«Ζαν Σαντέιγ»

Σε μια κατάσταση νωθρότητας που αγγίζει την απογοήτευση, ο Ζαν στην κοιλάδα ενός βουνού θυμάται τη θάλασσα. Η θάλασσα τον πάει σε μια άλλη εποχή, όπου μπορεί να χάνει χρόνο ονειροπολώντας. Παίρνει τον δρόμο του γυρισμού. Τώρα φαντάζει διαφορετικός. Αυτά που τον έπνιγαν πλέον δεν υπάρχουν, η μνήμη της θάλασσας ξέπλυνε το βάρος από τους ώμους του. Σχεδόν ανυπομονεί να γυρίσει. Περνάει από τις αφηρημένες ονειροπολήσεις μιας “άλλης πραγματικότητας”, στις  υλικές απολαύσεις των ονειροπολήσεων αυτών. Βρίσκεται σε έναν χωρίς τέλος διάλογο με τη μνήμη, πατώντας απαλά πάνω της, μπορεί να βιώσει τις απολαύσεις της “πραγματικότητας”.

Με την παραμικρή βία μπορούν όλα να διαλυθούν, μια παρατήρηση της μητέρας του, ή μια φωνή του πατέρα του, εύκολα τον ρίχνουν στην πεζότητα της πραγματικότητας.  Στην πρώτη αυτή ανάμνηση τονίζεται η τομή διάκρισης ανάμεσα στους ανθρώπους και τα πράματα. Οι άνθρωποι λειτουργούν αυτιστικά . Επικοινωνούν ο ένας στον άλλον ό,τι πιο βαρετό και κοινό έχουν. Ο άνθρωπος ανήκει στο πεπερασμένο. Πράγματα υπήρχαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν, πριν και μετά από αυτόν, αυτά κρατούν κάτι από εμάς . Με βάση αυτή τη διάκριση θα κατανοήσουμε γιατί τα πράγματα και όχι οι άνθρωποι λειτουργούν ως εφαλτήρια της μνήμης.

Απροσδιόριστα στο χρόνο ο Ζαν βρίσκεται στη θάλασσα του Βορρά, ταξιδεύοντας φτάνει στις ακτές της Βαλτικής. Βλέπει τη θάλασσα να ανεβαίνει στην άμμο «με πολύ μικρά μαργαριταρένια κύματα». Μια άγνωστη θάλασσα, ένα άγνωστο μέρος. Τα κύματα όμως του ήταν γνωστά. Ήταν τα ίδια αυτά κύματα που του ήταν τόσο οικεία, τα κύματα της Μάγχης. Τα ίδια κύματα θα μπορούσαν να αφρίζουν και να σκάνε πάνω σε οποιονδήποτε βράχο ή ακροθαλασσιά. Και θα ήταν πάλι τα ίδια κύματα, κουβαλώντας πάνω τους σαν στολίδι την ίδια ανάμνηση. Αυτήν η ανάμνηση που θα διατηρηθεί και μετά τον Ζαν.

Ο μοναδικός δρόμος προς την “αλήθεια”, είναι αυτός της φαντασίας. Ο παραμυθένιος κόσμος των αναμνήσεων, αγγίζει την τάξη του “πραγματικού”. Όταν ο Μπόρχες γράφει «Δεν υπάρχουν παράδεισοι, άλλοι από τους χαμένους παραδείσους.», εύκολα αναγνωρίζουμε τα λόγια του Προυστ. Αναγάγει τον “παράδεισο” σε έναν χαμένο χρόνο, με τον οποίο επικοινωνούμε μέσω της μνήμης και της φαντασίας.

Στο τρίτο κείμενο ο Ζαν βρίσκεται στη λίμνη της Γενεύης. Ανάμεσα σε αυτόν που την αντικρίζει σήμερα και αυτόν που την έβλεπε τότε, υπάρχει κάτι άλλο, μέσα σε αυτό το χώρο πλανάται η φαντασία. Η λίμνη πλέον χάνει την υπόσταση της ως τέτοια. Τώρα είναι η εικόνα «μιας ζωής βιωμένης καιρό τώρα». Προσωποποιεί και νοηματοδοτεί τη φαντασία την τοποθετεί «γύρω από ένα παρελθόν, όταν αυτό βρίσκεται εγκλωβισμένο σε ένα παρόν». Θέλει να αφήσει τη μνήμη να ανασύρει εικόνες από το ασυνείδητο και συνειρμικά να (ανα)κατασκευάσει το παρελθόν.

Ο Ζαν «χρειαζόταν την ανάμνηση, όχι ακριβώς την ανάμνηση αλλά τη μετάλλαξη της ανάμνησης σε μια άμεσα αισθητή πραγματικότητα». Μέσω αυτής δίνεται η αίσθηση πως αυτό που κάποτε είχε βιωθεί ζει ακόμα και συνεχίζει παράδοξα να υπάρχει. Παρελθόν και παρόν βρίσκονται σε μια συνεχή διάδραση, που δημιουργεί κάτι ποιοτικά νέο, έξω από τον χρόνο, ένα “νόημα” βουτηγμένο  στη φαντασία.

«Αλλά αυτές οι στιγμές μιας χαμένης εκ των προτέρων ευτυχίας γίνονται όλο και πιο σύντομες, όλο και πιο σπάνιες». Στο τέταρτο κείμενο αντιμετωπίζεται η φθορά του έρωτα. Η μουσική φράση της σονάτας του Σαιν-Σανς παίζει ξανά και ξανά τα χρόνια του έρωτα του Ζαν. Δέκα χρόνια μετά το τέλος του έρωτά του, ο Ζαν θα ακούσει την ίδια μουσική φράση. Η φράση διήρκεσε περισσότερο. Είχε ακούσει, είχε κρατήσει σιωπές και εξάρσεις. Τον μετέφερε πίσω. Δεν του θύμισε τη Φρανσουάζ, αλλά όλα τα μέρη στα οποία του είχε παίξει αυτή τη μουσική φράση. Μέσα σε όλα αυτά δε βρήκε πουθενά την επιθυμία να αγαπήσει ξανά.

Αυτά ήταν τέσσερα κείμενα του Ζαν Σαντέιγ, καλύτερα τέσσερεις αναμνήσεις του Ζαν Σαντέιγ. Ο Μαρσέλ Προυστ βυθίζει τον αφηγητή του στη σύγχυση των αναμνήσεων, εμφανίζει φευγαλέες σκέψεις, αληθινές απολαύσεις και προσπαθεί να κατανοήσει τη ζωή. Αν πούμε πως η πρώτη εμπειρία της ζωής είναι αυτή κατά τον Ηράκλειτο που προσπαθούμε να την αδράξουμε και να τη ζήσουμε, τότε η δεύτερη είναι αυτή που μας επιβάλει να την (ξανα)ζήσουμε μέσω της φαντασίας και της τέχνης. Έτσι δημιουργείται προσωπική και διαχρονική χροιά της ζωής.

Ο Προυστ ασχολήθηκε με το «Ζαν Σαντέιγ» από το 1895 μέχρι το 1900, από αυτό άντλησε και βασικές ιδέες, τοπία, καταστάσεις, ακόμα και ολόκληρη ανάπτυξη θεμάτων που βρίσκουμε στο «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο», ένα βιβλίο που έχει χαρακτηριστεί ως ένα από τα σημαντικότερα του 20ου αιώνα. Όπως λέει και η Λητώ Ιωακειμίδου «ενώ η συμβατική μνήμη κατά τον Προύστ , αγνοεί τις αισθήσεις, εδώ ένα οπτικό ερέθισμα, φέρνει στο φώς έναν ολόκληρο κόσμο, γιατί τον εμπεριέχει ήδη». Όπως τα σύγχρονα μυθιστορήματα έτσι και αυτό πραγματεύεται το χρόνο. Όχι το χρόνο που βρίσκουμε στις παλιές επιστήμες, τον κυκλικό αντιστρέψιμο χρόνο, αλλά το χρόνο κατά τον Μπερξόν βασιζόμενο στη μη αντιστρεψιμότητα, ένα χρόνο ποιοτικά νέο.

Το ύφος που βρίσκουμε στο «Ζαν Σαντέιγ» είναι αντιπροσωπευτικό του συγγραφέα και συμβάλει στην ολοκλήρωση του συγγραφικού του στόχου. Οι άκρως ποιητικές περιγραφές μεταφέρουν τον αναγνώστη στις εικόνες της μνήμης και σε όλους τους τόπους του Ζαν Σαντέιγ.

«Ο Ηλίθιος»: Ο απόλυτος καλός άνθρωπος της εποχής του

Πόσο εύκολο μας είναι να χαρακτηρίσουμε κάποιον “ηλίθιο”, απλά και μόνο επειδή δε σκέπτεται ή δε δρα όπως εμείς; Ακόμα χειρότερα επειδή δεν είναι όπως εμείς, νομίζουμε ότι θα έπρεπε; Στη μακρά διάρκεια της ιστορίας οι ιδιαίτεροι άνθρωποι έχουν αντιμετωπιστεί με διαφορετικό, σκληρό και άσχημο τρόπο.

Ένας τέτοιος άνθρωπος είναι και ο ήρωας του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι στον «Ο Ηλίθιος». Ο αγαθός πρίγκιπας Μίσκιν είναι πολύ έξυπνος με περίσσια ευαισθησία. Ο Μίσκιν ενσαρκώνει τον τέλεια καλό και δίκαιο άνθρωπο της εποχής του, ο οποίος παραμένει δίκαιος στην αδικία, δε θυμώνει με τους άλλους, συγχωρεί χωρίς δεύτερη σκέψη και αγαπά τους ανθρώπους, πόσο μάλλον τα παιδιά (ο ίδιος ομολογεί πως είναι ένα παιδί). Μια τέτοια προσωπικότητα για να παραμείνει έτσι μέσα στην διαφθορά και την αδικία δεν θα μπορούσε παρά να ήταν “ηλίθιος”.

Ο ήρωας μας επιστρέφει από την Ελβετία, όπου είχε πάει για να γιατρέψει την ασθένεια του (ήταν ηλίθιος). Βρίσκεται στη Ρωσία και σύντομα γνωρίζει το στρατηγό Ιβάν Φιοντόροβιτς και την οικογένεια του. Ερωτεύεται την Ναστάζια Φιλίποβνα, που μόνο αυτός διακρίνει την θλίψη στο βλέμμα της και την αγαπά, όπως θα αγαπούσε κανείς ένα μικρό παιδί.

Η ιστορία εξελίσσεται με τέτοιον τρόπο, που η Ναστάζια αφήνει τον πρίγκιπα και εκείνος συνειδητοποιεί τον έρωτα του για την Αγλαΐα Ιβάνοβα κόρη του στρατηγού. Όπως ομολογεί και ο ίδιος, αγαπά και τις δυο αυτές διαφορετικές γυναίκες, με διαφορετικό τρόπο βέβαια την κάθε μια.

«Ο Ηλίθιος» είναι ένα από τα πιο πολυδιαβασμένα βιβλία και μεταφρασμένο σε δεκάδες γλώσσες. Είναι διαχρονικό με πλούσια νοήματα, το περιεχόμενό του είναι κοινωνικό, πολιτικό και θρησκευτικό πολλές φορές δε λείπουν και οι αναφορές για πολλά από τα γεγονότα που σημάδεψαν την τότε Ρωσία. Ο Ντοστογιέφσκι ψυχογραφεί σε βάθος τους ήρωες του, ξεδιπλώνοντας όλες τις πτυχές του χαρακτήρα τους. Εύλογα διαπιστώνουμε, πως δεν τον είχε χαρακτηρίσει άδικα ο Νίτσε ως τον καλύτερο ψυχογράφο.

Το βιβλίο έχει πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία. Ο συγγραφέας, όπως και ο ήρωάς του, ήταν επιληπτικοί. Επίσης, ένα θέμα που πραγματεύεται το βιβλίο, είναι αυτά που νιώθει ο μελλοθάνατος, όταν ξέρει ότι θα πεθάνει και ο Ντοστογιέφσκι είχε καταδικαστεί σε θάνατο και τελευταία στιγμή έλαβε χάρη. Τέλος, όπως λέει και ο ίδιος στο βιβλίο του, προσπαθεί να ανακαλύψει αποχρώσεις με ενδιαφέρον και αποκαλυπτική δύναμη ακόμα και στα “συνηθισμένα” πρόσωπα του έργου του. Κάτι που όπως βλέπουμε το πετυχαίνει άριστα. Όλα αυτά τα γνωρίσματα καθιστούν τον «Ηλίθιο» ένα από τα καλύτερα έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

«Μια ημέρα του Ιβάν Ντενίσοβιτς»: Το Νόμπελ που τάραξε τα λιμνάζοντα ύδατα της Σοβιετικής Ένωσης

Πώς μπορούν να λείπουν από τις βιβλιοθήκες των αναγνωστών τα Νόμπελ; Ένα από αυτά είναι το «Μια ημέρα του Ιβάν Ντενίσοβιτς» του Αλεξάντερ Σολζενίτσιν, το οποίο τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ το 1970. Είναι το πρώτο βιβλίο του συγγραφέα, που με αυτό έγινε παγκόσμια γνωστός.

Πρόκειται για ένα ημιαυτοβιογραφικό μυθιστόρημα καθώς και ο συγγραφέας ήταν 8 χρόνια σε στρατόπεδο εργασίας. Εκδόθηκε με την άδεια του ίδιου του Χρουστσόφ, δεν εκτίμησε όμως σωστά τον κίνδυνο που εγκυμονούσε η έκδοσή του. Οι αναγνώστες έσπευσαν να το προμηθευτούν, γιατί κατάλαβαν, πως σε λίγο καιρό θα απαγορευόταν η κυκλοφορία του.

Μέσα από το βιβλίο έγιναν γνωστές οι συνθήκες που επικρατούσαν στα στρατόπεδα εργασίας, που δεν μπορούσαν να χαρακτηριστούν παρά ως απάνθρωπες. Επίσης, έτσι δόθηκε βήμα σε όλους τους νεκρούς των Σταλινικών στρατοπέδων. Ο Α. Σολζενίτσιν, παρόλο που είναι πολιτικός συγγραφέας τα έργα του δε χάνουν τη λογοτεχνική τους αξία. Πολλοί τον παρομοίασαν με τον Ντοστογιέφσκι, αλλά μάλλον είχε περισσότερα κοινά με τον Τολστόι. Εμπλούτισε τη Ρώσικη γλώσσα και ώθησε άψογα τη λογοτεχνία.

Στο βιβλίο καταγράφεται αναλυτικά μια από τις ημέρες που πέρασε ο Ιβάν Ντενίσοβιτς ή Σουκώβ μέσα σε ένα ειδικό στρατόπεδο εργασίας. Ο Σουκώβ στο στρατόπεδο όπου βρέθηκε με την κατηγορία της προδοσίας, προσπαθεί να διατηρήσει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, κερδίζοντας έτσι την εσωτερική του ελευθερία. Η απανθρωπιά που χαρακτήριζε το σύστημα είναι φανερή στο έργο. Για αυτό και όταν βγήκε στη δημοσιότητα έφερε αμηχανία στους κομμουνιστές ανά τον κόσμο.

Ο Α. Σολζενίτσιν αντιδρά απέναντι στην ανελευθερία και στην δικτατορία του Στάλιν που προφανώς καμία σχέση δεν είχε με αυτήν που προλεταριάτου, η πολιτική του σκέψη και άποψη χρωματίζουν ολόκληρο το ανάγνωσμα.

Πέρα του ότι το βιβλίο είναι ένα σπουδαίο έργο τέχνης και ρίχνει φως σε μια εποχή, για την οποία επικρατούσε μεγάλη παραφιλολογία και ακόμα μεγαλύτερη άγνοια, το βιβλίο μας εντυπωσιάζει και για άλλα, πολύ πιο απλά πράγματα, τα οποία γεννούν εύλογους προβληματισμούς.

Το πιο απλό πράγμα για εμάς, το οποίο θεωρούμε και δεδομένο είναι το φαγητό που μάλλον δεν το εκτιμούμε όσο θα έπρεπε. Ο Ιβάν Ντενίσοβιτς μέσα στο στρατόπεδο έμαθε την αξία που έχει ένα γεύμα και δεν κάνουμε λόγο βέβαια για γκουρμέ πιάτα ή απολαυστικές μερίδες, αλλά για νερόσουπες με λίγη βρώμη και 200 γρ. ψωμί. Η ώρα του φαγητού ήταν η μόνη στιγμή που ένιωθε χαρούμενος και ότι μπορούσε να αντέξει όχι τα δικά μας καθημερινά προβλήματα αλλά πράγματα που αν τα σκεφτούμε τώρα μας φαίνονται αφύσικα και αποτρόπαια. Τότε μόνο ένιωθε ελεύθερος περισσότερο από την εποχή που ήταν πραγματικά ελεύθερος!

«Η Μάνα»: Όλες οι γυναίκες σε ένα πρόσωπο

‘’Μάνα’’ μια λέξη στην οποία αποτυπώνονται τόσες έννοιες. Έχει παρουσιαστεί ως θεά (η μητέρα γη), έχει γεννήσει και έχει μεγαλώσει παιδιά, φροντίζει και νοιάζεται για όλους και για όλα. Μέσα σε αυτή τη λέξη μετουσιώνονται οι γυναίκες ανά τον κόσμο. Για αυτό η Περλ Μπακ δε δίνει όνομα στη ‘’Μάνα’’, κάθε γυναίκα έτσι μπορεί να ταυτιστεί μαζί της.

«Η Μάνα» ένα από τα αριστουργήματα παγκόσμιας λογοτεχνίας, έχει γίνει σύμβολο μητρότητας. Η υπόθεση διαδραματίζεται στην Κίνα, ένα τόπο που η συγγραφέας γνώριζε καλά, καθώς εκεί είχε μεγαλώσει. Έτσι μας δίνει ρεαλιστικά  αποτυπωμένες και αληθινές εικόνες για την εποχή και τη ζωή των χωρικών της Κίνας του 20ου αιώνα.

Μας γνωστοποιεί με αυτό τον τρόπο τις αντιλήψεις που επικρατούσαν. Οι ζωντανοί της ήρωες, της χάρισαν μεγάλη εκδοτική επιτυχία. Η Μπακ καθιστά με ευκολία τους αναγνώστες συμπάσχοντες στους ήρωές της. Η ίδια δεν εκφράζει τη δική της άποψη για τα γεγονότα και αρκείται στο να τα παραθέτει.

Η ‘’Μάνα’’ της Περλ Μπακ είναι ικανοποιημένη με όσα έχει, τα οποία είναι ομολογουμένως λίγα, σχεδόν τα απαραίτητα. Ξυπνάει κάθε μέρα, χαρούμενη που θα ταΐσει τα ζώα, θα πάει στα χωράφια και θα φροντίσει την οικογένειά της, παίρνοντας χαρά από τη δουλειά και από τα παιδιά που γεννάει.

Οι Θεοί όμως, μάλλον ζήλεψαν την ευτυχία της και της στέρησαν τη μια χαρά μετά την άλλη. Ο άντρας της, τον οποίο λάτρευε θα την εγκαταλείψει, αφήνοντας την να τα βγάλει πέρα μόνη της με τρία παιδιά και τη μητέρα του. Η κόρη της θα τυφλωθεί και το μικρό της αγόρι θα το σκοτώσουν εξαιτίας της κουμμουνιστικής του δράσης.

Ακόμα και στο τέλος αυτή η γυναίκα εκτιμά τα δώρα της φύσης και βρίσκει παρηγοριά σε κάθε της δυσκολία. Πόσοι άνθρωποι έχουμε το μεγαλείο να αντλούμε χαρά από το τίποτα; Να μην ποθούμε ότι δεν έχουμε και να είμαστε ευτυχισμένοι για αυτά που έχουμε;

Αυτή η γυναίκα ξεσπά μετά από όσα πέρασε: «Μήπως οι λύπες δεν εξιλεώνουν; Ναι ήμουν γεμάτη θλίψη σε όλη μου τη ζωή, πάντα φτωχή με όλες μου τις λύπες. Όμως οι θεοί δεν ξέρουν από δικαιοσύνη». Ακόμα όμως και μετά από αυτά βρίσκει πάλι τη χαρά στη γέννηση του εγγονού της.

«Ο αγαπημένος»

Οι περισσότεροι έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε άντρες μεγαλύτερους, ακόμα και αρκετά μεγαλύτερους από τις γυναίκες ή τις ερωμένες τους. Δεν τίθεται ζήτημα για την σεξουαλική απελευθέρωση του άντρα, γιατί ουσιαστικά δεν μπορείς να απελευθερώσεις τα «απελευθερωμένα». Τι γίνεται όμως όταν την θέση του άντρα παίρνει μια γυναίκα στη Γαλλία του των αρχών του 20ου αιώνα;

Την απάντηση μας την δίνει η Colette, Γαλλίδα συγγραφέας της κλασσικής Γαλλικής λογοτεχνίας, που ξεχώρισε μεταξύ των συγχρόνων της και τάχθηκε υπέρ της γυναικείας σεξουαλικότητας, αφού επηρεάστηκε  από τα διάχυτα της εποχής φεμινιστικά πιστεύω . Το μυθιστόρημα «ο αγαπημένος» είναι η εύλογη απάντηση στο ποια ήταν η θέση της γυναίκας εκείνης της εποχής.

Το μυθιστόρημα γραμμένο το 1920 πραγματεύεται τη σχέση της Λεά και του κατά πολλά χρόνια μικρότερου της Cheri. Η Λεά ντε Λυνβάλ είναι μια πλούσια γυναίκα που διατηρεί μακροχρόνια σχέση με τον γιο της φίλης της Φρέντ Πελού. Κάποτε όμως ο Cheri  αποφασίζει να παντρευτεί και αναπόφευκτα χωρίζουν . Αυτή βιώνει την απογοήτευση της, δραπετεύοντας από την αστική Γαλλία συντετριμμένη από την συνειδητοποίηση του χαμένου της έρωτα.

Αρκούν όμως λίγοι μήνες γάμου για να καταλάβει ο Cheri πως είχε βρει την ευτυχία στην αγκαλιά της ώριμης Λεά. Μετά την επιστροφή της, πάει να την βρει, στο σπίτι που τον είχε φιλοξενήσει και κακομάθει τόσα χρόνια και τον έκανε όπως έλεγε και η Λεά «αχάριστο μωρό» . Στους μήνες όμως της απουσίας της το «μωρό» μεγάλωσε. Μετά τη συγκινητική σκηνή της επανασύνδεσης ο Cheri καταλαβαίνει πως μαζί της θα είναι πάντα το  «αχάριστο μωρό». Αποφασίζει λοιπόν να γυρίσει στη ζωή που εγκατέλειψε το προηγούμενο βράδυ.

Με γραφή  που ταξιδεύει η Colette  περιγράφει τα ήθη και την κοινωνία της εποχής της, την αντιμετώπιση που είχε μια γυναίκα σαν τη Λεά καθώς και τις σκληρές αποχρώσεις του έρωτα. Το βιβλίο με την κυκλοφορία του δημιούργησε πολλές αντιδράσεις καθώς το θέμα του έρωτα μια γυναίκας με έναν κατά πολύ μικρότερο της άντρα αποτελούσε ταμπού και ήταν κατά της ηθικής της εποχής.

Αυτό που αναλύεται άριστα στο βιβλίο είναι η γυναικεία ψυχοσύνθεση και η αποφασιστικότητα που μπορεί να έχει μια γυναίκα ακόμα και στα 50. Η Λεά παρά το ερωτικό της δράμα δε χάνει την αξιοπρέπεια της και διεκδικεί σε όλη τη διάρκεια του βιβλίου τη δική της ελευθερία χωρίς να υπολογίζει την κοινή γνώμη.