«Ζαν Σαντέιγ»

Σε μια κατάσταση νωθρότητας που αγγίζει την απογοήτευση, ο Ζαν στην κοιλάδα ενός βουνού θυμάται τη θάλασσα. Η θάλασσα τον πάει σε μια άλλη εποχή, όπου μπορεί να χάνει χρόνο ονειροπολώντας. Παίρνει τον δρόμο του γυρισμού. Τώρα φαντάζει διαφορετικός. Αυτά που τον έπνιγαν πλέον δεν υπάρχουν, η μνήμη της θάλασσας ξέπλυνε το βάρος από τους ώμους του. Σχεδόν ανυπομονεί να γυρίσει. Περνάει από τις αφηρημένες ονειροπολήσεις μιας “άλλης πραγματικότητας”, στις  υλικές απολαύσεις των ονειροπολήσεων αυτών. Βρίσκεται σε έναν χωρίς τέλος διάλογο με τη μνήμη, πατώντας απαλά πάνω της, μπορεί να βιώσει τις απολαύσεις της “πραγματικότητας”.

Με την παραμικρή βία μπορούν όλα να διαλυθούν, μια παρατήρηση της μητέρας του, ή μια φωνή του πατέρα του, εύκολα τον ρίχνουν στην πεζότητα της πραγματικότητας.  Στην πρώτη αυτή ανάμνηση τονίζεται η τομή διάκρισης ανάμεσα στους ανθρώπους και τα πράματα. Οι άνθρωποι λειτουργούν αυτιστικά . Επικοινωνούν ο ένας στον άλλον ό,τι πιο βαρετό και κοινό έχουν. Ο άνθρωπος ανήκει στο πεπερασμένο. Πράγματα υπήρχαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν, πριν και μετά από αυτόν, αυτά κρατούν κάτι από εμάς . Με βάση αυτή τη διάκριση θα κατανοήσουμε γιατί τα πράγματα και όχι οι άνθρωποι λειτουργούν ως εφαλτήρια της μνήμης.

Απροσδιόριστα στο χρόνο ο Ζαν βρίσκεται στη θάλασσα του Βορρά, ταξιδεύοντας φτάνει στις ακτές της Βαλτικής. Βλέπει τη θάλασσα να ανεβαίνει στην άμμο «με πολύ μικρά μαργαριταρένια κύματα». Μια άγνωστη θάλασσα, ένα άγνωστο μέρος. Τα κύματα όμως του ήταν γνωστά. Ήταν τα ίδια αυτά κύματα που του ήταν τόσο οικεία, τα κύματα της Μάγχης. Τα ίδια κύματα θα μπορούσαν να αφρίζουν και να σκάνε πάνω σε οποιονδήποτε βράχο ή ακροθαλασσιά. Και θα ήταν πάλι τα ίδια κύματα, κουβαλώντας πάνω τους σαν στολίδι την ίδια ανάμνηση. Αυτήν η ανάμνηση που θα διατηρηθεί και μετά τον Ζαν.

Ο μοναδικός δρόμος προς την “αλήθεια”, είναι αυτός της φαντασίας. Ο παραμυθένιος κόσμος των αναμνήσεων, αγγίζει την τάξη του “πραγματικού”. Όταν ο Μπόρχες γράφει «Δεν υπάρχουν παράδεισοι, άλλοι από τους χαμένους παραδείσους.», εύκολα αναγνωρίζουμε τα λόγια του Προυστ. Αναγάγει τον “παράδεισο” σε έναν χαμένο χρόνο, με τον οποίο επικοινωνούμε μέσω της μνήμης και της φαντασίας.

Στο τρίτο κείμενο ο Ζαν βρίσκεται στη λίμνη της Γενεύης. Ανάμεσα σε αυτόν που την αντικρίζει σήμερα και αυτόν που την έβλεπε τότε, υπάρχει κάτι άλλο, μέσα σε αυτό το χώρο πλανάται η φαντασία. Η λίμνη πλέον χάνει την υπόσταση της ως τέτοια. Τώρα είναι η εικόνα «μιας ζωής βιωμένης καιρό τώρα». Προσωποποιεί και νοηματοδοτεί τη φαντασία την τοποθετεί «γύρω από ένα παρελθόν, όταν αυτό βρίσκεται εγκλωβισμένο σε ένα παρόν». Θέλει να αφήσει τη μνήμη να ανασύρει εικόνες από το ασυνείδητο και συνειρμικά να (ανα)κατασκευάσει το παρελθόν.

Ο Ζαν «χρειαζόταν την ανάμνηση, όχι ακριβώς την ανάμνηση αλλά τη μετάλλαξη της ανάμνησης σε μια άμεσα αισθητή πραγματικότητα». Μέσω αυτής δίνεται η αίσθηση πως αυτό που κάποτε είχε βιωθεί ζει ακόμα και συνεχίζει παράδοξα να υπάρχει. Παρελθόν και παρόν βρίσκονται σε μια συνεχή διάδραση, που δημιουργεί κάτι ποιοτικά νέο, έξω από τον χρόνο, ένα “νόημα” βουτηγμένο  στη φαντασία.

«Αλλά αυτές οι στιγμές μιας χαμένης εκ των προτέρων ευτυχίας γίνονται όλο και πιο σύντομες, όλο και πιο σπάνιες». Στο τέταρτο κείμενο αντιμετωπίζεται η φθορά του έρωτα. Η μουσική φράση της σονάτας του Σαιν-Σανς παίζει ξανά και ξανά τα χρόνια του έρωτα του Ζαν. Δέκα χρόνια μετά το τέλος του έρωτά του, ο Ζαν θα ακούσει την ίδια μουσική φράση. Η φράση διήρκεσε περισσότερο. Είχε ακούσει, είχε κρατήσει σιωπές και εξάρσεις. Τον μετέφερε πίσω. Δεν του θύμισε τη Φρανσουάζ, αλλά όλα τα μέρη στα οποία του είχε παίξει αυτή τη μουσική φράση. Μέσα σε όλα αυτά δε βρήκε πουθενά την επιθυμία να αγαπήσει ξανά.

Αυτά ήταν τέσσερα κείμενα του Ζαν Σαντέιγ, καλύτερα τέσσερεις αναμνήσεις του Ζαν Σαντέιγ. Ο Μαρσέλ Προυστ βυθίζει τον αφηγητή του στη σύγχυση των αναμνήσεων, εμφανίζει φευγαλέες σκέψεις, αληθινές απολαύσεις και προσπαθεί να κατανοήσει τη ζωή. Αν πούμε πως η πρώτη εμπειρία της ζωής είναι αυτή κατά τον Ηράκλειτο που προσπαθούμε να την αδράξουμε και να τη ζήσουμε, τότε η δεύτερη είναι αυτή που μας επιβάλει να την (ξανα)ζήσουμε μέσω της φαντασίας και της τέχνης. Έτσι δημιουργείται προσωπική και διαχρονική χροιά της ζωής.

Ο Προυστ ασχολήθηκε με το «Ζαν Σαντέιγ» από το 1895 μέχρι το 1900, από αυτό άντλησε και βασικές ιδέες, τοπία, καταστάσεις, ακόμα και ολόκληρη ανάπτυξη θεμάτων που βρίσκουμε στο «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο», ένα βιβλίο που έχει χαρακτηριστεί ως ένα από τα σημαντικότερα του 20ου αιώνα. Όπως λέει και η Λητώ Ιωακειμίδου «ενώ η συμβατική μνήμη κατά τον Προύστ , αγνοεί τις αισθήσεις, εδώ ένα οπτικό ερέθισμα, φέρνει στο φώς έναν ολόκληρο κόσμο, γιατί τον εμπεριέχει ήδη». Όπως τα σύγχρονα μυθιστορήματα έτσι και αυτό πραγματεύεται το χρόνο. Όχι το χρόνο που βρίσκουμε στις παλιές επιστήμες, τον κυκλικό αντιστρέψιμο χρόνο, αλλά το χρόνο κατά τον Μπερξόν βασιζόμενο στη μη αντιστρεψιμότητα, ένα χρόνο ποιοτικά νέο.

Το ύφος που βρίσκουμε στο «Ζαν Σαντέιγ» είναι αντιπροσωπευτικό του συγγραφέα και συμβάλει στην ολοκλήρωση του συγγραφικού του στόχου. Οι άκρως ποιητικές περιγραφές μεταφέρουν τον αναγνώστη στις εικόνες της μνήμης και σε όλους τους τόπους του Ζαν Σαντέιγ.

«Η μικρή Μπιζού»

Ένας αφηγητής που αφηγείται τις μνήμες μιας αφηγήτριας που θυμάται, μπλεγμένος χωροχρόνος, με απρόοπτες αλλαγές που σε μεταφέρουν από τη μνήμη στο παρόν και από το παρόν σε ένα κατασκευασμένο παρελθόν. Με φόντο το ημίφως του Παρισιού, τις αποβάθρες των τρένων, τα καφέ και τους τηλεφωνικούς θαλάμους, ο Πατρίκ Μοντιανό σκηνογραφεί ένα άψογο μυθιστόρημα.

Ο χρόνος της αφήγησης παραμένει πάντα άγνωστος, ποτέ δε δηλώνεται ξεκάθαρα, αφήνει ίχνη που επιτρέπουν στον αναγνώστη να τον ψηλαφίσει. Ο δεύτερος χρόνος, αυτός της δράσης, ο χρόνος που η μικρή Μπιζού συναντάει πρόσωπα και αναδομεί το παρελθόν. Έπειτα ο χρόνος της μνήμης, τότε που η Τερέζα έγινε η μικρή Μπιζού, η εποχή του κατεχόμενου Παρισιού.

Ένας συνεχής κύκλος, επαναλαμβάνει την ιστορία της μικρής Μπιζού (μέσα από το κοριτσάκι που ζει στο Δάσος της Βουλώνης). Θυμάται και (ανα)κατασκευάζει το δικό της παρελθόν. Κάνει μια επιστροφή στο παρελθόν περιφρονώντας τη διαδικασία επούλωσης τραυμάτων, τις περισσότερες φορές απλώς ανακαλύπτει καινούρια, βρίσκει έναν τρόπο εντοπισμών τους.

Είναι ακόμα το παιδί που περιμένει έξω από μια πόρτα, κλαίει απαρηγόρητο για κάτι που ξέχασαν να του εξηγήσουν, για το “γιατί” που δεν άκουσε ποτέ. Ένα παιδί που ακολουθεί μια γυναίκα με ένα κίτρινο φόρεμα, τη γυναίκα που του θυμίζει τη μητέρα του. Πλάθει τη στιγμή της συνάντησης, δημιουργεί τους διαλόγους και αφηγείται το παρελθόν.

Τη βλέπει πίσω από το τζάμι του τηλεφωνικού θαλάμου, φαντάζεται την φωνή της, ο ήχος ποτέ δε φτάνει στ’ αφτιά της, κυριαρχεί η σιωπή. Η ομιλία χάνεται στο ακουστικό του τηλεφώνου, παραμορφώνεται από το μέσο αλλά σε αυτή φτάνει μόνο η σιωπή μπροστά από το τζάμι.

Πίσω από τις αλλαγές του χρόνου, η ιστορία ακολουθεί έναν σταθερό κύκλο που βυθίζει τον αναγνώστη σε μια κατάσταση συνεχούς ανησυχίας, έναν φόβο για το φόβο, είναι ένας noir εφιάλτης, όπου το μόνο θύμα είναι αυτό που η μικρή Μπιζού προσπαθεί να κάνει στη μικρή Μπιζού.

Λίγο πριν κλείσει ο κύκλος -σπάει- ο χρόνος διαλύεται, παράγει. Κλίνει με την (ανα)γέννηση. Τοποθετεί την Τερέζα στην αρχή μιας τελείως διαφορετικής πορείας ενός ποιοτικά νέου χρόνου, ανεξάρτητο του προηγούμενου.

Η μνημοτεχνική είναι κύριο χαρακτηριστικό της γραφής του Μοντιανό. Η νοσταλγία στα βιβλία του εμφανίζεται ως μορφή μελαγχολίας. Η ατμόσφαιρα του κειμένου του είναι σχεδόν μεθυστική και η γραφή του σε πολλά σημεία ξεπερνάει τα όρια του πεζού λόγου και συνθέτει ποιητικές εικόνες.

Στο τέλος του βιβλίου υποπτεύομαι πως ο αναγνώστης θα έχει μια ικανοποιητική εξήγηση γιατί η Σουηδική ακαδημία επέλεξε να τιμήσει το 2014 τον Πατρίκ Μοντιανό με το βραβείο Νόμπελ. Ο εβδομηντάχρονος συγγραφέας μέχρι τότε παρέμενε άγνωστος στο αγγλόφωνο κοινό. Δεν έπαυε όμως να έχει πιστούς αναγνώστες και να θεωρείται δίκαια ένας από τους σημαντικότερους Γάλλους συγγραφείς. Είναι ένας δραστήριος συγγραφέας, το πρώτο του έργο το ολοκλήρωσε στα 23 και μέχρι σήμερα έχει γράψει 30 βιβλία εκ των οποίων τα 10 έχουν μεταφραστεί στα Ελληνικά.

«Κήποι από φως»: Η ζωή του Μάνη

«Τούτο το βιβλίο είναι αφιερωμένο στο Μάνη. Τη ζωή του θέλησε ν’ αφηγηθεί ή ό,τι  μπορεί κανείς να μαντέψει ακόμα από τη ζωή του, ύστερα από τόσους αιώνες ψεύδους και λησμονιάς». Αυτά είναι τα λόγια του ίδιου του συγγραφέα στο τέλος του βιβλίου του. Ο Αμίν Μααλούφ προσπαθεί με την πένα του, να ξεδιαλύνει αιώνες μύθων και ψεμάτων και να μας παρουσιάσει τη ζωή του Μάνη.

Με ύφος σχεδόν παραμυθιού μας μεταφέρει στην Κτησιφώντα, σε ένα φοινικόδασος δίπλα στα νερά του Τίγρη, στη Δέβ. Γνωρίζουμε τον Αρταξέρξη, τον εγγονό του Ορμίσδα και το γιό του Σαπώρ, ο οποίος θα γίνει αυτοκράτορας μετά τον θάνατο του Αρταξέρξη και θα λάβει σημαντικό ρόλο στη εξέλιξη της ζωής του Μάνη.

Ο Μάνης γιός του Παττίγκ γόνος Παρθικής αριστοκρατίας θα μεγαλώσει δίπλα στον Τίγρη μαζί με τους Ασπροντυμένους. Ποτέ δε θα γίνει όμως ένας από αυτούς. Όταν θα φύγει, τον ακολουθεί ο πατέρας του και γίνετε ο πιο πιστός μαθητής του. Η ιστορία του Μάνη, του γιού της Βαβυλώνας, ενός ζωγράφου, ενός γιατρού, ενός προφήτη αρχίζει στα πρώτα βήματα της Χριστιανικής εποχής. Περίπου δύο αιώνες μετά το θάνατο του Ιησού.

Εκείνη την εποχή, λίγοι πίστευαν σε ένα μόνο είδωλο και στην Περσική αυτοκρατορία οι θρησκείες ήταν δεκάδες. Ο γιατρός της Βαβυλώνας δεν καταδίκασε καμία, δίδασκε στους ανθρώπους την ισότητα, την αγάπη για το ωραίο, τις τέχνες και τα γράμματα. Τόνιζε πως όποιος τον ακολουθήσει. μπορεί να συνεχίσει να πιστεύει στο Θεό του.

Ο Αμίν Μααλούφ στις σελίδες του βιβλίου του μας καθιστά εύκολα, κατανοητά, δύσκολα νοήματα και γεγονότα. Το έργο του μεταφρασμένο σε 37 γλώσσες φωτίζει εποχές παλιές και ξεχασμένες. Ο ίδιος έχει γράψει πολλά αξιόλογα βιβλία μεγάλο μέρος των οποίων έγινε αμέσως μπεστ-σέλλερ.

Μέσα στο βιβλίο «Κήποι από φως» γνωρίζουμε τον Μάνη και τον ΜανιχαΪσμό, τους διωγμούς, τη ζωή του και τέλος τα βασανιστήρια και το θάνατό του. Χωρίς να προσβάλει καμία θρησκεία, χωρίς να προτείνει κανένα Θεό οδηγήθηκε στο θάνατο, γιατί απλά το όραμα του ήταν ανθρωπιστικό και τολμηρό για τα δεδομένα της εποχής.

«Ο Ηλίθιος»: Ο απόλυτος καλός άνθρωπος της εποχής του

Πόσο εύκολο μας είναι να χαρακτηρίσουμε κάποιον “ηλίθιο”, απλά και μόνο επειδή δε σκέπτεται ή δε δρα όπως εμείς; Ακόμα χειρότερα επειδή δεν είναι όπως εμείς, νομίζουμε ότι θα έπρεπε; Στη μακρά διάρκεια της ιστορίας οι ιδιαίτεροι άνθρωποι έχουν αντιμετωπιστεί με διαφορετικό, σκληρό και άσχημο τρόπο.

Ένας τέτοιος άνθρωπος είναι και ο ήρωας του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι στον «Ο Ηλίθιος». Ο αγαθός πρίγκιπας Μίσκιν είναι πολύ έξυπνος με περίσσια ευαισθησία. Ο Μίσκιν ενσαρκώνει τον τέλεια καλό και δίκαιο άνθρωπο της εποχής του, ο οποίος παραμένει δίκαιος στην αδικία, δε θυμώνει με τους άλλους, συγχωρεί χωρίς δεύτερη σκέψη και αγαπά τους ανθρώπους, πόσο μάλλον τα παιδιά (ο ίδιος ομολογεί πως είναι ένα παιδί). Μια τέτοια προσωπικότητα για να παραμείνει έτσι μέσα στην διαφθορά και την αδικία δεν θα μπορούσε παρά να ήταν “ηλίθιος”.

Ο ήρωας μας επιστρέφει από την Ελβετία, όπου είχε πάει για να γιατρέψει την ασθένεια του (ήταν ηλίθιος). Βρίσκεται στη Ρωσία και σύντομα γνωρίζει το στρατηγό Ιβάν Φιοντόροβιτς και την οικογένεια του. Ερωτεύεται την Ναστάζια Φιλίποβνα, που μόνο αυτός διακρίνει την θλίψη στο βλέμμα της και την αγαπά, όπως θα αγαπούσε κανείς ένα μικρό παιδί.

Η ιστορία εξελίσσεται με τέτοιον τρόπο, που η Ναστάζια αφήνει τον πρίγκιπα και εκείνος συνειδητοποιεί τον έρωτα του για την Αγλαΐα Ιβάνοβα κόρη του στρατηγού. Όπως ομολογεί και ο ίδιος, αγαπά και τις δυο αυτές διαφορετικές γυναίκες, με διαφορετικό τρόπο βέβαια την κάθε μια.

«Ο Ηλίθιος» είναι ένα από τα πιο πολυδιαβασμένα βιβλία και μεταφρασμένο σε δεκάδες γλώσσες. Είναι διαχρονικό με πλούσια νοήματα, το περιεχόμενό του είναι κοινωνικό, πολιτικό και θρησκευτικό πολλές φορές δε λείπουν και οι αναφορές για πολλά από τα γεγονότα που σημάδεψαν την τότε Ρωσία. Ο Ντοστογιέφσκι ψυχογραφεί σε βάθος τους ήρωες του, ξεδιπλώνοντας όλες τις πτυχές του χαρακτήρα τους. Εύλογα διαπιστώνουμε, πως δεν τον είχε χαρακτηρίσει άδικα ο Νίτσε ως τον καλύτερο ψυχογράφο.

Το βιβλίο έχει πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία. Ο συγγραφέας, όπως και ο ήρωάς του, ήταν επιληπτικοί. Επίσης, ένα θέμα που πραγματεύεται το βιβλίο, είναι αυτά που νιώθει ο μελλοθάνατος, όταν ξέρει ότι θα πεθάνει και ο Ντοστογιέφσκι είχε καταδικαστεί σε θάνατο και τελευταία στιγμή έλαβε χάρη. Τέλος, όπως λέει και ο ίδιος στο βιβλίο του, προσπαθεί να ανακαλύψει αποχρώσεις με ενδιαφέρον και αποκαλυπτική δύναμη ακόμα και στα “συνηθισμένα” πρόσωπα του έργου του. Κάτι που όπως βλέπουμε το πετυχαίνει άριστα. Όλα αυτά τα γνωρίσματα καθιστούν τον «Ηλίθιο» ένα από τα καλύτερα έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

Τα 5 καλύτερα βιβλία της Αγκάθα Κρίστι

Τα αστυνομικά μυθιστορήματα της Αγκάθα Κρίστι έχουν πουλήσει 1 δισεκατομμύριο αντίτυπα στα αγγλικά, και ένα ακόμη δισεκατομμύριο σε 103 άλλες γλώσσες. Είναι ευχάριστο να τα διαβάζουμε, γεμίζουν τα καλοκαιρινά μας απογεύματα και λόγω του μεγέθους τους δεν μας κουράζουν ποτέ. Η μακρινή εποχή είναι αυτό που πάντα μας κεντρίζει το ενδιαφέρον και το τέλος των υποθέσεων μας ξαφνιάζει και μας προβληματίζει στα περισσότερα βιβλία. Όπως έχει μαθευτεί από τον Μπράιαν Άλντις, η Αγκάθα Κρίστι πρώτα έγραφε τα βιβλία της μέχρι το τέλος και μετά αποφάσιζε ποιος είναι λιγότερο πιθανό να θεωρηθεί ύποπτος. Ύστερα έκανε μικρές αλλαγές στο κείμενο που τον ενοχοποιούσαν.

  1. «Πέντε μικρά γουρουνάκια» (Five Little Pigs)

Η ΚάρλαΛεμαρσάν, μια όμορφη κοπέλα, ζητά από τον Ηρακλή Πουαρό να ερευνήσει μια υπόθεση, έτσι ώστε να μπορέσει να μάθει την αλήθεια για τους γονείς της. Πρόκειται για την υπόθεση της μητέρας της, η οποία καταδικάστηκε πριν δεκαέξι χρόνια για την δολοφονία του άντρα της. Οι χαρακτήρες που εμπλέκονται με την ιστορία είναι πέντε, όπως υποπτευόμαστε και από τον τίτλο. Ο Ηρακλής Πουαρό θα δυσκολευτεί, διότι μετά από δεκαέξι χρόνια τα στοιχεία και οι μνήμες έχουν αλλοιωθεί . Έτσι, θα πρέπει να χρησιμοποιήσει στο έπακρο το μυαλό του, για να ανακαλύψει αν μια γυναίκα καταδικαστικέ άδικα.

  1. «Έγκλημα στο Νείλο» (Death on the Nile)

H Λινέτ Ρίτζγουεϊ, η οποία είναι μια πλούσια κληρονόμος και ο Σάιμον Ντόιλ είναι ένα νεόνυμφο ζευγάρι, που επέλεξαν να πάνε για ταξίδι του μέλιτος στην Αίγυπτο. Ο Σάιμον Ντόιλ, όμως είναι ο πρώην ερωμένος της καλύτερης φίλης της Λινέτ Ρίτζγουεϊ, της ξεπεσμένης αριστοκράτισσας Ζακλίν ντε Μπελφόρ. Η τελευταία τους ακολουθεί στην Αίγυπτο και τους στοιχειώνει τις μέρες τους και έτσι το ζευγάρι για να ξεφύγει από εκείνη, επιβιβάζεται σε ένα πολυτελές ατμόπλοιο. Εκεί βρίσκεται και ο Ηρακλής Πουαρό, ο οποίος θα αντιμετωπίσει μια από τις πιο σκοτεινές υποθέσεις της ζωής του, καθώς υπάρχει ένας μυστηριώδης δολοφόνος πάνω στο ατμόπλοιο.

11292797_10204559257405813_1178331848_n

  1. «Έγκλημα στο εξπρές Οριάν» (Murder on the Orient Express)

Ο Ηρακλής Πουαρό ευελπιστεί  ν’ απολαύσει τις διακοπές του στην Κωνσταντινούπολη, αλλά ένα επείγον τηλεγράφημα, τον καλεί να επιστρέψει αμέσως στην Αγγλία. Στο Όριαν Εξπρές βρίσκει έναν παλιό του φίλο, τον κύριο Μπούκ και έτσι, πιστεύει πως το ταξίδι δεν θα είναι και τόσο δυσάρεστο. Κάνει λάθος όμως, διότι στη συνέχεια ανακαλύπτει πως όλα τα βαγόνια είναι γεμάτα και έτσι αναγκάζεται να μοιραστεί μια καμπίνα με τον ‘Εκτωρ Μακ Κουήν. Η δεύτερη δυσάρεστη έκπληξη έρχεται όταν το τρένο ακινητοποιηθεί από τα χιόνια. Εκεί ο συνοδός του τρένου θα ανακαλύψει ένα πτώμα στον χώρο της κλινάμαξας και έτσι η εξιχνίαση ενός εγκλήματος ξεκινά.

  1. «Ποιός σκότωσε τον Ακρόιντ» (The Murder of Roger Ackroyd)

Η ιστορία εξιστορείτε από τον γιατρό του Κινγκς Αμποτ, το οποίο είναι ένα μικρό χωρίο της αγγλικής υπαίθρου. Όταν τη νύχτα της 16ης Σεπτεμβρίου η κ. Φέραρς πέθανε, όλοι πίστευαν ότι είναι αυτοκτονία. Η κ. Φέραρς είναι μια πλούσια χείρα, που ο άντρας της φημολογείται ότι είχε δολοφονηθεί. Μια σειρά εξελίξεων έχει ξεκινήσει και όλοι σταματούν να πιστεύουν πως πρόκειται για αυτοκτονία όταν βρίσκετε νεκρός και ο ΡοτζερΑκρουντ, ο οποίος αναμενόταν να παντρευτεί την κυρία Φέραρς.

  1. «Δέκα μικροί νέγροι» (And Then There Were None ή Ten Little Niggers ή Ten Little Indians)

Δέκα ξένοι προσκαλούνται από έναν άγνωστο αμφιτρύωνα στο πολυτελές σπίτι του στο νησί του Νέγρου. Ο οικοδεσπότης δεν εμφανίζεται, αλλά τους μιλάει η χαώδης φωνή του, η οποία εκτοξεύει κατηγορίες προς όλους τους καλεσμένους. Οι κατηγορίες μιλούν για φόνους που έχουν διαπράξει, αλλά δεν έχουν δει ποτέ το φως της δικαιοσύνης. Η ανησυχία και ο φόβος τους κυριεύει, όταν ένας από αυτούς βρίσκετε νεκρός. Ο δεύτερος φόνος δεν αργεί να γίνει και αυτό δεν θα είναι το τέλος. Ανακαλύπτουν ότι είναι οι μόνοι άνθρωποι πάνω στο νησί και πως είναι αδύνατο να φύγουν λόγω της απόστασης με την ξηρά και του κακού καιρού.

Θεωρείται το αριστούργημα της Αγκάθα Κρίστι, με πάνω από 100 χιλιάδες αντίτυπα να έχουν πωληθεί. Η πλοκή, το παρελθόν των χαρακτήρων, το μυστήριο και το αναπάντεχο τέλος το ανεβάζουν σε ένα άλλο επίπεδο.