A.Τσίπρας: Έκανα μεγάλα λάθη

Συνέντευξη του πρωθυπουργού στην εφημερίδα Guardian, η οποία, μάλιστα, κάνει λόγο και για τον μακροβιότερο πρωθυπουργό στην Ελλάδα της κρίσης.

«Τα χειρότερα είναι σαφέστατα πίσω μας. Μπορούμε τώρα να πούμε με βεβαιότητα ότι η οικονομία είναι σε ανοδική φάση. Αργά αργά, αλλά ουδείς πίστευε ότι θα συμβεί και αυτό συνέβη» δηλώνει ο πρωθυπουργός, ενώ συνεχίζει τονίζοντας ότι «θα βγάλουμε την χώρα από την κρίση».

Στη συνέχεια παραδέχεται ότι « Όταν ήρθα σε αυτό το γραφείο δεν είχα την εμπειρία ή την αίσθηση πόσο μεγάλες θα ήταν οι καθημερινές δυσκολίες. Έχω κάνει λάθη, μεγάλα λάθη».

Για την Ευρώπη δηλώνει τα εξής  «Να αφήσουμε την Ευρώπη και να πάμε πού; Σε άλλο γαλαξία; Η Ελλάδα είναι ένα αναπόσπαστο κομμάτι της Ευρώπης. Χωρίς αυτήν πώς θα ήταν η Ευρώπη; Θα έχανε ένα σημαντικό μέρος της ιστορίας και της κληρονομιάς της»

Έχουμε, λοιπόν, δύο Τσίπρες. Τον προ εκλογών Σεπτεμβρίου 2015 και τον μετά. Ωρίμασε, συνειδητοποίησε κάποια πράγματα; Τι άλλαξε ακριβώς;

Η αλήθεια είναι ότι αν είχε παρουσιαστεί από την αρχή όπως είναι σήμερα , θα ήταν ένας ακόμα μνημονιακός αρχηγός. Ίσως, και να μην είχε αυτήν την απήχηση στον κόσμο. Γιατί ο κόσμος έλκεται από την επανάσταση, από το διαφορετικό που πρεσβεύει κάποιος, από αυτόν που θα του τάξει ότι θα τα αλλάξει όλα.

Έκανε λάθη ναι. Όμως, ίσως αυτή η κωλοτούμπα, για την οποία τον κατηγορούν όλοι, να ήταν ό,τι πιο  σωστό έκανε. Γιατί επανάσταση δεν σημαίνει τα διαλύω όλα, αλλά προσπαθώ να τα κάνω καλύτερα. Να είμαστε επαναστάτες, λοιπόν. Για την ουσία, όμως, όχι για τον θόρυβο.

Defision ~ Το δυναμικό ανερχόμενο Συγκρότημα της Metal

Στην μικρή, όμορφη πόλη της Αλεξανδρούπολης συναντάμε τους Defision! Την πλέον ανερχόμενη metal μπάντα της Βόρειας Ελλάδας που ήρθε για να μείνει! Ροκ και μέταλ ακούσματα ικανά να συνεπάρουν τους πιο φανατικούς και να ιντριγκάρουν τους πιο αδαείς.

Σε όλη την Ελλάδα, σήμερα, υπάρχουν μπόλικα αξιοσέβαστα συγκροτήματα διαφόρων ακουσμάτων και μουσικών, τα οποία παλεύουν να κάνουν τη διαφορά και να βάλουν το δικό τους λιθαράκι στη μουσική κουλτούρα αυτής της χώρας. Εμείς σας παρουσιάζουμε τους Defision με περηφάνια! Και σας εγγυόμαστε τα πιο ποιοτικά ακούσματα από 5 παιδιά που προσπαθούν να χρωματίσουν τη δύσκολη καθημερινότητα, να συγχρονίσουν δουλειές και πάθος, να κερδίσουν το στοίχημα με τους εαυτούς τους και να ανταποκριθούν στις προσδοκίες του κοινού τους…

1.Πώς ξεκίνησε η ιδέα για το συγκρότημα;

Η δημιουργία των Defision προέκυψε από ένα jam project που ξεκίνησε κάπου στο 2011. Ουσιαστικά δεν αποτελούσε τίποτα περισσότερο πέρα από αγχολυτική διέξοδο από την καθημερινότητα. Δεν υπήρχε κάποιο συγκεκριμένο πλάνο, εκτός φυσικά από την καλή παρέα. Ουσιαστικά παίζαμε κάποιες διασκευές και μερικούς αυτοσχεδιασμούς. Με το πέρασμα του χρόνου, είδαμε ότι υπάρχει μια μουσική χημεία μεταξύ μας, οπότε αποφασίσαμε να οριοθετήσουμε το μουσικό μας στυλ και να γράψουμε δικά μας κομμάτια. Κάπως έτσι μέσα στο 2013 γεννήθηκαν οι Defision.

various 2

2.Που οφείλει το όνομά του, «Defision»;

Για αρκετό καιρό παίζαμε χωρίς όνομα. Σε μια πρόβα, εν μέσω αρκετού brain storming προέκυψε η λέξη defission. Προέρχεται από τον χώρο της ψυχολογίας και ουσιαστικά αποτελεί συγχώνευση των λέξεων «κατάθλιψη» (depression) και «σχάση» (fission). Αν και ο ήχος μας απέχει πολύ από μουντά και καταθλιπτικά μονοπάτια, μας άρεσε σαν ιδέα, «χάσαμε» το ένα «s» στο δρόμο και «εγένετο Defision».

3.Λίγα λόγια για τα μέλη του συγκροτήματος; 

Γιώργος Κεϊβανίδης 28 ετών, ελεύθερος επαγγελματίας, ζαχαροπλάστης. Η πρώτη επαφή με την μουσική έγινε στο γυμνάσιο, όπου και ξεκίνησε τα μαθήματα κιθάρας. Η ενασχόληση με το τραγούδι προέκυψε πολύ αργότερα και ουσιαστικά ξεκίνησε με την είσοδο του στο πρώιμο εκείνο, σχήμα των Defision. Μεγάλος fan των video games, επιτραπέζιων παιχνιδιών και της μαγειρικής.

george

Στράτος Βραχιώλιας 33 ετών με καταγωγή από το όμορφο νησί της Σαμοθράκης. Μηχανικός πληροφορικής & επικοινωνιών. Αν και υπήρχαν μουσικά ερεθίσματα που φτάνουν δυο γενιές πίσω (ο παππούς Στράτος Βραχιώλιας ήταν γνωστός λαουτίστας στο νησί!) έπρεπε να γίνει φοιτητής για να αποφασίσει να μάθει κιθάρα. Λάτρης των κόμιξ και των videogames από μικρό παιδί, αλλά και της τεχνολογίας γενικότερα.

Stratos

Καλτσίδης Ιωάννης 28 ετών, ηλεκτρονικός μηχανικός, ελεύθερος επαγγελματίας. Αν και ασχολείται με διάφορα έγχορδα όργανα και είδη μουσικής, τελικά τον κέρδισε η κιθάρα και η metal μουσική γενικότερα. Από τις αρχές του λυκείου, οπότε και ξεκίνησε να μαθαίνει κιθάρα, δεν σταμάτησε να διευρύνει τις γνώσεις του πάνω στην μουσική. Ιδιαίτερη συμπάθεια τα video games και τα βινύλια του.

giannis

Περικλής Επιτρόπου 34 ετών, τεχνικός Η/Υ και υπεύθυνος Τμήματος Μηχανοργάνωσης σε μια από τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις της Θράκης. Ασχολήθηκε με τη μουσική από πολύ μικρός σχεδόν από το δημοτικό! Απέκτησε την πρώτη του κιθάρα από τον αδερφό του πατέρα του και από τότε μέχρι σήμερα έχει «μπλεχτεί» με πάρα πολλά είδη μουσικής. Κάπου στις αρχές λυκείου καταστάλαξε στο ότι το metal είναι αυτό που τον εκφράζει και από τότε έχει γίνει τρόπος ζωής, μαζί με τους υπολογιστές που είναι η δεύτερη αγάπη του.

peri

Χρήστος Παναγής 35 ετών, οπτικός. Ξεκίνησε να ασχολείται με τη μουσική σε ηλικία 6 ετών κάνοντας μαθήματα πιάνου στο Δημοτικό Ωδείο Αλεξανδρούπολης. Στα 16 ξεκίνησε να ασχολείται με τα τύμπανα, με τη συμμετοχή του σε heavy metal συγκρότημα. Με την μετακόμιση στην Αθήνα για σπουδές συμμετείχε σε σχήματα, παίζοντας διάφορα στυλ μουσικής κυρίως σε ήχους classic και alternative rock, ενώ παράλληλα ξεκίνησε εμφανίσεις σε διάφορες μουσικές σκηνές. Του αρέσουν τα ταξίδια ενώ στον ελεύθερο του χρόνο βλέπει μπόλικες ταινίες.

chris

4.Λίγα λόγια για τη μουσική του συγκροτήματος, το είδος, τους στίχους;

Σε γενικές γραμμές ακόμα κι εμείς οι ίδιοι δυσκολευόμαστε να χαρακτηρίσουμε με δυο – τρεις λέξεις το μουσικό μας στυλ. Κατά μια πολύ περίεργη σύμπτωση και οι πέντε μας έχουμε διαφορετικά ακούσματα στο φάσμα rock/metal δημιουργώντας ίσως ένα περίεργο αμάλγαμα, ένα κράμα από classic rock, heavy, thrash, melodic death, progressive, stoner κ.α. Όλοι μας έχουμε αγαπημένα σχήματα και αντίστοιχες επιρροές και σίγουρα αυτό βγαίνει στη μουσική μας.

Ο στίχος μας είναι αποκλειστικά αγγλικός. Στα φωνητικά χρησιμοποιούμε τόσο καθαρά – μελωδικά όσο και brutal φωνητικά, ανάλογα με την έμπνευση της στιγμής και το πως νιώθουμε το κάθε κομμάτι. Δεν θέλουμε να «περιοριστούμε» μόνο σε ένα στυλ.

5.Ποιος γράφει τους στίχους και από πού εμπνέεται;

Η συγγραφή των στίχων είναι λίγο πιο ιδιαίτερη διαδικασία σε σχέση με τη σύνθεση μουσικής και ως εκ τούτου θα ήταν περίπλοκο πέντε άτομα να κάθονται πάνω από μια κόλλα χαρτί και να γράφουν παρέα. Μέχρι στιγμής το «βάρος» έχουν μοιραστεί ο Χρήστος με τον Στράτο, αλλά και πάλι το τελικό αποτέλεσμα φιλτράρεται από όλους μας. Η θεματολογία ποικίλει και πηγή έμπνευσης μέχρι στιγμής έχουν αποτελέσει τόσο προβλήματα και καταστάσεις της καθημερινότητας, όσο και περιπέτειες χαρακτήρων από κόμιξ ή νουβέλες.

band

6.Πριν λίγο καιρό βγήκε το πρώτο σας CD και δημοσιεύτηκε το πρώτο σας video clip. Πώς νιώθετε γι’ αυτό;

To «A Thousand Bullets» είναι η πρώτη μας προσπάθεια να δείξουμε και δισκογραφικά αυτό που παίζουμε στο ευρύ κοινό. Όταν ξεκινήσαμε την διαδικασία ηχογράφησης δεν είχαμε τίποτα περισσότερο στο μυαλό μας παρά μόνο το «χειροπιαστό» δείγμα της δουλειάς μας. Να έχουμε κάτι που θα δείχνει το ποιοι είμαστε, τι κάνουμε.

Σήμερα, μερικούς μήνες μετά την κυκλοφορία του, οφείλουμε να ομολογήσουμε πως, μέσα μας νιώθουμε μια μικρή δικαίωση για αυτήν την απόφασή μας. Αυτό όμως που εισπράττουμε από τον κόσμο, οφείλουμε να το επιστρέψουμε πίσω μέσω της δουλειάς μας.

A Thousand Bullets Cover

7.Τι αλλάζει πλέον για το συγκρότημα;

Όσο καιρό παίζαμε μόνο για τις πρόβες και για εμάς, κάναμε απλά κάτι που να μας αρέσει και να μας εκφράζει. Από τη στιγμή που «εκθέσαμε» τους εαυτούς μας και την μουσική μας στο ευρύ κοινό, οι ευθύνες είναι λογικό να αυξάνονται. Αυτό που αλλάζει είναι ότι μετά από την έκδοση του EP και του βιντεοκλίπ δεν έχουμε να ικανοποιήσουμε μόνο τους εαυτούς μας. Πλέον υπάρχουν και όλοι εκείνοι που μας έδωσαν την ευκαιρία και μας άκουσαν. Πρέπει να αποδείξουμε ότι αξίζουμε της προσοχής και της αποδοχής τους και ότι αυτό που τους τράβηξε σε εμάς, θα συνεχίσει να υφίσταται. Συνεχώς ανεβάζουμε τον πήχη των απαιτήσεων καταρχήν για εμάς τους ίδιους! Με το πέρασμα του χρόνου η μπάντα αποκτά μεγαλύτερο δέσιμο και η σύνθεση καινούργιων κομματιών πιστεύουμε ότι θα ανταποκρίνονται στις νέες, πλέον, προσδοκίες.

8.Έχετε κάνει αρκετά live. Τι έχετε «εισπράξει» από τον κόσμο;

Μέχρι στιγμής έχουμε παίξει στην πόλη μας, την Αλεξανδρούπολη και στη Θεσσαλονίκη. Από τον κόσμο έχουμε πάρει πολύ θετική ανταπόκριση και είναι κάτι που μας τιμά βαθύτατα. Όπως είπαμε και παραπάνω όμως, οι ευθύνες να προσπαθήσουμε με την ίδια προσήλωση αυξάνονται, στην προσπάθεια μας για ένα όσο το δυνατόν καλύτερο αποτέλεσμα . Αφουγκραζόμαστε τον κόσμο και λαμβάνουμε υπόψη συμβουλές και κριτική γνωρίζοντας πως, μαζί με σκληρή δουλειά, είναι ο μόνος τρόπος να βελτιωνόμαστε και να κάνουμε καλύτερα αυτό που αγαπάμε.

various 1

9.Τι δυσκολίες αντιμετωπίζεται ως συγκρότημα;

Αντιμετωπίζουμε κι εμείς ότι δυσκολία αντιμετωπίζει ένα συγκρότημα που βρίσκεται μακριά από Αθήνα, Θεσσαλονίκη, κυρίως όσον αφορά τη δυνατότητα για live εμφανίσεις.

Αυτό ίσως είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα, μιας και δυστυχώς οι επιλογές μας είναι μετρημένες. Ακόμα και όταν υπάρχει κάποια πρόταση πρέπει να τα βάλεις όλα στο τραπέζι: μετακίνηση, μεταφορά εξοπλισμού, διαμονή. Όλα δυστυχώς κοστίζουν και συνήθως αποτελούν αποτρεπτικό παράγοντα Συν τοις άλλοις, όσο κι αν μας αρέσει αυτό που κάνουμε, δεν είναι η κύρια πηγή εισοδήματος μας. Έχουμε τις δουλειές μας, καταστήματα, υποχρεώσεις. Δεν είναι εύκολο να πεις «Φεύγω για μια βδομάδα και πάω να κάνω 4-5 live μαζεμένα σε διάφορες πόλεις», είτε είναι εντός, είτε εκτός Ελλάδας.

10.Ποια είναι τα άμεσα αλλά και μακροπρόθεσμα σχέδιά σας για το μέλλον;

Αυτή τη στιγμή κυρίως κοιτάμε να προγραμματίσουμε κάποια live στην βόρεια Ελλάδα. Από εκεί και πέρα, δισκογραφικά έχουμε ήδη κάποιες νέες συνθέσεις έτοιμες και κάποιες ακόμη «στα σκαριά». Στόχος μας είναι όταν έχουμε έναν ικανό αριθμό τραγουδιών να κυκλοφορήσουμε μια πιο ολοκληρωμένη δουλειά, ένα full length album!

Facebook : www.facebook.com/defisionGR

Youtube : https://www.youtube.com/channel/UCeA0QYCbOYwJ9Vsk2Jc6M0w

Twitter : https://twitter.com/defisionGR

_Defision Logo

 

 

Θεοδοσία Σαββάκη: «Η μουσική είναι κάτι άλογο που απευθύνεται κατευθείαν στο υποσυνείδητο»

Νέα, όμορφη και ταλαντούχα, η Θεοδοσία Σαββάκη είναι ηθοποιός και μουσικός, παίζει στις παραστάσεις Bonnie & Clyde του Λευτέρη Παπακώστα αλλά και στο Φωτεινό Δωμάτιο της Ντίνας Σταματοπούλου. Παράλληλα, κάνει φωνητικά στην μπάντα Μητέρα Φάλαινα Τυφλή ενώ ασχολείται επαγγελματικά και με το σαξόφωνο! Πρόκειται για ένα άτομο που έχει επιτύχει πολλά αξιόλογα πράγματα σε μικρό χρονικό διάστημα, κάτι που σίγουρα μας δημιουργεί προσδοκίες για την εξέλιξή της στο μέλλον!

Μαρία Μαρίνη: Τι ήταν αυτό που σε έκανε να ασχοληθείς με την μουσική και πιο συγκεκριμένα με το σαξόφωνο;

Θεοδοσία Σαββάκη: Όταν ήμουν στο δημοτικό ο αδερφός μου πήγαινε στο ωδείο κι έπαιζε μουσική, οπότε ζήτησα να στείλουν κι εμένα εκεί. Επέλεξα το σαξόφωνο γιατί ήταν ένα όργανο που άρεσε πολύ στον μπαμπά μου, ο οποίος και μου το πρότεινε. Εγώ το επέλεξα, αν και δεν ήξερα τι ακριβώς ήταν. Όταν πήγα στο ωδείο αγάπησα πολύ την δασκάλα που μου έκανε μάθημα και κατ’ επέκταση το ίδιο όργανο.

Μ.Μ.: Μετά το πτυχίο σου από το Ωδείο Αθηνών ασχολήθηκες με τις θεατρικές σπουδές. Τι ήταν αυτό που σου κέντρισε το ενδιαφέρον στο Θέατρο;

Θ.Σ.: Όταν ήρθα στην Αθήνα για να σπουδάσω θεατρολογία, ασχολήθηκα παράλληλα με το Ωδείο Αθηνών. Μετά το μεταπτυχιακό μου είχα φτάσει σε ένα θεωρητικό όριο σχετικά με το θέατρο και αποφάσισα ότι ήθελα να το δω και στην πράξη. Ήταν κάτι που με απασχολούσε όλο αυτό το διάστημα αλλά μέχρι τότε δεν είχα το σθένος να εκτεθώ στον βαθμό που χρειάζεται για να παίξει κανείς θέατρο. Έτσι, αποφάσισα να μπω σε μια δραματική σχολή γιατί αν και η θεωρία είναι κάτι που με γοητεύει και με απασχολεί, το θέατρο είναι κάτι πρακτικό. Μπορούμε να γράψουμε καταπληκτικά κείμενα για το θέατρο αλλά αυτό που βιώνεται πάνω στην  σκηνή δεν περιγράφεται. Ήταν ένα στοίχημα με τον εαυτό μου, βέβαια, γιατί δεν είναι κάτι που γίνεται αυθαίρετα έχει μια βασανιστική, συχνά, προεργασία.

Μ.Μ.: Έχεις συμμετάσχει στην παράσταση P.I.G.S. Sotiria στο Βέλγιο. Πως ήταν η εμπειρία σου εκεί;

Θ.Σ.: Ήμουν πολύ τυχερή που βρέθηκα σε αυτή την παράσταση γιατί με ενημέρωσαν την ημέρα της αποφοίτησής μου για μια αίτηση που είχα κάνει τρία χρόνια πριν, μόλις είχα τελειώσει με το μεταπτυχιακό μου κι έψαχνα δουλειά ως θεατρολόγος. Τους εξήγησα ότι σε εκείνη την φάση με ενδιέφερε περισσότερο να παίξω, όπως κι έγινε. Το εντυπωσιακό σε αυτό το εγχείρημα ήταν ότι ταξιδεύαμε και ζούσαμε δύο εβδομάδες με καλλιτέχνες από άλλες χώρες στις εγκαταστάσεις του θεάτρου συνήθως και προετοιμάζαμε όλοι μαζί μια παράσταση που ήταν working progress με θεματική το PIGS και την οικονομική κρίση. Χάρηκα που γνώρισα τόσο αξιόλογα άτομα και μάλιστα με τα παιδιά από την ελληνική ομάδα είμαστε ακόμα πάρα πολύ καλοί φίλοι.

12631243_924742667609315_1884571421_o

Μ.Μ.: Πες μας λίγο για τον ρόλο σου σε αυτή την παράσταση.

Θ.Σ.: Η παράσταση βασιζόταν σε αυτοσχεδιασμούς, οπότε οι αυτοσχεδιασμοί όλων των ηθοποιών στο τέλος συνδέονταν με κάποιον τρόπο διαφορετικό σε κάθε παράσταση και προέκυπτε ένα αφήγημα. Το αποτέλεσμα ήταν ελεγχόμενο βέβαια, απλώς μέχρι και την τελευταία στιγμή διαμορφωνόταν αυτό που θα παρουσιάζαμε έχοντας κατά νου ένα συγκεκριμένο script.

Μ.Μ.: Συμμετέχεις στο Bonnie & Clyde φέτος. Μίλησέ μας για τον ρόλο σου εκεί.

Θ.Σ.: Δεν θα ήθελα να εξηγήσω αυτό που κάνω γιατί το ενδιαφέρον ακριβώς με την ύπαρξη ζωντανού σώματος που φέρει την μουσική είναι ότι ο καθένας μπορεί να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα. Ούτως ή άλλως η μουσική είναι κάτι το άλογο, που απευθύνεται στο υποσυνείδητο, οπότε θα ήθελα ο καθένας να το αισθανθεί μοναδικά. Αυτό που έχουμε προσπαθήσει να κάνουμε όλη η ομάδα είναι να έχει ο καθένας από τους ήρωες μια καθαρή παρτιτούρα του ποιος είναι και τι κάνει. Αυτό που μπορώ να πω με σιγουριά είναι ότι οι Bonnie & Clyde δεν με αισθάνονται άμεσα, δεν με βλέπουν δηλαδή. Για εκείνους είμαι πολλά αφηρημένα πράγματα : η ψυχή τους, η πνοή τους, μια ομίχλη, ο μύθος που μένει στο τέλος… Ο ρόλος που υποδύομαι εγώ είναι ένας συνοδοιπόρος τον οποίο δεν αντιλαμβάνονται άμεσα αλλά είναι εκεί.

12620400_924387434311505_1320636403_o

Μ.Μ.: Θεωρείς ότι ο ρόλος σου θα μπορούσε να είναι η προσωποποίηση της ελευθερίας;

Θ.Σ.: Σίγουρα υπάρχει μια διάσταση ελευθερίας σ’ αυτό που πρεσβεύει ο ήρωας γιατί το πολύ απελευθερωτικό είναι το γεγονός ότι έχει την δυνατότητα να πάρει απόσταση από τα πράγματα και να είναι και «μέσα» και «έξω» από αυτά. Αυτό είναι ένα πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε συχνά οι άνθρωποι. Εμπλεκόμαστε τόσο πολύ στο οτιδήποτε μας συμβαίνει που δεν μπορούμε να δούμε τον εαυτό μας και τον κόσμο ως παρατηρητές. Ο ήρωας που υποδύομαι είναι ακριβώς αυτός ο παρατηρητής που επεμβαίνει έμμεσα και πολύ διακριτικά και δημιουργεί έναν ρυθμό, τον οποίο αισθάνονται οι Bonnie & Clyde.

12591966_924711350945780_1124059648_o

Μ.Μ.: Πες μου κάτι που σου κάνει εντύπωση σε αυτό το έργο.

Θ.Σ.: Αυτό που με εντυπωσιάζει είναι ότι δεν βλέπουμε απλά την τελευταία μιάμιση ώρα ενός μυθικού ζευγαριού. Στεκόμαστε απέναντι σε μια εικόνα κι έναν μύθο που αποπνέει κάτι πολύ εντυπωσιακό ενώ στην πραγματικότητα και μέσα από το έργο φαίνεται ότι η καθημερινότητα αυτών των δύο ανθρώπων ήταν πολύ δύσκολη. Επέλεξαν να ζουν έτσι και όχι ληστεύοντας μια τράπεζα και κλέβοντας πολλά χρήματα να ζήσουν κάπου ευτυχισμένοι μέσα στα πλούτη. Αντίθετα, το μετέτρεψαν σε τρόπο ζωής και πλήρωσαν ένα μεγάλο τίμημα γι αυτή την επιλογή τους.

12630799_924381894312059_1528943530_o

Μ.Μ.: Παράλληλα με το Bonnie & Clyde συμμετέχεις και στο Φωτεινό Δωμάτιο της Ντίνας Σταματοπούλου. Μίλησέ μας λίγο για την παράσταση.

Θ.Σ.: Νιώθω πολύ τυχερή που δουλεύω με τους συγκεκριμένους ανθρώπους κι αυτό είναι πολύ σημαντικό για μένα γιατί παίζουμε τόσο πολύ που αν δεν ήμασταν τόσο αγαπημένοι μεταξύ μας, θα ήταν δυσάρεστη η καθημερινότητά μας. Σκέψου μόνο, ότι έχουμε επτά παραστάσεις την εβδομάδα, πρόκειται για μια παιδική παράσταση που απαιτεί πολλή ενέργεια.

Μ.Μ.: Το 2014 συμμετείχες στην ταινία Εν καιρώ Ειρήνης, του Νίκου Βουτενιώτη. Πως ήταν αυτή σου η εμπειρία; Θα ήθελες να ξανασχοληθείς με τον κινηματογράφο;

Θ.Σ.: Δουλεύω πολύ λίγο καιρό οπότε δεν αποκλείω κάτι. Είμαι στην φάση που μαθαίνω και νομίζω ότι πάντα σε αυτή την φάση θα είμαι γιατί με κάνει να νιώθω σαν αιώνια φοιτήτρια (γέλια). Η ταινία αυτή ήταν ένα εγχείρημα που ξεκίνησε στη σχολή μου στα πλαίσια του μαθήματος κινηματογράφου με τον κύριο Βουτενιώτη. Τελικά, επειδή υπήρχε μεγάλη προσφορά από όλους τους συντελεστές, πήρε μεγάλη διάσταση! Φαντάσου ότι κάναμε γυρίσματα περίπου ενάμισι χρόνο. Νομίζω ότι ήταν σπουδαίο που είχαμε αυτή την ευκαιρία όντας ακόμα σπουδαστές να κάνουμε μια ταινία μεσαίου μήκους με προδιαγραφές κινηματογράφου.

Μ.Μ.: Σαν συνθήκες δουλειάς θα προτιμούσες τον κινηματογράφο ή το θέατρο;

Θ.Σ.: Το περίεργο με την δουλειά μας είναι ότι μπορεί να μείνεις άνεργος κάθε λίγους μήνες, όταν τελειώνει η δουλειά που έχεις κλείσει και το γεγονός ότι μπορεί την μια χρονιά να έχεις μια επιτυχία κι ένα καλό αποτέλεσμα, αυτό δεν σου εξασφαλίζει αυτομάτως ότι θα σε πάρουν κάπου και την επόμενη χρονιά. Αυτό σε συνδυασμό με το γεγονός ότι είμαστε πάρα πολλοί ηθοποιοί, καθιστά το να βρεις δουλειά από μόνο του ένα δώρο. Σε ένα ιδανικό σενάριο πάντως, θα ήθελα να τα δοκιμάσω και τα δύο εναλλάξ.

12637084_924381930978722_187816378_o

Μ.Μ.: Πόσο δύσκολο είναι να αντιμετωπίσεις μια περίοδο ανεργίας;

Θ.Σ.: Δυστυχώς, προσωπικά δεν έχω βρει την φόρμουλα να το διαχειρίζομαι και ακριβώς επειδή συνδέεται άμεσα με το βιοποριστικό κομμάτι δημιουργεί προβλήματα σε πολλαπλά επίπεδα. Αυτή την κατάσταση ενισχύει και το γεγονός ότι σε αυτή την ηλικία θέλεις να είσαι παραγωγικός κι εκ των πραγμάτων δεν μπορείς. Το πολύ σοκαριστικό στην καθημερινότητά μας είναι ότι ρέπουμε συνεχώς μεταξύ εναλλασσόμενων περιόδων που σε πετάνε από το ένα άκρο στο άλλο. Από την εντατικότατη δουλειά που δεν έχει ωράριο και δεσμεύει όλο σου το «είναι»-ιδίως στη φάση των (απλήρωτων κατά κανόνα πια) προβών, στο απόλυτο «τίποτα» της αναζήτησης εργασίας. Είναι ένα από τα λίγα επαγγέλματα που εκ φύσεως, σε οδηγεί τόσο τακτικά-και με πολύ τακτ, στην ανεργία. Το «τίποτα», βέβαια, το κενό γενικά, μπορεί να είναι πολύ χρήσιμο, όπως η παύση στη μουσική, αλλά όταν αυτό το επάγγελμα συνδέεται με το βιοπορισμό, το βάρος γίνεται ακόμα μεγαλύτερο. Το ζητούμενο είναι λοιπόν, η ισορροπία μεταξύ των δύο αυτών φάσεων ώστε να μπορεί ο ηθοποιός να είναι σταθερά σε φόρμα και να διατηρεί την ψυχραιμία του.

Μ.Μ.: Παλαιότερα είχες ασχοληθεί και με το ραδιόφωνο στο Ρέθυμνο. Θα ήθελες να ξανασχοληθείς με το ραδιόφωνο;

Θ.Σ.: Ναι βέβαια! Το ραδιόφωνο το λάτρεψα κι έγινε μια περίοδο που ήμουν ακόμα μαθήτρια, κάναμε εκπομπή με την παρέα μου, συνεπώς μου έχει αφήσει τις καλύτερες αναμνήσεις. Σίγουρα θα ήθελα να ασχοληθώ ξανά, αλλά δεν βρίσκεται στις άμεσες προτεραιότητές μου.

Μ.Μ.: Έχεις παρακολουθήσει μαθήματα θεάτρου και στην Ολλανδία. Πως είναι η ζωή εκεί;

Θ.Σ.: Ήμουν πολύ συχνά μελαγχολική γιατί ήθελα να μοιραστώ με τους αγαπημένους μου ανθρώπους αυτό που βίωνα, πάθαινα ευχάριστα πολιτισμικά σοκ. Είναι ένα μέρος που αν ξεπεράσεις το φαίνεσθαι και αυτό που προωθείται ως επί τω πλείστον, το Άμστερνταμ είναι μια πόλη με εξαιρετική ποιότητα ζωής και μόνο που δεν υπάρχουν αυτοκίνητα και κινείται ο κόσμος με ποδήλατα, για παράδειγμα, μια καταπληκτική συνθήκη.

Μ.Μ.: Αν δεν έβρισκες κάτι που να σε εμπνέει στην Ελλάδα, θα πήγαινες να ζήσεις στο εξωτερικό ή θα έμενες στην Ελλάδα κι ας έκανες κάτι εκτός αντικειμένου;

Θ.Σ.: Δεν μπορώ να δώσω μια συγκεκριμένη απάντηση γιατί, όπως όλα αλλάζουν, έτσι μεταβάλλονται και οι διαθέσεις των ανθρώπων. Στην φάση που είμαι τώρα έχω επιλέξει να μένω και να εργάζομαι εδώ. Μου δόθηκε η ευκαιρία να μείνω στην Ολλανδία αλλά δεν το έκανα γιατί μου αρέσει να βρίσκομαι κοντά στους δικούς μου ανθρώπους. Η Αθήνα είναι μια πόλη που την αγαπώ πολύ αλλά δεν την βλέπω ως μονόδρομο. Από την στιγμή που δεν έχω γεννηθεί και μεγαλώσει εδώ, δεν θεωρώ ως δεδομένο ότι θα ζήσω μόνιμα στην Αθήνα. Πάντως δεν έχω κάποια σκέψη να ξαναφύγω έξω, τουλάχιστον μόνη μου, όπως έκανα τότε, σε άλλη ηλικία φυσικά.

Μ.Μ.: Εκτός από τις παραστάσεις στις οποίες συμμετέχεις, είσαι μέλος και σε μια μπάντα.

Θ.Σ.: Έχω την τιμή να είμαι μέλος του τρίο της Μητέρας Φάλαινας Τυφλής, μιας δεκαμελούς μπάντας, η οποία αυτό το διάστημα δραστηριοποιείται ως τρίο, στο οποίο κάνω τα φωνητικά. Εμφανιζόμαστε συνήθως Παρασκευή βράδυ, αλλά ενδεχομένως και μεσοβδόμαδα σε διάφορα μαγαζιά της Αθήνας.

Μ.Μ.: Θεοδοσία μου σε ευχαριστώ πολύ για την υπέροχη συνέντευξη που μου παραχώρησες και σου εύχομαι καλή συνέχεια σε ότι κι αν κάνεις!

Θ.Σ.: Σε ευχαριστώ πολύ κι εγώ εύχομαι ότι καλύτερο στο site σας, καλή συνέχεια!

Γιώργος Αδαμαντιάδης: ‘Είναι εύκολο να ξεγελάσεις το κοινό ότι είσαι καλός ηθοποιός, τον εαυτό σου όμως όχι’

Προσγειωμένος και συνειδητοποιημένος, ο Γιώργος Αδαμαντιάδης μας μιλάει για τις δικές του αλήθειες στο θέατρο. Αν και είναι πολύ νέος, έχει ασχοληθεί με το θέατρο και ακαδημαϊκά, αφού είναι υποψήφιος διδάκτορας με θεματική το έγκλημα της γενοκτονίας στο θέατρο, ενώ έχει συμμετάσχει και σε τηλεοπτική παραγωγή του BBC με θέμα την Αντιγόνη του Σοφοκλή! Όλα αυτά σε συνδυασμό με τα ταξίδια του στο εξωτερικό προκειμένου να εξειδικευτεί σε συγκεκριμένες μεθόδους υποκριτικής, συνθέτουν ένα εντυπωσιακό βιογραφικό που μας δημιουργεί μεγάλες προσδοκίες για το μέλλον!

12773078_1094131920606874_1319089784_o

Μαρία Μαρίνη: Ξεκίνησες τις σπουδές σου στο θέατρο αφού αποφοίτησες από το τμήμα Ιστορίας της Φιλοσοφικής Σχολής Ιωαννίνων. Αυτό συνέβη γιατί αποφάσισες μετά το πανεπιστήμιο να ασχοληθείς με την υποκριτική ή επειδή ήθελες να έχεις κι ένα επιπλέον πτυχίο;

Γιώργος Αδαμαντιάδης: Η πρώτη μου επαφή με το θέατρο πραγματοποιήθηκε ενώ ήμουν στα Γιάννενα και σπούδαζα. Συμμετείχα σε μια θεατρική ομάδα αρκετά υψηλού επιπέδου και τα φοιτητικά μου χρόνια τα πέρασα με συνεχείς παραστάσεις. Όλη μέρα στο θέατρο. Από τις πιο δημιουργικές περιόδους που έχω ζήσει. Μόνιμα σε μια πρόβα.  Όλα λοιπόν είχαν πάρει τον δρόμο τους πολύ πριν αποφοιτήσω.

Μ.Μ.: Πως ένιωσες όταν, ενώ ήσουν πρωτοετής σπουδαστής ακόμα, έλαβες μέρος ως ηθοποιός στο Θέατρο Τέχνης, Κάρολος Κουν;

Γ.Α.: Ως φοιτητής δεν είχα συνειδητοποιήσει την τεράστια ιστορία του Θεάτρου, στο οποίο θα έπαιζα. Όλα αυτά μέχρι την ημέρα της πρεμιέρας βέβαια! Όταν πήγα στο καμαρίνι να ετοιμαστώ, υπήρχε μια φωτογραφία του Κάρολου Κουν εκεί και ήταν σαν να με κοιτούσε. Από εκείνη την στιγμή κι έπειτα άρχισα να βλέπω πιο σοβαρά αυτό που έκανα, καθώς μέχρι τότε για μένα ήταν απλά ένα παιχνίδι.

Μ.Μ.: Έκανες ένα μεταπτυχιακό στο Royal Central School of Speech and Drama με σκοπό να ειδικευτείς στην αμερικάνικη μέθοδο υποκριτικής. Θεωρείς ότι δεν σου δίνεται η ευκαιρία στο εσωτερικό της χώρας να εξελίξεις τις σπουδές σου;

Γ.Α.: Σου δίνεται. Θεωρώ όμως ότι πρέπει να είσαι πολύ προσεκτικός στην επιλογή των ανθρώπων με τους οποίους θέλεις να δουλέψεις. Εγώ ήμουν από τους τυχερούς καθώς αρχικά σπούδασα στη σχολή της Δήμητρας Χατούπη, η οποία έχει εξαιρετικούς καθηγητές! Ο καθένας τους μου προσέφερε εξαιρετικά εφόδια. Ο κάθε άνθρωπος έχει τον δικό του τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει την υποκριτική τέχνη. Εμένα μου κινούσε την περιέργεια η αμερικανική μέθοδος, έτσι, λοιπόν, για να καλύψω την περιέργεια μου, αποφάσισα να ανακαλύψω περισσότερα γι’ αυτήν την μέθοδο από τους πλέον ειδικούς.

Μ.Μ.: Ποιο είναι, για σένα, το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της δικής σου μεθόδου;

Γ.Α.: Αρχικά επικεντρώνομαι στα πρακτικά στοιχεία κάθε χαρακτήρα. Προσπαθώ να βάλω τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του στην καθημερινότητά μου και από εκεί και πέρα αρχίζω να δημιουργώ έναν καινούριο άνθρωπο μέσα από το δικό μου σώμα προσθέτοντας πληροφορίες όπως, για παράδειγμα, ο τρόπος που μιλάει, ο τρόπος που κινείται, ακόμα και ο τρόπος που κοιμάται. Αυτό όμως είναι μόνο το περιτύλιγμα. Η ουσία είναι οι πράξεις του χαρακτήρα. Αυτό που με κινεί είναι η περιέργεια. Δεν μπορώ να προσπαθήσω να ψάξω πως νιώθει ένας χαρακτήρας γιατί θα πέσω στην παγίδα να παίξω το συναίσθημα. Ψάχνω τα στοιχεία που τον οδηγούν να κάνει ότι κάνει. Προσπαθώ να καταλάβω τι τον έσπρωξε να πράξει όπως έπραξε. Αυτή η προσπάθεια, για μένα τουλάχιστον, δεν είναι διανοητική. Απαιτεί απόλυτη συγκέντρωση και προσήλωση αλλά είναι καθαρά πρακτική. Χειρονακτική. Όταν δουλεύεις πρακτικά πάνω σε συγκεκριμένα στοιχεία, δεν χρειάζεται να «παίξεις» κάτι. Συμβαίνουν όλα από μόνα τους. Και σαν θεατής, όμως, δεν μου αρέσει να βλέπω άλλους ηθοποιούς να «προσπαθούν να παίξουν», γιατί στο τέλος, αυτό που βλέπω είναι μόνο η προσπάθεια. Αντιθέτως, λατρεύω να βλέπω ηθοποιούς να «υπάρχουν» πάνω στην σκηνή, γιατί σε τελική ανάλυση, ο θεατής θα αναρωτηθεί αν πιστεύει αυτό που βλέπει ή αν είναι ψεύτικο και δεν τον πείθει. Για μένα αυτό είναι το νόημα της υποκριτικής.

12767781_1094131703940229_957466025_n
από την παράσταση Bonnie & Clyde

Μ.Μ.: Το 2011 έλαβες μέρος στην τηλεοπτική παραγωγή του BBC με θέμα την Αντιγόνη του Σοφοκλή. Τι εντυπώσεις σου άφησε αυτό;

Γ.Α.: Δεν μου αρέσει να μεγαλοποιώ τα πράγματα. Όταν έγινε η πρόταση, η παραγωγή του BBC έψαχναν κάποιον ελληνόφωνο. Στο Λονδίνο δεν υπάρχουν πολλοί κι εγώ έτυχε να βρίσκομαι εκεί τότε. Το σπουδαιότερο για μένα ήταν ότι δούλεψα με ανθρώπους, τους οποίους έβλεπα μέχρι τότε στον κινηματογράφο και ξαφνικά βρέθηκα να παίζω μαζί τους! Επίσης, αυτό που μου έκανε εντύπωση είναι ότι ενώ στην Ελλάδα παρατηρείται μια έπαρση στους ηθοποιούς, στην Αγγλία αυτό δεν υπάρχει σε τέτοιο βαθμό. Ίσως αυτό να οφείλεται στο ότι εκεί οι ηθοποιοί είναι ακριβώς όπως οι γιατροί ή οι δάσκαλοι ή οι μηχανικοί. Φυσιολογικοί άνθρωποι που κάνουν μια κανονική δουλειά. Όχι σταρ. Από την άλλη, νομίζω ότι έχει σχέση και με την κουλτούρα των Άγγλων. Το θέατρο εκεί αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα αγαθά. Υπάρχει στην καθημερινότητα κάθε οικογένειας. Φαντάσου ότι τα παιδιά ασχολούνται με τις τραγωδίες του Σαίξπηρ από το δημοτικό.

Μ.Μ.: Λες ότι οι Άγγλοι θεωρούν το Θέατρο μια κανονική δουλειά. Δεν είναι, όμως, κατά μια έννοια, λειτούργημα;

Γ.Α.: Θεωρητικά είναι. Κάνουμε θέατρο για να πούμε μια ιστορία και αυτή η ιστορία να κάνει τον άλλον καλύτερο άνθρωπο. Για μένα ο ηθοποιός στην εποχή μας πρέπει να είναι λίγο «σούπερ ήρωας». Χρειάζεται να ξέρει να τραγουδάει, να χορεύει, να μιλάει σωστά, να έχει τέλεια φυσική κατάσταση και ταυτόχρονα να κάνει και άλλες δουλειές για να ζήσει. Παρόλα αυτά, οι δεξιότητες που πρέπει να έχει, δεν τον κάνουν καλύτερο άνθρωπο από κάποιον άλλον. Έχουμε φτάσει σε σημείο να πιστεύουμε ότι είμαστε «κάποιοι», ενώ δεν είμαστε. Είναι εύκολο να ξεγελάσεις το κοινό ότι είσαι καλός ηθοποιός, τον εαυτό σου όμως όχι. Όσους επαίνους και να πάρεις από τους κριτικούς ή από φίλους σου, αν μέσα σου ξέρεις ότι δεν είσαι καλός, δεν μπορείς να λειτουργήσεις με αυτή την ψευδαίσθηση. Ο ηθοποιός οφείλει να προσφέρει κυρίως στους άλλους.  Να τρέφει τους άλλους και όχι να τρέφεται από αυτό που δημιουργεί. Να είναι έμπνευση, όχι να εξυψώνεται ο ίδιος. Με αυτή την έννοια, το θέατρο αν γίνεται σωστά, είναι όντως λειτούργημα.

Μ.Μ.: Στην τελευταία σου δουλειά υποδύεσαι τον Clyde Barrow, διαβόητο ληστή, που ωστόσο στο έργο μας παρουσιάζει μια πιο ανθρώπινη πλευρά. Πες μας γι’ αυτό.

Γ.Α.: Όταν η μόνη πληροφορία που έχεις είναι ότι κάποτε υπήρχε ένας ληστής στην Αμερική ο οποίος λήστευε και σκότωνε, κατευθείαν δημιουργείς στο κεφάλι σου ένα τέρας. Έπρεπε λοιπόν να βρω τις αιτίες που τον έσπρωξαν να κάνει αυτά που έκανε. Ο Clyde Barrow ήταν ένα παιδί που προερχόταν από τις χειρότερες φτωχογειτονιές του Ντάλας την περίοδο της οικονομικής κρίσης στην Αμερική. Έκλεψε ένα ραδιόφωνο και πήγε στο αναμορφωτήριο. Όταν βγήκε από εκεί, έκλεψε ένα αμάξι και κατέληξε στην φυλακή. Έλεγαν τότε, ότι ο Barrow μπήκε ένα προσκοπάκι και βγήκε κροταλίας. Αυτό συνέβη γιατί στην φυλακή που ήταν βιάστηκε πολλές φορές μέχρι που αναγκάστηκε να σκοτώσει τον βιαστή του. Από την στιγμή που έγινε ο πρώτος φόνος είχε έναν ξεκάθαρο στόχο: να μην ξαναπάει στην φυλακή. Έτσι, ο φόνος αποτελεί το μέσο για να πετύχει τον σκοπό του. Πραγματικά πιστεύω ότι δεν ήθελε να σκοτώσει κανέναν. Οι αστυνομικοί προσπαθούσαν να κάνουν την δουλειά τους, να πιάσουν τον Barrow κι εκείνος να μην συλληφθεί. Εκ των πραγμάτων λοιπόν όταν υπάρχουν δύο αντίθετες δυνάμεις, απόλυτα προσηλωμένες στον στόχο τους και στην εξίσωση μπαίνουν και όπλα, υπάρχει τεράστιος κίνδυνος κάποιος να σκοτωθεί.

Μ.Μ.: Βλέπεις σε σένα κάποια χαρακτηριστικά του Clyde Barrow;

Γ.Α.: Οδηγώ εξίσου καλά! (γέλια) Επειδή δεν παίζω τον Clyde, αλλά φέρω κάποια κομμάτια του πάνω στην σκηνή ως αγγελιοφόρος, ότι βγαίνει εκείνη την ώρα δεν μπορώ να πω ότι είναι του Clyde αλλά δικό μου. Το μόνο κοινό που μπορώ να πω ότι έχουμε, είναι η αφοσίωσή μας στον στόχο μας.

Μ.Μ.: Σε κάποιο σημείο του έργου ο Clyde παραδέχεται ότι θα μπορούσε να δουλεύει ως μηχανικός αυτοκινήτων και μάλιστα πως θα μπορούσε να είναι και πολύ καλός. Αυτό σημαίνει ότι θα μπορούσε να αποδεχτεί το ισχύον καπιταλιστικό σύστημα, το οποίο γενικά κατηγορεί στην περίπτωση που έβρισκε κάτι που του άρεσε πραγματικά ή θεωρείς πως ακόμα κι αν έβρισκε κάτι που να τον γεμίζει, θα ασκούσε κριτική και θα προσπαθούσε να απελευθερωθεί από αυτό;

Γ.Α.: Ο Clyde θα ήθελε να κάνει μια τίμια δουλειά χωρίς να κλέβει, να ζει με τα λεφτά που βγάζει, να μην έχει ανάγκη κανέναν και να ζήσει μια όμορφη κανονική ζωή με την Bonnie. Προφανώς δεν του αρέσει αυτό που κάνει. Δεν γίνεται να σου αρέσει να ζεις σε ένα αμάξι αποκλειστικά, να τρέφεσαι με κονσέρβες και να έχεις την ευθύνη μιας δεύτερης ψυχής, την οποία θέτεις σε διαρκή κίνδυνο. Αδυνατώ να πιστέψω ότι ο Clyde ήταν λάτρης της περιπέτειας! Ήταν ένας άνθρωπος που προσπαθούσε να επιβιώσει. Στο έργο σε κάποιο σημείο λέω στην Bonnie ότι οι συγγενείς μας σίγουρα μας ζηλεύουν επειδή τουλάχιστον είμαστε ελεύθεροι. Αλλά το λέω για να την παρηγορήσω και να το πιστέψω κι εγώ ο ίδιος. Αν ο Clyde ήταν μόνος του, η ιστορία θα ήταν διαφορετική. Η Bonnie Parker είναι ένας παράγοντας που αλλάζει τα πάντα.

12591995_924710020945913_1033618495_o

Μ.Μ.: Οι Clyde & Bonnie έχουν διαπράξει τόσες ληστείες αλλά δεν το κάνουν για τα χρήματα, χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η  Bonnie που έχει μόνο ένα κόσμημα και μάλιστα από τον πρώην σύζυγό της. Για ποιον λόγο κάνουν τις ληστείες εκτός από την επιθυμία τους να γίνουν γνωστοί στους πάντες;

Γ.Α.: Καταρχήν ο Clyde και η Bonnie δεν κάνουν ληστείες για μεγάλα ποσά. Λήστευαν σαν να ήταν η δουλειά τους: για να πάρουν τα χρήματα από κάπου και μετά να πάνε σε ένα παντοπωλείο και να αγοράσουν νερό, φαγητό και ποτό. Ήταν μια καθημερινή δουλειά, θα μπορούσαμε να πούμε. Όσον αφορά την δημοσιότητα, είναι κάτι που αρέσει σε όλους τους ανθρώπους, αλλά δεν μπορώ να πιστέψω ότι άρεσε στον Clyde γιατί τον παρουσίαζαν ως δολοφόνο φορτώνοντας του φόνους που δεν είχε διαπράξει. Ο Clyde σκότωνε μόνο όταν ήταν αναγκασμένος να σκοτώσει γι’ αυτό και το έκανε με μεγάλη ψυχραιμία και αποτελεσματικότητα. Ωστόσο έκανε ότι μπορούσε για να μην φτάσουν τα πράγματα σε αυτό το σημείο. Επιπλέον, υπάρχει και ο κώδικας στην αστυνομία, σύμφωνα με τον οποίο, αν κάποιος σκοτώσει αστυνομικό, δεν πάνε να τον συλλάβουν αλλά να τον σκοτώσουν κατευθείαν, κάτι που ήταν ξεκάθαρο στον Clyde. Άρα, ήταν ο θάνατος σου, η ζωή μου.

12620400_924387867644795_1082439335_o

Μ.Μ.: Βλέποντας τις αδυναμίες που παρουσιάζουν οι Bonnie & Clyde θεωρείς ότι βρίσκουν την λύτρωση και την κάθαρση μέσα από την αγάπη τους;

Γ.Α.: Ο Clyde ήξερε ότι θα πεθάνει και μάλιστα είχε κάνει την διαθήκη του που άφηνε τα χρήματά του στους γονείς του. Αυτό που δεν ήθελε με τίποτα ήταν να συμβεί το ίδιο με την Bonnie. Ήθελε να φύγει μόνος του. Εκείνη δεν είχε σκοτώσει ποτέ κανέναν, οπότε θα πήγαινε στην φυλακή σαν συνεργός. Τον Clyde θα τον σκότωναν, ήταν δεδομένο. Δεν περίμενε ποτέ τέτοια ενέδρα. Τους σκότωσαν με 183 σφαίρες. Δεν πρόκειται απλά για εκτέλεση ή τιμωρία. Αυτό ήταν κάτι διαφορετικό, αρρωστημένο. Οι αστυνομικοί πρέπει να είχαν φοβηθεί τόσο πολύ τους που έριξαν όσες περισσότερες σφαίρες μπορούσαν. Λες και ήθελαν να είναι σίγουροι ότι θα σκοτώσουν ακόμα και την ψυχή τους. Νομίζω ότι η κάθαρση του Clyde ήρθε στην κηδεία τους, στην οποία πήγαν 100.000 άτομα. Αυτό σε μια περίοδο που δεν υπήρχαν μέσα δικτύωσης για να διαδοθεί, αλλά κυκλοφόρησε στόμα με στόμα, πράγμα που σημαίνει ότι αυτός ο άνθρωπος συμβόλιζε κάτι.

Μ.Μ.: Τι θεωρείς ότι συμβόλιζε ο Clyde Barrow;

Γ.Α.: Για μένα συμβόλιζε τον αγώνα του φτωχού απέναντι στον πλούσιο. Πήρε τα όπλα ενάντια σε ένα σύστημα αδικίας στην Αμερική, την περίοδο της κρίσης με τρομακτική ανεργία, με πείνα και όλες τις παθογένειες που μπορεί να έχει μια κοινωνία μαζεμένες, γιατί μια οικονομική κρίση βγάζει το χειρότερο πρόσωπο μιας κοινωνίας. Ο Clyde ήταν προϊόν της εποχής του. Δεν πιστεύω ότι ήθελε ποτέ να γίνει σύμβολο ή ότι είχε καταλάβει πως τον έβλεπε ο κόσμος. Το γεγονός ότι είχε και μια γυναίκα, έκανε την ιστορία του λίγο μυθιστορηματική. Όλοι ήθελαν να γίνουν Bonnie & Clyde, να ληστεύουν τράπεζες, να είναι διάσημοι και να ζουν τον έρωτά τους. Πίσω από όλο αυτό, όμως, υπήρχε τεράστια ψυχική και σωματική κόπωση.

Μ.Μ.: Θα ήθελες στο μέλλον να ασχοληθείς με τον κινηματογράφο;

Γ.Α.: Είναι μία τέχνη που πάντα με απασχολούσε. Ταινίες του Σκορτσέζε και του Κόπολα έβλεπα μικρός κι έλεγα ότι αυτό θέλω να κάνω στην ζωή μου. Με βρίσκεις σε μία περίοδο που έχω αρχίσει να προετοιμάζομαι για την πρώτη μου συμμετοχή στο κινηματογράφο. Η έρευνα μου πάνω στον χαρακτήρα έχει αρχίσει. Πάλι με το πιστόλι στο χέρι θα είμαι.

Μ.Μ.: Εκτός από την υποκριτική, έχεις ασχοληθεί και ακαδημαϊκά με το θέατρο καθώς είσαι και υποψήφιος διδάκτορας με θεματική το έγκλημα της γενοκτονίας στο θέατρο. Θα ήθελες να ασχοληθείς και με την διδασκαλία;

Γ.Α.: Η ακαδημαϊκή ενασχόληση μου με το θέμα προέκυψε καθαρά από την θέληση μου να ερευνήσω ανθρώπινες συμπεριφορές. Δεν είναι τόσο «ακαδημαϊκή» όσο ακούγεται. Πρέπει να βγεις έξω, να ταξιδέψεις σε περιοχές που έχουν γίνει τα εγκλήματα, να μυρίσεις το χώμα, να μιλήσεις με ανθρώπους που έχουν ζήσει γενοκτονίες ,θύτες και θύματα, να ακούσεις τον τρόπο με τον οποίο αφηγούνται τα γεγονότα. Εμείς οι ηθοποιοί «προσπαθούμε» να κλάψουμε πάνω στην σκηνή. Σ’ αυτούς τους ανθρώπους δεν έχουν μείνει δάκρυα. Κι αν έχουν μείνει, προσπαθούν να τα κρύψουν. Αυτό είναι κάτι που δεν παίζεται στην σκηνή. Όσον αφορά στην διδασκαλία θεωρώ ότι είναι τεράστια ευθύνη και δεν ξέρω ακόμα αν είμαι έτοιμος. Ο χρόνος θα δείξει.

Μ.Μ.: Σε ευχαριστώ πολύ για την συνέντευξη που μου παραχώρησες κι εύχομαι το καλύτερο σε ότι κι αν κάνεις!

Γ.Α.: Εγώ σε ευχαριστώ πολύ κι εύχομαι καλή συνέχεια στο site σας!

Οδύσσεια Μπουγά: “Το θέατρο για μένα είναι κατάθεση ψυχής”

Παθιασμένη και εκρηκτική η Οδύσσεια Μπουγά δίνει όλο της το «είναι» για την Τέχνη! Χωρίς να κάνει οικονομία δυνάμεων καταθέτει την ψυχή της σε κάθε της δουλειά, είτε πρόκειται για θέατρο, τηλεόραση, κινηματογράφο- καθώς έχει συμμετάσχει και σε ταινίες μικρού μήκους- είτε για την μεγάλη της αγάπη, την κολύμβηση. Πειθαρχημένη και εργατική έχει μάθει να δουλεύει σκληρά για να δώσει στο κοινό την δική της «αλήθεια» και δεν φοβάται να τσαλακωθεί. Στην τελευταία της δουλειά στο θέατρο, ενσαρκώνει την Bonnie Parker στην παράσταση Bonnie & Clyde, εντυπωσιάζοντας με την τεχνική και το ταλέντο της.

Μαρία Μαρίνη: Τι ήταν αυτό που σε έκανε να ασχοληθείς με την υποκριτική;

Οδύσσεια Μπουγά: Αυτή η αγάπη ξεκίνησε από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Το αγαπημένο μου παιχνίδι, όταν ήμουν μικρή,  ήταν να πηγαίνω με τη μαμά μου και τις φίλες της για καφέ, να τις παρατηρώ και όταν γύριζα στο σπίτι τις μιμούμουν, απομονώνοντας τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους, κάτι που δεν έχει να κάνει με την ικανότητα μίμησης αλλά με το πρίσμα μέσα από το οποίο βλέπω τους ανθρώπους. Αργότερα, όταν πήγα σχολείο, καλούσα τις συμμαθήτριές μου στο σπίτι, έκοβα εισιτήριο κι έκανα παραστάσεις. Έτσι, οι γονείς μου είχαν προετοιμαστεί ότι θα γίνω ηθοποιός και ποτέ δεν με πίεσαν για κάτι. Πάντως, πέρασα μια περίοδο αμφισβήτησης που δεν ήθελα ούτε να το ακούω και με είχε πιάσει μια συστολή. Τελικά, ασχολήθηκα με το θέατρο εντελώς τυχαία όταν η αδερφή μου πήγε σε ένα θεατρικό εργαστήρι ερασιτεχνικά και μου έλεγε να πάω μαζί της κι ενώ στην αρχή δεν ήθελα, κατάφερε να με πείσει. Εκτιμώ, βέβαια, πολύ  την στάση των γονιών μου που ποτέ δεν με πίεσαν να κάνω ή να μην κάνω κάτι.

Μ.Μ.: Έχεις κάνει μαθήματα νοηματικής γλώσσας κι έχεις συμμετάσχει και σε αρκετές παραστάσεις με το θέατρο κωφών. Πως πήρες αυτή την απόφαση;

Ο.Μ.: Και αυτό έγινε τυχαία! Η δασκάλα μου η Νέλη Καρρά ήταν εκείνη που ίδρυσε το θέατρο κωφών και θεώρησα ότι ήταν πολύ σημαντικό το εγχείρημά της. Επίσης, το βρήκα εξαιρετικά ενδιαφέρον γιατί η νοηματική είναι μια γλώσσα που συμμετέχει όλο το σώμα και για μένα η υποκριτική είναι η συμμετοχή και του τελευταίου σου κυττάρου, όταν η ψυχή πάλεται, το σώμα δεν μπορεί να είναι απαθές! Εγώ πήγα εκεί ως ομιλουμένη τους, απέδιδα το κείμενο που έκαναν με κινήσεις στη νοηματική, δεν συμμετείχα ως ηθοποιός στις παραστάσεις αυτές. Είναι ένα μάθημα ζωής αυτή η συνεργασία και δεν ήταν καθόλου εύκολο το να μάθεις να αντιμετωπίζεις παιδιά με αυτή την ιδιαιτερότητα χωρίς να δείχνεις ότι είναι ιδιαίτεροι, γιατί θίγονται.

Μ.Μ.: Μίλησέ μας για την εμπειρία σου από τον θίασο της Πειραματική σχολής του Εθνικού Θεάτρου. Πως ήταν η συνεργασία σου με τον Στάθη Λιβαθινό;

Ο.Μ.: Θεωρώ ότι ήμουν πολύ τυχερή που μπήκα εκεί γιατί και άλλα παιδιά θα άξιζαν να είναι σε εκείνη την ομάδα και δεν θεωρώ ότι ήμουν ΤΟ ταλέντο. Σίγουρα, ο Στάθης είναι ένα άτομο που μετράει πάρα πολύ ποιους θα επιλέξει ως συνεργάτες και σε μεγάλο βαθμό και τον χαρακτήρα των παιδιών αλλά και την διαθεσιμότητα του ηθοποιού, που είναι και το πιο σημαντικό. Ο Στάθης είναι ένας άνθρωπος που μου έδωσε θεατρική ταυτότητα από πολύ νωρίς και για μένα είναι πρώτα ένας πολύ σημαντικός δάσκαλος κι έπειτα ένας εξαιρετικός σκηνοθέτης. Αν και έχουν χωρίσει οι δρόμοι μας, έχει καταγραφεί πολύ έντονα μέσα μου εκείνη η περίοδος, η οποία ήταν τρεισήμισι- τέσσερα χρόνια και η πορεία σε αυτή δεν ήταν εύκολη. Γενικά, θεωρώ ότι το θέατρο είναι μια τέχνη στην οποία δεν περνάς όμορφα. Φαντάσου ότι εκείνη την περίοδο ήμουν από τις δέκα το πρωί μέχρι τις τρεις τα ξημερώματα εκεί γιατί συμμετείχα παράλληλα και στο εργαστήρι σκηνοθεσίας. Ωστόσο, η πειραματική για μένα ήταν ένας πολύ μεγάλος σταθμός που με διαμόρφωσε σημαντικά ως άτομο που άξιζε όλες τις θυσίες μου και δεν θα την άλλαζα με τίποτα!

Μ.Μ.: Θεωρείς ότι δεν είσαι ΤΟ ταλέντο, κάτι που έχεις αντισταθμίσει με την πολλή δουλειά, άρα είσαι διατεθειμένη να δουλέψεις πολύ σκληρά γι’αυτό που θέλεις χωρίς να υπολογίσεις τίποτα;

Ο.Μ.: Είμαι μαχητική μέχρι να απογοητευτώ και να τα παρατήσω όλα, έχω ένα αυτοκαταστροφικό στοιχείο μέσα μου. Αυτό που λένε το εξαιρετικό ταλέντο που βγαίνει μια στα τόσα χρόνια, δεν ξέρω αν υπάρχει βέβαια. Για μένα όλα αυτά είναι θέμα συγκυριών και τύχης. Σημασία έχει το πόσο συνεπής είσαι με τον εαυτό σου! Άλλωστε, σιγά σιγά γνωρίζεις την φύση σου και το ποιος πραγματικά θα γίνεις γιατί όλα αυτά είναι θέμα εσωτερικής ανακάλυψης. Το θέμα είναι να μην ακολουθείς δρόμους που θα σε μπερδέψουν γιατί χάνεις χρόνο, αν και όλα, βέβαια, είναι εμπειρίες.

12591931_924725020944413_572770152_o

Μ.Μ.: Στην τελευταία σου δουλειά ενσαρκώνεις την Bonnie Parker, μια πολύ ενδιαφέρουσα προσωπικότητα γεμάτη αντιθέσεις. Πες μας λίγα λόγια γι’ αυτήν.

Ο.Μ.: Με έχει κατακτήσει αυτός ο ρόλος! Δεν ξέρω τι είναι αυτό που την κάνει τόσο μαγική. Είναι αντιφατική γιατί ενώ είναι μια εγκληματική φύση, έχει μείνει στην ιστορία τόσο όμορφα, σαν ηρωίδα. Ίσως το ότι είναι τόσο ανθρώπινη, είναι αυτό που την κάνει τόσο αγαπητή. Επίσης, ενώ την ενδιέφερε να γίνει τραγουδίστρια, χορεύτρια, ηθοποιός στο Broadway, ουσιαστικά θα συμβιβαζόταν με μια φυσιολογική ζωή με τον Clyde. Ένας άνθρωπος που έχει τόσο πάθος στην ζωή του, το περνάει σε όλα τα πράγματα γύρω του, η Bonnie ήταν καλλιτέχνης απέναντι στην ζωή. Δεν την ένοιαζε που τελικά δεν πήγε στο Broadway, αλλά ότι είχε κερδίσει δόξα μέσα από τον τρόπο ζωής της. Ακολούθησε έναν άνθρωπο και βρήκε εκεί την ουσία, επειδή «βούταγε» σε αυτό που ζούσε και το πήγαινε στα άκρα. Θεοποίησε τον Clyde, τον ακολούθησε κι έδωσε την ζωή της για εκείνον.

12591966_924711350945780_1124059648_o

Μ.Μ.: Διακρίνεις κάποια χαρακτηριστικά της Bonnie σε σένα;

Ο.Μ.: Στην αρχή, επειδή την έβλεπα κι εμφανισιακά, θεωρούσα ότι δεν έχω κανένα κοινό μαζί της. Στη συνέχεια, όμως, άλλαξε αυτό. Δεν ξέρω αν είναι αλήθεια ή μια δική μου ψευδαίσθηση ότι ταυτίζομαι με τον ρόλο, αλλά βρίσκω πολύ συγγενικό το ταπεραμέντο της. Το πάθος για τα πράγματα που έχει. Επίσης, θεωρώ ότι έχω κι εγώ δοτικότητα και το αυτοκαταστροφικό στοιχείο, που μπαίνω σε μια κατάσταση και δεν με ενδιαφέρει το κόστος της επιλογής μου. Δεν βάζω ποτέ στόχους και μου αρέσει να αφήνω την ζωή να διαλέξει αυτή για εμένα, αν και θαυμάζω τους ανθρώπους που στοχεύουν κάπου και πετυχαίνουν. Το θέατρο μας βοηθάει πολύ να γνωρίσουμε την φύση μας, κι εγώ έμαθα αρκετά πράγματα για μένα μέσα από την Bonnie, ήταν μια ψυχανάλυση για μένα όσο γραφικό κι αν ακούγεται.

Μ.Μ.: Αντιμετώπισες κάποιες προκλήσεις ενσαρκώνοντας αυτόν τον ρόλο;

Ο.Μ.: Κάτι που με δυσκόλεψε αλλά και με γοήτευσε ταυτόχρονα είναι οι εναλλαγές που έχει αυτός ο χαρακτήρας. Το πώς αλλάζει η ψυχολογία της σε δευτερόλεπτα και από παιδί γίνεται μια γυναίκα που διεκδικεί, από εκεί σε τέρας που κατηγορεί και στο τέλος μια αφελής κοπέλα γεμάτη αγνότητα. Η Bonnie για μένα έχει τα πάντα, ότι περικλείει μια γυναικεία προσωπικότητα, ενώ ο Clyde είναι ένας πυρήνας που στέκεται ακλόνητος και ακολουθεί μια πορεία ζωής που του έχει επιβληθεί από την ίδια την κοινωνία, την οποία πορεία ακολουθεί με όλες τις ενοχές του σιωπηλά. Από την άλλη πλευρά, η Bonnie είναι σαν μια πεταλούδα, ένα ζουζούνι που κάνει τόσο σαματά και αφέθηκε σε αυτό χωρίς να σκέφτεται πραγματικά τι είναι αυτό που κάνουν. Έμενε περισσότερο στην σχέση της με τον Clyde και ασχολούνταν με απλά κι επιφανειακά πράγματα και άφηνε εκείνον να την οδηγήσει, αποτελώντας για εκείνη, πατρική φιγούρα, έναν καθοδηγητή. Ήταν ενθουσιώδης και επιπόλαιη, λάτρευε τον Clyde αλλά θα μπορούσε να τον σκοτώσει για πλάκα, αυτά τα ακραία συναισθήματά της είναι το μεγαλείο της.

12636967_924128037670778_897236063_o

Μ.Μ.: Η Bonnie θέλει να πραγματοποιήσει το American dream και να γίνει διάσημη και πλούσια. Βλέπουμε, όμως, ότι οι πραγματικές στιγμές ευτυχίας της είναι όταν έχει πραγματική επικοινωνία με τον Clyde. Έχει συνείδηση αυτής της κατάστασης;

Ο.Μ.: Νομίζω ότι αρχικά μπήκε λίγο ακούσια μέσα σε αυτό αλλά σιγά σιγά το συνειδητοποιεί και ηρεμεί δίπλα στον Clyde. Εκείνος έχει την ανασφάλεια ότι δεν της προσέφερε την ζωή που θα ήθελε και, πιστεύω, ότι αυτό τον κράταγε πίσω, σε συνδυασμό με τον διαρκή κίνδυνο, στον οποίο την εξέθετε. Έτσι, προσπαθούσε διαρκώς να βρει κάτι για να την αποζημιώσει και να την προστατεύσει. Εκεί βρίσκεται και η ουσιαστική πάλη τους! Η Bonnie ήθελε να καταλάβει ο Clyde ότι εκείνη ήθελε αυτό ακριβώς που της προσέφερε εκείνος, να χαλαρώσει και της εκφράσει την αγάπη του. Για εκείνη ήταν πιο σημαντικό να της δείξει πόσο ερωτευμένος ήταν μαζί της παρά να μείνουν σε ένα πλούσιο ξενοδοχείο στη Νέα Υόρκη. Εκείνος, όμως, δεν της έδειχνε τα αισθήματά του γιατί ήταν εγκλωβισμένος στην ανασφάλειά του, στο εσωτερικό μονοπάτι της επίγνωσης του τι κάνει κι έβλεπε την θέση τους απέναντι στην κοινωνία αλλά και την σκοτεινή πλευρά αυτού που έκαναν, όπως και το ότι οδηγούσε στον θάνατο ένα πλάσμα που αγαπούσε πολύ και είχε αφεθεί σε εκείνον, και αυτό ήταν πολύ βαρύ.

Μ.Μ.: Τι είναι για σένα το θέατρο;

Ο.Μ.: Για μένα το θέατρο είναι μια κατάθεση ψυχής και πρέπει να δίνεις όλο σου τον εαυτό! Υπάρχουν εξαιρετικοί ηθοποιοί που προφυλάσσουν τον εαυτό τους για να μπορούν να ζήσουν και αναπτύσσουν σιγά σιγά τεχνικές για να προστατεύονται, αυτό είναι πολύ σωστό κι έντιμο. Απλά, εγώ προσωπικά δεν μπορώ να κάνω οικονομία δυνάμεων, αν και θα έπρεπε. Γι ’αυτό, μάλλον ευτυχώς, δεν μου δόθηκε η ευκαιρία στην ζωή μου να κάνω τόσο θέατρο γιατί θα μπορούσα να δουλεύω συνέχεια. Ίσως, γι’ αυτό με προστατεύει κάτι ανώτερο ώστε να μην φθείρομαι πολύ. Δεν είναι απαραίτητα σωστό αυτό βέβαια, αν και θεωρώ ότι δεν υπάρχει σωστό και λάθος. Άρα, όλοι οι ηθοποιοί από την στιγμή που είναι έμψυχο υλικό έχουν το ενδιαφέρον τους γιατί προσεγγίζουν διαφορετικά κάποιες καταστάσεις, από εκεί και πέρα το αν ένας ηθοποιός σε συγκινεί, έχει να κάνει και με το αν σε αγγίζει, κάτι που είναι εντελώς υποκειμενικό.

Μ.Μ.: Υπάρχει κάποιος ρόλος που θα ήθελες να ενσαρκώσεις;

Ο.Μ.: Όχι κάποιον συγκεκριμένο. Με όλους τους ρόλους που έχουν μια πορεία θα ήθελα να ασχοληθώ γιατί σε όλους βλέπω κάτι. Σίγουρα, πάντως, με συγκινεί πάρα πολύ το αρχαίο δράμα, χωρίς να μπορώ να καταλάβω γιατί. Νιώθω ότι είναι πολύ κοντά στην φύση μου και θα ήθελα να μου δοθεί η ευκαιρία να το κάνω καθώς πρόκειται για διαχρονικά κείμενα που αντιμετωπίζουν θέματα που πάντα μας απασχολούν μέσα στον χρόνο. Επίσης, με γοητεύουν απίστευτα οι αντρικοί ρόλοι και λυπάμαι που δεν μπορώ να τους ενσαρκώσω, ενώ οι γυναικείοι δεν με έχουν μαγέψει σε τέτοιο βαθμό.

Μ.Μ.: Θα ήθελες να ξανασχοληθείς με τον κινηματογράφο σε ταινίες μεγάλου μήκους αυτή την φορά;

Ο.Μ.: Ναι! Ο κινηματογράφος είναι μια άλλη δουλειά που δεν την ξέρω, γιατί έχω εκπαιδευτεί σε διαφορετικό τρόπο δουλειάς, που μέσα από την πορεία των πραγμάτων οδηγήσε κάπου. Στο θέατρο δεν παίζεις ποτέ το αποτέλεσμα, γιατί αν το κάνεις το αποτέλεσμα θα είναι κάτι άψυχο και ψεύτικο. Στον κινηματογράφο, όμως, είναι διαφορετικά τα πράγματα, επειδή ο σκηνοθέτης θα σου ζητήσει να παίξεις την σκηνή του τέλους για να κάνει το γύρισμα, οπότε είναι μια άλλη δουλειά. Θα με ενδιέφερε πάρα πολύ πάντως, αν και ο κινηματογράφος απαιτεί άλλου είδους ετοιμότητα από έναν ηθοποιό. Οι ταινίες μικρού μήκους που έχω κάνει, μου έχουν αφήσει μια πολύ ωραία εμπειρία, μάλιστα, η μια από αυτές, δεν έχει ξεσφραγιστεί γιατί είναι ακόμα σε κάποια φεστιβάλ και δεν έχει προβληθεί ακόμα.

Μ.Μ.: Έχεις ασχοληθεί και με την τηλεόραση συμμετέχοντας σε πολλές σειρές. Τι εμπειρία σου άφησε αυτό;

Ο.Μ.: Αυτό προέκυψε όταν έφυγα από την πειραματική και μπορούσα να ασχοληθώ από άποψη χρόνου. Ένας σκηνοθέτης με είχε δει σε μια παράσταση του Μολιέρου και μου πρότεινε να παίξω στην τηλεόραση, κάτι που δεν περίμενα και σε πρώτη φάση σοκαρίστηκα! Από την άλλη πλευρά, είναι δελεαστικό να γνωρίζεις πολλά μέσα και να δεις πως θα μπορούσες να είσαι ηθοποιός σε μια άλλη δουλειά, αυτό από μόνο του σε ιντριγκάρει, οπότε έπεσαν οι συστολές και το δοκίμασα. Δεν μου ταίριαζε, όμως, πολύ η διαδικασία της τηλεόρασης γιατί δεν έχω την ετοιμότητα να είμαι ντυμένη, βαμμένη και να λέω τα λόγια όπως ακριβώς τα είπα στο προηγούμενο γύρισμα. Είχε τύχει, μάλιστα, σκηνοθέτης να μου πει «δεν είναι εθνικό εδώ», προκειμένου να τελειώσουμε με το πλάνο, αφού έκανα αυτοσχεδιασμό και θεωρούσαν ότι θα έπρεπε να ντρέπομαι που έκανα κάτι άλλο επειδή μου προέκυπτε και βασάνιζα ολόκληρο το συνεργείο. Το να λέω ακριβώς το ίδιο πράγμα κάθε φορά, ήταν κάτι που δεν είχα συνηθίσει γιατί είχα εκπαιδευτεί στο να παίρνω την αλήθεια της στιγμής και να προκύπτει κάθε φορά κάτι αληθινό, στο θέατρο μαθαίνεις τα λόγια μέσα από την διαδικασία και όχι παπαγαλία.

Μ.Μ.: θεωρείς ότι μπορείς να καταθέσεις ένα κομμάτι από την ψυχή σου στην τηλεόραση με αυτά τα δεδομένα;

Ο.Μ.: Ναι το πιστεύω, γιατί έχει να κάνει με ανθρώπους που θα σε σεβαστούν και θα σου δώσουν το περιβάλλον να εκφραστείς. Έχουν υπάρξει εξαιρετικές δουλειές στην τηλεόραση που έχω ζηλέψει και σπουδαίοι θεατρικοί ηθοποιοί που έχουν παίξει πάρα πολύ καλά. Το θέμα είναι ότι τώρα που είναι τόσο δύσκολα τα πράγματα, δεν μπορούν να επιβιώσουν τέτοιοι άνθρωποι που φέρουν την δική τους αλήθεια. Η τηλεόραση είναι ένα τρομερά ισχυρό μέσο με απίστευτη δύναμη στο κοινό και θα μπορούσε να έχει έναν αμιγώς εκπαιδευτικό χαρακτήρα, και είναι κρίμα που δεν το κάνει. Μας προσφέρει τόσα σκουπίδια που το κοινό γαλουχείται σε αυτό, εγγράφεται μέσα του και πλέον θέλει άλλα πράγματα. Για παράδειγμα, αν δουν έναν θεατρικό ηθοποιό να κάνει μια ερμηνεία στην τηλεόραση, τους «κλωτσάει» και έχοντας συνηθίσει σε κάτι πιο άμεσο κι επιφανειακό μπορεί να θεωρήσουν την ερμηνεία του ψεύτικη.

Μ.Μ.: Σε ευχαριστώ πάρα πολύ για την συνέντευξη που μου παραχώρησες κι εύχομαι ότι καλύτερο στη συνέχεια!

Ο.Μ.: Εγώ σε ευχαριστώ πολύ και καλή συνέχεια στο site εύχομαι!

Αν θέλετε να παρακολουθήσετε κι εσείς το Bonnie & Clyde, στείλτε στο [email protected] στο hashmag.gr για να κερδίσετε μια διπλή πρόσκληση!

Λευτέρης Παπακώστας: «Όλες οι επιλογές έχουν ένα κόστος”

Ο Λευτέρης Παπακώστας από το 2008 συμμετέχει σε επαγγελματικές παραστάσεις και από το 2013 σκηνοθετεί, με τελευταία του δουλειά, ως ηθοποιός το Τερεζίν και ως σκηνοθέτης το Bonnie & Clyde. Αν και αναγνωρίζει τη σημασία που έχουν οι προσωπικές μας επιλογές και οι συνέπειές τους, τολμάει να διεκδικήσει κάτι διαφορετικό που να τον εκφράζει και δεν συμβιβάζεται εύκολα.  Σίγουρα ένας τέτοιος άνθρωπος μας κάνει να ανυπομονούμε να δούμε που θα τον οδηγήσει το ελεύθερο πνεύμα του!

Μαρία Μαρίνη: Από το 2008 συμμετέχεις σε επαγγελματικές παραστάσεις. Τι ήταν αυτό που σε τράβηξε στην υποκριτική;

Λευτέρης Παπακώστας: Το 2008 αποφάσισα ότι δεν μου άρεσε η ζωή που ανοιγόταν μπροστά μου, διότι είχα μόλις τελειώσει ΤΕΙ λογιστικής και αυτό ήταν κάτι με το οποίο δεν ήθελα να ασχοληθώ. Βρισκόμουν σε μια διαδικασία που ουσιαστικά έψαχνα τι να κάνω σ’ αυτή την ζωή. Τότε, πέρασα από ένα εργαστήρι υποκριτικής, επειδή πάντα μου άρεσε η υποκριτική, αν και δεν είχα πει ούτε ένα ποίημα στο σχολείο. Αυτό που με ενθουσίαζε πάντα είναι ότι μπαίνεις σε μια συνθήκη που σου προτείνεται, που είναι ξένη από σένα, και μέσα από αυτήν προσπαθείς να βρεις το δικό σου κομμάτι. Ουσιαστικά, μέσα στο εργαστήρι συνειδητοποίησα ότι αυτό το πράγμα με τροφοδοτεί και περνάω πολύ ευχάριστα που για μένα αυτό είναι το ιδανικό.

Μ.Μ.: Με το δεδομένο ότι έχεις κάνει κάποιες δουλειές ως σκηνοθέτης, θεωρείς ότι σε βοηθάει αυτό όταν καλείσαι να υποδυθείς έναν ρόλο γιατί αντιλαμβάνεσαι καλύτερα το σύνολο της παράστασης στην οποία θα συμμετάσχεις ή δεν σε επηρεάζει καθόλου;

Λ.Π.: Προσωπικά με βοηθάει πολύ! Είναι η δεύτερη σκηνοθεσία που κάνω, με πρώτη το 2015 που σκηνοθέτησα το Σκυλόψαρο, της ομάδας «Ιπτάμενοι Άνθρωποι». Μπορεί για άλλα άτομα να μην ισχύει, εμένα πάντως με βοηθάει να αντιλαμβάνομαι τα πράγματα ακόμα πιο σφαιρικά. Από την στιγμή που το Θέατρο δεν είναι μια ατομική τέχνη και απαιτείται η συνεργασία με πολλούς ανθρώπους, το ζητούμενο είναι να παίξουμε όλοι την ίδια παράσταση. Αυτό δεν είναι σίγουρο ότι θα γίνει, αν εγώ συγκεντρωθώ μόνο στον ρόλο μου χωρίς να με απασχολεί τίποτα άλλο. Βλέποντας, όμως, και τα κομμάτια που έχουν αναλάβει οι υπόλοιποι συντελεστές της παράστασης, μπορείς να συνεργαστείς καλύτερα μαζί τους.

Μ.Μ.: Πες μας λίγο για την παράσταση Τερεζίν στην οποία συμμετέχεις φέτος.

Λ.Π.: Η Τερεζίν είναι μια πόλη γκέτο του 1940 που την χρησιμοποιούσαν οι Γερμανοί ως βιτρίνα. Είχαν μαζέψει όλους τους καλλιτέχνες και προσπαθούσαν να πείσουν τον κόσμο ότι ζούσαν καλά και παράγουν έργο. Πέρα από το γεγονός, όμως, ότι δεν έκαναν ελεύθερη τέχνη, αλλά στρατευμένη, ζούσαν και σε άθλιες συνθήκες. Τα γεγονότα της παράστασης, διαδραματίζονται με αφορμή μια παράσταση που ήθελαν να κάνουν οι Γερμανοί για να δείξουν στον Ερυθρό Σταυρό ότι η Τερεζίν λειτουργεί σαν πόλη που μένουν οι άνθρωποι και όχι σαν στρατόπεδα συγκέντρωσης. Η ροή της ιστορίας φαίνεται από την στιγμή που παίρνουν την απόφαση να γίνει βιτρίνα αυτή η πόλη, τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι καλλιτέχνες, το όνειρο του κάθε ανθρώπου που θέλει να δει αν η τέχνη του μπορεί να τον οδηγήσει κάπου και αν η τέχνη υπερβαίνει τον θάνατο. Πρόκειται για ένα έργο λίγο βαρύ, που όμως πάντα υπάρχει κάτι να το «σπάει». Ενώ σου δείχνει την δυναμική ροή της παράστασης ξέρεις ότι πριν από αυτήν έχουν βιώσει πολύ δύσκολα πράγματα, στην συνέχεια οι ήρωες θυμούνται πράγματα που έγιναν στην προηγούμενη πρόβα και γελούν και γενικά το έργο έχει αρκετές εναλλαγές για να μην «κουράζει» τον θεατή, από την στιγμή που το θέμα του είναι ήδη «βαρύ».

12666392_931305686953013_350703067_n

Μ.Μ.: Ποιος από τους ρόλους που έχεις υποδυθεί μέχρι τώρα θεωρείς ότι σε αντιπροσωπεύει περισσότερο;

Λ.Π.: Παρόλο που το 2008 ακούγεται μακριά, δεν είναι τόσοι πολλοί για να πω ότι ήταν ένας συγκεκριμένος που με αντιπροσωπεύει. Ωστόσο, σε καθέναν από αυτούς υπάρχουν στοιχεία τα οποία είναι δικά μου και τα αγγίζω. Αν έπρεπε να διαλέξω έναν, θα έλεγα την προηγούμενη δουλειά μου, τις Άγριες Νότες, με την οποία μπόρεσα να συνδεθώ ακόμα περισσότερο καθώς ήταν ένα πολιτικό κείμενο. Πραγματευόταν μια κατάσταση εγκλεισμού, σχέσεις εξουσιαστή- εξουσιαζόμενου, θέματα, τα οποία με αγγίζουν σε όλο το φάσμα τους. Πρωτίστως, λοιπόν, με ενδιαφέρει το θέμα της παράστασης και όχι τόσο ο ρόλος που μπορώ να ενσαρκώσω.

12674669_931303140286601_1342386037_n

Μ.Μ.: Με αυτή την έννοια, φαντάζομαι, δεν έχεις στο μυαλό σου να ενσαρκώσεις κάποιον συγκεκριμένο ρόλο, αλλά, ίσως, κάποιο συγκεκριμένο έργο. Ποιο θα ήθελες να είναι αυτό;

Λ.Π.: Η Αντιγόνη είναι ένα καταπληκτικό έργο για μένα, γιατί θέτει στον πυρήνα του το ζητούμενο της προσωπικής επιλογής και το κόστος που αναλαμβάνει κάποιος για αυτήν. Γενικά, και στο θέατρο και στην προσωπική μου ζωή θεωρώ ότι όλα έχουν να κάνουν με τις επιλογές που κάνουμε. Από το που θα πας σήμερα το πρωί, μέχρι με ποιον άνθρωπο θα είσαι για τα επόμενα πενήντα χρόνια της ζωής σου ή τι δουλειά θα κάνεις, όλα είναι επιλογές που έχουν ένα κόστος!

Μ.Μ.: Φαίνεται ξεκάθαρα στο Bonnie & Clyde η σημασία που δίνεις στην προσωπική επιλογή. Τι ήταν αυτό που σε έκανε να επιλέξεις το συγκεκριμένο έργο και όχι κάποιο άλλο;

Λ.Π.: Αυτή η δουλειά έγινε εντελώς τυχαία. Τυχαία αλλά ωραία! Ο Γιώργος Αδαμαντιάδης (o Clyde), με τον οποίο είχαμε συνεργαστεί πέρσι στον Ιούλιο Καίσαρα του Σαίξπηρ, μου έδωσε το κείμενο των Bonnie & Clyde, το διάβασα και μετά συζητήσαμε για το έργο. Μου άρεσε η ιστορία και οι συναισθηματικές μεταπτώσεις που περνούν  οι ήρωες, για μένα όμως το πιο σημαντικό, είναι οι επιλογές που έχουν κάνει οι ήρωες στην ζωή τους πριν τους βρούμε εμείς στην ροή του έργου και οι επιλογές που θα αφήσουν μετά για εμάς. Οι συνειδητές και ασυνείδητες επιλογές τους, εξαιτίας των οποίων δεν μπορούν να γυρίσουν πίσω, και τους οδήγησαν στο παρόν θέτοντας κάποιους προβληματισμούς γι’ αυτούς που πραγματικά «βλέπουν» και δεν παρακολουθούν απλά την παράσταση. Προβληματισμούς, που έχουν να κάνουν με τις αποφάσεις που καλείται ο καθένας από εμάς να πάρει στη ζωή του, όχι όμως τις μαξιμαλιστικές, τύπου «τι θα κάνω στην ζωή μου», αλλά της επόμενης μέρας, η επιλογή του «τώρα». Αυτό φαίνεται και από την δομή της παράστασης, στα σημεία που οι ήρωες μιλούν απευθείας στο κοινό και είναι σαν να σχολιάζουν αυτό το οποίο συμβαίνει, βοηθώντας μας, ταυτόχρονα, να κατανοήσουμε ότι οι επιλογές των ηρώων, τους έφεραν εκεί που βρίσκονται. Ωραία η ιστορία, ωραίοι οι χαρακτήρες αλλά για μένα το ζητούμενο είναι το κοινωνικοπολιτικό περίβλημα που επηρεάζει τις επιλογές τους.

Μ.Μ.: Ο τρόπος που προσεγγίζεις το έργο έχει πολύ ενδιαφέρον γιατί μέσα από το love story των πρωταγωνιστών αναδεικνύονται πολλά θέματα που αφορούν όλους μας, όπως για παράδειγμα, η σχέση μας με το σύστημα, την αστυνομία, το κράτος αλλά και το American dream– το οποίο βλέπουμε ξεκάθαρα στην Bonnie. Πόσο εύκολο ήταν το εγχείρημά σου να μετατρέψεις μια απλή ιστορία αγάπης δύο κακοποιών σε μια παράσταση με τέτοια κοινωνικοπολιτικά μηνύματα;

Λ.Π.: Από την αρχή είχα στο μυαλό μου ότι αυτά τα δύο παιδιά, γιατί είναι 24 και 25 χρονών αντίστοιχα, πέρασαν πάρα πολλά πράγματα και πολύ σύντομα και δεν μπόρεσαν να κάνουν ποτέ αυτό το οποίο ήθελαν, γιατί προφανώς δεν ήθελαν να γίνουν ούτε δολοφόνοι, ούτε ληστές τραπεζών. Έχοντας στον πυρήνα της σκέψης μου ότι οι συνθήκες και η οικονομική κατάσταση της Αμερικής το 1930, απότοκο του κραχ του 1929, τους έφτιαξε ένα περιβάλλον αυτοεγκλωβιστικό και τους οδήγησε να κάνουν αυτό που είναι. Τα αποτυχημένα όνειρα τους  πολλαπλασιάζονται, δεν έχουν χρήματα για να συντηρηθούν, αναφερόμαστε την περίοδο της ποτοαπαγόρευσης, έτσι, αναδεικνύοντας αυτά τα δεδομένα το love story παίρνει άλλη χροιά.

M.M. Μέσα στο έργο καταφέρνεις να αναδείξεις τα χαρακτηριστικά της Bonnie μέσα από τα λεγόμενα του Clyde και το αντίστροφο, σκιαγραφώντας την διαφορετικότητα τους, ενώ το να μιλήσει η  Bonnie για τον εαυτό της και ο Clyde το ίδιο θα ήταν πιο απλό και εύλογο. Γιατί επιλέγεις αυτή την προσέγγιση;

Λ.Π.: Έχοντας στο νου μου το ιστορικό δεδομένο ότι αυτοί οι άνθρωποι πέρασαν τα τελευταία δύο χρόνια της ζωής τους εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο μαζί, ζούσαν σε ένα αμάξι και πήγαιναν από πολιτεία σε πολιτεία, σημαίνει ότι αυτοί οι δύο άνθρωποι ήξεραν ο ένας τον άλλον καλύτερα από τον ίδιο τους τον εαυτό, γιατί δεν είχαν καμία στιγμή μοναξιάς. Έπρεπε να περάσουν από όλα τα φάσματα της σχέσης τους για να καταλάβουμε τι σημαίνει ο ένας για τον άλλον. Η μεταξύ τους σχέση είναι αρκετά ιδιαίτερη και σε αρκετές περιπτώσεις συμπεριφέρεται άσχημα ο ένας στον άλλον. Όταν, όμως, είναι μόνοι τους, επειδή βρίσκουν στιγμές ηρεμίας, μιλούν πραγματικά για το τι θέλουν ο ένας από τον άλλο και σε αντίθεση με τα προβλήματα που είχαν λόγω αντικειμενικών δυσκολιών, που μαξιμάρουν την σχέση τους, στους μονολόγους φαίνονται τα πραγματικά αισθήματα που έχει ο ένας για τον άλλον.

Μ.Μ.: Θεωρείς ότι η αγάπη που τρέφει ο ένας για τον άλλο δικαιολογεί αυτά που έχουν κάνει αλλά και την συμπεριφορά που έχουν μεταξύ τους, ως ένα είδος κάθαρσης;

Λ.Π.: Βασικά το μόνο που το δικαιολογεί είναι η αγάπη τους. Γιατί συμπεριφέρονται πολύ άσχημα ο ένας στον άλλο γιατί αγαπάει ο ένας τον άλλον; Γιατί όταν αγαπάς τόσο έντονα έναν άνθρωπο συνήθως συμπεριφέρεσαι στα άκρα είτε άσχημα είτε όμορφα. Υπάρχουν στιγμές που συμπεριφέρονται πολύ όμορφα μεταξύ τους, όπως στην σκηνή του γάμου αλλά και στιγμές που συμπεριφέρονται πολύ άσχημα για ένα απλό περιστατικό φαγητού για παράδειγμα, γιατί με αφορμή τα μικρά καθημερινά προβλήματα έρχονται στην επιφάνεια στοιχεία του παρελθόντος της σχέσης τους.

Μ.Μ.: Γιατί στο τέλος του έργου παντρεύονται και αμέσως μετά πεθαίνουν; Είναι ένας συμβολισμός ότι ο γάμος σκοτώνει τον έρωτα;

Λ.Π.: Όχι, αυτό ήταν μια σκέψη που έχει να κάνει με το ιστορικό πλαίσιο. Οι Bonnie & Clyde ήθελαν μια κανονική ζωή, να παντρευτούν, να κάνουν οικογένεια και, μάλιστα, δημοσιογραφικά έλεγαν ότι η Bonnie ήταν τριών μηνών έγκυος πριν τους σκοτώσουν. Μπορεί να μην ίσχυε, αλλά ένιωσα την υποχρέωση απέναντι στους ήρωες. Στην πραγματικότητα, δεν παντρεύτηκαν ποτέ κι εγώ ένιωθα ότι είχα «χρέος» να τους παντρέψω και να τους δώσω μέσα από το έργο, κάτι που δεν κατάφεραν. Επίσης, ήθελα να προσθέσω μια νότα χαράς πριν το τραγικό τέλος τους- αφού τους γάζωσαν με 183 σφαίρες.

Μ.Μ.: Σε περίπτωση που σκηνοθετούσες κάποιο κλασικό έργο, θα άλλαζες για χάρη των ηρώων το τέλος, όπως με το Bonnie & Clyde, που μπορεί να πέθαναν αλλά πριν από αυτό παντρεύτηκαν;

Λ.Π.: Δεν ξέρω, είναι ανάλογα το έργο. Στην συγκεκριμένη περίπτωση που παντρεύτηκαν οι ήρωες, δεν έχει αλλάξει και πολύ η ιστορία γιατί ο τρόπος που έγινε δεν άλλαξε την έκβαση της ιστορίας. Γενικά, το αφήνω ανοιχτό ως ενδεχόμενο, αλλά 99% δεν θα το έκανα. Για μένα το θέατρο είναι ένα συνεχόμενο πείραμα. Πρέπει να δοκιμάζεις καινούργια πράγματα όχι με αυτοσκοπό το πείραμα, αλλά για να βρεις «κάτι». Μπορεί αυτό το «κάτι» να είναι κακό ή λάθος, μπορεί, όμως, να σε οδηγήσει σε κάτι ενδιαφέρον και διαφορετικό.

Μ.Μ.: Στο μεγαλύτερο μέρος του έργου ακούγεται ένα σαξόφωνο. Συμβολίζει κάτι;

Λ.Π.: Θα μπορούσα να επιλέξω έναν μουσικό να παίζει και να ακολουθεί το έργο και τους χαρακτήρες από μια γωνία δημιουργώντας ένα ωραίο μουσικό τοπίο. Επέλεξα, όμως, να βάλω τον ρόλο του σαξόφωνου δραματουργικά μέσα στο έργο, γιατί για μένα ουσιαστικά αυτός ο ρόλος είναι ο μύθος των Bonnie & Clyde. Όχι ο μύθος των δύο ληστών όμως, αλλά ο μύθος που θα ήθελαν, μάλλον, να αφήσουν μετά. Ας μην ξεχνάμε ότι ο Clyde έπαιζε σαξόφωνο και η Bonnie ήθελε να γίνει τραγουδίστρια, οπότε είχαν και οι δύο μεγάλη αγάπη για την μουσική. Το σαξόφωνο ακολουθείται από έναν χαρακτήρα, ο οποίος κατά την διάρκεια της παράστασης περνάει και ο ίδιος προσωπικά εμπόδια γι’ αυτό δεν πρόκειται για έναν απλό μουσικό, αλλά για έναν ηθοποιό που επικοινωνεί με το κοινό με την μουσικότητά του χωρίς να μιλάει. Ο ρόλος αυτός έχει προσωπικότητα και υπόσταση και περνάει πράγματα, όπως για παράδειγμα, στο τέλος αφήνει το ερώτημα αν θα καταφέρει να κρατήσει ή όχι τον μύθο ζωντανό. Επιπλέον, φωτίζει το συναισθηματικό φορτίο και των δύο, ενώ άλλες φορές πηγαίνει κόντρα μουσικά σε αυτό το οποίο συμβαίνει γιατί το σαξόφωνο αντιπροσωπεύει και τους δύο χαρακτήρες. Συνεπώς, αυτό που βγάζει το σαξόφωνο, είναι αυτό που μένει κι έτσι συνδέεται ο μύθος που επιβιώνει με την συναισθηματική στιγμή των δύο χαρακτήρων.

12596309_931303136953268_518476632_n

Μ.Μ.: Στο μέλλον θα ήθελες να ασχοληθείς με την τηλεόραση;

Λ.Π.: Το να σκηνοθετείς στον κινηματογράφο ή στην τηλεόραση είναι εντελώς διαφορετικό από το θέατρο κι επειδή έχουν διαφορετικά μέσα το θέατρο και διαφορετικά ο κινηματογράφος υπάρχει από πλευρά μου μια άγνοια των τεχνικών μέσων, αλλά είναι κάτι πολύ ωραίο και ο κινηματογράφος και η τηλεόραση για μένα. Γενικά η τηλεόραση είναι ένα περίεργο μέσο. Τα περισσότερα πράγματα που επιλέγει να δείχνει δεν έχουν έναν, ας πούμε, «ποιοτικό» χαρακτήρα κάτι που ξεκάθαρα σχετίζεται με το κέρδος, αλλά μπορείς να βρεις αξιόλογες σειρές κι εκπομπές. Δεν μπορείς να απορρίψεις ένα μέσο που έχει απήχηση γιατί όταν επιλέγει να κάνει μια αξιόλογη σειρά ή εκπομπή, έχει εξαιρετικό αποτέλεσμα.

Μ.Μ.: Σε ευχαριστώ πάρα πολύ για την συνέντευξη που μου παραχώρησες κι εύχομαι καλή συνέχεια σε ότι κάνεις!

Λ.Π.: Εγώ σ’ ευχαριστώ πολύ και καλή συνέχεια στο site σας! Επίσης, θα ήθελα να ευχαριστήσω πολύ τον Μάριο Ράμμο για τα κουστούμια και τα σκηνικά , τον Μάριο Τσάγκαρη για την ενορχήστρωση και την μουσική, τον Κώστα Παπαθεοδώρου για τον φωτισμό, τον Δημήτρη Λογοθέτη για την επιμέλεια και τον συντονισμό και φυσικά την Δώρα Δημητρίου που είναι βοηθός σκηνοθέτη.

Ερρίκος Μηλιάρης: «Ο μεγάλος μου φόβος είναι να ζω μέσα στο ψέμα»

Τόσο νέος, κι όμως τόσο ταλαντούχος! Ο Ερρίκος Μηλιάρης είναι μόλις 22 χρονών και παίζει στην θεατρική παράσταση ‘Φάουστ’ του Γκαίτε, στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά.  Απόφοιτος της Δραματικής Σχολής του Ωδείου Αθηνών, είναι η δεύτερη φορά που συνεργάζεται με την Κατερίνα Ευαγγελάτου καθώς συμμετείχε και στον ‘Ρήσο’ του Ευρυπίδη το καλοκαίρι που μας πέρασε στο αρχαίο Λύκειο του Αριστοτέλη στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών. Παράλληλα, έχει συμμετάσχει σε ταινίες μικρού μήκους μεταξύ των οποίων, το Spectrum του Δημήτρη Γκότση στα πλαίσια του φεστιβάλ Δράμας το 2014 και το Point Blank του Στέφανου Γκέκα. Ανατρεπτικός και απόλυτος, είναι πρόθυμος να δουλέψει πολύ σκληρά για να πετύχει το τέλειο και δεν μασάει τα λόγια του. Παθιασμένος με αυτό που κάνει, σίγουρα μια τόσο έντονη προσωπικότητα δεν αφήνει κανέναν ασυγκίνητο και δημιουργεί μεγάλες προσδοκίες για το μέλλον.

Μαρία Μαρίνη: Έχεις δηλώσει ότι η υποκριτική είναι μονόδρομος για σένα. Τι ήταν αυτό που σε έκανε να το αποφασίσεις;

Ερρίκος Μηλιάρης: Δεν ξέρω αν ήταν κάτι συγκεκριμένο. Θυμάμαι από μικρός έβλεπα τις κλασικές ελληνικές ταινίες που με έκαναν να γελάω και σκέφτηκα πως αυτό θέλω να κάνω. Μόλις το πήρα απόφαση, την επόμενη χρονιά ξεκίνησε στο σχολείο μου θεατρική ομάδα, στην οποία μπήκα αμέσως και ήμουν κάθε χρόνο, οπότε το είδα και στην πράξη από πολύ νωρίς και σιγουρεύτηκα πως αυτό ήθελα να ακολουθήσω.

Μ.Μ.: Τι είναι αυτό που σε εμπνέει στην υποκριτική σου; Το ίδιο το έργο ή επηρεάζεσαι από κάποια βιώματά σου;

Ε.Μ.: Και τα δύο. Διαβάζοντας το έργο βλέπω τα θέματα που αναδεικνύει ο εκάστοτε συγγραφέας, τα οποία έχω συναντήσει κι εγώ στην πορεία μου. Η θεωρητική βάση του σύγχρονου θεάτρου λέει ότι δεν θα αγγίξω εγώ τα λόγια του Τσέχωφ αλλά εκείνος τα έκλεψε από μένα. Είναι λόγια δικά μου και δεν έχει γράψει κάτι διαφορετικό από την στιγμή που ασχολείται με θέματα που αφορούν όλους μας. Με αυτή την έννοια, ουσιαστικά δεν υπάρχει ρόλος, τουλάχιστον έτσι όπως έχει στο νου του τον «ρόλο» ο μέσος άνθρωπος που δεν ασχολείται με το θέατρο. Πρόκειται για μια ψεύτικη έννοια.

Μ.Μ.: Τι είναι αυτό που φοβάσαι περισσότερο;

Ε.Μ.: Ο μεγάλος μου φόβος είναι να ζω μέσα στο ψέμα. Να νιώθω, δηλαδή, εγώ πως είμαι ψεύτικος και στην ζωή μου γενικότερα αλλά και στην τέχνη. Ακόμα και σε στιγμές να είναι, φοβάμαι να κάνω κάτι που το θεωρώ ψεύτικο. Κι ας το εκτελώ καλά, δεν θέλω να κάνω κάτι που να πιστεύω ότι είναι ψέμα και να μην με εκφράζει. Να σου δώσω ένα απλό, επιφανειακό παράδειγμα του τι εννοώ. Έχω υπάρξει σε παιδική παράσταση με ατάκα «Ήρθε ένας φίλος από Αυστραλία στο χωριό και μου το είπε στο facebook», και ζήτησα από τον σκηνοθέτη να αλλάξω αυτή τη φράση, γιατί μπορεί στην εποχή μας η επικοινωνία μέσω κοινωνικών δικτύων να είναι μια πραγματικότητα, αλλά παρόλα αυτά εγώ προσωπικά  δεν ένιωθα καλά να πω κάτι τέτοιο μπροστά στα παιδιά, κι αν το έκανα, θα ήταν κάτι ψεύτικο ως προς τον εαυτό μου και άρα ψεύτικο και ως προς το κοινό που απευθύνομαι.

untitled-3

Ακόμα και ο ρόλος των πέντε λεπτών είναι πρωταγωνιστής γιατί ο συγγραφέας για να τον γράψει σημαίνει ότι είναι απολύτως σημαντικός για την εξέλιξη της πλοκής, αλλιώς δεν θα υπήρχε.

Μ.Μ.: Πες μας έναν ρόλο που είναι όνειρο ζωής να υποδυθείς.

Ε.Μ.: Είναι πολλοί και κανένας ταυτόχρονα. Αυτό που νομίζω ότι με κέρδισε στο θέατρο είναι ότι μ’ αρέσει να ζω πάνω στην σκηνή. Αν μου δώσεις δέκα λεπτά στην σκηνή, φυσικά, θα τρελαθώ και θα μου αρέσει. Αν μου δώσεις δύο ώρες να το ζήσω, ακόμα καλύτερα! Όσο πιο πολύ μου δώσεις τόσο περισσότερο μου αρέσει κι έχω πράγματα να κάνω. Με αυτή την έννοια, θα ήθελα να υποδυθώ Άμλετ, Φάουστ επειδή είναι οι κεντρικοί ήρωες του έργου και υπάρχουν πιο πολύ μέσα σε αυτό. Από εκεί κι έπειτα δε νομίζω ότι υπάρχουν πρωταγωνιστές στο θέατρο. Αν το καλοσκεφτείς ρόλος είναι το κομμάτι που έχεις να υπηρετήσεις, ώστε να αφηγηθούμε όλοι μαζί μια ιστορία. Ακόμα και ο ρόλος των πέντε λεπτών είναι πρωταγωνιστής γιατί ο συγγραφέας για να τον γράψει σημαίνει ότι είναι απολύτως σημαντικός για την εξέλιξη της πλοκής, αλλιώς δεν θα υπήρχε. Μάλιστα, πολλές φορές οι ρόλοι του πεντάλεπτου είναι πολύ πιο ενδιαφέροντες από αυτούς των δύο ωρών. Με αυτή την έννοια, δεν έχω κάποιον συγκεκριμένο ρόλο που θα ήθελα να κάνω… θα με ενδιέφεραν περισσότερο κάποια έργα και όχι κάποιοι ρόλοι.

Μ.Μ.: Κάποια έργα που θα ήθελες να κάνεις;

Ε.Μ.: Θα ήθελα να περάσω πολύ από τα κλασικά κείμενα, Σαίξπηρ, αρχαία έργα, Φάουστ. Είμαι πολύ χαρούμενος που κάνω αυτή την τη στιγμή Φάουστ και νιώθω ότι θα το ξανασυναντήσω μια μέρα, δεν θα με αφήσει. Είναι ένα έργο που πιστεύω ότι όταν το διαβάσω στα πενήντα μου θα έχει κάτι ακόμα να μου δώσει. Αυτό το κάνουν τα κλασικά έργα. Το κλασικό δεν είναι μια εμμονή για αρχαιολαγνεία, απλά για να είναι ένα έργο κλασικό, σημαίνει ότι πραγματεύεται διαχρονικά θέματα που αφορούν όλους τους ανθρώπους και θα έχουν να πουν «κάτι» και σε οποιαδήποτε γενιά, αιώνια.

Μ.Μ. Με αυτή την άποψη θεωρείς ότι υπάρχουν και σήμερα επιφανειακές παραστάσεις στο θέατρο που δεν έχουν να δώσουν κάτι διαχρονικό;

Ε.Μ.: Ναι βέβαια υπάρχουν. Δεν το κατηγορώ όμως. Πρέπει να υπάρχει κι αυτό το είδος θεάτρου που ασχολείται με κάτι ευκαιριακό και αναλώσιμο ή κι εκείνο που υπάρχει απλά για να διασκεδάσει τον θεατή και δεν έχει σκοπό να εξελίξει την σκέψη του ανθρώπου. Δεν είναι κακό, αρκεί να έχει ταυτότητα αυτό που κάνεις και να το παραδέχεσαι χωρίς να είσαι δήθεν. Υπάρχουν παραδείγματα ανθρώπων που κάνουν, λόγου χάριν, «επιθεώρηση» επιφανειακή και φθηνή για τα δικά μου γούστα, και δεν θα ήθελα να συμμετάσχω σε τέτοιες δουλειές, ωστόσο, παραδέχομαι τέτοιους ανθρώπους που το κάνουν αληθινά και χωρίς να υποκρίνονται πως κάνουν κάτι άλλο, αλλά απλώς είναι αυτό, αληθινό, με ταυτότητα και σε όποιον αρέσει. Έτσι είσαι ειλικρινής απέναντι στον κόσμο και στην τέχνη, και δεν μπορεί, ουσιαστικά, κανείς να σε κρίνει. Υπάρχει κόσμος που θέλει να παρακολουθήσει αυτό που με ειλικρίνεια και καθαρότητα εσύ προτείνεις, άρα έχεις θέση στην τέχνη.

Μ.Μ.: Έχεις τελειώσει την Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών, συνεπώς, φαντάζομαι πως έχεις ασχοληθεί και με το τραγούδι. Θα σε ενδιέφερε αργότερα να παίξεις σε κάποιο musical;

Ε.Μ.: Το musical είναι κάτι πολύ ενδιαφέρον αν γίνεται καλλιτεχνικά και όχι μόνο στο επίπεδο του θεάματος. Δυστυχώς, και στην Ελλάδα και στο εξωτερικό υπάρχει η παρεξηγημένη αντίληψη ότι το musical είναι μόνο φώτα, μουσική και λεφτά. Πιστεύω ότι μπορεί να πει κάτι πιο βαθύ. Είναι κάτι που θα με ενδιέφερε και θα ήμουν διατεθειμένος να κάνω την επιπλέον προετοιμασία που χρειάζεται, γιατί το τραγούδι, φυσικά, χρειάζεται εξέλιξη, αν πειστώ ότι μιλάμε για κάτι απόλυτα καλλιτεχνικό. Το τραγούδι έχει μεγάλη σημασία για το θέατρο. Σημαίνει ότι για να φτάσει ο ηθοποιός στο σημείο να τραγουδήσει αντί να μιλήσει,  βιώνει κάτι τόσο έντονο που τα λόγια δεν είναι αρκετά για να τον εκφράσουν.  Υπό αυτές τις συνθήκες, θα έκανα musical αν έβλεπα ότι το τραγούδι χρησιμοποιείται προς όφελος της Τέχνης και όχι για το φαίνεσθαι.

Μ.Μ.: Πες μας λίγα λόγια για την σχέση σου με την Κατερίνα Ευαγγελάτου.

Ε.Μ.: Στην σχολή την φοβόμουν (γέλια). Όλοι την φοβόμασταν γιατί διαθέτει μεγάλη κυριαρχία που στην περνάει όχι από παραξενιά αλλά επειδή θέλει κάτι να σου βγάλει. Ναι μεν θα περάσουμε καλά και θα κάνουμε την πλάκα μας, αλλά είναι πάρα πολύ αυστηρή ειδικά στο επίπεδο της εκπαίδευσης, πράγμα που την καθιστά πολύ καλή καθηγήτρια. Αυστηρή, όμως, είναι πρώτα από όλα με τον εαυτό της και αυτό είναι ξεκάθαρο σε όλους. Είναι πραγματικά ασύλληπτη η δουλειά που κάνει η Κατερίνα! Αν πω εγώ ότι έχω δουλέψει 1000%, δεν μπορώ να αγγίξω το αντίστοιχο ποσοστό της Κατερίνας. Φαντάσου ότι στις πρώτες συναντήσεις ερχόταν με τέσσερις τόμους που είχε ήδη διαβάσει για να μας πει «κάποια πράγματα για το έργο» και μέχρι να ολοκληρωθεί ξέραμε ότι θα διαβάσει άλλους τόσους στην συνέχεια κι έχει πάντα κάτι να πει, να προσθέσει, να προσφέρει. Δουλεύει όχι απλά για να δουλέψει αλλά για να δει εκείνη κάτι στον εαυτό της μέσα από αυτό που θα δημιουργήσει. Στον Φάουστ, όπως και στις υπόλοιπες δουλειές της, μπορεί να γίνει κριτική από κάποιον για πιθανά λάθη, που μπορεί να βλέπει στις σκηνοθεσίες της, μέσα, φυσικά, από την υποκειμενική γνώμη καθενός, ωστόσο , κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι στα έργα που ανεβάζει, καταθέτει μια ερμηνεία δική της πάνω στο κείμενο, ένα προσωπικό καλλιτεχνικό στίγμα. Κι αυτό, πιστεύω, είναι η ουσία της τέχνης.

Μ.Μ.: Θεωρείς, ότι η ταυτότητα που προσπαθεί να περάσει το εθνικό θέατρο, δεν είναι η ταυτότητα του ελληνικού θεάτρου;

Ε.Μ.: Δυστυχώς, η σχέση που έχει η εκάστοτε κυβέρνηση με το Εθνικό Θέατρο, αλλά και άλλους πολιτισμικούς φορείς, είναι γνωστή. Ως εκ τούτου, δεν μπορώ να μιλήσω αντικειμενικά για το Εθνικό Θέατρο από την στιγμή που η ταυτότητά του αλλάζει ανάλογα με τον διευθυντή του, ο οποίος αποτελεί και επιλογή της εκάστοτε κυβέρνησης, χωρίς, φυσικά, να υπονοώ ότι οι διευθυντές που έχουν περάσει μέχρι τώρα στο Εθνικό, αποτελούν κομματικά πρόσωπα. Όπως και να έχει, ο κάθε διευθυντής έχει ένα όραμα για το Εθνικό. Το πρόβλημα, λοιπόν, σε αυτή την χώρα είναι ότι τα πάντα έχουν σύντομη ημερομηνία λήξης και αυτό δυσκολεύει την δημιουργία ενός πλαισίου, το οποίο θα τηρηθεί μέχρι τέλους, χωρίς να επηρεάζεται από την εκάστοτε κυβέρνηση, καθώς, αυτό με τα λάθη του, φυσικά, αλλά τουλάχιστον θα μπορούμε να μιλάμε για ένα σχέδιο μακροπρόθεσμο που θα υλοποιηθεί χωρίς κανείς να το εμποδίσει και θα αποτελέσει μια ξεκάθαρη ταυτότητα του ελληνικού θεάτρου.

untitled-7

Μ.Μ.: Πες μας λίγα λόγια για τον Φάουστ.

Ε.Μ.: Καταρχάς πρόκειται για ένα έργο, το οποίο ξεκινάει να γράφει ο Γκαίτε όταν, νομίζω,  ήταν μόλις 20 χρονών και το ολοκληρώνει λίγο πριν πεθάνει. Προφανώς, ένα έργο που γράφεται από κάποιον τόσα χρόνια αποτελεί μια πρόσθετη δυσκολία για εμάς να το προσεγγίσουμε με μόλις τρεις μήνες στην διάθεση μας. Όσον αφορά τον Φάουστ για την εποχή του αποτελεί το υπόδειγμα του πανεπιστήμονα, καθώς έχει ασχοληθεί με όλες τις επιστήμες αλλά και την θρησκεία, κατά την διάρκεια της αναζήτησής του για το νόημα της ζωής. Απογοητευμένος μετά την συνειδητοποίηση ότι δεν έχει γνωρίσει τίποτα –διαθέτει το σωκρατικό στοιχείο εν οίδα ότι ουδέν οίδα, δεν το δέχεται και καταφεύγει στην μαγεία με σκοπό να βρει «κάτι». Καταφεύγει, έτσι, στον διάβολο, ο οποίος τον οδηγεί σε έναν διαφορετικό τρόπο ζωής, αυτόν της ανακάλυψης των αισθήσεων. . Στην πορεία όλης αυτής της ιστορίας διαφαίνεται, πιστεύω, η φύση του ανθρώπου μέσα από τον Φάουστ, χωρίς να λαμβάνουμε τον Φάουστ ως ίνδαλμα και ως κάτι τέλειο, αλλά βλέποντας, μέσα από αυτόν, τον άνθρωπο όπως ακριβώς είναι. Δυνατός και αδύναμος, αθώος και εγκληματίας, σοφός και ανίδεος, ακριβώς επειδή είναι άνθρωπος.  Όσον αφορά την παράσταση, η Κατερίνα έχει δομήσει το έργο κατά τέτοιον τρόπο, ώστε ο Μεφιστοφελής να μην παρουσιάζεται ως διάβολος, με την θρησκευτική του έννοια, που έχει σκοπό να οδηγήσει τον Φάουστ στην κόλαση, αλλά ως ένα δαιμονικό alter ego που, ουσιαστικά, αποτελεί μια άλλη έκφανση του ίδιου του Φάουστ και τον βοηθάει να ολοκληρωθεί ως προσωπικότητα και να ανακαλύψει μια θαμμένη του πλευρά.

Μ.Μ.: Όπως μας είπες, στο έργο εμφανίζεται ο Φάουστ να ολοκληρώνεται μόνο μετά την επαφή του με το δαιμονικό του alter ego. Θεωρείς ότι κι ένας ηθοποιός χρειάζεται να έρθει σε επαφή με τις πιο «σκοτεινές» πλευρές του εαυτού του προκειμένου να ολοκληρωθεί;

Ε.Μ. Δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην έρχεται αντιμέτωπος με τις «σκοτεινές» του πλευρές είτε το θέλει είτε όχι, είτε το ξέρει ότι έρχεται αντιμέτωπος με αυτές, είτε όχι. Αυτό συμβαίνει γιατί η «σκοτεινή» πλευρά δεν είναι απαραίτητα μια πράξη, άλλωστε ποιος ορίζει τι είναι σκοτεινό και τι όχι; Κατά την διάρκεια της ζωής μας ερχόμαστε αντιμέτωποι με όλες τις πλευρές μας κι ας μην το θέλουμε. Ο άνθρωπος είναι πολύπλευρο ον και οτιδήποτε έχει υπάρξει στην ανθρωπότητα δεν είναι κάτι «ξένο» αλλά εκφάνσεις του ίδιου του ανθρώπου. Με αυτή την έννοια, όλοι έχουμε μέσα μας για παράδειγμα τον Χίτλερ και την Μητέρα Τερέζα, τον Λένιν και τον Γκάντι, είμαστε δολοφόνοι και πατεράδες, ομοφυλόφιλοι και ετεροφυλόφιλοι, είμαστε τα πάντα.. Έτσι, ο ρόλος του ηθοποιού είναι να παραδεχτεί αυτό το πράγμα: να αντιληφθεί ότι είμαστε πολύπλευρα όντα και να πειραματιστεί με αυτό. Ταυτόχρονα, ο ηθοποιός, ασυναίσθητα, με τον τρόπο που υπάρχει στη σκηνή και στην τέχνη του γενικότερα, προβάλλει μια λειτουργία, έναν τρόπο ζωής δηλαδή, και καλό είναι να επιλέγει τη λειτουργία εκείνη που μας συμβουλεύει να μην φοβόμαστε να αντιμετωπίσουμε τον εαυτό μας και να είμαστε έτοιμοι να ακολουθήσουμε τις πιο «σκοτεινές» πλευρές μας.

Μ.Μ.: Τι είναι για σένα το χυδαίο;

Ε.Μ.: Για μένα χυδαίο είναι κάτι το επιφανειακό και το δήθεν γιατί διαφθείρει την ουσία του θεάτρου.

Αν έχεις ως στόχο της υποκριτικής το «σταριλίκι» καταλήγει να γίνεται ουσιαστικά showbiz και να χάνει τον χαρακτήρα της Τέχνης.

Και βασικά δε θα κρίνω εγώ αν είναι κάτι χυδαίο ή όχι, σίγουρα, πάντως, είναι μια άλλη δουλειά. Έχοντας δει ο απλός άνθρωπος μόνο μέσα από την τηλεόραση διαστρεβλωμένα την υποκριτική, αποκτά μια επιφανειακή οπτική του τι σημαίνει Τέχνη. Όπως επίσης, για τον κόσμο ο ηθοποιός είναι ο σταρ και όχι ο καλλιτέχνης ως πολιτισμικό όν.  Με αυτή την έννοια, δεν θα το χαρακτήριζα χυδαίο αλλά κρίμα, που υπάρχει ένα σύστημα που προβάλλει το «σταριλίκι» ως πολιτισμική ταυτότητα και τέχνη. Όπως και να ‘χει πάντως, το θέμα είναι να είσαι αυτό που είσαι και να μην υποκρίνεσαι απέναντι στον εαυτό σου, σε αυτό που κάνεις και σε αυτούς που απευθύνεσαι. Αυτό είναι που θεωρώ χυδαίο.

 untitled-5

Μ.Μ.: Έχεις συμμετάσχει στην κινηματογραφική ταινία μικρού μήκους Spectrum το 2014 στο πλαίσιο του φεστιβάλ της Δράμας. Τι αίσθηση σου άφησε αυτή η εμπειρία;

Ε.Μ.: Η ταινία είναι εξαιρετική, την λατρεύω και μέσα από αυτήν μπόρεσα να πω πολλά πράγματα! Όταν έγινε, ήμουν στο δεύτερο έτος της σχολής και αυτό με επηρέασε πολύ έντονα αφού, ουσιαστικά, ήταν η πρώτη κινηματογραφική εμπειρία  που είχα ως δουλειά, γιατί κάποιες άλλες ταινίες μικρού μήκους που είχα κάνει ήταν από φοιτητές σχολών κινηματογράφου, στο πλαίσιο εργασιών. Η απίστευτη αίσθηση που μου άφησε αυτή η εμπειρία οφείλεται, κυρίως, στον Δημήτρη Γκότση που είναι και ο σκηνοθέτης της ταινίας. Το εντυπωσιακό με τον Δημήτρη είναι ότι ασχολείται  πάρα πολύ μαζί σου και κάνει τα πάντα, ώστε την ώρα του γυρίσματος να μην επηρεάζεσαι από την παρουσία της κάμερας που, ουσιαστικά, σε ακολουθεί εκείνη, αντί να προσαρμόζεις εσύ τις κινήσεις σου γύρω από αυτήν. Με αυτόν τον τρόπο, νιώθεις μεγάλη ελευθερία και αυτό έχει πολύ καλό αποτέλεσμα. Επίσης, γνώρισα τον Ερρίκο Λίτση που είναι απόλυτα αφοσιωμένος σε αυτό που κάνει και με την αυστηρότητά του, με βοήθησε πάρα πολύ.

Μ.Μ.: Μίλησέ μας λίγο για τον ρόλο σου στο Spectrum

E.M.: Πρόκειται για μια ταινία που βλέπει τα πράγματα από την οπτική όλων των ηρώων της. Το κεντρικό πρόσωπο είναι ο 19χρονος νεαρός, τον οποίο υποδύομαι, και μέσα από τον τρόπο ζωής του στην Αθήνα, όλο αυτό ξεσπάει στις σχέσεις του, στον πατέρα του, κυρίως, με τον οποίο έχει έντονη κόντρα και που με την σειρά του επηρεάζει την ερωτική σχέση που διατηρεί με μια μεγαλύτερή του αλλά και την σχέση με τον κολλητό του που δημιουργεί μια κατάσταση που επηρεάζει τους πάντες. Επιπλέον, γίνεται αναφορά και σε κοινωνικά προβλήματα, όπως το θέμα του ρατσισμού που βιώνουν οι μετανάστες και σκιαγραφεί έντονα μια κοινωνία δυσλειτουργική,  που είναι έτοιμη να εκραγεί, και κανείς δεν αναλαμβάνει τις ευθύνες του κατηγορώντας τον άλλο και καταλήγει πως «όλοι φταίνε και κανείς δεν φταίει».

Μ.Μ.: Άρα, θα ήθελες να ασχοληθείς ξανά με τον κινηματογράφο;

Ε.Μ.: Ναι κι έχω συμμετάσχει και σε άλλες ταινίες μικρού μήκους και μακάρι να συμμετάσχω και σε μεγάλου μήκους. Ο κινηματογράφος είναι μια φοβερή τέχνη!

Δεν μπορώ να φανταστώ τον εαυτό μου χωρίς θέατρο.

Μ.Μ.: Θέατρο ή κινηματογράφος;

Ε.Μ. Και τα δύο έχουν την γοητεία τους. Σίγουρα από μικρό παιδί παίζω θέατρο και δεν μπορώ να διανοηθώ μια χρονιά που να μην παίξω στο θέατρο, ενώ σινεμά δεν έχω κάνει τόσο όσο θέατρο. Βέβαια θα ήθελα πολύ να υπάρξει περίοδος που να κάνω μόνο σινεμά χωρίς θέατρο. Έχω συνηθίσει να παίζω θέατρο και το αγαπάω πάρα πολύ, αν και μερικές φορές θα ήθελα μια μικρή παύση από αυτό. Προς το παρόν δεν μπορώ να φανταστώ τον εαυτό μου χωρίς θέατρο. Με αυτή την έννοια, μπορείς να πεις ότι επιλέγω το θέατρο, αλλά δεν θα το έθετα έτσι. Αν μου έρθει ένα πολύ καλό σενάριο ταινίας και παράλληλα κάποια πρόταση για θέατρο, που να μην έχω όμως να πω πράγματα μέσα από αυτό, προφανώς, θα επιλέξω την ταινία και δεν θα με πειράξει που δεν θα κάνω θέατρο. Και οι δύο τέχνες είναι εξίσου γοητευτικές και σημαντικές. Ουσιαστικά, είναι δύο διαφορετικά μέσα για να αφηγηθείς μια ιστορία. Το σινεμά μπορεί να καταφέρει να σε βάλει «μέσα» στην ιστορία που αφηγείται, λόγω των μέσων που διαθέτει, ενώ αντίθετα, το θέατρο βασίζεται στη συνθήκη – για παράδειγμα οι θεατές φαντάζονται έναν κήπο, δεν τον βλέπουν απαραίτητα, ρεαλιστικά, στην σκηνή- και έτσι βασίζεται στην απλότητά του, γεγονός που κρύβει μια βαθιά αλήθεια

Μ.Μ.: Μίλησέ μας λίγο για την άλλη κινηματογραφική δουλειά μικρού μήκους στην οποία έχεις συμμετάσχει, το Point Blank σε σκηνοθεσία Στέφανου Γκέκα (που μας κάνει την τιμή να βγάλει τις φωτογραφίες της συνέντευξης)

Ε.Μ.: Η ταινία αυτή πραγματεύεται την σχέση ενός παιδιού με την οικογένειά του και πως οι γονείς επηρεάζουν το παιδί και τις επιλογές του μέσα από την αντιπαράθεση και τις κόντρες. Η ταινία λειτουργεί με αλληγορίες καθώς έχει στοιχεία που δεν είναι απόλυτα ρεαλιστικά, μπαίνεις σε έναν κόσμο που παίζει με το μυαλό σου και σε κάνει να αναρωτηθείς αν αυτό που βλέπεις είναι πραγματικό ή όχι. Κατ’ ουσίαν ασχολείται με ένα άτομο που προσπαθεί να λύσει τα προβλήματα του παρελθόντος για να μπορέσει να υπάρξει στο μέλλον.

Μ.Μ.: Πως ήταν η συνεργασία σου με τον Στέφανο;

Ε.Μ.: Εξαιρετική! Στην αρχή φοβόμασταν αν το γεγονός ότι είμαστε φίλοι θα επηρεάσει αρνητικά τη συνεργασία μας, γιατί μπορεί να μην υπήρχε η άνεση να μιλήσουμε αυστηρά ο ένας στον άλλον, αλλά αυτό δεν συνέβη σε καμία περίπτωση. Αντιθέτως, επειδή έχουμε αυτή την οικειότητα θα πει ο ένας στον άλλον και το πιο αυστηρό ή την παραμικρή λεπτομέρεια, και εμένα δεν θα με πειράξει αν με βγάλει «άχρηστο» για παράδειγμα. Είμαστε και οι δύο άτομα που αγαπάμε πολύ την δουλειά μας και μιλάμε ανοιχτά.

Μ.Μ.: Πότε θα βγει η ταινία;

Ε.Μ.: Η ταινία έχει βγει ήδη στο Film Nights στο Φεστιβάλ στο Λουτράκι, ακολούθησε στις Νύχτες Πρεμιέρας και αυτή την στιγμή υπάρχει μια παύση γιατί βλέπουμε κάποια πράγματα που δεν είχαμε δει στην μεγάλη οθόνη και κάνουμε διορθώσεις, έπειτα η ταινία θα συνεχίσει την πορεία της στο εξωτερικό.

untitled-2

Ευχαριστούμε πολύ τον Ερρίκο Μηλιάρη που μας παραχώρησε αυτή την συνέντευξη και μας έδωσε την ευκαιρία να τον γνωρίσουμε καλύτερα! Επίσης ευχαριστούμε για την βοήθειά του τον Στέφανο Γκέκα, σκηνοθέτη, που επιμελήθηκε τις φωτογραφίες της συνέντευξης!

Ο Στέφανος Γκέκας γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1994. Έκανε τις Εγκύκλιες Σπουδές του στο 7ο Δημοτικό, Γυμνάσιο και Λύκειο Παγκρατίου Αθηνών. Σπούδασε Film Directing (Σκηνοθεσία) με απόκτηση πτυχίου Bachelor (2012-2015) στο AMC Αθηνών (AKMI METROPOLITAN COLLEGE) μέλος του Queen Margaret University. Ζει στην Αθήνα όπου και εργάζεται.
Φιλμογραφία: 2012 – Ίωση 2013 – Σαλταδόροι (Φεστιβάλ κινηματογράφου Νύχτες Πρεμιέρας, Σπουδαστικό Δράμας). – The Dark Knight (Jameson Empire – Done in sixty seconds, Greek finalists) 2014 – Emotional Rescue – Intellectual tramps (Φεστιβάλ κινηματογράφου «Νύχτες Πρεμιέρας», Σπουδαστικό Δράμας, Altcine Action – the online balkan film festival 2015 )- Point Blank (Φεστιβάλ κινηματογράφου «Νύχτες Πρεμιέρας», Greek Short film Nights 2015 )- The Matrix (Jameson Empire – Done in sixty seconds, greek finalists)

Γ. Σακελλαρίδης: Βρέθηκαν σημεία σύγκλισης με την Μέρκελ

Για σημεία σύγκλισης μεταξύ του Έλληνα Πρωθυπουργού Αλ. Τσίπρα και της Γερμανίδας καγκελαρίου Άγκελα Μέρκελ, σε ό,τι αφορά το μεταρρυθμιστικό σχέδιο της Ελλάδας έκανε λόγο ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Γ. Σακελλαρίδης, διευκρινίζοντας ωστόσο ότι κατά τη χθεσινή συνάντηση τέθηκε μόνο το περίγραμμα των μεταρρυθμίσεων.

Μιλώντας στον τηλεοπτικό σταθμό Mega, ο κ. Σακελλαρίδης ανέφερε συγκεκριμένα ότι έγινε μία «εποικοδομητική συζήτηση» με τη Γερμανίδα καγκελάριο και ότι «βρέθηκαν κοινά σημεία αναφοράς» σε σχέση με τις μεταρρυθμίσεις.

Διευκρίνισε πάντως ότι ο κ. Τσίπρας και η κ. Μέρκελ «μίλησαν για το περίγραμμα» των μεταρρυθμίσεων και ότι «έγινε μία συζήτηση σε επίπεδο όχι τόσο βαθύ και συγκεκριμένο γιατί δεν ήταν αυτός ο στόχος της συνάντησης».

Αποτιμώντας τη χθεσινή συνάντηση, ο κ. Τσίπρας τόνισε ότι η ελληνική κυβέρνηση επιστρέφει από το Βερολίνο ευχαριστημένη, καθώς, όπως είπε, αποκαταστάθηκε ένας δίαυλος επικοινωνίας με την κ. Μέρκελ.

Σημείωσε τέλος, ότι ο Έλληνας Πρωθυπουργός έθεσε στην κ. Μέρκελ μία σειρά από ζητήματα όπως η κοινωνική κατάσταση στην Ελλάδα, τα ενδογενή προβλήματα της ελληνικής οικονομίας, τα ζητήματα του κατοχικού δανείου και των πολεμικών αποζημιώσεων, το θέμα της Siemes και της ανάγκης δικαστικής συνδρομής από τη γερμανική δικαιοσύνη ώστε να λυθούν αυτά τα θέματα.

Συνεχίζει τις επαφές του στο Βερολίνο ο Αλ. Τσίπρας

Στο μεταξύ ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας συνεχίζει σήμερα τις επαφές του με Γερμανούς πολιτικούς, στο πλαίσιο της επίσκεψής του στο Βερολίνο.

Συγκεκριμένα, στις 10:15 (τοπική ώρα) ο κ. Τσίπρας θα συναντηθεί με τον υπουργό Εξωτερικών της Γερμανίας Φρανκ Βάλτερ Σταϊνμάγερ, ενώ στη συνέχεια θα έχει συνομιλίες με την συμπρόεδρο του Die Linke, Κάτια Κίπινγκ και τον πρόεδρο της Κ.Ο. Γκρέγκορ Γκίζι.

Στις 14:30 θα συναντηθεί με τον αντικαγκελάριο Ζίγκμαρ Γκάμπριελ και στις 16:00 με τον πρόεδρο των Πρασίνων.

Επίσης, ο κ. Τσίπρας θα επισκεφτεί το Μνημείο Ολοκαυτώματος.

«Ένας χρυσοχόος των λέξεων»

Συναντηθήκαμε για πρώτη φορά μέσα σε μια εφημερίδα την περασμένη Άνοιξη. Δεν πέρασε πολύς καιρός από εκείνη τη στιγμή, και η ποιητική συλλογή του «σφαίρες», βρήκε τη θέση της στη βιβλιοθήκη μου. Κάποιες μέρες αργότερα, ήταν σειρά μου να βρεθώ στο γραφείο του, για το δεύτερο σταθμό των συνεντεύξεών μας, με τίτλο «Μίλησέ μας καλλιτέχνη για την τέχνη σου».

Ο Δημήτρης Χαλαζωνίτης* μας αγκάλιασε από την πρώτη στιγμή που δέχτηκε να μας μιλήσει. Εμείς τον ευχαριστούμε.

Είναι έρωτας αυτό με τις λέξεις. Έρωτας που μπορεί να σε σκοτώσει.

-Η ποίηση προσέγγισε εσάς ή εσείς εκείνη;

«Όταν ανέβηκα στη Θεσσαλονίκη να πάω να φοιτήσω, το μόνο ποίημα που είχα διαβάσει, κι όχι ολόκληρο, ήταν ο εθνικός ύμνος. Κι ότι είχαν τα αναγνωστικά του γυμνασίου. Στη Θεσσαλονίκη όμως εκείνη την εποχή η ποίηση ήταν πολύ στα πάνω της. Είχε αρχίσει να βγαίνει τότε η γενιά του `70  των ποιητών και γενικότερα τότε συζητιόταν πολύ στις παρέες το θέμα της ποίησης. Εγώ δεν μπορούσα να μιλήσω. Αποφάσισα πως δεν μπορεί να συνεχιστεί αυτό το πράγμα, κάτι πρέπει να κάνω. Μπαίνω λοιπόν σε ένα βιβλιοπωλείο στη Θεσσαλονίκη, δίχως να το επιλέξω, τυχαία δηλαδή, και διαλέγω επίσης τυχαία, τέσσερα βιβλία. «Τα Σύρματα» του Σωτήρη Κακίση, «Το Ράμφος» του Γιάννη Βαρβέρη, «Τους Πυροτεχνουργούς» του Γιώργου του Μαρκόπουλου («Οι Πυροτεχνουργοί») και «Το Χρονόμετρο» του Γιάννη του Κοντού. Ξεκίνησα να διαβάζω αυτά τα βιβλία. Βούτηξα μετά, στο μεγάλο πηγάδι της ελληνικής ποίησης. Επομένως εγώ πήγα τρέχοντας προς αυτήν, διότι μου έγνεφε και εγώ δεν μπορούσα να αντιγυρίσω τον χαιρετισμό. Αυτή ήταν η εισαγωγή μου στην ποίηση».

Κάπου εκεί, η ερώτηση που είχα θέσει είχε απαντηθεί, μα η αφήγηση αυτής της ιστορίας συνεχίστηκε και ο ποιητής με μετέφερε στη ζωή του, μερικά χρόνια πριν.

 «Πολλά χρόνια αργότερα, έχοντας επιστρέψει στην Αθήνα και έχοντας ανοίξει αυτό εδώ το ιατρείο, αρχίζει να κλείνει ένας κύκλος. Μου τηλεφωνεί μια φίλη μου και μου προτείνει να κάνουμε μια ραδιοφωνική εκπομπή, μια περίεργη εκπομπή, αθλητική-λογοτεχνική. Τη ρώτησα ποιοι θα είμαστε και μου απάντησε, μεταξύ άλλων, πως θα ήταν και ο Σωτήρης ο Κακίσης. Με ρώτησε εάν τον γνωρίζω, της απάντησα πως όχι, όμως τον έχω διαβάσει. Κι έτσι γνωριζόμαστε με το Σωτήρη. Μια μέρα με παίρνει ο ίδιος τηλέφωνο και μου λέει: «Δημήτρη θα σου στείλω έναν πάρα πολύ καλό μου φίλο, να τον προσέξεις πολύ, το Γιάννη το Βαρβέρη.» Και εμφανίζεται εδώ μέσα ο Γιάννης ο Βαρβέρης, ο καλύτερος κατά τη γνώμη μου, της γενιάς του. Έτσι γνώρισα το Γιάννη λοιπόν. Μια άλλη μέρα, μου τηλεφωνεί εκείνος και μου λέει: «Δημήτρη, θα σου στείλω έναν πολύ καλό, δικό μου άνθρωπο, το Γιώργο το Μαρκόπουλο.» Ένας πάρα πολύ γλυκός άνθρωπος. Και έχω αγαπήσει και τα ποιήματά του πάρα πολύ. Κάποια στιγμή, δυστυχώς για όλους μας, πεθαίνει ο Γιάννης. Στην κηδεία του, ένας εύσωμος, πολύ γεροδεμένος άνθρωπος με έπιασε και με ρώτησε ποιος είμαι. Του απάντησα ο Δημήτρης ο Χαλαζωνίτης. «Μάλιστα.» μου λέει, «Εγώ είμαι ο Γιάννης ο Κοντός και θέλω να μου στείλεις όλα τα βιβλία σου.» Του τα στέλνω όλα τα βιβλία μου και με αυτόν τον τρόπο, γνωρίζω το Γιάννη τον Κοντό. Και κλείνει ένας κύκλος που δεν φανταζόμουν ποτέ πως θα προέκυπτε, την ημέρα που μπήκα σε εκείνο το βιβλιοπωλείο και διάλεξα αυτά τα τέσσερα, τυχαία, βιβλία».

Το θαυμαστό της ιστορίας αυτής είναι δεν την γνωρίζουν οι υπόλοιποι συμμετέχοντες σε αυτή. Ο Δημήτρης δεν τους μίλησε ποτέ. Ο ίδιος ισχυρίζεται ότι ντρεπόταν, εγώ πιστεύω πως τέτοιες στιγμές είναι τόσο όμορφες και ρομαντικές –αν θέλετε, που αξίζουν να μένουν προσωπικές.

Με τον ίδιο τρόπο όμως τον γνώρισα και εγώ. Αρχικά από ένα κείμενο, ύστερα από τα ποιήματά του και τελικά στο γραφείο του να συνομιλώ μαζί του». 

 -Πως νιώθετε ότι σας μιλάει η τέχνη;

«Πώς να το πω; Όπως κάθε έντονο πάθος, όπως κάθε έντονη στιγμή στη ζωή μας. Δεν μπορώ να φανταστώ τη ζωή μου χωρίς τις εκφράσεις της. Θα ήταν κενά βήματα χωρίς αυτή, εάν δεν ήξερα πως υπάρχει σε μια γωνιά να μου στέλνει ένα μήνυμα. Να φτιάξουμε αυτόν τον διάλογο που θα ακουμπήσει τις ψυχές όλων και τη δική μου όταν δημιουργώ. Λένε για την ποίηση πως δεν έχει καμία σχέση με λέξεις, άσχετο με το αν τις χρειάζεται όλες. Είναι ένα αδιόρατο φως που δεν το αντιλαμβάνεσαι αλλά το αισθάνεσαι».

-Με την τέχνη της ποίησης, τι είδους σχέση έχετε;

«Θα έλεγα ανάγκης και μάλιστα, σε στιγμές, ζωτικής. Όπως ανάγκη έχεις να αντιγυρίσεις το χάδι που σου προσφέρεται, το δώρο που σου προσφέρεται. Και βέβαια, μετά την ανάγκη, ακολουθούν όλα τα συναισθήματα εκείνον τον ψίθυρο που νιώθεις όταν σου μιλά (η ποίηση). Είναι μια σχέση γένεσης. Τη γεννάμε και στη συνέχεια μας ξαναγεννά με τους δικούς της τρόπους. Είναι μια διαδικασία ζωής».

Κάτι τόσο «απαλό» όπως η τέχνη, βρίσκεται άρρηκτα δεμένο με το σκληρό άγγιγμα μιας ζωτικής ανάγκης. Και αγκαλιάζει, όποιο βάρος μπορεί να γεννούν, τα συναισθήματα και τα πάθη…

 -Και το συναίσθημα που νιώθετε όταν φτιάχνετε τέχνη; Όταν φτιάχνετε ποίηση;

«Αρχικά να θυμάσαι πως ότι έχω φτιάξει εγώ, είναι ξενυχτισμένο. Συντροφευμένο από πολλά πακέτα τσιγάρα. Εκείνες τις ώρες λοιπόν, όταν κατορθώνω και βγάζω ένα στίχο, μετά αισθάνομαι μια… πώς να στο πω; Μια ευτυχή εξάντληση. Μα όταν έχεις κάνει έρωτα, το ίδιο πράγμα δεν αισθάνεσαι; Μια ευτυχή εξάντληση; Ε, αυτό είναι. Ένας έρωτας είναι. Ότι σου κάνει το ένα σου κάνει και το άλλο. Έτσι αισθάνομαι και εγώ, ιδίως εκείνες τις ώρες αργά τη νύχτα που καταφέρνω και γράφω ότι γράφω».

-Θα μπορούσε να είναι ένα συναίσθημα; Αυτό που να εμπεριέχει μέσα του όλα τα συναισθήματα;

«Αυτό που λες είναι το Ον. Βεβαίως και είναι το Ον, γι’ αυτό και άλλωστε δεν μιλάμε τόση ώρα; Γι’ αυτό και η ποίηση είναι ο άσπονδος φίλος ή και εχθρός – αν θέλεις της φιλοσοφίας. Κατορθώνει, χωρίς να χρησιμοποιήσεις όλες τις λέξεις να πετύχει πολλές φορές αυτό που η φιλοσοφία χρειάζεται όλες τις λέξεις, και καινούργιες για να τα καταφέρει. Υπάρχει αυτή η αλληλεπίδραση. Όσο και αν βρίσκονται απέναντι, επηρεάζει ο ένας τον άλλο σε μεγάλο βαθμό».

Στο τέλος κάθε όν, είναι μια ουλή του θεού του

-Η ποίηση έχει θέση σήμερα; Και αν ναι ποιά;

« Πάντα έχει θέση. Από κει και έπειτα έχει να κάνει με όλα τα πράγματα που συνθέτουν τη ζωή μας. Έχει πάντοτε θέση και μάλιστα reserve. Και σε καιρούς «πολέμου» είναι το πρώτο και το τελευταίο καταφύγιο, μα θα τη θυμηθούμε πάλι, να είσαι βέβαιος. Η θέση της είναι αυτή που ήταν πάντα και δεν θα αλλάξει. Το μόνο που αλλάζει είναι το βλέμμα μας. Τα βλέμματα σήμερα είναι πολύ λιγότερα, διότι φταίει και αυτή, δεν υπάρχει περίπτωση… ξέχασε τον άνθρωπο και τις ανάγκες του. Δεν νομίζω πως χάνει όμως ποτέ τη δύναμή της».

-Η τέχνη πρέπει να λογοκρίνεται;

 «Ποτέ! Σκέτο και κατηγορηματικό. Για την τέχνη και για τη σάτιρα -και ας μην είναι πάντα βέβαιο το αν θα την συμπεριλαμβάναμε στην τέχνη- ένα μονάχα πράγμα απαγορεύεται, το «Απαγορεύεται». Ποτέ κανείς δεν σε υποχρεώνει να πας να δεις ή να κάνεις κάτι. Όταν λογοκρίνεται εγώ νομίζω πως γίνεται ακόμα πιο ανθεκτική, εξοπλίζεται.

-Τη τέχνη πως την αισθάνεστε; Πως την αφουγκράζεστε;

«Όλοι αφουγκράζονται τα βιώματα τους. Την αφουγκράζομαι όπως όλα όσα μας δομούν και μας συνθέτουν σαν οντότητες».

-Για τη φράση: «Η τέχνη υπάρχει για όλους, λίγοι όμως έχουν το χάρισμα να τη συνθέτουν;»

«Και η επιστήμη υπάρχει για όλους, λίγοι όμως καταφέρνουν να την ασκήσουν. Όπως και λίγοι γιατρεύουν τις ασθένειες. Ίσως αυτό είναι και μια σoφή κατανομή της ίδιας της ζωής, που βρίσκει πάντα τρόπο να εξυπηρετεί τις ανάγκες της».

και μια φορά δεν θα γυρίσουμε, αφήνοντας πίσω μόνο ό,τι αγγίξαμε εκείνη τη μέρα

-Μπορεί κάποιος να διδάξει τέχνη;

«Μπορεί κάποιος να διδάξει ιστορία της τέχνης. Μπορεί όμως να αποτελέσει έμπνευση και με αυτή την έννοια χωρίς να το προσπαθεί, γίνεται και δάσκαλος. Δάσκαλος τέχνης όμως όχι. Στα σχολεία είναι καλό να υπάρχει με την έννοια της πληροφόρησης».

Αυτή λοιπόν, είναι η όψη της τέχνης της ποίησης, όπως την καθρεφτίζουν τα μάτια του καλλιτέχνη της. Όπως ένας χρυσοχόος ασχολείται με τις λέξεις.

* «Ο «ιός» της ενασχόλησης με τα κοινά, δηλ. της Πολιτικής κατά Αριστοτέλη, τον «χτύπησε» στα 14 του χρόνια. Τότε εντάχθηκε οργανωμένα στην Αριστερά. Το 1987 ήταν ιδρυτικό μέλος της Ε.Α.Ρ, στη συνέχεια ιδρυτικό μέλος του ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΥ της Αριστεράς και της Προόδου και γραμματέας μέχρι σήμερα της οργάνωσης Ψυχικού.

Το 2000 ήταν υποψήφιος στις βουλευτικές εκλογές με το ψηφοδέλτιο του ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΥ.

Σε τρεις συνεχείς δημοτικές εκλογές (1995, 1999, 2002) εκλέγεται δημοτικός σύμβουλος με το ψηφοδέλτιο της ανεξάρτητης παράταξης «ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ» που κέρδισε με μεγάλη διαφορά {52%, 68% και 68%} και τις τρεις φορές. Διετέλεσε αρχισυντάκτης του περιοδικού «ΠΑΡΑΘΥΡΟ ΣΤΟ ΔΗΜΟ» και αρθρογραφεί παράλληλα και σε άλλα περιοδικά και εφημερίδες. Από το 2003 είναι πρόεδρος του ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ ΜΠΕΝΕΤΑΤΟΥ και όλων των πολιτιστικών εκδηλώσεων του Δήμου. Επισης διετέλεσε και διευθυντής του Δημοτικού Ραδιοφωνικού σταθμού ΦΑΡΟΣ στους 106,9 μεγάκυκλους.»

Η πιο δύσκολη συνέντευξη ever

Και θα σας εξηγήσω αμέσως το γιατί: Καταρχάς, αυτήν την συνέντευξη θα έπρεπε να την παρακολουθήσετε και όχι να την διαβάσετε. Τεχνικές δυσκολίες όμως δεν μας το επέτρεψαν και σκεφτήκαμε ότι θα ήταν κρίμα να σας την στερήσουμε.

Δευτερευόντως, η συνεντευξιαζόμενη (επιτρέψτε μου τον όρο) είναι -να το πω μαλακά- ανυπόφορη! Τουλάχιστον, όταν κάνεις συνέντευξη μαζί της. Μην με παρεξηγείτε, ανυπόφορη με την έννοια ότι με τα αστεία και τα καλαμπούρια της, η συνέντευξη κρατά ώωωωρες και -αν όλα πήγαιναν καλά- θα μας έβγαζε την πίστη στο μοντάζ!

Και κυρίως, τρίτον, γιατί είναι δύσκολο να παίρνεις συνέντευξη από φίλη σου με την οποία -τις λίγες φορές που έχετε συναντηθεί- περνάτε πολύ καλά μαζί και γελάτε ασταμάτητα!

Πολλές συστάσεις δεν χρειάζεται. Είναι απίστευτα αστεία, μας κάνει περήφανους στο εξωτερικό και τρελαίνει του Άγγλους και τους Αυστραλούς κερνώντας τους… φέτα! Η Κατερίνα Βρανά, ή και Άη-Κατερίνη Βράνα -όπως την αποκαλεί η Βρετανική Εφορία- είναι μια ταλαντούχα και σπάνια κωμικός. Μετακόμισε στην Αγγλία για να σπουδάσει υποκριτική πριν 14 χρόνια και την κέρδισε το Stand Up.  Το 2011 επιστρέφει στα πάτρια εδάφη και παρουσιάζει το πρώτο της σόλο σόου στην Αθήνα, το “Μαραζώνω στην Ξενιτιά” με τεράστια επιτυχία, η τελευταία της παράσταση, “Feta with the Queen” γίνεται Sold-Out σε Αγγλία, Ελλάδα και Αυστραλία, ενώ το CNN την έχει κατατάξει στις «Γυναίκες Κωμικούς που Πρέπει να Δεις».

Έχω να τη δω πολύ καιρό. Δίνουμε ραντεβού στο υπέροχο Pool Bar του ξενοδοχείου Metropolitan, δίπλα από το Πλανητάριο. Κάνει σαφές από την ώρα που έρχεται πως αυτή η συνέντευξη θα γίνει δύσκολα. Όμορφα δύσκολα όμως…

katerinavrana1

Γιώργος Νέγκας: Επειδή συνέχεια τρέχεις αριστερά δεξιά, σε τι φάση σε πετυχαίνω;

Κατερίνα Βρανά: «Τώρα είμαι για λίγο στην Ελλάδα, τέλη Ιουλίου θα ανέβω Λονδίνο και στο Φεστιβάλ του Εδιμβούργου. Μετά από εκεί θα κάτσω λίγο ακόμα Αγγλία και ύστερα υπάρχει περίπτωση να επιστρέψω εδώ στα τέλη Σεπτεμβρίου.»

Γ.Ν.: Ενώ μεγάλωσες εδώ, είσαι έξω 14 χρόνια. Πήγες να σπουδάσεις και ξέμεινες. 

Κ.Β.: «Ναι, ολοκλήρωσα τις σπουδές μου σε πανεπιστήμιο στην υποκριτική και μετά στράφηκα στο Stand Up. Ξεκίνησα από ηθοποιός, κάνοντας ηθοποιία έκανα κωμικό αυτοσχεδιασμό για να λυθεί η γλώσσα μου στα αγγλικά…»

Γ.Ν.: Αγγλικά μιλάς όμως πολύ καλά, εδώ που τα λέμε…

Κ.Β.: «Ναι, μιλάω πολύ καλά αγγλικά και κανείς στην οικογένεια δεν ξέρει γιατί… Γιατί έμαθα ελληνικά συγχρόνως με τα αγγλικά, αλλά και πάλι είναι διαφορετικό να μαθαίνεις αγγλικά στην Ελλάδα, και διαφορετικό όταν πας εκεί. Ο κωμικός αυτοσχεδιασμός βοήθησε πολύ με αυτό. Κι από εκεί μπήκα στο όλο τριπάκι της κωμωδίας. Με άλλες δύο κοπέλες κάναμε κωμικά σκετσάκια. Μετά ήθελα να κάνω κάτι πιο ανεξάρτητο και το Stand Up ήταν η τέλεια λύση.»

Γ.Ν.: Το Stand Up είναι και λίγο δύσκολο όμως…

Κ.Β.: «Για μένα δεν ήταν, γιατί μου αρέσει. Δυσκολεύτηκα μόνο λιγάκι στην αρχή, γιατί χρησιμοποιείς άλλες τεχνικές απ’ ότι όταν είσαι ηθοποιός. Τα πάντα έχουν τις δυσκολίες τους».

Γ.Ν.: Ποιους θεωρείς πρότυπά σου;

Κ.Β.: «Είδωλά μου, το Muppet Show. Μου αρέσουν πάρα πολύ. Θα ήθελα να είμαι Muppet, κάτι μεταξύ Miss Piggy και Animal ίσως. Μετά, νομίζω έχω επηρεαστεί πάρα πολύ από Ελληνίδες ηθοποιούς του ’60. Ας πούμε Βασιλειάδου, Νοταρά, Βλαχοπούλου, ακόμα και Καρέζη και Βουγιουκλάκη. Νιάου, νιάου βρε γατούλα… (γέλια). Ίσως να με έχουν επηρεάσει περισσότερο απ’ όσο θα ήθελα… Το πρώτο Stand Up που είδα ποτέ μου ήταν Eddie Murphy, ύστερα αγάπησα τον Eddie Izzard, που είναι μεγάλη πηγή έμπνευσης για μένα. Τώρα τελευταία αγαπάω/λατρεύω την Maria Bamford και τον Louis CK.»

Γ.Ν.: Μια ερώτηση που μου έκαναν πολλοί φίλοι όταν τους είπα ότι θα κάνουμε αυτή τη συνέντευξη: Είναι ο Stand Up κωμικός ηθοποιός;

Κ.Β.: «Όχι πάντα. Εγώ τυγχάνει να είμαι ηθοποιός και από εκεί ξεκίνησα και έφτασα στο Stand Up. Οι περισσότεροι Stand Up κωμικοί δεν ξεκινάνε από ηθοποιοί και μάλιστα θεωρώ πως πολλοί ηθοποιοί δεν είναι καλοί Standupάδες, γιατί το Stand Up θέλει να αφεθείς ελεύθερος με τρόπο που η ηθοποιία δεν σου επιτρέπει».

Feta-with-the-Queen

Γ.Ν.: Πάμε λίγο στο Feta with the Queen τώρα, γιατί μιλάμε για ένα πάρα πολύ ωραίο show, το έχω δει δύο φορές (ψέματα, το έχω δει τέσσερις)…

Κ.Β.: (ειρωνικά) «Ναι, μόνο δύο…»

Γ.Ν.: (γέλια) Πώς λοιπόν το εμπνεύστηκες, πώς σου ήρθε η ιδέα να το κάνεις;

Κ.Β.: (ανασκουμπώνεται) «Έχει μεγάλη ιστορία, δώσε βάση…»

Γ.Ν.: Δίνω… (γέλια)

Κ.Β.: «Μαζεύω το μαλλί, η τούφα πέφτει συνέχεια πάνω στο μικρόφωνο και κάνει συνέχεια χρχρχρχρ και μου την μπαίνουν εδώ τα αγόρια… Το στήθος μου φαίνεται;»

Γ.Ν.: (γέλια) Κάτι μου ‘λεγε μέσα μου, συγνώμη που σε διακόπτω, πως κάτι θα πάει στραβά…

Κ.Β.: «Τίποτα δεν πάει στραβά!»

Γ.Ν.: Απλά εκτροχιαζόμαστε λίγο…

Κ.Β.: (προς την κάμερα) «Έχουμε αλλάξει τρεις θέσεις. Ξεκινήσαμε από το μπαρ, αλλά εκεί είχαμε τον θόρυβο από το μίξερ για τα smoothies και τον καφέ. Μετά ήρθαμε εδώ δίπλα. Εδώ πέρα (δείχνει δεξιά) είναι η τουαλέτα. (γέλια) Δεν έχω ρωτήσει αν θέλει κανείς χέρι βοηθείας…»

Γ.Ν.: Ναι… φέτα! Φέτα with the Queen!

Κ.Β.: «Φέτα! Το πρώτο Stand Up show που έκανα στα ελληνικά ήταν το “Μαραζώνω στην Ξενιτιά” το 2011 και ήταν οι εμπειρίες μου στο εξωτερικό ως Ελληνίδα και στην αρχή νόμιζα ότι θα άρεσε μόνο σε Έλληνες. Μετά μου ζήτησαν από το TEDx Θεσσαλονίκης ένα κομμάτι του show μου αν μπορούσα να το κάνω στα αγγλικά, αλλά για το ελληνικό κοινό του TEDx Θεσσαλονίκη…»

Γ.Ν.: Μπερδεμένο…

Κ.Β.: «Ναι… που οι περισσότεροι έχουν σπουδάσει έξω και συγχρόνως να είναι κατανοητό από όλους γιατί θα ανέβαινε στο Γιού-Τιουμπ μετά… Γιού-Τιουμπ; Γιου-Τιούμπ στα ελληνικά; Είναι Γιου-Τιούμπ έτσι;»

Γ.Ν.: Και Γιου-Τούμπα να το πεις…

Κ.Β.: «Όπως λέμε Γιου-Πόρν! (γέλια). Γιατί το έλεγα Γιού-Πορν και όλοι μου λέγανε: ‘Κατερίνα, είναι Γιου-Πόρν’. Πράγματα που μαθαίνει ο κόσμος…» (σκέφτεται λίγο…)

Γ.Ν.: Για το YouTube λέγαμε, για το TEDx…

Κ.Β.: «Ξέρω τι λέγαμε, παπάρα! (γέλια) Δοκίμαζα το κείμενο στο Λονδίνο για τρεις μήνες και εκεί ανακάλυψα ότι όχι μόνο πιάνει, αλλά πιάνει σε όλους. Δηλαδή, δεν γελάγανε μόνο οι Έλληνες και οι Άγγλοι, γελάγανε όλοι… Ιταλοί, Γάλλοι, Αυστραλοί, Κινέζοι, Ινδοί, Λατινο-αμερικάνοι… Είχαν τεράστια απήχηση οι εμπειρίες κάποιου ξένου που ζει σε μια χώρα διαμετρικά αντίθετη σε νοοτροπία από την δική του. Μπορούσαν να το καταλάβουν όλοι. Κι εκεί κατάλαβα πόσο με ενδιαφέρουν τα στερεότυπα και τα κλισέ. Όταν ακούς στην αρχή για στερεότυπα, ότι δηλαδή οι Άγγλοι είναι κρυόκωλοι, οι Έλληνες είναι τεμπέληδες, λες ‘πωω, τι κλισέ, τι μαλακείες… Άσε με τώρα…’. Μετά πας και ζεις στη χώρα και ανακαλύπτεις πως έχουν κάποια βάση, συνειδητοποιείς από που βγήκανε. Αυτό -ας πούμε- που πάμε δύο ωρίτσες για καφεδάκι και τα λέμε για τους φίλους μας, είναι αδιανόητο για τους Άγγλους! Τα κλισέ λοιπόν σου δίνουν πληροφορίες όχι μόνο για αυτά που περιγράφουν, αλλά και γι’ αυτούς που τα χρησιμοποιούν. Και έτσι δημιουργήθηκε το Feta with the Queen. Κομμάτια από το “Μαραζώνω”, κομμάτια που είχα κάνει πιο παλιά, ήρθαν και έδεσαν».

Γ.Ν.: Περισσότερη επιτυχία το show που έχει; Στην Ελλάδα ή στην Αγγλία;

Κ.Β.: (ντροπαλά) «Έχει πολύ μεγάλη επιτυχία και στα δύο… Αντιδρούν διαφορετικά σε διαφορετικά κομμάτια… Οι αντιδράσεις είναι πάρα πολύ ζεστές. Οι Έλληνες γελάνε πάρα πολύ όταν μιλάω για το πως την πέφτουν οι άντρες στις γυναίκες, με το ‘τρίζουν τα πεζοδρόμια μανάρι μου’ ας πούμε. Στην Αγγλία γελάνε με το πόσο αστεία τους ακούγεται η φράση. Ως σύνολο, δεν περίμενα να έχει την επιτυχία που έχει. Και Αυστραλία που το πήγα, έγινε sold-out. Δεν το περίμενα!»

Γ.Ν.: Συμμετείχες και σε μια υπέροχη πρωτοβουλία της Unicef, το “Stand Up 4 U”, που ήσουν μαζί και με άλλους μεγάλους του Stand Up, όπως Φισφή, Χατζηπαύλου, Σίλα… Πως ήταν αυτή η εμπειρία;

10294316_636072483136558_9167838462721389354_n-mΚ.Β.: «Ήταν απίστευτη εμπειρία! Είμαστε πολύ λίγοι οι κωμικοί στην Ελλάδα. Ήμασταν 11 αυτοί που παίξαμε και να’ ναι άλλοι δέκα στη Θεσσαλονίκη, μερικοί στην Πάτρα και έρχεται και μία νέα τάξη κωμικών, που είναι καμιά εικοσαριά άτομα πορωμένα, που είναι πάρα πολύ καλό. Οπότε είμαστε πολλοί λίγοι και το να μαζευτούμε τόσοι πολλοί σε μια εκδήλωση, ήταν σαν κατασκήνωση Stand Up και για έναν καταπληκτικό σκοπό! Απ’ ότι κατάλαβα, με τα χρήματα που βγάλαμε, η Unicef εμβολίασε πλήρως 100 παιδιά. Φοβερά συγκινητικό! Πήγε τόσο καλά που θεσπίστηκε ως θεσμός και τώρα κάθε χρόνο θα γίνεται στο Ίδρυμα Κακογιάννη διήμερο, γιατί έγινε sold-out».

Γ.Ν.: Έκανες όμως και ένα καταπληκτικό “Θάψε το Σενάριο” με τον Mikeius και τον Maliatsi… Ήταν πιστεύω μια σουρεάλ εμπειρία…

Κ.Β.: «Όλα ξεκίνησαν όταν ένας φίλος μου έστειλε email τις “Επικίνδυνες Μαγειρικές” και το “Αν…”. Έστειλα μήνυμα στον Maliatsi ‘Μόλις μου ήρθε email για το “Θάψε το Σενάριο”’ Μου λέει ‘χαχα, thanks’ μπλα μπλα μπλα… Μου λέει ‘θες να ‘ρθεις guest;’ Λέω ‘ναι’. ‘Ωραία’, μου λέει, ‘έλα να κάνουμε το “Fast and the Furious”’. Δεν την λατρεύω την ταινία, δεν την μισώ… Για το είδος της είναι πολύ καλή. Πρώτα είδαμε και οι τρεις την ταινία και κρατάγαμε σημειώσεις. Τους έδωσα όσο χώρο θέλανε, γιατί πρώτη φορά έκαναν εκπομπή με guest κι εγώ πρώτη φορά συνεργαζόμουν μαζί τους. Όταν το γυρίσαμε περάσαμε πάρα πολύ καλά, γέλασα πάρα πολύ όταν είδα τα “αφροπέη”. Ο Mikeius είναι πολύ καλλιτέχνης στο να σκαλίζει πέη, ταλέντο το παιδί. Μου αρέσουν πάρα πολύ τα bloopers του συγκεκριμένου επεισοδίου. Από το ComedyLab μου είπαν να μην διαβάσω τα σχόλια κάτω από το βίντεο… »

Γ.Ν.: Τα διάβασες;

Κ.Β.: «Διάβασα, αφού μου έστειλε φίλος και μου είπε ‘δε φαντάζεσαι τι γίνεται από κάτω…’ Άρχισα να διαβάζω… Το ένα τρίτο έβριζε εμένα, το ένα τρίτο έβριζε που τολμήσαμε που τολμήσαμε να αγγίξουμε το Fast and Furious και στους υπόλοιπους άρεσε. Γενικά ήμουν πολύ χαρούμενη με το αποτέλεσμα».

Γνωρίζοντας πόσο απεχθάνεται τις συζητήσεις για την κρίση, αποφασίζω να την πικάρω λίγο…

Γ.Ν.: Θέλω να αλλάξουμε λίγο σελίδα, θέλω να μιλήσουμε για την κρίση… (με κοιτάει παγωμένα)

Κ.Β.: «Όχι… Άντε καλά, τι θες; Δεν ήμουν εδώ όταν ξεκίνησε… Τι θες να σου πω… η Κρίση, ναι… πες μου…»

Γ.Ν.: Άλλαξε η αντιμετώπιση που είχες από τους Άγγλους; Τους ένοιαξε;

Κ.Β.: «Όχι, καθόλου. Μας πάνε πάρα πολύ. Είναι πολύ φιλέλληνες. Αυτό που πολλοί Έλληνες του εξωτερικού παρεξηγούν είναι ότι οι Άγγλοι κοροϊδεύουν τα πάντα και αυτοσαρκάζονται συνέχεια. Έτσι είναι. Τα κάνανε για πλάκα. Έτσι μιλάνε για τα πάντα».

Γ.Ν.: Οπότε στην Αγγλία, είσαι 14 χρόνια. Ζεις μια κλισέ ελληνική ζωή;

Κ.Β.: «Όχι…» (της δείχνω το παρακάτω βίντεο…)

Κ.Β.: «Με βάλανε… Η εκπομπή ξεκινάει πάντα με τον καλεσμένο της εκπομπής να κάνει κάτι το οποίο θα έκανε συνήθως στο Λονδίνο. Και εμένα ως Ελληνίδα, με στείλανε σε ένα ελληνικό μπακάλικο να αγοράσω φέτα και ελιές! Τις οποίες δεν τις κράτησα καν! Το BBC τις πήρε! Ειρωνικό… «Πες μας ποια είναι η αλήθεια πίσω από τα στερεότυπα της κρίσης, αλλά πήγαινε να αγοράσεις φέτα!». Και μάλιστα, υπάρχει ένα φοβερό κομμάτι που λέω ότι οι αυτοκτονίες έχουν αυξηθεί κατά 40%, και καπάκι λέω «λίγες ελίτσες καλαμών θα μου δώσετε;!». Γιατί αυτοκτονίες και ελιές πάνε πακέτο…»

Γ.Ν.: Τι σε ενοχλεί περισσότερο στους Άγγλους; Βλέπω στο βλέμμα σου, έχει πολύ πράμα να μου πεις…

Κ.Β.: «Αυτά δεν είναι για συνέντευξη, είναι για βιβλίο… Δεν μου αρέσει το πως πίνουν. Αυτό το “μέχρι τελικής πτώσης” εμένα δεν μου λέει τίποτα… Και δυσκολεύομαι καμιά φορά να βγω με Άγγλους φίλους μου, γιατί εγώ δεν θα είμαι λιάρδα, θα είμαι η μόνη νηφάλια. Έχω σταματήσει να πίνω… Το μόνο που μου έχει μείνει είναι το κάπνισμα… Και την ηρωίνη σταμάτησα (ειρωνικά) και τις βίζιτες, γάμησέ τα… Οι βρύσες τους, όπως ξέρεις με ενοχλούν απίστευτα… Έχουν μία βρύση εδώ, και μία εδώ. Δεν έχουν μονές μεικτές βρύσες…»

Γ.Ν.: Έχει πλαστικό μείκτη στο σούπερ-μάρκετ…

Κ.Β.: «Δεν βοηθάει αυτό… Δεν θέλω λύση, σε ευχαριστώ πολύ. Ζω δεκατέσσερα χρόνια εκεί, δεν χρειάζεται, καλά είμαι… Επίσης μου λείπει πάρα πολύ το σουβλάκι με πίτα. Τα σουβλάκια που τρώνε εκεί δεν τρώγονται… Καταλήγω να πηγαίνω σε τούρκικα και λιβανέζικα εστιατόρια και παίρνω κοτόπουλο καλαμάκι σε τορτίγια με σαλάτα…»

popaganda_vrana

Γ.Ν.: Είμαστε μια μέρα μαζί στο Λονδίνο. Που θα με πας; Φτάνω στο Heathrow…

Κ.Β.: «Καλά, μαλάκα, δεν θα έρθω να σε πάρω από το Heathrow. Ξέχασέ το».

Γ.Ν.: ΟΚ. Πού θες να βρεθούμε; Στο Piccadilly;

Κ.Β.: «Στο Paddington, θα πάρεις το εξπρές τρένο και θα σε βρω εκεί. Άμα είναι ωραία μέρα θα σε πάω επιτόπου Southbank και θα σε περπατήσω από το Big Ben, τη Βουλή και τη Μεγάλη Ρόδα, το London Eye, όλο κάτω μέχρι το Tate Modern, θα σε περάσω απέναντι να πάμε St. Paul’s, μετά μια βόλτα μέσα στο City -εκτός αν είναι σαββατοκύριακο που είναι νεκρό και φοβερά βαρετό- και μετά θα σε πήγαινα στο Covent Garden, τα σαββατοκύριακα γίνεται χαμός εκεί. Έχει ζογκλέρ, μουσικούς, μάγους, κωμικούς, έχει τζερτζελέ. Θα σε πήγαινα ΟΠΩΣΔΗΠΟΤΕ να δούμε Stand Up, στο δικό μου Club στο Angel, θα σε πήγαινα και μια βόλτα από το Shortridge και το Hoxton, να σου δείξω τι σημαίνει αληθινή χιπστεριά. Θα σε πάω οπωσδήποτε μια βόλτα και στο Portobello, στο Notting Hill, επιβάλλεται». 

Γ.Ν.: Βράδυ για ένα χαλαρό ποτάκι που θα πάμε;

Κ.Β.: «Αυτό δυστυχώς δεν υπάρχει. Μόνο σε pub όταν έχει ωραίο καιρό και κάθεσαι έξω στον κήπο…»

Γ.Ν.: Όταν έχει ΤΙ στην Αγγλία;

Κ.Β.: «Όταν έχει ωραίο καιρό… Τώρα έχει πολύ ωραίο καιρό εκεί, έχουν χτυπήσει καλό καιρό. Έχουν 24 βαθμούς και σου λένε: «Έχουμε καύσωνα». Η Αγγλία γενικά λειτουργεί από 5 έως 25 βαθμούς. Πιο πάνω ή πιο κάτω, το χάνουνε. Άμα βρέχει πολύ κι αν χιονίσει χάνουν τη μπάλα».

Γ.Ν.: Τι δεν σου λείπει καθόλου από την Ελλάδα;

Κ.Β.: «Οι δημόσιες υπηρεσίες, χαλαρά. Οτιδήποτε έχει να κάνει με φορολογία, ΙΚΑ, πληρωμή λογαριασμών… Όπως πάει, παίζει να ανεβοκατεβαίνω Ελλάδα-Λονδίνο πάρα πολύ και μπορεί να χρειαστεί να (σπάει η φωνή της) νοικιάσω εδώ σπίτι… Δεν ξέρω, πρέπει να κανονίσω να έχει ρεύμα, internet, νερό… Δε θέλω… Δε θέλω να το σκέφτομαι».

Γ.Ν.: Που θα έμενες;

Κ.Β.: «Όσο κεντρικά γίνεται. Κάπου που να μην έχω πρόβλημα να γυρνάω από παραστάσεις 2 και 3 το πρωί. Κολωνάκι, Ιλίσσια, Εξάρχεια».

Γ.Ν.: Ένα δίλημμα θα βάλω τώρα: Αθήνα ή Λονδίνο;

ADL-Sameena-3Κ.Β.: (σκέφτεται…) «Λονδίνο. Έχω την άνεση να έρχομαι εδώ όποτε θέλω, είναι πολύ εύκολη επιλογή το Λονδίνο. Μ’ αρέσει ως βάση, ταξιδεύεις πιο εύκολα και πιο φθηνά από εκεί, η κωμωδία -αν και υπερκορεσμένο είδος στην Αγγλία- έχει πάρα πολλές ευκαιρίες να παίζεις, παίζω κάθε βράδυ, μερικές φορές και δύο φορές. Μπορώ να δοκιμάσω εύκολα καινούργιο υλικό, τώρα έγραψα το καινούργιο μου σόου και δεν έχω που να το δοκιμάσω. Αλλά το Λονδίνο πλέον έχει ακριβύνει πάρα πολύ, τα νοίκια είναι πανάκριβα. Αν μείνεις μόνο θες £2000. Χρειάζεσαι συγκάτοικο οπωσδήποτε. Αλλά και πάλι, χιλιάρικο ο καθένας; Ως πόλη, όμως, λειτουργεί πολύ καλά και πάρα πολύ φίλοι μου είναι εκεί. Αυτό που σιχαίνομαι στην Αγγλία είναι που κάνεις φίλους ξένους. Είχα μια φίλη Τεξανή. Έφυγε πήγε στο Τέξας. Είχα φίλους Ινδούς, πήγαν στην Ινδία, είχα φίλους Έλληνες, γύρισαν εδώ. Και καταλήγεις να χάνεις φίλους, γιατί στο Λονδίνο δεν υπάρχει μονιμότητα. Επίσης οι αποστάσεις μεταξύ φίλων είναι μεγάλες, γιατί ζούμε στα περίχωρα. Παίζει δηλαδή αυτό στο Facebook να λες: «παιδιά είμαι κέντρο, θέλει κανείς ποτάκι;». Αλλά μετά έρχεται αυτός που δεν πήγαινες πολύ…».

Γ.Ν.: Για το μέλλον, τι σκέφτεσαι να κάνεις;

Κ.Β.: «Νομίζω ότι έχω άλλον έναν χρόνο ταξιδιού. Θέλω να πάω στη Σιγκαπούρη να κάνω μερικές παραστάσεις εκεί και θα πάω πάλι στο Φεστιβάλ της Αυστραλίας. Εδώ θέλω να ανοίξω comedy club στην Αθήνα. Να αρχίσουμε με μία βραδιά την εβδομάδα, ώστε και οι κωμικοί εδώ να μάθουν πως είναι να παίζεις σταθερά ένα δεκάλεπτο με πολλούς μαζί και το κοινό να αρχίζει να μαθαίνει πως είναι το Stand Up όταν δεν είναι σόλο παράσταση και είναι OpenMic βραδιά, που οι επαγγελματίες δοκιμάζουν νέο υλικό και οι νέοι δοκιμάζουν αν μπορούν να κάνουνε Stand Up. Την πρώτη βραδιά OpenMic στην Ελλάδα την κάναμε μαζί με τον Φισφή, το “Πέντε Λεπτά Δόξας”. Θα δούμε, είναι όλα φλού. Θα δούμε που θα με βγάλει η επόμενη χρονιά».

Ευχαριστούμε θερμά για την φιλοξενία του το Pool Bar του Ξενοδοχείου Metropolitan.

Phase Difference, όνομα και πράγμα

O  Παναγιώτης Γραμμένος, aka Phase Difference, νέος, ωραίος και ανερχόμενος παραγωγός-DJ, μιλάει στο HashMag.gr  για τη μέχρι τώρα πορεία  του, τις » σπουδές» και τα επερχόμενα σχέδια του.

Καλησπέρα σας!

Μίλησε μας λίγο για το είδος της μουσικής που παίζεις. 

Όταν ήμουν μικρότερος δεν άκουγα ιδιαίτερα πολύ μουσική, δεν ήμουν δηλαδή ο άνθρωπος με το Walkman και τα ακουστικά όλη μέρα στα αυτιά. Είχα μια τάση όμως να ακούω progressive είδη μουσικής όπως ας πούμε Trance ή Progressive House…. Τώρα το είδος της μουσική που γράφω είναι δύσκολο να περιγραφεί. Ο καθένας έχει τον δικό του ορισμό, άλλοι το λένε beatakια, άλλοι το λένε underground, υπάρχουν χίλιοι τρόποι να πεις το ίδιο πράγμα, και στο τέλος να μην συνεννοηθείς καν. Αλλά με τους όρους της βιομηχανίας εγώ γράφω minimaltechno και progressive trance μουσική και σιγά σιγά μπαίνω στην deep househouse. 

Είναι δύσκολο τη σημερινή εποχή να είσαι παραγωγός-Dj σε σχέση με παλαιότερα;

Τα πράγματα είναι πολύ πιο δύσκολα από τότε. Φαντάσου το 2004, το Beatport που είναι ψηφιακό δισκοπωλείο, μόλις είχε ανοίξει, είχε 79 δισκογραφικές. Ένα χρόνο αργότερα οι δισκογραφικές είχαν αυξηθεί στις 2.500 και τώρα συζητάμε για πάνω από 8.000 με 9.000 δισκογραφικές. Ο οποιοσδήποτε μπορεί να έχει και δύο και τρείς δισκογραφικές προωθώντας διαφορετικά είδη μουσικής. Πλέον είναι πιο δύσκολο να ξεχωρίσεις στον χώρο μιας και στο παρελθόν δεν υπήρχε τόσος ανταγωνισμός και δεν μπορούσε έτσι απλά να γράψει ο καθένας μουσική. Τώρα έχεις τον υπολογιστή σου , κατεβάζεις  άνετα τα προγράμματα σου και ακόμα πιο άνετα δηλώνεις μουσικός παραγωγός.

IMG_7533

Υπάρχει  ανταπόκριση από τη νεολαία;

Ναι , πιστεύω ότι υπάρχει ανταπόκριση πλέον επειδή ασχολούνται όλοι με την ηλεκτρονική μουσική και είναι παντού, είναι πιο εύκολο και ο άλλος να αναγνωρίσει  και να κατανοήσει τη μουσική σου, ενώ πριν το 2007 λίγοι ήταν εκείνοι που άκουγαν ηλεκτρονική μουσική. Όμως  αυτοί που ακούνε underground  μουσική δεν έχουν αλλάξει, ίσως να έχουν αυξηθεί λίγο, αλλά είναι πάνω κάτω οι ίδιοι. Στα ραδιόφωνα γίνεται ένας πανικός με την ηλεκτρονική μουσική και αυτό είναι καλό, το γεγονός ότι ο κόσμος ξεκίνησε να ακούει όλο και περισσότερο ηλεκτρονική μουσική αλλάζει τη ζήτηση της αγοράς. Το αρνητικό της εμφάνισης αυτού του είδους μουσικής στο προσκήνιο είναι πως λόγω μεγάλης ζήτησης τα κομμάτια βγαίνουν με το τσουβάλι και πολλές φορές χωρίς ιδιαίτερο ποιοτικό έλεγχο. Ο κόσμος απαιτεί να «καταναλώσει» και οι παραγωγοί μουσικής παραδίδουν, έστω και πρόχειρα ή βιαστικά.  Παλαιότερα δεν έβγαιναν τόσα πολλά κομμάτια , ακόμα και στην underground σκηνή υπήρχαν hit. Ήξερες δηλαδή ότι κάποια κομμάτια θα κάτσουν ένα δύο χρόνια στο προσκήνιο ∙ γι αυτό και τώρα οι παλαιότερες κυκλοφορίες θεωρούνται ύμνοι . Τώρα είναι πολύ πιο δύσκολο να κάνεις κάτι τέτοιο. Αν δεν περάσουν βέβαια 4-5 χρόνια δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι για το τι μένει , τι φεύγει.

 Έχεις κάνει επιλογές στις οποίες αναγκάστηκες να ζυγιάσεις αυτό που κάνεις και τις σπουδές σου ;

Χαχαχα, εδώ γελάμε όλοι.

Ελπίζω τη συνέντευξη να μην την δουν οι γονείς σου.

Όχι οι γονείς μου το ξέρουν, η γιαγιά μου φοβάμαι μήπως το δει εκεί που σερφάρει (γέλια). Όταν μπήκα στο πανεπιστήμιο δεν είχα ιδιαίτερη επαφή με μουσική. Όμως γνώρισα ένα φίλο και μου έδειξε κάποια πράγματα, πήγα στο ραδιοφωνικό σταθμό του πανεπιστημίου, για να κάνω τη πλάκα μου, να μάθω τα μηχανήματα, να δω «επαγγελματικά» μηχανήματα και κάπου στο 2008 έτυχε να μου δώσει ένα πρόγραμμα παραγωγής μουσικής ένας άλλος φίλος μου , καμία σχέση με τη μουσική αυτός ωστόσο, αυτό είναι το εντυπωσιακό . Απλά έτυχε, ήταν σε φάση « Κατέβασα πολλά torrent και ήταν εκεί». Τότε ήταν που ξεκίνησα να ακούω παραπάνω ηλεκτρονική μουσική. Άρχισε να μου βγαίνει «α, ωραίο αυτό το κομμάτι αλλά θα προτιμούσα να το κάνει λίγο αλλιώς» , «ωραία ατμόσφαιρα εδώ αλλά εκεί το ξεσκίζει» οπότε μπήκα στη διαδικασία να κάνω edit σε κομμάτια . Δεν πήγαινε  κάπου αυτό. Αν δεν έχεις γνώσεις να κάνεις δικό σου κομμάτι δεν μπορείς να κάνεις εύκολα edit. Έτσι άρχισα να ασχολούμαι εντατικά με την παραγωγή μουσικής και το Φυσικό πήγε λίγο έως πολύ στην άκρη.

Είσαι κοντά στο break through ; Σαν τον Steve Jobs.

Ελπίζω να είμαι κοντά(γέλια). Τα πράγματα έχουν πάει πολύ καλά μέχρι τώρα. Μπορεί να είναι εδώ από  πίσω  και όταν γυρίσω  στον Πειραιά (χτύπημα χεριών) να απογειωθώ, αλλά μπορεί να είναι και σε 4-5 χρόνια από τώρα.

Θα τελειώσεις τη σχολή; 

Κοίτα, αφού μπήκα στη διαδικασία να ασχοληθώ σοβαρά με τη μουσική δύσκολα θα μπορούσα να συνεχίσω με τη σχολή. Όταν δουλεύεις 6-8 ώρες τη μέρα πάνω στη μουσική δύσκολα μένει χρόνος για κάτι άλλο. Είμαι 4ο έτος και έχω περάσει 4 μαθήματα. Έχω καλή αντιστοιχία ωστόσο, ένα μάθημα ανά χρόνο, σε καμία 50αρια χρόνια θα έχω τελειώσει ( γέλια).  Πριν τρία χρόνια το Πάσχα ανακοίνωσα στη μάνα μου πως μάλλον τέλος οι σπουδές της είπα « Ξέρεις κάτι δεν μπορώ να με φανταστώ πίσω από γραφείο να κάνω τον φυσικό, θα ασχοληθώ με τη μουσική» και έτσι δύο χρόνια τώρα  έχω παρατήσει επίσημα τη σχολή, δεν νομίζω πως υπάρχει γυρισμός   πλέον . Είμαι 7ο έτος , μπαίνω στο 8ο , τι να περάσεις;

IMG_7463 2

Είναι πολλές οι φορές που έρχεται το δίλημμα «mainstream μουσική και αυτό που παίζω εγώ». Πως το έχεις αντιμετωπίσει;

Αυτό με τη μουσική ξεκίνησε ως χόμπι. Είναι αυτό που μου έλεγε ο πατέρας μου, ότι  είμαι ερασιτέχνης. Με την κυριολεκτική έννοια όμως, δηλαδή είμαι εραστής της τέχνης. *facepalm*. Ναι, ναι αυτό μου έλεγε ( γέλια).  Δεν μπήκα στη μουσική βιομηχανία για να βγάλω τα προς το ζην μου ,δεν το κάνω ως επάγγελμα αλλά έχω σκοπώ να κάνω καριέρα σε αυτόν το χώρο , ελπίζω πως οδεύω προς την επίτευξη αυτού του στόχου μου. Δεν πιστεύω ότι υπήρξα ποτέ σε δίλημμα για το αν θα παίζω ή θα γράφω mainstream μουσική ή αυτό που μου αρέσει εμένα. Θέλω αυτό που κάνω και αγαπάω να γίνεται σωστά. Άρα όσο μπορώ αποφεύγω να κάνω κάτι που δεν με παθιάζει. Βέβαια ποτέ δεν ξέρεις, όσο μεγαλώνουμε ωριμάζουμε και βρίσκουμε τρόπους να κάνουμε περισσότερα πράγματα χωρίς να νερώνουμε και τόσο πολύ το κρασί μας. Το θέμα όμως δεν είναι να έρθουν τα λεφτά κάνοντας κάτι που δεν θέλω, για να ζήσω θα προτιμήσω να βάλω σε εφαρμογή το backup plan μου παρά να αλλοιώσω αυτό που αγαπάω. Η mainstream μουσική είναι ένα εξαιρετικό είδος για να διασκεδάσεις και να περάσεις καλά σε μια έξοδο. Καταλαβαίνω γιατί αρέσει σε όλους, βάζω και τον εαυτό μου μέσα, αλλά μέχρι εκεί. Στην παραγωγή μουσικής αυτό που με ικανοποιεί 100% είναι άλλο πράγμα και επιμένω σε αυτό.

Που παίζεις;

Στο παρελθόν έχω παίξει σε διάφορα club/bar στην Κέρκυρα, όπως το Buzz ή το Villa Mercedes. Άλλα τα πράγματα ήταν πολύ πιο ερασιτεχνικά τότε. Έτσι, ουσιαστικά αποφάσισα να μπω στη διαδικασία να βρω χώρο να παίζω πέρσι. Επειδή είμαι και γενικά αργοκίνητο καράβι ( γέλια) θέλω τον χρόνο μου για να κάνω κάτι και να βγει όπως το θέλω. Γι αυτόν το λόγο άλλωστε  πέτυχα και τους στόχους του 2013, αργά και σταθερά έφτασα στο σημείο να βγω στο εξωτερικό να παίξω  και επίσης κυκλοφόρησα όσα κομμάτια είχα προγραμματίσει στην αρχή της σεζόν. Σε αυτή τη φάση είμαι αφοσιωμένος στις δουλειές μου στο εξωτερικό χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν έχω σχέδια και για την Ελλάδα.

Ποιο ήταν το πιο περίεργο μέρος που έπαιξες ; 

Χμ….σπίτι μου (γέλια). Το πιο περίεργο μέρος … δεν μπορώ να πω πως ήταν περίεργο το μέρος αλλά μου συνέβη ένα περίεργο στη Φιλανδία που πήγα. Η Φιλανδία είναι μια χώρα που έχει ψυχρό καιρό και χιονίζει από τον Οκτώβρη. Όταν πήγα εκεί είχε 4 βαθμούς αντί για μείον 5 και δεν υπήρχε πουθενά χιόνι μόνο βροχή!!! Συζητάμε για 10 βαθμούς παραπάνω από το κανονικό της εποχής. Κατεβαίνω από το αεροπλάνο με τη λογική ότι θα πεθάνω από το κρύο και έχω εξοπλιστεί με  χειμωνιάτικα, 2 τόνους ρούχα, κάλτσες και απλά ίδρωνα. Πήγα στην Φιλανδία για να ιδρώσω.  Ήταν το πρώτο διεθνές gig . Το πρώτο βήμα. Και όπως φαίνεται τους χάλασα και τον καιρό.

Ελλάδα ή εξωτερικό;

Όταν ξεκίνησα , είχα προσανατολιστεί ήδη προς το εξωτερικό. Με τη λογική «ξεκίνα πρώτα εκεί που υπάρχει μεγαλύτερο κοινό» . Όταν είσαι στην Ελλάδα τα κονέ είναι αυτά που παίζουν μεγάλο ρόλο. Εγώ εμφανίστηκα από το πουθενά, δεν ήταν ότι είχα γνωστούς να με βάλουν να γράψω μουσική ή να παίζω σε club. Γι’ αυτό έχω καθυστερήσει και λίγο, γιατί πρώτα θέλω χτίσω την ποιότητα της μουσικής μου και μετά να ασχοληθώ με τα υπόλοιπα. Είναι αλήθεια πάντως πως έχω εστιάσει περισσότερο στο εξωτερικό τα τελευταία χρόνια.  Πάντως μετά την έντονη εμφάνιση της ηλεκτρονικής μουσικής στην Ελλάδα πιστεύω πως θα είναι πιο εύκολο να απευθυνθώ και στο Ελληνικό κοινό.

Βλέπω θήκη κινητού game boy και μπλούζα με το μανιτάρι του Super Mario. Είσαι παιδί των 90s;

Ναι, παιδί των 8os δεν με λες. Γεννήθηκα το ’89, και τα δύο τελευταία χρόνια νομίζω πως δεν πιάνονται (γέλια).

Είσαι geek;

Εεεεε, δεν το έχω προσδιορίσει ακόμα. Ο καθένας κρύβει ένα geek μέσα του. Στην ουσία geek είναι αυτός που ασχολείται φανατικά με κάτι και γνωρίζει τα πάντα για αυτό.  Άρα κατά μια έννοια είμαι. Άλλωστε όταν συζητάω για την μουσική παραγωγή με τον Χριστόφορο (a.k.a Christopher Vassilakis), ο οποίος είναι το δεύτερο μυαλό πίσω από το project FACEPALM, κανείς άλλος δεν καταλαβαίνει τι λέμε.

Πιστεύεις ότι η μουσική σου έχει επιρροές από αυτή τη δεκαετία; 

Ξεκάθαρα! Έχω progressive ρίζες και στο παρελθόν άκουγα uplifting trance το οποίο ήταν Ελληνικό και Ισραηλινό «άθλημα».

Πλάκα κάνεις. 

Ναι εμείς και το Ισραήλ ήμασταν από τις top χώρες αυτού του είδους της μουσικής. Και αφού μεγάλωσα την εποχή που άνθιζε το είδος σαφώς και έχω επιρροές από εκείνη τη μουσική. Δεν γίνεται να έχεις μεγαλώσει σε μια 10ετία που υπήρξε μια υπερπαραγωγή με πολλές έννοιες και η παρουσία της μουσικής ήταν τόσο έντονη και να μην επηρεαστείς. Επιβάλλεται να επηρεαστείς! Ήταν μια εποχή γεμάτη αντιθέσεις, η εξέλιξη της τεχνολογίας ήταν ραγδαία και οι μόδες περίεργες. Αυτός ο συνδυασμός ήταν τρομακτικός μερικές φορές, ο κόσμος τότε πρέπει να σκεφτόταν « επειδή έχουμε τεχνολογία πρέπει να κάνουμε όλα υπερπαραγωγή. Θα φτιάξουμε βιντεοκλίπ, θα χρησιμοποιήσουμε όλα τα εφέ, επειδή έχουμε τεχνολογία» (γέλια) .  Είναι ωραίο να παίρνεις στοιχεία από την εποχή που μεγάλωσες, είναι μέρος της ταυτότητας σου . Δεν μπορείς να το διαγράψεις , ωστόσο εγώ παίρνω στοιχεία και από τα ’80ς . Έχω μία αγάπη προς την ντίσκο μουσική. *γουρλωμένα μάτια* . Ναι το είπα. Δεν μου αρέσει το 100% της disco μουσικής αλλά υπάρχουν κομμάτια τα οποία έχουν γράψει ιστορία και καλό είναι να μαθαίνουμε από αυτά.

IMG_7444

Πρόσφατα έβγαλες το «Utopia»  με το οποίο έγινε ψιλοχαμός στο διαδίκτυο και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Το συγκεκριμένο κομμάτι γράφτηκε σε μια πολύ καλή φάση της ζωής μου. Το έκανα sign στην Saturate Audio την δισκογραφική του Basil O’Glue και του Styller, πολύ γνωστά ονόματα στον χώρο της Trance. Όταν κυκλοφόρησε δεν είχα πολλές προσδοκίες, όμως το release πήγε εξαιρετικά καλά και μάλιστα είχαμε support από Markus Schulz ο οποίος διάλεξε να παίξει στο podcast του το remix του Meridian. Μετά από 2 ή 3 ημέρες, έπαιξαν το Original Mix στο radio show τους οι Above & Beyond!

Ετοιμάζεις κάτι καινούργιο ; 

Συνέχεια ετοιμάζεται κάτι καινούργιο. Κάθε μέρα υπάρχει δουλεύω πάνω σε νέα κομμάτια και πειραματίζομαι, ποτέ δεν ξέρεις πότε μπορεί να εμφανιστεί μια νέα παραγωγή. Κάθε μήνα βρίσκομαι με 4-5 νέα κομμάτια στα χέρια μου και αυτό συμβαίνει μετά από πολύ φιλτράρισμα. Πάντα τελειώνω δουλειές που θεωρώ πως έχουν την απαραίτητη ποιότητα παραγωγής.

Πως λένε το καινούργιο;

Ούτε εγώ δεν ξέρω πως το λένε.

Πες μου το όνομα από το αρχείο.

Τρέχα γύρευε. Η μορφή του ονόματος των αρχείων μου είναι ως εξής «Phase Difference Project xxx (….)» όπου xxx είναι ο αριθμός του project και μέσα στην παρένθεση βάζω κάτι σαν σχόλιο για να ξέρω πάνω κάτω τι περιέχει το αρχείο. Ως τώρα έχω πάνω από 800 project, ημιτελή και μη. Στην ουσία είναι καταγραφές των πειραματισμών μου. Λίγα από αυτά έχουν καταλήξει σε ολοκληρωμένα κομμάτια! Τα ονόματα είναι εντελώς τυχαία, σκέψου πως όταν φτιάχναμε ένα project ως FACEPALM , δεν ξέραμε πώς να το ονομάσουμε και το είπαμε «Tsampika Reloaded» για πλάκα τελείως. Και ο Χριστόφορος αποφάσισε πως αυτός θα είναι και ο τίτλος του κομματιού στο release. Είναι πολύ σχετικό το τι όνομα θα δώσεις σε ένα κομμάτι.
Το πιο πρόσφατο κομμάτι μου, το οποίο κυκλοφόρησε μάλιστα τη Δευτέρα (14 Ιουλίου) στην M-Vitamine (sub-label της Bosphorus Underground), είναι το Burger. Είναι ένα minimal κομμάτι το οποίο όμως έχει επιρροές από την EDM. Είναι ένα κομμάτι γεμάτο ενέργεια το οποίο είναι φτιαγμένο για να κάνει τον κόσμο να κουνηθεί στον ρυθμό του. Πέρα από τις επιρροές από την σύγχρονη ηλεκτρονική μουσική, μέσα στο κομμάτι υπάρχουν και ήχοι που θυμίζουν τα ’90s και την Rave. Γενικά προσπαθώ να αποφεύγω trend και να μην τα ακολουθώ τυφλά, γι’ αυτόν το λόγο προσπαθώ να διαλέγω στοιχεία που κάνουν τα κομμάτια μου να ξεχωρίζουν αλλά χωρίς να είναι εντελώς εκτός εποχής.

Που μπορούμε να σε βρούμε και να ακούσουμε τη μουσική σου ;

Έχω το Soundcloud μου, το YouTube και στη σελίδα μου στο Facebook , και βέβαια όταν με βλέπετε στο δρόμο , μην διστάσετε ! ( γέλια )

Ευχαριστούμε πολύ για την συντροφιά που μας κράτησες.

Η χαρά ήταν δική μου!  Be all ears !

Ακούστε εδώ αυθεντικά αποσπάσματα από τη συνέντευξη:

 

Μίλησέ μας καλλιτέχνη για την τέχνη σου

Κανείς, από την ειδησεογραφική μας ομάδα, δεν μπορεί να πει με σιγουριά, τι ήταν αυτό, που μας ώθησε να ξεκινήσουμε αυτό το οδοιπορικό γνωριμιών και συνεντεύξεων.

Ο πρώτος μας σταθμός,  είναι ένας παιδικός μου φίλος, που είχα την τύχη να γνωρίσω τον καιρό που σπούδαζε στην Αθήνα, ερχόμενος από τα Γιάννενα. Οι δρόμοι μας συναντήθηκαν στο 1ο σύστημα προσκόπων Αμαρουσίου μερικά χρόνια πριν. Σήμερα, ο Κωνσταντίνος Μπάζας βαδίζει στο μονοπάτι της τέχνης μέσα από την υποκριτική.

«Λοιπόν, τι λες; Να αρχίσουμε;» Μου πρότεινε ο ίδιος.

 Αρχικά θέλω να γνωρίσω, πως ξεκίνησες να ασχολείσαι με το θέατρο, και να μου μιλήσεις για «εκείνο» που σε τράβηξε σε αυτό.

«Πω-πω πραγματικά είναι πολύ μεγάλη ιστορία. Φαντάσου ότι από τα 18 μου διάβαζα θέατρο, όπως κάποιος μπορεί να διαβάζει ένα βιβλίο. Ξεκίνησα τυχαία όταν μου προτάθηκε να παίξω σε ένα έργο. Δεν το είχα σκεφτεί ποτέ. Πες το ένστικτο. Η αλήθεια είναι πως με «ιντρίγκαρε» το αποτέλεσμα! Η συμμετοχή του κοινού σε όλο αυτό. Σταδιακά το μικρόβιο του να ασχοληθώ με «μόλυνε».

Αυτό που με τράβηξε ήταν η τρομερή εναλλαγή συναισθημάτων. Το ταξίδι από την πρόβα, μέχρι την παράσταση, είναι μια πρόκληση. Όπως και το να γνωρίσεις το έργο, ακόμα και να το ερωτευτείς, ώστε να εισέλθεις μέσα στο θεατή και εκείνος σε εσένα. Αυτή είναι και η μαγεία του θεάτρου.»

Αυτή ήταν η εισαγωγή που μας άνοιξε το δρόμο για το θέμα της συνέντευξης. Τώρα, ήταν η σειρά του καλλιτέχνη να μας συστήσει στη μούσα του.

Έχεις υποχρέωση απέναντι στην τέχνη; Είναι επάγγελμα ή διασκέδαση;

«ψυχική αγαλλίαση. Είναι ένας χώρος που βασιλεύει η αυτοεκπαίδευση. Δεν το βλέπω σαν υποχρέωση, γιατί αυτό το θεωρώ αυτονόητο. Είναι καθήκον του καλλιτέχνη να βρίσκεται σε αφύπνιση για να ανταποκρίνεται σε κάτι που μάλλον προσιδιάζει με υποχρέωση. Αλλά θα έλεγα καλύτερα, πως είναι καθήκον. Πρέπει συνειδητά να δοθείς στην τέχνη, για να εκφράζεσαι μέσα από αυτή. Απαιτεί μια διαρκή κίνηση και να παίρνει κανείς ρίσκα. Κάθε καλλιτέχνης, από τη στιγμή που έχει ταχθεί στην τέχνη του, είναι καθήκον του να εκφράζεται μέσα από αυτή. Είναι υποχρεωμένος λοιπόν, μα ως καθήκον όχι με την ουσία της υποχρέωσης.» 

Η τέχνη λοιπόν είναι καθήκον στα μάτια και τα αισθήματα του Κωνσταντίνου. Στα αισθήματα…

Η τέχνη είναι συναίσθημα; Και αν ναι , σε ποιο θα ταίριαζε περισσότερο;

«Είναι η λέξη για όλα τα συναισθήματα μαζί. Μαγεία. Είναι η πόρτα για όλα εκείνα που μπορεί κανείς να βιώσει. Για αυτό και ο ηθοποιός πρέπει να είναι συναισθηματικός, ευαίσθητος. Πρέπει να νιώθει αυτό που συμβαίνει. Είναι μια ζωντανή δημιουργία.» 

 Αν ο καλλιτέχνης έχει καθήκον απέναντι στην τέχνη, και η ίδια η τέχνη συνιστά τη συμπερίληψη όλων των συναισθημάτων, μπορώ να έχω καθήκον απέναντι σε ένα συναίσθημα;

«Στην τέχνη περιλαμβάνονται, και μέσω αυτής εκφράζονται όλα τα συναισθήματα. Δεν είναι η τέχνη συναίσθημα παρ’ ότι περιλαμβάνονται όλα σε αυτή! Συνεπώς δεν έχουμε καθήκον στο συναίσθημα, αλλά στο να εκφραζόμαστε μέσα από την τέχνη.»  

Ποια είναι η θέση του θεάτρου σήμερα;

«Το θέατρο σήμερα έχει δύο μορφές. Η μία είναι το θέαμα-θέατρο, και η άλλη είναι το θέατρο-θέατρο. Ο κόσμος δυστυχώς αφοσιωνόταν στο θέαμα, όμως πλέον επιλέγει. Βοήθησε και η κρίση σε αυτό. Το θέατρο σιγά σιγά κερδίζει έδαφος και σταδιακά σκαρφαλώνει. Ο ίδιος ο κόσμος αρχίζει να εκφράζεται μέσα από το θέατρο. Στενοχωριέμαι για το αρχαίο δράμα που κατακρεουργείται στο βωμό του θεάματος. Το μεγάλο αυτό σχολείο του αρχαίου δράματος πλήττεται, για το θέαμα και καταλήγει σε πολλές περιπτώσειςθέατρο «τσόντα». Αυτό με λυπεί. Σήμερα το θέατρο είναι στις πρώτες θέσεις όμως. Σίγουρα όχι στην τελευταία.» 

Η τέχνη πρέπει να λογοκρίνεται;

« Αρχικά,  η τέχνη είναι ανοιχτή στην οποιαδήποτε κριτική. Κανονικά δεν πρέπει να λογοκρίνεται, διότι πρόκειται για την απόλυτη ελευθερία έκφρασης. Για μένα όλες οι κριτικές είναι δεκτές αρκεί να είναι καλοπροαίρετες.»  

Η ώρα περνούσε, και καθώς οι δείκτες απομακρύνονταν από την πρώτη τους θέση, γινόταν αντιληπτό, πως για τον καλλιτέχνη, η τέχνη την οποία ασπάζεται, είναι κάτι παραπάνω, για τον ίδιο, από ένα βήμα απόλυτης και ελεύθερης έκφρασης.

Πώς αισθάνεσαι την τέχνη; Πώς την αφουγκράζεσαι;

«Την αφουγκράζομαι σαν σύντροφο. Είναι αγάπη. Την αισθάνομαι και την βιώνω σαν δική μου. Χωρίς αυτή, φοβάμαι πως θα πενθώ. Επικοινωνώ μέσα από τον κώδικα επικοινωνίας που αυτή συνιστά. Αν δεν υπήρχε η τέχνη, ίσως γινόμουν μοναχός. Θα ήμουν κάπου που θα ήμουν εγώ και η φύση. Ο ίδιος ο ηθοποιός-άνθρωπος κρύβει μέσα του μια μοναχικότητα. Πρέπει να την αναζητά και να ψάχνει τον εαυτό του. χωρίς να εφησυχάζεται».