Για όλα φταίει ο Άκης;

Τον τελευταίο καιρό ο Άκης Τσοχατζόπουλος έχει επανέλθει στο προσκήνιο. Ζητά την αποφυλάκισή του επικαλούμενος σοβαρά προβλήματα υγείας.

Παρατηρώ ότι υπάρχει κόσμος που τον βρίζει και ζητά να μείνει για πάντα στην φυλακή. Γιατί, όμως, ένα μεγάλο μέρος του λαού να βγάζει χολή εναντίον του σε τόσο μεγάλο βαθμό;

Συμφωνώ ότι έβαλε το χέρι του στο μέλι του δημόσιου χρήματος. Είναι αδίκημα προφανώς. Είναι, όμως, ο μόνος που ευθύνεται για τα δεινά της χώρας μας;

Ο Άκης Τσοχατζόπουλος είναι το εξιλαστήριο θύμα. Ένα βαρύ φορτίο μιας χρεοκοπίας δε μπορούσε να μείνει ατιμώρητο. Ήταν ο εύκολος στόχος. Προφανώς και διέπραξε αδίκημα. Προφανώς και έπρεπε να τιμωρηθεί. Αλλά ο άνθρωπος αυτός στιγματίστηκε τόσο πολύ, λες και ήταν ο μοναδικός υπαίτιος. Μπήκε στην φυλακή αυτός, άρα η διαφθορά πατάχθηκε.

Ο κόσμος είχε και έχει ανάγκη από το να αποδοθούν οι ευθύνες της χρεοκοπίας. Κάποιοι πρέπει να πληρώσουν. Για την χρεοκοπία, όμως, δεν φταίει μόνο ο Άκης.

Υπάρχουν πολλοί Άκηδες που ευθύνονται. Άλλοι περισσότερο και άλλοι λιγότερο, ανάλογα με το πόσες δυνατότητες έχει κάποιος στο να εισέλθει στην διαφθορά και στο μέλι του δημοσίου χρήματος. Πριν ζητήσουμε το κεφάλι του άλλου, ας αναλογιστούμε εμείς οι ίδιοι τι κακό έχουμε κάνει στην χώρα μας.

Γιατί η νοοτροπία μας είναι μεγαλύτερο πρόβλημα από το οικονομικό μας.

Social media και πολιτική

Ο ρόλος της πολιτικής επικοινωνίας είναι καταλυτικός για την εξέλιξη της πολιτικής διαδικασίας, καθώς η πολιτική και η επικοινωνία βρίσκονται σε μια διαρκή σχέση αλληλεπίδρασης.

Στην εποχή μας, έχει αναδειχθεί μια «πολιτική βιομηχανία», όπου επικοινωνιολόγοι ή αλλιώς spin doctors, σύμβουλοι, διαφημιστές επιδίδονται στην μάχη του πολιτικού ανταγωνισμού για την προσέλκυση των ψηφοφόρων-καταναλωτών. Υπάρχουν τέσσερεις προσεγγίσεις ως προς το φαινόμενο της πολιτικής επικοινωνίας.

Η εργαλειακή προσέγγιση εκλαμβάνει το πεδίο των ΜΜΕ, ως το μέσο δια του οποίου οι πολιτικοί θα χειραγωγούν την κοινή γνώμη. Η οικουμενική προσέγγιση αφορά μια διαδικασία-αλληλεπίδραση μεταξύ πολιτικών και πολιτών ως προς την μετάδοση και ανταλλαγή πληροφοριών.

Στην ανταγωνιστική προσέγγιση, οι δρώντες επιδίδονται σε έναν ανταγωνισμό με στόχο την επιρροή και την ποδηγέτηση της κοινής γνώμης , μέσω των κυρίαρχων μέσων επικοινωνίας. Η διαλογική προσέγγιση που αντλεί τις θεωρητικές της πηγές απο την αρχαία ελληνική διανόηση αποσκοπεί στην ολοένα και μεγαλύτερη διείσδυση των πολιτών στην δημόσια σφαίρα, στο πλαίσιο της διαβούλευσης και του δημοκρατικού διαλόγου.

Σε αυτήν την κατηγορία εμπίπτουν τα social media, τα οποία δινουν περιθώρια για την ένταξη του κοινού στην πολιτική επικοινωνία.

Η είσοδος των social media στην ανθρώποτητα προκάλεσε κοσμογονικές αλλαγές σε όλες τις πτυχές του κοινωνικού βίου.

Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης επιδρούν στην πολιτική διαδικασία, δίδοντας περιθώρια αναβάθμισης του ρόλου των πολιτών στο πολιτικό σύστημα, μέσω «ευκαιριών συμμετοχής».

Η προεκλογική καμπάνια του Ομπάμα στο 2008 αποτέλεσε μια πραγματική επάνασταση στον χώρο της πολιτικής επικοινωνίας. Ο Αμερικάνος πρόεδρος καλούσε τους πολίτες να συμμετέχουν σε δημόσιο διάλογο για τα πολιτικά ζητήματα. Δεσμεύτηκε ως προς την ανοιχτή ηλεκτρονική διακυβέρνηση, την διαφάνεια και την συμμετοχή. Μέσω του διαδικτύου, ο Ομπάμα ήλθε σε άμεση επαφή με τους πολιτές, ενώ μείωσε το κόστος των προεκλογικών εξόδων. Η ηλεκτρονική διακυβέρνηση προσέφερε την ευκαιρία πρόσβασης των πολιτών στα δημόσια έγγραφα.

Οι πολίτες δύνανται να αυτοοργανωθούν και να αναλάβουν πρωτοβουλίες, αξιοποιώντας την δυναμική των social media. Η αυτοοργάνωση των πολίτων αναιρεί την αναγκαιότητα της διαμεσολάβησης κομμάτων, προκειμένου ο πολίτης να αναπτύξει πολιτική δράση.

Μέσα απο το μαζικό κάλεσμα στο διαδίκτυο, οργανώθηκαν τα κινήματα των Αγανακτισμένων σε Ελλάδα-Ισπανία και το κίνημα της Occupy Wall Street. Αναδύεται μια «νέα ισορροπία δύναμης» που εν πολλοίς υποκαθιστά τον ρόλο των κυρίαρχων μέσων ενημέρωσης.

Ωστόσο, παρότι τα πολιτικά πρόσωπα χρησιμοποιούν τα social media, απουσιάζει ο διάλογος και η παρέμβαση. Οι πολιτικοί αντιπρόσωποι αρκούνται στην χρήση τους για λόγους αυτοπροβολής. Οι σπάνιες διαδικτυακές συζητήσεις μεταξύ πολιτών και πολιτικών διεξάγονται για λόγους εντυπωσιασμού. Τα πολιτικά πρόσωπα αποκρίνονται στις ερωτήσεις των πολιτών κατα τρόπο που θυμίζει έντονα τις συνεντεύξεις τους στα τηλεοπτικά πάνελ.

Προς το παρόν, τα social media χρησιμεύουν ώς ένα έξυπνο και φθηνό εργαλείο για την προεκλογική καμπάνια ενός υποψηφίου, για την προώθηση του πολιτικού μυνήματος και για λόγους επικοινωνιακής αντιπαράθεσης.

Τα κοινωνικά κινήματα απευθύνουν κάλεσμα για μαζικές συγκεντρώσεις, μέσω των σόσιαλ μίντια. Η πρακτική αυτή δεν διαφέρει σε τίποτα απο τα παραδοσιακά μέσα συγκρουσιακής πολιτικής δράσης, δια των οποίων οι πολίτες αρκούνται στην διαμαρτυρία, δίχως να αξιώνουν την θεσμική είσοδο της κοινωνίας στο πολιτικό σύστημα.

Έχοντας, ως αφετηρία ανάλυσης μας τα εξελιγκτικά στάδια της των πολιτείων, ανακύπτει το εξής ερώτημα: «Κατά πόσο είναι εφικτή η απευθείας μετάβαση της ανθρωπότητας απο το προ-αντιπροσωπευτικό στάδιο στο τελειωτικό στάδιο της ανθρώπινης ανάπτυξης, δηλαδή την δημοκρατική πολιτεία;»

Η συγκρότηση του τεχνοδιακτυακού επικοινωνιακού συστήματος εξαρτάται τόσο απο τις μορφές που θα λάβει η εξέλιξη της τεχνολογικής προόδου, όσο και απο τις μορφές διεκδίκησης της κοινωνίας έναντι της αυτονόμησης του πολιτικού φαινομένου και της πλήρους εξάρτησης του απο τους κανόνες των διεθνών αγορών.

Η προοπτική της συνάντησης κοινωνίας-πολιτικής στο τεχνοδικτυακό περιβάλλον διαφαίνεται στον ορίζοντα και η πραγμάτωση της δημοκρατίας θα καταστεί αναπόφευκτή. Στην παρούσα φάση, προϋποτίθεται η θεσμοθέτηση της ένταξης της κοινωνίας των πολιτών στο πολιτικό σύστημα, προκειμένου τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης να αποβούν εργαλεία συνάντησης της κοινωνίας με την πολιτική.

 

Ανασχηματισμός. Ε και;

Υπάρχει μία παροιμία που λέει άλλαξε ο Μανωλιός και έβαλε τα ρούχα του αλλιώς. Κάτι τέτοιο συμβαίνει και με τους ανασχηματισμούς. Η εκάστοτε κυβέρνηση όταν βρίσκεται σε αδιέξοδο ή όταν πέφτει δημοσκοπικά δημιουργεί ένα νέο κυβερνητικό σχήμα. Τι είναι, όμως, ο ανασχηματισμός; Γιατί υπάρχει τέτοια συμπάθεια στο να αλλάξουν κάποιες υπουργικές θέσεις; Φέρνουν αποτελέσματα οι ανασχηματισμοί ή γίνονται απλά για να δημιουργηθεί η εντύπωση της αλλαγής και της ανανέωσης;

Ο ανασχηματισμός είναι ένα επικοινωνιακό τέχνασμα που κάνουν οι κυβερνήσεις προσπαθώντας να κρύψουν την πολιτική τους πτώχευση ή την κοινωνική τους κατάρρευση. Δεν δίνει σημαντικές λύσεις, ούτε πρόκειται να αλλάξουν σημαντικά κάποια πράγματα. Συμφωνώ πως ίσως μερικές φορές χρειάζονται κάποιες αλλαγές. Συμφωνώ πως ίσως χρειαστεί να γίνει αλλαγή ενός προσώπου που είναι ανεπαρκής. Συμφωνώ πως ίσως χρειαστεί να μπει ένα διακεκριμένο πρόσωπο στην κυβέρνηση. Όμως, ένα ανακάτεμα της τράπουλας με αλλαγή θέσεων δεν έχει κανένα απολύτως αποτέλεσμα. Ένας ανασχηματισμός δεν φέρνει θέσεις εργασίας. Ένας ανασχηματισμός δεν λύνει προβλήματα. Ένας ανασχηματισμός δεν δημιουργεί προοπτική. Η χώρα έχει ανάγκη από πολιτική σταθερότητα, γενναίες πολιτικές αποφάσεις και επενδύσεις. Αυτά πρέπει να είναι πάγια πολιτική της χώρας και όχι να υπόκεινται στην εκάστοτε άποψη του εκάστοτε πολιτικού.

Η Ελλάδα δεν έχει χρόνο για δοκιμές, αλλά έχει ανάγκη από λύσεις. Ο ανασχηματισμός δεν είναι λύση. Είναι απλά μία ακόμη δοκιμή. Δεν είναι ένα καινούριο όπλο στην φαρέτρα, αλλά ένα χρησιμοποιημένο που απλά το είχαμε αφήσει για καιρό και το χρησιμοποιούμε ξανά. Όμως χωρίς πολιτική βούληση και πολιτική γενναιότητα όλες οι δοκιμές θα πέσουν στο κενό.

Τράμπ-Χίλαρι, όπως Τσίπρας-Μητσοτάκης

Εκλογές έρχονται στις Η.Π.Α με τους Τράμπ και Χίλαρι να διεκδικούν την προεδρία. Μια θέση, αυτή του πλανητάρχη, που χρειάζεται έναν άνθρωπο που να μπορεί να αντιμετωπίσει τα μεγάλα προβλήματα. Έναν μετριοπαθή και συνάμα αποφασιστικό. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν φαίνεται να αποδίδεται στην κοινή γνώμη για κάποιον από τους υποψηφίους. Οι περισσότεροι, θεωρούν και τους δύο μέτριους , έως λίγους, τόσο ως πολιτικούς, όσο και ως ανθρώπινες προσωπικότητες. Η επιλογή, όπως φαίνεται, θα γίνει όχι με κριτήριο το ποιος είναι καλύτερος, αλλά το ποιος είναι λιγότερο κακός.

Κάτι ανάλογο φαίνεται να συμβαίνει και στην Ελλάδα. Τσίπρας και Μητσοτάκης είναι οι δύο μεγάλοι αντίπαλοι, όμως κανένας δεν αποτελεί κάποια ιδανική επιλογή. Μεγάλες μερίδες ανθρώπων βρίσκουν πολλά αρνητικά και στους δύο. Είτε ως πολιτικοί, είτε ως προσωπικότητες, είτε με βάση την ιστορία και το παρελθόν που έχουν, κανένας και κυρίως το κόμμα κανενός δε μπορεί να δώσει την απαραίτητη ώθηση που χρειάζεται η Ελλάδα σε κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο.

Είναι αλήθεια ότι χωλαίνουν. Σε θέματα πολιτικής, καθώς λογομαχούν με ανταλλαγή ύβρεων και χαμηλού επιπέδου επιχειρήματα. Διχάζουν τον κόσμο. Φοβούνται και οι δύο τις μεγάλες αλλαγές και μεταρρυθμίσεις. Φοβούνται το πολιτικό κόστος. Έχουν διαφορές είναι η αλήθεια, αλλά από την άλλη ακούγονται από το στόμα τους μερικές αλήθειες και ορισμένα σοβαρά πράγματα. Όμως κάτι λείπει. Είναι αυτό που σε κάνει να ψηφίζεις όχι τον καλύτερο, αλλά τον λιγότερο κακό. Είναι αυτή η λεπτή γραμμή που χωρίζει τις δύο περιπτώσεις.

Όμως στην Ελλάδα, όπως και σε όλο τον κόσμο, πρέπει να επιδιώκεται το καλύτερο. Πρέπει να επιδιώκεται η πολιτική και οι πολιτικοί που συμφέρουν όλους, και όχι μεμονωμένα κάποιες κοινωνικές ομάδες. Γιατί το μέτριο είναι για τους μέτριους.

 

Το ασταθές πολιτικό κλίμα και οι προοπτικές σύγκλισης του «μεταρρυθμιστικού μπλοκ»

Το κλασσικό ελληνικό καλοκαίρι καλά κρατεί ακόμα και εν καιρώ οικονομικής ύφεσης. Βέβαια, πολλοί εκ των συμπολιτών μας δεν είχαν την τύχη εμού και άλλων, να απολαύσουν λίγες ημέρες ή εβδομάδες διασκέδασης, χαλάρωσης και ξεγνοιασιάς. Η πολιτική επικαιρότητα, ωστόσο, δεν «πήγε διακοπές». Καθ’ όσον οδεύουμε προς το τέλος του θέρους η θερμοκρασία «πέφτει», αλλά το πολιτικό θερμόμετρο «ανεβαίνει» ενόψει των διεργασιών της ΔΕΘ.

Στα πλαίσια της ΔΕΘ, αναλήφθηκαν δεσμεύσεις, οι οποίες λησμονήθηκαν εν μια νυκτί μετεκλογικά, με πρόσφατο και τρανταχτό παράδειγμα το γνωστό και μη εξαιρετέο «Πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης». Σύντομα το πολλά υποσχόμενο αυτό πρόγραμμα απεδείχθη «αυταπάτη» για τους ενορχηστρωτές του και κατεγράφη στην σύγχρονη πολιτική ιστορία της χώρας ως μια από τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις μαζικής εξαπάτησης του εκλογικού σώματος.

Αυτήν την φορά, ο Αλέξης Τσίπρας, διαβλέποντας την φθίνουσα πορεία του ιδίου και του κόμματος του, προσπαθεί να διασκεδάσει τις εντυπώσεις και να αφήσει ένα ελάχιστο «αριστερό» στίγμα στο καθ’ όλα επιθετικά νεοφιλελεύθερο κυβερνητικό του έργο. Η αλλαγή του εκλογικού νόμου, το άνοιγμα του διαλόγου για την συνταγματική αναθεώρηση και η εφαρμογή μίας ήπιας κοινωνικής πολιτικής από τα «περισσεύματα» του πλεονάσματος κινούνται προς αυτήν την κατεύθυνση.

Μια νέα «αυταπάτη» κυριαρχεί στο νου του πρωθυπουργού και του επιτελείου του. Δηλώνουν βαθιά πεπεισμένοι πως μέσα από τις «επιτυχίες» (δηλαδή δημοσιονομικά πλεονάσματα της τάξεως του 3,5%) του -καταδικασμένου να αποτύχει τρίτου μνημονίου- θα ανασυγκροτήσουν το κράτος πρόνοιας και το κοινωνικό κράτος. Η παραδοξότητα της υπόθεσης έγκειται στο ότι το τρίτο πρόγραμμα στοχεύει στην διάλυση και όχι στην ανασυγκρότηση των. Φυσικά, ο πρωθυπουργός και οι συν αυτώ μπορεί να εννοούν την μετατροπή του συνόλου της ελληνικής κοινωνίας σε επαίτες, Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι χαμηλοσυνταξιούχοι που έχασαν το ΕΚΑΣ, οι οποίοι μετατράπηκαν σε επαίτες, αφού η πολιτεία αρκέστηκε στο να τους παρέχει ένα κουπόνι σίτισης για τα βασικά τρόφιμα. Αυτό το κράτος πρόνοιας, οραματίζεται η παρούσα κυβέρνηση;

Στο στρατόπεδο της αξιωματικής αντιπολίτευσης, απ’ την άλλη, οξύνουν τους τόνους της πολιτικής αντιπαράθεσης, εμμένοντας στο αίτημα για εκλογές. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης και το στρατηγικό του επιτελείο οφείλουν να συνεκτιμήσουν σοβαρά την εκλογική δυναμική της ΝΔ αλλά και το βαθμό ετοιμότητας για την ανάληψη της διακυβέρνησης. Οι πρόσφατες δημοσκοπήσεις δίδουν προβάδισμα στην ΝΔ, άλλα όχι αυτοδύναμα. Τούτο σημαίνει πως την επομένη των εκλογών, η ΝΔ πρέπει να επιδιώξει την δημιουργία στρατηγικών συμμαχιών με τις επονομαζόμενες μεταρρυθμιστικές, φιλοευρωπαϊκές δυνάμεις που εκκινούν από την ίδια την κεντροδεξιά και φθάνουν στις παρυφές του ΣΥΡΙΖΑ, το τμήμα εκείνων των στελεχών, που είναι σταθερά προσηλωμένοι στον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της χώρας. Για την ώρα, η εικόνα διαίρεσης που εξάγει ο ελληνικός πολιτικός βίος δύσκολα επιτρέπει τέτοιου είδους διαβουλεύσεις και συγκλίσεις.

Η μόνη στρατηγική σύμπλευση που διαφαίνεται στον ορίζοντα είναι αυτή της «ευρωπαϊκής συμμαχίας>: ΝΔ, ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΣΥΜΠΑΡΑΤΑΞΗ, ΠΟΤΑΜΙ ΕΝΩΣΗ ΚΕΝΤΡΩΩΝ και το σοσιαλδημοκρατικό τμήμα του ΣΥΡΙΖΑ. Τα κόμματα, βέβαια, που θα μετέχουν σε αυτήν, πρέπει πρωτίστως να προβούν σε αυτοκάθαρση σε επίπεδο πολιτικού προσωπικού και ενδοκομματικής λειτουργίας. Διότι, είναι εξωφρενικό να δηλώνεις «μεταρρυθμιστική δύναμη» ή «δύναμη λογικής» και να αναπαράγεις την πελατειακή λογική. Όπως μου είπε ένας πολύ καλός φίλος, πολιτικά ενεργός : «Η παλαιά πολιτική γενεά μαζί με τις «νοοτροπίες» και τις πρακτικές της πρέπει να μπει στο χρονοντούλαπο της ιστορίας».

Τα καρκινώματα της ελληνικής πολιτικής ζωής, το υπέρογκο κράτος, η δυσλειτουργική δημόσια διοίκηση, η πελατειακή κομματοκρατία εξακολουθούν να υφίστανται. Το τίτλο της μεταρρυθμιστικής δύναμης μπορεί να φέρει εκείνος ο πολιτικός οργανισμός, ο οποίος με υγιή, άφθαρτα στελέχη θα χτυπήσει τους προαναφερόμενους πυλώνες της ελληνικής καταστροφής, όπως ορθά προσδιορίζει ο καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης Γιώργος Κοντογιώργης.

Προς το παρόν, ο θρίαμβος της πολιτικής επικοινωνίας συνεχίζεται με την άγονη αντιπαράθεση ΝΔ-ΣΥΡΙΖΑ και όλα παραμένουν στάσιμα. Οι προβλέψεις την πορεία του κρατικού προϋπολογισμού παραμένουν απαισιόδοξες, δεδομένης της εξάντλησης της φοροδοτικής ικανότητας των Ελλήνων πολιτών. Σε περίπτωση δημοσιονομικού εκτροχιασμού, θα τεθεί υπό πλήρη εφαρμογή ο κόφτης δημοσίων δαπανών. Το σενάριο αυτό, αν και απευκταίο, μοιάζει πολύ πιθανόν και αναμένεται να δρομολογήσει ραγδαίες πολιτικές εξελίξεις, καθιστώντας αναπόφευκτη την συνεργασία των μεταρρυθμιστικών δυνάμεων και αποτρέποντας το ενδεχόμενο εκλογών. Αναμένουμε με αγωνία τις ομιλίες των πολιτικών αρχηγών στην ΔΕΘ, μέσα από τις οποίες θα εξαχθούν συμπεράσματα για την επόμενη μέρα. Είτε σε περίπτωση διεξαγωγής πρόωρων εκλογών, είτε σε περίπτωση εκκίνησης των διαβουλεύσεων για την συγκρότηση οικουμενικής κυβέρνησης, το «μεταρρυθμιστικό μπλοκ» και τα κόμματα που το συναποτελούν θα διαδραματίσουν πρωταγωνιστικό ρόλο.

Σύσκεψη των χωρών του «ευρωπαϊκού νότου» καλεί ο Τσίπρας

Συνάντηση των αρχηγών των χωρών του «Νότου» της Ευρωπαϊκής Ένωσης προγραμματίζεται να πραγματοποιηθεί στην Αθήνα τον προσεχή Σεπτέμβριο, με πρωτοβουλία του Αλέξη Τσίπρα και της ελληνικής κυβέρνησης.

Σύμφωνα με πληροφορίες από κυβερνητικές πηγές, τις οποίες μεταδίδει το Αθηναϊκό – Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, στη Συνάντηση των 7 χωρών του «Νότου» της Ευρώπης, της ευρωπαϊκής Μεσογείου, που βρίσκεται προς το παρόν στη φάση του προγραμματισμού, θα συμμετέχουν μαζί με την Ελλάδα, η Γαλλία, η Ιταλία, η Ισπανία, η Πορτογαλία, η Κύπρος και η Μάλτα.

Στο επίκεντρο της διάσκεψης -που σύμφωνα με τον έως τώρα προγραμματισμό σχεδιάζεται να διεξαχθεί στις 9 Σεπτεμβρίου- αναμένεται να τεθούν οι μεγάλες προκλήσεις που αντιμετωπίζει η ΕΕ σε οικονομικό αλλά και πολιτικό-θεσμικό επίπεδο και θα συνιστά ουσιαστικά μια προσπάθεια κοινού βηματισμού των χωρών του ευρωπαϊκού «Νότου» απέναντι σε αυτές, όπως σημειώνουν κυβερνητικές πηγές.

Επισημαίνεται ότι η Συνάντηση αναμένεται να λάβει χώρα λίγες ημέρες πριν από τη Σύνοδο των «27» στην Μπρατισλάβα που πραγματοποιείται με αντικείμενο το μέλλον της Ευρώπης, στον απόηχο και του Brexit.

Για το κίνημα «Παραιτηθείτε»

Τις τελευταίες μέρες, προκλήθηκε μεγάλη αναστάτωση στον δημόσιο διάλογο γύρω από το κίνημα «Παραιτηθείτε» και την πολιτική του ταυτότητα.

Η κυβέρνηση έσπευσε βεβιασμένα να απαξιώσει αυτό το κίνημα διαμαρτυρίας, θεωρώντας το κομματικά υποκινούμενο και φανερώνοντας μάλιστα τις ολοκληρωτικές-αυταρχικές της τάσεις (βλέπε δηλώσεις Φίλη, Σκουρλέτη). Ο κύριος Φίλης, μάλιστα, δήλωσε πως η συγκέντρωση κινείται στα όρια της συνταγματικής νομιμότητας.

Οι συγκεκριμένοι υπουργοί οφείλουν να γνωρίζουν πως το δικαίωμα του συνέρχεσθαι και του συνεταιρίζεσθαι αποτελεί θεμελιώδες, συνταγματικά προστατευόμενο δικαίωμα του κάθε Έλληνα πολίτη. Η εντολή που έλαβαν από το εκλογικό σώμα είναι χρονικά περιορισμένη και δεν τους δίδει το δικαίωμα να εγκαθιδρυθούν μονίμως στην εξουσία, ωσάν να ήταν αυταρχικό καθεστώς.

Απ’ την άλλη, η αξιωματική αντιπολίτευση πήρε αποστάσεις “ασφαλείας” από το συγκεκριμένο κίνημα, παρότι πολλά στελέχη, βουλευτές και ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης το υποστήριξαν έμμεσα ή άμεσα. Βέβαια, δεν δόθηκε εκ μέρους της Νέας Δημοκρατίας ανοιχτή υποστήριξη και πολιτική κάλυψη. Τα υπόλοιπα κόμματα του επονομαζόμενου ευρωπαϊκού τόξου ακολούθησαν την ίδια τακτική.

Στο συλλαλητήριο της Τετάρτης, συγκεντρώθηκαν περίπου 8.000 άτομα. Δεν είχε την μαζική απήχηση που αναμένονταν και τούτο οφείλεται σε ποικίλους λόγους όπως: ο καιρός, η προσπάθεια υπονόμευσης του από πλευράς κυβέρνησης και φιλοκυβερνητικών ΜΜΕ καθώς επίσης και ο πολιτικός κυνισμός που μαστίζει την νεοελληνική κοινωνία, προερχόμενος άλλοτε από την ματαιοδοξία και άλλοτε από την αδιαφορία.

Σε ότι αφορά τον χαρακτήρα, την φυσιογνωμία και την πολιτική ταυτότητα του κινήματος τα πράγματα περιπλέκονται περισσότεροι. Πολλοί αναλυτές και δημοσιογράφοι θεωρούν το κίνημα «Παραιτηθείτε» ως την συνέχεια του «Μένουμε Ευρώπη».

11 μήνες μετά, όμως, οι πολιτικοί συσχετισμοί είναι διαφορετικοί. Το πολιτικό υποκείμενο, ΣΥΡΙΖΑ, ευρισκόμενο σε μεταβατικό στάδιο αναζητεί την νέα του θέση στο πολιτικό χάρτη (αριστερά της Σοσιαλδημοκρατίας), αναθεωρώντας τις ιδεολογικοπολιτικές του αρχές. Η επικρατούσα διαιρετική τομή, “Μνημόνιο-Αντιμνημόνιο”, από το 2010 μέχρι το 2015, τείνει να αντικατασταθεί από την νεοδιαμορφωθείσα διαιρετική τομή “Μεταρρύθμιση-Αντιμεταρρύθμιση.

Η κυβερνώσα Αριστερά συνθηκολόγησε το πιο επαχθές και εθνικά καταστρεπτικό μνημόνιο, οι συνέπειες του οποίου γίνονται αντιληπτές στην καθημερινότητα του κάθε πολίτη αυτής της χώρας.

Αυτήν την φορά δεν είναι μόνον οι υποστηρικτές του ΝΑΙ, των παραδοσιακών κομμάτων εξουσίας αλλά και οι πρώην ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ που όντας προδομένοι, αδικημένοι, εξαπατημένοι από την εγκατάλειψη των προεκλογικών δεσμεύσεων εκδηλώνουν με ειρηνικό τρόπο την αντίθεση τους στην αδιέξοδη κυβερνητική πολιτική.

Για το κίνημα “Παραιτηθείτε”

Κεντρικό σύνθημα του κινήματος «Παραιτηθείτε» είναι το «ΟΧΙ ΚΟΜΜΑΤΑ, ΟΧΙ ΧΡΩΜΑΤΑ, ΜΟΝΟ ΠΟΛΙΤΕΣ». Το μήνυμα αυτό εκπέμπει αποφασιστικότητα και παραπέμπει στις υγιείς δυνάμεις της κοινωνίας που αιτούνται την στροφή της οικονομικής πολιτικής.

Τα αιτήματα του κινήματος μοιάζουν δίκαια, λογικά, σωστά. Ιδέες-προτάσεις, βγαλμένες από το στόμα του καθημερινού πολίτη. Περιορίζονται, όμως, στην αλλαγή της οικονομικής πολιτικής χωρίς να θίγουν την βαθύτερη αιτία του ελληνικού προβλήματος, δηλαδή τις παθογένειες του ελληνικού πολιτικού συστήματος και κράτους.

Η αναθεώρηση της σχέσης κοινωνίας-πολιτικής, η θέσπιση της ευθύνης του πολιτικού προσωπικού, η διερεύνηση των εκκρεμών σκανδάλων απευθείας από την δικαιοσύνη, η αναδιάρθρωση της δημόσιας διοίκησης κ.α. αποτελούν μερικές από τις βασικές προϋποθέσεις για την επάνοδο στην ομαλότητα.

Όταν βέβαια οι διαμαρτυρόμενοι αρκούνται στην εκφώνηση αντιδραστικών συνθημάτων, στην συγκέντρωση γύρω από μια πλατεία για λίγες ώρες κάτω από τον ήλιο και στην πορεία Σύνταγμα-Ομόνοια, τότε η διαδήλωση αυτή καθ’ εαυτή κινδυνεύει να απολέσει τον χαρακτήρα της πολιτικής δράσης ή καλύτερα πολιτικής πράξης.

Για να μετουσιωθεί σε πολιτική πράξη, οι διαμαρτυρόμενοι-διαδηλωτές οφείλουν να προβούν στην διατύπωση συγκεκριμένων νομοθετικών προτάσεων που θα υποχρεώνουν το πολιτικό προσωπικό σε συμμόρφωση με την κοινωνική βούληση. (βλ. Γ.Κοντογιώργης, Κομματοκρατία και δυναστικό κράτος, Εκδ. Πατάκη, Αθήνα, 2012)

Οι κλασσικοί τρόποι συγκρουσιακής πολιτικής δράσης έχουν παρέλθει. Αφ’ης στιγμής περιορίζονται σε μικροπολιτικά αιτήματα(συνδικαλιστικά συμφέροντα κτλπ), η δράση αποτυγχάνει παταγωδώς.

Στην ρευστή-μεταβατική εποχή, την οποία διάγει η πατρίδα μας, πρέπει πρωτίστως να συνειδητοποιήσουμε ότι το ελληνικό πρόβλημα ανάγεται σε βαθύτερα πολιτικά αίτια και αναλόγως να πορευθούμε. Διότι μόνον εάν αλλάξει άρδην η δομή και η φυσιογνωμία του ελληνικού πολιτικού συστήματος, η Ελλάδα θα γνωρίσει μια υγιή, ουσιαστική -όχι επίπλαστη-, οικονομική ευημερία.

 Επομένως, το διακύβευμα του όποιου κινήματος “Παραιτηθείτε” πρέπει να συμπεριλάβει και την ουσία του ελληνικού προβλήματος στα αιτήματα του, ώστε να ασκηθεί η κατάλληλη πίεση προς την κυβέρνηση και την υπόλοιπη πολιτική τάξη.

Η διαφαινόμενη έναρξη της μακράς συζήτησης για την συνταγματική αναθεώρηση αποτελεί ίσως μια ευκαιρία κινητητοποίησης της κοινωνίας των πολιτών της διατύπωσης νομοθετικών προτάσεων εκ μέρους της για την αλλαγή του ελληνικού πολιτικού συστήματος.

 

 

Πολίτες, πολιτικοί και άλλες ιστορίες

Το οικονομικό σύστημα που εφαρμόζεται δεν αποτελεί κάτι διαφορετικό από αυτό που θα ονομάζαμε οικονομία των αγορών.

Η βιωματική καθιέρωση του σε επίπεδο οικονομικό είχε ψυχολογικές προεκτάσεις, ώστε, είμαι πεπεισμένος, εγκαθίδρυσε μια ιδιόμορφη κοινωνία αγοράς σε πολιτικό επίπεδο.

Με απλά λόγια; Οι άνθρωποι ξεκίνησαν να βλέπουν την ενεργή πολιτική τους στάση, ως μια αγορά.

Βασική συνθήκη για να υπάρξει μια αγορά, αποτελεί η ύπαρξη δυο αξόνων, προσφοράς και ζητησης. Είδαν στο πρόσωπο των πολιτικών την προσφορά και στο πρόσωπο των ψηφοφόρων τη ζήτηση.

Το γεγονός ότι αντιμετώπισαν την πολιτική σαν αγορά έφερε την αντιμετώπιση της πολιτικής ως προϊόν. Κάθε φορά που καλούνταν στις κάλπες επέλεγαν το υποκειμενικά καλύτερο προϊόν για να καταναλώσουν στην επόμενη τετραετία. Όταν το προϊόν που επέλεγαν δεν τους ευχαριστούσε, αντιδρούσαν με το να αλλάζουν πολιτική επιλογή!

Από το 2008 και έπειτα η Ελλάδα μπήκε σε τροχιά πολιτικής αστάθειας. Ακόμα και ο ισχύων εκλογικός νόμος, που θα έπρεπε να στηρίζει ισχυρά το πρώτο κόμμα δε φαίνεται να κατάφερε κάτι άλλο πέρα από το να υπάρχει αυτοδυναμία της εκάστοτε κυβέρνησης, όχι όμως ισχυρή.

Η οικονομική κρίση που μαστίζει τη χώρα χρόνια τώρα, άλλαξε στην αγορά της πολιτικής μία ριζική αναλογία: Έφερε στο προσκήνιο την οικονομία της χώρας, με αποτέλεσμα να υποβαθμίσει άλλους παράγοντες για τους οποίους θα μπορούσε ένα κόμμα να έλθει στην εξουσία.

Κανένας τα τελευταία χρόνια δε θα στήριζε ένα κόμμα αν προανήγγειλε ένα κατά την κρίση του καλό νομοσχέδιο για την παιδεία, ένα αντιρατσιστικό νομοσχέδιο, ένα νομοσχέδιο για την καταπολέμηση της διαφθοράς και υπεράσπιση της δικαιοσύνης.

Αντίθετα τέθηκε πρώτο τι προτίθεται κάθε κόμμα να κάνει ως προς την αντιμετώπιση της υφιστάμενης κρίσης. Οι πολίτες είδαν την οικονομία να καθορίζει την πολιτική, ενώ χρόνια έβλεπαν την πολιτική να καθορίζει την οικονομία.

Άρχισαν να αντιμετωπίζουν την πολιτική με απάθεια. Όποια επιλογή και να έκαναν τα τελευταία χρόνια, στην ουσία δεν άλλαζε πολλά ως προς τη χάραξη οικονομικής πολιτικής της προηγούμενης κυβέρνησης.

Μία ιδιόμορφη ανελαστικότητα που δεν είχε άλλο αποτέλεσμα από την αντιμετώπιση της πολιτικής με απάθεια και άλλες φορές με έχθρα. Με άλλα λόγια, πολλοί αποφάσισαν όχι να ενημερωθούν για τη ρίζα του προβλήματος, όχι να αντιληφθούν ποιες είναι πραγματικά οι παθογένειες που γέννησαν την οικονομική κρίση, όχι να αναλύσουν πως θα μπορούσε να προσπελαστεί μία κρίση σαν αυτή που μαστίζει την Ευρώπη, όχι δηλαδή να δείξουν το κατάματο ενδιαφέρον για την Ελλάδα.

Αντίθετα, η πλειονότητα οδηγήθηκε σε δύο εύκολες λύσεις: Είτε να μη συμμετέχει στην «αγορά” της πολιτικής, εφόσον κανένα προϊόν της δεν την ευχαριστούσε, είτε επέλεγε να συμμετέχει δοκιμάζοντας συνεχώς καινούρια προϊόντα.

Ο Joseph De Maistre, είχε αρθρώσει ένα απόφθεγμα που τα τελευταία χρόνια έχει ακουστεί πολύ: “Κάθε χώρα έχει την κυβέρνηση που της αξίζει.” Δεν είχε άδικο, αν αναλογιστούμε τις συνθήκες της αγοράς που ορίσαμε, αν αναλογιστούμε ότι κάθε φορά που κάποιος πολιτικός λαΐκιζε προεκλογικά, είχε πολύ μεγάλη πιθανότητα να βρίσκεται στο επόμενο κοινοβούλιο.

Δεν είχε άδικο, γιατί οι πολίτες, αντί να δουν τη σαθρότητα των επιχειρημάτων των λαϊκιστών, επέλεγαν να εξακολουθούν να βλέπουν την πολιτική σαν αγορά με τους όρους των προηγούμενων δεκαετιών, αδυνατούσαν να προσαρμοστούν στις εξελίξεις και εθελοτυφλούσαν αναζητώντας τη βέλτιστα ευχάριστη επιλογή.

Nα ελπίζουν σε οτιδήποτε ακούγονταν όμορφο. Και είναι πολύ λυπηρό αυτό, αν λάβουμε υπόψιν ότι μιλάμε για ένα κράτος του οποίου το μορφωτικό επίπεδο σε αριθμούς ανεβαίνει ραγδαία χρόνο με το χρόνο.

“Η πολιτική είναι η τέχνη του εφικτού” και το εφικτό δε συνεπάγεται πάντα κομμάτι ευχάριστο. Η ανοησία πολλών στη μεταπολίτευση οδήγησε να ψηφίζουν όταν επρόκειτο να επιλέξουν μεταξύ καλών λύσεων, ενώ να απέχουν όταν επρόκειτο να ψηφίσουν μεταξύ κακών λύσεων. Αυτή η ανθρώπινη σαθρότητα σε συνδυασμό με την ανήθικη ασφάλεια αυτών που επέλεξαν να απέχουν είναι ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της πολιτικής σήμερα.

Γι’ αυτό βρίσκεται το Σύνταγμα να θυμίσει ότι η ψήφος είναι υποχρεωτική. Βρίσκεται για να υπενθυμίσει ότι η ευθύνη είναι υποχρεωτική και επιμερίζεται σε όλους, όταν πρόκειται σε μία εκλογική μάχη να διαλέξει ο λαός μεταξύ καλών, αλλά και όταν καλούνται οι πολίτες να αποφασίσουν μεταξύ πραγμάτων που δεν είναι ευχάριστα.

Είναι κάτι που δεν αρέσει καθόλου σε ένα κομμάτι του λαού μας. Και σε συζήτηση με αυτή τη μερίδα ανθρώπων, θα δεις και κάποια ψευδοδημοκρατικά επιχειρήματα να εμφανίζονται, θα δεις ίσως τη δημοκρατία να γίνεται ένα κακό ανάχωμα της αποστροφής τους στο ρεαλισμό!

Αλαβάνος: Αυτή η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να πέσει σήμερα, όχι αύριο

«Η νομοθετική ρύθμιση για τις offshore εταιρίες και τους βουλευτές και τους υπουργούς είναι ένα ακόμη σημείο του ακραίου εκφυλισμού του Σύριζα» δήλωσε ο επικεφαλής του Σχεδίου Β’ Αλέκος Αλαβάνος.

Μιλώντας στον ρ/σ 98,4 Ηρακλείου, επιτέθηκε προσωπικά στον Πρωθυπουργός, λέγοντας πως «ο Τσίπρας έκανε αυτό που δεν τόλμησαν να κάνουν ούτε ο Παπανδρέου ούτε ο Σαμαράς», κάτι που, όπως είπε, αποτελεί προσβολή και επίθεση στο λαό.

Ο κ. Αλαβάνος εκτίμησε πως η ρύθμιση είναι επιβεβλημένη από την ευρωπαϊκή νομοθεσία:

«Στη σημερινή ανάλυση αυτού του προκλητικού μέτρου στους Financial Times δεν υπάρχει καμία τέτοια αναφορά. Ακόμη και να υπάρχει μια τέτοια ευρωπαϊκή ρύθμιση, είναι το πιο εύκολο να την παρακάμψεις, δεδομένου ότι σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες υπάρχει ασυγκράτητη λαϊκή δυσφορία ενάντια στη διαφθορά του πολιτικού κόσμου με υποθέσεις που φτάνουν να εμπλέκουν ακόμα και πολύ υψηλών αξιωμάτων, όπως η Λαγκάρντ και ο Σαρκοζί. Για αυτό και από την κυβέρνηση αποκρύφτηκε μέσα στις 7.500 σελίδες του νόμου που έχει διαβασθεί από τους βουλευτές λιγότερο από τον οποιοδήποτε άλλο μνημονιακό νόμο την τελευταία πενταετία».

Κλιμακώνοντας την επίθεσή του στον ΣΥΡΙΖΑ, τον κατηγόρησε ότι «δεν έχει πει τίποτε για αυτά στον λαό προεκλογικά, ούτε για τις offshore, ούτε για τη μείωση μισθών, που θα δοκιμάσουν από αύριο 1η Ιουνίου οι χαμηλά μάλιστα αμειβόμενοι μισθωτοί με την αυξημένη παρακράτηση φόρου λόγω μείωσης του αφορολογήτου, ούτε για την αύξηση του ΦΠΑ που εγκαινιάζεται επίσης από αύριο, ούτε για το πιο ακραίο μέτρο του, το ξεπούλημα όλης της δημόσια περιουσίας.

Μάλιστα ο κ. Αλαβάνος χαρακτήρισε το 2016 χρονιά αίσχους και πένθους: «Η κυβέρνηση Τσίπρα παραδίδει το σύνολο της δημόσιας περιουσίας για ένα αιώνα μείον ένα έτος στους ξένους δανειστές, προς εκποίηση και εκμετάλλευση. Και δεν φτάνει αυτό, επειδή ακριβώς παρακάμπτεται το κοινοβούλιο και το σύνταγμα, έρχεται τώρα και η δικαστική ασυλία των εγκαθέτων του διοικητικού της συμβουλίου για να προστατέψει τις άνομες πράξεις τους. Κι εδώ προστίθεται η επιβράβευση με φορολογικό παράδεισο της μνημονιακής Βουλής».

Σχολιάζοντας αναφορές στελεχών της Δεξιάς που υποστηρίζουν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ αποδείχνει τι εστί αριστερά, ο κ. Αλαβάνος έγινε ιδιαίτερα σκληρός: «Η πραγματικότητα είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ άρχισε τον βίο και πολιτεία μόλις πέρασε το ποτάμι κι από Αριστερά μεταλλάχθηκε σε Δεξιά. Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ίδιος και απαράλλαχτος με το ακροδεξιό εταίρο στην κυβέρνησή του, τους ΑΝΕΛ».

Καταλήγοντας σημείωσε: «Οι δείκτες του ρολογιού είναι πια στις 12.00. Η κυβέρνηση Τσίπρα πρέπει να πέσει σήμερα, όχι αύριο».

Υπάρχει εναλλακτική;

Σε μια από τις πιο ασταθείς περιόδους στην νεότερη πολιτική ιστορία της Ελλάδας, με κύριο χαρακτηριστικό γνώρισμα την πολιτική παράνοια, η κατα δήλωση αριστερή κυβέρνηση εξακολουθεί να αθετεί τις προεκλογικές της δεσμεύσεις και να εγκαταλείπει τις προγραμματικές της αρχές.

Η οβιδιακή μεταμόρφωση του πολιτικού υποκειμένου ΣΥΡΙΖΑ, ξεφεύγει των ορίων της παραδοσιακής Σοσιαλδημοκρατίας. Η <<Συριζαία Αριστερά>> εναγκαλίζεται με τις πιο σκληρές-αντικοινωνικές επιδιώξεις του νεοφιλελευθερισμού. Ώστε εύστοχα ο καθηγητής Γεώργιος Κοντογιώργης την αποκαλεί <<Νέα Δεξιά>>. Η σκληρά διαπραγματευόμενη κυβέρνηση αποδέχθηκε, σχεδόν αδιαμαρτύρητα, την άνευ όρων υπαγωγή της σύνολης κρατικής περιουσίας στο αιώνιο υπερ-ταμείο αποκρατικοποιήσεων. Με την ίδια άνεση αποδέχθηκε τον <<αυτόματο κόφτη>> δημοσίων δαπανών, ο οποίος θα τίθεται σε εφαρμογή, χωρίς να απαιτείται προηγουμένως η έγκριση του κοινοβουλίου..

Ούτε ο πιο ευφάνταστος σεναριογράφος ή ο πιο ικανός προφήτης δεν θα ανέμενε πως μέσα σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα, ένα κόμμα της Ριζοσπαστικής Αριστεράς θα εξελίσσονταν στον πιο πιστό υπηρέτη του νεοφιλελευθερίσμου και των διεθνών κεφαλαιαγορών. Τούτο δεν παρατηρείται μόνον σε επίπεδο πολιτικής πρακτικής αλλά και σε επίπεδο πολιτικού λόγου.

 Η μέχρι πρότεινος πολιτική <<κυριαρχία>> του Αλέξη Τσίπρα φθίνει, κάτι το οποίο αποτυπώνεται και δημοσκοπικά. Μια σημαντική μερίδα συμπολιτών μας, όντας προδομένοι από την μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ και υφιστάμενοι τις δραματικές συνέπειες των υφεσιακών μέτρων, στηρίζει τις ελπίδες του στο πρόσωπο του Κυριάκου Μητσοτάκη, βλέποντας την ΝΔ ως την μόνη εναλλακτική.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, επιχειρώντας την εσωτερική ανασυγκρότητηση του κόμματος και χαράσσοντας το κυβερνητικό πλάνο της ΝΔ, ζητά επίμονα εκλογές και δηλώνει πανέτοιμος να αναλάβει την διακυβέρνηση της χώρας. Πόλλοι σπεύδουν να τον συγκρατήσουν και όχι αδίκως. Ο πρόεδρος της αξιωματικής αντιπολίτευσης καλείται να υπερβεί πόλλα εμπόδια που συσχετίζονται τόσο με την πορεία της χώρας, όσο και με το εσωτερικό της κεντροδεξιάς.

Η ελληνική οικονομία βρίσκεται σε μια φάση δημοσιονομικού εκτροχιασμού και η παρούσα κυβέρνηση έχει αναλάβει δεσμεύσεις που θα ταλανίζουν την χώρα για τα επόμενα χρόνια. Εάν ο Κυριάκος Μητσοτάκης αναλάβει την διακυβέρνηση της χώρας θα κληρονομήσει μια χαοτική κατάσταση, την οποία δεν θα μπορέσει να διαχειριστεί. Σε αυτήν την περίπτωση, θα κληθεί να αναλάβει το πολιτικό κόστος των δυσμενών αποφάσεων της παρούσας κυβέρνησης και θα βρεθεί αντιμέτωπος με μεγαλές κοινωνικές αντιδράσεις.

Όσον αφορά τα ενδότερα της κεντροδεξίας, ο χώρος μοιάζει πολυδιασπασμένος με πολλά νεοσύστατα κόμματα, δεξιά της ΝΔ(Νέα Δεξιά-Φαήλος Κρανιδιώτης, Εθνική Ενότητα Καρατζαφέρης) , τα όποια στοχεύουν σε νύν και πρώην ψηψοφόρους της παράταξης.

Επιπρόσθετα, οι πρόσφατες δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η ΝΔ δεν δύναται να σχηματίσει αυτοδύναμη κυβέρνηση και ως εκ τούτου θα αναγκαστεί να συνεργαστεί με τις άλλες δυνάμεις του επονομαζόμενου ευρωπαϊκού τόξου (ΠΑΣΟΚ, ΠΟΤΑΜΙ, ΕΝΩΣΗ ΚΕΝΤΡΩΩΝ). Αν, όμως, κάποιος συγκαταλέξει και τον ΣΎΡΙΖΑ στις λεγόμενες ευρωπαϊκές δυνάμεις, μπορεί να αποκλειστεί μια ευρύτερη συνεργασία και η συγκρότηση μιας <<οικουμενικής>> ή <<μεταβατικής>> κυβέρνησης;.

ΣΥΡΙΖΑ και Νέα Δημοκρατία δεν τολμούν να διακηρύξουν ούτε προγραμματικά τις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις στην λειτουργία του κράτους και του πολιτικού συστήματος. Η συνταγματική αναθεώρηση, η ανανέωση της σχέσης κοινωνίας-πολιτικής, η αναδιάρθρωση της δημόσιας διοίκησης είναι μερικές από τις μεταρρυθμίσεις που μπορούν να σταθούν ως ισοδύναμα μέτρα προκειμένου να αρθούν οι δυσμενείς όροι της ισχύουσας δανειακής σύμβασης. Οι συνθήκες θα καταστήσουν αναπόφευκτη την συγκρότηση μιας μεταβατικής, οικουμενικής κυβέρνησης, απαρτιζόμενης από μη πολιτικά πρόσωπα, με σκοπό την επάνοδο στην ομαλότητα μέσω της εκκαθάρισης του ελληνικού πολιτικού συστήματος.

Εάν ο Κυριάκος Μητσοτάκης και η ΝΔ αποφασίσουν να συγκρουστούν με τον ίδιο τους τον εαυτό και θέσουν ως στόχο την άρση των παθογενειών, τότε τα δεδομένα αλλάζουν. Εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του Κυριάκου Μητσοτάκη , να αποδείξει το εάν όντως είναι μεταρρυθμιστής και πολιτικά γενναίος, ώστε να επέλθει η εκ των έσω εκκαθάριση του ελληνικού πολιτικού συστήματος.

Επανερχόμενοι στο αρχικό μας ερώτημα: Ποια η εναλλακτική; Η όποια πολιτική δύναμη τολμήσει την ανανέωση του ελληνικού πολιτικού συστήματος, υπερβαίνοντας τις διχαστικές ετικέτες και τα τεχνητά διλήμματα που δηλητηρίαζαν επί χρόνια την πολιτική και κοινωνική ζωή της χώρας.

Νέο εκλογικό νόμο και ψήφο στα 17 ετοιμάζει η κυβέρνηση

Σημαντικές αλλαγές στον εκλογικό νόμο, μεταξύ των οποίων και ψήφο στα 17, προωθεί η κυβέρνηση, σύμφωνα με δημοσίευμα του Βήματος.

Η εφημερίδα αναφέρει ότι ο εκλογικός νόμος έχει ήδη ετοιμαστεί και πρόκειται να τεθεί σύντομα σε διαβούλευση και εν συνεχεία να κατατεθεί στη Βουλή. Προβλέπει δε τα εξής:

  • Σπάσιμο των μεγάλων εκλογικών περιφερειών. Καμία εκλογική περιφέρεια δεν θα έχει εφεξής περισσότερους από δέκα βουλευτές. Ειδικά η Β’ Αθηνών, η μεγαλύτερη εκλογική περιφέρεια της χώρας σπάει σε τέσσερα κομμάτια.
  • Επιτρέπει την προγραμματική προεκλογική συνεργασία των κομμάτων, κάτι που ο ισχύων εκλογικός νόμος δεν προέβλεπε.
  • Το μπόνους των εδρών μειώνεται από 50 σε 30 και για κόμματα ή συνεργασία κομμάτων με ποσοστό 40%.
  • Καθιερώνεται η απλή αναλογική για 270 βουλευτές.
  • Διατηρείται το πλαφόν του 3% για είσοδο στη Βουλή.
  • Καθιερώνεται μεικτό σύστημα και με σταυρό (στο νομό) και με λίστα (στην περιφέρεια).
  • Μένει ανοικτό το θέμα της μείωσης των εδρών από 300 στις 200.
  • Καθιέρωση κοινωνικού ελέγχου των υποψήφιων βουλευτών. Αν περάσει αυτή η πρόταση σημαίνει ότι καθιερώνονται για την επιλογή των υποψηφίων βουλευτών οι προκριματικές εκλογές κατά νομό.
  • Καθιερώνεται για πρώτη φορά 12ετής θητεία στους βουλευτές.

Ως πότε θα μας καταστρέφουν χωρίς να λογοδοτούν για τις πράξεις τους;

Η πολιτική ευθύνη είναι μια ευθύνη η οποία έχει εν πολλοίς αποενοχοποιηθεί. Ο σημερινός κόσμος δεν νοείται να προσαχθεί κάποιος στην δικαιοσύνη για τις πολιτικές του επιλογές. Τα κόμματα υπόσχονται τα πάντα και στο τέλος δεν τηρούν τίποτε από όσα έχουν πει, μη έχοντας την παραμικρή συνέπεια των πράξεών τους.

Όταν ορισμένοι μιλάνε για ποινικοποίηση της πολιτικής, φτάνουν οι θιασώτες του συστήματος να συγκρίνουν την άποψη αυτή με πρακτικές δικτατορικών καθεστώτων. Γνωστή πρακτική του σημερινού συστήματος να βαφτίζει την δική του άποψη δημοκρατική, και την αντίθετη ακραία-φασιστική. Είναι μια λογική που χρόνια τώρα χρησιμοποιείται από το σύστημα λόγω της ιδεολογικής του ηγεμονίας έναντι της επιστήμης.

Άραγε έχουμε ποτέ αναρωτηθεί ποιες θα ήταν οι πολιτικές που θα ακολουθούνταν από τις κυβερνήσεις εάν η πολιτική ευθύνη συνεπαγόταν και ποινική; Θα ήταν άραγε οι ίδιες; Προφανώς και όχι, καθώς θα γνώριζαν ότι εάν βλάψουν την κοινωνία θα είχαν συνέπειες. Σήμερα όμως ό,τι και να κάνουν μένουν στο απυρόβλητο. Μάλιστα λένε επιδεικτικά ότι ο λαός θα τους τιμωρήσει στην κάλπη, με την έπαρση ότι ομιλούν σε ηλίθιους. Και λένε ότι φταίει για όλα η κοινωνία. Ότι αυτή είναι υπόλογη των επιλογών τους, γιατί έχουμε… δημοκρατία. Κι ότι τους ψηφίσαμε και γι᾽ αυτό να μην αγανακτούμε. Και μάλιστα ντροπή μας που έχουμε και άποψη. Οι επιλογές τους είναι και δικές μας. Αυτό όμως είναι άλλο ένα δείγμα της ολιγαρχικής δομής του σημερινού συστήματος.

Όμως στην πραγματική δημοκρατία, όπως μας την δίδαξαν οι αρχαίοι ημών πρόγονοι, όλοι οι πολίτες έχουν άποψη για όλα. Την άποψη του καθενός, εφόσον ακουστεί στην εκκλησία του δήμου, το σώμα θα κληθεί να την αξιολογήσει και να την υπερψηφίσει ή να την καταψηφίσει (εάν κριθεί λανθασμένη). Αν το σώμα της εκκλησίας κάνει λάθος δεν έχει σημασία. Όπως λέει και ο (ψευδο)Ξενοφών, η δημοκρατική κοινωνία δεν ενδιαφέρεται να κυβερνάται καλά, αλλά να αποφασίζει μόνη της για τον εαυτό της. Γιατί η κοινωνία έχει δικαίωμα να βλάπτει τον εαυτό της. Οι άλλοι (π.χ. κομματικό σύστημα) δεν έχουν δικαίωμα να την βλάπτουν.

Έτσι είναι και σήμερα. Αν δεν αποφασίσουμε να θέσουμε υπό έλεγχο τις πολιτικές των… ηγητόρων μας, αυτοί θα συνεχίσουν να μας καταστρέφουν χωρίς να έχουν την παραμικρή συνέπεια, παρά μόνο τη μη εκλογή τους (sic). Όσο δεν λογοδοτούν για τις πράξεις τους, απλά θα συνεχίσουν να κάνουν καθημερινά σόου εντυπωσιασμού στα κανάλια, μη κάνοντας κάτι το ουσιώδες υπέρ της κοινωνίας. Γιατί βλέπουν το κράτος ως ιδιοκτησία τους, κι όχι ως ιδιοκτησία της κοινωνίας την οποία πρέπει να σεβαστούν. Κι όσο δεν αλλάζει η δομή του συστήματος, αυτό δεν πρόκειται να αλλάξει…

Η δημοκρατία δεν είναι αυτονόητη..

Στις 22 Απριλίου, η Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών του ιδρύματος Ωνάση, φιλοξένησε τον Rainer Höss, εγγονό του Rudolf Höss, διοικητή του Άουσβιτς, όπου βρήκαν τραγικό θάνατο 2.500.000 άνθρωποι κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στη συζήτηση που είχε με τον ιστορικό Τάσο Σακελλαρόπουλο, μεταξύ άλλων, τόνισε: «Υπάρχει άγνοια. […] Όταν κάποιος ξεχνάει την ιστορία του, είναι καταδικασμένος να επαναλάβει τα ίδια λάθη. Ακόμα και σήμερα, τα ατομικά δικαιώματα και η δημοκρατία δεν πρέπει να θεωρούνται αυτονόητα».

Δυστυχώς, τα λεγόμενα του Höss, επιβεβαιώνονται, μάλιστα, στην περίπτωση της χώρας του. Στις κρατιδιακές εκλογές που έγιναν στις 13 Μαρτίου 2016, το ακροδεξιό κόμμα, Εναλλακτική για την Γερμανία (AFD) εκπροσωπείται σε 8 από τα 16 κρατίδια. Πιο συγκεκριμένα, αναδεικνύεται σε αξιωματική αντιπολίτευση στο ανατολικογερμανικό κρατίδιο Σαξονία- Άνχαλτ λαμβάνοντας το 24% των ψήφων και απέχοντας από το Χριστιανοδημοκρατικό κόμμα της Μέρκελ μόλις 6 ποσοστιαίες μονάδες. Αξίζει να σημειωθεί ότι πρόκειται για το καλύτερο εκλογικό αποτέλεσμα που έχει σημειώσει ποτέ μια νεοϊδρυθείσα πολιτική δύναμη στην Γερμανία. Επίσης, στο κρατίδιο Βάδη- Βιρτεμβέργη το AFD συγκεντρώνει ποσοστό 15%  κατακρημνίζοντας το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα SPD στο 10,6%. Αρκετά υψηλά ποσοστά εμφανίζει το ακροδεξιό κόμμα και στο κρατίδιο Ρηναρία- Παλατινάτο με ποσοστό 12,5%, αναδεικνύοντάς το και σε αυτό το κρατίδιο τρίτη δύναμη. Η δυναμική του κόμματος δεν εξαντλείται στις επιτυχίες του σε κρατιδιακό επίπεδο, καθώς, μπορεί το 2013 στις ομοσπονδιακές εκλογές, οριακά να μην πέρασε το εκλογικό κατώφλι συγκεντρώνοντας το 4,7%, σύμφωνα, όμως, με δημοσκόπηση που δημοσιεύτηκε από την YouGov πάνω από το 70% των Γερμανών πιστεύει ότι το AFD έχει σταθερή πορεία για να κερδίσει έδρες στο Εθνικό Κοινοβούλιο της Ομοσπονδιακής Βουλής της Γερμανίας το επόμενο έτος.

Που οφείλεται, όμως, η επιτυχία του κόμματος, ειδικά αν λάβουμε υπόψιν μας τα δεδομένα του χώρου; Πρόκειται για ένα κόμμα που ξεκίνησε κατά του ευρώ αλλά υπέρ της Ευρωπαϊκής Ένωσης με το επιχείρημα ότι το ευρώ είναι ένα αποτυχημένο νόμισμα που απειλεί την ευρωπαϊκή ενοποίηση κάνοντας χώρες με λιγότερο ανταγωνιστικές οικονομίες πιο φτωχές ενώ, παράλληλα, καταστρέφοντας χώρες με ανταγωνιστικές οικονομίες. Προτείνει, μάλιστα, δημοψήφισμα στην Γερμανία για το αν θα πρέπει να παραμείνουν στο ευρώ ή να επιστρέψουν στο εθνικό τους νόμισμα, κάτι που σχετίζεται άμεσα με το γεγονός ότι η Γερμανία δίνει χρήματα στις φτωχές χώρες του Ευρωπαϊκού Νότου. Ωστόσο, την εκτίναξη των ποσοστών του οφείλει στον έντονα ξενοφοβικό και αντι-ισλαμικό του λόγο, ο οποίος αναπτύχθηκε ως αντίδραση στον μεγάλο αριθμό προσφύγων που δέχτηκε η Γερμανία –περισσότεροι από 1.000.000 πρόσφυγες το 2015 ζήτησαν άσυλο στην Γερμανία, η πλειοψηφία των οποίων ήταν μουσουλμάνοι- με αποκορύφωμα την δήλωση της αρχηγού του κόμματος, Φράουκε Πέτρι, «[…] αν οι πρόσφυγες έρθουν στα σύνορά μας, η αστυνομία θα πρέπει να σηκώσει τα όπλα».

Το παράδοξο και ταυτόχρονα εντυπωσιακό στοιχείο του AFD είναι ότι δημιουργήθηκε από 300 καθηγητές πανεπιστημίου και το εκλογικό τους κοινό είναι κυρίως άντρες (κατά 72%), υψηλού μορφωτικού επιπέδου (το 51% έχει τελειώσει την δευτεροβάθμια εκπαίδευση ή είναι κάτοχοι πτυχίου πανεπιστημίου), οι οποίοι έχουν δουλειά (κατά 62%), το 46% των οποίων έχουν μηνιαίο οικογενειακό εισόδημα μεγαλύτερο των 3000 ευρώ και πολιτικά αυτοτοποθετούνται στο Κέντρο (με 45%) σε σχέση με την Δεξιά (38%) και την Αριστερά (17%). Το κοινό τους γνώρισμα, πάντως, είναι η απαισιοδοξία τους αναφορικά με την οικονομία, σε ποσοστό 78%!

Στις 2 Μαΐου το AFD παρουσίασε το εκλογικό αντι- ισλαμικό του μανιφέστο τονίζοντας ότι το Ισλάμ δεν είναι συμβατό με το Σύνταγμα της Γερμανίας και δηλώνοντας πως το κόμμα τάσσεται υπέρ της απαγόρευσης των μιναρέδων και της μπούρκας. Με αφορμή  το πρώτο συνέδριο του ακροδεξιού κόμματος στην Στουτγάρδη αλλά και την κινητοποίηση των, τουλάχιστον, 2000 διαδηλωτών αριστερών κομμάτων που συγκρούστηκαν με την αστυνομία, όταν επιχείρησαν να εισβάλουν στο πρώτο συνέδριο των μελών του AFD, πραγματοποιήθηκε δημοσκόπηση για την γερμανική εφημερίδα Bild από την INSA Institute με τα αποτελέσματα να παρουσιάζουν μεγάλο ενδιαφέρον. Καταρχάς, το ποσοστό του AFD για τις επόμενες εκλογές υπολογίζεται ότι θα αυξηθεί φτάνοντας στο 15%, σε αντίθεση με το SPD που αναμένεται να πέσει στο 20%. Όσον αφορά τους μουσουλμάνους, το 22% πιστεύει ότι το Ισλάμ ανήκει στην Γερμανία, σε αντίθεση με το 61% που υποστηρίζει ότι δεν ανήκει. Πάντως, η πλειοψηφία των Γερμανών απορρίπτει την ιδέα ότι το Ισλάμ είναι μέρος της Γερμανίας, πιστεύει, όμως, ότι οι Μουσουλμάνοι που μένουν στην χώρα, ανήκουν στην Γερμανία. Ας μην ξεχνάμε, άλλωστε, ότι ήδη βρίσκονται στην χώρα 4.000.000 Μουσουλμάνοι που υπολογίζεται ότι αποτελούν το 5% του συνολικού πληθυσμού της Γερμανίας. Τέλος, το 49% των Γερμανών πιστεύει ότι το AFD δεν μπορεί να εδραιωθεί ως πολιτική δύναμη μακροπρόθεσμα προτάσσοντας την συγκεκριμένη αντιμουσουλμανική ατζέντα.

Το AFD δεν είναι το μοναδικό ακροδεξιό κόμμα που εμφανίζει υψηλά ποσοστά στην Ευρώπη τα τελευταία χρόνια. Η άκρα δεξιά έχει κερδίσει πολλά σε περιόδους όπου παρουσιάζεται άμβλυνση της διάκρισης Αριστεράς- Δεξιάς, ακριβώς γιατί επιβεβαιώνεται η άποψή της ότι όλα τα κόμματα είναι ίδια. Με δεδομένο ότι οι μισοί ψηφοφόροι του AFD δεν είχαν ψηφίσει στις προηγούμενες εκλογές του 2011 αλλά και ότι μεγάλο μέρος του εκλογικού του κοινού είναι άνεργοι και δυσαρεστημένοι ψηφοφόροι από όλα τα παραδοσιακά κόμματα, αυτή η εξέλιξη θα πρέπει να προβληματίσει σε μεγάλο βαθμό τα εδραιωμένα κόμματα σε ολόκληρη την Ευρώπη, γιατί, όπως φαίνεται, η δημοκρατία δεν είναι αυτονόητη

Η ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή του Ελληνικού Πολιτικού Συστήματος

Ως ιδεοψυχαναναγκαστική διαταραχή στην ψυχολογία ορίζεται  μια αγχώδης διαταραχή που περιλαμβάνεται στις νευρώσεις. Χαρακτηρίζεται από ιδεοληψίες αλλά και ψυχαναγκασμούς και προκαλεί έντονα αισθήματα δυσφορίας και άγχους στον πάσχοντα, για πράγματα συνήθως απλά και μη ενέχοντα κίνδυνο.

Ακόμα και αν ο ίδιος ο πάσχων αναγνωρίζει το ανούσιο των φόβων του δεν μπορεί παρ’ όλα αυτά εύκολα να τους αποβάλει. Έτσι υποκύπτει συχνά σε «τελετουργικού” τύπου επαναληπτικές πράξεις και σκέψεις για να κατευνάσει το άγχος. Η λύση αυτή παραμένει όμως ανεπαρκής αφού η πιο αποτελεσματική αντιμετώπιση φαίνεται να είναι η έκθεση στο φόβο και στις σκέψεις μη καταφεύγοντας σε επαναληπτικές πράξεις.

Το ελληνικό κράτος και γενικότερα το ελληνικό πολιτικό σύστημα (δηλαδή οι πολίτες και οι πολιτικοί) παρουσιάζει μια παρόμοια παθολογία. Και εάν, αντίθετα με ένα πάσχον από ιδεοψυχαναγκασμούς άτομο, υπάρχουν πολλές, πραγματικές και σοβαρές απειλές και προβλήματα να φοβάται πάντως δεν αποκομίζει τίποτα από «τελετουργίες”. Ας εξηγηθώ όμως.

Ο μόνιμος φόβος και το κακό που πιστεύεται ότι θα συμβεί είναι (κυρίως) η χρεωκοπία της χώρας μαζί με τα πολλά παρελκόμενα ενός τέτοιου γεγονότος. Αυτή είναι μία πιθανότητα υπαρκτή. Αυτό δεν σημαίνει πάντως πως πρέπει να αντιμετωπιστεί με διαφορετικό τρόπο από τον φανταστικό φόβο του αγαπητού μας προαναφερθέντα πάσχοντα.

Όταν αυτός ο καλός κύριος έχει μια άσχημη σκέψη, π.χ πως ο σκύλος του θα αρρωστήσει αν ο ίδιος δεν ανοιγοκλείσει την βρύση 4 φορές, γνωρίζει πως δεν υπάρχει καμία λογική αλληλουχία που να οδηγεί σε μια τέτοια αιτιότητα πραγμάτων. Με άλλα λόγια γνωρίζει ότι ο σκύλος του δεν θα αρρωστήσει αν δεν ανοιγοκλείσει την βρύση 4 φορές. Παρ’ όλα αυτά το κάνει, διότι προσβλέπει στην γνώριμη ανακούφιση που θα του προσφέρει αυτή η πράξη. Το πρόβλημα είναι ότι αυτή η σκέψη, εφόσον ενέδωσε, θα επανέλθει.

Ακριβώς το ίδιο συμβαίνει και με το ελληνικό κράτος. Ενδίδει. Καταφεύγει σε γνώριμες «τελετουργίες” για να κουκουλώσει τα προβλήματα θεωρώντας ότι αυτή η, προσωρινή μονάχα, λύση θα γίνει ως δια μαγείας μόνιμη. Τα οικονομικά της χώρας είναι χάλια; Ας κατευνάσουμε το θηρίο με προσλήψεις, αφαίμαξη δημοσίων πόρων και γενικά διαιώνιση πρακτικών που έφεραν την Ελλάδα σε αυτό το σημείο. Είναι πιο γνώριμες άλλωστε…

Λύση αντιθέτως, και σε αυτή την περίπτωση, αποτελεί η έκθεση στον κίνδυνο. Η ανυπακοή στις προσταγές του ιδεοψυχαναγκασμού. Κανείς δεν πρέπει να αυταπατάται ως προς τις δυσκολίες που θα προκύψουν από αυτή την πρακτική. Και εδώ θα υπάρξουν συμπτώματα κατάπτωσης (μείωση μισθών, έλλειψη ρευστότητας, στάσεις πληρωμών κλπ) με απώτερο σκοπό όμως την αποτίναξη του φόβου, ανάκαμψης και τελικά άρνησης επιστροφής στις ψυχαναγκαστικές κινήσεις (σε διογκωμένο δημόσιο, δημοκόλακες πολιτικούς, μη εφαρμογή μέτρων κλπ).

Η δυσκολία στην εφαρμογή αυτής της δύσκολης διαδικασίας έγκειται σε διάφορους λόγους. Θα αναφερθώ όμως ακροθιγώς σε πέντε εξ αυτών:

  • Η κοντόφθαλμη αντίληψη για το παγκόσμιο γίγνεσθαι από τον Έλληνα πολίτη και πολιτικό. Βεβαία, είναι λογικό όλα να εξετάζονται εκ του προσωπικού πρίσματος, όσο ασήμαντο ή μικρό και αν είναι αυτό. Και αν ακόμα ο μέσος πολίτης δεν καθίσταται υπόχρεος να γνωρίζει πλήρως τον τρόπο λειτουργίας των πολιτικών διεργασιών σε εθνικό και παγκόσμιο επίπεδο, το πρόβλημα πηγάζει από την υιοθέτηση ανάλογης “μυωπικότητας” εκ των κυβερνώντων, είτε προς συμμόρφωση με την αμάθεια του πολίτη ή (ακόμα χειρότερα) από παρόμοια “αμορφωσιά” επί του θέματος. Λόγω δημοκολακίας ή απαιδευσιάς λοιπόν.
  • Ακόμα όμως και μια διατεθειμένη για έργο κυβέρνηση θα προσκρούσει στο τοίχος που συνθέτει η παντελής έλλειψη εμπιστοσύνης επί της πολιτικής ηγεσίας, του κυβερνητικού και γενικότερα πολιτικού μηχανισμού και της πολιτικής οντότητας. Πως όμως να μην συμβεί κάτι τέτοιο όταν όλοι θεωρούνται και, δυστυχώς, αποδεικνύονται πλευρές τους ίδιου νομίσματος…
  • Ο ανεπαρκής και χρονίως πάσχων διοικητικός μηχανισμός ο οποίος εάν είχε την πρέπουσα λειτουργία, υποδομή και «παιδεία” δεν θα ήταν έρμαιο της εκάστοτε κυβέρνησης μα αντίθετα θα μπορούσε να λειτουργήσει σταθεροποιητικά σε καιρούς τρικυμιών, ανεπηρέαστος από τις αλλαγές στην εξουσία.
  • Η ψυχολογία του θύματος. Το σύμπλεγμα θύτη-θύματος. Κοινό και αυτό σε πολίτη και πολιτικό. Ο Έλληνας παρουσιάζεται στον εαυτό του ως μόνιμα αδικημένος εξωγενώς. Το εάν αυτό αληθεύει ή όχι είναι εκτός θέματος. Η πεποίθηση του αναπόδραστου της μοίρας που έχει εναποτεθεί στους ώμους του την καθιστά αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Αυτό με τη σειρά του φέρνει στην επιφάνεια μηχανισμούς μετάθεσης ευθυνών και κατεύθυνσης του θυμού, όπως η ξενοφοβία.
  • Ο βαθιά ριζωμένος νεποτισμός, παθογένεια της ελληνικής πολιτικής ζωής που δεν φαίνεται πιθανό να πνεύσει τα λοίσθια στο άμεσο μέλλον. Το θέμα αυτό ξεπερνά την απλή διαπίστωση ότι 30 χρόνια μετά ένα κόμμα προεδρεύεται ξανά από άνθρωπο που φέρει το ίδιο επώνυμο. Πρόκειται για την διαπίστωση ότι τα μυαλά που διοικούν παραμένουν ίδια, σε έναν συνεχώς όμως εξελισσόμενο κόσμο.

Η κατάσταση επιτάσσει (δυστυχώς όμως δεν μπορεί και να επιβάλλει, ακόμα) μια επανάσταση, μα για πρώτη φορά όχι από τον λαό αλλά από την πολιτική ηγεσία. Μια επανάσταση αυτής προς τον (κακό) εαυτό της. Μια αυτοαναίρεση, έναν “αυτοξεπερασμό”.

Και αν ακόμα ο Έλληνας δεν φαίνεται να εμπιστεύεται τόσο τον πολιτικό μηχανισμό και την ηγεσία ώστε να την ακολουθήσει, έχει όμως αποδείξει στο παρελθόν ότι κινητοποιείται, παραπάνω από ικανοποιητικώς, στο πλαίσιο των επιταγών του «Έθνους” (Ως Έθνος θα μπορούσαμε να ορίσουμε την αφαιρετική έννοια της Ελλάδος. Χωρίς αναφορές σε συγκεκριμένα άτομα και κοινωνικές ομάδες, ούτε και γεωγραφικά σύνορα, αλλά ως συλλογικής οντότητας/υπάρξεως, χωρίς ανθυγιεινές εθνικιστικές αξιώσεις).

Αν λοιπόν μια κυβέρνηση μπορέσει επαρκώς να «προσωποποιήσει” το αίτημα του Έθνους για ανάταση και ακόμα καλύτερα να ταυτιστεί, βραχυπρόθεσμα μονάχα, με αυτό, ο Έλληνας θα ακολουθήσει. Μιλούμε όμως για ειλικρινή προσπάθεια και πρόθεση να αποτελματωθεί ο τόπος αυτός και όχι κούφιες υποσχέσεις και οράματα προς ίδιον όφελος. Και ας μην ξεχνάμε, η μόνη λύση είναι να μην ανοιγοκλείσεις την βρύση…

Ένας δικομματισμός του σήμερα

Το δίπολο δεξιάς-αριστεράς στην Ελλάδα καταβαραθρώθηκε. Κατέρρευσε σα χάρτινος πύργος σε ένα διάστημα 15 μηνών και μαζί του συμπαρέσυρε τις αυταπάτες εκατοντάδων χιλιάδων ψηφοφόρων, οι οποίοι πιστά, σθεναρά και παρωπίδες φερόμενοι αυταπατώνταν οραματιζόμενοι αριστεροϊδεατές οάσεις σε κοινωνία καπιταλιστικών κρατών. Δεν αντιλήφθηκα ποτέ πως θα μπορούσε να χαράξει οικονομική πολιτική ένας ηγέτης οποίος δεν ελέγχει τη νομισματική κυκλοφορία του χρήματος, αλλά η δύναμή του περιορίζεται στην εμπλοκή του στα δημοσιονομικά της χώρας.

Είναι Ιούλιος του 2015 και ο Γιάνης Βαρουφάκης αποχωρεί από την ηγεσία του υπουργείου Οικονομικών. Στο επόμενο διάστημα δίνει συνεχείς συνεντεύξεις σε δημοσιογράφους εντός και εκτός της χώρας, αποκαλύπτει συζητήσεις, τακτικές, προφίλ υψηλόβαθμων προσώπων. Μέσα σε όλα, γίνεται αναφορά στις IOU υποσχετικές πληρωμές (“I Owe You”). Κάπως έτσι, παίρνω κι εγώ την απάντηση στο πως θα μπορούσε η κυβέρνηση δυνητικά να εμπλακεί στη νομισματική κυκλοφορία. Με παράλληλη νομισματική κυκλοφορία, η οποία, δε θα επιβαλόταν από άνωθεν, αλλά θα προωθούταν σα λύση στο εσωτερικό της χώρας από τους κυβερνώντες! Δε θα σημειώσω ούτε ότι η λύση αυτή θα πετύχαινε, ούτε ότι θα ήταν καταδικασμένη. Αυτό θα είχε άμεση σχέση με τον τρόπο υλοποίησής της.

Ένα χρόνο μετά, η κυβέρνηση ενεπλάκη σε όσα ενεπλάκησαν και οι προηγούμενες κυβερνήσεις. Το μήκος κύματος παρέμεινε σε δημοσιονομικές μεταρρυθμίσεις, οι οποίες θα μπορούσαν κάλλιστα να είχαν γίνει από οποιαδήποτε κυβέρνηση της τελευταίας εξαετίας, οι οποίες κάλλιστα θα μπορούσαν να είχαν γίνει από κυβέρνηση της δεξιάς. Με αυτόν τον τρόπο η ελληνική πολιτική πραγματικότητα έχει διαμορφωθεί εδώ και μερικούς μήνες ως εξής: Τα δύο πρώτα κόμματα δεν απέχουν ως προς το εάν αντιπροσωπεύουν δεξιές ή αριστερές πολιτικές, αλλά ως προς το βαθμό που ενστερνίζονται το φιλελευθερισμό. Στη μία πλευρά βρίσκεται ο ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος, προσωπικά θεωρώ, ότι έχει καταλήξει να προσεγγίζεται από ένα είδος ριζοσπαστικού φιλελευθερισμού. Στην άλλη πλευρά βρίσκεται η Νέα Δημοκρατία, η οποία αυτοπροσδιορίζεται και χτίζει ένα προφίλ κλασικού φιλελεύθερου κόμματος.

Η οικονομική κρίση δεν πάραξε αυτό το δίπολο ως προϊόν. Το δίπολο αυτό, θεωρώ, έχει αρχίσει να διαμορφώνεται από τότε που ο δυτικός κόσμος αποφάσισε ότι ο καπιταλισμός είναι το οικονομικό σύστημα που του ταιριάζει. Η οικονομική κρίση είχε σαν προϊόν να πέσουν τα πολιτικά προσωπεία και να αποκαλυφθεί ποιο είναι όντως το δίλημμα του Έλληνα ψηφοφόρου που επιλέγει να στηρίξει, ένα από τα δύο πρώτα κόμματα, δημοσκοπικά, που διεκδικούν την εξουσία.

Καταλήγοντας, και γνωρίζοντας ότι δεν έχω ασκήσει καμία κριτική σε κανένα από τα δύο στρατόπεδα, αλλά κάνοντας απλώς διαπιστώσεις, δε μπορώ να αφήσω ασχολίαστη τη φράση του Υπουργού Εργασίας. Μιλώντας στο Επαγγελματικό Επιμελητήριο της Αθήνας αυτοπροσδιορίστηκε ως κομμουνιστής και διεκδίκησε το δικαίωμά του να αυτοπροσδιορίζεται όπως αισθάνεται και επιθυμεί. Θα θυμίσω, λοιπόν, ότι ένας πολιτικός δε χαρακτηρίζεται από τον τρόπο με τον οποίο αυτοπροσδιορίζεται αλλά από την πολιτική την οποία χαράζει ή την πολιτική στην οποία επιλέγει να συμμετέχει.

Πόσω μάλλον σε μία περίοδο που οι πολιτικές μάσκες πέφτουν…