Ο Μητσοτάκης και οι ‘μητσοτακικοί’

‘ Έφυγε’ ένας μεγάλος πολιτικός. Αδιαμφισβήτητα, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης ήταν μία σημαντική πολιτική προσωπικότητα της σύγχρονης Ελλάδας. Είτε συμφωνούσε κάποιος με τις πολιτικές του θέσεις, είτε διαφωνούσε, δεν θα μπορούσε να αμφισβητήσει την προσωπικότητα του πρώην πρωθυπουργού.

Ήταν ο τελευταίος από του ‘μεγάλους’ πολιτικούς. Μετά τον Κωνσταντίνο Καραμανλή και τον Ανδρέα Παπανδρέου. Σημαντικές προσωπικότητες και φιγούρες στην πολιτική ζωή της χώρας, αλλά αυτό δεν τους απαλλάσσει από την κριτική που τους γίνεται ή για αυτήν που θα έπρεπε να τους γίνεται. Επί ημερών τους σίγουρα η Ελλάδα αναπτύχθηκε, εξευρωπαΐστηκε. Όμως δημιούργησαν τις πελατειακές σχέσεις και τον κομματικό φανατισμό. Έφεραν την νοοτροπία των δανεισμών, των διορισμών και των ρουσφετιών. Ο καθένας με διαφορετικό μερίδιο ευθύνης και ίσως οι ίδιοι να μην ευθύνονταν για κάποια από αυτά που τους έχουν καταλογίσει κατά καιρούς, αλλά σίγουρα τα κόμματα που εκπροσωπούσαν ευθύνονται.

Κηδεία Κωνσταντίνου Μητσοτάκη. Εμφάνιση πρωθυπουργού. Αποδοκιμασίες από οπαδούς, φίλους και συγγενείς του αποθανόντος. Μια νοοτροπία χτισμένη στο παρελθόν. Μια νοοτροπία του να μην δείχνεις σεβασμό στον θεσμό του πρωθυπουργού, επειδή δεν συμφωνείς με το πρόσωπο που τον αντιπροσωπεύει. Μια νοοτροπία άκρως κομματική. Μια νοοτροπία του αφού δεν είναι κυβέρνηση το κόμμα που υποστηρίζουμε, πρέπει να αποδοκιμάσουμε τον ‘αντίπαλο’.

Μία νοοτροπία που αποδοκιμάζει τον διορισμό της συζύγου του πρωθυπουργού, γιατί απλά ανήκει σε άλλο κόμμα. Όλα αυτά τα χρόνια η εκάστοτε κυβέρνηση διόριζε τα δικά της παιδιά. Προφανώς και είμαι ενάντια στους ρουσφετολογικούς διορισμούς, αλλά αυτοί πρέπει να καταδικάζονται προς όλες τις πλευρές. Άραγε, αυτοί που εκνευρίστηκαν με τον διορισμό της γυναίκας του πρωθυπουργού, θα αποδοκίμαζαν με τον ίδιο τρόπο έναν δικό τους διορισμό με ρουσφέτι από το κόμμα της αρεσκείας τους;

Κάθε κυβέρνηση και κάθε πρωθυπουργός που περνάει, αφήνει πίσω κάτι. Είτε θετικό, είτε αρνητικό. Το ζητούμενο είναι να προσπαθούμε να απομονώσουμε τα άσχημα και να προχωράμε με τα θετικά. Ο Μητσοτάκης και όλοι οι ‘μεγάλοι’ πολιτικοί έχουν αφήσει σίγουρα σημαντικό έργο. Υπάρχει, όμως, μια νοοτροπία που πρέπει να ξεριζωθεί.

Πίστη: (Ακόμη) Ένα ταμπού στην Ελλάδα του 2016, στην Ελλάδα του 21ου αιώνα…

Το γεγονός ότι στην χώρα μας υπάρχουν πάρα πολλά ταμπού θέματα και πληθώρα κλισέ το γνωρίζουμε πάρα πολύ καλά, κι όσοι το αρνούνται υποκρίνονται, γιατί μέσα τους ξέρουν πολύ καλά την αλήθεια. Το κακό με την Ελλάδα είναι οι τρομακτικά αργές μεταβάσεις από το στάδιο της αποστροφής και του χλευασμού σε αυτό της αναγνώρισης και της αποδοχής, είτε σχετικά με την αθεΐα, είτε με την ομοφυλοφιλία είτε με οτιδήποτε άλλο πέρα από τα «συνηθισμένα”.

Σύμφωνα με τον Independent, στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής  οι άθεοι έχουν διπλασιαστεί (!) από το 1984, ενώ η χώρα με το μεγαλύτερο ποσοστό άθεων και αγνωστικιστών παγκοσμίως είναι η Κίνα, αφού οι Κινέζοι που δεν πιστεύουν σε κάποιον θεό αγγίζουν ποσοστά της τάξεως 40-49,9%. Από την άλλη, 30-39,9% των Ιαπώνων δηλώνουν άθεοι, ενώ με το ίδιο ποσοστό ακολουθούν οι Τσέχοι. Στη Γαλλία, το ποσοστό των άθεων-αγνωστικιστών αγγίζει, σύμφωνα με ερευνητές, το 20% τουλάχιστον, ενώ στην Ισλανδία το 10-19% των πολιτών είναι άθεοι. Όσον αφορά τη στάση των πιστών προς τους άθεους, οι πιο… χαλαρές στο θέμα αυτό χώρες είναι οι Σκανδιναβικές (Νορβηγία, Σουηδία, Φινλανδία) και η Ισλανδία.

Σε αρκετές χώρες, όπως σε αυτές του Ισλάμ, συναντάμε φανατικούς πιστούς, χωρίς καμία, απολύτως, ανοχή προς τους άθεους ή προς αυτούς που πιστεύουν σε κάτι διαφορετικό. Δυστυχώς, η Ελλάδα είναι, αναμφισβήτητα, μια χώρα που αν και θεωρείται ανεπτυγμένη και παρόλο που κυριαρχεί σε αυτήν μια θρησκεία θεωρητικά πιο… χαμηλών τόνων, έχει πολύ μεγάλο ποσοστό φανατικών πιστών και μεγάλη μερίδα των πιστών αντιμετωπίζει με χλεύη, προσβολές και τραμπουκισμούς όσους δεν πιστεύουν. Υποτίθεται, μάλιστα, ότι έχουμε και ανεξιθρησκεία… Λέμε τώρα… Όμως, το αξιοπερίεργο που συναντάμε σε πολύ μεγάλο βαθμό στην χώρα μας δεν είναι μόνο αυτό, αλλά και το γεγονός ότι πολλοί γίνονται άθεοι από μόδα για να το παίξουν επαναστάτες ή διαφορετικοί, ενώ κάποιοι άθεοι κατακρίνουν και προσβάλλουν όσους πιστεύουν, ακόμα κι αν αυτοί δεν προκαλούν την «αντίπαλη” μερίδα. Κατά τη γνώμη μου, όλα αυτά είναι ηλίθια και είναι, πραγματικά, κρίμα που έχουμε φτάσει στο 2016 και συζητάμε ακόμα για αυτά. Μια χώρα που γέννησε τη δημοκρατία, άρα την ελευθερία επιλογών και πεποιθήσεων, μια χώρα που γέννησε τους μεγαλύτερους φιλόσοφους, μια χώρα που προσέφερε τόσα στον παγκόσμιο πολιτισμό, κι όμως, έχει καταντήσει σε αυτά τα θέματα, κι όχι μόνο, χειρότερη από τριτοκοσμικές χώρες κι από χώρες χωρίς ιστορία. Κι αυτό, ναι, είναι …επιτυχία όλων μας…

Ουσιαστικά, δεν υπάρχει λόγος να κατακρίνουν οι μεν τους δε, από τη στιγμή που και η πίστη είναι θέμα επιλογής και πηγάζει ή όχι, από μέσα μας… Αφήνουμε, λοιπόν, τις θρησκείες- γιατί άλλο θρησκεία κι άλλο πίστη- να πετυχαίνουν τον διαχρονικό τους σκοπό: τη δική μας διχόνοια κι έτσι, αντί να σεβόμαστε τις επιλογές του άλλου και να είμαστε όλοι μια γροθιά και να προοδεύουμε, είμαστε βυθισμένοι στον εγωισμό και τη διχόνοια. Κι έπειτα, κατηγορούμε τους ξένους για την κατάντια μας, τα μνημόνια και την οικονομική κρίση. Μα, πώς είναι δυνατόν να προχωρήσουμε και να αφήσουμε τα κακώς κείμενα πίσω μας αν θέματα όπως αυτά μας εμποδίζουν να είμαστε ενωμένοι; Είναι αλήθεια, πράγματι, πως η χώρα μας έχει μια ιδιοτροπία όσον αφορά το πώς μεταβαίνει από κατάσταση σε κατάσταση. Για παράδειγμα, σε άλλες χώρες στο θέμα της ομοφυλοφιλίας, ενώ αποτελούσε ταμπού, η κατάσταση άλλαξε άρδην από όταν συνειδητοποίησαν οι πολίτες ότι, ουσιαστικά, και αυτό είναι θέμα επιλογής. Εδώ, παρόλο που ψηφίστηκε το σύμφωνο συμβίωσης, ακόμα αποτελεί ταμπού, αν και έχει σημειωθεί πρόοδος. Το ίδιο, λοιπόν, συμβαίνει και με τη θρησκεία ή την πίστη. Δεν αντιλαμβανόμαστε, δυστυχώς, ότι αυτή η νοοτροπία μας κρατά πολύ πίσω. Και, φυσικά, δεν αξίζει καν να αναφερθώ σε «εκπρόσωπους του Θεού” που κηρύττουν μίσος προς τους «άπιστους”…

Είναι, τελικά, όλα θέμα νοοτροπίας. Το έγραψα σε προηγούμενο άρθρο μου, το γράφω και σε αυτό. Οι αλλαγές στην πολιτική, την οικονομία, την κοινωνία, αλλά και σε οποιονδήποτε άλλο τομέα, θέλουν χρόνο, θυσίες και συνεχή μάχη σαν μια γροθιά. Δεν είναι… γελοίο αυτά τα ταμπού μας να μη μας αφήνουν να προχωρήσουμε; Άλλες χώρες αντιμετωπίζουν ευκολότερα τα προβλήματα γιατί είναι ενωμένοι προς αυτή την κατεύθυνση, ενώ στην Ελλάδα πρέπει να προηγηθεί αλλαγή της νοοτροπίας, δύσκολο, όχι αδύνατο!

Στην Ελλάδα του νυν και Α.Ε.Ι.

Το θέμα των ιδιωτικών πανεπιστημίων στην Ελλάδα είναι αναμφίβολα ένα από τα μεγαλύτερα ταμπού! Ή καλύτερα… η νομιμοποίηση τους αποτελεί στερεότυπο δεκαετιών. Ειλικρινά δεν κατάλαβα ποτέ το λόγο εναντίωσης σε μια τέτοια νομοθετική νομιμοποίηση. Δεν υφίσταται δίλημμα τύπου: «Ιδιωτικά ή Δημόσια Πανεπιστήμια;” αλλά το ερώτημα «Μόνο Δημόσια Πανεπιστήμια;” Αρχικά, θα ήθελα να δώσω έναν ορισμό στην έννοια νομιμοποίηση. Με αυτή εννοώ την νομοθετική κατοχύρωση της ισότητας μεταξύ ενός πτυχίου δημοσίου ΑΕΙ και ενός πτυχίου ιδιωτικού ΑΕΙ για το δημόσιο τομέα. Αλλά ερχόμενοι στην ουσία του θέματος θα χρειαστεί να θυμηθούμε ότι ένα πτυχίο είναι συνάρτηση επιτυχίας της αγοράς εργασίας (χωρίς να αποτελεί τη μόνη μεταβλητή). Η αγορά εργασίας με τη σειρά της διαχωρίζεται στον ιδιωτικό και το δημόσιο τομέα. Σε ό,τι αφορά τον ιδιωτικό τομέα, μία νομιμοποίηση της εξίσωσης δημοσίων τίτλων και ιδιωτικών μικρή σημασία θα έχει, εφόσον τα προσόντα δεν είναι μόνα ικανά να κατοχυρώσουν μία θέση, μα η προσωπικότητα και συνολικά τα ατομικά χαρακτηριστικά είναι αυτά που καθορίζουν την ανάληψη μίας θέσης. Επομένως, οι μεταβολές στον ιδιωτικό τομέα θα είναι μικρές, ίσως και αμελητέες. Ο εργασιακός ανταγωνισμός του ιδιωτικού τομέα, καθιστά όχι μόνο δύσκολη την επιβίωση, αλλά και αδύνατο να επαναπαυτεί κάποιος στους τίτλους τους οποίους κατέχει. «Ο καλύτερος επιβιώνει” και η προσπάθεια επιβίωσης είναι διαρκής, με αποτέλεσμα να επιβεβαιώνεται ο προηγούμενος ισχυρισμός, ότι μία επανάπαυση σε πτυχία και άλλους τίτλους, δεν είναι εφικτή. Οι εργοδότες δεν αναζητούν άτομα με «Χάρτινα Προσόντα», αλλά άτομα με όρεξη, διάθεση για εργασία, άτομα με όραμα και αφοσίωση. Σε ό,τι αφορά το δημόσιο τομέα, εκεί θα υπάρξουν μεταβολές; Μεσοπρόθεσμα, ναι! Η ύπαρξη μίας θέσης θα προκαλέσει το ενδιαφέρον αρκετά περισσότερων ατόμων, με αποτέλεσμα τη βελτίωση του ανταγωνισμού. Ποιος δε θα ήθελε έναν περισσότερο ανταγωνιστικό δημόσιο τομέα;

Έπειτα τίθεται το ερώτημα εάν η παιδεία, ως δημόσιο αγαθό, θα πρέπει να προσφέρεται δωρεάν. Βεβαίως και χρειάζεται η παιδεία να προσφέρεται δωρεάν, ώστε να μην αποκλείονται ομάδες του πληθυσμού, αλλά σε τι ωφελεί να προσφέρεται αποκλειστικά δωρεάν; Θέλω να πω, υπάρχει λόγος να υπάρχουν μόνο δημόσια πανεπιστήμια; Η ύπαρξη ιδιωτικών πανεπιστημίων αφ’ ενός μεν θα απορροφήσει ένα κομμάτι Ελλήνων, οι οποίοι επιθυμούν να διαθέσουν χρήματα για την παιδεία των παιδιών τους λόγω οικονομικής άνεσης, αφ’ετέρου δε θα χαρίσει μία δεύτερη ευκαιρία στους νέους που απέτυχαν μέσω του συστήματος των πανελλαδικών εξετάσεων, αυτή τη φορά όμως επί ίσοις όροις (λόγω της εξίσωσης δημοσίων και ιδιωτικών τίτλων). Επιπλέον, η νομοθετική κατοχύρωση αυτής της εξίσωσης θα μειώσει τις εκροές νέων, οι οποίοι καταφεύγουν σε ιδιωτικά πανεπιστήμια του εξωτερικού για προπτυχιακές σπουδές. Είναι αστείο να καυχιόμαστε ότι προσφέρουμε σαν κράτος δωρεάν παιδεία, και από την άλλη να διώχνουμε ευπρεπώς όσους αποτυγχάνουν να εισαχθούν σε κάποιο ελληνικό δημόσιο Α.Ε.Ι.

Παρατηρώντας το θέμα των ιδιωτικών πανεπιστημίων υπό το πρίσμα της επενδυτικής κίνησης, δεν υπάρχει λογική στην εναντίωση! Ιδιωτικά πανεπιστήμια υπάρχουν στις περισσότερες ανεπτυγμένες χώρες του κόσμου και αποτελούν μία αγορά την οποία αρνούμαστε πεισματικά να δημιουργήσουμε εντός Ελλάδος. Άμεση συνέπεια αποτελεί ο αποκλεισμός των υποψηφίων επενδυτών, οι οποίοι παρεμπιπτόντως δεν είναι μόνο Έλληνες. Ο αποκλεισμός επενδυτών σημαίνει αποκλεισμό στην εισροή κεφαλαίου, σημαίνει αποκλεισμό στις θέσεις εργασίας, οι οποίες θα μπορούσαν να δημιουργηθούν, σημαίνει άρνηση στην ανάπτυξη. Και, μιλώντας για τριτοβάθμια εκπαίδευση, ας μην παραλείψουμε ότι σημαίνει αφαίρεση δυναμικής από την έρευνα.

Τα ιδιωτικά πανεπιστήμια δε θα είναι ψυχρές πολυεθνικές επιχειρήσεις, αλλά εκπαιδευτικά ιδρύματα με προσφορά στη γνώση και την επιστήμη. Ακόμα, η διατήρηση των πραγμάτων ως έχουν αποκλείει εισροή νέων στη χώρα μας. Τι πραγματοποιείται σήμερα στην τριτοβάθμια εκπαίδευση στην Ελλάδα, το οποίο προκαλεί το ενδιαφέρον νέων από το εξωτερικό; Με άλλα λόγια, τα ιδιωτικά πανεπιστήμια μέσω των διδάκτρων, θα μπορούσαν να δημιουργήσουν συνθήκες τόσο μαθησιακές, όσο και κτιριακών εγκαταστάσεων, οι οποίες θα προσέλκυαν νέους από το εξωτερικό να σπουδάσουν στη χώρα μας. Μάλιστα, ας μη μείνουμε στα στενά όρια προπτυχιακών σπουδών, αλλά ας αναλογιστούμε και τις σπουδές πέραν αυτών.

Είναι επιεικώς ακατανόητη η διατήρηση του μονοπωλίου του κράτους σε μία τόσο ανταγωνιστική αγορά. Οι καπιταλιστικές οικονομίες δεν έχουν κενά για να επιβιώνουν στερεότυπα αγορών. Τα στερεότυπα για τις αγορές είναι ότι οι αρρώστιες για τον άνθρωπο, σε ένα κόσμο δίχως φάρμακα. Θέτουν ανεξήγητους φραγμούς στις αγορές και μεροληπτούν σε βάρος της προόδου. Πόσο προβληματική φαντάζει η αυτοπεριθωριοποίηση μίας χώρας σε μία αγορά; Στις μεσαιωνικές αντιλήψεις που όντως υπάρχουν στη χώρα μας, το κλειδί είναι ένα! Όταν καλείσαι να αποδεχτείς μία άποψη ή μία νοοτροπία de facto, αναζήτησε τη διαφορά κόστους-ωφέλειας στην αποδοχή και στην απόρριψή της. Αναρωτήσου τι θα συνέβαινε εάν υιοθετούσες μία διαφορετική αντίληψη…