Εκλογές Κεντροαριστεράς

Η Φώφη Γεννηματά και ο Νίκος Ανδρουλάκης ήταν οι νικητές της εκλογικής αναμέτρησης και αυτοί που περνούν στον επόμενο γύρο για την τελική εκλογή του προέδρου του ενιαίου φορέα. Περίπου, 212.000 άνθρωποι ψήφισαν, μέλη και μη, δείχνοντας την ιδεολογική δύναμη της παράταξης. Αυτοί, όμως, οι 212.000 άνθρωποι αποτελούν σίγουρες ψήφους για τις επόμενες βουλευτικές εκλογές; Και αν ναι, ο αριθμός 212.000 είναι ικανοποιητικός για βουλευτικές εκλογές για μία παράταξη που στοχεύει ψηλά;

Όσοι ψήφισαν κάποιον άλλον, πέρα του τελικού νικητή, είναι σίγουρο ότι θα ψηφίσουν την συγκεκριμένη παράταξη στις βουλευτικές εκλογές; Μήπως κάποιοι ψηφοφόροι και κάποιοι υποψήφιοι βρίσκονται πιο κοντά ιδεολογικά με κάποιο άλλο κόμμα; Για παράδειγμα, αυτοί που ήθελαν αρχηγό του νέου φορέα τον Σταύρο Θεοδωράκη και από την στιγμή που δεν πραγματοποιήθηκε η επιθυμία τους, γιατί να μην ψηφίσουν το κόμμα του Κυριάκου Μητσοτάκη ή το κόμμα της Ένωσης Κεντρώων; Δε νομίζω, άλλωστε, ότι βρίσκονται τόσο μακρυά ιδεολογικά. Το ίδιο ισχύει και για τους οπαδούς των υπόλοιπων υποψηφίων.

Στην περίπτωση αυτή, στην οποία και οι 212.000 ψηφίσουν τον νέο φορέα, ανεξάρτητα με το αν ψήφισαν ή όχι τον νέο αρχηγό, είναι ένας επαρκής αριθμός για να αποτελέσει μια ισχυρή κοινοβουλευτική δύναμη. Ο αριθμός αυτός αποτελεί, περίπου, το 3% του εκλογικού σώματος. Ένας αριθμός, δηλαδή, που μάχεται να εισέλθει στα έδρανα της βουλής.

Σίγουρα, κάθε ένεση δημοκρατίας αποτελεί ανάσα για την κοινωνία μας. Σίγουρα, είναι πολύ σημαντικό να υπάρχουν ενεργοί πολιτικά πολίτες. Σίγουρα, ο αριθμός των πολιτών που ψήφισαν είναι ικανοποιητικός. Όμως, ο χώρος του κέντρου είναι ένας χώρος ιδιόμορφος και μάλλον το μήλον της έριδος, καθώς όλες οι πολιτικές δυνάμεις προσπαθούν να συγκλίνουν σε αυτόν. Όσοι παρεκκλίνουν σημαντικά, αποτελούν και τις μειοψηφικές ομάδες της κοινωνίας μας. Στην περίοδο αυτή, που τα περισσότερα κόμματα κάνουν άνοιγμα στο κέντρο, καθώς εκεί βρίσκεται και η πλειοψηφία των ψηφοφόρων τους, είναι κάπως δύσκολος να θεωρούμε σίγουρα κάποια νούμερα. Αισιοδοξία, λοιπόν, στο εσωτερικό του νέου φορέα, αλλά καμία σοβαρή ένδειξη για κοινοβουλευτική δύναμη.

Μιλώντας για το μέλλον της Νέας Δημοκρατίας

Ύστερα από την αναβολή-φιάσκο στις 22 Νοεμβρίου και την εσωκομματική γκρίνια που ακολούθησε, βρέθηκε η λύση και -καλώς εχόντων των πραγμάτων- η αξιωματική αντιπολίτευση θα αποκτήσει πρόεδρο πριν το 2015.

Τους τελευταίους μήνες, η Νέα Δημοκρατία, ευρισκόμενη σε μια μακρά και επίπονη εσωκομματική διαδικασία, αδυνατεί να παρουσιάσει μια ενιαία θέση απέναντι στα τεκταινόμενα. Για παράδειγμα, η αρχικά συναινετική στάση του υπηρεσιακού προέδρου κ.Πλακιωτάκη άλλαξε -κατόπιν συννενοήσεως με τους υποψηφιους αρχηγούς- και τελικώς αρνήθηκε να υπογράψει το κοινό ανακοινωθέν. Οι κρίσιμες εξελίξεις διαδέχονται η μια την άλλη και τα μέτωπα σε οικονομία και προσφυγικό παραμένουν ανοιχτά. Σε ένα τόσο ασταθές και διαρκώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον, η αξιωματική αντιπολίτευση δεν μπορεί παρα να βρίσκεται σε εκγρήγορση και ετοιμότητα. Στο ισχύον σύστημα, ο ρόλος της είναι γνωστός τοις πάσι. Ελέγχει, κρίνει, συγκρούεται αλλα και στηρίζει όπου κρίνεται εθνικά αναγκαίο.

Ποια η στάση της ΝΔ , ως αξιωματική αντιπολίτευση;

Σε μια περίοδο που η «κυριαρχία» του Α.Τσίπρα κρατεί ακόμα, παρά τα δυσβάσταχτα μέτρα και την προφανή αντίθεση λόγων και έργων ΣΥΡΙΖΑ , η θέση της ΝΔ είτε θα είναι συγκαταβατική, είτε συγκρουσιακή. Αν δεν συντελούν οι προϋποθέσεις για μια έντιμη, ειλικρινή και αποτελεσματική εθνική συνεννόηση, η κεντροδεξιά θα επιλέξει τον δεύτερο δρόμο, δηλαδή την σκληρή αντιπολίτευση. Σε αυτήν την περίπτωση, ωστόσο, χρειάζεται να παρουσιάσει την δική της εναλλακτική πρόταση, δηλαδή ένα πρόγραμμα διακυβέρνησης.

Ο νέος πρόεδρος οφείλει το ταχύτερο δυνατόν να οδηγήσει το κόμμα σε έκτακτο συνέδριο, ώστε να διαμορφωθεί το πρόγραμμα διακυβέρνησης και να αλλάξει το καταστατικό. Η φιλελεύθερη εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης θα περιλαμβάνει την ριζική αναδιάρθρωση του δημοσίου τομέα, τις ιδιωτικοποιήσεις, την επανίδρυση του κράτους πρόνοιας με κοινωνική δικαιοσύνη και άλλα πολλά. Οι όποιες προτάσεις θα πρέπει να διαμορφωθούν με την συμμετοχή όλων: βουλευτών, πολιτευτών, μελών και φίλων. Για αυτό το λόγο, προτείνεται η διεξαγωγή ηλεκτρονικών δημοψηφισμάτων καθώς και ενός forum που το κάθε μέλος του κόμματος θα μπορεί να τοποθετείται απέναντι στα ζητήματα. Μάλιστα, αυτή η διαδικασία θα πρέπει να προβλέπεται και από το ίδιο το καταστατικό, ούτως ώστε να δεσμεύει εφεξής την εκάστοτε ηγεσία της ΝΔ. Μόνον κάνοντας πράξη την ενδοκομματική δημοκρατία και εισάγοντας καινοτόμες μεθόδους λήψης των αποφάσεων, η ΝΔ θα μετατραπεί σε ένα πραγματικά ανοιχτό κόμμα. Άλλωστε, η τεχνολογία και η επικοινωνία δίνουν πολλές δυνατότητες για περαιτέρω εμβάθυνση της δημοκρατίας. Το μόνο που λείπει είναι η λεγόμενη πολιτική βούληση.

Οι τέσσερις διεκδικητές

Οι τέσσερις υποψήφιοι, παρά τις διαφορές τους, δείχνουν να έχουν αντιληφθεί την ανάγκη ανανέωσης του κόμματος. Ο καθένας προτείνει κάτι διαφορετικό. Ας δούμε συνοπτικά τα χαρακτηριστικά του καθενός:

Ο Βαγγέλης Μεϊμαράκης με την λαϊκότητα που τον διακρίνει, υποστηρίζει την κεντρώα στροφή. Ενωτικός, συμβιβαστικός αλλά συνάμα αυθόρμητος και ευθύς στον λόγο του συσπειρώνει το σύνολο των Νεοδημοκρατών και είναι ο επικρατέστερος στην μάχη για την ανάληψη της προεδρίας του κόμματος. Οι «αντίπαλοί» του τον ταυτίζουν με το «παλιό» ενώ δέχεται κριτική για την συγκαταβατική στάση του απέναντι στην κυβέρνηση.

Ένα άλλο «φαβορί» είναι περιφερειάρχης Κεντρικής Μακεδονίας, Απόστολος Τζιτζικώστας. Φέρελπις, κατ’ άλλους φιλόδοξος και βιαστικός, προτείνει την «ληξιαρχική πράξη γέννησης της νέας ΝΔ», όπως την έχει αποκαλέσει. Εξαιτίας του γεγονότος ότι δεν είναι βουλευτής, εάν εκλεγεί πρόεδρος, θα πρέπει να ορίσει και πρόεδρο της Κ.Ο. Σε αυτήν την περίπτωση, είναι πιθανόν να επικρατήσει ένα σύστημα διαρχίας. Έτσι, η ΝΔ δεν θα παρουσιάζει συνεκτικό πολιτικό λόγο, εξάγοντας την εικόνα ενός ανοργάνωτου κόμματος, απροετοίμαστου να κυβερνήσει. Επίσης, πολλοί επισημαίνουν το ότι ο επόμενος πρόεδρος πρέπει να είναι κοινοβουλευτικός, ώστε να ασκείται αποτελεσματική και δυναμική αντιπολίτευση.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ένας γνήσιος φιλελεύθερος και μετριοπαθής, προκρίνει την μεταρρυθμιστική ατζέντα και επιδιώκει την δημιουργία ενός σύγχρονου κεντροδεξιού κόμματος. Το επώνυμο του, τον βαραίνει, με τους αντιπάλους του να κάνουν λόγο για τζάκια και οικογενειοκρατία.

Ο Άδωνις Γεωργιάδης, ενώ ταυτίζεται απόλυτα με τον Κυριάκο Μητσοτάκη στην μεταρρυθμιστική ατζέντα, σε όλα τα υπόλοιπα ορθώνει ένα συντηρητικό λόγο. Αν παρακολουθήσει κανείς προσεκτικά τον πολιτικό του λόγο, θα διαπιστώσει ότι ο Α.Γεωργιάδης επιχειρεί να καλύψει το κενό μεταξύ κεντροδεξιάς και άκρας δεξιάς, συνδυάζοντας τις φιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις στην οικονομία με τον κοινωνικό συντηρητισμό και την σκληρή γραμμή στα εθνικά θέματα και το προσφυγικό. Ο λόγος του αποκτά έρεισμα στο συντηρητικό έως και το ακραία δεξιό ακροατήριο, ένα κομμάτι ψηφοφόρων που ανέκαθεν ακολουθούσε την ΝΔ. Παρά το γεγονός ότι είναι το μεγάλο «αουτσάιντερ», ο ίδιος δηλώνει πεπεισμένος ότι θα κερδίσει τις εκλογές.

Η επόμενη μέρα

Η ανάγκη για την ενότητα της παράταξης έχει τονισθεί επί πολλάκις και από τους τέσσερις υποψηφίους. Προς την διασφάλιση της, θα πρέπει να πάψει η διαρκής υπονόμευση εκ των έσω και ο νοών νοείτο.

Ο νέος πρόεδρος θα αναλάβει το δύσκολο έργο, να καταστήσει την Νέα Δημοκρατία κυρίαρχη πολιτική δύναμη. Με την ανανέωση του πολιτικού της προσωπικού, την εκπροσώπηση της παραδοσιακής βάσης ψηφοφόρων (μεσαία, χαμηλά στρώματα), την αναγκαία εσωκομματική αναδιάρθρωση και την ρήξη με το παρελθόν, η κεντροδεξιά θα ανακτήσει την παλαιά δυναμική της. Το είχα αναφέρει και σε παλαιότερο άρθρο μου πριν τις αναβληθείσες εκλογές: Ο νέος πρόεδρος θα είναι αυτός που θα φέρει σε πέρας το δύσκολο έργο της ανασυγκρότησης του κόμματος από το μηδέν. Εάν συντηρήσει το «παλαιό» σε πρόσωπα, θέσεις και στρατηγικές, θα είναι ο μεγάλος χαμένος.

Νέα Δημοκρατία, ώρα μηδέν: Η επόμενη μέρα για την κεντροδεξιά στη Ελλάδα

Λίγες μόλις ώρες έμειναν για  την διεξαγωγή των εσωκομματικών εκλογών στην Νέα Δημοκρατία. Πολλοί συμπολίτες μας αναρωτιούνται: Τι με ενδιαφέρει εμένα το ποιος θα είναι ο αρχηγός της ΝΔ; Την ίδια στιγμή, που τα κοινωνικά δικαιώματα δέχονται μια πρωτοφανή επίθεση με τις πολιτικές λιτότητας και ο υπόλοιπος δυτικός κόσμος ασχολείται με το φαινόμενο της ισλαμιστικής τρομοκρατίας, είναι αναμενόμενο κάποιος να αψηφεί την εσωκομματική διαδικασία, στην Νέα Δημοκρατία. Η διαδικασία αυτή, βέβαια, δεν αφορά τα ενδότερα της κεντροδεξιάς αλλά την ίδια την χώρα μάς. Σε ένα σύστημα, σαν το σημερινό, κατά βάση δικομματικό, ο ρόλος της αξιωματικής αντιπολίτευσης είναι κομβικός και κρίσιμος. Η ΝΔ ως αξιωματική αντιπολίτευση ελέγχει, κρίνει, αντιπαρατίθεται  αλλα και στηρίζει την κυβέρνηση, όπου κρίνεται εθνικά αναγκαίο. Ο πρόεδρος της αξιωματικής αντιπολίτευσης είναι δυνάμει ο επόμενος πρωθυπουργός της χώρας. Δεν μπορεί παρά να μας ενδιαφέρει, η επόμενη μέρα στην Νέα Δημοκρατία.

Τέσσερις υποψήφιοι, τέσσερις διαφορετικές προσωπικότητες, τέσσερις διαφορετικές προτάσεις άσκησης αντιπολίτευσης και εσωκομματικής αναδιάρθρωσης. Ο Βαγγέλης Μεϊμαράκης, λαϊκός, αυθόρμητος και ενωτικός, συσπειρώνει την πλειοψηφία των Νεοδημοκρατών. Ο Απόστολος Τζιτζικώστας, ο νέος, φέρελπις – κατ’ αλλους φιλόδοξος και βιαστικός- περιφερειάρχης Κεντρικής Μακεδονίας ασκεί μεγάλη επιρροή και επιχειρεί, αξιοποιώντας το νεαρό της ηλικίας του, να παρουσιάσει εαυτόν ως τον Αντι-Τσίπρα. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, μετριοπαθής, αμιγώς φιλελεύθερος και με καλό βιογραφικό, παρουσιάζει την μεταρρυθμιστική αντιπρόταση στην πολιτική της κυβέρνησης. Το γεγονός ότι είναι γιος του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, τον έχει στιγματίσει αρνητικά με πολλούς εντός του κόμματος να ομιλούν για «τζάκια” και «οικογενειοκρατία”. Ο Άδωνις Γεωργιάδης, ένα πρόσωπο που συγκεντρώνει πιστούς φίλους απ’ την μία και ορκισμένους εχθρούς απ’ την άλλη. Ερειστικός, υπερβολικός -για αρκετούς ακραίος- αλλά συνεπής στις απόψεις του καθ’ όλη την πολιτική του διαδρομή. Ορθώνει έναν σκληρά δεξιό, συντηρητικό πολιτικό λόγο, επιθυμεί μια ευθεία σύγκρουση με τον ΣΥΡΙΖΑ και συγκεντρώνει γύρω του το «καθαρά έως και ακραία δεξιό” ακροατήριο, ένα κομμάτι ψηφοφόρων που ανέκαθεν ακολουθούσε την ΝΔ.

Καθ’ ολη την διάρκεια της σύντομης «προεκλογικής περιόδου” ετέθησαν διάφορα θεμελιώδη ζητήματα απο τους υποψηφίους, όπως αυτό της ιδεολογικής ταυτότητας του κόμματος. Η Νέα Δημοκρατία έχει ιδεολογία τον ριζοσπαστικό-κοινωνικό φιλελευθερισμό. Σύμφωνα με την ιδρυτική της διακήρυξη, υπηρετεί το εθνικό συμφέρον μακριά από τις  διχαστικές ετικέτες Αριστερά-Δεξιά. Το ζητούμενο για την κεντροδεξιά στην Ελλάδα είναι να επαναποκτήσει την ιδεολογική της ταυτότητα και όχι να αναζητήσει νέα, πράγμα το οποίο θα την βύθιζε σε μια βαθιά εσωστρέφεια και πιθανόν θα προκαλούσε διάσπαση. Η Νέα Δημοκρατία χωρεί απόψεις απο την δημοκρατική Δεξιά μέχρι τις παρυφές της σοσιαλδημοκρατίας. Επειδή, πολύς λόγος έχει γίνει για την «ιδεολογική ηγεμονία της Αριστεράς” και την επικράτηση του Α.Τσίπρα ως αριστερού στην πολιτική σκηνή. Η συντριπτική πλειοψηφία των ψηφοφόρων του δεν τον στήριξαν ως ” αριστερό ” αλλά επειδή πίστεψαν στις υποσχέσεις του και ήλπιζαν σε κάτι διαφορετικοί. Ανάμεσα σε αυτούς και πολλοί «δεξιοί” .  Οι ταμπέλες και η αναπαραγωγή διχαστικών μηνυμάτων δεν επιλύει τα σοβαρά προβλήματα, και τούτο ισχύει και για τον ΣΥΡΙΖΑ.

Η κεντροδεξιά στην Ελλάδα οφείλει να συγκρουστεί με τις εσωτερικές της παθογένειες, σπάζοντας το απόστημα του πελατειακού δικτύου εξυπηρετήσεων, που έφθειρε την ΝΔ και αποσύνθεσε το ελληνικό κράτος. Χρειάζεται μια ανασυγκρότηση του κόμματος από το μηδέν. Ο νέος πρόεδρος είναι υποχρεωμένος να οδηγήσει το συντομότερο δυνατόν σε έκτακτο συνέδριο, με στόχο την άλλαγή του καταστατικού. Για να γίνει η ΝΔ, ένα πραγματικά «ανοιχτό κόμμα” πρέπει πρωτίστως να κάνει πράξη την ενδοκομματική δημοκρατία. Τα μέλη του κόμματος, οι ψηφοφόροι, η νεολαία δεν μπορεί να παραμείνουν οι απλοί χειροκροτητές και εκτελεστές των αποφάσεων της ηγεσίας. Απαιτείται συμμετοχή όλων των μελών και φίλων στην διαμόρφωση των θέσεων του κόμματους, στην εκλογή τομεαρχών ακόμα και στην επιλογή των υποψηφίων βουλευτών. Με μια αλλαγή του καταστατικού προς την κατεύθυνση αυτή, το κόμμα βρίσκεται σε ανοιχτό διάλογο με την κοινωνία και η σχέση εμπιστοσύνης με τα μεσαία και χαμηλά στρώματα επανοικοδομείται.

To σημαντικότερο όλων είναι η ΝΔ, να μπορέσει να πείσει την κοινωνία. Διατυπώνοντας, μια ήπια, φιλελεύθερη -όχι νεοφιλελεύθερη- εναλλακτική αντι-πρόταση με κοινωνικό πρόσημο, θα καταστεί και πάλι κυρίαρχη πολιτική δύναμη. Απαραίτητη προϋπόθεση, βέβαια, παραμένει η αναγκαία εσωκομματική αναδιοργάνωση. Χωρίς το άνοιγμα στην κοινωνία, την ενδοκομματική δημοκρατία η ΝΔ θα οδηγηθεί στην αυτοδιάλυση.

Όποιος αναλάβει να φέρει σε πέρας ένα τέτοιο δύσκολο έργο, θα είναι ο πραγματικός νικητής. Διότι, εάν ο πρόεδρος που εκλεγεί την Κυριακή συνεχίζει να αναπαράγει το «παλαιό” σε πρόσωπα , θέσεις και στρατηγικές, θα είναι τελικά ο μεγάλος χαμένος. Συνεπώς, η πραγματική νίκη και η δικαίωση του νέου προέδρου θα κριθεί εν καιρώ, εάν και εφόσον η ΝΔ ανακτήσει δυνάμεις και επικρατήσει του ΣΥΡΙΖΑ.