Στα εθνικά θέματα δεν χωρούν δημιουργικές ασάφειες

Το νέο έτος «άνοιξε» πολλαπλά και σοβαρά μέτωπα στην εξωτερική  πολιτική της χώρας μας.

Η ανακίνηση του Σκοπιανού σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο και η συνακόλουθη επανέναρξη των διαπραγματεύσεων προκαλούν αμείωτη ένταση στο ελληνικό πολιτικό τοπίο. Η αντιφατική στάση της κυβέρνησης σε συνδυασμό με την κρυφή διπλωματία που υιοθετεί δεν επιτρέπουν την επιβεβλημένη εθνική συνεννόηση .

Βέβαια, το εν λόγω ζήτημα προκαλεί διχόνοιες και στο εσωτερικό των αντιπολιτευτικών κόμματων, πράγμα το οποίο εμποδίζει την χάραξη ενιαίας στρατηγικής. Απαιτείται σύνεση από το σύνολο του πολιτικού κόσμου της χώρας, διότι δεν υπάρχουν τα απαραίτητα χρονικά περιθώρια, ώστε να αναλωθούμε στην μικροπολιτική.

Η επιτυχία του συλλαλητηρίου της Θεσσαλονίκης μπορεί να ερμηνευθεί ως η πρώτη ανοιχτή και μαζική διαμαρτυρία κατά της παρούσας κυβέρνησης. Μπορεί ως αφορμή να στάθηκε αυτό το μείζον εθνικό ζήτημα, άλλα το πολιτικό αποτέλεσμα παραμένει ίδιο: Ένα ηχηρό μήνυμα κατά της επιπολαιότητας που διέπει συνολικά το κυβερνητικό έργο.

Είναι κοινώς παραδεκτό ότι η εξωτερική πολιτική δεν παράγεται στο πεζοδρόμιο. Ωστόσο, η εμπειρία των διεθνών συγκρούσεων, είτε διμερών, είτε πολυμερών καταδεικνύει ότι η εσωτερική κοινή γνώμη αποτελεί μοχλό πίεσης ως προς την διπλωματική στάση που ακολουθούν οι κυβερνήσεις όλων των εμπλεκόμενων μερών. Το πολιτικό κόστος, παραμένει σημαντικός παράγοντας που επηρεάζει αποφασιστικά την τροπή που θα λάβει η διένεξη.

Το «Σκοπιανό» εντάσσεται με την σειρά του στην κατά Αβέρωφ εξωτερική πολιτική των «χαμένων ευκαιριών». Μπορεί η γείτονος χώρα να αναγνωρίζεται ως FYROM από την διεθνή κοινότητα, αλλά de facto έχει δημιουργηθεί μια κατάσταση, την οποία δεν μπορούμε να αγνοήσουμε. Oι γείτονες μας αυτοαποκαλούνται «Μακεδόνες», ενώ ο υπόλοιπος πλανήτης αποκαλεί το συγκεκριμένο κράτος «Μακεδονία». Ακόμα και στα αμερικανικά διαβατήρια των Σλαβοσκοπιανών, ως τόπος γέννησης αναγράφεται η «Μακεδονία». Σε καμία περίπτωση, η μακραίωνη παρουσία των Σλάβων στην περιοχή δεν δικαιολογεί την κλοπή της εθνικής μας ιστορίας και την από μέρους τους προβολή αλυτρωτικών αξιώσεων εις βάρος της εδαφικής ακεραιότητας της πατρίδας μας.

Απ’ την άλλη, οι γείτονες μας στα Βαλκάνια δεν μπορούν να ανήκουν στον «Τρίτο Κόσμο» της Ευρωπαϊκής Ηπείρου. Η ευρωπαϊκή οικογένεια, όμως, αποτελεί μια συμπολιτεία που διέπεται από τον αλληλοσεβασμό, την ειρηνική συνύπαρξη και συνεργασία μεταξύ των κρατών προς επίτευξη τελικού σταδίου της ενωσιακής ολοκλήρωσης, αυτό της πολιτικής . Σε αυτό το διακρατικό περιβάλλον δεν αρμόζουν οι εθνικιστικές εξάρσεις και η ασέβεια προς τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Ο άλυτος χαρακτήρας που προσέλαβε το ζήτημα οφείλεται στην αμέλεια και στους ερασιτεχνικούς διπλωματικούς χειρισμούς όλων των ελληνικών κυβερνήσεων, εξαιρουμένης της κυβέρνησης του Κώστα Καραμανλή.

Τούτο, βέβαια, δεν δίδει το άλλοθι στην παρούσα κυβέρνηση να προβεί στην άνευ όρων και εγγυήσεων εκχώρηση της ίδιας μας της ιστορίας. Προτείνεται, η άμεση σύγκληση του συμβουλίου των πολιτικών αρχηγών υπό τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και η διαμόρφωση κοινής εθνικής γραμμής, ώστε να έχουμε τις λιγότερες δυνατές εθνικές απώλειες.

Εν ολίγοις, στα εθνικά ζητήματα δεν χωρούν δημιουργικές ασάφειες.

Στο δρόμο για την νεοπολίτευση: Χτίζοντας μια νέα πολιτική κουλτούρα

Τις προηγούμενες μέρες, γιορτάσαμε την επέτειο της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, ενός γεγονότος-ορόσημου στην σύγχρονη ελληνική ιστορία. Ουκ ολίγες φορές, το ιστορικό αυτό γεγονός έχει παρερμηνευθεί, διαστρεβλωθεί και προσφερθεί για να εξηγηθούν οι παθογένειες του σήμερα. Φράσεις όπως <<η γενιά του Πολυτεχνείου που κατέστρεψε την Ελλάδα>> έγιναν σύνθημα και ρίζωσαν στην συνείδηση αρκετών συμπολιτών μας. Πράγματι, μερικοί εξ’ όσων μετείχαν στην εξέγερση του Πολυτεχνείου, εξαγόρασαν τα ιδανικά τους, χτίζοντας πολιτικές καριέρες και συμβάλλοντας στην οικοδόμηση του πελατειακού κράτους. Τούτο, όμως, αφενός δεν αναιρεί την τότε δράση τους και αφετέρου δεν καταργεί την ιστορική σημασία της εξέγερσης.

Σε διάφορες συζητήσεις που αφορούν την ερμηνεία των γεγονότων της εποχής, τα πολιτικά πάθη φουντώνουν ένθεν και ένθεν. Υπερβολές, μεγαλοστομίες, ταμπέλες ενσπείρουν ολοένα και περισσότερο την διχόνοια. Ο μετεμφυλιακός πολιτικός λόγος παίρνει σάρκα και οστά , τα φαντάσματα του παρελθόντος <<ανασταίνονται>> και ο κίνδυνος της επανάληψης του αλληλοσπαραγμού <<ζωντανεύει>>.

Ύστερα από την έλευση της μεταπολίτευσης και την επάνοδο της πολιτικής ομαλότητας , υπήρχε η πεποίθηση πως τα πολιτικά πάθη κατασιγάστηκαν και πως ο ελληνικός λαός πορευόταν ενωμένος για την δημιουργία ενός σύγχρονου κράτους, την σταθεροποίηση των θεσμών και την επίτευξη κοινωνικοοικονομικής ανάπτυξης. Βέβαια, οι μνήμες ήταν νωπές και τα πολιτικά πάθη υπέβοσκαν. Αφ’ης στιγμής, ένας μεγάλος πολιτικός χώρος εν Ελλάδι τελούσε επί 30 χρόνια υπό διωγμόν, μπορεί εύκολα να εξηγηθεί η επονομαζόμενη <<ιδεολογική ηγεμονία της Αριστεράς>> από το ‘74 και έπειτα, όταν νομιμοποιήθηκε πλέον η δράση των κομμουνιστικών και αριστερών κομμάτων. Οι διηγήσεις για τα εγκλήματα των δύο αντιμαχόμενων πλευρών, τις αδικίες, τις διώξεις, τους βασανισμούς μεταφέρονται από γενιά σε γενιά, εμποτίζοντας με μίσος και φανατισμό τους νέους ανθρώπους. Έπειτα από μισό αιώνα, η καθημερινή πολιτική αντιπαράθεση στην Ελλάδα του 21ου αιώνα τείνει να μοιάσει με εκείνη του 1950, αφού μόνον οι αναφορές σε <<εθνικόφρονες>> και <<αντιφρονούντες>> λείπουν.

Συχνά, πολλοί άνθρωποι της γενιάς μας αναπαράγουν τον διχαστικό πολιτικό λόγο, τροφοδοτώντας με την σειρά τους την διχόνοια. Αποδεσμευμένοι από φανατισμούς, εμπάθειες, πολιτικά πάθη κατορθώνουμε να διαμορφώσουμε αντικειμενική κρίση για τα ιστορικά γεγονότα. Κατά τον ίδιο τρόπο, οφείλουμε να αξιολογήσουμε και το σήμερα, πέρα και πάνω από διχαστικές ετικέτες (Δεξιά-Αριστερά), υπερβαίνοντας τον αναχρονιστικό μετεμφυλιακό πολιτικό λόγο, καλλιεργώντας την συναίνεση και προτάσσοντας την ενότητα του ελληνικού λαού.

H μεταπολίτευση έκλεισε τον ιστορικό της κύκλο το 2009. Στην περίοδο κρίσης που διάγουμε, είναι επιτακτική η ανάγκη για την ανασυγκρότηση του πολιτικού συστήματος, την έλευση μιας νέας μεταπολίτευσης, της νεοπολίτευσης, ως είθισται να λέγεται. Η νεοπολίτευση προϋποθέτει την αλλαγή πολιτικής κουλτούρας , ένα σύνολο δηλαδή νέων, συναινετικών αξιών που θα νοηματοδοτήσουν την πολιτική του αύριο στην χώρα μας. Η γενιά μας οφείλει να πρωταγωνιστήσει στην νέα εποχή που διανοίγεται, αφήνοντας την απάθεια, υπερβαίνοντας τα μίση του παρελθόντος  και συνδιαμορφώνοντας την νέα κουλτούρα.

Οι προαναφερόμενες προτροπές μπορεί να φανούν σε πολλούς ρομαντικές ή ουτοπικές. Ο ρομαντισμός, όμως, διακατείχε και όλους εκείνους που κατόρθωσαν να αλλάξουν τον ρου της ιστορίας, συμπεριλαμβανομένων και των νέων αγωνιστών του Πολυτεχνείου. Kαλούμαστε να υπερασπιστούμε τα κεκτημένα των αγώνων του 20ου αιώνα στο κοινωνικό-εργασιακό πεδίο και να διατυπώσουμε προτάσεις με σκοπό την εμβάθυνση της φιλελεύθερης πολιτείας και την πραγμάτωση της δημοκρατικής αρχής. Δεν υπάρχει τέλος στις δημοκρατικές διεκδικήσεις, ούτε  επήλθε το <<τέλος της ιστορίας>>. Για να γυρίσει ο ήλιος, λοιπόν, θέλει δουλειά πολλή, όπως θα μας έλεγε ο Οδυσσέας Ελύτης.

Ακροβατώντας μεταξύ νομιμότητας και συριζαίου παραλογισμού

Η χθεσινή απόφαση του ΣτΕ που έκρινε ως αντισυνταγματικό το νόμο Παππά ερμηνεύθηκε ως νίκη της Δημοκρατίας και της Δικαιοσύνης από τα κόμματα της αντιπολίτευσης.

Βάσει των διδαγμάτων της κλασσικής πολιτειολογίας και των καθοριστικών γνωρισμάτων που συνθέτουν την φιλελεύθερη συνταγματική τάξη, μπορεί πράγματι η ετυμηγορία των δικαστών να νοηθεί ως μια άμυνα του κράτους δικαίου, της πολυφωνίας και της ελευθερίας της πληροφόρησης ενάντια στην χειραγώγηση των μέσων ενημέρωσης που επιχειρούν οι κυβερνητικοί ιθύνοντες. Τούτο, όμως, δεν αρκεί για την υπεράσπιση και συνακόλουθα την πραγμάτωση της δημοκρατικής αρχής.

Ύστερα από την δημοσίευση της απόφασης, η συριζαία «αριστερή” κυβέρνηση έσπευσε να διαφυλάξει το αυταρχικό της προφίλ, διαβεβαιώνοντας ότι θα καταστρατηγήσει εκ νέου το Σύνταγμα, φέροντας προς ψήφιση έναν νέο νόμο Παππά, που θα πλήττει εξίσου την πολυφωνία και τον πλουραλισμό.

Επιπροσθέτως, κατά παράβαση της διάκρισης των εξουσιών, προέβη σε μια άνευ προηγουμένου εκβιαστική επίθεση ενάντια στην ελληνική δικαιοσύνη, κηρύσσοντας τον «πόλεμο” με τους δικαστικούς λειτουργούς δια στόματος Πολάκη.

Είναι πλέον πασιφανές πως η φιλελεύθερη συνταγματική τάξη διέρχεται μια σοβαρή κρίση στην χώρα μας. Σε αυτό το σημείο, οφείλουμε να υπενθυμίσουμε στους κυβερνώντες την αλφάβητο του Συνταγματικού Δικαίου και της Πολιτικής Επιστήμης, όσα δηλαδή διδαχθήκαμε στο πρώτο έτος.

Η αρχή του κράτους δικαίου, ως συστατικό γνώρισμα της φιλελεύθερης «δημοκρατίας” δυτικού τύπου επιτάσσει την τήρηση της νομιμότητας. Βάσει της δικαιοκρατικής αρχής, το Σύνταγμα ως ο θεμελιώδης νόμος με αυξημένη τυπική ισχύ, παράλληλα με την κατοχύρωση των ελευθεριών, θέτει περιορισμούς στην ελεύθερη δράση των ατόμων, όταν αυτή αντίκειται στην νομιμότητα.

Η φιλελεύθερη συνταγματική θεωρία υποστηρίζει το εξής: «Ότι δεν απαγορεύεται από το δίκαιο, επιτρέπεται. Από την αρχή της νομιμότητας δεν εξαιρείται η δράση της κρατικής εξουσίας, με την διαφορά ότι το κράτος σε όλες τους τις εκφάνσεις λειτουργεί ως «θεματοφύλακας” της νομιμότητας, διαθέτοντας το μονοπώλιο του έννομου καταναγκασμού”.

Η κρατική εξουσία μπορεί να λειτουργήσει μόνον εντός των ορίων που θέτει το Σύνταγμα, απέχοντας από τις επεμβάσεις στην ιδιωτική σφαίρα των πολιτών.

Οι πράξεις της εξουσίας περιορίζονται και από τον έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων. Ο έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων διενεργείται από την δικαιοσύνη και αποσκοπεί τόσο στην δέσμευση του νομοθέτη έναντι του κράτους δικαίου, όσο και στην τήρηση της συνταγματικής νομιμότητας.

Το τρίγωνο της διαπλοκής που διείπε την μεταπολιτευτική ζωή της χώρας δεν αντιμετωπίζεται με την άσκηση περιορισμών στην ελευθερία της ενημέρωσης και την παράκαμψη της συνταγματικής νομιμότητας. Πολλώ δε μάλλον, δεν «χτυπάται” με την εγκαθίδρυση μιας νέας διαπλοκής που αποσκοπεί στον αυταρχικό έλεγχο του ραδιοτηλεοπτικού τοπίου, την χειραγώγηση της πληροφόρησης και κατ’ επέκταση της ελληνικής κοινωνίας.

Ας μην λησμονούμε πως πολιτειακό πρότυπο του πρωθυπουργού Α.Τσίπρα αποτελεί η Μπολιβαριανή «Δημοκρατία” του αειμνήστου προέδρου Τσάβες στην Βενεζουέλα, η οποία κατατάσσεται στην 164η θέση σε σύνολο 195 χωρών, ως προς τον δείκτη της ελευθερίας του τύπου.

Καταλήγοντας, η χθεσινή απόφαση του ΣτΕ προκάλεσε πολιτική θύελλα. Βέβαια, ο συριζαίος παραλογισμός δεν δαμάζεται εύκολα, καθώς η εξουσιομανία και ο τυχοδιωκτισμός της παρούσας κυβέρνησης δεν της αφήνει περιθώρια συμμόρφωσης με το κράτος δικαίου.

Θα βιώσουμε κι άλλα πολιτειακά παράδοξα, τα οποία θα μας υπενθυμίζουν την αυταρχική ροπή της εκάστοτε εξουσίας, που αυτοαποκαλείται «δημοκρατική”, δίχως να σέβεται τις θεμελιώδεις διατάξεις του Συντάγματος.

Δόλος ή αυταπάτη; Οι ερμηνείες για την μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ

Το 2012, η εντυπωσιακή άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ στο πολιτικό προσκήνιο προκάλεσε ιστορικές ανακατατάξεις στο ελληνικό κομματικό σύστημα.

Οι διπλές εκλογές του 2012 σήμαναν το τέλος του  παραδοσιακού δικομματισμού και εδραίωσαν την νέα διαιρετική τομή «Μνημόνιο-Αντιμνημόνιο» που διέπει το πολιτικό γίγνεσθαι της Ελλάδας.

Αξίζει να μνημονευθεί, ότι τον Μάιο του 2012, τα ποσοστά των παραδοσιακών κομμάτων εξουσίας δεν υπερέβησαν αθροιστικά το ποσοστό 31%.

Έκτοτε, ο ΣΥΡΙΖΑ, υιοθέτησε πλήρως την αντιμνημονιακή γραμμή τόσο σε επίπεδο προγραμματικού πολιτικού λόγου, όσο και σε επίπεδο πολιτικής ρητορικής.

Κατόρθωσε να συσσωρεύσει την ήδη εκπεφρασμένη, από τις εκλογές του 2012, οργή-αγανάκτηση του ελληνικού λαού ενάντια στα παραδοσιακά κόμματα εξουσίας και στα μέτρα λιτότητας, δημιουργώντας σημαντικά ρεύματα υποστήριξης του στην ελληνική κοινωνία.

Τον Σεπτέμβριο του 2014, κατά την παρουσίαση του  προγράμματος της Θεσσαλονίκης, ο Αλέξης Τσίπρας είπε τα εξής: «To μνημόνιο θα είναι άκυρο από το πρώτο βράδυ της εκλογικής μας νίκης».

Το κύμα υποστήριξης της κοινωνίας προς τον ΣΥΡΙΖΑ, αποτυπώθηκε στις εκλογές της 25ης Ιανουαρίου του 2015, οι οποίες ανέδειξαν τον ΣΥΡΙΖΑ στην κυβερνητική εξουσία. Όμως, δεδομένης της αποχής του 50% του εκλογικού σώματος, αλλά και της αντιδραστικής ψήφου, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είχε δημιουργήσει βαθιά ερείσματα στην ελληνική κοινωνία.

Η  «Πρώτη φορά αριστερά» γέννησε ελπίδες και προσδοκίες τόσο στο εσωτερικό, όσο και στο εξωτερικό της χώρας, οι οποίες έμελλε να διαψευστούν με τον πιο απεχθή τρόπο στις 13/7/2015, ημερομηνία της τρίτης δανειακής σύμβασης (μνημονίου) με την υπογραφή της αριστερής  «αντιμνημονιακής κυβέρνησης».

Η λαϊκή ετυμηγορία του δημοψηφίσματος, προδήλως απορριπτική σε συμφωνία με υφεσιακά μέτρα, δεν έγινε σεβαστή. Είχαν προηγηθεί πέντε μήνες αδιέξοδων και ανεπιτυχών διαπραγματεύσεων, κατά τους οποίους εξαντλήθηκαν τα ταμειακά αποθεματικά του Δημοσίου, κατέρρευσε το ελληνικό τραπεζικό σύστημα και επιβλήθηκαν capital controls. Η ανακολουθία λόγων-έργων, η απόκλιση από τις ιδεολογικές αρχές της ριζοσπαστικής Αριστεράς και η αυτοαναίρεση του ΣΥΡΙΖΑ ήταν πλέον γεγονός.

Βρισκόμαστε στο Σεπτέμβριο του 2016 και η  «αριστερά» εφαρμόζει υπό επαχθείς και δυσμενείς όρους την τρίτη δανειακή σύμβαση, διατηρώντας την ανακολουθία λόγων-έργων και την καλλιέργεια ψευδαισθήσεων πως μέσα από τον δρόμο της περικοπής εισοδημάτων και της υπερφορολόγησης θα επέλθει οικονομική ανάπτυξη.

Τούτο συνιστά μια ακόμα αυτοαναίρεση του Τσίπρα και των ιθυνόντων της Κουμουνδούρου, οι οποίοι επί πέντε χρόνια διερρήγνυαν τα ιμάτια τους για την συγκεκριμένη επιλογή στρατηγικής εξόδου της χώρας από το καθεστώς αναγκαστικού δανεισμού.

Η απορία που ταλανίζει τους Έλληνες πολίτες είναι η εξής: Η αυτοαναίρεση, ανακολουθία λόγων-έργων ήταν προϊόν της άγνοιας κινδύνου, της αφέλειας, της αυταπάτης, κατά τον ισχυρισμό του Α.Τσίπρα;

Ή μήπως προϊόν της εξουσιομανίας που διακατείχε τον πρωθυπουργό και τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ. Με δεδομένες τις ιδεολογικές καταβολές (Νεομαρξισμός, Τροτσκισμός κτλ) του/της καθενός/καθεμιάς ξεχωριστά, η τωρινή στάση συγκρούεται με την ίδια τους την συνείδηση.

Οι ερμηνείες για την μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ ποικίλουν. Ας δούμε τις  επικρατέστερες σύμφωνα με τις αναλύσεις της Πολιτικής Επιστήμης.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, ως πολιτικό υποκείμενο της Ριζοσπαστικής Αριστεράς παρουσιάζει το ίδιον του χώρου: την συστέγαση ποικίλων και αντικρουόμενων ιδεολογικών τάσεων και ως εκ τούτου χαρακτηρίζεται από εσωτερικές εντάσεις και διαφωνίες. Η αδυναμία συγκρότησης ενιαίας γραμμής μεταφέρθηκε, στην περίπτωση ΣΥΡΙΖΑ, και σε κυβερνητικό επίπεδο, με αποτέλεσμα το σημερινό αδιέξοδο. Σύμφωνα με την εν λόγω ερμηνεία, τα πολυσυλλεκτικά κόμματα της Ριζοσπαστικής Αριστεράς θα οδηγηθούν στην συγκρότηση ενός αντι-συμβατικού σοσιαλδημοκρατικού ιδεολογικοπολιτικού προφίλ. Η αντι-συμβατική σοσιαλδημοκρατία διαφέρει κατά το ότι διατηρεί σταθερές τις αξίες του κεϋνσιανισμού και την επικριτική στάση στην ΕΕ. Εν αντιθέσει, η κλασσική σοσιαλδημοκρατία αφομοιώνει τον νεοφιλελευθερισμό και τηρεί επιεικέστερη στάση σε σχέση με το ευρωπαϊκό οικοδόμημα.

Με βάση την παραπάνω εκδοχή, η μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ νοείται ως φυσικό επακόλουθο της μετεξέλιξης των κομμάτων της Ριζοσπαστικής Αριστεράς. Θα μπορούσε να λεχθεί πως η μετεξέλιξη του ΣΥΡΙΖΑ σε ένα κόμμα εγγύτερο στην σοσιαλδημοκρατία πέρασε μέσα από τους πρώτους μήνες διακυβέρνησης , κατά τους οποίους επήλθε η διάσπαση και συνάμα η αλλαγή πλεύσης προς τον  «πολιτικό ρεαλισμό ».

Η δεύτερη ερμηνεία προτάσσει ως αφετηριακή αναλυτική αρχή, το τέλος των ιστορικών κύκλων των δύο μεγάλων ιδεολογιών που γέννησε ο Διαφωτισμός, του σοσιαλισμού και του φιλελευθερισμού, παραδοσιακού και νεοφιλελεύθερου. Ο πρώτος έκλεισε τον ιστορικό του κύκλο με την πτώση του τείχους του Βερολίνου, ενώ το νεοφιλελεύθερο μοντέλο διέρχεται μια μεταβατική φάση κρίσης από το 2008, γεγονός που προκάλεσε τον κρατικό παρεμβατισμό, με σκοπό την διάσωση της οικονομίας από την ολική καταστροφή. Το νεοφιλελεύθερο μοντέλο, όμως, εξακολουθεί να κυριαρχεί. Η πολιτική ως φαινόμενο δομείται με όρους εξουσίας , αυτονομείται από την κοινωνία και υπηρετεί τον σκοπό των διεθνών αγορών. Κατ’ αυτήν την ερμηνεία, ο ΣΥΡΙΖΑ λειτούργησε ως ο  «ιδανικός υπηρέτης των διεθνών κεφαλαιαγορών », έχοντας ως προκάλυμμα την  «δήθεν κοινωνική ευαισθησία», πίσω από το οποίο έκρυβε επιμελώς το αντι-κοινωνικό του πρόσωπο. Εν ολίγοις, η Συριζαία Αριστερά μετατράπηκε σε Νέα Δεξιά, συνδυάζοντας νεοφιλελεύθερες πολιτικές με κρατικισμό(διορισμούς κομματικών στελεχών) αίσχιστου είδους, προκειμένου να διασφαλίσει την κομματική πελατεία.

Η τρίτη και τελευταία ερμηνεία συνδέεται άρρηκτα με την προηγούμενη, κατά το ότι ο ΣΥΡΙΖΑ αποτέλεσε άξιο διάδοχο της φαυλοκρατίας που δηλητηρίασε τον ελληνικό πολιτικό βίο, καθ’ όλη την διάρκεια της μεταπολίτευσης. Εντούτοις, η αιτία της μετάλλαξης του ΣΥΡΙΖΑ συσχετίζεται άμεσα με την ολιγαρχική φύση του ελληνικού πολιτικού συστήματος, στο οποίο την πολιτική κυριαρχία κατέχει η κομματοκρατία. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν επέδειξε βούληση να μεταρρυθμίσει την πολιτεία και την σχέση-κοινωνίας πολιτικής, κάτι το οποίο άλλωστε διεφάνη από την ίδια την κομματική του δομή. Το άνοιγμα στην κοινωνία ήταν προσχηματικό, καθώς η ατζέντα και η κομματική γραμμή ορίζονταν αυστηρά από τον στενό πυρήνα της ηγεσίας.

Εν κατακλείδι, η κυβερνητική πρακτική του ΣΥΡΙΖΑ τείνει να δικαιώσει ηθικοπολιτικά τον  «παλαιοκομματισμό », κάτι το οποίο θα μείνει ασυγχώρητο στην συνείδηση των υγιών δυνάμεων της κοινωνίας και ιδίως της γενιάς μου. Εάν κάποια πολιτική δύναμη δεν επιδείξει βούληση για την αντιμετώπιση των αιτιών της κρίσης, ευρισκόμενη στην κυβερνητική εξουσία, θα αναπαράγει τις ίδιες πολιτικές.

Για το κίνημα «Παραιτηθείτε»

Τις τελευταίες μέρες, προκλήθηκε μεγάλη αναστάτωση στον δημόσιο διάλογο γύρω από το κίνημα «Παραιτηθείτε» και την πολιτική του ταυτότητα.

Η κυβέρνηση έσπευσε βεβιασμένα να απαξιώσει αυτό το κίνημα διαμαρτυρίας, θεωρώντας το κομματικά υποκινούμενο και φανερώνοντας μάλιστα τις ολοκληρωτικές-αυταρχικές της τάσεις (βλέπε δηλώσεις Φίλη, Σκουρλέτη). Ο κύριος Φίλης, μάλιστα, δήλωσε πως η συγκέντρωση κινείται στα όρια της συνταγματικής νομιμότητας.

Οι συγκεκριμένοι υπουργοί οφείλουν να γνωρίζουν πως το δικαίωμα του συνέρχεσθαι και του συνεταιρίζεσθαι αποτελεί θεμελιώδες, συνταγματικά προστατευόμενο δικαίωμα του κάθε Έλληνα πολίτη. Η εντολή που έλαβαν από το εκλογικό σώμα είναι χρονικά περιορισμένη και δεν τους δίδει το δικαίωμα να εγκαθιδρυθούν μονίμως στην εξουσία, ωσάν να ήταν αυταρχικό καθεστώς.

Απ’ την άλλη, η αξιωματική αντιπολίτευση πήρε αποστάσεις “ασφαλείας” από το συγκεκριμένο κίνημα, παρότι πολλά στελέχη, βουλευτές και ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης το υποστήριξαν έμμεσα ή άμεσα. Βέβαια, δεν δόθηκε εκ μέρους της Νέας Δημοκρατίας ανοιχτή υποστήριξη και πολιτική κάλυψη. Τα υπόλοιπα κόμματα του επονομαζόμενου ευρωπαϊκού τόξου ακολούθησαν την ίδια τακτική.

Στο συλλαλητήριο της Τετάρτης, συγκεντρώθηκαν περίπου 8.000 άτομα. Δεν είχε την μαζική απήχηση που αναμένονταν και τούτο οφείλεται σε ποικίλους λόγους όπως: ο καιρός, η προσπάθεια υπονόμευσης του από πλευράς κυβέρνησης και φιλοκυβερνητικών ΜΜΕ καθώς επίσης και ο πολιτικός κυνισμός που μαστίζει την νεοελληνική κοινωνία, προερχόμενος άλλοτε από την ματαιοδοξία και άλλοτε από την αδιαφορία.

Σε ότι αφορά τον χαρακτήρα, την φυσιογνωμία και την πολιτική ταυτότητα του κινήματος τα πράγματα περιπλέκονται περισσότεροι. Πολλοί αναλυτές και δημοσιογράφοι θεωρούν το κίνημα «Παραιτηθείτε» ως την συνέχεια του «Μένουμε Ευρώπη».

11 μήνες μετά, όμως, οι πολιτικοί συσχετισμοί είναι διαφορετικοί. Το πολιτικό υποκείμενο, ΣΥΡΙΖΑ, ευρισκόμενο σε μεταβατικό στάδιο αναζητεί την νέα του θέση στο πολιτικό χάρτη (αριστερά της Σοσιαλδημοκρατίας), αναθεωρώντας τις ιδεολογικοπολιτικές του αρχές. Η επικρατούσα διαιρετική τομή, “Μνημόνιο-Αντιμνημόνιο”, από το 2010 μέχρι το 2015, τείνει να αντικατασταθεί από την νεοδιαμορφωθείσα διαιρετική τομή “Μεταρρύθμιση-Αντιμεταρρύθμιση.

Η κυβερνώσα Αριστερά συνθηκολόγησε το πιο επαχθές και εθνικά καταστρεπτικό μνημόνιο, οι συνέπειες του οποίου γίνονται αντιληπτές στην καθημερινότητα του κάθε πολίτη αυτής της χώρας.

Αυτήν την φορά δεν είναι μόνον οι υποστηρικτές του ΝΑΙ, των παραδοσιακών κομμάτων εξουσίας αλλά και οι πρώην ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ που όντας προδομένοι, αδικημένοι, εξαπατημένοι από την εγκατάλειψη των προεκλογικών δεσμεύσεων εκδηλώνουν με ειρηνικό τρόπο την αντίθεση τους στην αδιέξοδη κυβερνητική πολιτική.

Για το κίνημα “Παραιτηθείτε”

Κεντρικό σύνθημα του κινήματος «Παραιτηθείτε» είναι το «ΟΧΙ ΚΟΜΜΑΤΑ, ΟΧΙ ΧΡΩΜΑΤΑ, ΜΟΝΟ ΠΟΛΙΤΕΣ». Το μήνυμα αυτό εκπέμπει αποφασιστικότητα και παραπέμπει στις υγιείς δυνάμεις της κοινωνίας που αιτούνται την στροφή της οικονομικής πολιτικής.

Τα αιτήματα του κινήματος μοιάζουν δίκαια, λογικά, σωστά. Ιδέες-προτάσεις, βγαλμένες από το στόμα του καθημερινού πολίτη. Περιορίζονται, όμως, στην αλλαγή της οικονομικής πολιτικής χωρίς να θίγουν την βαθύτερη αιτία του ελληνικού προβλήματος, δηλαδή τις παθογένειες του ελληνικού πολιτικού συστήματος και κράτους.

Η αναθεώρηση της σχέσης κοινωνίας-πολιτικής, η θέσπιση της ευθύνης του πολιτικού προσωπικού, η διερεύνηση των εκκρεμών σκανδάλων απευθείας από την δικαιοσύνη, η αναδιάρθρωση της δημόσιας διοίκησης κ.α. αποτελούν μερικές από τις βασικές προϋποθέσεις για την επάνοδο στην ομαλότητα.

Όταν βέβαια οι διαμαρτυρόμενοι αρκούνται στην εκφώνηση αντιδραστικών συνθημάτων, στην συγκέντρωση γύρω από μια πλατεία για λίγες ώρες κάτω από τον ήλιο και στην πορεία Σύνταγμα-Ομόνοια, τότε η διαδήλωση αυτή καθ’ εαυτή κινδυνεύει να απολέσει τον χαρακτήρα της πολιτικής δράσης ή καλύτερα πολιτικής πράξης.

Για να μετουσιωθεί σε πολιτική πράξη, οι διαμαρτυρόμενοι-διαδηλωτές οφείλουν να προβούν στην διατύπωση συγκεκριμένων νομοθετικών προτάσεων που θα υποχρεώνουν το πολιτικό προσωπικό σε συμμόρφωση με την κοινωνική βούληση. (βλ. Γ.Κοντογιώργης, Κομματοκρατία και δυναστικό κράτος, Εκδ. Πατάκη, Αθήνα, 2012)

Οι κλασσικοί τρόποι συγκρουσιακής πολιτικής δράσης έχουν παρέλθει. Αφ’ης στιγμής περιορίζονται σε μικροπολιτικά αιτήματα(συνδικαλιστικά συμφέροντα κτλπ), η δράση αποτυγχάνει παταγωδώς.

Στην ρευστή-μεταβατική εποχή, την οποία διάγει η πατρίδα μας, πρέπει πρωτίστως να συνειδητοποιήσουμε ότι το ελληνικό πρόβλημα ανάγεται σε βαθύτερα πολιτικά αίτια και αναλόγως να πορευθούμε. Διότι μόνον εάν αλλάξει άρδην η δομή και η φυσιογνωμία του ελληνικού πολιτικού συστήματος, η Ελλάδα θα γνωρίσει μια υγιή, ουσιαστική -όχι επίπλαστη-, οικονομική ευημερία.

 Επομένως, το διακύβευμα του όποιου κινήματος “Παραιτηθείτε” πρέπει να συμπεριλάβει και την ουσία του ελληνικού προβλήματος στα αιτήματα του, ώστε να ασκηθεί η κατάλληλη πίεση προς την κυβέρνηση και την υπόλοιπη πολιτική τάξη.

Η διαφαινόμενη έναρξη της μακράς συζήτησης για την συνταγματική αναθεώρηση αποτελεί ίσως μια ευκαιρία κινητητοποίησης της κοινωνίας των πολιτών της διατύπωσης νομοθετικών προτάσεων εκ μέρους της για την αλλαγή του ελληνικού πολιτικού συστήματος.

 

 

Υπάρχει εναλλακτική;

Σε μια από τις πιο ασταθείς περιόδους στην νεότερη πολιτική ιστορία της Ελλάδας, με κύριο χαρακτηριστικό γνώρισμα την πολιτική παράνοια, η κατα δήλωση αριστερή κυβέρνηση εξακολουθεί να αθετεί τις προεκλογικές της δεσμεύσεις και να εγκαταλείπει τις προγραμματικές της αρχές.

Η οβιδιακή μεταμόρφωση του πολιτικού υποκειμένου ΣΥΡΙΖΑ, ξεφεύγει των ορίων της παραδοσιακής Σοσιαλδημοκρατίας. Η <<Συριζαία Αριστερά>> εναγκαλίζεται με τις πιο σκληρές-αντικοινωνικές επιδιώξεις του νεοφιλελευθερισμού. Ώστε εύστοχα ο καθηγητής Γεώργιος Κοντογιώργης την αποκαλεί <<Νέα Δεξιά>>. Η σκληρά διαπραγματευόμενη κυβέρνηση αποδέχθηκε, σχεδόν αδιαμαρτύρητα, την άνευ όρων υπαγωγή της σύνολης κρατικής περιουσίας στο αιώνιο υπερ-ταμείο αποκρατικοποιήσεων. Με την ίδια άνεση αποδέχθηκε τον <<αυτόματο κόφτη>> δημοσίων δαπανών, ο οποίος θα τίθεται σε εφαρμογή, χωρίς να απαιτείται προηγουμένως η έγκριση του κοινοβουλίου..

Ούτε ο πιο ευφάνταστος σεναριογράφος ή ο πιο ικανός προφήτης δεν θα ανέμενε πως μέσα σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα, ένα κόμμα της Ριζοσπαστικής Αριστεράς θα εξελίσσονταν στον πιο πιστό υπηρέτη του νεοφιλελευθερίσμου και των διεθνών κεφαλαιαγορών. Τούτο δεν παρατηρείται μόνον σε επίπεδο πολιτικής πρακτικής αλλά και σε επίπεδο πολιτικού λόγου.

 Η μέχρι πρότεινος πολιτική <<κυριαρχία>> του Αλέξη Τσίπρα φθίνει, κάτι το οποίο αποτυπώνεται και δημοσκοπικά. Μια σημαντική μερίδα συμπολιτών μας, όντας προδομένοι από την μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ και υφιστάμενοι τις δραματικές συνέπειες των υφεσιακών μέτρων, στηρίζει τις ελπίδες του στο πρόσωπο του Κυριάκου Μητσοτάκη, βλέποντας την ΝΔ ως την μόνη εναλλακτική.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, επιχειρώντας την εσωτερική ανασυγκρότητηση του κόμματος και χαράσσοντας το κυβερνητικό πλάνο της ΝΔ, ζητά επίμονα εκλογές και δηλώνει πανέτοιμος να αναλάβει την διακυβέρνηση της χώρας. Πόλλοι σπεύδουν να τον συγκρατήσουν και όχι αδίκως. Ο πρόεδρος της αξιωματικής αντιπολίτευσης καλείται να υπερβεί πόλλα εμπόδια που συσχετίζονται τόσο με την πορεία της χώρας, όσο και με το εσωτερικό της κεντροδεξιάς.

Η ελληνική οικονομία βρίσκεται σε μια φάση δημοσιονομικού εκτροχιασμού και η παρούσα κυβέρνηση έχει αναλάβει δεσμεύσεις που θα ταλανίζουν την χώρα για τα επόμενα χρόνια. Εάν ο Κυριάκος Μητσοτάκης αναλάβει την διακυβέρνηση της χώρας θα κληρονομήσει μια χαοτική κατάσταση, την οποία δεν θα μπορέσει να διαχειριστεί. Σε αυτήν την περίπτωση, θα κληθεί να αναλάβει το πολιτικό κόστος των δυσμενών αποφάσεων της παρούσας κυβέρνησης και θα βρεθεί αντιμέτωπος με μεγαλές κοινωνικές αντιδράσεις.

Όσον αφορά τα ενδότερα της κεντροδεξίας, ο χώρος μοιάζει πολυδιασπασμένος με πολλά νεοσύστατα κόμματα, δεξιά της ΝΔ(Νέα Δεξιά-Φαήλος Κρανιδιώτης, Εθνική Ενότητα Καρατζαφέρης) , τα όποια στοχεύουν σε νύν και πρώην ψηψοφόρους της παράταξης.

Επιπρόσθετα, οι πρόσφατες δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η ΝΔ δεν δύναται να σχηματίσει αυτοδύναμη κυβέρνηση και ως εκ τούτου θα αναγκαστεί να συνεργαστεί με τις άλλες δυνάμεις του επονομαζόμενου ευρωπαϊκού τόξου (ΠΑΣΟΚ, ΠΟΤΑΜΙ, ΕΝΩΣΗ ΚΕΝΤΡΩΩΝ). Αν, όμως, κάποιος συγκαταλέξει και τον ΣΎΡΙΖΑ στις λεγόμενες ευρωπαϊκές δυνάμεις, μπορεί να αποκλειστεί μια ευρύτερη συνεργασία και η συγκρότηση μιας <<οικουμενικής>> ή <<μεταβατικής>> κυβέρνησης;.

ΣΥΡΙΖΑ και Νέα Δημοκρατία δεν τολμούν να διακηρύξουν ούτε προγραμματικά τις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις στην λειτουργία του κράτους και του πολιτικού συστήματος. Η συνταγματική αναθεώρηση, η ανανέωση της σχέσης κοινωνίας-πολιτικής, η αναδιάρθρωση της δημόσιας διοίκησης είναι μερικές από τις μεταρρυθμίσεις που μπορούν να σταθούν ως ισοδύναμα μέτρα προκειμένου να αρθούν οι δυσμενείς όροι της ισχύουσας δανειακής σύμβασης. Οι συνθήκες θα καταστήσουν αναπόφευκτη την συγκρότηση μιας μεταβατικής, οικουμενικής κυβέρνησης, απαρτιζόμενης από μη πολιτικά πρόσωπα, με σκοπό την επάνοδο στην ομαλότητα μέσω της εκκαθάρισης του ελληνικού πολιτικού συστήματος.

Εάν ο Κυριάκος Μητσοτάκης και η ΝΔ αποφασίσουν να συγκρουστούν με τον ίδιο τους τον εαυτό και θέσουν ως στόχο την άρση των παθογενειών, τότε τα δεδομένα αλλάζουν. Εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του Κυριάκου Μητσοτάκη , να αποδείξει το εάν όντως είναι μεταρρυθμιστής και πολιτικά γενναίος, ώστε να επέλθει η εκ των έσω εκκαθάριση του ελληνικού πολιτικού συστήματος.

Επανερχόμενοι στο αρχικό μας ερώτημα: Ποια η εναλλακτική; Η όποια πολιτική δύναμη τολμήσει την ανανέωση του ελληνικού πολιτικού συστήματος, υπερβαίνοντας τις διχαστικές ετικέτες και τα τεχνητά διλήμματα που δηλητηρίαζαν επί χρόνια την πολιτική και κοινωνική ζωή της χώρας.

Μπλόκο στον «παραλογισμό”

Οι εξελίξεις των τελευταίων τριών εβδομάδων αποκαλύπτουν σιγά-σιγά το αληθινό πρόσωπο ενός κόμματος, κατ’ όνομα ριζοσπαστικά αριστερού, κατ’ ουσίαν νεοφιλελεύθερου <<αριστερού>> που επαγγέλοταν την κοινωνική προστασία, την δίκαιη ανακατανομή των βαρών και κατέληξε να πολιτεύεται με τον ίδιο τρόπο, όπως το αλήστου μνήμης κραταιό ΠΑΣΟΚ και η <<πασοκίζουσα>> Νέα Δημοκρατία.

 

Αξίζει να αναφερθεί, η συγγνώμη του Μανώλη Γλέζου προς τον ελληνική κοινωνία δίοτι,όπως υποστήριξε δεν γνώριζε ότι η μόνη έγγνοια των πρώην συντρόφων του ήταν η <<εξουσία>>. Ώστε να επιβεβαιώνεται πανηγυρικά ο προβληματισμός εκείνων των ανθρώπων που θέλουν την ίδια την εξουσία, ως έννοια και ως φαινόμενο, πλήρως αντίθετη προς την κοινωνική ελευθερία. Η εμμονή του εκάστοτε κυβερνώντος κόμματος να εφαρμόζει πολιτικές αναντίστοιχες προς την κοινωνική βούληση είναι μια άκομη επιβεβαίωση αυτού του προβληματισμού.

 

Αλήθεια, διεξήχθη, κάποιος ανοιχτός και ειλικρινής διάλογος της κυβέρνησης με την κοινωνία για το νέο Ασφαλιστικό; Ή μήπως ένα ωραίο πρωινό του Γενάρη, ο αρμόδιος υπουργός παρουσίασε ένα σχέδιο που έλαβε μόνον την έγκριση του κυβερνητικού συμβουλίου;

 

Συγχωρέστε με για τoν πρώτο ενικό αλλα είχα <<προειδοποιήσει>> απο την επομένη των εκλογών του Σεπτέμβρη, ότι εάν η νεοσύστατη τότε κυβέρνηση δεν μετριάσει τις κοινωνικές αδικίες του τρίτου μνημονίου και αθετήσει ξανά τις προεκλογικές της υποσχέσεις, θα συναντήσει αντιδράσεις, ανάλογες με εκείνες που συνάντησε η κυβέρνηση του Γ.Παπανδρέου (2009-2011). Εκέινον τον καιρό, όμως, οι πανηγυρισμοί στην Κουμουνδούρου δεν έλεγαν να κοπάσουν και οι κομματικοί ταγοί του ΣΥΡΙΖΑ έκλειναν τα αυτιά τους ή διερρήγνυαν τα ιμάτιά τους προς οποιαδήποτε κριτική ή αντίθετη άποψη.

 

Πως θα επιτυγχάνονταν μια κοινωνικά δίκαιη εφαρμογή της συμφωνίας, χωρίς να θιγούν αυτοί που  προκάλεσαν την οικονομική κρίση στην χώρα μας;

 

Το οικονομικό πρόβλημα δεν δημιουργήθηκε από τους χαμηλοσυνταξιούχους που λαμβάνουν το ΕΚΑΣ, ούτε από τους φτωχούς και μεσαίους αγρότες, ούτε από τους νέους δικηγόρους, ούτε από τους νέους επιστήμονες. Ένας δυσλειτουργικός κρατικός μηχανισμός σε αγαστή συνεργασία με ένα παρηκμασμένο πολιτικό σύστημα μετέτρεψαν την διαφθορά, την φοροδιαφυγή σε <<τρόπο επιβίωσης>> και το ρουσφέτι σε <<επιλογή καριέρας>>.

 

Πρωτού οι μαζικές κοινωνικές αντιδράσεις(μπλόκα αγροτών, διαδηλώσεις, απεργιακές κινητοποιήσεις) λάβουν ανεξέλεγκτες διαστάσεις, η κυβέρνηση και ο ίδιος ο πρωθυπουργός οφείλουν σε πρώτο στάδιο να αποσύρουν αυτό το άθλιο σχέδιο για το Ασφαλιστικό και να ξεκινήσουν από μηδενική βάση έναν έντιμο διάλογο με την κοινωνία και τα υπόλοιπα κόμματα. Σε κάθε άλλη περίπτωση, έπονται ραγδαίες πολιτικές εξελίξεις που θα ανοίξουν έναν νέο κύκλο περιπέτειας για την ελληνική οικονομία και κοινωνία!

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Γενναίο άνοιγμα στην κοινωνία ή συντήρηση των θυλάκων του παλαιοκομματισμού;

Το 2016 ήλθε και πρόεδρος στην ΝΔ δεν εξελέγη ακόμα. Αυτήν την φορά, δεν ήταν τα τεχνικά προβλήματα, καθώς η διαδικασία εξελίχθηκε ομαλά και η προσέλευση του κόσμου ικανοποίησε αρκετά τους κομματικούς ταγούς της ΝΔ. Σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από το καταστατικό, η επανάληψη της διαδικασίας θα μπορούσε να αποφευχθεί σε δύο περιπτώσεις:

α) Αν ο πρώτος συγκέντρωνε 50% συν μία ψήφο

β) Ακόμα και αν ο πρώτος συγκέντρωνε ποσοστό λιγότερο του 50% και ο δεύτερος παραιτείτο της υποψηφιότητας του, τότε ο πρώτος θα εκλεγόταν πρόεδρος από τον α’ γύρο.

 

Τίποτα απο τα δύο δεν συνέβη και την ερχόμενη Κυριακή 10/1, θα διεξαχθεί ο δεύτερος γύρος των εσωκομματικών εκλογών της ΝΔ. Βαγγέλης Μεϊμαράκης και Κυριάκος Μητσοτάκης διεκδικούν την ηγεσία της ΝΔ.

 

Αναλυτικά τα αποτελέσματα του πρώτου γύρου.

Ευάγγελος Μεϊμαράκης : 39,8%   (160.823 ψήφους)

Κυριάκος Μητσοτάκης :  28,5%   (115.162 ψήφους)

Απόστολος Τζιτζικώστας : 20,3 %  (82.028 ψήφους)

Άδωνις Γεωργιάδης :       11,4 %  (46.065 ψήφους)

Το αποτέλεσμα του πρώτου γύρου ερμηνεύθηκε ως μια κεντρώα επιλογή των ψηφοφόρων της ΝΔ, καθότι οι υποψηφιότητες Ά. Γεωργιάδη και Άπ. Τζιτζικώστα απέκτησαν έναν καθαρά έως και σκληρά δεξιό χαρακτήρα τόσο ως προς τα στελέχη που τους στήριζαν(βλέπε Μπαλτάκος-Βορίδης σε Τζιτζικώστα), όσο και ως προς την πολιτική τους ρητορική(Ο Άδωνις δήλωνε καθαρά δεξιός).

Η Νέα Δημοκρατία ανήκει ιδεολογικά στον χώρο της κεντροδεξιάς. Τούτο, όμως, ποτέ δεν αποτελούσε πανάκεια. Πάντοτε υπήρχαν τρείς τάσεις στην παράταξη αυτή: η φιλοευρωπαϊκή-μεταρρυθμιστική-κεντρώα, η λαϊκή δεξιά και η συντηρητική πτέρυγα που συγκέντρωναν μέχρι και ακροδεξιούς, βασιλόφρονες κτλ. Καθ’ όλη την διαδρομή της ΝΔ υπερείχε η πρώτη τάση, καθώς ήταν αυτή που ακολουθούσε την παρακαταθήκη του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Κανείς δεν ξεχνά, άλλωστε, την ιδρυτική διακήρυξη του κόμματος. Οι αρχές που τέθηκαν σε αυτό το κείμενο ήταν πολύ πιο μπροστά από την εποχή που εγράφησαν. Σε μια περίοδο με έντονα ακόμα τα πολιτικά πάθη, ήταν προοδευτικό να μιλήσει κάποιος για «διχαστικές, παραπλανητικές ετικέτες Αριστερά-Δεξιά» και να θέσει υπεράνω όλων την ενότητα του ελληνικού λαού, που επαπειλούνταν όσο τίποτα άλλο. Πέρασαν 42 χρόνια από τότε. Στην διάρκεια αυτών των ετών, η ΝΔ τήρησε ελάχιστα αυτές τις αρχές και διέπραξε σφάλματα, βλαπτικά για την χώρα, μιμούμενη σε αρκετές περιπτώσεις τις πρακτικές του βαθέως και κραταιού ΠΑΣΟΚ. Εν έτει 2016, δεν μπορείς να πολιτευθείς, προτάσσοντας μόνον τις καραμανλικές αρχές, αλλά χρησιμοποιώντας τις ως το ηθικοπολιτικό σου θεμέλιο και προσαρμόζοντάς τις στις σύγχρονες απαιτήσεις.

Οι τρείς προαναφερόμενες ιδεολογικές τάσεις εντός του κόμματος, αν και ως εκ της φύσεως τους συγκρουόμενες, δεν στάθηκαν ως αφορμή για τους «εσωκομματικούς εμφυλίους» που ξεσπούσαν κατά καιρούς. Οι όποιες διασπάσεις, προκλήθηκαν μόνον εξαιτίας της πολιτικής αλαζονείας ορισμένων και όχι λόγω ιδεολογικών διαφορών. Οι τελευταίες χρησιμοποιούνταν ως «προφάσεις εν αμαρτίαις» για να δικαιολογήσουν την υπέρμετρη φιλοδοξία που τύφλωνε κατά κυριολεξία στελέχη ικανά, που απολάμβαναν της εμπιστοσύνης του εκάστοτε προέδρου, με πιο τρανταχτό παράδειγμα την αποχώρηση του Αντώνη Σαμαρά το 1993 και την ίδρυση της Πολιτικής Άνοιξης. Προηγήθηκε αυτής η Δημοκρατική Αναγέννηση του Στεφανόπουλου και ακολούθησαν αυτής: το ΚΕΠ του Αβραμόπουλου, το ΛΑΟΣ του Καρατζαφέρη καθώς επίσης οι εκ των έσω υπονομευτές, όπως οι συνδικαλιστικές ομάδες και συντεχνίες, που πάντοτε καιροφυλακτούσαν, ιδιαίτερα την περίοδο του Κ. Καραμανλή 2004-2009. Ενώ οι εντάσεις και οι διασπάσεις δεν αποτελούν εγγενές στοιχείο της κεντροδεξιάς, όπως συμβαίνει στην ριζοσπαστική Αριστερά, η κεντροδεξιά στην Ελλάδα είχε πάντοτε αυτήν την ιδιαιτερότητα.

Γιατί κάνουμε αυτήν την ιστορική αναδρομή; Ποια η σημασία της;

Όλες σχεδόν οι διασπάσεις έγιναν σε περιόδους που η Νέα Δημοκρατία κυριαρχούσε πολιτικά και απολάμβανε την εμπιστοσύνη της πλειοψηφίας του ελληνικού λαού. Στην τωρινή συγκυρία, που η πολιτική της κυριαρχία έχει χαθεί και η εσωκομματική γκρίνια έχει γίνει καθημερινότητα, πως μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο μιας διάσπασης ή αυτοδιάλυσης, υποκινούμενη ξανά από προσωπικά συμφέροντα με πρόσχημα τις δήθεν «πολιτικές διαφορές» ;

 

Οι δύο διεκδικητές , Β.Μειμαράκης και Κ.Μητσοτάκης, δεν απέχουν πολύ ιδεολογικά. Βέβαια αποτελούν δύο διαφορετικές προσωπικότητες, με διαφορετικές αφετηρίες, διαφορετική «κοινωνική καταγωγή» και κυρίως διαφορετικό τρόπο επικοινωνίας με τον κόσμο.

 

Αδιαμφισβήτητα ο Ευάγγελος Μεϊμαράκης, με την λαϊκότητα, την αμεσότητα και τον αυθορμητισμό του είναι ιδιαίτερα προσφιλής προς τα μεσαία και χαμηλά στρώματα της κοινωνίας, εκείνους δηλαδή τους ανθρώπους που επλήγησαν και αδικήθηκαν περισσότερο στην κρίση. Η ΝΔ σημείωσε τις μεγαλύτερες εκλογικές απώλειες σε αυτά τα κοινωνικά στρώματα, την άλλοτε παραδοσιακή βάση ψηφοφόρων της κεντροδεξιάς. Αρκεί κανείς να ανατρέξει στον «εκλογικό χάρτη» και να κοιτάξει τα ποσοστά της ΝΔ στις λαϊκές γειτονιές. Ο Μεϊμαράκης απολαμβάνει την στήριξη μεγάλου αριθμού στελεχών, ενώ η καραμανλική πτέρυγα τον θεωρεί «εγγυητή της ενότητας».

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, νέος, οπαδός του φιλελευθερισμού και των μεταρρυθμίσεων, με πολύ καλό βιογραφικό, πείθει μια σημαντική μερίδα Νεοδημοκρατών. Διαθέτει ένα συγκεκριμένο πλάνο, χρονικά προσδιορισμένο για την αναγέννηση του κόμματος. Ο ίδιος υποστηρίζει ότι τον Μάιο, η ΝΔ θα διαθέτει ολοκληρωμένη πρόταση διακυβέρνησης, αφού πρώτα θα έχει προβεί στην απαραίτητη εσωκομματική αναδιοργάνωση.

 

Στους δυο υποψηφίους έχουν προσάψει ουκ ολίγα. Ο Βαγγέλης Μειμαράκης έχει κατηγορηθεί ως «εκπρόσωπος του παλαιού», ενώ αρκετοί κάνουν λόγο για «βαρωνίες» και για «έλλειψη σχεδίου». Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, λόγω του ότι είναι γιός του τέως πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, κατηγορείται ως «τζάκι», ως «συνέχιση της οικογενειοκρατίας». Οι επικριτές του έχουν φθάσει μάλιστα σε σημείο να υποστηρίζουν ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχτισε την επαγγελματική και πολιτική του καριέρα, αξιοποιώντας το όνομά του. Άλλοι τον χαρακτηρίζουν «νεοφιλελεύθερο».

 

Για όλες τις παραπάνω «κατηγορίες» θα μπορούσαν να λεχθούν αρκετά. Είθισται, τα δημόσια πρόσωπα να υφίστανται αρνητική κριτική, η οποία πολλές φορές υπερτονίζεται έναντι των προτερημάτων τους. Κανέναν και καμιά, όμως, δεν απασχολούν οι εσωκομματικές έριδες για μικροπολιτικούς λόγους.

 

Όποιος εκ των δύο εκλεγεί, οφείλει να προχωρήσει σε έκτακτο συνέδριο εντός του Φεβρουαρίου, ώστε να πραγματοποιηθούν οι απαραίτητες αλλαγές στο καταστατικό που θα επιτρέψουν την ενδοκομματική δημοκρατία (συμμετοχή όλων στην διαμόρφωση των θέσεων του κόμματος μέσω ηλεκτρονικών δημοψηφισμάτων κτλ) και ακολούθως θα ανοίξουν τις πόρτες των γραφείων της ΝΔ στην κοινωνία. Για τα ελληνικά δεδομένα, ένα γενναίο άνοιγμα στην κοινωνία θα στείλει το μήνυμα της αλλαγής σελίδας, μέσα από μια πρωτότυπη μέθοδο λήψης αποφάσεων. Ενδέχεται ένα τέτοιο άνοιγμα να συναντήσει αντιδράσεις από τους γνωστούς θύλακες του «παλαιοκομματισμού», οι οποίοι βρίσκονται σε ετοιμότητα για να προκαλέσουν διάσπαση. Στην περίπτωση αυτή, βέβαια, πιθανές αποχωρήσεις και διασπάσεις δεν θα επηρεάσουν αρνητικά το κόμμα, αφ’ ης στιγμής η νέα ηγεσία θα έχει ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας στο πλευρό της, με ενεργό ρόλο. Η ολοκληρωμένη, εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης μπορεί να διαμορφωθεί στην βάση αυτού του μοντέλου λήψης αποφάσεων, κατά την εφαρμογή του οποίου, όλες και όλοι, από τον απλό φίλο μέχρι και τον πρόεδρο του κόμματος, θα συναποφασίσουν τις θέσεις και προτάσεις της παράταξης.

 

Ίσως κάποιοι να πουν ότι τα ως άνω λεγόμενα μου είναι «σενάρια επιστημονικής φαντασίας», αλλά κατά την ταπεινή μου άποψη η ενεργός συμμετοχή όλων στις αποφάσεις του κόμματος είναι απαραίτητη προϋπόθεση για το «άνοιγμα στην κοινωνία» που συνεχώς διατείνονται ότι θα κάνουν οι δύο υποψήφιοι. Η εποχή, κατά την οποία οι ολιγομελείς ομάδες που περιστοίχιζαν τον εκάστοτε πρόεδρο, αποφάσιζαν σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, πρέπει να περάσουν ανεπιστρεπτί. Η σιδηρά και αυστηρή εσωκομματική ολιγαρχία είναι ίδιον της παρακμής ενός κόμματος.

 

Με τις απαραίτητες καταστατικές αλλαγές, με τους φίλους και τα μέλη σε ενεργό ρόλο και όχι ως χειροκροτητές, η Νέα Δημοκρατία μπορεί να επιτύχει την ανανέωση της . Με κλειστές πόρτες, πρακτικές του παρελθόντος και εκ των έσω υπονόμευση η κεντροδεξιά παράταξη θα διολισθήσει σε ιστορικά χαμηλά και τότε αναπόφευκτα θα επέλθει διάσπαση ή αυτοδιάλυση. Εναπόκεινται στην διακριτική ευχέρεια του νέου πρόεδρου, οι αποφάσεις για το μέλλον του κόμματος.

Γενναίο άνοιγμα στην κοινωνία ή συντήρηση των θυλάκων του «παλαιοκομματισμού»;

Χειροκροτητές ή ενεργά συμμετέχοντες οι απλοί υποστηρικτές και τα μέλη;

 

Όλα τα ερωτήματα θα απαντηθούν από την νέα ηγεσία!

Η πολιτική ανασκόπηση του 2015

Από τις 25 Γενάρη στο δημοψήφισμα, το δημοψήφισμα, οι μετέπειτα εξελίξεις και τα συμπεράσματα.

Αναμφίβολα το 2015, υπήρξε το πιο ανατρεπτικό και περιπετειώδες πολιτικά έτος στην σύγχρονη πολιτική ιστορία της χώρας, εντασσόμενο στο ξεχωριστό κεφάλαιο που άνοιξε το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης το 2010.

Ανατροπές, μεταβολές, περιπέτειες και τρείς εκλογικές αναμετρήσεις: δύο βουλευτικές εκλογές και ένα δημοψήφισμα.

Οι πρωταγωνιστές, ποιοι άλλοι; Ο Αλέξης Τσίπρας, ο νέος και πολλά υποσχόμενος πρωθυπουργός. Ο Γιάνης Βαρουφάκης, ο διάσημος οικονομολόγος που ανέλαβε το πιο νευραλγικό υπουργείο. Οι ευρωπαίοι ηγέτες: Η Άνγκελα Μέρκελ, ο Φρανσουά Ολάντ, ο Ματέο Ρέντσι. Οι ευρωπαίοι αξιωματούχοι: ο Ζανγκ Κλόντ Γιούνκερ, ο Ντόναλντ Τούσκ.Και φυσικά οι θαμώνες του Eurogroup με πρώτο τον Β. Σόιμπλε, τον υπουργό Οικονομικών της Γερμανίας. Όλη η πορεία των εξελίξεων από την στιγμή της ανάληψης της διακυβέρνησης από τον ΣΥΡΙΖΑ μέχρι και σήμερα, παρουσιάζεται στο ντοκιμαντέρ του Paul Mason σε 4 επεισόδια.

Κάθε επεισόδιο περιγράφει κάθε φάση της επτάμηνης διαπραγμάτευσης-θρίλερ. Εκτός απο τους κυρίαρχους πρωταγωνιστές, ο Paul Mason φροντίζει να εξασφαλίσει συνεντεύξεις από μια δημοσιογράφο της Αυγής, μια ηθοποιό και έναν εργάτη. Αποτυπώνεται -έστω και στοιχειωδώς- ο αντίκτυπος της κάθε εξέλιξης στην ελληνική κοινωνία. Μέσα απο τις συναισθηματικές αντιδράσεις των τριών αυτών ανθρώπων , αντιλαμβάνεται κανείς το πόσο απότομα μεταβάλλονταν η ψυχολογία των πολιτών όλο αυτό το διάστημα. Η αισιοδοξία διαδεχόταν την ανασφάλεια, η χαρά την λύπη, το αίσθημα <<εθνικής υπερηφάνειας>> αυτό της <<εθνικής αυτοταπείνωσης>> και τανάπαλιν.

Από τις 25 Γενάρη ως το δημοψήφισμα.

Ο πολιτικός σεισμός στην Ελλάδα του 2015, ξεκινά με τις εκλογές του Γενάρη. Ο ΣΥΡΙΖΑ κερδίζει τις εκλογές, με το σύνθημα << Η ΕΛΠΙΔΑ ΕΡΧΕΤΑΙ>> και υποσχόμενος να υλοποιήσει ένα πρόγραμμα που κατ’ ουσίαν τερμάτιζε την λιτότητα και περιείχε μόνον παροχές( αυξήσεις μισθών-συντάξεων, φοροαπαλλαγές). Με το σύνθημα <<Η ΤΡΟΙΚΑ ΤΕΛΕΙΩΣΕ, ΤΑ ΜΝΗΜΟΝΙΑ ΤΕΛΕΙΩΣΑΝ>>, ο Αλέξης Τσίπρας χαιρετίζει το κατενθουσιασμένο πλήθος έξω απο τα Προπύλαια, το βράδυ των εκλογών.

Την επόμενη μέρα, σχηματίζει κυβέρνηση συνεργασίας με το κόμμα των ΑΝΕΛ του Π.Καμμένου. Τα χρονικά περιθώρια για την νέα κυβέρνηση ήταν οριακά. Στις 20/2 έληγε η παράταση του δεύτερου μνημονίου που υπέγραψε η απερχόμενη κυβέρνηση Σαμαρά. Τό δύσκολο έργο αναλαμβάνει ο Γιάνης Βαρουφάκης, στον οποίο ο πρωθυπουργός επεδείκνυε απόλυτη εμπιστοσύνη. Ακολούθησε η επίσκεψη γνωριμίας του Ντάισεμπλουμ στήν Αθήνα, στο πλαίσιο της οποίας εκδηλώθηκαν και επισήμως οι προθέσεις της νέας κυβέρνησης. Στην κοινή συνέντευξη των Βαρουφάκη-Ντάισεμπλουμ, ο Γ.Βαρουφάκης δηλώνει ξεκάθαρα πως δεν αναγνωρίζει το <<σαθρό οικοδόμημα της ΤΡΟΙΚΑ>>. Η έκφραση του προσώπου του Ντάισεμπλουμ στο άκουσμα αυτών των λέξεων προμηνύει την συνέχεια.

Ο Γ.Βαρουφάκης υιοθέτησε μια στρατηγική μαξιμαλισμού που έφθανε στα όρια της ρήξης με τους δανειστές. Με <<όπλα>> του την <<δημιουργική ασάφεια>> και στόχο την μεγιστοποίηση των οφελών, επέδειξε μια σκληρή, συγκρουσιακή στάση απέναντι στους εταίρους. Εν τω μεταξύ, η φυγή κεφαλαίων απο τις τράπεζες είχε ξεκινήσει με αποτέλεσμα να ενεργοποιηθεί ο έκτακτος μηχανισμός ELA. Η στάση των δανειστών ,απ’ την άλλη, ίδια και απαράλλαχτη, χωρίς καμία διάθεση υποχώρησης. Η ημερομηνία-deadline πλησίαζε και οι απειλές για Grexit επανήλθαν στο προσκήνιο. Τελικά, το βράδυ της 20/2, ύστερα απο πολύωρες και επίπονες διαπραγματεύσεις, επιτυγχάνεται τετράμηνη παράταση του δεύτερου μνημονίου. Το περιεχόμενο της συμφωνίας, αόριστο, ασαφές και γενικόλογο. Οι δανειστές έθεσαν ως όρο για την χρηματοδότηση της χώρας μας, την λήψη εξειδικευμένων μέτρων και ανέμεναν συγκεκριμένες προτάσεις.

Η διαπραγμάτευση δεν σταμάτησε στις 20/2. Ο Γ.Βαρουφάκης εξακολούθησε να εφαρμόζει την γνωστή τακτική του με αποτελέσμα να καταστεί το πιο μισητό και αναξιόπιστο πρόσωπο στους ευρωπαίους αξιωματούχους και στους υπουργούς Οικονομικών των υπολοίπων χωρών. Εν αντιθέσει, στο εσωτερικό της χώρας, ήταν το πλέον αγαπητό και πιο δημοφιλές πρόσωπο. Η ελληνική κοινή γνώμη ήταν υποστηρικτική απέναντι στην συγκρουσιακή στάση της κυβέρνησης. Ωστόσο, η κατάσταση παρέμενε στάσιμη. Ενώ οι διαπραγματεύσεις ήταν σε εξελίξη, τα κυβερνητικά στελέχη διεμήνυαν ήδη οτι πολλές απο τις προεκλογικές δεσμεύσεις του ΣΥΡΙΖΑ αναστέλλονται ή μετατίθενται χρονικά.

Φθάνοντας στα μέσα Απριλίου, οι διαπραγματεύσεις βρίσκοταν στο απόλυτο αδιέξοδο. Ο χρόνος λειτουργούσε εναντίον μας. Τα ταμειακά αποθεματικά του κράτους λιγόστευαν, η κεφαλαιακή ανεπάρκεια των τραπεζών δυσχέραινε και η λήξη της παράτασης του προγράμματος πλησίαζε. Οι δανειστές ζητούσαν πλέον ευθέως την αποπομπή του Γ. Βαρουφάκη ακόμα και από την θέση του υπουργού. Η κρισιμότητα της κατάστασης είχε επηρεάσει το Μέγαρο Μαξίμου και ο Αλέξης Τσίπρας επέλεξε σε πρώτο στάδιο να αντικαταστήσει τον Γ. Βαρουφάκη από επικεφαλής της διαπραγμάτευσης και να τοποθετήσει στην θέση του τον Ευκλείδη Τσακαλώτο.

Όλα έδειχναν πως οδεύουμε σε ένα νέο μνημόνιο λιτότητας. Η κυβέρνηση επιζητούσε μεν έναν έντιμο συμβιβασμό, αλλά οι εταίροι απέρριπταν κάθε τέτοιο ενδεχόμενο. Ο χρόνος περνούσε και τα κρατικά ταμεία άδειαζαν. Προκειμένου το κράτος να ανταπεξέλθει στις εσωτερικές του υποχρεώσεις, να πληρωθούν μισθοί και συντάξεις, η κυβέρνηση έλαβε την απόφαση να μην πληρωθεί η δόση στο ΔΝΤ. Ενδεικτική της κρισιμότητας της κατάστασης ήταν και η δέσμευση των αποθεματικών των δημοσίων οργανισμών, σε ενιαίο λογαριασμό στην Τράπεζα της Ελλάδος.

Η λήξη του προγράμματος είναι κοντά και η κυβέρνηση συνειδητοποιεί οτι πρέπει να υποχωρήσει, εγκαταλείποντας την πρότερη στάση της. Το ενδεχόμενο της σύναψης ενός νέου μνημονίου συναντά εσωκομματικές αντιδράσεις, με την πτέρυγα Λαφαζάνη να προειδοποιεί πως θα το καταψηφίσει. Η αντιπολίτευση ζητά πάση θυσία να επιτευχθεί συμφωνία. Μέσα στο γενικότερο κλίμα αβεβαιότητας, γεννάται ένα νέο κίνημα διαδηλωτών, οι <<Μένουμε Ευρώπη>> που ζητούν απο την κυβέρνηση να υπογράψει ένα νέο μνημόνιο λιτότητας.

Το οικονομικό επιτελείο και η διαπραγματευτική ομάδα έχουν ήδη ετοιμάσει μια πρόταση, μεστή από υφεσιακά μέτρα, ύψους 8 δις και την αποστέλλουν στους δανειστές. Διανύουμε πλέον την τελευταία εβδομάδα πριν την λήξη του προγράμματος.

Δευτέρα 22/6/2015, Βρυξέλλες. Η διαπραγμάτευση περνά από τεχνοκρατικό σε κορυφαίο πολιτικό επίπεδο. Ο Αλέξης Τσίπρας παίρνει πάνω του το δύσκολο έργο. Στην αρχή οι δανειστές δείχνουν ικανοποιημένοι και έτοιμοι να αποδεχθούν την ελληνική πρόταση. Στην πορεία, ζητούν επιπλέον μέτρα και αποστέλλουν την δική τους πρόταση, υπο την μορφή τελεσιγράφου.

Παρασκευή 27/6/2015. Η κυβέρνηση αποχωρεί αιφνιδιαστικά από το τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Ο πρωθυπουργός επιστρέφει εσπευσμένα στην Αθήνα και ανακοινώνει την διεξαγωγή δημοψηφίσματος για την αποδοχή ή μη της εκβιαστικής πρότασης των δανειστών.

Η εβδομάδα του δημοψηφίσματος και οι μετέπειτα εξελίξεις

Κυριακή 30/6/2015. Η ΕΚΤ αποφασίζει αντιδραστικά και παράνομα να διακόψει τον ELA, με αποτέλεσμα να κλείσουν οι ελληνικές τράπεζες και να επιβληθούν capital controls.

Τρείς μέρες πριν την λήξη του προγράμματος και η χώρα βρίσκεται ήδη σε αποδιοργάνωση. Οι πολίτες νιώθουν απόλυτα μπερδεμένοι και διχασμένοι. Τα ιδιωτικά κανάλια υποστηρίζουν ανοιχτά το <<ΝΑΙ>> και προπαγανδίζουν νυχθημερόν, εκτοξεύοντας απίστευτα ψεύδη όπως: <<Αν επικρατήσει το Όχι, η Ελλάδα θα βγει από το ευρώ>>, δηλώσεις οι οποίες διαψεύδονταν και από τους ίδιους τους δανειστές σε αρκετές των περιπτώσεων. Επιχειρούνταν μια προσπάθεια αλλοίωσης του ερωτήματος του δημοψηφίσματος από τα μέσα ενημέρωσης. Οι πολίτες που υποστήριζαν τον ΝΑΙ χωρίζοταν σε δύο κατηγορίες. Η πρώτη περιελάμβανε εκείνους που έντρομοι, συγκλονισμένοι και έχοντας υποστεί τις πρώτες συνέπειες των capital controls ακολούθησαν την <<καθεστηκυία προπαγάνδα>>. Η άλλη αφορούσε τις επιχειρηματικές, κομματικές ελίτ και τις ομάδες συμφερόντων που ωσαν να μην είχαν καμία ευθύνη για την τραγική κατάσταση της οικονομίας, υπερασπίζονταν με πάθος το <<ΝΑΙ>> για να <<σωθεί η χώρα>>. Οι πολίτες που υπερασπίζονταν το <<ΟΧΙ>> παρέμεναν ψύχραιμοι και αποφασισμένοι. Στις 30/6, η Ελλάδα δεν καταβάλλει την δόση της στο ΔΝΤ και τίθεται υπο καθεστώς αργίας. Καθημερινά, λαμβάνουν χώρα εκδηλώσεις υπέρ του ΝΑΙ η του ΟΧΙ. Οι δημοσκοπήσεις, χειραγωγημένες και κατευθυνόμενες, έδειχναν προβάδισμα υπέρ του ΝΑΙ.

Κυριακή 5/7: Η σιωπηρή πλειοψηφία του ΟΧΙ δίδει την δυναμική της απάντηση την ώρα της κάλπης. Το 62% των πολιτών απορρίπτει το εκβιαστικό τελεσίγραφο των δανειστών. Δεν ήταν μια πράξη υποστηρικτική στον Α.Τσίπρα, ούτε μπορούσαν να χωρέσουν κομματικές γραμμές ή εντολές σε μια στάση εθνικής αξιοπρέπειας. 3.000.000 φτωχοί, 1.500.000 άνεργοι, 5000 αυτοκτονίες. Ολα τα παραπάνω ήταν αρκετά για να ξεχειλίσει το ποτήρι.

Η γενναία πράξη του ελληνικού λαού, μια πράξη με τεράστιο ιστορικό συμβολισμό, δεν εστράφη ενάντια στο ίδιο το ευρωπαικό οικοδόμημα, όπως κάποιοι ύπουλα και σκοπίμως την ερμήνευσαν. Η ελληνική κοινωνία επιζητά κοινωνική δικαιοσύνη, σεβασμό στα ανθρώπινα δικαιώματα, δίκαιη ανακατανομή των βαρών και τιμωρία των υπαιτίων της κρίσης.

Το μήνυμα της 5/7 δεν μετουσιώνεται πολιτικά. Σε πρώτο στάδιο, ο Α.Τσίπρας καθαιρεί τον Γιάνη Βαρουφάκη απο Υπουργό Οικονομικών και την αμέσως επόμενη μέρα συγκαλείται απο τον πρόεδρο της Δημοκρατίας, το συμβούλιο των πολιτικών αρχηγών. Το ΟΧΙ φαίνεται να αγνοείται. Η κυβέρνηση ζητά εξουσιοδότηση να διαπραγματευτεί, παρουσιάζοντας μια πρόταση σχεδόν ταυτόσημη με αυτήν που απορρίφθηκε στο δημοψήφισμα.

Η ελληνική κυβέρνηση λαμβάνει την εξουσιοδότηση από την Βουλή. Το κλίμα στις Βρυξέλλες είναι εξόχως αρνητικό για την Ελλάδα. Η απειλή του Β.Σόιμπλε γίνεται πράξη και το σχέδιο για ελεγχόμενη έξοδο της χώρας μας απο την Ευρωζώνη κατατίθεται στο Eurogroup της 11/7, υποστηριζόμενο απο την Γερμανία, την Λετονία, την Εσθονία την Λιθουανία, την Ολλανδία, την Φινλανδία, την Σλοβακία και την Σλοβενία.

Κυριακή 12/7. Συγκαλείται εκτάκτως Σύνοδος Κορυφής των ηγετών της Ευρωζώνης. Ο Α.Τσίπρας μεταβαίνει στις Βρυξέλλες. Η Α. Μέρκελ, προσερχόμενη στην Σύνοδο δηλώνει τα εξής: <<Όχι σε συμφωνία με κάθε κόστος>>. Ο κίνδυνος μιας άτακτης χρεωκοπίας με τις τράπεζες ήδη κλειστές, είναι ορατός. Οι δανειστές ζητούν γή και ύδωρ από την ελληνική πλευρά, φθάνοντας μάλιστα στο σημείο να απαιτήσουν την δημιουργία ενός ταμείου αποκρατικοποιήσεων με έδρα το Λουξεμβούργο.

Όλα τα παραπάνω εκτυλίσσονται σε διάστημα 17 ωρών, σε μια θυελλώδη διαπραγμάτευση, το παρασκήνιο της οποίας δεν έχει γίνει ακόμα γνωστό. Την νύχτα εκείνη, δημιουργείται στα social media, μια καμπάνια υποστηρικτική στην ελληνική κυβέρνηση με το hashtag #This is a Coup, που είναι και ο τίτλος του ντοκιμαντέρ του Paul Mason. Ο Έλληνας πρωθυπουργός υποκύπτει στις απειλές και μπροστά στον κίνδυνο χρεωκοπίας αποδέχεται τα πάντα. Ένα νέο μνημόνιο λιτότητας, με νέα επώδυνα μέτρα φέρει την σφραγίδα μιας αριστερής κυβέρνησης. Τρία, ωστόσο, ήταν τα θετικά σημεία της νέας δανειακής σύμβασης: η ρητή δέσμευση των δανειστών για αναδιάρθρωση του χρέους, η τριετής χρηματοδότηση της χώρας μας και το αναπτυξιακό πακέτο των 35 δις της Κομισιόν.

Επιστρέφοντας στην Αθήνα, ο Α.Τσίπρας έρχεται αντιμέτωπος με την εσωκομματική του αντιπολίτευση, την Αριστερή Πλατφόρμα. Η διάσπαση του ΣΥΡΙΖΑ είναι προ των πυλών. Ένα μέρος των πολιτών που ψήφισαν ΟΧΙ, νιώθει προδομένο και βγαίνει στους δρόμους. Η κυβέρνηση φέρει προς ψήφιση τα προαπαιτούμενα μέτρα( αύξηση ΦΠΑ, ασφαλιστικών εισφορών, νέο κώδικα Πολιτικής Δικονομίας) για την σύναψη της τελικής συμφωνίας. Στις πρώτες ψηφοφορίες, μετράει ήδη σημαντικές απώλειες από τα αριστερά.

Η τελική συμφωνία έμελλε να διαμορφωθεί με την επιστροφή των τεχνικών κλιμακίων των θεσμών στην Αθήνα. Οι πολίτες συνεχίζουν να νίωθουν πληγωμένοι και απογοητευμένοι. Οι εκπρόσωποι των θεσμών επιστρέφουν στην Αθήνα με άγριες διαθέσεις.

Πέμπτη 13/8/2015. Με υπερεπείγουσες και πρωτοφανείς για τα κοινοβουλευτικά δρώμενα διαδικασίες, έρχεται προς ψήφιση το τρίτο και πλέον επαχθές μνημόνιο. Το δόγμα του <<σοκ>> σε όλο του το μεγαλείο. Το τρίτο μνημόνιο επικυρώνεται από το ελληνικό κοινοβούλιο, με την βοήθεια των κομμάτων της αντιπολίτευσης καθώς 39 βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ καταψήφισαν. Με την αποστασιοποίηση της Αριστερής Πλατφόρμας και κάτω από το βάρος της μνημονιακής στροφής, το Μέγαρο Μαξίμου απεργάζεται σχέδια για προσφυγή σε εθνικές εκλογές.

Στις 20/8 ο πρωθυπουργός ανακοινώνει την παραίτηση της κυβέρνησης του. Την επόμενη μέρα, οι διαφωνούντες βουλευτές αποχωρούν και συγκροτούν την Λαική Ενότητα. Η διασπάση του ΣΥΡΙΖΑ είναι πλέον γεγονός.

Ύστερα από την διαδικασία των διερευνητικών εντολών και την αδυναμία σχηματισμού κυβέρνησης από την τότε Βουλή, ορκίζεται υπηρεσιακή κυβέρνηση με αποκλειστικό σκοπό την ομαλή διεξαγωγή των εκλογών στις 20/9. Ξεκινά μια βουβή προεκλογική περίοδος. Ο ελληνικός λαός έχει να επιλέξει τον <<καλύτερο διαχειριστή του μνημονίου>>. Στις εκλογές αυτές δεν υπάρχει ουσιαστικό διακύβευμα. Η αντιπαράθεση Τσίπρα-Μεϊμαράκη λαμβάνει προσωπικές διαστάσεις, αλλά δεν χαρακτηρίζεται από ουσία. Ο Β. Μεϊμαράκης προωθεί την εθνική συνεννόηση, χωρίς να παρουσιάσει ένα συγκεκριμένο πλάνο για την διαχείριση του μνημονίου. Στο πλαίσιο της ΔΕΘ, ερωτώμενος για τις συντάξεις απαντά <<Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα, ο ΣΥΡΙΖΑ έχει δεσμευθεί πράγματα που μας δένουν τα χέρια>>. Τούτο έδωσε πάτημα στον ΣΥΡΙΖΑ να παρουσιάσει ένα ολοκληρωμένο πλάνο για την κοινωνικά δίκαιη εφαρμογή του μνημονίου. Ο Α. Τσίπρας, έχοντας κατ’ ουσίαν καταργήσει ο ίδιος την διαιρετική τομή μνημόνιο-αντιμνημόνιο, εισάγει ένα νέο δίλημμα στην προεκλογική ατζέντα, το παλαιό-νέο. Χρησιμοποιώντας σκληρή γλώσσα εναντίον ΠΑΣΟΚ-ΝΔ και απορρίπτοντας κάθε μορφή συναίνεσης, πείθει για τρίτη συνεχόμενη φορά το εκλογικό σώμα. Ο ΣΥΡΙΖΑ με ποσοστό 35,46% κερδίζει τις εκλογές. Η αποχή αγγίζει τα όρια του 50%, στέλνοντας ένα ηχηρό μήνυμα προς το σύνολο του πολιτικού συστήματος. Την επόμενη μέρα, σχηματίζεται κυβέρνηση συνεργασίας με τους ΑΝΕΛ του Π.Καμμένου.

Αυτήν την φορά τα πράγματα είναι διαφορετικά. Ο ΣΥΡΙΖΑ καλείται να εφαρμόσει, όσα αποκήρυσσε τόσα χρόνια, κόντρα στην ίδια του την ιδεολογία. Ο ΣΥΡΙΖΑ, ως πολιτικό υποκείμενο, μεταλλάσσεται και οδεύει ολοταχώς προς την Σοσιαλδημοκρατία. Η κυβέρνηση εγγυάται συνεχώς την προστασία των πιο αδυνάτων, ωστόσο οι εφαρμοστικοί νόμοι του μνημονίου εγγυώνται το ακριβώς αντίθετο. Για να είμαστε δίκαιοι, στο ζήτημα της πρώτης κατοικίας υπήρξε μια μέριμνα για το 60% των δανειοληπτών. Το ασφαλιστικό, η φορολογία των αγροτών παραμένουν ανοιχτά και απειλούν σε μεγάλο βαθμό την κυβερνητική συνοχή.

Τα συμπεράσματα

Η λιτότητα παρούσα, η ΤΡΟΙΚΑ έμεινε Αθήνα και έγινε Κουαρτρέτο με την προσθήκη του ESM. Η κρίση βαθαίνει και σε αυτήν προστίθεται ένα μείζον ανθρωπιστικό ζήτημα, το προσφυγικό.

Η 12η Ιουλίου ανέτρεψε τα δεδόμενα και διέψευσε τις προσδοκίες των ριζοσπαστών αριστερών. Προδοσία ιδεών ή επιλογή έκτακτης ανάγκης. Ας αφήσουμε τον ιστορικό του μέλλοντος να κρίνει. Όπως παραδέχθηκε και ο ίδιος ο πρωθυπουργός, χάθηκε πολύτιμος χρόνος με αποτέλεσμα να <<ξεμείνουμε από δύναμη και από λεφτά>>.

Το μόνο σίγουρο είναι οτι η δοκιμασία του ελληνικού λαού συνεχίζεται. Για την γενία μας, προδιαγράφεται ένα μέλλον χωρίς εργασιακά δικαιώματα, χωρίς προοπτικές. Τα δικαιώματα του ανθρώπου υφίστανται διαρκώς επίθεση και φθορά εν καιρώ μνημονίου.

Η κυβέρνηση οφείλει, έστω και την ύστατη στιγμή, να αλλάξει το περιεχομένο της οικονομικής πολιτικής προς άρση των αιτιών που δημιούργησαν το ελληνικό πρόβλημα. Καθ’ όσον η οικονομική πολιτική στρέφεται ενάντια στην κοινωνία των πολιτών, το πρόβλημα θα επιδεινώνεται. Πράγματι, οι εταίροι έχουν ένα μερίδιο της ευθύνης  για την αποτυχία του προγράμματος. Τούτο, όμως, δεν απαλλάσσει από τις ευθύνες τους, τους υπαίτιους του ελληνικού προβλήματος, το παρηκμασμένο παλαιό πολιτικό σύστημα και το παράγωγό του, την δυσλειτουργική δημόσια διοίκηση.

Το 2015 μας αφήνει ενώπιον κρίσιμων διακυβευμάτων και μεγάλων προκλήσεων. Σε ένα ασφυκτικό οικονομικό περιβάλλον και σε ένα ασταθές γεωπολιτικό, η ελληνική κυβέρνηση έχει να επιτελέσει ένα πολύ δύσκολο έργο. Οι επόμενοι μήνες είναι καθοριστικοί.

Υ.Γ. Εύχομαι σε ολες και όλους Καλή χρόνια. Αξίζει να αφιερώσετε 1 ώρα και να παρακολουθήσετε το ντοκιμαντέρ του Paul Mason.

Κάλλιο αργά παρά ποτέ για εθνική συνεννόηση

Μόλις δύο μήνες και λίγες μέρες έχουν περάσει από τις εκλογές της 20/9, όταν ο Αλέξης Τσίπρας αποκήρυττε το «παλιό πολιτικό σύστημα», εννοώντας ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και εν μέρει το Ποτάμι. Μάλιστα, καθ’ όλη την διάρκεια της προεκλογικής περιόδου, ύψωσε τους τόνους εναντίον τους σε τέτοιο σημείο, που κατά τη διάρκεια μιας ομιλίας του, είπε το εξής σύνθημα: «Στις 20/9 τους τελειώνουμε». Η στάση του, δε, κατά την διάρκεια της συγκυβέρνησης ΠΑΣΟΚ-ΝΔ (Ιούνιος 2012-Γενάρης 2015) ήταν σκληρή και ανένδοτη, χωρίς καμία διάθεση για διάλογο και συναίνεση.

Μετά τις πρώτες κρίσιμες ψηφοφορίες των προαπαιτούμενων μέτρων, η ήδη εύθραυστη κυβερνητική πλειοψηφία των 155 άρχισε να φυλλορροεί, ενώ πολλοί βουλευτές «απειλούν» ότι δεν θα ψηφίσουν το νομοσχέδιο για το Ασφαλιστικό, αν αυτό είναι κοινωνικά άδικο και μη βιώσιμο. Στην προσπάθεια του να διατηρηθεί στην εξουσία και προκειμένου να μην επέλθει μια νέα περίοδος πολιτικής αστάθειας, ο πρωθυπουργός ζήτησε στήριξη από τις άλλοτε «παλιές, φθαρμένες, εναγκαλισμένες με την διαπλοκή, την διαφθορά» πολιτικές δυνάμεις. Δυστυχώς, όχι μόνον ο Αλέξης Τσίπρας αλλά και όλοι οι πολιτικοί αρχηγοί συνειδητοποιήσαν πολύ αργά την ανάγκη εθνικής συνεννόησης, με στόχο την άρση των αιτιών της καταστροφής , την κοινωνική προστασία και την οριστική έξοδο από την κρίση.

Συνεννόηση δεν σημαίνει ιδεολογικοπολιτική ευθυγράμμιση, έστω και αν αυτή μπορεί να καταλήξει σε συγκυβέρνηση. Αποτελεί, απλώς, μια επιτακτική ανάγκη σε συνθήκες έκτακτου χαρακτήρα, σε περιόδους κρίσης, όπως αυτή που βιώνει η χώρα μας εδώ και πέντε χρόνια. Εξαιτίας της πολιτικής αλαζονείας που διείχε όλες τις πολιτικές δυνάμεις, μηδεμιάς εξαιρουμένης, δεν ευδοκίμησε καμία προσπάθεια εθνικής συνεννόησης που θα επέτρεπε την σύγκρουση με τις παθογένειες και μια σαφώς πιο γρήγορη έξοδο από την κρίση. Φυσικά, για να πετύχει ένα τέτοιο εγχείρημα, απαιτείται αφενός οι παλιές πολιτικές δυνάμεις ΠΑΣΟΚ-ΝΔ να συγκρουστούν με τον ίδιο τους τον εαυτό( τζάκια, πελατειακό δίκτυο) και αφετέρου τα κυβερνώντα κόμματα( ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ) να μην επιχειρούν την οικοδόμηση ενός νέου δικού τους πελατειακού δικτύου εξυπηρετήσεων.

Σε μια χώρα με τρία εκατομμύρια φτωχούς, ενάμισι εκατομμύρια ανέργους είναι τουλάχιστον προκλητικό να συντηρούνται «προνομιούχες ομάδες πολιτών» για να εξυπηρετούνται μικροκομματικές σκοπιμότητες. Όσο η πολιτική ηγεσία δεν συγκρούεται με τις ομάδες συμφερόντων και ασκεί οικονομική πολιτική, επιθετική προς τα μεσαία και χαμηλά στρώματα, τόσο η ανθρωπιστική κρίση θα εντείνεται.

Το συμβούλιο των πολιτικών αρχηγών δεν απέβη καρποφόρο παρά τις ελάχιστες συγκλίσεις και την φανερή πλέον προσέγγιση της Ένωσης Κεντρώων με το Μαξίμου. Αξίζει να τονισθεί, στο σημείο αυτό, ότι πολλές από τις προτάσεις του Β. Λεβέντη, τα λεγόμενα «εννιά σημεία» κινούνται προς στην κατεύθυνση της αντιμετώπισης των παθογενειών που μας έφεραν ως εδώ. Προτάσεις, όπως η κατάργηση των προνομίων των πολιτικών, η απόλυση των αργόμισθων, των επιόρκων αλλά και ένα σημαντικό μέρος των προτάσεων του για την μεταρρύθμιση στο Ασφαλιστικού πρέπει να εξεταστούν σοβαρά από την κυβέρνηση. Άλλωστε, η συμμετοχή της Ένωσης Κεντρώων θα διευρύνει την κυβερνητική πλειοψηφία και σε περίπτωση «απωλειών» θα διασώσει την κυβέρνηση. Σε ότι αφορά, το φλέγον ζήτημα του Ασφαλιστικού, με εξαίρεση την πρόταση για πλαφόν 1.200€ στις συντάξεις, οι υπόλοιπες θέσεις του Βασίλη Λεβέντη, όπως η κατάργηση των τριπλοσυνταξιούχων, η κατάργηση των συντάξεων σε όσους έχουν μερίσματα σε εταιρίες ή εργάζονται και λαμβάνουν υψηλά εισοδήματα, συγκλίνουν με την επιδίωξη της κυβέρνησης για μια κοινωνικά δίκαιη λύση.

Τα υπόλοιπα κόμματα, ΝΔ και ΠΑΣΟΚ οφείλουν να παρουσιάσουν τις προτάσεις τους για όλα τα φλέγοντα ζητήματα και όχι να επαναλαμβάνουν το λάθος του ΣΥΡΙΖΑ ως αντιπολίτευση, απέχοντας από κάθε διάλογο. Έστω και την ύστατη στιγμή, η εθνική συνεννόηση είναι απαραίτητη. Βέβαια, η εθνική συνεννόηση θα επιτύχει μόνο εάν πραγματοποιηθεί στην βάση της προστασίας των πιο αδύνατων με αλλαγή του περιεχομένου της πολιτικής εναντίον της διαπλοκής, των κομματικών ελίτ και της διαφθοράς. Με γνώμονα αυτό και όχι την συνέχιση της αδίεξοδης λιτότητας και της φτωχοποίησης του πληθυσμού, τα βήματα για την έξοδο από την κρίση είναι τα εξής:

1)Εθνική συνεννόηση. Διάλογος των πολιτικών κομμάτων. Συγκρότηση διακομματικών επιτροπών με εμπειρογνώμονες που θα επεξεργαστούν ζητήματα όπως το Ασφαλιστικό, η Συνταγματική αναθεώρηση και η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση.

2) Δημιουργία εθνικής ομάδας διαπραγμάτευσης με πρόσωπα, προτεινόμενα απ’ όλα τα κόμματα. Στόχος η εύρεση ισοδυνάμων, η αντικατάσταση των φόρων, των υφεσιακών μέτρων με δομικές μεταρρυθμίσεις στην Δημόσια Διοίκηση και η βέλτιστη δυνατή διαπραγμάτευση για το χρέος. Η εθνική διαπραγματευτική γραμμή παρουσιάζεται σαφώς πιο ενισχυμένη και κάμπτει τις παράλογες απαιτήσεις των δανειστών.

3) Συγκρότηση εθνικού αναπτυξιακού σχεδίου για την αξιοποίηση του πακέτου της Κομισιόν, με έμφαση στην πρωτογενή παραγωγή, στις καινοτόμες επιχειρηματικές πρωτοβουλίες, στην επωφελή αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας κ.α.

 

Τα μνημόνια λιτότητας με προαπαιτούμενα διάλυσης του κοινωνικού ιστού μπορούν να μετατραπούν σε «μνημόνια ανάπτυξης» με προαπαιτούμενα επιστροφής στην κανονικότητα. Η λήψη δραστικών μέτρων για την ανασυγκρότηση της δημόσιας διοίκησης, η κατάργηση του νόμου περί ευθύνης υπουργών, η επιτάχυνση της απονομής της δικαιοσύνης σε κορυφαία οικονομικά σκάνδαλα είναι μερικά από τα ελάχιστα «προαπαιτούμενα» εξόδου από το σημερινό αδιέξοδο.

Κάλλιο αργά παρά ποτέ, λοιπόν, για εθνική συνεννόηση. Ακόμα και μια κυβερνητική συνεργασία, αν και εφόσον επιδιωχθεί, θα απάλλασσε ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ από τις ιδεολογικές εμμονές νεοφιλελευθερισμού και κρατικισμού αντίστοιχα. Ο μεν ΣΥΡΙΖΑ θα συνειδητοποιούσε ότι οι ιδιωτικοποιήσεις ωφελούν την οικονομία, η δε ΝΔ θα ευαισθητοποιούταν περισσότερο στο ζήτημα της κοινωνικής προστασίας, απομονώνοντας ανάλγητους νεοφιλελεύθερους που επιθυμούν την κατάργηση του κράτους πρόνοιας. Ανέκαθεν τα πολιτικά κόμματα «δανείζονταν» και ακολούθως υιοθετούσαν θέσεις των αντιπάλων προκειμένου να αποκτήσουν επιρροή και δύναμη. Ιστορικό παράδειγμα αποτελεί η υιοθέτηση από τις φιλελεύθερες- συντηρητικές κυβερνήσεις πολλών ευρωπαϊκών χωρών μεταπολεμικά, ενός εκ των αξιωματικών αρχών της Σοσιαλδημοκρατίας, του κοινωνικού κράτους, του κράτους πρόνοιας. Ίσως, μέσα από μια προσωρινή και αναγκαστική συμπόρευση, οι ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ να ωριμάσουν πολιτικά και ανταποκριθούν στα κελεύσματα των καιρών, παίρνοντας διαζύγιο με τον «παλαιοκομματισμό» και τις εμμονές.

Νέα Δημοκρατία, ώρα μηδέν: Η επόμενη μέρα για την κεντροδεξιά στη Ελλάδα

Λίγες μόλις ώρες έμειναν για  την διεξαγωγή των εσωκομματικών εκλογών στην Νέα Δημοκρατία. Πολλοί συμπολίτες μας αναρωτιούνται: Τι με ενδιαφέρει εμένα το ποιος θα είναι ο αρχηγός της ΝΔ; Την ίδια στιγμή, που τα κοινωνικά δικαιώματα δέχονται μια πρωτοφανή επίθεση με τις πολιτικές λιτότητας και ο υπόλοιπος δυτικός κόσμος ασχολείται με το φαινόμενο της ισλαμιστικής τρομοκρατίας, είναι αναμενόμενο κάποιος να αψηφεί την εσωκομματική διαδικασία, στην Νέα Δημοκρατία. Η διαδικασία αυτή, βέβαια, δεν αφορά τα ενδότερα της κεντροδεξιάς αλλά την ίδια την χώρα μάς. Σε ένα σύστημα, σαν το σημερινό, κατά βάση δικομματικό, ο ρόλος της αξιωματικής αντιπολίτευσης είναι κομβικός και κρίσιμος. Η ΝΔ ως αξιωματική αντιπολίτευση ελέγχει, κρίνει, αντιπαρατίθεται  αλλα και στηρίζει την κυβέρνηση, όπου κρίνεται εθνικά αναγκαίο. Ο πρόεδρος της αξιωματικής αντιπολίτευσης είναι δυνάμει ο επόμενος πρωθυπουργός της χώρας. Δεν μπορεί παρά να μας ενδιαφέρει, η επόμενη μέρα στην Νέα Δημοκρατία.

Τέσσερις υποψήφιοι, τέσσερις διαφορετικές προσωπικότητες, τέσσερις διαφορετικές προτάσεις άσκησης αντιπολίτευσης και εσωκομματικής αναδιάρθρωσης. Ο Βαγγέλης Μεϊμαράκης, λαϊκός, αυθόρμητος και ενωτικός, συσπειρώνει την πλειοψηφία των Νεοδημοκρατών. Ο Απόστολος Τζιτζικώστας, ο νέος, φέρελπις – κατ’ αλλους φιλόδοξος και βιαστικός- περιφερειάρχης Κεντρικής Μακεδονίας ασκεί μεγάλη επιρροή και επιχειρεί, αξιοποιώντας το νεαρό της ηλικίας του, να παρουσιάσει εαυτόν ως τον Αντι-Τσίπρα. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, μετριοπαθής, αμιγώς φιλελεύθερος και με καλό βιογραφικό, παρουσιάζει την μεταρρυθμιστική αντιπρόταση στην πολιτική της κυβέρνησης. Το γεγονός ότι είναι γιος του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, τον έχει στιγματίσει αρνητικά με πολλούς εντός του κόμματος να ομιλούν για «τζάκια” και «οικογενειοκρατία”. Ο Άδωνις Γεωργιάδης, ένα πρόσωπο που συγκεντρώνει πιστούς φίλους απ’ την μία και ορκισμένους εχθρούς απ’ την άλλη. Ερειστικός, υπερβολικός -για αρκετούς ακραίος- αλλά συνεπής στις απόψεις του καθ’ όλη την πολιτική του διαδρομή. Ορθώνει έναν σκληρά δεξιό, συντηρητικό πολιτικό λόγο, επιθυμεί μια ευθεία σύγκρουση με τον ΣΥΡΙΖΑ και συγκεντρώνει γύρω του το «καθαρά έως και ακραία δεξιό” ακροατήριο, ένα κομμάτι ψηφοφόρων που ανέκαθεν ακολουθούσε την ΝΔ.

Καθ’ ολη την διάρκεια της σύντομης «προεκλογικής περιόδου” ετέθησαν διάφορα θεμελιώδη ζητήματα απο τους υποψηφίους, όπως αυτό της ιδεολογικής ταυτότητας του κόμματος. Η Νέα Δημοκρατία έχει ιδεολογία τον ριζοσπαστικό-κοινωνικό φιλελευθερισμό. Σύμφωνα με την ιδρυτική της διακήρυξη, υπηρετεί το εθνικό συμφέρον μακριά από τις  διχαστικές ετικέτες Αριστερά-Δεξιά. Το ζητούμενο για την κεντροδεξιά στην Ελλάδα είναι να επαναποκτήσει την ιδεολογική της ταυτότητα και όχι να αναζητήσει νέα, πράγμα το οποίο θα την βύθιζε σε μια βαθιά εσωστρέφεια και πιθανόν θα προκαλούσε διάσπαση. Η Νέα Δημοκρατία χωρεί απόψεις απο την δημοκρατική Δεξιά μέχρι τις παρυφές της σοσιαλδημοκρατίας. Επειδή, πολύς λόγος έχει γίνει για την «ιδεολογική ηγεμονία της Αριστεράς” και την επικράτηση του Α.Τσίπρα ως αριστερού στην πολιτική σκηνή. Η συντριπτική πλειοψηφία των ψηφοφόρων του δεν τον στήριξαν ως ” αριστερό ” αλλά επειδή πίστεψαν στις υποσχέσεις του και ήλπιζαν σε κάτι διαφορετικοί. Ανάμεσα σε αυτούς και πολλοί «δεξιοί” .  Οι ταμπέλες και η αναπαραγωγή διχαστικών μηνυμάτων δεν επιλύει τα σοβαρά προβλήματα, και τούτο ισχύει και για τον ΣΥΡΙΖΑ.

Η κεντροδεξιά στην Ελλάδα οφείλει να συγκρουστεί με τις εσωτερικές της παθογένειες, σπάζοντας το απόστημα του πελατειακού δικτύου εξυπηρετήσεων, που έφθειρε την ΝΔ και αποσύνθεσε το ελληνικό κράτος. Χρειάζεται μια ανασυγκρότηση του κόμματος από το μηδέν. Ο νέος πρόεδρος είναι υποχρεωμένος να οδηγήσει το συντομότερο δυνατόν σε έκτακτο συνέδριο, με στόχο την άλλαγή του καταστατικού. Για να γίνει η ΝΔ, ένα πραγματικά «ανοιχτό κόμμα” πρέπει πρωτίστως να κάνει πράξη την ενδοκομματική δημοκρατία. Τα μέλη του κόμματος, οι ψηφοφόροι, η νεολαία δεν μπορεί να παραμείνουν οι απλοί χειροκροτητές και εκτελεστές των αποφάσεων της ηγεσίας. Απαιτείται συμμετοχή όλων των μελών και φίλων στην διαμόρφωση των θέσεων του κόμματους, στην εκλογή τομεαρχών ακόμα και στην επιλογή των υποψηφίων βουλευτών. Με μια αλλαγή του καταστατικού προς την κατεύθυνση αυτή, το κόμμα βρίσκεται σε ανοιχτό διάλογο με την κοινωνία και η σχέση εμπιστοσύνης με τα μεσαία και χαμηλά στρώματα επανοικοδομείται.

To σημαντικότερο όλων είναι η ΝΔ, να μπορέσει να πείσει την κοινωνία. Διατυπώνοντας, μια ήπια, φιλελεύθερη -όχι νεοφιλελεύθερη- εναλλακτική αντι-πρόταση με κοινωνικό πρόσημο, θα καταστεί και πάλι κυρίαρχη πολιτική δύναμη. Απαραίτητη προϋπόθεση, βέβαια, παραμένει η αναγκαία εσωκομματική αναδιοργάνωση. Χωρίς το άνοιγμα στην κοινωνία, την ενδοκομματική δημοκρατία η ΝΔ θα οδηγηθεί στην αυτοδιάλυση.

Όποιος αναλάβει να φέρει σε πέρας ένα τέτοιο δύσκολο έργο, θα είναι ο πραγματικός νικητής. Διότι, εάν ο πρόεδρος που εκλεγεί την Κυριακή συνεχίζει να αναπαράγει το «παλαιό” σε πρόσωπα , θέσεις και στρατηγικές, θα είναι τελικά ο μεγάλος χαμένος. Συνεπώς, η πραγματική νίκη και η δικαίωση του νέου προέδρου θα κριθεί εν καιρώ, εάν και εφόσον η ΝΔ ανακτήσει δυνάμεις και επικρατήσει του ΣΥΡΙΖΑ.

 

JE SUIS PARISIEN, Πανανθρώπινη αλληλεγγύη ενάντια στην τρομοκρατία

Ξημερώματα Σαββάτου 14/11/2015 , Παρίσι: Η πόλη του φωτός βυθίζεται στο σκοτάδι και στο αίμα.

Το χθεσινό τρομοκρατικό χτύπημα στο Παρίσι θα γραφεί στις πιο μαύρες σελίδες της σύγχρονης Ευρωπαϊκής Ιστορίας. Στο άκουσμα της είδησης του μαζικού εγκλήματος, η πρώτη μας αντίδραση, αναμενόμενη, θυμός, οργή και θλίψη. Στην καρδιά της Ευρώπης προστέθηκε μια νέα έστια πολέμου. 153 νεκροί, φρικτές εικόνες που μας γυρίζουν σε μια άλλη σκοτεινή εποχή, 70 χρόνια πρίν.

Απο την λήξη του Β’ Παγκοσμίου πολέμου, έχουμε συμπληρώσει 70 χρόνια ειρήνης στην ευρωπαϊκή ήπειρο, με εξαίρεση τις περιπτώσεις του Κοσόβου, της Γιουκοσλαβίας και τον βοσνιακό εμφύλιο. Μια γενικευμένη σύρραξη δεν προκλήθηκε, ωστόσο στις υπόλοιπες περιοχές του πλανήτη, οι πολεμικές συγκρούσεις συνεχίστηκαν. Η περίπτωση της Μέσης Ανατολής, μιας ανέκαθεν πύρινης εστίας είναι χαρακτηριστική. Η γνωστή, ως Γη της Επαγγελίας, μια περιοχή που αναμετρώνται τα γεωπολιτικά συμφέροντα των Μεγάλων Δυνάμεων. Έτσι, η Δύση αρκετές φορές ενεπλάκη στα της Μέσης Ανατολής, ενισχύοντας αντάρτικες- εξετρεμιστικές ομάδες( Συριακή Αντιπολίτευση, Αντάρτες στην Λιβύη ενάντια στον Καντάφι). Δεν συνεκτίμησε, όμως, ότι αυτές οι ομάδες υπέκρυπταν έντονα φονταμενταλιστικά στοιχεία, τα οποία με την πρόσθετη στρατιωτική- οικονομική υποστήριξη εξήλθαν στην επιφάνεια και στράφηκαν εναντίον της. Εν ολίγοις, γύρισε μπούμερανγκ η κατάσταση. Όπως συνέβη με με το Σαντάμ Χουσείν, τον Οσάμα Μπιν Λάντεν, την Αλ Κάιντα πρίν φθάσουμε στο σημερινό ISIS. Η λογική της χρησιμοποίησης των ανταρτών, προς επίτευξη πρόσκαιρων γεωστρατηγικών οφελών ήταν επικίνδυνη, και τούτο επιβεβαιώθηκε χθές με τον πιο φρικτό τρόπο.

Παρα την αρχικά εσφαλμένη στρατηγική της Δύσης – κυρίως των ΗΠΑ- , άξιον απορίας παρέμενε το γιατί η διεθνής κοινότητα παρακολουθούσε το Ισλαμικό Χαλιφάτο, αδρανής. Μια στρατιωτική επέμβαση στην Συρία, έστω και κατ’ εξουσιοδότηση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ θα είχε απρόβλεπτες συνέπειες, καθώς οι τζιχαντιστές βρίσκονται διασκορπισμένοι παντού. Τούτο μάλιστα προκαλεί αμηχανία στην διεθνή κοινότητα. Άλλωστε μετα τις ρωσικές αεροπορικές επιδρομές ακολούθησε η συντριβή του ρωσικού Airbus με πολλούς νεκρούς και αντιστοίχως ύστερα. Το ζήτημα της αντιμετώπισης της ισλαμικής τρομοκρατίας χρήζει λεπτού χειρισμού και οποιαδήποτε βιαστική ή μη καλά σχεδιασμένη ενέργεια μπορεί να επιδεινώσει το πρόβλημα, όπως απεδείχθη στο παρελθόν.

Ως προς την συσχέτιση του με το προσφυγικό, οφείλουμε να είμαστε προσεκτικοί. Ο άμαχος πληθυσμός, οι γυναίκες, τα παιδιά, οι πολίτες της Συρίας που είναι απέναντι απο το ISIS δεν πρέπει να κατατάσσονται στην ίδια κατηγορία με αυτούς τους εγκληματίες. Είναι ηθική και συνάμα νομική υποχρέωση της χώρας μας να παρέχει ανθρωπιστική βοήθεια σε αυτούς τους ανθρώπους και να εξετάσει τις αιτήσεις ασύλου των. Βέβαια, χρειάζεται αποτελεσματικότερος έλεγχος κατα την καταγραφή, ουτως ώστε να εντοπίζεται το εάν ο αιτών άσυλο είναι τρομοκράτης. Αυτό δεν σημαίνει «κλειστά σύνορα”, αλλά μια υποχρέωση για την προάσπιση της ασφάλειας στην ευρωπαϊκή ήπειρο.

Υπάρχει, φυσικά , και η άλλη όψη του νομίσματος. Η Γαλλία έχει κηρυχθεί σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, ο στρατός είναι στο δρόμο, ενώ η κυκλοφορία απαγορεύεται στο Παρίσι. Μια τραγωδία, σαν την χθεσινή, μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο εκμετάλλευσης απο την πολιτική εξουσία. Στο όνομα της αντιμετώπισης της τρομοκρατίας, μπορεί να επιβληθούν κατασταλτικά μέτρα, μέτρα παρακολούθησης της ιδιωτικής ζωής των πολιτών, τα οποία και περιορίζουν τις ατομικές μας ελευθερίες.

Ας το αφήσουμε, όμως, αυτό. Είναι νωρίς ακόμα και το ” θυμικό” δεν μας επιτρέπει τέτοιου είδους προβληματισμούς. Προς το παρόν, ενώνουμε τις φωνές μας, είμαστε αλληλέγγυοι στους Γάλλους, στους πρόσφυγες πολέμου και στέλνουμε μήνυμα για την επικράτηση μιας πανανθρώπινης, οικουμενικής αξίας, απαραίτητης για την ύπαρξή μας, της ειρήνης.

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ- ΙΣΟΤΗΤΑ- ΑΔΕΛΦΟΣΥΝΗ, ας επικαιροποιήσουμε το τρίπτυχο της Γαλλικής Επανάστασης.

PEACE, JE SUIS PARISIEN

ΣΥΡΙΖΑ v ΣΥΡΙΖA, Μια διαφορετική ερμηνεία

Το κάλεσμα του τμήματος Εργατικής Πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ για συμμετοχή στην απεργία της 12ης Νοέμβρη, προκάλεσε δικαιολογημένα έκπληξη σε πολλούς, ενώ στάθηκε η αφορμή για διάφορα, σατυρικά σχόλια στο διαδίκτυο. Είναι γνωστό τοις πάσι οτι οι ιδεολογικές αρχές και οι πολιτικές θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ  είναι διαμετρικά αντίθετες με την πολιτική που ασκεί ως κυβέρνηση. Στο διαχωρισμό κόμματος-κυβέρνησης ενυπάρχει μια «δημιουργική ασάφεια”, όπως θα μας έλεγε ο Βαρουφάκης , μια αντίφαση. Υπο μια πιο ψύχραιμη, αναλυτική ματιά , αντιλαμβανόμαστε οτι αυτή η αντίφαση υφίσταται για τρείς λόγους:

1) Η νεοφιλελεύθερη διολίσθηση της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ έχει απομακρύνει το αριστερό ακροατήριο, στο οποίο κερδίζουν έδαφος τόσο το ΚΚΕ, όσο και η εξωκοινοβουλευτική αριστερά. Με το κάλεσμα για συμμετοχή στην απεργία ο ΣΥΡΙΖΑ προσπαθεί να ανακτήσει το χαμένο έδαφος στα αριστερά του.

2) Η κυβέρνηση , μέσω της ανακοίνωσης του κόμματος, δίδει την εντύπωση ότι παραμένει πιστή στις προεκλογικές δεσμεύσεις της, προσπαθώντας να κερδίσει χρόνο και να κατευνάσει τις κοινωνικές αντιδράσεις. Εμφανίζεται έτσι ως προσωρινά αναγκασμένη να λάβει υφεσιακά μέτρα, μεταθέτοντας την ευθύνη στο εξωτερικό, στους «κακούς δανειστές”.

3) Η τρίτη εκδοχή θέλει το κόμμα και την κυβέρνηση σε εντελώς διαφορετική γραμμή πλεύσης. Απ’ ότι φαίνεται η ένταση στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ δεν κόπασε με την αποχώρηση της Αριστερής Πλατφόρμας, σημερινής ΛΑ.Ε. Η ριζοσπαστική αριστερά στην Ελλάδα βιώνει την φάση μετάβασης και απόκτησης ενός νέου ιδεολογικού προφίλ στις παρυφές της σοσιαλδημοκρατίας. Οι πιστοί ριζοσπάστες που δεν μετακόμισαν στην Λαϊκή Ενότητα καιροφυλακτούν. Δεν αποκλείεται, σε σύντομο χρονικό διάστημα, να υπάρξουν διαφοροποιήσεις και εντός της κοινοβουλευτικής ομάδας με ότι αυτό σημαίνει για την ήδη εύθραυστη κυβερνητικη πλειοψηφία των 155.

Το μονο σίγουρο είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται σε στρατηγικό αδιέξοδο και επιχειρεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο να διαχειριστεί την κοινωνική πίεση, που προκαλείται απο την εφαρμογή των σκληρών μέτρων του τρίτου μνημονίου. Το ζητούμενο, όμως, δεν είναι ο εφησυχασμός της κοινής γνώμης αλλά η ριζική αλλαγή του περιεχομένου της οικονομικής πολιτικής, με κύριους άξονες την κοινωνική προστασία και την άρση των αιτιών που οδήγησαν την χώρα μας στο σημερινό έσχατο σημείο. Οι πολιτικές λιτότητας είναι οι πλέον αναπάντεχες και αναποτελεσματικές. Όταν η εφαρμογή του συνόλου των μέτρων επιτείνει την ανθρωπιστική κρίση, τότε οι κοινωνικές αντιδράσεις θα είναι τόσο έντονες, ώστε να μην αρκεί για να τις περιορίσει, το κάλεσμα σε απεργία από το ίδιο το κυβερνών κόμμα ενάντια στην κυβέρνηση του! Φανταστείτε μόνον την ψυχολογία ενός ανθρώπου που χάνει το σπίτι του,  ενός ανθρώπου που δεν έχει να βγάλει το προς το ζην.

Ο ελληνικός λαός, όπως έχει αποδείξει σε όλη την ιστορική διαδρομή, δεν ανέχτηκε και ούτε προκειται να ανεχτεί τον ευτελισμό του. Εάν συνεχιστεί η φτωχοποίηση του ελληνικού λαού, το ΣΥΡΙΖΑ εναντίον ΣΥΡΙΖΑ , θα γίνει ΣΥΡΙΖΑ εναντίον κοινωνίας. Θα ήταν προτιμότερο το σχήμα  ΣΥΡΙΖΑ εναντίον κομματοκρατίας, διαφθοράς, συμφερόντων. Αλλά, σε ένα ήδη εκφυλισμένο σύστημα, που η κοινωνία δεν έχει ουσιαστικό ρόλο και λόγο, η σύγκρουση με τις ελίτ μοιάζει ουτοπική.

Το «νεοελληνικό  Halloween» ως δείγμα παρακμής

Σάββατο 31/10, ώρα 10 μ.μ. Στους δρόμους των Αθηνών, νέοι και νέες μασκαρεμένοι, βαμμένοι στο πρόσωπo, μερικοί εξ’ αυτών ντυμένοι με αποκριάτικες στολές. Για μια στιγμή πίστεψα πως ο χρόνος «τρελάθηκε”, το ημερολόγιο άλλαξε και αρχές φθινοπώρου , εορτάζεται η αποκριά. Τίποτα απ’ όλα αυτα δεν συνέβη. Απλώς, τέτοιες μέρες στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού και σε ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες, γιορτάζουν το «Halloween”.

Πολλοί θα αναρωτηθούν δίκαια, τι θέση έχει ενα αμερικανικής προέλευσης έθιμο στην Ελλάδα και δή στην οικονομικά καταρρακωμένη ελληνική κοινωνία του 2015;

Βλέποντας αρκετούς συνομήλικούς μου να νιώθουν υπερήφανοι που γιόρταζαν το Ηalloween, αναρωτήθηκα με την σειρά μου για το εάν είναι θύματα της τροπής που έχει λάβει η παγκοσμιοποίηση ή εάν όλα αυτά είναι «της ηλικίας”, ως είθισται να λέγεται. Αυτό που ταλανίζει περισσότερο όσους βλέπουν το φαινόμενο, ως παρακμιακό και ανησυχητικό είναι το εύρος και η διάρκεια του. Διότι, αυτή τη φορά δεν πρόκειται για την  «μόδα που θα περάσει”. Ακόμα και αυτή η αντιμετώπιση απεδείχθη ανεπαρκής, καθώς σταδιακά εισέβαλλαν στην ζωή μας πράγματα, τα οποία πλέον έχουμε αποδεχθεί και τα θεωρούμε δεδομένα.

Το κακό δεν ξεκίνησε απο το «Halloween”.  Απο ασήμαντες ή κατ’ άλλους σημαντικές λεπτομέρειες της καθημερινότητας όπως: ο τρόπος ένδυσης, η χρήση ξενόφερτων λέξεων, τα σύγχρονα είδωλα (stars του Hollywood) και απο πολλά άλλα, διακρίνεται η αλλοίωση της ίδιας της ατομικότητας μας. Λόγου χάρη, φοράμε αυτό το παντελόνι γιατί το φορούν και οι «άλλοι”. Δεν εισερχόμαστε καν στην διαδικασία αξιολόγησης αυτού που μας προσφέρεται αλλα ακολουθούμε την μάζα. Έτσι και στις ηλικίες αυτές, η μαζοποίηση κυριαρχεί. Όποιος απέχει ή διαφοροποιείται, απομονώνεται και βιώνει τον κοινωνικό αποκλεισμό.

Η αντιγραφή του τρόπου ζωής των Αμερικάνων αποτελεί πλέον μια πραγματικότητα στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης. Όταν όμως η μαζοποίηση, ο μιμητισμός γκρεμίζει τα τείχη της παραδοσής μας και υιοθετούνται ξένα έθιμα, όπως το εν λόγω αμερικάνικο καρναβάλι, τότε η κατάσταση δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μια κανονικότητα. Ειδικότερα, σε μια χώρα που δεν έχει σε τίποτα να ζηλέψει απο παραδόσεις, ήθη και έθιμα.

Αναμφίβολα, η νεοελληνική κοινωνία διακατέχεται απο την κακεντρέχεια, τον ατομικισμό, την ροπή προς την διαφθορά και άλλα στρεβλά. Ποιός, όμως,  αρνείται το μεγαλείο του ελληνικού πολιτισμού; Σε όλη την υφήλιο αναγνωρίζεται η συμβολή του αρχαίου ελληνικού θαύματος  στην πνευματική, οικονομική και πολιτική ανάταση του Δυτικού κόσμου. Σε κάθε γωνιά της πατρίδας μας, συναντάς τον λεγόμενο καθ’ ημάς τρόπον. Απο τα παραδοσιακά φαγητά, τους χορούς , τα ξεχωριστά ήθη και έθιμα που όλα μαζί απο κοινού συνθέτουν μια ομορφιά, μια ιδιαίτερη ταυτότητα πολιτισμού. Προς τί, λοιπόν, αυτή η φτηνή απομίμηση της κάθε λογής «αμερικανιάς” ;

Φυσικά, ο προβληματισμός αυτός δεν πρέπει να συγχέεται με τον σεβασμό και την ανεκτικότητα μας στους άλλους λαούς και πολιτισμούς του κόσμου. Δυστυχώς, όμως, αντί να αφομοιώνουμε τα θετικά στοιχεία των υπολοίπων, μιμούμαστε οτιδήποτε άχρηστο και ανούσιο, όπως το Halloween. Καθ’ όσον η απομίμηση αυτή συνεχίζεται, η κοινωνία μετατρέπεται σε όχλο που αποδέχεται χωρις αντιστάσεις, χωρίς ιδιαιτερότητές ότιδηποτε εξάγεται προς την χώρα μας. Και τούτο δεν αφορά μόνον τον πολιτισμό και τον τρόπο ζωής μας. Σε μια κοινωνία που καταπατώνται έως και καταργούνται οι κεκτημένες ατομικές ελευθεριες και τα κοινωνικά-εργασιακά δικαιώματα, η νεολαία θα έπρεπε να αντιδρά και όχι να βρίσκεται σε «λήθαργο”, γιορτάζοντας το Halloween. Η εικόνα του «Halloween τύπου” συνδυάζεται με αυτήν του «απολιτίκ”, του κοινωνικά αδιάφορου, στέλνοντας το μήνυμα πως οποιαδήποτε αλλαγή επιβάλλουν σε βάρος μας, θα περάσει αμαχητί.

Εν ολίγοις, τέτοιου είδους εκδηλώσεις, όπως το Halloween,  δείχνουν μια κοινωνία σε παρακμή. Ώστε να δικαιώνεται, τελικά, ο Τζίμης Πανούσης στο τραγούδι του «Νεοέλληνας”.

Η εγκατάλειψη των ιδεών – Το παράδειγμα του ΣΥΡΙΖΑ

Ο δημόσιος λόγος συχνά κατακλύζεται από αναφορές σε ιδέες, σε ιδεολογίες και από δηλώσεις πίστης και αφοσίωσης σε αυτές. Η κυβερνητική εμπειρία της ” Πρώτη φορά Αριστερά ” απέδειξε ότι η ιδεολογική συνέπεια δεν είναι δεδομένη. Η ριζοσπαστική αριστερά στην Ελλάδα, της οποίας κυρίαρχος φορέας είναι ο ΣΥΡΙΖΑ, έχει αποκλίνει απο τις ιδεολογικές αρχές της αλλα και τους ίδιους τους στρατηγικούς της στόχους. Οι εκπρόσωποι του ΣΥΡΙΖΑ αρνούνται να το παραδεχθούν, με εξαίρεση μερικά πρόσωπα που εξ’ αρχής ήθελαν ένα κόμμα , ολίγον έως και πολύ κεντροαριστερό. Βέβαια, το πολυσέλιδο προεκλογικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ τονίζει ότι στρατηγικός στόχος του κόμματος παραμένει ο σοσιαλισμός! Άραγε, το όχημα μετάβασης στον σοσιαλισμό θα είναι το σκληρό νεοφιλελεύθερο μνημόνιο που συνομολόγησε και κατέστησε σε κυριάρχη πολιτική;

Σχήμα οξύμωρον. Ο ΣΥΡΙΖΑ αναζητεί την νέα πολιτική και ιδεολογική του ταυτότητα, η οποία βρίσκεται στις παρυφές της σοσιαλδημοκρατίας.

Η 12η Ιουλίου ανέτρεψε τα δεδομένα, έσβησε τις ελπίδες των αφοσιωμένων ριζοσπαστών, διέψευσε προσδοκίες και αναίρεσε τον ” παλαιό καλό αριστερό εαυτό” του Αλέξη Τσίπρα. Όλα τα συνταρακτικά γεγονότα του προηγούμενου διαστήματος -ειδικότερα του πρώτου επταμήνου του 2015- θα μείνουν στην ιστορία, όχι μόνον για τον αντίκτυπό τους στην κοινωνική ζωή της χώρας, αλλά και για την ανατροπή των πολιτικών συσχετισμών.

Με την εγκατάλειψη της ριζοσπαστικών ιδεών, της στάσης κριτικής και αμφισβήτησης του ίδιου του ευρωπαικού οικοδομήματος,  ο ΣΥΡΙΖΑ μετεξελίσσεται σε ένα κλασσικό κόμμα της Κεντροαριστεράς. Αν όχι αμιγώς σοσιαλδημοκρατικός, ενσωματώνει τα χαρακτηριστικά ενός συστημικού κόμματος και υιοθετεί μια ήπια αλλά συνάμα εναλλακτική εκδοχή της σοσιαλδημοκρατίας. Σε κάθε περίπτωση, τίποτα δεν θυμίζει τον παλαιό ΣΥΡΙΖΑ, στον οποίον «χωρούσαν” και αντιλήψεις της επαναστατικής αριστεράς.

Η πολιτική μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ έχει περάσει τα σύνορα της Ελλάδας και το μύνημα εστάλη στην Βόρεια Ευρώπη. Η επίσκεψη του Φ.Ολάντ στην Αθήνα, εκτός απο την εμβάθυνση των διμερών σχέσεων Ελλάδας-Γαλλίας, την συνεργασία σε επιμέρους τομείς σηματοδοτεί την μελλοντική συμπόρευση των δυνάμεων της Ευρωπαικής Αριστεράς με αυτές της Ευρωπαικής Σοσιαλδημοκρατίας. Η ελληνογαλλική προσέγγιση και η αλληλοεκτίμηση Ολάντ-Τσίπρα είναι το εναρκτήριο λάκτισμα για την δημιουργία μιας πλατιάς συμμαχίας αυτών των δυνάμεων. Τούτο προοιωνίζει ότι και οι υπόλοιποι αντισυμβατικοί πολιτικοί αρχηγοί των κομμάτων της European Left, ακόμα και αν αναλάβουν την διακυβέρνηση θα προσχωρήσουν στον πολιτικό ρεαλισμό, ακολουθώντας το παράδειγμα του Α. Τσίπρα, του άλλοτε αντιδραστικού, αντιμνημονιακού αρχηγού. Δεν αποκλείεται και ο δημοφιλής Πάμπλο Ινγκλέσιας των Podemos, σε περίπτωση που κερδίσει τις εκλογές στην Ισπανία, να έχει την ίδια εξέλιξη.

Ένα σημαντικό τμήμα της Ευρωπαικής Αριστερας θα απορροφηθεί απο την Ευρωπαική Σοσιαλδημοκρατίας, στο πλαίσιο μιας πανευρωπαικής συμμαχίας που θα προτάξει μια εναλλακτική πολιτική επιλογή στρατηγικής για την Ευρωζώνη. Στην Ελλάδα, ο Α.Τσίπρας έχει ήδη απευθύνει κάλεσμα προς τις «προοδευτικές δυνάμεις”, εννοώντας ΠΑΣΟΚ και ΠΟΤΑΜΙ.

Η στροφή του Α.Τσίπρα στα κεντροαριστερά μπορεί να σχολιαστεί ποικιλοτρόπως. Το μόνο σίγουρο είναι οτι η επαφή με την αποκαλούμενη «πραγματικότητα” εξαφάνισε όλα τα αριστερά, επαναστατικά αντανακλαστικά του. Προδοσία ιδεών ή επιλογή έκτακτης ανάγκης;

Η νύχτα της 12ης Ιουλίου και τα όσα ακολούθησαν επιβεβαίωσαν ότι οι πολιτικοί αλλα σκέπτονται, αλλα πιστεύουν και άλλα πράττουν. Αν αφαιρέσει κανείς τις ετικέτες Αριστερά-Δεξιά διακρίνει την ίδια επιχειρηματολογία, την παρόμοια πολιτική πρακτική και τα παρόμοια σφάλματα. Ελάχιστες οι διαφορές και προερχόμενες απο την εκπροσώπηση συγκρουόμενων ομάδων συμφερόντων(οικονομικών ελίτ, συνδικαλιστών κτλπά). Η κοινωνία των πολιτών αποτελεί πάντα το εξιλαστήριο θύμα, ενω παράλληλα δεν εκπροσωπείται πραγματικά αλλα υποαντιπροσωπεύευται.

Άραγε η εγκατάλειψη των ιδεών είναι σύμπτωμα των καιρών ή ενος προβληματικού πολιτικού συστήματος;

Μάλλον το πρώτο φανερώνει τα αρνητικά του δεύτερου, ενός συστήματος στο οποίο άλλοι αποφασίζουν για λογαριασμό μας, χωρίς να ελέγχονται και να λογοδοτούν ενώπιον μας.