Για όλα φταίει ο Άκης;

Τον τελευταίο καιρό ο Άκης Τσοχατζόπουλος έχει επανέλθει στο προσκήνιο. Ζητά την αποφυλάκισή του επικαλούμενος σοβαρά προβλήματα υγείας.

Παρατηρώ ότι υπάρχει κόσμος που τον βρίζει και ζητά να μείνει για πάντα στην φυλακή. Γιατί, όμως, ένα μεγάλο μέρος του λαού να βγάζει χολή εναντίον του σε τόσο μεγάλο βαθμό;

Συμφωνώ ότι έβαλε το χέρι του στο μέλι του δημόσιου χρήματος. Είναι αδίκημα προφανώς. Είναι, όμως, ο μόνος που ευθύνεται για τα δεινά της χώρας μας;

Ο Άκης Τσοχατζόπουλος είναι το εξιλαστήριο θύμα. Ένα βαρύ φορτίο μιας χρεοκοπίας δε μπορούσε να μείνει ατιμώρητο. Ήταν ο εύκολος στόχος. Προφανώς και διέπραξε αδίκημα. Προφανώς και έπρεπε να τιμωρηθεί. Αλλά ο άνθρωπος αυτός στιγματίστηκε τόσο πολύ, λες και ήταν ο μοναδικός υπαίτιος. Μπήκε στην φυλακή αυτός, άρα η διαφθορά πατάχθηκε.

Ο κόσμος είχε και έχει ανάγκη από το να αποδοθούν οι ευθύνες της χρεοκοπίας. Κάποιοι πρέπει να πληρώσουν. Για την χρεοκοπία, όμως, δεν φταίει μόνο ο Άκης.

Υπάρχουν πολλοί Άκηδες που ευθύνονται. Άλλοι περισσότερο και άλλοι λιγότερο, ανάλογα με το πόσες δυνατότητες έχει κάποιος στο να εισέλθει στην διαφθορά και στο μέλι του δημοσίου χρήματος. Πριν ζητήσουμε το κεφάλι του άλλου, ας αναλογιστούμε εμείς οι ίδιοι τι κακό έχουμε κάνει στην χώρα μας.

Γιατί η νοοτροπία μας είναι μεγαλύτερο πρόβλημα από το οικονομικό μας.

Για τον κοινωνικό φιλελευθερισμό

Σε μια όμορφη κοινωνία δεν υπάρχουν διακρίσεις. Σε μια ελεύθερη κοινωνία υπάρχει σεβασμός στην διαφορετικότητα. Πολλοί μπερδεύουν τον κοινωνικό φιλελευθερισμό, θεωρώντας τον ασυδοσία και ελευθερία στα όρια της πλήρους διάλυσης του εθνικού μοντέλου ζωής. Δεν είναι, όμως, έτσι. Πάντα μιλάμε για κράτος δικαίου. Για κράτος κανόνων και αρχών, αλλά με ατομική ελευθερία και πρωτοβουλία. Έχουμε δύο περιστατικά που δείχνουν σημάδια μιας συντηρητικής κοινωνίας. Αυτό της εισόδου μελών κόμματος σε σχολείο στο Πέραμα για να διαμαρτυρηθούν για την ενσωμάτωση των παιδιών των προσφύγων και αυτό της δήλωσης πολιτικού ότι οι ομοφυλόφιλοι είναι μια ασθένεια κολλητική.

Δεν γίνεται να εισβάλεις σε χώρο εκπαίδευσης επειδή διαφωνείς με κάτι. Προφανώς και υπάρχουν προβλήματα με την ενσωμάτωση των παιδιών, είτε μαθησιακά είτε υγειονομικά, αλλά τα πάντα λύνονται με μέριμνα και διάλογο. Ο άκριτη διαφωνία στα όρια της επιθετικότητας είναι προφανώς σημάδια ρατσισμού και έλλειψης κοινωνικού φιλελευθερισμού.

Δεν γίνεται να θεωρείς άρρωστους ανθρώπους με διαφορετική σεξουαλική προτίμηση. Ίσως να θεωρούνταν κάποτε, λόγο έλλειψης γνώσεων. Σήμερα, όμως, είναι αδιανόητο. Με την ίδια λογική, δηλαδή, να θεωρούμε άρρωστο οποιονδήποτε ανήκει σε οποιαδήποτε μειονότητα.

Καλώς ή κακώς υπάρχουν άνθρωποι γύρω μας με ιδιαιτερότητες, που δεν είναι πλειοψηφία. Όμως, ζουν και υπάρχουν. Δεν είναι κάτι άρρωστο. Ίσως είναι διαφορετικό, αλλά το διαφορετικό δεν είναι πάντα υποδεέστερο.

Ο Γιάννης και ο επιλεκτικός μας θαυμασμός

Τις τελευταίες μέρες ο Έλληνας μπασκετμπολίστας Γιάννης Αντεντοκούνμπο βρίσκεται στο επίκεντρο της επικαιρότητας. Αφενός, είναι από τα φαβορί για να συμμετάσχει στο All star game του πρωταθλήματος του NBA αφετέρου υπέγραψε αυτόγραφα σε Έλληνες φιλάθλους, αρνούμενος μάλιστα να υπογράψει πάνω στην ελληνική σημαία. Οι εκδηλώσεις θαυμασμού είναι μεγάλες. Είναι ο Γιάννης. Ο δικός μας Γιάννης. Ο Έλληνας.
Ο Αντεντοκούνμπο του NBA είναι ο Έλληνας, ο πατριώτης, ο Γιαννάρας. Ο Αντεντοκούνμπο του πλυντηρίου αυτοκινήτων είναι ο αράπης, είναι ο ‘να γυρίσει στη χώρα του’. Βλέπετε, υπάρχει μια επιλεκτική εκδήλωση θαυμασμού. Έχουμε μάθει να σεβόμαστε την εξουσία, που τυχόν να έχει κάποιος, και όχι τον ίδιο τον άνθρωπο.
Θαυμάζουμε τον Γιάννη επειδή έγινε αστέρας του NBA, λόγω του ταλέντου του. Ο Γιάννης, όμως, κάποτε ζούσε στα Σεπόλια. Τότε δεν ήταν τίποτα, παρά ένα παιδί με όνειρα. Αυτοί που τώρα φουσκώνουν εθνική περηφάνια, είναι και αυτοί που τότε καταψήφιζαν τον νόμο για την ιθαγένεια.
Άνθρωποι ξενόφοβοι και συντηρητικοί. Τέτοιοι άνθρωποι εντός και εκτός κοινοβουλίου. Συντηρητικά κόμματα που κραυγάζουν βγάζοντας άνευ αιτίας εθνικούς λόγους και πολίτες φοβισμένοι για το διαφορετικό. Σίγουρα ελλοχεύουν κίνδυνοι. Η τρομοκρατία και η εγκληματικότητα υφίσταται. Όμως, τις περισσότερες φορές υπάρχουν στο άτομο και όχι στην εθνικότητα ή στο χρώμα. Είναι στοιχεία που δεν γεννιούνται, αλλά καλλιεργούνται. Μαντέψτε ποια είναι η καλύτερη λύση για να μην καλλιεργηθούν.

Λαϊκισμός και ατολμία: Τα δύο κακά της πολιτικής

Ο ΣΥ.ΡΙ.ΖΑ αποφασίζει να δώσει ένα εφάπαξ επίδομα στους συνταξιούχους τα Χριστούγεννα και αυτό είναι αρκετό για να ξεσπάσει και πάλι πολιτικός πόλεμος. Τόσο στα ελληνικά κόμματα, όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο υπάρχουν θέσεις υπέρ και κατά αυτού του εγχειρήματος. Στην Ελλάδα, πάντως, τα δύο μεγάλα κόμματα που διεκδικούν την εξουσία δείχνουν σημάδια μιας παλιάς Ελλάδας. Μιας Ελλάδας που πρέπει να αφήσουμε πίσω μας. Ενός παλαιοκομματισμού που παρόλο δεν θέλουμε να υπάρχει, φαίνεται ότι είναι ακόμη εδώ.

Από την μία ο ΣΥ.ΡΙ.ΖΑ δίνει ένα επίδομα, χωρίς να ενημερώσει τους εταίρους και τους θεσμούς, θέλοντας να δείξει ότι είμαστε ανεξάρτητη χώρα. Προφανώς και είμαστε. Αλλά όταν βρισκόμαστε σε ένα πρόγραμμα δανειοδότησης, μάλλον χρειάζεται να ενημερώνουμε για τις δαπάνες μας. Επίσης, τα χρήματα αυτά ίσως να μπορούσαμε να τα διανείμουμε καλύτερα. Σε ανέργους και σε νέους ανθρώπους. Το ζητούμενο στην Ελλάδα δεν είναι μόνο να έχει καλή σύνταξη ο παππούς, αλλά κυρίως να έχει δουλειά με υψηλό μισθό το εγγόνι. Οι συνταξιούχοι είναι μια κοινωνική ομάδα που δεν παράγει στην κοινωνία. Το βάρος πρέπει να δοθεί στους νέους επιστήμονες και στον ιδιωτικό τομέα. Αυτοί παράγουν και από αυτούς θα έρθει η οποιαδήποτε ανάπτυξη.

Από την άλλη, η Ν.Δ  που φοβάται να εκφράσει την άποψή της. Επιλέγει το ΠΑΡΩΝ σε μία ψηφοφορία, όντας κόμμα εξουσίας. Αν φοβάται το πολιτικό κόστος σε μία ψηφοφορία και δεν παίρνει ξεκάθαρη θέση, μπορούμε να της εμπιστευτούμε την διακυβέρνηση της χώρας και να κάνει ριζικές μεταρρυθμίσεις στο κράτος; Αν φοβάται το πολιτικό κόστος σε μία ψηφοφορία, σημαίνει ότι, ούσα φοβισμένη, θα δειλιάσει μπροστά σε οποιαδήποτε αλλαγή και μεταρρύθμιση.

Λαϊκισμός από την μία, ατολμία από την άλλη. Πάντα αυτά ήταν τα αγκάθια στην ελληνική πολιτική. Άνθρωποι που έταζαν, δημαγωγούσαν και μοίραζαν ψεύτικο πλούτο και άνθρωποι που φοβόντουσαν να εκφέρουν την γνώμη τους μήπως και κακοχαρακτηριστούν από τον κόσμο. Τελικά, προτιμάμε τα όμορφα ψέματα παρά τις σκληρές αλήθειες.

Μαμά, ήρθαν οι Τούρκοι

Σε μια Ελλάδα που αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα και προσφυγικές ροές, προστέθηκε ένα επιπλέον πρόβλημα. Οι διεκδικήσεις της Τουρκίας. Διεκδικήσεις που λίγο-πολύ είναι πάγιες, απλά τώρα τονίστηκαν περισσότερο δια στόματος Ερντογάν. Η Ελλάδα δεν έχει να φοβηθεί τίποτα, παρόλες τις φωνές που υπάρχουν. Υπάρχει Ευρωπαϊκή Ένωση και Διεθνές δίκαιο.

Τα σύνορα της Ελλάδας, λοιπόν, δεν είναι απλώς τα σύνορα του συγκεκριμένου κράτους ονόματι Ελλάς, αλλά είναι ταυτόχρονα τα ευρωπαϊκά σύνορα. Η Ελλάδα δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να μπει σε μια διαδικασία διμερών επαφών με την Τουρκία. Πρέπει να υψώνεται μπροστά πάντα το τείχος που λέγεται Ευρωπαϊκή Ένωση. Υπό αυτή την λογική δεν τίθεται καμία περίπτωση αμφισβήτησης και διεκδίκησης. Η Τουρκία μπορεί να φωνάζει όσο θέλει, όμως υπάρχει μία σταθερά. Υπάρχουν διεθνές δίκαιο και διεθνείς κανόνες και τα σύνορα είναι καθορισμένα.

Από την άλλη, προφανώς και η κυβέρνηση Ερντογάν γνωρίζει πολύ καλά πως δε μπορεί να αξιώσει κάτι από αυτά που λέει. Ο σκοπός είναι διπλός. Αφενός να συντηρεί μία κατάσταση και σε περίπτωση διάλυσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης να μπορεί να διεκδικήσει με καλύτερες προοπτικές και από την άλλη ο Ερντογάν προσπαθεί να παρουσιαστεί ως ηγέτης και να κατευθύνει τον τουρκικό λαό. Πάντα τα εθνικά θέματα και τα εθνικιστικά παραληρήματα ήταν σαγηνευτικά για μερίδες λαών. Ειδικά μετά την απόπειρα πραξικοπήματος και τις χιλιάδες φυλακίσεις από τον Ερντογάν, ο ίδιος επιδιώκει να γίνει ηγέτης στα μάτια του λαού του.

Το σίγουρο είναι ένα. Η Τουρκία είχε και θα έχει αξιώσεις από την Ελλάδα. Πάντα θα θέλει να κερδίσει κάτι από το Αιγαίο. Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να μπει σε κανένα παιχνίδι της Τουρκίας. Γιατί όσο το συζητάει, τόσο αμφισβητείται και αναπαράγεται. Η Τουρκία πρέπει να μιλάει με την Ευρωπαϊκή Ένωση και να της δίνονται απαντήσεις μέσω Διεθνούς δικαίου. Γιατί οι εθνικές διεκδικήσεις είναι για τους εθνικιστές και ο εθνικισμός είναι το προσάναμμα για τις πολεμικές συρράξεις.

Ελληνοαμερικανική τρέλα

Επίσκεψη Ομπάμα στην Αθήνα και αναμφίβολα πρόκειται για μία πολύ σημαντική επίσκεψη δεδομένων των συνθηκών της χώρας και του γεγονότος ότι Αμερικανός πρόεδρος είχε να έρθει στην Ελλάδα από την εποχή Κλίντον το 1999. Η κυβέρνηση Τσίπρα έδωσε το βάρος της επίσκεψης στο να υπάρξουν εξαγγελίες σχετικά με τη ρύθμιση χρέους. Είναι για την κυβέρνηση ένα ζήτημα πρώτης τάξεως. Την τελευταία εβδομάδα, όμως, υπήρξαν γεγονότα τρέλας προερχόμενα από πολλές και διαφορετικές μεριές. Μέρες Ομπάμα, εκλογών, πολυτεχνείου, αλλά και γενικότερης τρέλας.

Οι Η.Π.Α  έβγαλαν επόμενο πρόεδρο τον Τράμπ, όμως στους δρόμους των Η.Π.Α υπάρχουν πορείες και διαμαρτυρίες, γιατί δεν τον θέλουν. Ταυτόχρονα, στην Ελλάδα θεωρούμε ότι μόνο εδώ έχουμε διαμαρτυρίες και τυχόν επεισόδια και ότι σε όλες τις άλλες χώρες του δυτικού κόσμου επικρατεί η τάξη.

Έρχεται ο Ομπάμα και ασχολούμαστε με το ότι ο Τσίπρας έβαλε τα χέρια στις τσέπες ή ότι δε ξέρει να σταθεί και να κινηθεί στο χώρο. Προφανώς και μετράνε τα πάντα και είμαι υπέρ της καλής αισθητικής και εμφάνισης, όμως παρατήρησε κανείς τα λάθη του Ομπάμα και τα δικά του χέρια στις τσέπες; Αλήθεια αν είχαμε ανάπτυξη, υψηλούς μισθούς και κανένα απολύτως οικονομικό πρόβλημα, θα κριτικάραμε την εμφάνιση και τις κινήσεις του Τσίπρα; Αν ο Τσίπρας ήταν Ρώσος πρωθυπουργός, μήπως τον θαυμάζαμε κιόλας επειδή είναι χύμα και ξεχωριστός;

Μπαίνει στο νοσοκομείο με σοβαρό πρόβλημα πρώην βουλευτής κι εμείς δείχνουμε ευαισθησία με κριτήριο αν συμφωνούμε ή όχι με την ιδεολογική του θέση. Το γεγονός ότι είναι απλά ένας άνθρωπος δεν μας περνάει από το μυαλό;

Γίνονται επεισόδια στο πολυτεχνείο και βρίζουμε τον Σύριζα που ανέχτηκε την κατάσταση αυτή. Δηλαδή παλαιότερα με κυβερνήσεις ΠΑΣΟΚ και Ν.Δ δεν γινόντουσαν επεισόδια τέτοια μέρα; Βρίζουμε τους μετανάστες που ενεπλάκησαν στα επεισόδια με την δικαιολογία ότι αυτοί τα προκαλούν. Δηλαδή πριν 10-20 χρόνια που δεν υπήρχαν μετανάστες ή υπήρχαν σε μικρό αριθμό, δεν γινόντουσαν επεισόδια;

Τελικά, πάντα κάποιος μας φταίει. Πάντα θέλουμε να έχουμε έναν αντίπαλο. Κάποιον να βρίζουμε. Να συνεργαστούμε σε αυτή τη χώρα δεν το έχουμε σκεφτεί ακόμα.

Στο δρόμο για την νεοπολίτευση: Χτίζοντας μια νέα πολιτική κουλτούρα

Τις προηγούμενες μέρες, γιορτάσαμε την επέτειο της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, ενός γεγονότος-ορόσημου στην σύγχρονη ελληνική ιστορία. Ουκ ολίγες φορές, το ιστορικό αυτό γεγονός έχει παρερμηνευθεί, διαστρεβλωθεί και προσφερθεί για να εξηγηθούν οι παθογένειες του σήμερα. Φράσεις όπως <<η γενιά του Πολυτεχνείου που κατέστρεψε την Ελλάδα>> έγιναν σύνθημα και ρίζωσαν στην συνείδηση αρκετών συμπολιτών μας. Πράγματι, μερικοί εξ’ όσων μετείχαν στην εξέγερση του Πολυτεχνείου, εξαγόρασαν τα ιδανικά τους, χτίζοντας πολιτικές καριέρες και συμβάλλοντας στην οικοδόμηση του πελατειακού κράτους. Τούτο, όμως, αφενός δεν αναιρεί την τότε δράση τους και αφετέρου δεν καταργεί την ιστορική σημασία της εξέγερσης.

Σε διάφορες συζητήσεις που αφορούν την ερμηνεία των γεγονότων της εποχής, τα πολιτικά πάθη φουντώνουν ένθεν και ένθεν. Υπερβολές, μεγαλοστομίες, ταμπέλες ενσπείρουν ολοένα και περισσότερο την διχόνοια. Ο μετεμφυλιακός πολιτικός λόγος παίρνει σάρκα και οστά , τα φαντάσματα του παρελθόντος <<ανασταίνονται>> και ο κίνδυνος της επανάληψης του αλληλοσπαραγμού <<ζωντανεύει>>.

Ύστερα από την έλευση της μεταπολίτευσης και την επάνοδο της πολιτικής ομαλότητας , υπήρχε η πεποίθηση πως τα πολιτικά πάθη κατασιγάστηκαν και πως ο ελληνικός λαός πορευόταν ενωμένος για την δημιουργία ενός σύγχρονου κράτους, την σταθεροποίηση των θεσμών και την επίτευξη κοινωνικοοικονομικής ανάπτυξης. Βέβαια, οι μνήμες ήταν νωπές και τα πολιτικά πάθη υπέβοσκαν. Αφ’ης στιγμής, ένας μεγάλος πολιτικός χώρος εν Ελλάδι τελούσε επί 30 χρόνια υπό διωγμόν, μπορεί εύκολα να εξηγηθεί η επονομαζόμενη <<ιδεολογική ηγεμονία της Αριστεράς>> από το ‘74 και έπειτα, όταν νομιμοποιήθηκε πλέον η δράση των κομμουνιστικών και αριστερών κομμάτων. Οι διηγήσεις για τα εγκλήματα των δύο αντιμαχόμενων πλευρών, τις αδικίες, τις διώξεις, τους βασανισμούς μεταφέρονται από γενιά σε γενιά, εμποτίζοντας με μίσος και φανατισμό τους νέους ανθρώπους. Έπειτα από μισό αιώνα, η καθημερινή πολιτική αντιπαράθεση στην Ελλάδα του 21ου αιώνα τείνει να μοιάσει με εκείνη του 1950, αφού μόνον οι αναφορές σε <<εθνικόφρονες>> και <<αντιφρονούντες>> λείπουν.

Συχνά, πολλοί άνθρωποι της γενιάς μας αναπαράγουν τον διχαστικό πολιτικό λόγο, τροφοδοτώντας με την σειρά τους την διχόνοια. Αποδεσμευμένοι από φανατισμούς, εμπάθειες, πολιτικά πάθη κατορθώνουμε να διαμορφώσουμε αντικειμενική κρίση για τα ιστορικά γεγονότα. Κατά τον ίδιο τρόπο, οφείλουμε να αξιολογήσουμε και το σήμερα, πέρα και πάνω από διχαστικές ετικέτες (Δεξιά-Αριστερά), υπερβαίνοντας τον αναχρονιστικό μετεμφυλιακό πολιτικό λόγο, καλλιεργώντας την συναίνεση και προτάσσοντας την ενότητα του ελληνικού λαού.

H μεταπολίτευση έκλεισε τον ιστορικό της κύκλο το 2009. Στην περίοδο κρίσης που διάγουμε, είναι επιτακτική η ανάγκη για την ανασυγκρότηση του πολιτικού συστήματος, την έλευση μιας νέας μεταπολίτευσης, της νεοπολίτευσης, ως είθισται να λέγεται. Η νεοπολίτευση προϋποθέτει την αλλαγή πολιτικής κουλτούρας , ένα σύνολο δηλαδή νέων, συναινετικών αξιών που θα νοηματοδοτήσουν την πολιτική του αύριο στην χώρα μας. Η γενιά μας οφείλει να πρωταγωνιστήσει στην νέα εποχή που διανοίγεται, αφήνοντας την απάθεια, υπερβαίνοντας τα μίση του παρελθόντος  και συνδιαμορφώνοντας την νέα κουλτούρα.

Οι προαναφερόμενες προτροπές μπορεί να φανούν σε πολλούς ρομαντικές ή ουτοπικές. Ο ρομαντισμός, όμως, διακατείχε και όλους εκείνους που κατόρθωσαν να αλλάξουν τον ρου της ιστορίας, συμπεριλαμβανομένων και των νέων αγωνιστών του Πολυτεχνείου. Kαλούμαστε να υπερασπιστούμε τα κεκτημένα των αγώνων του 20ου αιώνα στο κοινωνικό-εργασιακό πεδίο και να διατυπώσουμε προτάσεις με σκοπό την εμβάθυνση της φιλελεύθερης πολιτείας και την πραγμάτωση της δημοκρατικής αρχής. Δεν υπάρχει τέλος στις δημοκρατικές διεκδικήσεις, ούτε  επήλθε το <<τέλος της ιστορίας>>. Για να γυρίσει ο ήλιος, λοιπόν, θέλει δουλειά πολλή, όπως θα μας έλεγε ο Οδυσσέας Ελύτης.

Ακροβατώντας μεταξύ νομιμότητας και συριζαίου παραλογισμού

Η χθεσινή απόφαση του ΣτΕ που έκρινε ως αντισυνταγματικό το νόμο Παππά ερμηνεύθηκε ως νίκη της Δημοκρατίας και της Δικαιοσύνης από τα κόμματα της αντιπολίτευσης.

Βάσει των διδαγμάτων της κλασσικής πολιτειολογίας και των καθοριστικών γνωρισμάτων που συνθέτουν την φιλελεύθερη συνταγματική τάξη, μπορεί πράγματι η ετυμηγορία των δικαστών να νοηθεί ως μια άμυνα του κράτους δικαίου, της πολυφωνίας και της ελευθερίας της πληροφόρησης ενάντια στην χειραγώγηση των μέσων ενημέρωσης που επιχειρούν οι κυβερνητικοί ιθύνοντες. Τούτο, όμως, δεν αρκεί για την υπεράσπιση και συνακόλουθα την πραγμάτωση της δημοκρατικής αρχής.

Ύστερα από την δημοσίευση της απόφασης, η συριζαία «αριστερή» κυβέρνηση έσπευσε να διαφυλάξει το αυταρχικό της προφίλ, διαβεβαιώνοντας ότι θα καταστρατηγήσει εκ νέου το Σύνταγμα, φέροντας προς ψήφιση έναν νέο νόμο Παππά, που θα πλήττει εξίσου την πολυφωνία και τον πλουραλισμό.

Επιπροσθέτως, κατά παράβαση της διάκρισης των εξουσιών, προέβη σε μια άνευ προηγουμένου εκβιαστική επίθεση ενάντια στην ελληνική δικαιοσύνη, κηρύσσοντας τον «πόλεμο» με τους δικαστικούς λειτουργούς δια στόματος Πολάκη.

Είναι πλέον πασιφανές πως η φιλελεύθερη συνταγματική τάξη διέρχεται μια σοβαρή κρίση στην χώρα μας. Σε αυτό το σημείο, οφείλουμε να υπενθυμίσουμε στους κυβερνώντες την αλφάβητο του Συνταγματικού Δικαίου και της Πολιτικής Επιστήμης, όσα δηλαδή διδαχθήκαμε στο πρώτο έτος.

Η αρχή του κράτους δικαίου, ως συστατικό γνώρισμα της φιλελεύθερης «δημοκρατίας» δυτικού τύπου επιτάσσει την τήρηση της νομιμότητας. Βάσει της δικαιοκρατικής αρχής, το Σύνταγμα ως ο θεμελιώδης νόμος με αυξημένη τυπική ισχύ, παράλληλα με την κατοχύρωση των ελευθεριών, θέτει περιορισμούς στην ελεύθερη δράση των ατόμων, όταν αυτή αντίκειται στην νομιμότητα.

Η φιλελεύθερη συνταγματική θεωρία υποστηρίζει το εξής: «Ότι δεν απαγορεύεται από το δίκαιο, επιτρέπεται. Από την αρχή της νομιμότητας δεν εξαιρείται η δράση της κρατικής εξουσίας, με την διαφορά ότι το κράτος σε όλες τους τις εκφάνσεις λειτουργεί ως «θεματοφύλακας» της νομιμότητας, διαθέτοντας το μονοπώλιο του έννομου καταναγκασμού».

Η κρατική εξουσία μπορεί να λειτουργήσει μόνον εντός των ορίων που θέτει το Σύνταγμα, απέχοντας από τις επεμβάσεις στην ιδιωτική σφαίρα των πολιτών.

Οι πράξεις της εξουσίας περιορίζονται και από τον έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων. Ο έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων διενεργείται από την δικαιοσύνη και αποσκοπεί τόσο στην δέσμευση του νομοθέτη έναντι του κράτους δικαίου, όσο και στην τήρηση της συνταγματικής νομιμότητας.

Το τρίγωνο της διαπλοκής που διείπε την μεταπολιτευτική ζωή της χώρας δεν αντιμετωπίζεται με την άσκηση περιορισμών στην ελευθερία της ενημέρωσης και την παράκαμψη της συνταγματικής νομιμότητας. Πολλώ δε μάλλον, δεν «χτυπάται» με την εγκαθίδρυση μιας νέας διαπλοκής που αποσκοπεί στον αυταρχικό έλεγχο του ραδιοτηλεοπτικού τοπίου, την χειραγώγηση της πληροφόρησης και κατ’ επέκταση της ελληνικής κοινωνίας.

Ας μην λησμονούμε πως πολιτειακό πρότυπο του πρωθυπουργού Α.Τσίπρα αποτελεί η Μπολιβαριανή «Δημοκρατία» του αειμνήστου προέδρου Τσάβες στην Βενεζουέλα, η οποία κατατάσσεται στην 164η θέση σε σύνολο 195 χωρών, ως προς τον δείκτη της ελευθερίας του τύπου.

Καταλήγοντας, η χθεσινή απόφαση του ΣτΕ προκάλεσε πολιτική θύελλα. Βέβαια, ο συριζαίος παραλογισμός δεν δαμάζεται εύκολα, καθώς η εξουσιομανία και ο τυχοδιωκτισμός της παρούσας κυβέρνησης δεν της αφήνει περιθώρια συμμόρφωσης με το κράτος δικαίου.

Θα βιώσουμε κι άλλα πολιτειακά παράδοξα, τα οποία θα μας υπενθυμίζουν την αυταρχική ροπή της εκάστοτε εξουσίας, που αυτοαποκαλείται «δημοκρατική», δίχως να σέβεται τις θεμελιώδεις διατάξεις του Συντάγματος.

Η ανάπτυξη έχει διττή έννοια

Ακούμε τον τελευταίο καιρό ότι έρχεται η ανάπτυξη ή το πότε θα έρθει η ανάπτυξη. Λογικό είναι. Ο κόσμος επιδιώκει, όπου και όπως και αν ζει,  να βρει το κάτι καλύτερο. Τι είναι, όμως, η ανάπτυξη και πότε θα έρθει στην πραγματικότητα;

Η κυβέρνηση, και η κάθε κυβέρνηση, θεωρεί ότι ανάπτυξη είναι οι αριθμοί. Ισοσκελίζουμε τον προϋπολογισμό μας ή καταφέρνουμε και έχουμε κάποια πλεονάσματα ή φτάνουμε το πλεόνασμα στο 3% και βγαίνουμε στις αγορές, άρα έχουμε ανάπτυξη. Από την μία σκοπιά, ναι, με αυτές τις προϋποθέσεις, μπορούμε να πούμε ότι έχουμε κάποιου είδους ανάπτυξη. Όμως, αυτό είναι αρκετό;

H πραγματική ανάπτυξη είναι αυτή που γίνεται αντιληπτή από τον μέσο άνθρωπο. Από τον εργαζόμενο, από τον μισθωτό, από τον συνταξιούχο. Σίγουρα, και η τεχνητή ανάπτυξη, με την προσπάθεια δημοσιονομικής προσαρμογής είναι μία απαραίτητη διαδικασία, όμως είναι μία τεχνητή ανάπτυξη ή καλύτερα μια ανάπτυξη που αφορά τους αριθμούς. Ο κόσμος δεν την καταλαβαίνει, γιατί αντιλαμβάνεται την ανάπτυξη μόνο όταν αυτή προσαρμόζεται με την τσέπη του.

Ανάπτυξη, λοιπόν, δεν έρχεται επειδή μπορεί να έχουμε κάποιο πλεόνασμα, μέσω της λιτότητας που ακολουθούμε ως πολιτική. Ανάπτυξη θα έχουμε μόνο όταν δημιουργήσουμε πλούτο μέσω της επιχειρηματικότητας και της επενδυτικότητας και αυτή η ανάπτυξη να γίνει αντιληπτή στην τσέπη του κόσμου. Μόνο τότε θα έχουμε πραγματική ανάπτυξη. Το πώς μπορεί να δημιουργηθεί αυτός ο πλούτος είναι μια άλλη συζήτηση.

Τράμπ-Χίλαρι, όπως Τσίπρας-Μητσοτάκης

Εκλογές έρχονται στις Η.Π.Α με τους Τράμπ και Χίλαρι να διεκδικούν την προεδρία. Μια θέση, αυτή του πλανητάρχη, που χρειάζεται έναν άνθρωπο που να μπορεί να αντιμετωπίσει τα μεγάλα προβλήματα. Έναν μετριοπαθή και συνάμα αποφασιστικό. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν φαίνεται να αποδίδεται στην κοινή γνώμη για κάποιον από τους υποψηφίους. Οι περισσότεροι, θεωρούν και τους δύο μέτριους , έως λίγους, τόσο ως πολιτικούς, όσο και ως ανθρώπινες προσωπικότητες. Η επιλογή, όπως φαίνεται, θα γίνει όχι με κριτήριο το ποιος είναι καλύτερος, αλλά το ποιος είναι λιγότερο κακός.

Κάτι ανάλογο φαίνεται να συμβαίνει και στην Ελλάδα. Τσίπρας και Μητσοτάκης είναι οι δύο μεγάλοι αντίπαλοι, όμως κανένας δεν αποτελεί κάποια ιδανική επιλογή. Μεγάλες μερίδες ανθρώπων βρίσκουν πολλά αρνητικά και στους δύο. Είτε ως πολιτικοί, είτε ως προσωπικότητες, είτε με βάση την ιστορία και το παρελθόν που έχουν, κανένας και κυρίως το κόμμα κανενός δε μπορεί να δώσει την απαραίτητη ώθηση που χρειάζεται η Ελλάδα σε κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο.

Είναι αλήθεια ότι χωλαίνουν. Σε θέματα πολιτικής, καθώς λογομαχούν με ανταλλαγή ύβρεων και χαμηλού επιπέδου επιχειρήματα. Διχάζουν τον κόσμο. Φοβούνται και οι δύο τις μεγάλες αλλαγές και μεταρρυθμίσεις. Φοβούνται το πολιτικό κόστος. Έχουν διαφορές είναι η αλήθεια, αλλά από την άλλη ακούγονται από το στόμα τους μερικές αλήθειες και ορισμένα σοβαρά πράγματα. Όμως κάτι λείπει. Είναι αυτό που σε κάνει να ψηφίζεις όχι τον καλύτερο, αλλά τον λιγότερο κακό. Είναι αυτή η λεπτή γραμμή που χωρίζει τις δύο περιπτώσεις.

Όμως στην Ελλάδα, όπως και σε όλο τον κόσμο, πρέπει να επιδιώκεται το καλύτερο. Πρέπει να επιδιώκεται η πολιτική και οι πολιτικοί που συμφέρουν όλους, και όχι μεμονωμένα κάποιες κοινωνικές ομάδες. Γιατί το μέτριο είναι για τους μέτριους.

 

Δυστυχώς επτωχεύσαμεν;

Χαμηλό επίπεδο στην βουλή. Τσίπρας και Μητσοτάκης εξαπολύουν επιθέσεις ο ένας στον άλλον με φράσεις δημοτικού σχολείου. Κόμματα και άνθρωποι μέσα στη βουλή, με ελάχιστες εξαιρέσεις, που δεν έχουν να πουν τίποτα. Ο Ερντογάν αμφισβητεί τα ελληνικά νησιά και η αντίδραση είναι μηδαμινή. Άνθρωποι που θα βρίσουν τους κακούς ξένους, που θα βρίσουν του πρόσφυγες, που θα παρκάρουν μπροστά από ειδικά διαμορφωμένη ράμπα για Α.Μ.Ε.Α. Άνθρωποι που θα πετάξουν με μεγάλη ευκολία στο δρόμο ένα χαρτί ή ένα μπουκάλι.

Πτώχευση πολιτική. Πτώχευση κοινωνική. Περί τέτοιου είδους πτώχευσης πρόκειται. Γιατί τα οικονομικά προβλήματα ή οι οικονομικές δυσκολίες δεν συνεπάγονται πολιτική και κοινωνική κατάρρευση. Ζητείται έμπνευση, ζητείται ελπίδα. Θεωρούμε Ευρώπη και πολιτισμό μόνο τα χρήματα. Έχουμε οικονομικά προβλήματα, άρα φταίνε οι κακοί ευρωπαίοι. Όμως, Ευρώπη, με την έννοια του πολιτισμού, σημαίνει προτάσεις και καινοτόμες θέσεις μέσα στο κοινοβούλιο. Σημαίνει συνεργασία και διάλογος και όχι διχόνοια και ύβρεις. Σημαίνει επιστήμη και τεχνολογία. Σημαίνει σεβασμός στο περιβάλλον, σεβασμός σε οποιαδήποτε μειονότητα μέσα στην κοινωνία.

Όλα αυτά δεν έχουν σχέση με την υπερφορολόγηση. Ούτε με τις επενδύσεις ή το κόψιμο των μισθών. Είναι κάτι ανώτερο. Κάτι που σε κάνει να ξεχωρίζεις προς το καλύτερο από χώρες του τρίτου κόσμου. Τα οικονομικά προβλήματα έρχονται και παρέρχονται. Σίγουρα είναι πολύ σημαντικό, όμως μην επιτρέψουμε μία πολιτική και κοινωνική πτώχευση. Γιατί εκεί δεν θα υπάρχει επιστροφή.

 

 

Δόλος ή αυταπάτη; Οι ερμηνείες για την μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ

Το 2012, η εντυπωσιακή άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ στο πολιτικό προσκήνιο προκάλεσε ιστορικές ανακατατάξεις στο ελληνικό κομματικό σύστημα.

Οι διπλές εκλογές του 2012 σήμαναν το τέλος του  παραδοσιακού δικομματισμού και εδραίωσαν την νέα διαιρετική τομή «Μνημόνιο-Αντιμνημόνιο» που διέπει το πολιτικό γίγνεσθαι της Ελλάδας.

Αξίζει να μνημονευθεί, ότι τον Μάιο του 2012, τα ποσοστά των παραδοσιακών κομμάτων εξουσίας δεν υπερέβησαν αθροιστικά το ποσοστό 31%.

Έκτοτε, ο ΣΥΡΙΖΑ, υιοθέτησε πλήρως την αντιμνημονιακή γραμμή τόσο σε επίπεδο προγραμματικού πολιτικού λόγου, όσο και σε επίπεδο πολιτικής ρητορικής.

Κατόρθωσε να συσσωρεύσει την ήδη εκπεφρασμένη, από τις εκλογές του 2012, οργή-αγανάκτηση του ελληνικού λαού ενάντια στα παραδοσιακά κόμματα εξουσίας και στα μέτρα λιτότητας, δημιουργώντας σημαντικά ρεύματα υποστήριξης του στην ελληνική κοινωνία.

Τον Σεπτέμβριο του 2014, κατά την παρουσίαση του  προγράμματος της Θεσσαλονίκης, ο Αλέξης Τσίπρας είπε τα εξής: «To μνημόνιο θα είναι άκυρο από το πρώτο βράδυ της εκλογικής μας νίκης».

Το κύμα υποστήριξης της κοινωνίας προς τον ΣΥΡΙΖΑ, αποτυπώθηκε στις εκλογές της 25ης Ιανουαρίου του 2015, οι οποίες ανέδειξαν τον ΣΥΡΙΖΑ στην κυβερνητική εξουσία. Όμως, δεδομένης της αποχής του 50% του εκλογικού σώματος, αλλά και της αντιδραστικής ψήφου, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είχε δημιουργήσει βαθιά ερείσματα στην ελληνική κοινωνία.

Η  «Πρώτη φορά αριστερά» γέννησε ελπίδες και προσδοκίες τόσο στο εσωτερικό, όσο και στο εξωτερικό της χώρας, οι οποίες έμελλε να διαψευστούν με τον πιο απεχθή τρόπο στις 13/7/2015, ημερομηνία της τρίτης δανειακής σύμβασης (μνημονίου) με την υπογραφή της αριστερής  «αντιμνημονιακής κυβέρνησης».

Η λαϊκή ετυμηγορία του δημοψηφίσματος, προδήλως απορριπτική σε συμφωνία με υφεσιακά μέτρα, δεν έγινε σεβαστή. Είχαν προηγηθεί πέντε μήνες αδιέξοδων και ανεπιτυχών διαπραγματεύσεων, κατά τους οποίους εξαντλήθηκαν τα ταμειακά αποθεματικά του Δημοσίου, κατέρρευσε το ελληνικό τραπεζικό σύστημα και επιβλήθηκαν capital controls. Η ανακολουθία λόγων-έργων, η απόκλιση από τις ιδεολογικές αρχές της ριζοσπαστικής Αριστεράς και η αυτοαναίρεση του ΣΥΡΙΖΑ ήταν πλέον γεγονός.

Βρισκόμαστε στο Σεπτέμβριο του 2016 και η  «αριστερά» εφαρμόζει υπό επαχθείς και δυσμενείς όρους την τρίτη δανειακή σύμβαση, διατηρώντας την ανακολουθία λόγων-έργων και την καλλιέργεια ψευδαισθήσεων πως μέσα από τον δρόμο της περικοπής εισοδημάτων και της υπερφορολόγησης θα επέλθει οικονομική ανάπτυξη.

Τούτο συνιστά μια ακόμα αυτοαναίρεση του Τσίπρα και των ιθυνόντων της Κουμουνδούρου, οι οποίοι επί πέντε χρόνια διερρήγνυαν τα ιμάτια τους για την συγκεκριμένη επιλογή στρατηγικής εξόδου της χώρας από το καθεστώς αναγκαστικού δανεισμού.

Η απορία που ταλανίζει τους Έλληνες πολίτες είναι η εξής: Η αυτοαναίρεση, ανακολουθία λόγων-έργων ήταν προϊόν της άγνοιας κινδύνου, της αφέλειας, της αυταπάτης, κατά τον ισχυρισμό του Α.Τσίπρα;

Ή μήπως προϊόν της εξουσιομανίας που διακατείχε τον πρωθυπουργό και τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ. Με δεδομένες τις ιδεολογικές καταβολές (Νεομαρξισμός, Τροτσκισμός κτλ) του/της καθενός/καθεμιάς ξεχωριστά, η τωρινή στάση συγκρούεται με την ίδια τους την συνείδηση.

Οι ερμηνείες για την μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ ποικίλουν. Ας δούμε τις  επικρατέστερες σύμφωνα με τις αναλύσεις της Πολιτικής Επιστήμης.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, ως πολιτικό υποκείμενο της Ριζοσπαστικής Αριστεράς παρουσιάζει το ίδιον του χώρου: την συστέγαση ποικίλων και αντικρουόμενων ιδεολογικών τάσεων και ως εκ τούτου χαρακτηρίζεται από εσωτερικές εντάσεις και διαφωνίες. Η αδυναμία συγκρότησης ενιαίας γραμμής μεταφέρθηκε, στην περίπτωση ΣΥΡΙΖΑ, και σε κυβερνητικό επίπεδο, με αποτέλεσμα το σημερινό αδιέξοδο. Σύμφωνα με την εν λόγω ερμηνεία, τα πολυσυλλεκτικά κόμματα της Ριζοσπαστικής Αριστεράς θα οδηγηθούν στην συγκρότηση ενός αντι-συμβατικού σοσιαλδημοκρατικού ιδεολογικοπολιτικού προφίλ. Η αντι-συμβατική σοσιαλδημοκρατία διαφέρει κατά το ότι διατηρεί σταθερές τις αξίες του κεϋνσιανισμού και την επικριτική στάση στην ΕΕ. Εν αντιθέσει, η κλασσική σοσιαλδημοκρατία αφομοιώνει τον νεοφιλελευθερισμό και τηρεί επιεικέστερη στάση σε σχέση με το ευρωπαϊκό οικοδόμημα.

Με βάση την παραπάνω εκδοχή, η μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ νοείται ως φυσικό επακόλουθο της μετεξέλιξης των κομμάτων της Ριζοσπαστικής Αριστεράς. Θα μπορούσε να λεχθεί πως η μετεξέλιξη του ΣΥΡΙΖΑ σε ένα κόμμα εγγύτερο στην σοσιαλδημοκρατία πέρασε μέσα από τους πρώτους μήνες διακυβέρνησης , κατά τους οποίους επήλθε η διάσπαση και συνάμα η αλλαγή πλεύσης προς τον  «πολιτικό ρεαλισμό ».

Η δεύτερη ερμηνεία προτάσσει ως αφετηριακή αναλυτική αρχή, το τέλος των ιστορικών κύκλων των δύο μεγάλων ιδεολογιών που γέννησε ο Διαφωτισμός, του σοσιαλισμού και του φιλελευθερισμού, παραδοσιακού και νεοφιλελεύθερου. Ο πρώτος έκλεισε τον ιστορικό του κύκλο με την πτώση του τείχους του Βερολίνου, ενώ το νεοφιλελεύθερο μοντέλο διέρχεται μια μεταβατική φάση κρίσης από το 2008, γεγονός που προκάλεσε τον κρατικό παρεμβατισμό, με σκοπό την διάσωση της οικονομίας από την ολική καταστροφή. Το νεοφιλελεύθερο μοντέλο, όμως, εξακολουθεί να κυριαρχεί. Η πολιτική ως φαινόμενο δομείται με όρους εξουσίας , αυτονομείται από την κοινωνία και υπηρετεί τον σκοπό των διεθνών αγορών. Κατ’ αυτήν την ερμηνεία, ο ΣΥΡΙΖΑ λειτούργησε ως ο  «ιδανικός υπηρέτης των διεθνών κεφαλαιαγορών », έχοντας ως προκάλυμμα την  «δήθεν κοινωνική ευαισθησία», πίσω από το οποίο έκρυβε επιμελώς το αντι-κοινωνικό του πρόσωπο. Εν ολίγοις, η Συριζαία Αριστερά μετατράπηκε σε Νέα Δεξιά, συνδυάζοντας νεοφιλελεύθερες πολιτικές με κρατικισμό(διορισμούς κομματικών στελεχών) αίσχιστου είδους, προκειμένου να διασφαλίσει την κομματική πελατεία.

Η τρίτη και τελευταία ερμηνεία συνδέεται άρρηκτα με την προηγούμενη, κατά το ότι ο ΣΥΡΙΖΑ αποτέλεσε άξιο διάδοχο της φαυλοκρατίας που δηλητηρίασε τον ελληνικό πολιτικό βίο, καθ’ όλη την διάρκεια της μεταπολίτευσης. Εντούτοις, η αιτία της μετάλλαξης του ΣΥΡΙΖΑ συσχετίζεται άμεσα με την ολιγαρχική φύση του ελληνικού πολιτικού συστήματος, στο οποίο την πολιτική κυριαρχία κατέχει η κομματοκρατία. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν επέδειξε βούληση να μεταρρυθμίσει την πολιτεία και την σχέση-κοινωνίας πολιτικής, κάτι το οποίο άλλωστε διεφάνη από την ίδια την κομματική του δομή. Το άνοιγμα στην κοινωνία ήταν προσχηματικό, καθώς η ατζέντα και η κομματική γραμμή ορίζονταν αυστηρά από τον στενό πυρήνα της ηγεσίας.

Εν κατακλείδι, η κυβερνητική πρακτική του ΣΥΡΙΖΑ τείνει να δικαιώσει ηθικοπολιτικά τον  «παλαιοκομματισμό », κάτι το οποίο θα μείνει ασυγχώρητο στην συνείδηση των υγιών δυνάμεων της κοινωνίας και ιδίως της γενιάς μου. Εάν κάποια πολιτική δύναμη δεν επιδείξει βούληση για την αντιμετώπιση των αιτιών της κρίσης, ευρισκόμενη στην κυβερνητική εξουσία, θα αναπαράγει τις ίδιες πολιτικές.

Εκπαίδευση: Ένα προνόμιο για όλους

Υπήρξε μεγάλη ένταση τις τελευταίες μέρες με την ανακοίνωση του συλλόγου γονέων και κηδεμόνων του Ωραιοκάστρου. Στην ανακοίνωση λένε πως δεν θέλουν τα παιδιά προσφύγων να είναι συμμαθητές με τα δικά τους παιδιά. Αυτό ερμηνεύτηκε από πολλούς ως ρατσιστικό παραλήρημα, ενώ κάποιοι άλλοι έδωσαν άλλοθι σε αυτή την ανακοίνωση, παρουσιάζοντας υγειονομικούς λόγους.

Δεν θα εξετάσω αν οι λόγοι της ανακοίνωσης ήταν ρατσιστικοί ή υγειονομικοί, αλλά χρησιμοποιώ την ανακοίνωση ως αφορμή για κάποιες θέσεις γενικές για την εκπαίδευση.

Η εκπαίδευση είναι δικαίωμα. Κανείς δε μπορεί να την στερήσει από τον άλλον. Σε βασικά δικαιώματα του ανθρώπου δεν υπάρχουν φυλετικές, θρησκευτικές ή ιδεολογικές διακρίσεις. Το εκάστοτε κράτος οφείλει να παρέχει δωρεάν εκπαίδευση σε όλους τους πολίτες της και σε όλους όσους εγκαθίστανται στην εδαφική περιοχή του.

Προφανώς και μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να δημιουργηθούν προβλήματα. Προφανώς και μπορεί να υπάρξουν δυσλειτουργίες. Όμως πρέπει να γνωρίζουμε ότι η ελευθερία ξεκινάει εκεί που αρχίζει η ελευθερία του άλλου. Καμία άποψη και καμία ιδεολογία δε μπορεί να επιβληθεί εις βάρος κάποιου ή μιας κοινωνικής ομάδας, ούτε να καταπατά κάποιο δικαίωμά του.

Αντίθετες απόψεις ή ακραίες αντιδράσεις πάντα θα υπάρχουν. Όμως το κράτος, αν θέλει να θεωρείται σοβαρό και δημοκρατικό, πρέπει να προσπαθεί να μεριμνεί για όλους. Γιατί πολιτική δεν είναι απλά να κραυγάζεις για κάτι, αλλά να πράττεις.

Το κράτος, λοιπόν, οφείλει να μεριμνήσει για την εκπαίδευση των προσφυγόπουλων. Είτε αυτό λέγεται ενσωμάτωση στα υπάρχοντα σχολεία, είτε λέγεται κατασκευή ειδικά διαμορφωμένων σχολείων. Γιατί στην Ελλάδα είμαστε πολύ καλοί στα λόγια. Στις πράξεις, όμως,  χωλαίνουμε.

Το ασταθές πολιτικό κλίμα και οι προοπτικές σύγκλισης του «μεταρρυθμιστικού μπλοκ»

Το κλασσικό ελληνικό καλοκαίρι καλά κρατεί ακόμα και εν καιρώ οικονομικής ύφεσης. Βέβαια, πολλοί εκ των συμπολιτών μας δεν είχαν την τύχη εμού και άλλων, να απολαύσουν λίγες ημέρες ή εβδομάδες διασκέδασης, χαλάρωσης και ξεγνοιασιάς. Η πολιτική επικαιρότητα, ωστόσο, δεν «πήγε διακοπές». Καθ’ όσον οδεύουμε προς το τέλος του θέρους η θερμοκρασία «πέφτει», αλλά το πολιτικό θερμόμετρο «ανεβαίνει» ενόψει των διεργασιών της ΔΕΘ.

Στα πλαίσια της ΔΕΘ, αναλήφθηκαν δεσμεύσεις, οι οποίες λησμονήθηκαν εν μια νυκτί μετεκλογικά, με πρόσφατο και τρανταχτό παράδειγμα το γνωστό και μη εξαιρετέο «Πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης». Σύντομα το πολλά υποσχόμενο αυτό πρόγραμμα απεδείχθη «αυταπάτη» για τους ενορχηστρωτές του και κατεγράφη στην σύγχρονη πολιτική ιστορία της χώρας ως μια από τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις μαζικής εξαπάτησης του εκλογικού σώματος.

Αυτήν την φορά, ο Αλέξης Τσίπρας, διαβλέποντας την φθίνουσα πορεία του ιδίου και του κόμματος του, προσπαθεί να διασκεδάσει τις εντυπώσεις και να αφήσει ένα ελάχιστο «αριστερό» στίγμα στο καθ’ όλα επιθετικά νεοφιλελεύθερο κυβερνητικό του έργο. Η αλλαγή του εκλογικού νόμου, το άνοιγμα του διαλόγου για την συνταγματική αναθεώρηση και η εφαρμογή μίας ήπιας κοινωνικής πολιτικής από τα «περισσεύματα» του πλεονάσματος κινούνται προς αυτήν την κατεύθυνση.

Μια νέα «αυταπάτη» κυριαρχεί στο νου του πρωθυπουργού και του επιτελείου του. Δηλώνουν βαθιά πεπεισμένοι πως μέσα από τις «επιτυχίες» (δηλαδή δημοσιονομικά πλεονάσματα της τάξεως του 3,5%) του -καταδικασμένου να αποτύχει τρίτου μνημονίου- θα ανασυγκροτήσουν το κράτος πρόνοιας και το κοινωνικό κράτος. Η παραδοξότητα της υπόθεσης έγκειται στο ότι το τρίτο πρόγραμμα στοχεύει στην διάλυση και όχι στην ανασυγκρότηση των. Φυσικά, ο πρωθυπουργός και οι συν αυτώ μπορεί να εννοούν την μετατροπή του συνόλου της ελληνικής κοινωνίας σε επαίτες, Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι χαμηλοσυνταξιούχοι που έχασαν το ΕΚΑΣ, οι οποίοι μετατράπηκαν σε επαίτες, αφού η πολιτεία αρκέστηκε στο να τους παρέχει ένα κουπόνι σίτισης για τα βασικά τρόφιμα. Αυτό το κράτος πρόνοιας, οραματίζεται η παρούσα κυβέρνηση;

Στο στρατόπεδο της αξιωματικής αντιπολίτευσης, απ’ την άλλη, οξύνουν τους τόνους της πολιτικής αντιπαράθεσης, εμμένοντας στο αίτημα για εκλογές. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης και το στρατηγικό του επιτελείο οφείλουν να συνεκτιμήσουν σοβαρά την εκλογική δυναμική της ΝΔ αλλά και το βαθμό ετοιμότητας για την ανάληψη της διακυβέρνησης. Οι πρόσφατες δημοσκοπήσεις δίδουν προβάδισμα στην ΝΔ, άλλα όχι αυτοδύναμα. Τούτο σημαίνει πως την επομένη των εκλογών, η ΝΔ πρέπει να επιδιώξει την δημιουργία στρατηγικών συμμαχιών με τις επονομαζόμενες μεταρρυθμιστικές, φιλοευρωπαϊκές δυνάμεις που εκκινούν από την ίδια την κεντροδεξιά και φθάνουν στις παρυφές του ΣΥΡΙΖΑ, το τμήμα εκείνων των στελεχών, που είναι σταθερά προσηλωμένοι στον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της χώρας. Για την ώρα, η εικόνα διαίρεσης που εξάγει ο ελληνικός πολιτικός βίος δύσκολα επιτρέπει τέτοιου είδους διαβουλεύσεις και συγκλίσεις.

Η μόνη στρατηγική σύμπλευση που διαφαίνεται στον ορίζοντα είναι αυτή της «ευρωπαϊκής συμμαχίας>: ΝΔ, ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΣΥΜΠΑΡΑΤΑΞΗ, ΠΟΤΑΜΙ ΕΝΩΣΗ ΚΕΝΤΡΩΩΝ και το σοσιαλδημοκρατικό τμήμα του ΣΥΡΙΖΑ. Τα κόμματα, βέβαια, που θα μετέχουν σε αυτήν, πρέπει πρωτίστως να προβούν σε αυτοκάθαρση σε επίπεδο πολιτικού προσωπικού και ενδοκομματικής λειτουργίας. Διότι, είναι εξωφρενικό να δηλώνεις «μεταρρυθμιστική δύναμη» ή «δύναμη λογικής» και να αναπαράγεις την πελατειακή λογική. Όπως μου είπε ένας πολύ καλός φίλος, πολιτικά ενεργός : «Η παλαιά πολιτική γενεά μαζί με τις «νοοτροπίες» και τις πρακτικές της πρέπει να μπει στο χρονοντούλαπο της ιστορίας».

Τα καρκινώματα της ελληνικής πολιτικής ζωής, το υπέρογκο κράτος, η δυσλειτουργική δημόσια διοίκηση, η πελατειακή κομματοκρατία εξακολουθούν να υφίστανται. Το τίτλο της μεταρρυθμιστικής δύναμης μπορεί να φέρει εκείνος ο πολιτικός οργανισμός, ο οποίος με υγιή, άφθαρτα στελέχη θα χτυπήσει τους προαναφερόμενους πυλώνες της ελληνικής καταστροφής, όπως ορθά προσδιορίζει ο καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης Γιώργος Κοντογιώργης.

Προς το παρόν, ο θρίαμβος της πολιτικής επικοινωνίας συνεχίζεται με την άγονη αντιπαράθεση ΝΔ-ΣΥΡΙΖΑ και όλα παραμένουν στάσιμα. Οι προβλέψεις την πορεία του κρατικού προϋπολογισμού παραμένουν απαισιόδοξες, δεδομένης της εξάντλησης της φοροδοτικής ικανότητας των Ελλήνων πολιτών. Σε περίπτωση δημοσιονομικού εκτροχιασμού, θα τεθεί υπό πλήρη εφαρμογή ο κόφτης δημοσίων δαπανών. Το σενάριο αυτό, αν και απευκταίο, μοιάζει πολύ πιθανόν και αναμένεται να δρομολογήσει ραγδαίες πολιτικές εξελίξεις, καθιστώντας αναπόφευκτη την συνεργασία των μεταρρυθμιστικών δυνάμεων και αποτρέποντας το ενδεχόμενο εκλογών. Αναμένουμε με αγωνία τις ομιλίες των πολιτικών αρχηγών στην ΔΕΘ, μέσα από τις οποίες θα εξαχθούν συμπεράσματα για την επόμενη μέρα. Είτε σε περίπτωση διεξαγωγής πρόωρων εκλογών, είτε σε περίπτωση εκκίνησης των διαβουλεύσεων για την συγκρότηση οικουμενικής κυβέρνησης, το «μεταρρυθμιστικό μπλοκ» και τα κόμματα που το συναποτελούν θα διαδραματίσουν πρωταγωνιστικό ρόλο.

Περί πραξικοπήματος

Γη 2016. Χώρα που επιθυμεί να μπει στην Ευρωπαϊκή Ένωση και κάνει απόπειρα στρατιωτικού πραξικοπήματος. Υπάρχει, βέβαια, και η θεωρία που λέει ότι ήταν στημένο από τον Ερτογάν για να μπορέσει να δυναμώσει και να γίνει ο απόλυτος ηγέτης της Τουρκίας. Όπως και να χει, όμως, η Τουρκία αποτελεί μία τριτοκοσμική χώρα με πολιτισμένο φερετζέ.

Στην πρώτη προσέγγιση, αυτή της απόπειρας πραξικοπήματος και ανατροπής του Ερντογάν με αντιδημοκρατικά μέσα, η Τουρκία δείχνει να είναι μία χώρα πολλά χρόνια πίσω, όπου κυριαρχεί ο νόμος της ζούγκλας. Δείχνει έλλειψη δημοκρατίας, κουλτούρας και πολιτισμικού υπόβαθρου. Βέβαια, και στην δεύτερη προσέγγιση, αυτή του στημένου πραξικοπήματος, τα πράγματα είναι κάπως παρόμοια. Ο Ερντογάν κάνει πραξικόπημα με πλάγιο τρόπο. Προσπαθεί να γίνει ο μόνος κυρίαρχος όχι παίρνοντας τον κόσμο μαζί του ευεργετώντας και εκσυγχρονίζοντας την Τουρκία, αλλά κατεδαφίζοντας τους αντιπάλους του. Γιατί μπορεί να πήρε την εξουσία με δημοκρατικές διαδικασίες, αλλά το να προσπαθεί να την κρατήσει κάνοντας άνισο πόλεμο, αποτελεί και αυτό εξίσου ένα πραξικόπημα.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι μόνο χρήματα και επιδοτήσεις. Πάνω απ΄όλα είναι μια προσπάθεια δημιουργίας πολιτισμένων και δημοκρατικών κοινωνιών. Αυτά εξασφαλίζει και στην Ελλάδα. Την διασφάλιση της δημοκρατίας και της ειρήνης. Η Τουρκία έχει έλλειμμα αυτών των αξιών και το αποδεικνύει με κάθε ευκαιρία. Το πραξικόπημα, λοιπόν, δεν ήταν έκπληξη, γιατί δείχνει ακριβώς το ποιόν της κουλτούρας της. Το ποιός το προκάλεσε δεν έχει σημασία. Σημασία έχει ότι η Τουρκία, ως μεγάλη χώρα, έχει ανάγκη από αλλαγή νοοτροπίας, εκδημοκράτιση θεσμών και περισσότερη παιδεία.