«Hail,Caesar» – Νοσταλγοί του παλιού Σινεμά

Στο σινεμά είναι πολλά ντουέτα που έχουν σκηνοθετήσει και έχουν κατά καιρούς βραβευτεί για τις δουλειές τους, όμως κανένα από αυτά δεν είναι τόσο διάσημο, δυναμικό και πρωτότυπο σαν αυτό των αδελφών Joel και Ethan Coen. Ευρέως (και Εβραίοι) γνωστοί απ’ το «Fargo», αγαπητοί από το «Big Lebowski» και βραβευμένοι με 3 Όσκαρ για το«No Country for Old Men», οι Coen με κάθε τους ταινία φιλοσοφούν την ζωή κατά καιρούς με μηδενιστικό τρόπο και συνεχώς με μακάβριο χιούμορ, χωρίς κάποια ταινία τους να έχει μια συγκεκριμένη ταμπέλα. Μετά, λοιπόν, από το αριστουργηματικό και υποτιμημένο «Inside Llewyn Davis» επιστρέφουν μια νέα κωμωδία τους, το «Hail, Caesar» («Χαίρε, Καίσαρ» στις αίθουσες, αν και το καταλάβατε και μόνοι σας αυτό).

pic1

Την δεκαετία του ’50, στην Χρυσή Εποχή του Χόλυγουντ, τα στούντιο αντιμετωπίζουν κάθε λογής προβλήματα: τα βίτσια κάθε σταρ, παράνομες εγκυμοσύνες, παράνομους κομμουνιστές, έλλειψη ταλέντου, έλλειψη ανθρωπιάς. Όμως υπάρχει ένας άνδρας αρκετά νηφάλιος και καλός, ώστε να μπορεί να διαβεί αυτόν τον δύσκολο δρόμο και να λύσει αυτά τα προβλήματα μένοντας αλώβητος στο τέλος. Μιλάμε προφανώς για τον Έντι Μάνιξ (ο Josh Brolin συμπαθής και σκληροτράχηλος ταυτόχρονα), του οποίου η κάθε μέρα είναι γεμάτη με τα προβλήματα του σετ και την προσπάθεια επίλυσης τους. Και έχει πολλά προβλήματα στην μια μέρα και κάτι που παρακολουθούμε, με κυριότερο και βασικότερο αυτό της απαγωγής του μεγάλου σταρ Μπερντ Γουίτλοκ (ο George Clooney ερμηνεύει για μια ακόμη φορά έναν  πολύ βλαμμένο χαρακτήρα για χάρη των Coen), αλλά ταυτόχρονα και τον προσωπικό του σταυρό που σέρνει μαζί του όπου και να πάει.

Στο δρόμο του ο Μάνιξ συναντάει πολλούς και διαφορετικούς περίεργους. Μια σταρ που είναι λιγότερο αθώα απ’ όσο δείχνει (μια όμορφη αλλά σκληρή Scarlett Johanson), ένας ευγενικός μα και ευέξαπτος σκηνοθέτης (ο Ralph Fiennes όπως τον ξέρουμε), ένας ηθοποιός-χορευτής-μοντέλο με κάποια μυστικά (ο Channing Tatum ξέρει να χορεύει), δύο δίδυμες και ανταγωνίστριες σκανδαλοθήρες ρεπόρτερς (η Tilda Swidson παίζει απλά για να χαίρεσαι που την βλέπεις), αλλά και έναν παντελώς ατάλαντο μα καλοπροαίρετο νεαρό σταρ (ο Alden Ehrenreich είναι πράγματι εξαιρετικός και έχει τα φόντα να λάμψει μελλοντικά). Και είναι λες και ο καθένας ζει στη δική του ταινία, όπως και ο ίδιος ο Μάνιξ αντίστοιχα μοιάζει να ζει μέσα σ’ ένα φιλμ νουάρ.

pic2

Όμως η ταινία δεν ανήκει σε κάποιο ξεκάθαρο είδος και αυτό φαίνεται να μας μπερδεύει και να μην έχει κάποιο συγκεκριμένο στόχο. Μπορεί να προμοτάρεται σαν κωμωδία, όμως το μαύρο χιούμορ της δεν προκαλεί πάντα γέλιο. Φαίνεται σα να παρακολουθούμε κάποια αστεία μικροεπεισόδια με πρωταγωνιστές μεγάλους σταρ, τα οποία όμως βρίσκονται στην ταινία για να την εξυπηρετήσουν στιλιστικά και όχι αφηγηματικά. Η ταινία πολλές φορές θέλει να εστιάσει στα διλήμματα του καλόκαρδου άνδρα που λέγεται Μάνιξ, ο οποίος προσπαθεί να διαφυλάξει την αγνότητα του Χόλυγουντ και συνεχώς αυτοθυσιάζεται για χάρη του, ενώ η καθημερινότητα του του επιφυλάσσει συνεχώς εκπλήξεις που μόνο η πίστη του στον Θεό τον κάνει να τα υπερπηδάει. Και αυτό φαίνεται να είναι ένα ενδιαφέρον μήνυμα χάρη στο οποίο η ταινία αποκτά ένα ενδιαφέρον. Η αποτυχημένη όμως ταμπέλα της κωμωδίας εντέλει υποβαθμίζει την αξία αυτής της παραβολής αντί να την σιγοντάρει και μειώνει τον δυναμισμό που θα μπορούσε να έχει το έργο σαν αποτέλεσμα.

Παρ’ όλα αυτά, όμως, το έργο όχι απλά βλέπεται αλλά είναι και τρομερά όμορφο. Πέρα από την ωραία αναπαράσταση της εποχής, οι Coen δημιουργούν ταυτόχρονα άλλες τρεις-τέσσερεις (ένα γουέστερν, δύο μιούζικαλ, ένα δράμα κι ένα θρησκευτικό έπος), όλες προσεγμένες σκηνοθετικά, εμπλουτισμένες με τις τεχνικές της εποχής που εκτυλίσσεται το έργο. Η καλλιτεχνική διεύθυνση είναι επίσης προσεγμένη και βοηθάει το έργο να μοιάζει σχεδόν χειροποίητο, σαφώς με την βοήθεια της φωτογραφίας του Roger Deakins, ο οποίος κουβαλάει δώδεκα συνεργασίες με τους Coen και το ρεκόρ για τις δεκατρείς του υποψηφιότητες για Όσκαρ χωρίς να έχει νικήσει ακόμη το βραβείο (και όλοι κλαίνε για DiCaprio, ξέρω ‘γω), ενώ ο Carter Burwell υπογράφει το νοσταλγικό σάουντρακ που δένει την συνταγή στο τέλος.

Εν ολίγοις, το «Χαίρε, Καίσαρ» δεν είναι από τις δυνατότερες ταινίες των Coen, αλλά αυτό δεν την καθιστά κακή. Η ταμπέλα της κωμωδίας σε συνδυασμό με την πνευματικότητα του πρωταγωνιστή φέρνει το έργο σε μια κρίση ταυτότητας, την οποία όμως ξεπερνούν ως ένα σημείο το εκλεκτό καστ και ο τεχνικός τομέας. Όσοι περιμένουν μια εξαιρετικά αστεία κωμωδία μπορεί να απογοητευτούν, όμως οι νοσταλγοί σινεφίλ θα απολαύσουν ένα καλαίσθητο ερωτικό γράμμα στο ν κινηματογράφο που τους λείπει. Μπορεί να μην είναι για όλους, όμως είναι μια ταινία άξια για να δοκιμάσετε.

«Deadpool»: Μια ιστορία αγάπης

Θα το παραδεχτώ από την αρχή, έτσι ώστε να κάνω ξεκάθαρο το χαρακτήρα και το περιεχόμενο του υπόλοιπου κειμένου, καθώς και το τι γενική άποψη έχω για την ταινία. Από ταινίες με χαρακτήρες της Marvel, το «Deadpool» ήταν η καλύτερη που έχει βγει ως τώρα.

Η ιστορία πάει ως εξής. Ο Deadpool (Ράιαν Ρέινολντς) ψάχνει μανιωδώς έναν μεταλλαγμένο ονόματι Francis (Εντ Σκρέιν), ο οποίος Francis είναι ο μόνος που μπορεί να διορθώσει το κατεστραμμένο του πρόσωπο. Κατά τη διάρκεια της αναζήτησής του, δε θα σταματήσει πουθενά, θα τα βάλει με τους πάντες, θα σκοτώσει τους πάντες και θα κάνει και χιούμορ παράλληλα.

Διότι ο Deadpool δεν ήταν πάντα το μεταλλαγμένο φρικιό που βλέπουμε (εμφανισιακά, γιατί κατά τ’ άλλα είναι γλυκούλης). Ήταν ο μισθοφόρος Wade Wilson, ο οποίος ήταν ερωτευμένος με την Vanessa (Μορένα Μπακαρίν) και σχεδίαζαν να παντρευτούν, μέχρι που εκείνος διαγνώστηκε με καρκίνο στο τελευταίο στάδιο. Του δόθηκε, όμως, η ευκαιρία να γιατρευτεί, και σαν αντάλλαγμα ο Francis να πειραματιστεί πάνω του και να τον κάνει μεταλλαγμένο. Ο Wade δεν ήξερε ότι όλο αυτό θα τον άλλαζε εξωτερικά, και τώρα πασχίζει να ξαναγίνει όμορφος, ώστε να μπορεί να αντικρίσει και πάλι την αγαπημένη του (δε σας συγκίνησε αυτό; Εγώ έχω ήδη αρχίσει να σπαράζω…). Σε όλο αυτό δεν θα είναι μόνος. Έχει στο πλάι του δύο X-men (η παραγωγή δεν είχε λεφτά για περισσότερους), έναν ταξιτζή, μια τυφλή ηλικιωμένη κυρία και τον παλιό του κολλητό. Team δέκα φορές καλύτερο από τους Avengers…

pic`

Η σκηνοθεσία του Τιμ Μίλλερ είναι ό,τι πρέπει για τέτοιου είδους ταινίες, ενώ η υπόθεση μας εξιστορείται με την τεχνική του flashback. Δηλαδή το έργο ξεκινά από ένα σημείο και κατά τη διάρκεια του, μας παρουσιάζεται το παρελθόν του πρωταγωνιστή. Το σενάριο είναι τραγικά απλό, μα το σώζουν πολύ οι έξυπνοι διάλογοι. Αλλά μεταξύ, δεν πας να δεις το εν λόγω έργο για το σενάριο και την σκηνοθεσία του. Πας να το δεις για τον Deadpool.

Ο Ράιαν Ρέινολτς είναι φα-ντα-στι-κός σε αυτό που κάνει. Παίρνει το συγχωροχάρτι για την αποτυχία του «Green Lantern» (2011) από τα δέκα πρώτα λεπτά της ταινίας και κάνει το χαρακτήρα δικό του. Ναι όπως ο Χιου Τζάκμαν με τον Wolverine και ο Ρόμπερτ Ντάουνι Τζούνιορ με τον Iron-man. Για τέτοια επιτυχία μιλάμε…

pic2

Δεν περίμενα να δω καλύτερο Deadpool στη μεγάλη οθόνη. Αστείος, κάφρος, παρανοϊκός, βίαιος, ρομαντικός. Γυρνά αρκετές φορές και απευθύνει το λόγο στο κοινό (αφήνοντας να εννοηθεί ότι οι περιττές φωνές που έχει στο κεφάλι του είναι οι ίδιοι οι θεατές), κάνει χαβαλέ με όλους και με όλα, βρίσκει ευφάνταστους τρόπους να σκοτώνει τους εχθρούς του (τα cgi, make-up και ειδικά εφέ, κάνουν εξαιρετική δουλειά εδώ) κι όλα αυτά στο όνομα του… έρωτα για την αγαπημένη του Vanessa.

Συνάμα, δεν είναι λίγες οι στιγμές που κάνει αναφορές σε άλλες ταινίες, όπως παλιότερες ταινίες με ήρωες της Marvel (το «X-men Origins: Wolverine» και ο Χιου Τζάκμαν έχουν την τιμητική τους), ενώ ο Deadpool ειρωνεύεται μέχρι και τον ίδιο τον Ράιαν Ρέινολντς. Πιστέψτε με, είναι πιο αστείο απ’ όσο ακούγεται…

Για να κλείσουμε, φίλοι της Marvel και φίλοι του εν λόγω υπερήρωα, τρέξτε τώρα να δείτε το «Deadpool». Δεν υπάρχει περίπτωση μη σας αρέσει. Λοιποί φίλοι του σινεμά, αν ψήνεστε για μια κωμωδία, με μπόλικο αίμα, εξαιρετικές ατάκες και δράση (και ρομαντισμό κι αγάπη πάνω απ’ όλα) το «Deadpool» πιστεύω πως είναι η κατάλληλη ταινία για εσάς. Σε κάθε περίπτωση, καλή σας διασκέδαση!

Δύο νέες Χριστουγεννιάτικες ταινίες

Οι γιορτινές μέρες έχουν φτάσει στην κορύφωση τους και τι πιο ιδανικό από δύο καινούριες χριστουγεννιάτικες κωμωδίες για να σου κάνουν παρέα, καθώς αράζεις στο σπίτι.

Φαγητά, γλυκά, τζόγος, οικογένεια, φίλοι, αλκοόλ, ξενύχτι είναι λέξεις κλειδιά για την εποχή που διανύουμε. Τα Χριστούγεννα όμως, είναι και η μοναδική γιορτή που μπορεί να συνδυάσει τη χαρμόσυνη ατμόσφαιρα με  πιο μελαγχολικά και λυπημένα συναισθήματα. Επικρατεί ένα γενικότερο mood απεριόριστης χαράς, το οποίο μπορεί ταυτόχρονα να είναι και νοσταλγικό/μελαγχολικό. Αυτό ακριβώς κάνουν οι δύο νέες αμερικάνικες ταινίες «The Night Before» και «A Very Murray Christmas» που κυκλοφόρησαν αυτό το μήνα.

Ο Seth Rogen, o Joseph Gordon-Levitt και ο Bill Murray είναι εδώ για να σε κάνουν να διασκεδάσεις, να γελάσεις, να τραγουδήσεις, να μελαγχολήσεις και να σε βάλουν ρε παιδί μου στο χριστουγεννιάτικο κλίμα, που τόσο έχεις ανάγκη. Οι δύο ταινίες, παρόλο που έχουν κοινό παρονομαστή τα Χριστούγεννα και τη Miley Cyrus, δεν έχουν καμία άλλη σχέση μεταξύ τους. Η μια είναι μια κανονική χριστουγεννιάτικη κωμωδία, από αυτές που μας έχει συνηθίσει ο Seth Rogen, και η άλλη ένα απλό Christmas Special με τραγούδια και χορό από τον Bill Murray και τους φίλους του.

Αν και πιστεύω πως στο μέλλον, τα Χριστούγεννα του 2015 δεν θα τα θυμόμαστε καν για τις δύο συγκεκριμένες, αφού τα έχει υπερκαλύψει όλα το φαινόμενο Star Wars. Πιο πιθανό είναι να μείνει στην ιστορία το «The Force Awakens» ως η χριστουγεννιάτικη ταινία του 2015 παρά τα άλλα δύο. Όπως και να ‘χει πάμε να τα δούμε:

«The Night Before»

σκηνοθετεί: Jonathan Levine

παίζουν: Joseph Gordon-Levitt, Seth Rogen, Anthony Mackie

Ο Ethan (Joseph Gordon-Levitt), οι γονείς του οποίου πέθαναν ανήμερα των Χριστουγέννων, ο Isaac (Seth Rogen) και ο Chris (Anthony Mackie) είναι φίλοι από την παιδική ηλικία και το έχουν κάνει παράδοση κάθε χρόνο αυτή τη μέρα να βγαίνουν να μεθάνε και να ξεφτιλίζονται σαν έφηβοι. Τώρα που είναι ενήλικες με οικογένειες και υποχρεώσεις συνειδητοποιούν ότι πρέπει να σταματήσουν αυτή την παράδοση μια για πάντα, αφού πρώτα τη γιορτάσουν μια τελευταία φορά, η οποία θα είναι και η πιο επική και αξέχαστη απ’ όλες, που αλλού, στη Νέα Υόρκη. Πρόκειται για άλλη μια από τις γνωστές κάφρικες κωμωδίες του Seth Rogen (όπως το «Neighbors» και το «This is the end») αυτή τη φορά υπό την επήρεια του χριστουγεννιάτικου πνεύματος.  Η ταινία κάνει έξυπνα πολλές αναφορές στο κλασσικό «Home Alone», έχει fun cameos από διάσημους και είναι πολύ αστεία. Θα σε κάνει να ξεκαρδιστείς από τα γέλια, να διασκεδάσεις και γενικά να ανέβεις ψυχολογικά μέρες που είναι.

photo1

«A Very Murray Christmas»

σκηνοθετεί: Sofia Coppola

παίζουν: Bill Murray, Paul Shaffer, Amy Poehler, Michael Cera, Chris Rock, Rashida Jones, Jason Schwartzman, Miley Cyrus, George Clooney

Όταν κάτσεις και διαβάσεις ποιος σκηνοθετεί και ποιοι συμμετέχουν σε αυτή την ταινία με πρώτο απ’ όλους τον βασιλιά του coolness, Bill Murray, δε θα μπορείς να κάνεις τίποτα άλλο παρά να ενθουσιαστείς. Αλήθεια τώρα, Murray, Clooney, Miley Cyrus, Sofia Coppola, και όλοι οι άλλοι σε χριστουγεννιάτικο σπέσιαλ στο Netflix; Είναι χριστουγεννιάτικο θαύμα! Κι όμως αυτή η ταινία δεν είναι καθόλου αυτό που περιμένεις. Πρόκειται για holiday special εκπομπή του Netflix (από αυτές που ένα κάρο celebrities φοράνε τα καλά τους, μαζεύονται, μεθάνε και τραγουδάνε χριστουγεννιάτικα τραγούδια) της οποίας παρουσιαστής και οικοδεσπότης είναι ο πιο κουλ τύπος έβερ, ο Bill Murray. Η εκπομπή που ετοιμάζει, κινδυνεύει να μετατραπεί σε φιάσκο λόγω μιας ισχυρής χιονοθύελλας στη Νέα Υόρκη που έχει αποκλείσει δρόμους, μετρό και αεροπλάνα, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να φτάσουν στο Carlyle Hotel οι καλεσμένοι του. Ο δυστυχής Bill Murray προσπαθεί με νύχια και με δόντια να σώσει την κατάσταση, γεγονός που εν τέλει το καταφέρνει με επιμονή και λίγη τύχη. Το 90% της ταινίας αποτελείται από τον Bill Murray να τραγουδάει χριστουγεννιάτικα τραγούδια με τη βοήθεια φίλων και συνεργατών του. Τα αστεία είναι πολύ λίγα, με την ταινία να επικεντρώνεται στο να μεταφέρει στο θεατή αυτή τη γλυκόπικρη ατμόσφαιρα, τη ζεστασιά και τη μελαγχολία των Χριστουγέννων και τα καταφέρνει μια χαρά. Υπό μια έννοια, το «A Very Murray Christmas», είναι τα ίδια τα Χριστούγεννα και η νοσταλγία του παρελθόντος. Αν περιμένεις κάτι άλλο, πιο κοντά στο «The Night Before», αυτή η ταινία θα σε απογοητεύσει, αλλά αν ξέρεις τι πας να δεις και τι ζητάς θα σε ανταμείψει.

photo2

 

«3 Γάμοι Σε Ένα Μήνα»: Η μεσογειακή κωμωδία του καλοκαιριού

Ο σκηνοθέτης Χαβιέ Ρουίζ Καλντέρα, με την πρωταγωνίστρια Ίνμα Κουέστα (Blancanieves) μας προσκαλούν σε όχι έναν, ούτε δύο, αλλά τρεις γάμους, με τη νέα ισπανική κωμωδία «3 Γάμοι Σε Ένα Μήνα» η οποία ήρθε στη χώρα μας από τη NEO Films και προβάλλεται στις ελληνικές αίθουσες από τις 13 Αυγούστου.

Η κεντρική χαρακτήρας Ρουθ (Ίνμα Κουέστα) είναι μια νεαρή βιολόγος, η οποία πέφτει από τα σύννεφα όταν τη χωρίζει το αγόρι της. Σα να μην έφτανε αυτό, λίγο καιρό μετά λαμβάνει προσκλήσεις για τρεις διαφορετικούς γάμους. Δεν είναι όμως, τρεις τυχαίοι γάμοι. Είναι οι γάμοι των πρώην της, και οι Ρουθ δεν είναι καθόλου χαρούμενη που θα αναγκαστεί να παρευρεθεί σε αυτούς. Η παρουσία της όμως, στις τρεις διαφορετικές αυτές τελετές, θα δημιουργήσει διάφορες κωμικοτραγικές καταστάσεις, ικανές να μας χαρίσουν αρκετές δόσεις γέλιου.

εικόνα 1

Το στόρι φαίνεται τουλάχιστον κοινότυπο και “χιλιοειπωμένο” και η αλήθεια είναι, πως αν επρόκειτο για μια αμερικάνικη παραγωγή, θα κατέληγε σε μια φαρσοκωμωδία, ανάξια του χρόνου μας. Δεδομένου όμως, του χιούμορ (και της καφρίλας σε ορισμένα σημεία) των ισπανών, η ταινία καταφέρνει να γίνει ενδιαφέρουσα και αν μη τι άλλο διασκεδαστική, θυμίζοντας σε πού και πού κωμωδία Αλμοδοβάρ.

Η Ίνμα Κουέστα δείχνει ότι είναι η κατάλληλη για το ρόλο (ομορφούλα, μεσογειακή, με το πρόσωπο της “καλής κοπελίτσας”) και σε συνδυασμό με το υπόλοιπο cast, καταφέρνει να στηρίξει με επιτυχία το κωμικό αυτό φιλμ. Αν και καλό θα ήταν για την 35χρονη ηθοποιό, να δοκιμάσει τον εαυτό της και σε πιο σοβαρά πρότζεκτ, μιας και τέτοιου είδους κωμωδίες, δεν επαρκούν για να ξετυλιχτεί όλο το ταλέντου του ηθοποιού.

εικόνα2

Χωρίς πολλά-πολλά, οι «3 Γάμοι Σε Ένα Μήνα» είναι μια ευχάριστη και καλοκαιρινή κωμωδία, εύκολη τροφή για όλους, ικανή να σας κάνει να περάσετε ευχάριστα το χρόνο σας.

Σε όλους εσάς λοιπόν, που δε βρήκατε την ευκαιρία να δραπετεύσετε σε κάποιο νησάκι μες στον Αύγουστο και μια επίσκεψη στον κινηματογράφο φαντάζει αναγκαία λύση, σας εύχομαι καλή διασκέδαση!

«Pride»: Όταν η αλληλεγγύη θριαμβεύει

Η ταινία του Matthew Warcus (Simpatico) μας ταξιδεύει στο Ηνωμένο Βασίλειο του 1984, την εποχή δηλαδή, που επί Θάτσερ έγινε η ιστορική απεργία των ανθρακωρύχων, η οποία διήρκησε 12 μήνες.

Μια ομάδα ομοφυλόφιλων ακτιβιστών, αποφασίζει να συλλέξει χρήματα για τους απεργούς ανθρακωρύχους, καθώς συμπάσχουν μαζί τους, λόγω του ότι κι εκείνοι είναι μια μειονότητα και λαμβάνουν άσχημη μεταχείριση από τα όργανα του κράτους. Κατά τη διάρκεια αυτού, θα δούμε πως συναναστρέφονται μεταξύ τους, πως αντιμετωπίζουν τον αγώνα τους, καθώς και τι είδους υποδοχή θα λάβουν, από τους κάτοικους και ανθρακωρύχους ενός μικρού χωριού στην Ουαλία, για τους οποίους έκαναν πράξη τον έρανο.

PRIDE

Υπό τη ματιά του Warcus, και το σενάριο του επίσης βρετανού Stephen Beresford (νικητής στα βραβεία BAFTA για τη δουλειά του στο «Pride»), η ταινία θα μας διηγηθεί μια όμορφη ιστορία, η οποία εξυμνεί την ισότητα απέναντι στα μάτια του κράτους, στα μάτια της κοινωνίας και πάνω απ’ όλα στα μάτια τη ζωής.

Στις ερμηνείες τώρα, συναντάμε τον πολύ καλό Ben Schnetzer (είναι πιτσιρικάς ακόμα, δεν έχει παίξει κύριους ρόλους σε γνωστά έργα), στο ρόλο του Mark, αρχηγού της ομάδας των ομοφυλόφιλων, ενώ καλή δουλειά κάνει και ο “φαινομενικός” πρωταγωνιστής George MacKay, στο ρόλο του Joe.

Pride2

Σε δεύτερους ρόλους, συναντάμε τον εξαιρετικό (και κατ’ εμέ καλύτερο της ταινίας) Paddy Considine (Παιδί 44, Cinderella Man), τον βραβευμένο με Χρυσή Σφαίρα Bill Nighly (Καυτοί και Άσφαιροι, Underworld), καθώς και την πάρα πολύ καλή Imelda Staunton, η οποία με εξέπληξε με το πόσο συμπαθητική μπορεί να γίνει, έχοντας την συνηθίσει από το ρόλο της Dolores Umbridge, στις ταινίες του «Harry Potter».

Η ταινία δεν στέκεται στους έρωτες των πρωταγωνιστών του ή στα σεξουαλικά τους αδιέξοδα. Επικεντρώνεται στο μόχθο τους για ισάξια ζωή με όλους τους άλλους, μα και στην προσπάθειά τους να βοηθήσουν αυτούς που έχουν αδικηθεί, απλά και μόνο επειδή και οι ίδιοι είναι αδικημένοι.

Pride film still

Το «Pride» λοιπόν, έχει να περάσει πολλά μηνύματα. Άλλοτε ντυμένο σαν κωμωδία, χαρίζοντας αρκετές ευχάριστες στιγμές, κι άλλοτε παρουσιάζοντας κάποια δραματικά στοιχεία και προκαλώντας συγκίνηση, δημιουργεί μια μίξη συναισθημάτων στο θεατή, που μόνο αμέτοχος δεν μπορεί να σταθεί.

Πρόκειται για μια ταινία, που αν μη τι άλλο αξίζει να τη δει κάποιος, ικανή να σας χαρίσει ένα ενδιαφέρον δίωρο, μα κυρίως να σας προβληματίσει. Καλή σας διασκέδαση!

«Ted 2»: Αστείο, κάφρικο και διασκεδαστικό

Η συνέχεια της πρώτης ταινίας «Ted», με το λούτρινο αρκούδο που αγαπήσαμε, έκανε την εμφάνισή της στις κινηματογραφικές αίθουσες της χώρας την περασμένη Πέμπτη, 16 Ιουλίου.

Ενώ ο Ted (Σεθ Μακφάρλαν) παντρεύεται την αγαπημένη του Tami-Lynn (Τζέσικα Μπαρθ), ο John (Μαρκ Γουόλμπεργκ) έχει χωρίσει με τη γυναίκα του (βλ. «Ted») και περνά μια φάση “downίλας”. Όλα δείχνουν να κυλούν ομαλά στη ζωή του αρκούδου (ή τουλάχιστον όσο ομαλά μπορούν να κυλούν τα πράγματα στη ζωή ενός λούτρινου που μιλά, περπατά και είναι εθισμένο στη μαριχουάνα και το αλκοόλ), μέχρι που αποφασίζει να υιοθετήσει παιδί με τη γυναίκα του. Τότε είναι που η πολιτεία θα αρχίσει να αμφισβητεί την “ανθρώπινη” υπόσταση του Ted, θεωρώντας τον ιδιοκτησία του John. Οι δύο κολλητοί, μαζί με τη βοήθεια της νεαρής δικηγόρου Samantha (Αμάντα Σάιφρεντ), θα προσπαθήσουν να αλλάξουν την άποψη της πολιτείας για τον Ted, με σκοπό να ξανακαταφέρει ο αξιαγάπητος αρκούδος να πάρει την ζωή και το γάμο του στα χέρια του.

ted-2-ted-jessica-barth-01-636-380

Η ταινία κυλούσε ομαλά. Είχε αρκετά σημεία καφρίλας, στα οποία κυριολεκτικά λύθηκα στα γέλια και γενικότερα τη χαρακτήριζε το ύφος, όλων όσων έχει δημιουργήσει ο Σεθ Μακφάρλαν (βλ. Family Guy ή American Dad). Άλλο ένα χαρμόσυνο γεγονός, είναι πως, σε αντίθεση με το «1000 Τρόποι για να Πεθάνεις στην Άγρια Δύση» (η προηγούμενη ταινία του κωμικού), το «Ted 2» δε μας δείχνει όλες τις αστείες σκηνές της ταινίας στο trailer, οπότε έχουμε κάτι να περιμένουμε από το έργο.

εικονα2

Το «Ted 2» αποτελεί ξεκάθαρο δείγμα sequel εμπορικής (αμερικάνικης) ταινίας. Βαδίζει δηλαδή στα χνάρια της πρώτης ταινίας, πλησιάζοντας την, χωρίς όμως να τη φτάνει.

Η αλήθεια είναι πως σε κάποια σημεία το έργο κουράζει, κυρίως όταν επικεντρώνεται στο ερωτικό ειδύλλιο του John με τη Samantha. Επίσης, τα αστεία και οι καφρίλες της ταινίας, αισθάνθηκα ότι μειώθηκαν αισθητά μετά τον πρώτο σαραντάλεπτο. Όχι –όχι, δε λέω πως η ταινία σταμάτησε να έχει πλάκα, μα το καμένο χιούμορ που χαρακτηρίζει τα δημιουργήματα του Μακφάρλαν, σα να αραίωνε

Ναι οκ, έπαιξε πολύ με το θέμα «ανθρώπινα δικαιώματα», μιας και όλοι συμπεριφέρονταν στον Ted, σα να ήταν μια μειονότητα και ίσως ο μόχθος του Ted με της Tami-Lynn να κρατήσουν το γάμο τους ζωντανό και έγκυρο, να είναι κάποιο σχόλιο σχετικά με το γάμο των ομοφυλοφίλων.

εικονα3

Πολύ σωστά να τα σχολιάσει αυτά, καθώς τα έδενε και με μια αρκετά μεγάλη δόση χιουμοριστικών σκηνών (οι σκηνές στο δικαστήριο είχαν απίστευτο γέλιο), ενώ παράλληλα σε έβαζε και σε σκέψεις. Ναι οκ, δεν περιμέναμε μια ταινία με ένα λούτρινο αρκουδάκι που μεθά, μαστουρώνει και βρίζει, για να μας προβληματίσει για τις δυσκολίες κοινωνικών μειονοτήτων, μα ο τρόπος που προσέγγισε το θέμα, έδειξε να ταιριάζει με το ύφος της όλης ταινίας.

Εν ολίγοις λοιπόν, το «Ted 2» είναι μια ταινία που απευθύνεται κατά κύριο λόγο στους λάτρες της καφρίλας και του άκυρου χιούμορ. Είναι άξιος ακόλουθος της πρώτης ταινίας και αν μη τι άλλο, μπορεί να σας προσφέρει αρκετές στιγμές γέλιου και διασκέδασης.

«Ξεχασμένες Ζωές»: Κωμικές καταστάσεις, συγκίνηση και νόημα

Η νέα ταινία του Ουμπέρτο Παζολίνι, παραγωγού της παγκόσμιας επιτυχίας «The Full Monty» ήρθε στη χώρα μας. Ο λόγος για το δραματικό/κωμικό βρετανικό φιλμ, με τίτλο «Ξεχασμένες Ζωές».

Ο John May (Έντι Μάρσαν) ασκεί το δυσάρεστο επάγγελμα του να εντοπίζει τους συγγενείς και γνωστούς όσων έχουν πεθάνει και ζούσαν ως τώρα μια μοναχική ζωή. Ταυτίζεται τόσο πολύ με την εργασία του, που προσπαθεί να γνωρίσει τους ‘’πελάτες’’ του μέσω των αντικειμένων που χρησιμοποιούσαν, καθώς και των ασχολιών τους όσο ζούσαν, ώστε να οργανώσει όσο το δυνατόν καλύτερα την κηδεία τους, γράφοντας του επικήδειους λόγους και φροντίζοντας τη μουσική υπόκρουση κατά τη διάρκεια του μυστηρίου, με το τραγικό σημείο να είναι ότι πολλές φορές καταλήγει να τις παρακολουθεί… μόνος!

Ο John είναι και αυτός μοναχικός, άνθρωπος με πρόγραμμα σε ό,τι κάνει κατά τη διάρκεια της ημέρας του. Μέχρι να γνωρίσει την Kelly. Η Kelly (Τζόαν Φρόγκατ) όμως, δεν είναι κάποια τυχαία. Είναι η κόρη του τελευταίου του ‘’ξεχασμένου πελάτη’’, ο οποίος τύχαινε να είναι και γείτονάς του.

eikona1

Η ταινία κυλά αρκετά ομαλά, έχοντας αρκετά στοιχεία κρύου βρετανικού χιούμορ, με την πανέξυπνη σκηνοθετική ματιά του Παζολίνι να την πλαισιώνει (απέσπασε το βραβείο της Καλύτερης Σκηνοθεσίας ‘’Τμήμα Οριζόντων’’ του Φεστιβάλ Βενετίας το 2013).

Ντυμένη με υπέροχα μουσικά κομμάτια, η ταινία πλαισιώνει την ζωή του φιλήσυχου και αγαθού John May. Ο John φαίνεται να είναι σχολαστικός και να ασχολείται υπερβολικά με την ‘’εκκεντρική’’ του δουλειά, όχι μόνο επειδή είναι καλός άνθρωπος, μα επειδή δε διαφέρει και τόσο με τους ‘’ξεχασμένους’’ πελάτες του. Δεν έχει άτομα στην ζωή του να το νοιάζονται, μα ούτε δείχνει να νοιάζεται κι αυτός για κάποιον.

Un'immagine distribuita dall'ufficio stampa il 3 settembre 2013 una scena del film 'Still Life' di Uberto Pasolini. ANSA/UFFICIO STAMPA +++NO SALES - EDITORIAL USE ONLY+++

Πολύ δυνατά στοιχεία του φιλμ είναι και οι δύο (ουσιαστικά) πρωταγωνιστές, Έντι Μάρσαν και Τζόαν Φρόγκατ (τους έχουμε δει και στο «Filth»). Ο μεν πρώτος όχι μόνο προσεγγίζει άψογα το ρόλο του μοναχικού John May, μα γίνεται ο John May. Η δε Φρόγκατ, παρουσιάζει αρκετά θετικά στοιχείο σε έναν κομβικό ρόλο του έργου, που θα κάνει τον πρωταγωνιστή να ‘’ξεμπλοκάρει’’ και να φερθεί πιο αυθόρμητα.

Εν κατακλείδι, οι «Ξεχασμένες Ζωές» είναι ένα φιλμ, που αξίζει να του αφιερώσετε ένα απόγευμα. Είναι μια ταινία που αξίζει κυρίως για τα μηνύματα που έχει να περάσει στους θεατές και πιστέψτε με, από αυτά έχει πάμπολλα. Καλή σας διασκέδαση!

 

«Danny Collins»: Τίποτα δεν τελειώνει κύριε… Αλ Πατσίνο!

Πολλές ταινίες τραβάνε κόσμο κατά καιρούς, έχοντας κάποιο από τα μεγάλα ονόματα στο καστ τους. Μία από αυτές είναι και το φρέσκο «Danny Collins», με πρωταγωνιστή τον βετεράνο –πλέον – Αλ Πατσίνο!

Ο Ντάνυ Κόλινς (Αλ Πατσίνο) είναι ένας ξεπεσμένος ροκ-σταρ, ο οποίος είχε ξεκινήσει πολύ δυναμικά την καριέρα του τη δεκαετία του ’70, μα έχασε τη λάμψη του με την πάροδο των χρόνων, με αποτέλεσμα να πάψει να είναι παραγωγικός και να επαναλαμβάνεται διαρκώς στις συναυλίες του, με σκοπό να κρατήσει πιστό το κοινό του.

Στην αρχή όλο αυτό φαίνεται να μην το νοιάζει, καθώς ζει μια ζωή μέσα στα φράγκα και τα ναρκωτικά, ενώ παράλληλα βρίσκεται σε σχέση με μια (πολύ) νεότερη του κοπέλα. Όλα όμως θα αλλάξουν, όταν ο μάνατζερ και καλύτερος του φίλος, Φρανκ (Κρίστοφερ Πλάμερ), θα του κάνει δώρο ένα γράμμα, που είχε γράψει ο ίδιος ο Τζόν Λένον για τον Ντάνυ, αλλά  δεν κατάφερε να το λάβει ποτέ. Το περιεχόμενο του γράμματος θα τον εμπνεύσει να ξαναπάρει στα σοβαρά την καριέρα του, καθώς και να διορθώσει λάθη του παρελθόντος.

pic1

Η ταινία, σε σκηνοθεσία και σενάριο του Νταν Φόγκελμαν (γνωστός για τα σενάρια του σε ταινίες κινουμένων σχεδίων της Disney, όπως «Cars» και «Tangled»), κυλάει σε χαλαρό ρυθμό και ύφος. Δεν πρόκειται για φιλμ «βαρύ», που να χρειάζεται την αδιάσπαστη προσοχή του θεατή, μα για ένα έργο διασκεδαστικό!

Αν και δε γεννά ιδιαίτερες απαιτήσεις, πέρα από το να περάσει ευχάριστα η ώρα, σε κάποια σημεία που χρειάζεται να αποκτήσει μια πιο δραματική χροιά (… no spoilers), αποτυγχάνει. Λίγο το κακό, μιας και για το μεγαλύτερό του μέρος το έργο βαδίζει σε πιο κωμικά μονοπάτια…

Όσον αφορά τους πρωταγωνιστές, όλη η υπόθεση πλαισιώνεται γύρω από το χαρακτήρα του Πατσίνο. Ξεφεύγοντας από τα κλισέ των τελευταίων του ταινιών, όπου κατά κύριο λόγο υποδυόταν τον αστυνομικό (όπως  στα «88 Λεπτά» και «Ου Φονεύσεις») με όχι και τόσο μεγάλη επιτυχία, αυτή τη φορά επιλέγει να «παίξει» τον εαυτό του. Ο Πατσίνο, μέσω του Ντάνυ Κόλινς κάνει την αυτοκριτική του σαν καλλιτέχνης, χαρίζοντας μας μια τουλάχιστον αξιοπρεπή ερμηνεία, γεμάτη με πανέξυπνες ατάκες!

pic2

Το υπόλοιπο καστ, με εξαίρεση τον Κρίστοφερ Πλάμμερ και την Τζένιφερ Γκάρνερ (Dallas Byers Club, Daredevil) που στέκονται αξιοπρεπώς δίπλα στον πολυτάλαντο πρωταγωνιστή, δεν αποτελεί κάποια έκπληξη, με αποκορύφωμα τον Μπόμπι Καναβάλε (Chef) να αποδεικνύεται αρκετά ατυχής επιλογή στο ρόλο του παρατημένου γιου του διάσημου ροκ σταρ, μιας και δεν καταφέρνει να πείσει σε κανένα σημείο της ταινίας με την ερμηνεία του.

Πριν κλείσω με το κείμενο, θα ήθελα να τονίσω ότι όσοι περιμένουν να δουν έναν Πατσίνο της δεκαετίας του ’70, του ’80, ή έστω του ’90 (έχει κάνει τόσες αξέχαστες ερμηνείες, που δε θέλω να περιοριστώ στο να αναφέρω δύο- τρεις) θα απογοητευτούν. Όχι επειδή ο Αλ Πατσίνο είναι κακός ηθοποιός ή επειδή έχει «ξεχάσει να παίζει», μα επειδή η παραγωγική περίοδος του κάθε καλλιτέχνη είναι συγκεκριμένη. Ας μην ξεχνάμε ότι έχουμε να κάνουμε με έναν ηθοποιό, που δεν του έχει μείνει να αποδείξει κάτι με τους ρόλους που αναλαμβάνει.

Όσοι πάλι θέλετε να διαλέξετε ένα ευχάριστο έργο, για μια έξοδο στο σινεμά μες στις διακοπές του Πάσχα, τότε το «Danny Collins» είναι μια ανεπιφύλακτη πρόταση! Σας εύχομαι καλή διασκέδαση!

Το Brooklyn Nine-Nine είναι η νέα κλασική sitcom

Η αστυνομική κωμωδία του FOX, ενώ διανύει αισίως μόλις τη 2η σαιζόν της, υποσυνείδητα έχει γίνει το new classic των αμερικανικών sitcoms.

Η σειρά των Daniel J. Goor και Michael Schur (βραβευμένη με Χρυσή Σφαίρα καλύτερης σειράς – Κωμωδία ή Μιούζικαλ), είναι ένα παραδοσιακό sitcom που τοποθετείται στο φανταστικό 99ο αστυνομικό τμήμα στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης. Το B99 δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ούτε κατά διάνοια ως αστυνομική σειρά, αφού πέρα από τα σκηνικά, ελάχιστες είναι οι φορές που μας θυμίζει ότι αυτά που βλέπουμε συμβαίνουν μέσα σε ένα αστυνομικό τμήμα. Τα gags, τα αστεία, οι χαρακτήρες, οι σχέσεις μεταξύ αυτών αλλά και το συνολικό format της σειράς είναι βγαλμένα από τη βίβλο της τυπικής αμερικανικής κωμωδίας. Το Β99 γυρίζεται με μία κάμερα και το μεγαλύτερο μέρος των σκηνών διαδραματίζονται μέσα στο χώρο εργασίας- αστυνομικό τμήμα, στοιχεία που το οριοθετούν ως μια άτυπη μετεξέλιξη των mockumentaries ‘The Office’ και ‘Parks and Recreation’.

Διαθέτοντας ένα από τα καλύτερα ensemble cast της τηλεόρασης, το B99 ασχολείται με τους ντετέκτιβ του τμήματος, καθένας αστείος με το δικό του ξεχωριστό τρόπο, και πάνω από όλους βρίσκεται ο καινούριος διοικητής, όχι μόνο λόγω βαθμού ιεραρχίας, αλλά επειδή είναι και ο πιο αστείος χαρακτήρας. Παρά το γεγονός ότι οι περισσότεροι χαρακτήρες είναι μονοδιάστατοι,  ειδικά όσο απομακρυνόμαστε από τους βασικούς, με κάποιο τρόπο η σειρά, όσο κυλούν τα επεισόδια, έχει καταφέρει να τους δώσει βάθος και ταυτόχρονα να παραμένουν καρικατούρες.

Στον πρωταγωνιστικό ρόλο έχουμε τον ανώριμο αλλά ταλαντούχο ντετέκτιβ Jake Peralta, του γνωστού κωμικού Andy Samberg, ο οποίος βραβεύθηκε ήδη από την πρώτη σαιζόν με Χρυσή Σφαίρα για το ρόλο. Λειτουργεί ως ο καραγκιόζης του τμήματος, σκαρώνει συνεχώς φάρσες και αστεία, κοροϊδεύει τους συναδέλφους του και απαξιεί να ακολουθήσει τους κανόνες και το πρωτόκολλο,  ενώ ταυτόχρονα κατέχει το ρεκόρ για τις περισσότερες συλλήψεις.

photo1

Το αντίπαλο δέος κατέχει η συνεργάτης του, Amy Santiago της Melissa Fumero, άκρως ανταγωνιστική και υπάκουη στους ανωτέρους της, εργάζεται 100% ‘by the book’ και είναι κατά κάποιο τρόπο ο nerd χαρακτήρας του τμήματος.

photo2

Η Stephanie Beatriz ως ντετέκτιβ Rosa Diaz, είναι το αγοροκόριτσο του τμήματος και ερωτική εμμονή του Charles Boyle (Joe Lo Truglio, εκείνος ο weirdo απ’ το Superbad πήρε επιτέλους το ρόλο που του άξιζε). Ο Boyle είναι ένας αδέξιος και νευρικός αστυνόμος που λατρεύει το φαγητό και φέρνει ένα σωρό αηδιαστικές πειραματικές συνταγές στο γραφείο. Την ομάδα των ντετέκτιβ συμπληρώνει ο αρχηγός τους, Terry Crews ως Terry Jeffords, ένας τρομακτικού μεγέθους ευέξαπτος bodybuilder-άς, ο οποίος στην πραγματικότητα είναι ένας πιστός οικογενειάρχης που αποφεύγει τις εξωτερικές δουλειές φοβούμενος μην αφήσει τα παιδιά του χωρίς πατέρα, με λίγα λόγια ένας αγαθός γίγαντας.

photo3

Η Chelsea Peretti υποδύεται την κλεπτομανή διαχειρίστρια και γραμματέα του διοικητή, Gina Linetti, ένα χαρακτήρα που βρίσκεται συνεχώς στον κόσμο του, φαινομενικά τρελή που κατά βάθος είναι έξυπνη και σαρδόνια (θεωρείται ως ένας από τους πιο αστείους χαρακτήρες της σειράς, προσωπικά πατάω mute όταν μιλάει, τη βρίσκω απαίσια και σημαντικό λόγο να ΜΗΝ δει κανείς το B99). Και φτάνουμε στον -μη αναμενόμενα- καλύτερο χαρακτήρα του B99, τον διοικητή Captain Ray Holt του εκπληκτικού δραματικού ηθοποιού Andre Braucher. Γνωστός για την κρύα και απαθή προσωπικότητά του, για την παντελή απουσία εκδήλωσης συναισθημάτων και τη ροπή του προς την τάξη και την τελειότητα, o Captain Holt κλέβει την παράσταση. Στην προσπάθειά του να μην είναι αστείος αλλά απ’ εναντίας όσο πιο σοβαρός και ξενέρωτος γίνεται, καταφέρνει να είναι ο αστειότερος χαρακτήρας του B99.

photo4

Επίσης ο Captain Holt είναι ένας παντρεμένος ομοφυλόφιλος, αλλά η σειρά δεν χρησιμοποιεί παρά ελάχιστες φορές αυτό το στοιχείο για να αστειευτεί. Η βασική συνταγή του χιούμορ προέρχεται από τις κόντρες μεταξύ αυτού και του Jake Peralta, δύο χαρακτήρων που βλέπουν με τελείως αντίθετη σκοπιά τη ζωή και κατ’ επέκταση την εργασία τους.

FOX's "Brooklyn Nine-Nine" - Season One

Το cast συμπληρώνεται από τους δύο περίεργους ντετέκτιβ Hitchcock Dirk Blocker) και Scully (Joel McKinnon Miller). Ο πρώτος μοιάζει όντως με τον γνωστό σκηνοθέτη, έμεινε καραφλός απ’ τα 15 του, ενώ ο δεύτερος φτιάχνει καλό καφέ.

photo6

Το Brooklyn Nine Nine, δεν αποφεύγει το κλασσικό format των sitcoms, όπου σε κάθε επεισόδιο, πέραν της κωμωδίας, οι χαρακτήρες θα τσακωθούν, και περνώντας μια εσωτερική πάλη με τον εαυτό τους, στο τέλος συμφιλιώνονται και γίνονται σοφότεροι. Φυσικά υπάρχει και ο λανθάνων έρωτας του will they- won’t they μεταξύ Jake και Amy. Παρά το θέμα, όπως αναμενόταν, η σειρά δεν πολύ-ασχολείται με το αστυνομικό setting, αλλά παρουσιάζει τις υποθέσεις με την ελαφρότητα που αρμόζει σε μια κωμωδία.

Γενικά το Brooklyn Nine Nine δεν είναι κάτι που δεν έχεις ξαναδεί αλλά σίγουρα θα γελάσεις με αυτό. Θα γελάσεις με το slapstick χιούμορ, με τις υπερβολικές και γελοίες καταστάσεις που δημιουργεί ο Jake αλλά και την αυστηρότητα του Captain Holt. Το όπλο του B99 είναι οι καλογραμμένοι εκκεντρικοί χαρακτήρες του και το γεγονός ότι η σειρά ξέρει τι είναι και τι πρεσβεύει.

Σίγουρα είναι η καλύτερη κωμωδία που τρέχει αυτή τη στιγμή για να τη συνοδεύσεις με το φαγητό.

The Little Death: η ανερχόμενη κωμωδία της χρονιάς

Το σκηνοθετικό ντεμπούτο του κωμικού ηθοποιού Josh Lawson είναι μια εξαιρετικά πρωτότυπη ταινία για τον έρωτα, τη ρουτίνα των παντρεμένων ζευγαριών, τις δυσκολίες μιας σχέσης, αλλά κυρίως, τα σεξουαλικά ταμπού. Ο τίτλος είναι παρμένος από τη γαλλική έκφραση «Le petite mort”, η οποία χρησιμοποιείται για να περιγράψει τον οργασμό, και κυρίως το στάδιο ασυνειδησίας μετά από αυτόν, λόγω της έκκρισης οξυτοκίνης από τον οργανισμό.

photo 1

Μια πανδαισία φετίχ, ερωτικών ρόλων και φαντασιώσεων περιγράφεται με τρόπο χιουμοριστικό και συνάμα αληθινό από τον Lawson, μέσα από την παρατήρηση καθημερινών ζευγαριών, τα οποία τολμούν με διάφορους τρόπους να δοκιμάσουν τα όρια της ηδονής τους.  Μόνο κοινό στοιχείο των ζευγαριών είναι η γειτονιά που μένουν κι ένας παράξενος νέος γείτονας που τους επισκέπτεται και τους προσφέρει χειροποίητα μπισκότα. Καθώς παρακολουθούμε την παράλληλη εξέλιξη των σχέσεων των ζευγαριών, συμβαίνουν μερικοί θάνατοι, σωματικοί αυτή τη φορά και όχι συνειδησιακοί. Ο σκηνοθέτης παίζει έτσι με το συμβολισμό του τίτλου και πάντως δίνει τον κάθε θάνατο με τον ίδιο χιουμοριστικό τρόπο που δίνει και τον κάθε «θάνατο”.

photo 2

Σκηνοθετικά η πρώτη αυτή προσπάθεια του Lawson έχει ήδη αποτιμηθεί ως πολύ καλή, λαμβάνοντας μάλιστα πρόσφατα το Βραβείο Κοινού στο 55ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Πιθανώς να χρειαζόταν μικρές τροποποιήσεις στα πλαίσια του σεναρίου, ώστε να συνδέονται με εγγενέστερο τρόπο οι περιγραφόμενες ιστορίες, ως μια καλύτερα δομημένη σύνθεση.

photo 3

Σε κάθε πάντως περίπτωση, το Little Death είναι μια ταινία που καταφέρνει να κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον του θεατή, αν όχι να προκαλέσει το γέλιο του σε πολλές στιγμές της. Αυστραλιανής παραγωγής, και ακροβατεί μεταξύ της καλογυαλισμένης χολιγουντιανής εικόνας και του εναλλακτικού κινηματογράφου, καλύπτοντας έτσι τα γούστα ενός ευρύτερου κοινού. Με αυτήν θα βρεθούν να ταυτίζονται πολλοί, οι οποίοι νιώθουν πως τα ταμπού στον έρωτα και το σεξ μόνο καλά αποτελέσματα δεν έχουν και πάντως σίγουρα όσοι έχουν μπουχτίσει από την κοινωνική σοβαροφάνεια, μέχρι και στα πιο απλά καθημερινά πράγματα.

Αξίζει να τη δείτε. Και να γελάσετε πολύ.

Ιδού κι ένα μικρό πειστήριο:

Είναι το «The Office” η πιο αστεία σειρά ever;

Έχοντας παρακολουθήσει παραπάνω από δέκα sitcoms, ανάμεσα στις οποίες βρίσκεται και το «Seinfeld”, το «Friends” και το «How Ι met you mother”, μπορώ να δηλώσω άφοβα πως ναι, το αμερικανικό «The Office” είναι η πιο αστεία σειρά που υπήρξε ποτέ.

*Να ξεκαθαρίσω πως αυτή η δήλωση ισχύει μόνο όταν αξιολογούμε μια κωμική σειρά ανάλογα με την ποσότητα γέλιου που προκαλεί. Προφανώς, το «The Office” δεν είναι η καλύτερη κωμωδία όλων των εποχών, αλλά η πιο αστεία, δηλαδή η σειρά που θα σε κάνει να γελάσεις περισσότερο από κάθε άλλη.

Επειδή λοιπόν διανύουμε μια όχι τόσο καλή περίοδο για την αμερικανική τηλεοπτική κωμωδία, βρήκαμε την ευκαιρία να μιλήσουμε για την all-time classic σειρά του είδους, το «The Office”.

Στο Office, έννοιες όπως η λογική, η ηθική και η τυπικότητα δεν υπάρχουν. Οτιδήποτε συμβαίνει μέσα σε αυτό το γραφείο δεν μπορεί ούτε κατά διάνοια να χαρακτηρισθεί ως συνηθισμένο, και όλα αυτά ξεκινούν από τον ένα και μοναδικό Michael Scott. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα απ’ την αρχή. Το αυθεντικό «The Office” ήταν αγγλική σειρά του BBC που προβλήθηκε την περίοδο 2001-2003 για τρεις σαιζόν. Ο βετεράνος σεναριογράφος Greg Daniels είχε την –φαινομενικά- κακή ιδέα  να τη μεταφέρει στην αμερικανική τηλεόραση για λογαριασμό του NBC. Όπως είναι φυσικό, οι περισσότεροι τον αμφισβήτησαν και η πρώτη σαιζόν της σειράς συνοδεύτηκε με χαμηλά νούμερα και μέτριες προς κακές κριτικές, ενώ η σειρά χαρακτηρίστηκε ως μια φθηνή απομίμηση του αγγλικού προϊόντος. Από τη δεύτερη σαιζόν και μετά, η σειρά άρχισε να ξεφεύγει από την πεπατημένη, να αποκτά το δικό της χαρακτήρα, και τελικά να καταλήγει να είναι μία από τις πιο επιτυχημένες sitcoms της τελευταίας δεκαετίας (1 Χρυσή Σφαίρα και 5 Έμμυ).

photo1 (2)

Το «The Office” παρακολουθεί τις ζωές των –όχι καθημερινών θα έλεγε κανείς- υπαλλήλων ενός γραφείου της εταιρείας παραγωγής και διανομής χαρτιού, Dunder Mifflin, στο Σκράντον της Πενσυλβάνια. Όταν λέμε παρακολουθεί, το εννοούμε κυριολεκτικά, καθώς πρόκειται για ένα mockumentary της ζωής των υπαλλήλων αυτού του γραφείου. Οι χαρακτήρες γνωρίζουν ότι τους βιντεοσκοπεί μια κάμερα, στην οποία συχνά πυκνά απευθύνονται και μιλούν κανονικά, αφού υποτίθεται πως γυρίζεται ένα ντοκιμαντέρ γι’ αυτούς.

photo2 (2)

Μέσα σε αυτό το γραφείο, εκτός του ότι όλοι οι χαρακτήρες ενδιαφέρονται μόνο για τον εαυτό τους, ο καθένας απ’ αυτούς έχει κάποιο τρελό και παρανοϊκό στοιχείο στην προσωπικότητά του. Πρώτος και καλύτερος είναι το αφεντικό, ο Michael Scott του απίστευτου Steve Carell (βραβεύτηκε με Χρυσή Σφαίρα για το ρόλο), για τον οποίο είναι δύσκολο τι να πρωτοπεί κανείς για να τον περιγράψει. Είναι ένας τύπος που δεν έχει ιδέα τι συμβαίνει γύρω του, με μυαλό μικρού παιδιού, τελείως χαζός, αδαής και αναίσθητος, δημιουργεί συνεχώς άβολες καταστάσεις στους υπαλλήλους του, ενώ έχει αγοράσει για τον εαυτό του μια κούπα που γράφει «world’s best boss”. Κατά βάθος όμως είναι ένας πολύ αγαθός άνθρωπος, που νοιάζεται για το καλό των υπαλλήλων και της εταιρείας και εν τέλει είναι καλός και στη δουλειά του, όσο παράξενο κι αν ακούγεται αρχικά. Το 80% των αστείων στο «The Office” είναι «slapstick humor” και αμήχανες καταστάσεις τις οποίες προκαλεί ο Michael Scott, που πραγματικά κάνει ό,τι να’ ναι, πράγματα που δεν πιστεύεις ότι ένας άνθρωπος είναι τόσο ανώριμος για να τα κάνει. Θεωρεί πως έχει δημιουργήσει ένα ευχάριστο περιβάλλον στο γραφείο, πως είναι τύπος με πολύ χιούμορ, ενώ στην πραγματικότητα κανείς δε βρίσκει αστεία αυτά που λέει και κάνει (εκτός από τους θεατές). Δημιούργησε το πολύ γνωστό αστείο «That’s what she said”.

Μετά τον Michael Scott, οι λίγο πιο βασικοί χαρακτήρες είναι ο Jim Halpert (John Krasinski) έξυπνος, ταλαντούχος πωλητής που βαριέται τη δουλειά του και για να σπάσει την βαρεμάρα κάνει συνεχώς φάρσες στον ‘αντίπαλό’ του στο γραφείο, Dwight Schrute (Rainn Wilson), έναν σχεδόν ψυχοπαθή άντρα που πολλές φορές ο τρόπος που σκέφτεται θυμίζει ρομπότ.

Την τριάδα συμπληρώνει η γλυκιά και ντροπαλή ρεσεψιονίστ, Pam Beesly (Jenna Fischer) που τραβάει τα περισσότερα δεινά από τον Michael Scott. Από εκεί και πέρα το cast είναι πολύ μεγάλο και η σειρά δίνει ισάξια προσοχή σε όλους τους εργαζόμενους του γραφείου. Ξεχωρίζω τον προσωπικό μου αγαπημένο Creed Bratton, έναν πολύ περίεργο-εκκεντρικό τύπο που ουκ ολίγες φορές μας έχει δώσει υπόνοιες πως παλιά ήταν «παιδί των λουλουδιών” και πως τον κυνηγάει η αστυνομία.

Γενικά το «The Office” είναι ασφυκτικά γεμάτο από ξεκαρδιστικές σκηνές, σατιρικό τόνο και πανέξυπνους διαλόγους, και κατά κάποιο τρόπο αντικατοπτρίζει έναν τυπικό χώρο εργασίας στην υπερβολική μορφή του. Το χιούμορ της σειράς είναι αλλόκοτο, ο ρυθμός, τα αστεία και ο τόνος είναι διαφορετικά από τις κωμικές σειρές που έχουμε συνηθίσει. Αν έπρεπε να βρούμε κάποιες που του μοιάζουν, αυτές θα ήταν το «Scrubs” και το «Arrested Development”, που κι αυτές με τη σειρά τους ξεφεύγουν από το συμβατικό χιούμορ.

Όπως προαναφέρθηκε, το μεγαλύτερο όπλο του «The Office” ήταν ο Steve Carell, ο οποίος όταν έγινε ευρέως γνωστός στο σινεμά, η αναγνωρισιμότητά του έφερε υψηλότερα νούμερα στη σειρά. Λογικό είναι λοιπόν το γεγονός ότι όταν έφυγε, στην 7η σαιζόν, η σειρά άρχισε να παίρνει την κάτω βόλτα ποιοτικά. Και έχουν δίκιο όλοι αυτοί που υποστηρίζουν πως αφότου έφυγε ο Carell η σειρά έπρεπε να τελειώσει. Παρόλο που ήρθαν εξίσου καλά ονόματα να τον αντικαταστήσουν, όπως ο Will Ferrell και ο James Spader, το «The Office” είχε χάσει την αίγλη του, και έβαλε ένα οριστικό τέλος δύο σαιζόν μετά, σταματώντας στις εννιά συνολικά. Όχι και άσχημα για μια σειρά που ξεκίνησε ως φθηνή αντιγραφή της αγγλικής.

Με λίγα λόγια, μην περιμένεις να δεις μια φοβερή πλοκή, φωτογενείς ηθοποιούς και ψαρωτικά πλάνα στο «The Office”. Μην περιμένεις να ταυτιστείς με τους χαρακτήρες. Να περιμένεις να γελάσεις. Το μόνο σίγουρο είναι πως το δεν θα προλαβαίνεις να σκουπίσεις τα δάκρυα γέλιου που σου προκαλεί.

In Bruges – Παραμύθι με δολοφόνους

Αυτές οι ακαθόριστες ταινίες είναι που έχουν όλη τη γλύκα. Αυτές που αν σε ρωτήσει κάποιος τι ταινία βλέπεις, δεν ξέρεις ακριβώς να του απαντήσεις. Τέτοια ταινία είναι το «InBruges”. Είναι μαύρη κωμωδία; Είναι θρίλερ αγωνίας; Είναι περιπέτεια; Είναι κοινωνικό δράμα; Έλα ντε. Τρεις φορές το έχω δει και ακόμα να αποφασίσω. Είναι σίγουρα λίγο από όλα.
 
 
Η υπόθεση εκτυλίσσεται γύρω από δύο Ιρλανδούς επαγγελματίες δολοφόνους, που βρίσκονται στην Μπριζ, για να εκτελέσουν την αποστολή που τους έχει ανατεθεί. Η οποία δεν ξέρουν ποια είναι. Στην Μπριζ. Μα στην Μπριζ; Ποιος γυρίζει ταινία στην Μπριζ; Ακόμα και οι Βέλγοι με το ζόρι το κάνουν. Αμερικανοβρετανική παραγωγή γυρισμένη εξ ολοκλήρου στην Μπριζ. Αν δεν είναι αυτό πρωτότυπο τότε τι;
 
φωτο1 (1)
Αλλά επειδή ξέφυγα, ας γυρίσουμε στην υπόθεση. Οι δύο πρωταγωνιστές ακούν στα ονόματα Ken (Brendan Gleeson) και Ray (Colin Farrell) και είναι εκ διαμέτρου αντίθετοι χαρακτήρες. Ο Ken είναι πιο πνευματικός τύπος, έχει μεταφυσικές ανησυχίες, του αρέσουν τα αξιοθέατα, η ιστορία και η ηρεμία. Ο Ray από την άλλη είναι λίγο κομπλεξικός, λίγο μισάνθρωπος, λίγο εριστικός. Βαριέται τις δραστηριότητες που προτείνει ο Ken, σιχαίνεται την Μπριζ και γουστάρει μόνο να βγαίνει και να πίνει.
 
 
Ο Ray ωστόσο πέραν της κενότητας που επιτηδευμένα βγάζει προς τα έξω, έχει κρυμμένα μέσα του συναισθήματα που τον κατατρώνε. Αυτό γιατί, στην πρώτη του δολοφονία, είχε σκοτώσει κατά λάθος ένα μικρό παιδί, Κάτι που τον στοιχειώνει αφάνταστα.
 
 
Στην Μπριζ όσο ο Ken απολαμβάνει τα μνημεία, ο Ray γνωρίζει τον έρωτα της ζωής του, την Chloe (Clémence Poésy). Εκείνη δε δυσκολεύεται και πολύ να τον ρίξει είναι η αλήθεια, αλλά μάλλον έριξε και όλους τους άνδρες θεατές παράλληλα.
 
φωτο2 (1)
 
Κάπου εκεί εμπλέκεται μια κομπίνα με ναρκωτικά, ένας πρώην φίλος της Chloe που τυφλώνεται, ένας μαστουρωμένος ρατσιστής νάνος, κάτι πάρτυ με κοκαΐνη. Συμβαίνουν αυτά στην Μπριζ, μη νομίζεις, ρουτίνα (not).
 
 
Το ανώτερο στέλεχος όμως της εταιρείας που τροφοδοτεί τους αγαπημένους μας δολοφόνους  έχει διαφορετικά σχέδια, για τα οποία πληροφορεί τον Ken. Ο Harry (Ralph Fiennes σε ρόλο έκπληξη), είναι λίγο αλλοπαρμένος, αλλά απόλυτος.
 
 
Κάποιος πρέπει να πεθάνει…
 
 
Η ταινία στέκεται αρκετά στον ιδιάζοντα κώδικα τιμής των δολοφόνων. Είναι άκρως ενδιαφέρον πώς ένας άνθρωπος που σκοτώνει για να ζήσει μπορεί να ακολουθεί ένα σύνολο αξιών και ιδανικών, διατηρώντας μια ξεχωριστή ηθική, την οποία υπερασπίζεται μέχρις εσχάτων. Η αντίθεση πράξεων – σκέψεων εκφράζεται με τον καλύτερο τρόπο, με συνεχείς ενδοσυναισθηματικές μάχες που καταλήγουν σε αμφιβολία, φόβο, κατάρρευση.
φωτο3 (1)
 
Καταλήγουν βέβαια και σε πολύ γέλιο. Το χιούμορ του «In Bruges” είναι αναμφίβολα στα δυνατά του σημεία. Καυστικό, σκληρό, ιδιόμορφο και ξεκαρδιστικό. Αμιγώς βρετανικό δηλαδή. Οι πανέξυπνοι διάλογοι και οι ατάκες συναθροίζουν ένα ρεσιτάλ εύστοχης κωμωδίας.
 
 
Μιας κωμωδίας που πλανάται γύρω από την Μπριζ, μια πόλη «σαν παραμύθι». Τα πλάνα, η εικόνα και τα χρώματα μιας παραμυθένιας πόλης δε θα μπορούσαν να μην είναι εκθαμβωτικά. Η μεσαιωνική ομορφιά της βελγικής πόλης τυλίγει το θεατή σε ένα μανδύα ρομαντισμού και υπέροχης αισθητικής.
 
 
Το πιο δραστικό τμήμα όμως της ταινίας, το κομμάτι που είναι ένα βήμα μπροστά από τα υπόλοιπα, εντοπίζεται στην εξέλιξη των χαρακτήρων. Ο Ray αρχικά εμφανίζεται να έχει ό,τι αρνητικό στοιχείο μπορεί να έχει ένας άνθρωπος, αλλά για κάποιο περίεργο λόγο τον συμπαθείς. Τον συμπαθείς ακόμα και όταν μαθαίνεις ότι έχει σκοτώσει (εν αγνοία του) ένα παιδί. Το ψυχολογικό μαρτύριο που βιώνει και έντεχνα επισκιάζει κάτω από παιδιάστικες συμπεριφορές προκαλεί κυρίως συμπόνια, συμπόνια για κάποιον που δύσκολα θα αποκτήσει κανονική ζωή.
φωτο4 (1)
 
Οι Ken και Harry μοιάζουν αρκετά ως προς την άκαμπτη ηθική τους και τον τρόπο με τον οποίο εμμένουν στις αποφάσεις τους, διαφέρουν όμως στα κριτήρια. Ο Ken διατηρεί μια πιο ανθρωπιστική προσέγγιση, ενώ όπως γίνεται γνωστό το παρελθόν του είναι τραυματικό, έχοντας βιώσει την απώλεια της συζύγου του. Ο Harry αντίθετα παρότι οικογενειάρχης, είναι ψυχρός και απορροφημένος απόλυτα στο επάγγελμα του.
 
 
Τα λόγια για τους ηθοποιούς περιττεύουν. Είναι δύσκολο να πετυχαίνεις τόσες καλές ερμηνείες μαζεμένες. Όχι απλά καλές, οσκαρικές, δίχως υπερβολή. Ο Colin Farrell τσίμπησε τη χρυσή σφαίρα του, κάτι που θα άξιζε μόνο και μόνο για την απολαυστική Ιρλανδέζικη προφορά του. Ο Brendan Gleeson, μετρ της μαύρης κωμωδίας, απολαμβάνει την εξαιρετική χημεία με τον Farrell και προσδίδει τα προσωπικά του στοιχεία ενώ ο Ralph Fiennes είναι ο «κακός» που θα λατρέψεις, σε μια ερμηνεία που σφύζει από ποιότητα και μοναδικότητα.
 
 
Ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος Martin McDonagh προτάθηκε για όσκαρ σεναρίου, πώς άλλωστε να μην προταθεί. Το σενάριο του είναι αριστοτεχνικά τρελό, με μια αργή αρχικά ροή που σταδιακά ανεβάζει ταχύτητα και σε συνεπαίρνει, μεταφέροντας σε στην Μπριζ. Εκεί είσαι,σε βλέπω, σε μια γωνία πίνεις βελγική μπύρα και σκηνοθετείς με τον Martin.Cheers mate!
 
φωτο5 (1)
 
Το «In Bruges” είναι κάτι ασαφές. Τόσο ασαφές που έχει τη δική του ταυτότητα. Είναι κάτι που δεν έχεις δει ξανά,  μια αριστουργηματική πρόκληση – πρόσκληση, σε ένα «παραμύθι», όπως αποκαλείται η Μπριζ. Σε ένα παραμύθι με πληρωμένους Ιρλανδούς δολοφόνους. Πόση κουλτούρα πια;

Death at a Funeral – Γελώντας μέχρι «θανάτου”

Η αγάπη αυτής της στήλης για τη χαζοαμερικανική κωμωδία είναι δεδομένη και χιλιοειπωμένη. Παρά ταύτα, οι βρετανικές κωμωδίες είναι μια ξεχωριστή κατηγορία, που δε δύναται να σύγκριθούν με τις υπόλοιπες του είδους, γιατί εκφράζουν το κωμικό στοιχείο τόσο ιδιαίτερα, τόσο μοναδικά, τόσο πιο εκλεπτυσμένα και εύστοχα στην τελική (συγγνώμη Will Ferrell, να ξέρεις έχεις πάντα διακεκριμένη θέση στην καρδιά μου – και στην ταινιοθήκη μου).
Φωτο1
Mια καλή βρετανική κωμωδία, εκτός από το προφανές γέλιο που προσφέρει, έχει και κάποια αστεία κάπως κρυμμένα και ιδιόμορφα. Όταν μετά από εξάσκηση στο βρετανικό κινηματογράφο και στη νοοτροπία του αρχίσεις και τα καταλαβαίνεις, μετά, εκτός του χαμογέλου που διατηρείς, έχεις υιοθετήσει και μια αίσθηση κατάκτησης.
Τέτοια αίσθηση έχεις όταν μαγειρεύεις επιτέλους κάτι που τρώγεται, όταν νικάς εμφατικά κάποιον στο FIFA, όταν ρίχνεις το ταίρι που κυνηγάς καιρό. Τέλος πάντων, κατάλαβες. Ελπίζω.
Μετά από αυτό το μίνι παραλήρημα, έρχομαι στο δια ταύτα: το «Death at a Funeral” (προσοχή, αυτό του 2007 – μην  πέσεις πάνω στο αμερικανικό remake του 2010) έχει τόσο απλή υπόθεση, αλλά παράλληλα τόσο παλαβή. Ο Daniel (Matthew Macfadyen), ένας τίμιος νιόπαντρος, μένει ακόμη με τη γυναίκα του Jane (Keeley Hawes) στο πατρικό του. Όταν ο πατέρας του αφήνει το μάταιο τούτο κόσμο, ο Daniel αναλαμβάνει να οργανώσει την κηδεία του, συντετριμμένος. Αναπόφευκτα μαζεύονται στο σπίτι του για την τελετή κάποιοι συγγενείς και φίλοι.
Φωτο2
Καλά μέχρι εδώ. Ας δούμε όμως ποιοι είναι αυτοί οι συγγενείς και φίλοι: ο ψωνισμένος συγγραφέας  αδερφός του Daniel που είναι το καμάρι της οικογένειας και έχει ξεμείνει από χρήματα χωρίς να το ξέρει κανείς, ο αρραβωνιαστικός της ξαδέρφης του που στη διαδρομή πήρε κατά λάθος ναρκωτικά, ένας άλλος τύπος που την πέφτει ανιλεώς στην ξαδέρφη, ενας κομπλεξικός μεγάλος σε ηλικία θείος, ένας μικροέμπορος ναρκωτικών και μερικοί ακόμα περίεργοι χαρακτήρες που όμως υποσκιάζονται από την παρουσία ενός.
Ποιος είναι αυτός ο ένας; Μα φυσικά ο Tyrion, από το Game of Thrones. Ο Peter Dinklage εδώ ενσαρκώνει ένα νάνο, ο οποίος έχει σκοπό να εκβιάσει τον Daniel για να αποσπάσει χρήματα. Το μέσο εκβιασμού που χρησιμοποιεί είναι φωτογραφίες από τις ακόλαστες στιγμές που πέρασε μαζί με τον πατέρα του Daniel, γιατί, όπως σωστά ίσως μάντεψες, διατηρούσαν παράνομο δεσμό.
Φωτο3
 
Όλα αυτά τα γεγονότα λοιπόν μπαίνουν στο μίξερ με αποτέλεσμα τη σύνθεση μιας τρελής κωμωδίας καταστάσεων με φλεγματικό, σατιρικό και προσβλητικό χιούμορ, που δύσκολα θα αφήσει ασυγκίνητο ακόμα και τον πιο ξενέρωτο θεατή. Τα gags είναι αναρίθμητα και πέφτουν σε ρυθμό πολυβόλου, τα αστεία εμφανίζονται από χοντροκομμένα έως πανέξυπνα και το «Death at a Funeral” αγγίζει σχεδόν «Μοντυπαϊθονικά” επίπεδα, όσο ιεροσυλία και αν ακούγεται αυτό.
Μάλλον είναι υπερβολικά μεγάλη ιεροσυλία. Κάνε πως δε το είδες ποτέ.
Φωτο4
Ως μαύρη κωμωδία φυσικά δε ξεχνά και τις «μαύρες”, σοβαρές στιγμές της, με το λόγο του Daniel για τον πατέρα του να αποτελεί μια συγκινητική στιγμή που υποδηλώνει την ανιδιοτελή αγάπη που υφίσταται στη σχέση πατέρα – γιου. Επιπλέον, η σχέση των δύο αδερφών αναλύεται σε σημαντικό βαθμό, με τη ζηλοφθονία να δίνει σταδιακά τη θέση της στην αμοιβαία εκτίμηση.
Ακόμα και αν υπάρχουν όμως κάποια αξιοσήμαντα στοιχεία πλοκής και εξέλιξης χαρακτήρων, δε μπορείς να περιμένεις από ταινία τέτοιου είδους να δώσει έμφαση σε αυτά. Ούτε το «Godfather” έβαλες να δεις, ούτε το «The Taxi Driver”. Η επιθυμία του σκηνοθέτη εδώ είναι μία: να σε κάνει να γελάσεις. Κάτι που πετυχαίνει με χίλιους δυο τρόπους.
Μιλώντας για σκηνοθεσία, το όνομα του σκηνοθέτη είναι Frank Oz. Λογικά δε σου λέει κάτι. Ένα στοιχείο θα επισημάνω: ο Frank Oz είναι η φωνή του Yoda στα Star Wars. Ναι, του master Yoda. Φτάνουν οι υποκλίσεις, σήκω να διαβάσεις παρακάτω, έχω λίγα ακόμα να πω.
Φωτο5
Οι ηθοποιοί δεν αξίζουν ιδιαίτερης μνείας. Όχι όμως επειδή δεν αποδίδουν καλά. Ακριβώς για το αντίθετο. Επειδή αποδίδουν όλοι τα μέγιστα. Φαντάσου μια ταινία κινουμένων σχεδίων γεμάτη καρικατούρες. Κάπως έτσι είναι και οι ηθοποιοί στο «Death at a Funeral”. Μια σειρά από χαρακτήρες βγαλμένοι από σελίδες αλλοπαρμένων κόμικ, που αν και ο καθένας δύσκολα στέκεται μόνος του, όλοι μαζί συμπληρώνουν ένα παζλ αχαλίνωτης και αυθεντικής κωμωδίας.
Τόση ώρα μιλάμε για μια ταινία που εμπεριέχει τον Tyrion, παραισθησιογόνα ναρκωτικά, κόντρα μεταξύ αδερφών, προβληματικούς συγγενείς, χαζούς φίλους, έναν εμμονικό πέφτουλα και άλλα πολλά, αρμονικά συνδυασμένα στα πλαίσια μιας κηδείας, με σκηνοθέτη τον master Yoda.
 
Ακόμα αμφιβάλλεις για το αστείο του αποτελέσματος;

Groundhog Day – Σταματώντας το χρόνο

O Bill Murray είναι μια ιδιάζουσα περίπτωση καλλιτέχνη. Έχει ιδιαίτερο στυλ, είναι ψαγμένος, προσπαθεί να ξεφεύγει από τα καθιερωμένα. Κάποιοι τον λατρεύουν για τις ιδιαιτερότητες του, άλλοι τον σνομπάρουν. Κανείς όμως δε μπορεί να αμφισβητήσει ότι ο Murray ξεχειλίζει από ταλέντο, ότι είναι χαρισματικός και ιδιοφυής. Είναι συγκλονιστικός σε δραματικούς ρόλους, (Lost in Translation – μέχρι και τη Johansson έκανε να φαίνεται ηθοποιάρα δίπλα του), αλλά είναι κυρίως γνωστός για τις κωμικές στιγμές του, με τους Ghostbusters να αποτελούν το πιο εμπορικό δείγμα της καλοπροαίρετης «τρέλας» που κουβαλάει. Τρέλα που διοχέτευσε σε προσεκτικά επιλεγμένες δουλειές, όντας τελειομανής και απαιτητικός.

 

Φωτο1

 

Η αλήθεια είναι πως το χιούμορ του είναι λίγο περίεργο. Δεν εμπεριέχει τις υπερβολές του Will Ferrell, ούτε όμως είναι στο άλλο άκρο της σοβαροφάνειας. Μάλλον ακροβατεί κάπου ανάμεσα σε αυτά τα είδη, έχοντας βρει τη χρυσή τομή και δημιουργώντας στην ουσία μια δική του, ξεχωριστή «σχολή» γέλιου. Αν μη τι άλλο, αυτό το γεγονός τον καθιστά μοναδικό, καθώς έχει αφήσει το δικό του λιθαράκι στην ιστορία της κωμωδίας. Η κορυφαία κωμική στιγμή του για μένα εντοπίζεται στη «Μέρα της Μαρμότας» («Groundhog Day”), μια ταινία που δυστυχώς στη χώρα μας δεν έχει προβληθεί αρκετά, με αποτέλεσμα να είναι σχετικά άγνωστη στο ευρύ κοινό.

H μέρα της Μαρμότας λοιπόν, είναι εκείνη η μέρα που στην επαρχιακή πόλη Punxsutawney μαθαίνουν από τη μαρμότα τους, τη μασκότ της περιοχής, την πρόγνωση του καιρού για την ερχόμενη χρονιά. Ο μετεωρολόγος – ρεπόρτερ Phil Connors (Bill Murray) είναι αυτός στον οποίο έχει ανατεθεί η κάλυψη της εκδήλωσης, κάτι που μόνο ευχαρίστηση δεν του προσφέρει. Με τη χειρότερη διάθεση που θα μπορούσε να έχει, προσπαθεί να κάνει τη δουλειά του όσο πιο τυπικά γίνεται, δείχνοντας φανερά ενοχλημένος, ενώ συνοδοιπόροι σε μια από τις πιο άσχημες μέρες της ζωής του είναι η γοητευτική ρεπόρτερ Rita (Andie MacDowell) και ο Larry (Chris Elliot), ένας χαζούλης καμεραμάν που επιχειρεί να της την πέσει απεγνωσμένα.

 

Φωτο2

 

Αφού με τα χίλια ζόρια ολοκληρώνει την εργασία που του είχε ανατεθεί, ο Phil ξεκινά για να φύγει από το Punxsutawney, όμως μια χιονοθύελλα του χαλάει τα σχέδια. Αναγκάζεται έτσι να μείνει για ένα βράδυ σε αυτή την περιοχή που σιχαίνεται, με ανθρώπους που δε χωνεύει, σε ένα ξενοδοχείο που δε γουστάρει καθόλου. Γενικότερα, μια όχι και τόσο ιδανική ατμόσφαιρα, που τουλάχιστον σκέφτεται ότι θα αφήσει πίσω του την επόμενη μέρα. Έλα όμως που αυτό δε θα συμβεί. Όχι γιατί θα τον κρατήσουν με το ζόρι, ή δε θα μπορεί να αποχωρήσει λόγω των καιρικών φαινομένων ξανά. Αυτά είναι τετριμμένα και κοινότυπα για αυτή την ταινία. Αυτό που συμβαίνει, είναι ο Phil να ξυπνάει το πρωί και όλα να είναι ξανά τα ίδια. Ξαφνικά και χωρίς λόγο, είναι καταδικασμένος να ζει τη μέρα της μαρμότας ξανά και ξανά. Κανείς δε τον θυμάται, κανείς δεν καταλαβαίνει τι τους λέει, όλα επαναλαμβάνονται και είναι σαν να ξεκινά από το μηδέν κάθε μέρα, εγκλωβισμένος στο ίδιο χρονικό πλαίσιο.

Κάπου εκεί αρχίζουν οι καλύτερες σκηνές του «Groundhog Day”. Ο Phil μετά το σοκ του πρώτου καιρού, συνειδητοποιεί ότι αν και είναι καταδικασμένος να ξαναζεί τη χειρότερη μέρα της ζωής του, μπορεί να επωφεληθεί από αυτό. Πώς? Αρχικά δε χρειάζεται να περιορίζει καθόλου τον εαυτό του, όντας απολύτως ελεύθερος να κάνει ό,τι θέλει χωρίς επιπτώσεις. Μπορεί να φάει όσο επιθυμεί χωρίς να παχύνει, μπορεί να συλληφθεί από την αστυνομία χωρίς να μείνει στη φυλακή, μπορεί να την πέσει σε όσες γυναίκες θέλει, χρησιμοποιώντας τις πληροφορίες που του δίνουν ώστε να τους την ξαναπέσει την επόμενη μέρα και να τις ρίξει πιο εύκολα.

 

Φωτο3

 

Ο Biil Murray πραγματικά δίνει ρέστα. Είναι ένα κοινό μοτίβο στην καριέρα του να ενσαρκώνει ρόλους χαρακτήρων που είναι κομπλεξικοί, μισάνθρωποι, εγωπαθείς όπως στην περίπτωση μας ο Phil. Όμως, είναι τρομερό το γεγονός ότι στη «Μέρα της Μαρμότας» παρότι κάνει εμφανείς όλες αυτές τις αρνητικές πτυχές της προσωπικότητας του, όντας ξεκάθαρα ένας αχώνευτος τύπος, καταφέρνει να κάνει το κοινό να τον συμπαθήσει. Μάλλον όχι απλά να τον συμπαθήσει, αλλά να τον λατρέψει. Άλλωστε, σταδιακά ο χαρακτήρας του μεταστρέφεται ελαφρώς, ανακαλύπτοντας μέσα από την περιπέτεια του ηθικές αξίες και πτυχές του εαυτού του που ούτε ο ίδιος δε γνώριζε ότι υπήρχαν. Οι υπόλοιπες ερμηνείες παρότι είναι όλες αξιόλογες, υποσκιάζονται από το μεγαλείο του Murray.

 

Φωτο4

 

Το σημαντικότερο πλεονέκτημα της ταινίας όμως όσο και αν φαίνεται περίεργο δεν είναι ο Murray. Είναι το εξαιρετικά πρωτότυπο σενάριο της, το οποίο μάλιστα έχει επιμεληθεί ο Harold Ramis (έταιρος Ghostbuster), που επίσης σκηνοθετεί μαεστρικά την ταινία. Είναι πανέξυπνο, είναι πρωτοποριακό, κινείται σε άλλο επίπεδο. Προκαλεί το γέλιο με έξυπνα αστεία, έχει ευθείς και άμεσους διαλόγους, είναι δυναμικό και ευέλικτο. Η κεντρική ιδέα βέβαια είναι όλα τα λεφτά: να ζει κάποιος την ίδια μέρα ξανά και ξανά, κάνοντας ό,τι εκείνος επιθυμεί, χωρίς καμία συνέπεια στη ζωή του. Ο Phil στην ουσία είναι ένας εν δυνάμει Θεός, που διαμορφώνει τον «κόσμο» του πλέον με τον τρόπο που θέλει, ενώ ταυτόχρονα δεν είναι δυνατό να γεράσει. Δε θα μπορούσε να μη βραβευτεί ο Ramis για αυτό το σενάριο, το οποίο βέβαια πολλοί επιχείρησαν να αντιγράψουν τα επόμενα χρόνια, με πιο πρόσφατη προσπάθεια το «Edge of Tomorrow” στο οποίο πρωταγωνιστεί ο Tom Cruise.

 

Φωτο5

 

Εν κατακλείδι, αν ψάχνεις μια κωμωδία που θα σε κάνει να γελάσεις μέχρι δακρύων αλλά και ταυτόχρονα θα σε προβληματίσει, η «Μέρα της Μαρμότας» είναι ιδανική για σένα. Είναι μια από τις καλύτερες ταινίες που έχουν γυριστεί, ξεφεύγοντας από τα πλαίσια της συμβατικής σκέψης και αναζητώντας νέους πνευματικούς διαδρόμους, με τον Bill Murray στο ερμηνευτικό ζενίθ του. Τι άλλο να ζητήσει κανείς?

Αnchorman – Ο θρύλος του Will Ferrell

Είναι καλοκαίρι. Το μόνο που σκέφτεσαι είναι οι διακοπές, η χαλάρωση, η παραλία. Προσπαθείς να ξεφύγεις από τα καθημερινά άγχη, έστω και για λίγο. Αυτό που έχεις ανάγκη λοιπόν είναι μια ταινία χωρίς βάθος, κρυμμένα νοήματα, μπερδεμένο σενάριο, περίπλοκους χαρακτήρες, κάτι που θα προκαλέσει αγνό και χωρίς ενοχές γέλιο. Ο Will Ferrell είναι εδώ για να σε σώσει, χαρίζοντας στην ανθρωπότητα το αριστούργημα «Anchorman: The Legend of Ron Burgundy”.

 

Πριν όμως γίνουν οι απαραίτητες επεξηγήσεις για την ταινία, πρέπει να εστιάσουμε στην οντότητα Will Ferrell. Ο Ferrell είναι κάτι παραπάνω από ένας απλός ηθοποιός, είναι ιδέα, είναι η προσωποποίηση της χαζοαμερικάνικης κωμωδίας. Αυτή λοιπόν η θεότητα, έχει τη μοναδική ικανότητα να σε κάνει να γελάς μόνο και μόνο επειδή τον βλέπεις στην οθόνη. Δε χρειάζεται να μιλήσει, να εκφραστεί, να κάνει μορφασμούς. Είναι αστείος απλά επειδή υπάρχει, κάτι που σίγουρα αποτελεί ξεχωριστό ταλέντο. Μπορεί να μη του δίνει Όσκαρ και διακρίσεις, αλλά το γέλιο που προσφέρει απλόχερα δε μετριέται με αγαλματάκια.

Φωτο1

Μετά από αυτή τη μικρή – αλλά σημαντική – παρένθεση, ήρθε η στιγμή για την εξιστόρηση της υπόθεσης. Η ταινία λοιπόν διαδραματίζεται στην ανατρεπτική δεκαετία του 1970, στο San Diego, όπου ο πιο αγαπητός και αναγνωρισμένος παρουσιαστής ειδήσεων ακούει στο όνομα Ron Burgundy (Will Ferrell). Ο Ron αποτελεί μια εκκεντρική περσόνα, έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του, είναι γυναικάς, βασίζεται στην υπερβολή και δεν είναι το πιο κοφτερό μυαλό. Η δημοσιογραφική του ομάδα αποτελείται από αναλόγου βεληνεκούς άτομα, όπως ο παλαίμαχος παίκτης μπέηζμπολ, Champ Kind (David Koechner) που ασχολείται με τα αθλητικά, ο εξαιρετικά αγαπητός στις γυναίκες Brian Fantana (Paul Rudd) που έχει αναλάβει τα τρέχοντα ρεπορτάζ και ο διανοητικά καθυστερημένος Brick Tamland (Steve Carrell), που μεταδίδει, ή τουλάχιστον κάνει φιλότιμες προσπάθειες να μεταδώσει,  τον καιρό.

 

Την κυριαρχία και την ψυχική ηρεμία αυτού του ιδιαίτερου γκρουπ έρχεται να διαταράξει η Veronica Corningstone (Christina Applegate), που ορίζεται από το κανάλι του Ron ως συμπαρουσιάστρια και με την οποία ο ίδιος διατηρούσε σχέση. Σταδιακά, ενώ ο πρωταγωνιστής μας αναλώνεται στο να φλερτάρει, να πίνει και γενικά να καλοπερνάει χωρίς να ασχολείται τόσο με τη δουλειά του, η Veronica εκτοξεύει την καριέρα της. Έπειτα, μέσα από μια σειρά ενεργειών, επιτυγχάνει την απόλυση του Ron, γίνεται η ίδια κεντρική παρουσιάστρια και ο αγαπημένος μας φίλος βολοδέρνει προσπαθώντας απεγνωσμένα να ανακάμψει.

Φωτο2 (1)

Εκτός από την κεντρική υπόθεση, υπάρχουν αρκετές υπο-ιστορίες, όπως η αναφορά στην κόντρα με άλλους τηλεοπτικούς σταθμούς, για την παρουσίαση των οποίων επιστρατεύεται ένας καταιγισμός από απολαυστικά cameos. Οι Ben StillerJack BlackTim RobbinsVince VaughnDanny TrejoSeth Rogen, είναι μερικά μόνο από τα ονόματα που συμμετέχουν σε ξεκαρδιστικές σκηνές άσχετες με τη βασική ιστορία. Προσδίδουν στην ταινία ποικιλία και περισσότερο ενδιαφέρον, ενώ δείχνουν και οι ίδιοι ότι το διασκεδάζουν απόλυτα.

 

Οι ερμηνείες στο σύνολο τους είναι εξαιρετικές, με αυτές του Ferrell και του Carrell να ξεχωρίζουν. Ειδικά όταν οι δυο τους συνυπάρχουν στην ίδια σκηνή, τα αποτελέσματα μπορούν να προκαλέσουν γέλιο και στον πιο δύσπιστο και αρνητικά προκατειλημμένο θεατή. Η σκηνοθεσία του Adam McKay σίγουρα δεν είναι κάτι που αξίζει ιδιαίτερη μνεία, είναι ωστόσο επαρκής ώστε να στηρίξει το έξυπνο σενάριο, χωρίς να χρειάζεται κάτι εξεζητημένο. Οι διάλογοι που προσφέρει το σενάριο (το οποίο προσυπογράφει ο Will Ferrell) είναι πνευματώδεις, σφίζουν από «χαζό» χιούμορ και δεν κουράζουν ποτέ. Οι ατάκες πέφτουν βροχή και έγιναν γρήγορα μόδα στην Αμερική (και όχι μόνο), ενώ ακόμα, δέκα χρόνια μετά, εμφανίζονται συχνά στα κοινωνικά δίκτυα.

ANCHORMAN 2: THE LEGEND CONTINUES

Ναι, δεν είναι η καλύτερη ταινία που έχει γυριστεί ποτέ. Ίσως δεν είναι ούτε στις εκατό, ούτε στις πεντακόσιες καλύτερες. Είναι μια ταινία όμως που αποδέχεται τη φύση της, σέβεται τον εαυτό της και δεν επιδιώκει να διεκδικήσει διαπιστευτήρια  ποιότητας. Έχει δημιουργηθεί αποκλειστικά με σκοπό να προκαλέσει απενοχοποιημένο, αυθόρμητο γέλιο, μακριά από δήθεν προσωπεία κουλτούρας και καλλιτεχνικής «ανωτερότητας». Είναι «χαζή», είναι περήφανη για αυτό και το εκμεταλλέυεται στο έπακρο. Εκτοξεύει τη διάθεση στα ύψη και μας καλεί όλους να υποκλιθούμε στο μεγαλείο του Ron Burgundy. «Stay classy» μας λέει ο ίδιος στην αποφώνηση του δελτίου του, και είναι βέβαιο ότι θα ακολουθήσουμε τη συμβουλή του.