«Η πτώση»: Αλλοτριωμένη κοινωνία ή άνθρωπος;

Μετά το Πάσχα επικρατεί ένα γενικό αίσθημα κορεσμού, πολύ φαγητό, ποτό, ξενύχτι. Οπότε επιβάλεται κάτι που θα σε «ξυπνήσει», που θα σε «ρίξει» από τη μακαριότητα σου και θα σε κάνει να αντιμετωπίσεις ξανά την πραγματικότητα (με ό,τι αυτή περιλαμβάνει). Σε αυτήν την «πτώση» έχεις συνοδηγό τον ήρωα του Άλμπερτ Καμύ, Ζαν-Μπατίστ Κλάμανς, έναν ήρωα της καθημερινότητας, σύγχρονο και τόσο διαχρονικό.

Με το βιβλίο «Η πτώση», ο Καμύ ολοκληρώνει την τριλογία που του χάρισε το βραβείο νόμπελ το 1957, τα άλλα δύο βιβλία είναι «Ο ξένος» ( είναι και το πιο γνωστό) και «Η πανούκλα». Το νόμπελ του Καμύ έχει σχολιαστεί ως η πιο δίκαιη απονομή, καθώς όλοι παραδέχονται, πως η αξία του είναι αναμφισβήτητη. Στα έργα του ασχολείται κυρίως με τον άνθρωπο. Έχει χαρακτηριστεί ως ανθρώπινος συγγραφέας, γιατί γράφει για «τα παθήματα της ψυχής» και για «το παράπονο των εγκλείστων στον εαυτό τους».

Ο (αντί)-ήρωας Ζαν-Μπατίστ, είναι ένας άνθρωπος πλήρως ικανοποιημένος με τον εαυτό του και τη ζωή του. Ένας ευτυχισμένος άνθρωπος, που παίρνει πάντα τη σωστή θέση απέναντι στα πράγματα, υποκριτικός πολλές φορές, που του αρέσει να βρίσκεται σε ψηλά επίπεδα. Όλα αλλάζουν όμως, τη στιγμή που ακούει μια γυναίκα να πέφτει από τη γέφυρα, μένει αμέτοχος θεατής, προσπαθεί να ξεχάσει το περιστατικό και απομακρύνεται.

Αλλάζει επάγγελμα, ζωή, αναζητά αφηρημένες έννοιες και τέλος πιστεύει πως έχει βρει τη «λύση». Μέσα στον ήρωά του, ο Καμύ δημιουργεί ένα ολοκληρωμένο πορτρέτο αντί-ήρωα. Πόσα από αυτά τα στοιχεία δε θα αναγνωρίσεις και εσύ στον εαυτό σου, άλλα καλά κρυμμένα και άλλα επιμελώς αγνοημένα; Όσο ξεδιπλώνεται ο αντί-ήρωας, ξεδιπλώνεις και εσύ κομμάτια του εαυτού σου, ζώντας και εσύ την «πτώση».

Αρχικά θα νιώσεις συμπόνια για το Ζαν-Μπατίστ, ύστερα όμως έρχεσαι αντιμέτωπος με έναν εαυτό και μια ζωή, που προσπαθείς να ξεχάσεις. Βιώνεις και εσύ, όχι μόνο τη δική σου, αλλά και την πτώση ολόκληρης της κοινωνίας. Το α΄ ενικό πρόσωπο του συγγραφέα ηχεί κατευθείαν στην ψυχή σου και σου φωνάζει για τη μοναξιά και την ανία.

Ένας από τους γοητευτικότερους συγγραφείς (μετά τον Τζακ Κέρουακ), σε γοητεύει ακόμα περισσότερο με τη γραφή του, αφού παραθέτει στον αναγνώστη αυτούσια την ψυχολογική ανάλυση του αλλοτριωμένου ανθρώπου, με τους πλαστούς τρόπους να του εγγυώνται την επιτυχία και την αναγνώριση. Μετά από αυτό το βιβλίο λοιπόν, «η πτώση» θεωρείται δεδομένη. Ελπίζω σε ένα καλό ταρακούνημα σε ανθρώπους και κοινωνία.

«Η θεραπεία του Σοπενάουερ»

Μετά το « όταν έκλαψε ο Νίτσε», η αίσθηση που είχα, ήταν πως ήθελα και άλλο! Το πάντρεμα της φιλοσοφία με την ψυχανάλυση, μέσω της λογοτεχνίας, είναι κάτι πραγματικά μαγευτικό. Οπότε άρχισα να ψάχνω ένα βιβλίο στο ίδιο μοτίβο. Δεν άργησα να το βρω στα βιβλία του ίδιου συγγραφέα, Ίρβιν Γιάλομ. Και μάλλον αυτό που βρήκα ήταν ακόμα καλύτερο από το προηγούμενο.

Ο Γιάλομ αυτή τη φορά διάλεξε έναν άλλον πεσιμιστή φιλόσοφο του 19ου αιώνα, που όπως έχει ειπωθεί αν δεν υπήρχε αυτός και το έργο του, ο Νίτσε δεν θα είχε γίνει ο «Αντίχριστος». Το βιβλίο είναι « η θεραπεία του Σοπενάουερ» και όπως είναι αναμενόμενο από τον τίτλο, ο φιλόσοφος που αυτήν την φορά συνδυάζεται με την ψυχανάλυση, είναι ο Άρθουρ Σοπενάουερ.

Στο βιβλίο του για τον Νίτσε, είχε αναλύσει τη σχέση θεραπευτή-θεραπευόμενου, τώρα διαλέγει κάτι πιο σύνθετο, αποφασίζει να μας μυήσει στον κόσμο της ομαδικής ψυχοθεραπείας. Η προσπάθεια του συγγραφέα να διδάξει τους αναγνώστες του, είναι λιγότερο καλυμμένη από κάθε άλλη φορά και το αποτέλεσμα πραγματικά εκπλήσσει. Στο τέλος του βιβλίου, ο αναγνώστης έχει μια ολοκληρωμένη εικόνα για την θεωρία, τις μεθόδους και τα αποτελέσματα της ομαδικής ψυχοθεραπείας.

Η ψυχανάλυση όμως έχει φιλοσοφικές ρίζες, αυτό προσπαθεί να τονίσει και να δείξει και ο Γιάλομ. Οι ρίζες αυτές ανάγονται πρώτα στον Καντ και μετά στον Σοπενάουερ, του οποίου  κομμάτια της  ζωής και του έργου του διαβάζουμε στο βιβλίο του Γιάλομ. Λόγια του φιλοσόφου εισάγουν κάθε κεφάλαιο, υπάρχουν επίσης μερικά κεφάλαια στο βιβλίο που μιλούν για αυτόν. Περιγράφουν τα παιδικά του χρόνια, την σχέση με την μητέρα του και την μετέπειτα πορεία του.

Πως όμως σχετίζεται ο Σοπενάουερ με μια ιστορία που εκτυλίσσεται στην εποχή μας και με την ομαδική ψυχοθεραπεία;  Όταν ο ψυχαναλυτής Τζούλιους μαθαίνει πως έχει καρκίνο και πρόκειται να πεθάνει, άλλο ένα θέμα επομένως  που θίγεται στο βιβλίο είναι ο θάνατος, οι αλλαγές που προκαλεί στη ζωή και πως πρέπει να αντιμετωπίζεται, αποφασίζει να συναντήσει ξανά μερικούς παλιούς του ασθενείς. Επιλέγει τον Φίλιπ, που ήταν από αυτούς που δεν είχε καταφέρει να θεραπεύσει. Τον βρίσκει αλλαγμένο και παραδόξως θεραπευμένο. Πως όμως τα κατάφερε ο Φίλιπ και γιατί άλλαξε τόσο τη ζωή του;

Από τα χείλη του Φίλιπ δε φεύγει το όνομα Σοπενάουερ, αλλάζοντας δουλειά αποφασίζει να σπουδάσει φιλοσοφία, εκεί γνωρίζει τον Σοπενάουερ και μέσα από τα έργα του καταφέρνει να θεραπευτεί. Εκεί βρήκε την λύση και την ανακούφιση που δεν του είχε προσφέρει η ψυχανάλυση και θέλησε αυτό να το μοιραστεί και να προσφέρει και σε άλλους βοήθεια μέσω της φιλοσοφικής συμβουλευτικής. Ζητάει τότε από τον Τζούλιους να γίνει ο επόπτης του. Θα δεχθεί μόνο υπό τον όρο να έρθει στην ομάδα που κάνει ομαδική ψυχοθεραπεία.

Ο Φίλιπ ενώ είχε αντιμετωπίσει το πρόβλημα του μέσω της φιλοσοφίας, δεν είχε καταφέρει να γίνει ανθρώπινος και να δημιουργήσει σχέσεις με άλλους ανθρώπους. Αυτό ο Τζούλιους αποσκοπούσε να θεραπεύσει μέσω της ομάδας του. Για άλλη μια φορά ο Γιάλομ αποδεικνύει πως ξέρει να χειρίζεται πού καλά την πένα του και καθηλώνει τον αναγνώστη με το μυθιστόρημα του.

Κύκλους κάνω κύκλους

Ένα απόγευμα, τέλη Αυγούστου σε μια παραλία χωρίς ξαπλώστρες και μπιτσόμπαρο κάποιος μου μίλησε για κύκλους και μου είπε, ή τέλος πάντων εγώ άκουσα, κάτι σαν : «Να και τώρα εδώ που καθόμαστε ρίξε μια ματιά γύρω σου. Τα βότσαλα, η γραμμή του ήλιου, τα σύννεφα σχηματίζουν κύκλους. Όχι τέλειους κύκλους αλλά σχήματα που είναι πολύ κοντά στο κυκλικό. Η φύση είναι γεμάτη κύκλους. Είναι πολύ λογικό, είναι η φυσική εξέλιξη των πραγμάτων. Μην αναρωτιέσαι, λοιπόν, γιατί και εμείς στη ζωή μας κάνουμε διαρκώς κύκλους.»

Παρά το φυσιολογικό της όλης υπόθεσης, οι κύκλοι στη ζωή έχουν συνδυαστεί με πισωγυρίσματα, εύκολες λύσεις και τελικά αναπόφευκτες επαναλήψεις του ίδιου γλυκού λάθους. Γυρίζουμε σε σίγουρες σχέσεις που μας πλήγωσαν, σε φίλους που μας πρόδωσαν και σε καταστάσεις που η σταθερότητα του παλιού καλύπτει ανακουφιστικά την αβεβαιότητα του νέου, που πιθανότατα θα μας απογοητεύσει και θα μας κάνει ξανά να γυρίσουμε πίσω. Κανείς μας δε θέλει να μένει στάσιμος, αντίθετα θέλουμε να εξελισσόμαστε, να χαράζουμε σταθερές ευθείες, που έχουν τη δυναμική που χρειαζόμαστε για να εκτοξευθούμε μακριά από τους κουραστικούς κύκλους που ζαλίζουν και μπερδεύουν.

Τι γίνεται, όμως, όταν μετά από πολύ περπάτημα, τρέξιμο, jogging και άλλα τέτοια, στις ευθείες που κυνηγάς καταλάβεις ότι βαδίζεις σε μια ευθεία που δεν είναι σαν όλες τις προηγούμενες. Πού βρίσκεται η διαφορά; Μα στο γεγονός ότι έχεις διασχίσει σχεδόν όλη τη διαδρομή και όμως δε θες να φτάσεις στο τέλος της. Επιβραδύνεις το βήμα σου, διώχνεις από το μυαλό σου τη σκέψη ότι έρχεται το τέλος και αποφασίζεις να γυρίσεις λίγα βήματα προς τα πίσω, έτσι για λίγο, για να ξανακάνεις εκείνο το βραδινό μπάνιο (ακόμα και αν όταν βγήκες από τη θάλασσα σχεδόν πέθανες από το κρύο), για να φας ξανά εκείνη τη μακαρονάδα (εντάξει, μακαρόνια ήταν και μπορεί να ήταν και λίγο άβραστα αλλά τόση προσπάθεια έκανε ο άνθρωπος, ποιος νοιάζεται!) για να ξαναβγείς ανακουφισμένος μετά το τελευταίο μάθημα της εξεταστικής ( προφανώς, δεν έχει καμία σημασία που δεν το πέρασες τελικά). Τότε είναι που αξίζει να κάνεις έναν κύκλο. Να φτάσεις στο τέλος και αμέσως μετά να γυρίσεις πάλι στην αρχή.

Γι’ αυτούς τους κύκλους μιλάω. Για τους κύκλους που είναι και λίγο καρμικοί, και δεν εννοώ κάρμα με την έννοια των προηγούμενων ζωών. Βασικά, δεν έχω ιδέα τι είναι πραγματικά το κάρμα. Μιλάω για τις ευθείες που όσο και αν προσπαθείς να φτάσεις στο τέλος τους δεν τα καταφέρνεις γιατί λυγίζεις μαζί τους και ακολουθείς την καμπυλωτή τροχιά τους που σε παρασέρνει. Και από εκεί και πέρα δεν έχεις άλλη επιλογή από το να παραδεχτείς πως στη ζωή κάποιες μόνο φορές μπορεί και αξίζει να κάνεις μικρούς ή μεγάλους κύκλους.

Βάννα Αλεξανδρίδη