Μελίσα Λέο.

landscape-1436967071-screen-shot-2015-07-15-at-92838-am

Το «Joy» ίσως είναι λοιπόν, η πιο βαρετή ταινία του σκηνοθέτη. Καταφέρνει να σε κουράσει, έχοντας σχετικά νορμάλ ρυθμούς. Θετικό σημείο μόνο, η προσέγγιση των γονιών της Joy, με τη μάνα να είναι κολλημένη με τις σαπουνόπερες και τον πατέρα να ψάχνει, ακόμα και στα γεράματα, τον έρωτα, στα μάτια της Trudy (Ιζαμπέλα Ροσελίνι).

Υποκριτικά, η ταινία καταφέρνει να ξεπεράσει το μέτριο και να σταθεί σε καλά επίπεδα. Η Τζένιφερ Λόρενς είναι υπερεκτιμημένη ηθοποιός, μα κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί, πως είναι καλή, και αυτό μας το δείχνει μέσω του πρωταγωνιστικού της ρόλου. Ο Μπράντλεϊ Κούπερ παίζει κι αυτός καλά και θα ήθελα να τον δω λίγο περισσότερο. Οι υπόλοιποι, απλά υπάρχουν… (δυστυχώς ΚΑΙ ο ΝτεΝίρο).

joy-1

Στα θετικά θα έβαζα και τη μουσική των Ντέιβιντ Κάμπελ και Γουέστ Ντίλαν Θόρντστον.

Εν ολίγοις λοιπόν, το «Joy» είναι μια ταινία την οποία δεν προτείνω, εκτός κι αν είστε φαν κάποιου από τους συντελεστές. Ο Ράσελ, από ό,τι φαίνεται, οδεύει στο να πετύχει τον στόχο του στα βραβεία και φέτος, μιας και η ταινία του έκανε ένα ζέσταμα για τα Όσκαρ, έχοντας πάρει δύο υποψηφιότητες για Χρυσή Σφαίρα. Δεν ξέρω για εσάς, εγώ πάντως πάω να δω το «Star Wars».

«Carol»: Ο Queer Κινηματογράφος όπως… παλιά!

Ο Todd Haynes είναι ένας από τους πρώτους σκηνοθέτες-αντιπροσώπους της LGBT κοινότητας, μεταφέροντας ουσιαστικά τους όρους του mainstream κινηματογράφου στην πραγματικότητα της ομοφυλοφιλίας, με πρώτη και καλύτερη ταινία του πάνω στο θέμα το «Velvet Goldmine», τον κατά κάποιο τρόπο «Πολίτη Κέην» του queer κινηματογράφου. Από το 2000 κι έπειτα όμως, ξεκίνησε να μεταφέρει το κοινό σε ιστορίες του παρελθόντος και χωρίς να αγγίζει έντονα θεματικά το queer στοιχείο, με ταινίες όπως το «Far From Heaven»με την Julianne Moore, μια ταινία γυρισμένη σαν στα ‘50s, την φανταστική βιογραφία του Μπομπ Ντίλαν «I’m Not There» με ένα τεράστιο καστ να υποδύεται τον πρωταγωνιστικό ρόλο, ο καθένας και μια διαφορετική πτυχή του, αλλά και την μίνι σειρά«Mildred Pierce», το ριμέικ ενός κλασικού φιλμ νουάρ, αυτή τη φορά με πρωταγωνίστρια την Kate Winslet.

Φέτος ο Haynes επιστρέφει στις αίθουσες με το «Carol», την μεταφοράς ενός μυθιστορήματος της Patricia Highsmith με τον τίτλο «The Price of Salt». Η ταινία αφηγείται την ιστορία μιας νεαρής πωλήτριας και επίδοξης φωτογράφου, της Τερέζ (Rooney Mara), η οποία ερωτεύεται εντελώς απρόσμενα την αστή Κάρολ (Cate Blanchett). Η εποχή τους όμως είναι τέτοια ώστε να μη τους επιτρέπει να ζήσουν το πάθος τους, μιας και η Κάρολ είναι στην αναμονή του διαζυγίου της και ο σύζυγος της (Kyle Chandler) προσπαθεί να κάνει τα πάντα για να την κερδίσει πάλι πίσω.

pic1

Ο έρωτας των δύο γυναικών φαίνεται αγνός και φυσικός, όπως ακριβώς φαινόταν ο έρωτας στις ταινίες του ’50 αντίστοιχα για τα ετεροφυλοφιλικά ζευγάρια. Η ιστορία τους είναι αρκετά απλή εκ πρώτης όψεως, όμως το βάθος της κρύβεται στα συναισθήματα των χαρακτήρων που όλοι τους συμπεριφέρονται εντελώς ανθρώπινα, χωρίς να είναι καρικατούρες τύπου ο «κακός σύζυγος» και ρίχνοντας την ευθύνη στον πραγματικό κακό της ιστορίας, την εποχή που δεν μπορούσε να δώσει χώρο σε συναισθήματα για το ίδιο φύλο και που ίσα-ίσα τα καταπίεζε. Τίποτα όμως δεν μπορεί να βάλει απαγορευτικό στην αληθινή αγάπη, ειδικά σε μια ταινία των ‘50s.

Γιατί αυτό επιτυγχάνει εδώ πέρα ο Haynes, να γυρίζει μια ταινία «όπως τις κάνανε παλιά». Η κάμερα του είναι συνήθως σταθερή και με την ελάχιστη κινητικότητα (αν εξαιρέσουμε τα δύο ή τρία σημεία του έργου όπου είναι τα πιο συναισθηματικά φορτισμένα). Πολλά του πλάνα έχουν κέντρο τους τους χαρακτήρες της ταινίας, πολλές δείχνοντας τους μέσα από ανοιχτές πόρτες, λες και εμείς οι ίδιοι τους παρακολουθούμε από το διπλανό δωμάτιο. Μαζί με τον μόνιμο συνεργάτη του διευθυντή φωτογραφίας δημιουργεί μια πραγματικά άρτια ταινία, όπου τα χρώματα βασιλεύουν και κλέβουν τα βλέμματα, χωρίς να αφήνουν λεπτομέρεια του κόσμου της δεκαετίας του ’50 αφώτιστη, ενώ η μουσική του Carter Burnettείναι ο αντάξιος συνοδός στο ταξίδι που προσφέρει η ταινία.

pic2

Και οι ηθοποιοί αποδίδουν εξίσου καλά την εποχή εκείνη. Το πρωταγωνιστικό δίδυμο είναι εξαιρετικό, καθώς και οι δυο γυναίκες φαίνονται πλασμένη η μια για την άλλη. Και η Mara και η Blanchett είναι αξιόλογες ηθοποιοί, και οι δύο ερμηνεύουν με πάθος τους χαρακτήρες τους και ούτε μια στιγμή δεν φαίνονται ψεύτικες. Είναι και η χημεία τους τέτοια που τους επιτρέπει να αφεθούν στους ρόλους τους και να γίνουν ένα, ψυχή τε και σώματι. Στους δευτερεύοντες ρόλους έχουμε έναν πολύ καλό Chandler, ένα χαρακτήρα σαν πολλούς από εμάς, που θα πάμε στα άκρα για το άτομο που αγαπάμε και που, από κάποια στιγμή κι έπειτα, θα ξεχάσουμε για ποιο πράγμα αγωνιζόμασταν, αλλά και την εξαιρετική Sara Paulson στο ρόλο της καλόκαρδης κολλητής της Κάρολ, την οποία θα θέλαμε να δούμε ίσως περισσότερο στο έργο, καθώς ήταν ένα από τα λίγα στοιχεία του έργου που μας υπενθύμιζαν πως η ταινία είναι γυρισμένη τώρα.

Γιατί, δυστυχώς, το πρόβλημα του έργου είναι αυτή η προσκόλληση του στο παρελθόν, όχι μόνο τεχνικά. Στην ουσία της αυτή η όμορφη ιστορία αγάπης δεν φτάνει ποτέ σε σημείο να διαπεράσει την επιφάνεια και να βρει κέντρο στο αφανές της τέχνης και του έρωτα που εικονίζει. Η προσέγγιση του Haynes είναι σε στιγμές πολύ απρόσωπη, χωρίς ποτέ να αγγίζει τις ευαίσθητες νότες που άγγιξε με το «Velvet Goldmine», το οποίο σίγουρα, λόγω της ίδιας του της ανδρικής ομοφυλοφιλίας, είχε περισσότερα κοινά στοιχεία με τον ίδιο. Ή μπορεί απλά να φταίει η δυσκολία που αντιμετωπίζει ένας άνδρας σκηνοθέτης να εικονίσει εντελώς σωστά την λεσβιακή σεξουαλικότητα, δείχνοντας περισσότερα του προφανούς, με μικρή εξαίρεση τους David Lynch και Abdellatif Kechiche με την«Mulholland Drive» και το «Blue is the Warmest Color» αντίστοιχα ο καθένας. Αν όμως πούμε, πως ο στόχος του Haynes ήταν να κάνει μια ταινία πάνω στην ομοφυλοφιλία, όπως θα την προσέγγιζε κάποιος στη δεκαετία του ’50, τότε θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε πως πέτυχε διάνα.

Όπως και να ‘χει, το «Carol» είναι ένα ευχάριστο κινηματογραφικό ταξίδι. Επικρατώντας ως ένα από τα μεγαλύτερα φαβορί για τα φετινά Oscar και υποψήφιο για 5 Χρυσές Σφαίρες (Ταινίας, Σκηνοθεσίας, Μουσικής και Ά Γυναικείου σε Δράμα και για τις δύο πρωταγωνίστριες), είναι σίγουρα ένα έργο που θα κερδίσει τις εντυπώσεις και σίγουρα πολλή αγάπη από το κοινό. Αναμένουμε βραβεύσεις, καλή θέαση!