Στέφανος Γκέκας: «Όταν το παλιό συναντάει το νέο, τότε αποκτά κι ενδιαφέρον»

Είναι νέος ταλαντούχος και με όρεξη για δουλειά! Ο Στέφανος Γκέκας μας δείχνει ότι τα όνειρα μπορούν να πραγματοποιηθούν αρκεί να έχεις πάθος γι αυτό που κάνεις, να τολμάς και να παλεύεις γι αυτό που θέλεις, όσο αντίξοες και να είναι οι συνθήκες, αφού αυτό που μας χωρίζει από όσα θέλουμε να πετύχουμε είναι η επιλογή!

Μαρία Μαρίνη: Τι ήταν αυτό που σε έκανε να ασχοληθείς με την σκηνοθεσία;

Στέφανος Γκέκας: Η επιθυμία να φτιάχνω τους κόσμους που ονειρεύομαι.Πρώτη φορά που είπα ότι θέλω να γίνω σκηνοθέτης, ήμουν οχτώ χρονών. Συγκεκριμένα, θυμάμαι ότι ήμουν στο δωμάτιό μου κι έπαιζα με στρατιωτάκια τα οποία είχα βάλει σε ένα φορτηγό και πολεμούσαν, ενώ αυτό, υποτίθεται, ήταν εν κινήσει και γύρισα στην μητέρα μου και της ανακοίνωσα ότι μια μέρα θα κάνω μια τέτοια ταινία. Αργότερα, όταν πήγαινα σχολείο, αυτή μου η αγάπη αποτέλεσε το καταφύγιό μου και έκανα διάφορα project. Μια περίοδο, μάλιστα, είχα ασχοληθεί και με το animation κάνοντας βιντεάκια που ανέβαζα στο youtube. Από δεκαπέντε χρονών άρχισα να δουλεύω ως εικονολήπτης σε γάμους και βαπτίσεις για να μαζέψω χρήματα για την σχολή και μόλις τελείωσα το σχολείο, πήγα στην ΑΚΜΗ όπου σπούδασα σκηνοθεσία.

Μ.Μ.: Πως βλέπεις το μέλλον σου επαγγελματικά στην Ελλάδα;

Σ.Γ.: Είναι δύσκολο αλλά δεν αποθαρρύνομαι!Το «καλό» στην Ελλάδα της κρίσης είναι ότι όλοι οι καλλιτέχνες σε αυτόν τον χώρο αλληλοβοηθιόμαστε. Δεν ξέρω αν αυτό υπήρχε και πιο παλιά, πάντως τώρα όλοι κάνουμε δουλειές για τον άλλον αφιλοκερδώς, ειδικά στις ταινίες μικρού μήκους.  Αυτό είναι πολύ ενθαρρυντικό! Θα ήταν πολύ καλύτερα βέβαια, αν όλοι πληρωνόμασταν, αλλά έστω και κάτω από αυτές τις συνθήκες το πιο σημαντικό είναι ότι δεν έχουμε σταματήσει να κάνουμε Τέχνη και είμαστε εκεί ο ένας για τον άλλο.

_MG_4297

Μ.Μ.: Αν δεν έβρισκες δουλειά στην Ελλάδα ως σκηνοθέτης, θα πήγαινες στο εξωτερικό ή θα έμενες στη χώρα ακόμα κι αν έπρεπε να ασχοληθείς με κάτι εκτός του αντικειμένου σου;

Σ.Γ.: Και πριν την περίοδο της κρίσης είχα υπόψιν μου να φύγω στο εξωτερικό, κυρίως για να δω πως μπορείς να κάνεις μια ταινία στο εξωτερικό καθώς αλλάζουν πολλά πράγματα ανάλογα με την χώρα: το budget, ο τρόπος που δουλεύεις.. Αν στην Ελλάδα δεν μπορούσα να δουλέψω ως σκηνοθέτης, σίγουρα θα έφευγα στο εξωτερικό. Δεν θα μπορούσα να φανταστώ την ζωή μου χωρίς να σκηνοθετώ!

Μ.Μ.: Θεωρείς ότι το ελληνικό κράτος προσφέρει ευκαιρίες στους νέους καλλιτέχνες να ασχοληθούν με την Τέχνη;

Σ.Γ.: Όσον αφορά τον κινηματογράφο με τον οποίο ασχολούμαι, αν και πιστεύω ότι κάτι αντίστοιχο ισχύει και σε άλλες πτυχές της Τέχνης, θεωρώ ότι δεν γίνονται αρκετά πράγματα. Η Τέχνη δέχεται έναν ύπουλο πόλεμο καθώς δεν δίνονται χρήματα συχνά σε παραγωγές, τουλάχιστον, μικρού μήκους. Οι περισσότερες ταινίες γίνονται με χορηγίες από ιδιώτες και όχι με την στήριξη του κράτους, η οποία δεν είναι απαραίτητο να είναι οικονομική. Ο κινηματογράφος έχει ανάγκη και από την υλική υποστήριξη, η οποία μπορεί να περιλαμβάνει από τεχνικό εξοπλισμό μέχρι φαγητό για το συνεργείο που δουλεύει πολλές ώρες συνεχόμενα, χωρίς να πληρώνεται. Εναλλακτικά, θα  μπορούσε να δημιουργήσει προγράμματα για πρωτοεμφανιζόμενους καλλιτέχνες που θα τους βοηθήσει να αναδειχθούν.

Στέφανος γκέκας - φωτογραφία σκηνοθέτη

Μ.Μ.: Θα σε ενδιέφερε να ασχοληθείς σκηνοθετικά με το θέατρο στο μέλλον;

Σ.Γ.: Σίγουρα θα με ενδιέφερε! Έχω κάνει ένα σεμινάριο σκηνοθεσίας θεάτρου όπου μέσα σε δέκα ημέρες καλούμασταν να σκηνοθετήσουμε ένα μονόπρακτο και να το ανεβάσουμε. Τις πρώτες πέντε μέρες επιλέξαμε το θέμα και την σκηνοθεσία και τις υπόλοιπες μέρες ήρθαν νέοι ηθοποιοί, κάναμε πρόβες και ανεβάσαμε το έργο. Ήταν μεγάλη πρόκληση για μένα, καθώς με έβαλε σε έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο σκέψης. Το θέατρο, σε αντίθεση με τον κινηματογράφο, είναι ένα τεράστιο μονοπλάνο και δεν έχει cut, άρα, πρέπει όση ώρα διαρκεί η παράσταση να κατευθύνεις το μάτι του θεατή και να μην φύγει ποτέ. Επίσης, με βοήθησε πάρα πολύ γιατί έβαλα τον εαυτό μου να παίξει ένα μικρό ρόλο για να μπω στην θέση του ηθοποιού και αυτό είχε ως αποτέλεσμα, να βρω κι άλλους τρόπους να τον χειρίζομαι.

Μ.Μ.: Θα ήθελες να γνωρίσεις τον κινηματογράφο και από την πλευρά του ηθοποιού κάποια στιγμή;

Σ.Γ.: Θα ήταν πολύ ενδιαφέρον να το ανακαλύψω! Πιστεύω ότι είναι ένας εντελώς διαφορετικός κόσμος. Στον ρόλο που είχα στο μονόπρακτο, ήμουν πάνω στην σκηνή τρία λεπτά και μου φάνηκε πολύ δύσκολο. Φαντάσου να έχεις κι έναν πιο βασικό ρόλο στην ταινία και να εκτίθεσαι περισσότερη ώρα.

Μ.Μ.: Εκτός, όμως, από την σκηνοθεσία, γράφεις και σενάρια

Σ.Γ.: Μου αρέσει να γράφω σενάρια γιατί με αυτόν τον τρόπο νιώθω πως δημιουργώ την ταινία μου από το μηδέν, δηλαδή την αρχική ιδέα, και φτάνω μέχρι την υλοποίησή της και την προβολή της. Το «πρόβλημα» είναι ότι, όταν ένας σκηνοθέτης γράφει και το σενάριο, δένεται πολύ με το υλικό του κι έτσι δυσκολεύεται να κόψει σκηνές στο μοντάζ. Γι’ αυτόν τον λόγο φέρνω έναν συνεργάτη να δει το μοντάζ και, στη συνέχεια, το δείχνω και σε κάποιον τρίτο που δεν το έχει δει από την αρχή, για να μας πει αμερόληπτα τι δεν χρειάζεται.  Γενικά, η καλύτερη τακτική είναι να διαβάζεις το σενάριό σου και κάθε φορά να αφαιρείς μια σκηνή. Αν το σενάριο παραμένει ίδιο, τότε η σκηνή δεν χρειάζεται. Είναι πολύ σημαντικό να φιλτράρονται όλα.

Μ.Μ.: Γνωρίζοντας όλα αυτά, σε επόμενη δουλειά σου θα προτιμούσες να γράφεις το σενάριο παίρνοντας το ρίσκο ή θα το άφηνες στους συνεργάτες σου;

Σ.Γ.: Σίγουρα θα ήθελα να επιλέγω το ύφος, την θεματολογία και την κεντρική ιδέα, αλλά θα προτιμούσα να γράφω το σενάριο με τους συνεργάτες μου, τουλάχιστον προς το παρόν. Για να γίνεις σεναριογράφος, δεν αρκεί μόνο το πολύ διάβασμα, αλλά χρειάζεται χρόνια διαβάσματος και εμπειρίας.

Μ.Μ.: Στο πρώτο έτος της σχολής σου είχες κάνει την ταινία μικρού μήκους «Οι Σαλταδόροι», πες μας λίγα γι’ αυτό σου το εγχείρημα

Σ.Γ.: Πρόκειται για μια ταινία εποχής που διαδραματίζεται στην Ελλάδα του ’40 και περιγράφει ένα συμβάν, στο οποίο ένα παιδί θέλει να κλέψει τροφή για την αγαπημένη του από ένα παρκαρισμένο jeep Γερμανών που ξεφορτώνουν τρόφιμα σε μια βάση επιχειρώντας ένα salto mortale που δεν του πετυχαίνει και καλείται να δεχτεί τις συνέπειες. Αυτό το περιστατικό, πρόκειται για αληθινή ιστορία και συνοψίζει την έννοια του πολέμου δείχνοντας την πείνα, την απώλεια και την σκληρότητα του ανθρώπου. Στην σκηνή της τιμωρίας του ήρωα, δεν βλέπουμε το ξύλο αλλά τα πρόσωπα των υπολοίπων Γερμανών που είναι παρόντες, τον σαδισμό των ανθρώπων, που αποτελεί πιθανότατα αποτέλεσμα του πολέμου, καθώς εκείνοι χάνουν το χαρακτηριστικό τους γνώρισμα, την ανθρωπιά..

Σαλταδόροι

Μ.Μ.: Στις επόμενες ταινίες σου, όμως, όπως για παράδειγμα το Intellectual Tramps, αναδεικνύεις θέματα περισσότερα εσωτερικά, όπως η κοινή λογική και η θρησκεία

Σ.Γ.: To Intellectual Tramps αναδεικνύει το παράλογο της θανατικής ποινής , που μπορεί στην Ελλάδα να έχει καταργηθεί, αλλά αυτό δεν συμβαίνει σε όλες τις χώρες, ακόμα και σήμερα. Πρωταγωνιστής είναι ένας κατάδικος, ο οποίος επρόκειτο να περάσει από ανάκριση για το αν είναι λογικός ή τρελός. Σε περίπτωση που αποδειχθεί τρελός, γλιτώνει την θανατική ποινή διότι δεν μπορεί να συλλάβει τον νόμο που του επιβάλλεται. Όσον αφορά, την πίστη και την θρησκεία, αυτό φαίνεται από μια σκηνή, στην οποία κατά την διάρκεια της ανάκρισης, τον ρωτούν αν είναι θρήσκος και απαντάει αρνητικά και, στην συνέχεια, τον ρωτούν αν δεν πιστεύει στον Θεό και τους απαντά πως πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα. Για μένα, η πίστη είναι διαφορετική από την θρησκεία. Πίστη μπορεί να έχεις σε ιδανικά, στους ανθρώπους, στην αγάπη, παντού. Το τι είναι Θεός για τον καθένα είναι κάτι υποκειμενικό.

intellectual tramps poster

Μ.Μ.: Αυτή την ταινία που μπορεί να την δει ο κόσμος;

Σ.Γ.: Η ταινία αφού προβλήθηκε στις νύχτες πρεμιέρας και στο σπουδαστικό φεστιβάλ Δράμας, πέρασε από το altcine action, το οποίο είναι το online βαλκανικό φεστιβάλ μικρού μήκους και εκεί μπορεί να την βρει ο καθένας.

Μ.Μ.: Η επόμενη ταινία σου είναι το Point Blank. Τι ήθελες να περάσεις στο κοινό μέσα από αυτή την ταινία;

Σ.Γ.: Το Point Blank μας δείχνει έναν νεαρό που πρόκειται να αυτοκτονήσει και οδεύει προς την ταράτσα ενός ξενοδοχείου. Για να φτάσει στην ταράτσα, πρέπει να πάρει ασανσέρ, μέσα στο οποίο παγιδεύεται. Εκεί έρχεται αντιμέτωπος με τους φόβους του όντας εγκλωβισμένους με τρεις άγνωστους ανθρώπους, οι οποίοι του φαίνονται ανεξήγητα οικείοι. Στην ταινία, θίγονται θέματα οικογένειας, απώλειας, απουσία της γονεϊκής φροντίδας και, κυρίως, πως διαχειρίζεται ένας νέος τα προβλήματα που αντιμετωπίζει, όταν δεν μπορεί να δει εναλλακτικές λύσεις, λόγω του νεαρού της ηλικίας, λαμβάνοντας ανορθολογικές αποφάσεις, όπως για παράδειγμα να αυτοκτονήσει. Ο καθένας πρέπει να κάνει τις επιλογές του πριν να είναι αργά, χωρίς να ξεχνάει, όμως, ότι οι πράξεις μας έχουν συνέπειες, που επηρεάζουν τόσο εμάς όσο και το περιβάλλον μας. Η ταινία ενώ είναι γυρισμένη μέσα από τα μάτια του νεαρού, μας επιτρέπει να ταυτιστούμε, έστω και λίγο, με όλους τους χαρακτήρες.

point blank poster 2

Μ.Μ. Που έχει προβληθεί το  Point Blank και πως μπορεί το κοινό να την δει;

Σ.Γ.: Η ταινία έκανε την πρεμιέρα της στο Short Film Nights στο Λουτράκι, ακολούθησε μια προβολή στο Τριανόν και στις Νύχτες Πρεμιέρας στο διαγωνιστικό τμήμα στον κινηματογράφο Δαναό. Από τότε έχει κάνει μια παύση λόγω κάποιων τεχνικών αλλαγών στο μοντάζ και μέσα στο καλοκαίρι θα συνεχιστεί η πορεία της σε φεστιβάλ του εξωτερικού. Αφού κάνει ένα μικρό κύκλο σε φεστιβάλ, θα είναι ανοιχτή στο διαδίκτυο για το κοινό.

 

Μ.Μ.: Παρόλα αυτά ετοιμάζεις μια νέα ταινία που ξεκινά κάπως διαφορετικά από τις υπόλοιπες…

Σ.Γ.: Στην καινούρια ταινία, ο ήρωας είναι ένας απλός καθημερινός άνθρωπος, ανακαλύπτοντας, όμως, την μαγεία του Film Noir, συνειδητοποιεί την πεζότητα της καθημερινότητάς του. Αυτό που τον χαρακτηρίζει, κυρίως, είναι η έλλειψη προτύπου. Γι αυτό και όταν ασχολείται με το Film Noir, έπειτα από ένα ατύχημα, πιστεύει ότι είναι ο ηθοποιός Humphrey Bogart (Casablanca). Επέλεξα αυτόν τον ηθοποιό γιατί είναι μια εμβληματική φιγούρα καθώς αποτέλεσε σύμβολο κατά της λογοκρισίας, κι επίσης, επειδή όλοι οι ηθοποιοί της εποχής εκείνης, υποδύονταν συγκεκριμένους ρόλους, οι οποίοι δημιουργούσαν πρότυπα κάτι που γινόταν για πρώτη φορά. Για παράδειγμα, ο Humphrey Bogart είναι γνωστός ως ατάραχος, γόης, ντεντέκτιβ ή η Μέριλιν Μονρόε ως το ποθητό θηλυκό. Η ταινία συνδυάζει το παλιό και το νέο. Το σλόγκαν της είναι: «Όταν το παλιό συναντάει το νέο αποκτάει κι ενδιαφέρον». Ο συνδυασμός αυτός μας βοηθάει να ταξιδέψουμε στον χρόνο μπρος και πίσω και να αποτίσουμε συνολικά έναν φόρο τιμής σε μιαν άλλη εποχή της Τέχνης, του κινηματογράφου, της μουσικής, της καθημερινότητας, μιας άλλης ζωής..

Humphrey - Χάμφρει

Μ.Μ.: Το εγχείρημα μιας νέας ταινίας σε μια τέτοια οικονομική κατάσταση είναι σίγουρα πολύ δύσκολο. Πως σκοπεύεις να το πραγματοποιήσεις;

Σ.Γ.: Για την ώρα έχουμε δημιουργήσει μια σελίδα στον Indiegogo, πρόκειται για μια ηλεκτρονική πλατφόρμα, στην οποία ο καθένας μας μπορεί να συνεισφέρει με ό,τι ποσό θέλει μέσω πιστωτικής, χρεωστικής ή όποιο άλλο μέσο έχει. Με κάθε δωρεά, αυτός που συνεισφέρει έχει και τα αντίστοιχα οφέλη, από μια αφίσα της ταινίας, DVD, μια μπλούζα μέχρι που να αναφερθεί ως παραγωγός της ταινίας. Η πλατφόρμα αυτή θα είναι ανεβασμένη μέχρι τις 25\6.

Μ.Μ.: Στέφανε σε ευχαριστώ πάρα πολύ για τον χρόνο σου και εύχομαι καλή συνέχεια και καλή επιτυχία σε ό,τι κάνεις!

Σ.Γ.: Σε ευχαριστώ πολύ κι εγώ με την σειρά μου εύχομαι καλή συνέχεια στο site σας.

Πέρασε ένας χρόνος

‘Τι κάνει ένα άτομο, άνθρωπο;

Τι κάνει μια οικογένεια, γένος;

Τι κάνει ένα σπίτι, εστία;

Τι κάνει μια συνήθεια, παράδοση;’

Τόπος δράσης: Ένα σπίτι

Χρόνος δράσης: 20ος αιώνας

Πρόσωπα: Άνθρωποι μνήμες

Υπάρχουν κάποια πράγματα πέρα από κάθε λογική που οι άνθρωποι συνεχίζουν να κάνουν ακόμα και σήμερα. Κάποιοι από πεποίθηση, άλλοι από φόβο αλλά οι περισσότεροι από ένα συλλογικό ασυνείδητο που είναι χαραγμένο στο DNA τους. Τι σχέση μπορεί να έχει ένας άνθρωπος που έζησε στις αρχές του 20ου αιώνα με κάποιον που ζει σήμερα. Ποιες μνήμες, ποιες ιστορίες τον ακολουθούν; Ποιες παραδόσεις τον καθορίζουν; πιστεύει σε αυτές ή όχι;

Ο μύθος και η παράδοση πολλές φορές γίνονται βίωμα, μια συνήθεια που ακολουθείται πιστά χωρίς κανείς να σκέφτεται από που προέρχεται, ένα στοιχειό που μας κυνηγάει – και κάποιες φορές το κυνηγάμε – και καθορίζει συμπεριφορές ή και ολόκληρες ζωές. Ένας άνθρωπος πριν φτάσει να γίνει άτομο, είναι συλλογικότητα, είναι μνήμη· η μνήμη του λαού του, η μνήμη των προγόνων του, οι μύθοι, οι παραδόσεις και τα στοιχειά που κουβαλάει.

Επτά νέοι ηθοποιοί, με όχημα την ελληνική παράδοση και την ελληνική ιστορία του 20ου αιώνα, γίνονται αφηγητές-επισκέπτες επί σκηνής σε μια προσπάθεια να συσχετίσουν, πιθανώς να ταυτιστούν και τελικά να ανακαλύψουν τι είναι αυτό που τους στοιχειώνει σήμερα.

Με εργαλείο μια έρευνα που ξεκίνησε το καλοκαίρι του 2015 και βασίστηκε σε Έλληνες ποιητές και πεζογράφους, καταγεγραμμένες μαρτυρίες και την προφορική παράδοση -όπως αυτή σώζεται μέσα από το δημοτικό τραγούδι αλλά και τις ιστορίες που μεταφέρονται από γενιά σε γενιά κατέγραψαν οι ηθοποιοί μέσω συνεντεύξεων σε διάφορα μέρη της Ελλάδας και δούλεψαν για τη δημιουργία μιας παράστασης (devised theatre). Σκοπός αλλά και πρόκληση για αυτούς είναι να αναδείξουν τα στοιχεία εκείνα που μπορεί να μας ενώνουν σε μια κοινή ρίζα πέρα από το χώρο και το χρόνο.

13055672_220530821656476_1165342399926903136_o 12525542_208718076171084_2772776923759931993_o

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ

 

Σκηνοθεσία, Δραματουργική Σύνθεση :

Ναταλία Στυλιανού

 

Φωτισμοί, Σκηνικά, Κοστούμια, Μουσική :

 Η ομάδα

 

Φωτογραφίες :

Γιώργος Πανηγυρόπουλος

 

Ανιχνεύουν και ερμηνεύουν οι :

Δήμητρα Δρακοπούλου

Δημήτρης Κακαβούλας

Ιάκωβος Μηνδρινός

Σεμίνα Πανηγυροπούλου

Θαλής Πολίτης

Θεοδόσης Σκαρβέλης

Αγγελική Στρατή

 

Οργάνωση παραγωγής

Λία Κίκερη

 

Παραγωγή: Έως-art

 

12970884_216504605392431_6163769462876852126_o 12970941_216504488725776_1116705600128372143_o

ΜΕΡΕΣ ΚΑΙ ΩΡΕΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΩΝ

 

Από Πέμπτη 19 Μαΐου για 14 παραστάσεις

 

Κάθε μέρα (εκτός Τρίτης)

στις 21:00

Θυάμιδος 9, Κολωνός

(σταθμός Λαρίσης)

 

Απαραίτητη η κράτηση θέσεων στα τηλέφωνα: 694-762.90.55 και  697-237.91.92

 

Είσοδος ελεύθερη με προαιρετική συνεισφορά

 

 

Περισσότερες πληροφορίες: https://www.facebook.com/peraseenasxronos/?fref=ts&__mref=message

Sweet Charity: Μια γλυκιά ιστορία

Το Sweet Charity ανέβηκε για πρώτη φορά στο Palace Theater το 1965 για 608 παραστάσεις, ενθουσιάζοντας κοινό και κριτικούς ενώ συγκέντρωσε εννέα υποψηφιότητες για Tony καλύτερης χορογραφίας καθώς και το Outer Critics Circle Award για την καλύτερη παράσταση. Το musical αναβίωσε το 1986 προσθέτοντας στην συλλογή του άλλα πέντε Tony κι ένα Drama Desk Award. Εν τω μεταξύ το Sweet Charity ανέβηκε στην Ελλάδα τρεις φορές, Η πρώτη φορά από την Αλίκη Βουγιουκλάκη το 1975 στο θέατρο Αλίκη με τίτλο Καμπίρια, με συμπρωταγωνιστές τον Χρήστο Πολίτη και Βασίλη Τσιβιλίκα. Η παράσταση σημείωσε τέτοια επιτυχία ώστε επαναλήφθηκε τέσσερα χρόνια αργότερα με συμπρωταγωνιστές της Αλίκης αυτή την φορά, τους Δάνη Κατρανίδη και Τάκη Χρυσικάκο. Ανάλογη απήχηση είχε η παράσταση και την Τρίτη φορά που ανέβηκε, στο θέατρο Παρκ  αυτή την φορά με την Σμαρούλα Γιούλη στον ρόλο της Charity και παρτενέρ της τους Χρήστο Πολίτη και Θάνο Καληώρα.

 

Sweet-Charity-Badminton-Καρύδη

Φέτος ήρθε στην Ελλάδα και τέταρτη φορά και αναμένεται να έχει αντίστοιχη επιτυχία με την εκπληκτική Σμαράγδα Καρύδη στον ρόλο της Hope Charity Valentine να μαγεύει το κοινό με την αστείρευτη ενέργεια, τον εκπληκτικό χορό της και όχι μόνο! Την παραγωγή του Badminton, τη σκηνοθεσία και την αναβίωση της θρυλικής χορογραφίας του Fosse αναλαμβάνει ο κορυφαίος χορογράφος και μαθητής του, τιμημένος με βραβείο Tony, Chet Walker, ο οποίος παραβρέθηκε στην πρεμιέρα και στο τέλος της παράστασης ανέβηκε στην σκηνή και χειροκρότησε όλους τους συντελεστές της παράστασης.

 

 

12717679_815452328600696_8776309987271415834_n

Το έργο μας αφηγείται την ιστορία της Hope Charity Valentine (Σμαράγδα Καρύδη) η οποία είναι χορεύτρια και taxi girl (κορίτσι που πλήρωναν οι πελάτες να τους συνοδεύσει στον χορό) σε ένα καμπαρέ και ψάχνει τον έρωτα της ζωής της τον οποίο συνεχώς βρίσκει σε λάθος άτομα. Οι φίλες της Nickie Pignatelli (Ντορέττα Παπαδημητρίου) και Helene (Νάντια Μπουλέ) που δουλεύουν μαζί στο καμπαρέ την παρηγορούν μετά από κάθε ερωτική απογοήτευση. Η τυχαία γνωριμία της Charity με τον σταρ του κινηματογράφου Vittorio Vidal (Σταύρο Ζαλμά) την κάνει να ξανασκεφτεί την θέση της και να πάρει την απόφαση να εξελιχθεί ποιοτικά σαν άνθρωπος για να μπορέσει να φύγει από το μαγαζί που δουλεύει. Ξεκινάει, λοιπόν, από το πολιτιστικό κέντρο της περιοχής στο οποίο γνωρίζει τον Oscar (Μέμος Μπεγνής) ένα ντροπαλό και σοβαρό νέο με τον οποίο αρχίζουν να βγαίνουν, πηγαίνοντας στο πρώτο ραντεβού στον «Ρυθμό της ζωής», που πρόκειται για μια εναλλακτική εκκλησία, όπου βλέπουμε τον Big Daddy (Ιβάν Σβιτάιλο) να ξεσηκώνει κυριολεκτικά το ποίμνιο αλλά και το κοινό με τον χορό και το τραγούδι του. Μετά από αρκετά ραντεβού, ο Oscar μαθαίνει ότι η Charity είναι χορεύτρια στο καμπαρέ, αλλά όντας τρελά ερωτευμένος μαζί της, της κάνει πρόταση γάμου, την οποία εκείνη δέχεται συγκινημένη και φεύγει από το καμπαρέ. Μετά από διάφορες ανατροπές, η ηρωίδα μας βρίσκει το δικό της happy end γεμίζοντας το κοινό με ανάμεικτα συναισθήματα για να μας αποδείξει πως είτε με τον έναν είτε με τον άλλο τρόπο, η ζωή συνεχίζεται..

12111941_822631061216156_6191489939453903239_n

Εκτός από την απίστευτη Σμαράγδα Καρύδη η οποία ανταποκρίνεται άριστα σε έναν πολύ απαιτητικό ρόλο που περιλαμβάνει χορό και τραγούδι στο μεγαλύτερο μέρος της παράστασης, ξεχωρίζει η υπέροχη φωνή της Νάντιας Μπουλέ καθώς και η επιβλητική παρουσία της Ντορέττας Παπαδημητρίου. Ο ρόλος του Σταύρου Ζαλμά, ο οποίος αποτελεί και τον πρώτο κωμικό ρόλο που υποδύεται ο ηθοποιός, αφήνει ανοιχτά ενδεχόμενα και για επόμενους κωμικούς ρόλους, καθώς ο  γοητευτικός ηθοποιός  προσεγγίζει τον Vittorio Vidal με σοβαρότητα αλλά και πολύ χιούμορ.

sum2_sweetcharity

 

Δεν νοείται musical χωρίς χορό και μουσική και αυτό φαίνεται να το γνωρίζουν πολύ καλά οι συντελεστές της παράστασης. Πολυάριθμο μπαλέτο εντυπωσίασε τους πάντες με τις αριστοτεχνικά σχεδιασμένες χορογραφίες και σε συνδυασμό με τα φαντασμαγορικά κουστούμια, ο θεατής δεν μπορούσε κυριολεκτικά να πάρει τα μάτια του από τους χορευτές. Για το τέλος άφησα το καλύτερο κομμάτι της παράστασης και αυτό δεν ήταν άλλο από την μουσική του έργου. Με την ζωντανή ορχήστρα και τον μαέστρο της να καταθέτουν την ψυχή τους,  μας έδιναν την δική τους εκδοχή για την ιστορία της χαριτωμένης αλλά άτυχης Charity παρασύροντάς μας στους δρόμους της Νέας Υόρκης μιας άλλης εποχής μέσα από την jazz και την swing. Το προτείνουμε ανεπιφύλακτα σε όσους ψάχνουν να δουν κάτι διαφορετικό και να δραπετεύσουν μέσα από την μουσική και την ατμόσφαιρα της παράστασης από την σύγχρονη πραγματικότητα.

newego_LARGE_t_641_106853483

Θεοδοσία Σαββάκη: «Η μουσική είναι κάτι άλογο που απευθύνεται κατευθείαν στο υποσυνείδητο»

Νέα, όμορφη και ταλαντούχα, η Θεοδοσία Σαββάκη είναι ηθοποιός και μουσικός, παίζει στις παραστάσεις Bonnie & Clyde του Λευτέρη Παπακώστα αλλά και στο Φωτεινό Δωμάτιο της Ντίνας Σταματοπούλου. Παράλληλα, κάνει φωνητικά στην μπάντα Μητέρα Φάλαινα Τυφλή ενώ ασχολείται επαγγελματικά και με το σαξόφωνο! Πρόκειται για ένα άτομο που έχει επιτύχει πολλά αξιόλογα πράγματα σε μικρό χρονικό διάστημα, κάτι που σίγουρα μας δημιουργεί προσδοκίες για την εξέλιξή της στο μέλλον!

Μαρία Μαρίνη: Τι ήταν αυτό που σε έκανε να ασχοληθείς με την μουσική και πιο συγκεκριμένα με το σαξόφωνο;

Θεοδοσία Σαββάκη: Όταν ήμουν στο δημοτικό ο αδερφός μου πήγαινε στο ωδείο κι έπαιζε μουσική, οπότε ζήτησα να στείλουν κι εμένα εκεί. Επέλεξα το σαξόφωνο γιατί ήταν ένα όργανο που άρεσε πολύ στον μπαμπά μου, ο οποίος και μου το πρότεινε. Εγώ το επέλεξα, αν και δεν ήξερα τι ακριβώς ήταν. Όταν πήγα στο ωδείο αγάπησα πολύ την δασκάλα που μου έκανε μάθημα και κατ’ επέκταση το ίδιο όργανο.

Μ.Μ.: Μετά το πτυχίο σου από το Ωδείο Αθηνών ασχολήθηκες με τις θεατρικές σπουδές. Τι ήταν αυτό που σου κέντρισε το ενδιαφέρον στο Θέατρο;

Θ.Σ.: Όταν ήρθα στην Αθήνα για να σπουδάσω θεατρολογία, ασχολήθηκα παράλληλα με το Ωδείο Αθηνών. Μετά το μεταπτυχιακό μου είχα φτάσει σε ένα θεωρητικό όριο σχετικά με το θέατρο και αποφάσισα ότι ήθελα να το δω και στην πράξη. Ήταν κάτι που με απασχολούσε όλο αυτό το διάστημα αλλά μέχρι τότε δεν είχα το σθένος να εκτεθώ στον βαθμό που χρειάζεται για να παίξει κανείς θέατρο. Έτσι, αποφάσισα να μπω σε μια δραματική σχολή γιατί αν και η θεωρία είναι κάτι που με γοητεύει και με απασχολεί, το θέατρο είναι κάτι πρακτικό. Μπορούμε να γράψουμε καταπληκτικά κείμενα για το θέατρο αλλά αυτό που βιώνεται πάνω στην  σκηνή δεν περιγράφεται. Ήταν ένα στοίχημα με τον εαυτό μου, βέβαια, γιατί δεν είναι κάτι που γίνεται αυθαίρετα έχει μια βασανιστική, συχνά, προεργασία.

Μ.Μ.: Έχεις συμμετάσχει στην παράσταση P.I.G.S. Sotiria στο Βέλγιο. Πως ήταν η εμπειρία σου εκεί;

Θ.Σ.: Ήμουν πολύ τυχερή που βρέθηκα σε αυτή την παράσταση γιατί με ενημέρωσαν την ημέρα της αποφοίτησής μου για μια αίτηση που είχα κάνει τρία χρόνια πριν, μόλις είχα τελειώσει με το μεταπτυχιακό μου κι έψαχνα δουλειά ως θεατρολόγος. Τους εξήγησα ότι σε εκείνη την φάση με ενδιέφερε περισσότερο να παίξω, όπως κι έγινε. Το εντυπωσιακό σε αυτό το εγχείρημα ήταν ότι ταξιδεύαμε και ζούσαμε δύο εβδομάδες με καλλιτέχνες από άλλες χώρες στις εγκαταστάσεις του θεάτρου συνήθως και προετοιμάζαμε όλοι μαζί μια παράσταση που ήταν working progress με θεματική το PIGS και την οικονομική κρίση. Χάρηκα που γνώρισα τόσο αξιόλογα άτομα και μάλιστα με τα παιδιά από την ελληνική ομάδα είμαστε ακόμα πάρα πολύ καλοί φίλοι.

12631243_924742667609315_1884571421_o

Μ.Μ.: Πες μας λίγο για τον ρόλο σου σε αυτή την παράσταση.

Θ.Σ.: Η παράσταση βασιζόταν σε αυτοσχεδιασμούς, οπότε οι αυτοσχεδιασμοί όλων των ηθοποιών στο τέλος συνδέονταν με κάποιον τρόπο διαφορετικό σε κάθε παράσταση και προέκυπτε ένα αφήγημα. Το αποτέλεσμα ήταν ελεγχόμενο βέβαια, απλώς μέχρι και την τελευταία στιγμή διαμορφωνόταν αυτό που θα παρουσιάζαμε έχοντας κατά νου ένα συγκεκριμένο script.

Μ.Μ.: Συμμετέχεις στο Bonnie & Clyde φέτος. Μίλησέ μας για τον ρόλο σου εκεί.

Θ.Σ.: Δεν θα ήθελα να εξηγήσω αυτό που κάνω γιατί το ενδιαφέρον ακριβώς με την ύπαρξη ζωντανού σώματος που φέρει την μουσική είναι ότι ο καθένας μπορεί να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα. Ούτως ή άλλως η μουσική είναι κάτι το άλογο, που απευθύνεται στο υποσυνείδητο, οπότε θα ήθελα ο καθένας να το αισθανθεί μοναδικά. Αυτό που έχουμε προσπαθήσει να κάνουμε όλη η ομάδα είναι να έχει ο καθένας από τους ήρωες μια καθαρή παρτιτούρα του ποιος είναι και τι κάνει. Αυτό που μπορώ να πω με σιγουριά είναι ότι οι Bonnie & Clyde δεν με αισθάνονται άμεσα, δεν με βλέπουν δηλαδή. Για εκείνους είμαι πολλά αφηρημένα πράγματα : η ψυχή τους, η πνοή τους, μια ομίχλη, ο μύθος που μένει στο τέλος… Ο ρόλος που υποδύομαι εγώ είναι ένας συνοδοιπόρος τον οποίο δεν αντιλαμβάνονται άμεσα αλλά είναι εκεί.

12620400_924387434311505_1320636403_o

Μ.Μ.: Θεωρείς ότι ο ρόλος σου θα μπορούσε να είναι η προσωποποίηση της ελευθερίας;

Θ.Σ.: Σίγουρα υπάρχει μια διάσταση ελευθερίας σ’ αυτό που πρεσβεύει ο ήρωας γιατί το πολύ απελευθερωτικό είναι το γεγονός ότι έχει την δυνατότητα να πάρει απόσταση από τα πράγματα και να είναι και «μέσα» και «έξω» από αυτά. Αυτό είναι ένα πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε συχνά οι άνθρωποι. Εμπλεκόμαστε τόσο πολύ στο οτιδήποτε μας συμβαίνει που δεν μπορούμε να δούμε τον εαυτό μας και τον κόσμο ως παρατηρητές. Ο ήρωας που υποδύομαι είναι ακριβώς αυτός ο παρατηρητής που επεμβαίνει έμμεσα και πολύ διακριτικά και δημιουργεί έναν ρυθμό, τον οποίο αισθάνονται οι Bonnie & Clyde.

12591966_924711350945780_1124059648_o

Μ.Μ.: Πες μου κάτι που σου κάνει εντύπωση σε αυτό το έργο.

Θ.Σ.: Αυτό που με εντυπωσιάζει είναι ότι δεν βλέπουμε απλά την τελευταία μιάμιση ώρα ενός μυθικού ζευγαριού. Στεκόμαστε απέναντι σε μια εικόνα κι έναν μύθο που αποπνέει κάτι πολύ εντυπωσιακό ενώ στην πραγματικότητα και μέσα από το έργο φαίνεται ότι η καθημερινότητα αυτών των δύο ανθρώπων ήταν πολύ δύσκολη. Επέλεξαν να ζουν έτσι και όχι ληστεύοντας μια τράπεζα και κλέβοντας πολλά χρήματα να ζήσουν κάπου ευτυχισμένοι μέσα στα πλούτη. Αντίθετα, το μετέτρεψαν σε τρόπο ζωής και πλήρωσαν ένα μεγάλο τίμημα γι αυτή την επιλογή τους.

12630799_924381894312059_1528943530_o

Μ.Μ.: Παράλληλα με το Bonnie & Clyde συμμετέχεις και στο Φωτεινό Δωμάτιο της Ντίνας Σταματοπούλου. Μίλησέ μας λίγο για την παράσταση.

Θ.Σ.: Νιώθω πολύ τυχερή που δουλεύω με τους συγκεκριμένους ανθρώπους κι αυτό είναι πολύ σημαντικό για μένα γιατί παίζουμε τόσο πολύ που αν δεν ήμασταν τόσο αγαπημένοι μεταξύ μας, θα ήταν δυσάρεστη η καθημερινότητά μας. Σκέψου μόνο, ότι έχουμε επτά παραστάσεις την εβδομάδα, πρόκειται για μια παιδική παράσταση που απαιτεί πολλή ενέργεια.

Μ.Μ.: Το 2014 συμμετείχες στην ταινία Εν καιρώ Ειρήνης, του Νίκου Βουτενιώτη. Πως ήταν αυτή σου η εμπειρία; Θα ήθελες να ξανασχοληθείς με τον κινηματογράφο;

Θ.Σ.: Δουλεύω πολύ λίγο καιρό οπότε δεν αποκλείω κάτι. Είμαι στην φάση που μαθαίνω και νομίζω ότι πάντα σε αυτή την φάση θα είμαι γιατί με κάνει να νιώθω σαν αιώνια φοιτήτρια (γέλια). Η ταινία αυτή ήταν ένα εγχείρημα που ξεκίνησε στη σχολή μου στα πλαίσια του μαθήματος κινηματογράφου με τον κύριο Βουτενιώτη. Τελικά, επειδή υπήρχε μεγάλη προσφορά από όλους τους συντελεστές, πήρε μεγάλη διάσταση! Φαντάσου ότι κάναμε γυρίσματα περίπου ενάμισι χρόνο. Νομίζω ότι ήταν σπουδαίο που είχαμε αυτή την ευκαιρία όντας ακόμα σπουδαστές να κάνουμε μια ταινία μεσαίου μήκους με προδιαγραφές κινηματογράφου.

Μ.Μ.: Σαν συνθήκες δουλειάς θα προτιμούσες τον κινηματογράφο ή το θέατρο;

Θ.Σ.: Το περίεργο με την δουλειά μας είναι ότι μπορεί να μείνεις άνεργος κάθε λίγους μήνες, όταν τελειώνει η δουλειά που έχεις κλείσει και το γεγονός ότι μπορεί την μια χρονιά να έχεις μια επιτυχία κι ένα καλό αποτέλεσμα, αυτό δεν σου εξασφαλίζει αυτομάτως ότι θα σε πάρουν κάπου και την επόμενη χρονιά. Αυτό σε συνδυασμό με το γεγονός ότι είμαστε πάρα πολλοί ηθοποιοί, καθιστά το να βρεις δουλειά από μόνο του ένα δώρο. Σε ένα ιδανικό σενάριο πάντως, θα ήθελα να τα δοκιμάσω και τα δύο εναλλάξ.

12637084_924381930978722_187816378_o

Μ.Μ.: Πόσο δύσκολο είναι να αντιμετωπίσεις μια περίοδο ανεργίας;

Θ.Σ.: Δυστυχώς, προσωπικά δεν έχω βρει την φόρμουλα να το διαχειρίζομαι και ακριβώς επειδή συνδέεται άμεσα με το βιοποριστικό κομμάτι δημιουργεί προβλήματα σε πολλαπλά επίπεδα. Αυτή την κατάσταση ενισχύει και το γεγονός ότι σε αυτή την ηλικία θέλεις να είσαι παραγωγικός κι εκ των πραγμάτων δεν μπορείς. Το πολύ σοκαριστικό στην καθημερινότητά μας είναι ότι ρέπουμε συνεχώς μεταξύ εναλλασσόμενων περιόδων που σε πετάνε από το ένα άκρο στο άλλο. Από την εντατικότατη δουλειά που δεν έχει ωράριο και δεσμεύει όλο σου το «είναι»-ιδίως στη φάση των (απλήρωτων κατά κανόνα πια) προβών, στο απόλυτο «τίποτα» της αναζήτησης εργασίας. Είναι ένα από τα λίγα επαγγέλματα που εκ φύσεως, σε οδηγεί τόσο τακτικά-και με πολύ τακτ, στην ανεργία. Το «τίποτα», βέβαια, το κενό γενικά, μπορεί να είναι πολύ χρήσιμο, όπως η παύση στη μουσική, αλλά όταν αυτό το επάγγελμα συνδέεται με το βιοπορισμό, το βάρος γίνεται ακόμα μεγαλύτερο. Το ζητούμενο είναι λοιπόν, η ισορροπία μεταξύ των δύο αυτών φάσεων ώστε να μπορεί ο ηθοποιός να είναι σταθερά σε φόρμα και να διατηρεί την ψυχραιμία του.

Μ.Μ.: Παλαιότερα είχες ασχοληθεί και με το ραδιόφωνο στο Ρέθυμνο. Θα ήθελες να ξανασχοληθείς με το ραδιόφωνο;

Θ.Σ.: Ναι βέβαια! Το ραδιόφωνο το λάτρεψα κι έγινε μια περίοδο που ήμουν ακόμα μαθήτρια, κάναμε εκπομπή με την παρέα μου, συνεπώς μου έχει αφήσει τις καλύτερες αναμνήσεις. Σίγουρα θα ήθελα να ασχοληθώ ξανά, αλλά δεν βρίσκεται στις άμεσες προτεραιότητές μου.

Μ.Μ.: Έχεις παρακολουθήσει μαθήματα θεάτρου και στην Ολλανδία. Πως είναι η ζωή εκεί;

Θ.Σ.: Ήμουν πολύ συχνά μελαγχολική γιατί ήθελα να μοιραστώ με τους αγαπημένους μου ανθρώπους αυτό που βίωνα, πάθαινα ευχάριστα πολιτισμικά σοκ. Είναι ένα μέρος που αν ξεπεράσεις το φαίνεσθαι και αυτό που προωθείται ως επί τω πλείστον, το Άμστερνταμ είναι μια πόλη με εξαιρετική ποιότητα ζωής και μόνο που δεν υπάρχουν αυτοκίνητα και κινείται ο κόσμος με ποδήλατα, για παράδειγμα, μια καταπληκτική συνθήκη.

Μ.Μ.: Αν δεν έβρισκες κάτι που να σε εμπνέει στην Ελλάδα, θα πήγαινες να ζήσεις στο εξωτερικό ή θα έμενες στην Ελλάδα κι ας έκανες κάτι εκτός αντικειμένου;

Θ.Σ.: Δεν μπορώ να δώσω μια συγκεκριμένη απάντηση γιατί, όπως όλα αλλάζουν, έτσι μεταβάλλονται και οι διαθέσεις των ανθρώπων. Στην φάση που είμαι τώρα έχω επιλέξει να μένω και να εργάζομαι εδώ. Μου δόθηκε η ευκαιρία να μείνω στην Ολλανδία αλλά δεν το έκανα γιατί μου αρέσει να βρίσκομαι κοντά στους δικούς μου ανθρώπους. Η Αθήνα είναι μια πόλη που την αγαπώ πολύ αλλά δεν την βλέπω ως μονόδρομο. Από την στιγμή που δεν έχω γεννηθεί και μεγαλώσει εδώ, δεν θεωρώ ως δεδομένο ότι θα ζήσω μόνιμα στην Αθήνα. Πάντως δεν έχω κάποια σκέψη να ξαναφύγω έξω, τουλάχιστον μόνη μου, όπως έκανα τότε, σε άλλη ηλικία φυσικά.

Μ.Μ.: Εκτός από τις παραστάσεις στις οποίες συμμετέχεις, είσαι μέλος και σε μια μπάντα.

Θ.Σ.: Έχω την τιμή να είμαι μέλος του τρίο της Μητέρας Φάλαινας Τυφλής, μιας δεκαμελούς μπάντας, η οποία αυτό το διάστημα δραστηριοποιείται ως τρίο, στο οποίο κάνω τα φωνητικά. Εμφανιζόμαστε συνήθως Παρασκευή βράδυ, αλλά ενδεχομένως και μεσοβδόμαδα σε διάφορα μαγαζιά της Αθήνας.

Μ.Μ.: Θεοδοσία μου σε ευχαριστώ πολύ για την υπέροχη συνέντευξη που μου παραχώρησες και σου εύχομαι καλή συνέχεια σε ότι κι αν κάνεις!

Θ.Σ.: Σε ευχαριστώ πολύ κι εγώ εύχομαι ότι καλύτερο στο site σας, καλή συνέχεια!

Γιώργος Αδαμαντιάδης: ‘Είναι εύκολο να ξεγελάσεις το κοινό ότι είσαι καλός ηθοποιός, τον εαυτό σου όμως όχι’

Προσγειωμένος και συνειδητοποιημένος, ο Γιώργος Αδαμαντιάδης μας μιλάει για τις δικές του αλήθειες στο θέατρο. Αν και είναι πολύ νέος, έχει ασχοληθεί με το θέατρο και ακαδημαϊκά, αφού είναι υποψήφιος διδάκτορας με θεματική το έγκλημα της γενοκτονίας στο θέατρο, ενώ έχει συμμετάσχει και σε τηλεοπτική παραγωγή του BBC με θέμα την Αντιγόνη του Σοφοκλή! Όλα αυτά σε συνδυασμό με τα ταξίδια του στο εξωτερικό προκειμένου να εξειδικευτεί σε συγκεκριμένες μεθόδους υποκριτικής, συνθέτουν ένα εντυπωσιακό βιογραφικό που μας δημιουργεί μεγάλες προσδοκίες για το μέλλον!

12773078_1094131920606874_1319089784_o

Μαρία Μαρίνη: Ξεκίνησες τις σπουδές σου στο θέατρο αφού αποφοίτησες από το τμήμα Ιστορίας της Φιλοσοφικής Σχολής Ιωαννίνων. Αυτό συνέβη γιατί αποφάσισες μετά το πανεπιστήμιο να ασχοληθείς με την υποκριτική ή επειδή ήθελες να έχεις κι ένα επιπλέον πτυχίο;

Γιώργος Αδαμαντιάδης: Η πρώτη μου επαφή με το θέατρο πραγματοποιήθηκε ενώ ήμουν στα Γιάννενα και σπούδαζα. Συμμετείχα σε μια θεατρική ομάδα αρκετά υψηλού επιπέδου και τα φοιτητικά μου χρόνια τα πέρασα με συνεχείς παραστάσεις. Όλη μέρα στο θέατρο. Από τις πιο δημιουργικές περιόδους που έχω ζήσει. Μόνιμα σε μια πρόβα.  Όλα λοιπόν είχαν πάρει τον δρόμο τους πολύ πριν αποφοιτήσω.

Μ.Μ.: Πως ένιωσες όταν, ενώ ήσουν πρωτοετής σπουδαστής ακόμα, έλαβες μέρος ως ηθοποιός στο Θέατρο Τέχνης, Κάρολος Κουν;

Γ.Α.: Ως φοιτητής δεν είχα συνειδητοποιήσει την τεράστια ιστορία του Θεάτρου, στο οποίο θα έπαιζα. Όλα αυτά μέχρι την ημέρα της πρεμιέρας βέβαια! Όταν πήγα στο καμαρίνι να ετοιμαστώ, υπήρχε μια φωτογραφία του Κάρολου Κουν εκεί και ήταν σαν να με κοιτούσε. Από εκείνη την στιγμή κι έπειτα άρχισα να βλέπω πιο σοβαρά αυτό που έκανα, καθώς μέχρι τότε για μένα ήταν απλά ένα παιχνίδι.

Μ.Μ.: Έκανες ένα μεταπτυχιακό στο Royal Central School of Speech and Drama με σκοπό να ειδικευτείς στην αμερικάνικη μέθοδο υποκριτικής. Θεωρείς ότι δεν σου δίνεται η ευκαιρία στο εσωτερικό της χώρας να εξελίξεις τις σπουδές σου;

Γ.Α.: Σου δίνεται. Θεωρώ όμως ότι πρέπει να είσαι πολύ προσεκτικός στην επιλογή των ανθρώπων με τους οποίους θέλεις να δουλέψεις. Εγώ ήμουν από τους τυχερούς καθώς αρχικά σπούδασα στη σχολή της Δήμητρας Χατούπη, η οποία έχει εξαιρετικούς καθηγητές! Ο καθένας τους μου προσέφερε εξαιρετικά εφόδια. Ο κάθε άνθρωπος έχει τον δικό του τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει την υποκριτική τέχνη. Εμένα μου κινούσε την περιέργεια η αμερικανική μέθοδος, έτσι, λοιπόν, για να καλύψω την περιέργεια μου, αποφάσισα να ανακαλύψω περισσότερα γι’ αυτήν την μέθοδο από τους πλέον ειδικούς.

Μ.Μ.: Ποιο είναι, για σένα, το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της δικής σου μεθόδου;

Γ.Α.: Αρχικά επικεντρώνομαι στα πρακτικά στοιχεία κάθε χαρακτήρα. Προσπαθώ να βάλω τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του στην καθημερινότητά μου και από εκεί και πέρα αρχίζω να δημιουργώ έναν καινούριο άνθρωπο μέσα από το δικό μου σώμα προσθέτοντας πληροφορίες όπως, για παράδειγμα, ο τρόπος που μιλάει, ο τρόπος που κινείται, ακόμα και ο τρόπος που κοιμάται. Αυτό όμως είναι μόνο το περιτύλιγμα. Η ουσία είναι οι πράξεις του χαρακτήρα. Αυτό που με κινεί είναι η περιέργεια. Δεν μπορώ να προσπαθήσω να ψάξω πως νιώθει ένας χαρακτήρας γιατί θα πέσω στην παγίδα να παίξω το συναίσθημα. Ψάχνω τα στοιχεία που τον οδηγούν να κάνει ότι κάνει. Προσπαθώ να καταλάβω τι τον έσπρωξε να πράξει όπως έπραξε. Αυτή η προσπάθεια, για μένα τουλάχιστον, δεν είναι διανοητική. Απαιτεί απόλυτη συγκέντρωση και προσήλωση αλλά είναι καθαρά πρακτική. Χειρονακτική. Όταν δουλεύεις πρακτικά πάνω σε συγκεκριμένα στοιχεία, δεν χρειάζεται να «παίξεις» κάτι. Συμβαίνουν όλα από μόνα τους. Και σαν θεατής, όμως, δεν μου αρέσει να βλέπω άλλους ηθοποιούς να «προσπαθούν να παίξουν», γιατί στο τέλος, αυτό που βλέπω είναι μόνο η προσπάθεια. Αντιθέτως, λατρεύω να βλέπω ηθοποιούς να «υπάρχουν» πάνω στην σκηνή, γιατί σε τελική ανάλυση, ο θεατής θα αναρωτηθεί αν πιστεύει αυτό που βλέπει ή αν είναι ψεύτικο και δεν τον πείθει. Για μένα αυτό είναι το νόημα της υποκριτικής.

12767781_1094131703940229_957466025_n
από την παράσταση Bonnie & Clyde

Μ.Μ.: Το 2011 έλαβες μέρος στην τηλεοπτική παραγωγή του BBC με θέμα την Αντιγόνη του Σοφοκλή. Τι εντυπώσεις σου άφησε αυτό;

Γ.Α.: Δεν μου αρέσει να μεγαλοποιώ τα πράγματα. Όταν έγινε η πρόταση, η παραγωγή του BBC έψαχναν κάποιον ελληνόφωνο. Στο Λονδίνο δεν υπάρχουν πολλοί κι εγώ έτυχε να βρίσκομαι εκεί τότε. Το σπουδαιότερο για μένα ήταν ότι δούλεψα με ανθρώπους, τους οποίους έβλεπα μέχρι τότε στον κινηματογράφο και ξαφνικά βρέθηκα να παίζω μαζί τους! Επίσης, αυτό που μου έκανε εντύπωση είναι ότι ενώ στην Ελλάδα παρατηρείται μια έπαρση στους ηθοποιούς, στην Αγγλία αυτό δεν υπάρχει σε τέτοιο βαθμό. Ίσως αυτό να οφείλεται στο ότι εκεί οι ηθοποιοί είναι ακριβώς όπως οι γιατροί ή οι δάσκαλοι ή οι μηχανικοί. Φυσιολογικοί άνθρωποι που κάνουν μια κανονική δουλειά. Όχι σταρ. Από την άλλη, νομίζω ότι έχει σχέση και με την κουλτούρα των Άγγλων. Το θέατρο εκεί αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα αγαθά. Υπάρχει στην καθημερινότητα κάθε οικογένειας. Φαντάσου ότι τα παιδιά ασχολούνται με τις τραγωδίες του Σαίξπηρ από το δημοτικό.

Μ.Μ.: Λες ότι οι Άγγλοι θεωρούν το Θέατρο μια κανονική δουλειά. Δεν είναι, όμως, κατά μια έννοια, λειτούργημα;

Γ.Α.: Θεωρητικά είναι. Κάνουμε θέατρο για να πούμε μια ιστορία και αυτή η ιστορία να κάνει τον άλλον καλύτερο άνθρωπο. Για μένα ο ηθοποιός στην εποχή μας πρέπει να είναι λίγο «σούπερ ήρωας». Χρειάζεται να ξέρει να τραγουδάει, να χορεύει, να μιλάει σωστά, να έχει τέλεια φυσική κατάσταση και ταυτόχρονα να κάνει και άλλες δουλειές για να ζήσει. Παρόλα αυτά, οι δεξιότητες που πρέπει να έχει, δεν τον κάνουν καλύτερο άνθρωπο από κάποιον άλλον. Έχουμε φτάσει σε σημείο να πιστεύουμε ότι είμαστε «κάποιοι», ενώ δεν είμαστε. Είναι εύκολο να ξεγελάσεις το κοινό ότι είσαι καλός ηθοποιός, τον εαυτό σου όμως όχι. Όσους επαίνους και να πάρεις από τους κριτικούς ή από φίλους σου, αν μέσα σου ξέρεις ότι δεν είσαι καλός, δεν μπορείς να λειτουργήσεις με αυτή την ψευδαίσθηση. Ο ηθοποιός οφείλει να προσφέρει κυρίως στους άλλους.  Να τρέφει τους άλλους και όχι να τρέφεται από αυτό που δημιουργεί. Να είναι έμπνευση, όχι να εξυψώνεται ο ίδιος. Με αυτή την έννοια, το θέατρο αν γίνεται σωστά, είναι όντως λειτούργημα.

Μ.Μ.: Στην τελευταία σου δουλειά υποδύεσαι τον Clyde Barrow, διαβόητο ληστή, που ωστόσο στο έργο μας παρουσιάζει μια πιο ανθρώπινη πλευρά. Πες μας γι’ αυτό.

Γ.Α.: Όταν η μόνη πληροφορία που έχεις είναι ότι κάποτε υπήρχε ένας ληστής στην Αμερική ο οποίος λήστευε και σκότωνε, κατευθείαν δημιουργείς στο κεφάλι σου ένα τέρας. Έπρεπε λοιπόν να βρω τις αιτίες που τον έσπρωξαν να κάνει αυτά που έκανε. Ο Clyde Barrow ήταν ένα παιδί που προερχόταν από τις χειρότερες φτωχογειτονιές του Ντάλας την περίοδο της οικονομικής κρίσης στην Αμερική. Έκλεψε ένα ραδιόφωνο και πήγε στο αναμορφωτήριο. Όταν βγήκε από εκεί, έκλεψε ένα αμάξι και κατέληξε στην φυλακή. Έλεγαν τότε, ότι ο Barrow μπήκε ένα προσκοπάκι και βγήκε κροταλίας. Αυτό συνέβη γιατί στην φυλακή που ήταν βιάστηκε πολλές φορές μέχρι που αναγκάστηκε να σκοτώσει τον βιαστή του. Από την στιγμή που έγινε ο πρώτος φόνος είχε έναν ξεκάθαρο στόχο: να μην ξαναπάει στην φυλακή. Έτσι, ο φόνος αποτελεί το μέσο για να πετύχει τον σκοπό του. Πραγματικά πιστεύω ότι δεν ήθελε να σκοτώσει κανέναν. Οι αστυνομικοί προσπαθούσαν να κάνουν την δουλειά τους, να πιάσουν τον Barrow κι εκείνος να μην συλληφθεί. Εκ των πραγμάτων λοιπόν όταν υπάρχουν δύο αντίθετες δυνάμεις, απόλυτα προσηλωμένες στον στόχο τους και στην εξίσωση μπαίνουν και όπλα, υπάρχει τεράστιος κίνδυνος κάποιος να σκοτωθεί.

Μ.Μ.: Βλέπεις σε σένα κάποια χαρακτηριστικά του Clyde Barrow;

Γ.Α.: Οδηγώ εξίσου καλά! (γέλια) Επειδή δεν παίζω τον Clyde, αλλά φέρω κάποια κομμάτια του πάνω στην σκηνή ως αγγελιοφόρος, ότι βγαίνει εκείνη την ώρα δεν μπορώ να πω ότι είναι του Clyde αλλά δικό μου. Το μόνο κοινό που μπορώ να πω ότι έχουμε, είναι η αφοσίωσή μας στον στόχο μας.

Μ.Μ.: Σε κάποιο σημείο του έργου ο Clyde παραδέχεται ότι θα μπορούσε να δουλεύει ως μηχανικός αυτοκινήτων και μάλιστα πως θα μπορούσε να είναι και πολύ καλός. Αυτό σημαίνει ότι θα μπορούσε να αποδεχτεί το ισχύον καπιταλιστικό σύστημα, το οποίο γενικά κατηγορεί στην περίπτωση που έβρισκε κάτι που του άρεσε πραγματικά ή θεωρείς πως ακόμα κι αν έβρισκε κάτι που να τον γεμίζει, θα ασκούσε κριτική και θα προσπαθούσε να απελευθερωθεί από αυτό;

Γ.Α.: Ο Clyde θα ήθελε να κάνει μια τίμια δουλειά χωρίς να κλέβει, να ζει με τα λεφτά που βγάζει, να μην έχει ανάγκη κανέναν και να ζήσει μια όμορφη κανονική ζωή με την Bonnie. Προφανώς δεν του αρέσει αυτό που κάνει. Δεν γίνεται να σου αρέσει να ζεις σε ένα αμάξι αποκλειστικά, να τρέφεσαι με κονσέρβες και να έχεις την ευθύνη μιας δεύτερης ψυχής, την οποία θέτεις σε διαρκή κίνδυνο. Αδυνατώ να πιστέψω ότι ο Clyde ήταν λάτρης της περιπέτειας! Ήταν ένας άνθρωπος που προσπαθούσε να επιβιώσει. Στο έργο σε κάποιο σημείο λέω στην Bonnie ότι οι συγγενείς μας σίγουρα μας ζηλεύουν επειδή τουλάχιστον είμαστε ελεύθεροι. Αλλά το λέω για να την παρηγορήσω και να το πιστέψω κι εγώ ο ίδιος. Αν ο Clyde ήταν μόνος του, η ιστορία θα ήταν διαφορετική. Η Bonnie Parker είναι ένας παράγοντας που αλλάζει τα πάντα.

12591995_924710020945913_1033618495_o

Μ.Μ.: Οι Clyde & Bonnie έχουν διαπράξει τόσες ληστείες αλλά δεν το κάνουν για τα χρήματα, χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η  Bonnie που έχει μόνο ένα κόσμημα και μάλιστα από τον πρώην σύζυγό της. Για ποιον λόγο κάνουν τις ληστείες εκτός από την επιθυμία τους να γίνουν γνωστοί στους πάντες;

Γ.Α.: Καταρχήν ο Clyde και η Bonnie δεν κάνουν ληστείες για μεγάλα ποσά. Λήστευαν σαν να ήταν η δουλειά τους: για να πάρουν τα χρήματα από κάπου και μετά να πάνε σε ένα παντοπωλείο και να αγοράσουν νερό, φαγητό και ποτό. Ήταν μια καθημερινή δουλειά, θα μπορούσαμε να πούμε. Όσον αφορά την δημοσιότητα, είναι κάτι που αρέσει σε όλους τους ανθρώπους, αλλά δεν μπορώ να πιστέψω ότι άρεσε στον Clyde γιατί τον παρουσίαζαν ως δολοφόνο φορτώνοντας του φόνους που δεν είχε διαπράξει. Ο Clyde σκότωνε μόνο όταν ήταν αναγκασμένος να σκοτώσει γι’ αυτό και το έκανε με μεγάλη ψυχραιμία και αποτελεσματικότητα. Ωστόσο έκανε ότι μπορούσε για να μην φτάσουν τα πράγματα σε αυτό το σημείο. Επιπλέον, υπάρχει και ο κώδικας στην αστυνομία, σύμφωνα με τον οποίο, αν κάποιος σκοτώσει αστυνομικό, δεν πάνε να τον συλλάβουν αλλά να τον σκοτώσουν κατευθείαν, κάτι που ήταν ξεκάθαρο στον Clyde. Άρα, ήταν ο θάνατος σου, η ζωή μου.

12620400_924387867644795_1082439335_o

Μ.Μ.: Βλέποντας τις αδυναμίες που παρουσιάζουν οι Bonnie & Clyde θεωρείς ότι βρίσκουν την λύτρωση και την κάθαρση μέσα από την αγάπη τους;

Γ.Α.: Ο Clyde ήξερε ότι θα πεθάνει και μάλιστα είχε κάνει την διαθήκη του που άφηνε τα χρήματά του στους γονείς του. Αυτό που δεν ήθελε με τίποτα ήταν να συμβεί το ίδιο με την Bonnie. Ήθελε να φύγει μόνος του. Εκείνη δεν είχε σκοτώσει ποτέ κανέναν, οπότε θα πήγαινε στην φυλακή σαν συνεργός. Τον Clyde θα τον σκότωναν, ήταν δεδομένο. Δεν περίμενε ποτέ τέτοια ενέδρα. Τους σκότωσαν με 183 σφαίρες. Δεν πρόκειται απλά για εκτέλεση ή τιμωρία. Αυτό ήταν κάτι διαφορετικό, αρρωστημένο. Οι αστυνομικοί πρέπει να είχαν φοβηθεί τόσο πολύ τους που έριξαν όσες περισσότερες σφαίρες μπορούσαν. Λες και ήθελαν να είναι σίγουροι ότι θα σκοτώσουν ακόμα και την ψυχή τους. Νομίζω ότι η κάθαρση του Clyde ήρθε στην κηδεία τους, στην οποία πήγαν 100.000 άτομα. Αυτό σε μια περίοδο που δεν υπήρχαν μέσα δικτύωσης για να διαδοθεί, αλλά κυκλοφόρησε στόμα με στόμα, πράγμα που σημαίνει ότι αυτός ο άνθρωπος συμβόλιζε κάτι.

Μ.Μ.: Τι θεωρείς ότι συμβόλιζε ο Clyde Barrow;

Γ.Α.: Για μένα συμβόλιζε τον αγώνα του φτωχού απέναντι στον πλούσιο. Πήρε τα όπλα ενάντια σε ένα σύστημα αδικίας στην Αμερική, την περίοδο της κρίσης με τρομακτική ανεργία, με πείνα και όλες τις παθογένειες που μπορεί να έχει μια κοινωνία μαζεμένες, γιατί μια οικονομική κρίση βγάζει το χειρότερο πρόσωπο μιας κοινωνίας. Ο Clyde ήταν προϊόν της εποχής του. Δεν πιστεύω ότι ήθελε ποτέ να γίνει σύμβολο ή ότι είχε καταλάβει πως τον έβλεπε ο κόσμος. Το γεγονός ότι είχε και μια γυναίκα, έκανε την ιστορία του λίγο μυθιστορηματική. Όλοι ήθελαν να γίνουν Bonnie & Clyde, να ληστεύουν τράπεζες, να είναι διάσημοι και να ζουν τον έρωτά τους. Πίσω από όλο αυτό, όμως, υπήρχε τεράστια ψυχική και σωματική κόπωση.

Μ.Μ.: Θα ήθελες στο μέλλον να ασχοληθείς με τον κινηματογράφο;

Γ.Α.: Είναι μία τέχνη που πάντα με απασχολούσε. Ταινίες του Σκορτσέζε και του Κόπολα έβλεπα μικρός κι έλεγα ότι αυτό θέλω να κάνω στην ζωή μου. Με βρίσκεις σε μία περίοδο που έχω αρχίσει να προετοιμάζομαι για την πρώτη μου συμμετοχή στο κινηματογράφο. Η έρευνα μου πάνω στον χαρακτήρα έχει αρχίσει. Πάλι με το πιστόλι στο χέρι θα είμαι.

Μ.Μ.: Εκτός από την υποκριτική, έχεις ασχοληθεί και ακαδημαϊκά με το θέατρο καθώς είσαι και υποψήφιος διδάκτορας με θεματική το έγκλημα της γενοκτονίας στο θέατρο. Θα ήθελες να ασχοληθείς και με την διδασκαλία;

Γ.Α.: Η ακαδημαϊκή ενασχόληση μου με το θέμα προέκυψε καθαρά από την θέληση μου να ερευνήσω ανθρώπινες συμπεριφορές. Δεν είναι τόσο «ακαδημαϊκή» όσο ακούγεται. Πρέπει να βγεις έξω, να ταξιδέψεις σε περιοχές που έχουν γίνει τα εγκλήματα, να μυρίσεις το χώμα, να μιλήσεις με ανθρώπους που έχουν ζήσει γενοκτονίες ,θύτες και θύματα, να ακούσεις τον τρόπο με τον οποίο αφηγούνται τα γεγονότα. Εμείς οι ηθοποιοί «προσπαθούμε» να κλάψουμε πάνω στην σκηνή. Σ’ αυτούς τους ανθρώπους δεν έχουν μείνει δάκρυα. Κι αν έχουν μείνει, προσπαθούν να τα κρύψουν. Αυτό είναι κάτι που δεν παίζεται στην σκηνή. Όσον αφορά στην διδασκαλία θεωρώ ότι είναι τεράστια ευθύνη και δεν ξέρω ακόμα αν είμαι έτοιμος. Ο χρόνος θα δείξει.

Μ.Μ.: Σε ευχαριστώ πολύ για την συνέντευξη που μου παραχώρησες κι εύχομαι το καλύτερο σε ότι κι αν κάνεις!

Γ.Α.: Εγώ σε ευχαριστώ πολύ κι εύχομαι καλή συνέχεια στο site σας!

Οδύσσεια Μπουγά: “Το θέατρο για μένα είναι κατάθεση ψυχής”

Παθιασμένη και εκρηκτική η Οδύσσεια Μπουγά δίνει όλο της το «είναι» για την Τέχνη! Χωρίς να κάνει οικονομία δυνάμεων καταθέτει την ψυχή της σε κάθε της δουλειά, είτε πρόκειται για θέατρο, τηλεόραση, κινηματογράφο- καθώς έχει συμμετάσχει και σε ταινίες μικρού μήκους- είτε για την μεγάλη της αγάπη, την κολύμβηση. Πειθαρχημένη και εργατική έχει μάθει να δουλεύει σκληρά για να δώσει στο κοινό την δική της «αλήθεια» και δεν φοβάται να τσαλακωθεί. Στην τελευταία της δουλειά στο θέατρο, ενσαρκώνει την Bonnie Parker στην παράσταση Bonnie & Clyde, εντυπωσιάζοντας με την τεχνική και το ταλέντο της.

Μαρία Μαρίνη: Τι ήταν αυτό που σε έκανε να ασχοληθείς με την υποκριτική;

Οδύσσεια Μπουγά: Αυτή η αγάπη ξεκίνησε από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Το αγαπημένο μου παιχνίδι, όταν ήμουν μικρή,  ήταν να πηγαίνω με τη μαμά μου και τις φίλες της για καφέ, να τις παρατηρώ και όταν γύριζα στο σπίτι τις μιμούμουν, απομονώνοντας τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους, κάτι που δεν έχει να κάνει με την ικανότητα μίμησης αλλά με το πρίσμα μέσα από το οποίο βλέπω τους ανθρώπους. Αργότερα, όταν πήγα σχολείο, καλούσα τις συμμαθήτριές μου στο σπίτι, έκοβα εισιτήριο κι έκανα παραστάσεις. Έτσι, οι γονείς μου είχαν προετοιμαστεί ότι θα γίνω ηθοποιός και ποτέ δεν με πίεσαν για κάτι. Πάντως, πέρασα μια περίοδο αμφισβήτησης που δεν ήθελα ούτε να το ακούω και με είχε πιάσει μια συστολή. Τελικά, ασχολήθηκα με το θέατρο εντελώς τυχαία όταν η αδερφή μου πήγε σε ένα θεατρικό εργαστήρι ερασιτεχνικά και μου έλεγε να πάω μαζί της κι ενώ στην αρχή δεν ήθελα, κατάφερε να με πείσει. Εκτιμώ, βέβαια, πολύ  την στάση των γονιών μου που ποτέ δεν με πίεσαν να κάνω ή να μην κάνω κάτι.

Μ.Μ.: Έχεις κάνει μαθήματα νοηματικής γλώσσας κι έχεις συμμετάσχει και σε αρκετές παραστάσεις με το θέατρο κωφών. Πως πήρες αυτή την απόφαση;

Ο.Μ.: Και αυτό έγινε τυχαία! Η δασκάλα μου η Νέλη Καρρά ήταν εκείνη που ίδρυσε το θέατρο κωφών και θεώρησα ότι ήταν πολύ σημαντικό το εγχείρημά της. Επίσης, το βρήκα εξαιρετικά ενδιαφέρον γιατί η νοηματική είναι μια γλώσσα που συμμετέχει όλο το σώμα και για μένα η υποκριτική είναι η συμμετοχή και του τελευταίου σου κυττάρου, όταν η ψυχή πάλεται, το σώμα δεν μπορεί να είναι απαθές! Εγώ πήγα εκεί ως ομιλουμένη τους, απέδιδα το κείμενο που έκαναν με κινήσεις στη νοηματική, δεν συμμετείχα ως ηθοποιός στις παραστάσεις αυτές. Είναι ένα μάθημα ζωής αυτή η συνεργασία και δεν ήταν καθόλου εύκολο το να μάθεις να αντιμετωπίζεις παιδιά με αυτή την ιδιαιτερότητα χωρίς να δείχνεις ότι είναι ιδιαίτεροι, γιατί θίγονται.

Μ.Μ.: Μίλησέ μας για την εμπειρία σου από τον θίασο της Πειραματική σχολής του Εθνικού Θεάτρου. Πως ήταν η συνεργασία σου με τον Στάθη Λιβαθινό;

Ο.Μ.: Θεωρώ ότι ήμουν πολύ τυχερή που μπήκα εκεί γιατί και άλλα παιδιά θα άξιζαν να είναι σε εκείνη την ομάδα και δεν θεωρώ ότι ήμουν ΤΟ ταλέντο. Σίγουρα, ο Στάθης είναι ένα άτομο που μετράει πάρα πολύ ποιους θα επιλέξει ως συνεργάτες και σε μεγάλο βαθμό και τον χαρακτήρα των παιδιών αλλά και την διαθεσιμότητα του ηθοποιού, που είναι και το πιο σημαντικό. Ο Στάθης είναι ένας άνθρωπος που μου έδωσε θεατρική ταυτότητα από πολύ νωρίς και για μένα είναι πρώτα ένας πολύ σημαντικός δάσκαλος κι έπειτα ένας εξαιρετικός σκηνοθέτης. Αν και έχουν χωρίσει οι δρόμοι μας, έχει καταγραφεί πολύ έντονα μέσα μου εκείνη η περίοδος, η οποία ήταν τρεισήμισι- τέσσερα χρόνια και η πορεία σε αυτή δεν ήταν εύκολη. Γενικά, θεωρώ ότι το θέατρο είναι μια τέχνη στην οποία δεν περνάς όμορφα. Φαντάσου ότι εκείνη την περίοδο ήμουν από τις δέκα το πρωί μέχρι τις τρεις τα ξημερώματα εκεί γιατί συμμετείχα παράλληλα και στο εργαστήρι σκηνοθεσίας. Ωστόσο, η πειραματική για μένα ήταν ένας πολύ μεγάλος σταθμός που με διαμόρφωσε σημαντικά ως άτομο που άξιζε όλες τις θυσίες μου και δεν θα την άλλαζα με τίποτα!

Μ.Μ.: Θεωρείς ότι δεν είσαι ΤΟ ταλέντο, κάτι που έχεις αντισταθμίσει με την πολλή δουλειά, άρα είσαι διατεθειμένη να δουλέψεις πολύ σκληρά γι’αυτό που θέλεις χωρίς να υπολογίσεις τίποτα;

Ο.Μ.: Είμαι μαχητική μέχρι να απογοητευτώ και να τα παρατήσω όλα, έχω ένα αυτοκαταστροφικό στοιχείο μέσα μου. Αυτό που λένε το εξαιρετικό ταλέντο που βγαίνει μια στα τόσα χρόνια, δεν ξέρω αν υπάρχει βέβαια. Για μένα όλα αυτά είναι θέμα συγκυριών και τύχης. Σημασία έχει το πόσο συνεπής είσαι με τον εαυτό σου! Άλλωστε, σιγά σιγά γνωρίζεις την φύση σου και το ποιος πραγματικά θα γίνεις γιατί όλα αυτά είναι θέμα εσωτερικής ανακάλυψης. Το θέμα είναι να μην ακολουθείς δρόμους που θα σε μπερδέψουν γιατί χάνεις χρόνο, αν και όλα, βέβαια, είναι εμπειρίες.

12591931_924725020944413_572770152_o

Μ.Μ.: Στην τελευταία σου δουλειά ενσαρκώνεις την Bonnie Parker, μια πολύ ενδιαφέρουσα προσωπικότητα γεμάτη αντιθέσεις. Πες μας λίγα λόγια γι’ αυτήν.

Ο.Μ.: Με έχει κατακτήσει αυτός ο ρόλος! Δεν ξέρω τι είναι αυτό που την κάνει τόσο μαγική. Είναι αντιφατική γιατί ενώ είναι μια εγκληματική φύση, έχει μείνει στην ιστορία τόσο όμορφα, σαν ηρωίδα. Ίσως το ότι είναι τόσο ανθρώπινη, είναι αυτό που την κάνει τόσο αγαπητή. Επίσης, ενώ την ενδιέφερε να γίνει τραγουδίστρια, χορεύτρια, ηθοποιός στο Broadway, ουσιαστικά θα συμβιβαζόταν με μια φυσιολογική ζωή με τον Clyde. Ένας άνθρωπος που έχει τόσο πάθος στην ζωή του, το περνάει σε όλα τα πράγματα γύρω του, η Bonnie ήταν καλλιτέχνης απέναντι στην ζωή. Δεν την ένοιαζε που τελικά δεν πήγε στο Broadway, αλλά ότι είχε κερδίσει δόξα μέσα από τον τρόπο ζωής της. Ακολούθησε έναν άνθρωπο και βρήκε εκεί την ουσία, επειδή «βούταγε» σε αυτό που ζούσε και το πήγαινε στα άκρα. Θεοποίησε τον Clyde, τον ακολούθησε κι έδωσε την ζωή της για εκείνον.

12591966_924711350945780_1124059648_o

Μ.Μ.: Διακρίνεις κάποια χαρακτηριστικά της Bonnie σε σένα;

Ο.Μ.: Στην αρχή, επειδή την έβλεπα κι εμφανισιακά, θεωρούσα ότι δεν έχω κανένα κοινό μαζί της. Στη συνέχεια, όμως, άλλαξε αυτό. Δεν ξέρω αν είναι αλήθεια ή μια δική μου ψευδαίσθηση ότι ταυτίζομαι με τον ρόλο, αλλά βρίσκω πολύ συγγενικό το ταπεραμέντο της. Το πάθος για τα πράγματα που έχει. Επίσης, θεωρώ ότι έχω κι εγώ δοτικότητα και το αυτοκαταστροφικό στοιχείο, που μπαίνω σε μια κατάσταση και δεν με ενδιαφέρει το κόστος της επιλογής μου. Δεν βάζω ποτέ στόχους και μου αρέσει να αφήνω την ζωή να διαλέξει αυτή για εμένα, αν και θαυμάζω τους ανθρώπους που στοχεύουν κάπου και πετυχαίνουν. Το θέατρο μας βοηθάει πολύ να γνωρίσουμε την φύση μας, κι εγώ έμαθα αρκετά πράγματα για μένα μέσα από την Bonnie, ήταν μια ψυχανάλυση για μένα όσο γραφικό κι αν ακούγεται.

Μ.Μ.: Αντιμετώπισες κάποιες προκλήσεις ενσαρκώνοντας αυτόν τον ρόλο;

Ο.Μ.: Κάτι που με δυσκόλεψε αλλά και με γοήτευσε ταυτόχρονα είναι οι εναλλαγές που έχει αυτός ο χαρακτήρας. Το πώς αλλάζει η ψυχολογία της σε δευτερόλεπτα και από παιδί γίνεται μια γυναίκα που διεκδικεί, από εκεί σε τέρας που κατηγορεί και στο τέλος μια αφελής κοπέλα γεμάτη αγνότητα. Η Bonnie για μένα έχει τα πάντα, ότι περικλείει μια γυναικεία προσωπικότητα, ενώ ο Clyde είναι ένας πυρήνας που στέκεται ακλόνητος και ακολουθεί μια πορεία ζωής που του έχει επιβληθεί από την ίδια την κοινωνία, την οποία πορεία ακολουθεί με όλες τις ενοχές του σιωπηλά. Από την άλλη πλευρά, η Bonnie είναι σαν μια πεταλούδα, ένα ζουζούνι που κάνει τόσο σαματά και αφέθηκε σε αυτό χωρίς να σκέφτεται πραγματικά τι είναι αυτό που κάνουν. Έμενε περισσότερο στην σχέση της με τον Clyde και ασχολούνταν με απλά κι επιφανειακά πράγματα και άφηνε εκείνον να την οδηγήσει, αποτελώντας για εκείνη, πατρική φιγούρα, έναν καθοδηγητή. Ήταν ενθουσιώδης και επιπόλαιη, λάτρευε τον Clyde αλλά θα μπορούσε να τον σκοτώσει για πλάκα, αυτά τα ακραία συναισθήματά της είναι το μεγαλείο της.

12636967_924128037670778_897236063_o

Μ.Μ.: Η Bonnie θέλει να πραγματοποιήσει το American dream και να γίνει διάσημη και πλούσια. Βλέπουμε, όμως, ότι οι πραγματικές στιγμές ευτυχίας της είναι όταν έχει πραγματική επικοινωνία με τον Clyde. Έχει συνείδηση αυτής της κατάστασης;

Ο.Μ.: Νομίζω ότι αρχικά μπήκε λίγο ακούσια μέσα σε αυτό αλλά σιγά σιγά το συνειδητοποιεί και ηρεμεί δίπλα στον Clyde. Εκείνος έχει την ανασφάλεια ότι δεν της προσέφερε την ζωή που θα ήθελε και, πιστεύω, ότι αυτό τον κράταγε πίσω, σε συνδυασμό με τον διαρκή κίνδυνο, στον οποίο την εξέθετε. Έτσι, προσπαθούσε διαρκώς να βρει κάτι για να την αποζημιώσει και να την προστατεύσει. Εκεί βρίσκεται και η ουσιαστική πάλη τους! Η Bonnie ήθελε να καταλάβει ο Clyde ότι εκείνη ήθελε αυτό ακριβώς που της προσέφερε εκείνος, να χαλαρώσει και της εκφράσει την αγάπη του. Για εκείνη ήταν πιο σημαντικό να της δείξει πόσο ερωτευμένος ήταν μαζί της παρά να μείνουν σε ένα πλούσιο ξενοδοχείο στη Νέα Υόρκη. Εκείνος, όμως, δεν της έδειχνε τα αισθήματά του γιατί ήταν εγκλωβισμένος στην ανασφάλειά του, στο εσωτερικό μονοπάτι της επίγνωσης του τι κάνει κι έβλεπε την θέση τους απέναντι στην κοινωνία αλλά και την σκοτεινή πλευρά αυτού που έκαναν, όπως και το ότι οδηγούσε στον θάνατο ένα πλάσμα που αγαπούσε πολύ και είχε αφεθεί σε εκείνον, και αυτό ήταν πολύ βαρύ.

Μ.Μ.: Τι είναι για σένα το θέατρο;

Ο.Μ.: Για μένα το θέατρο είναι μια κατάθεση ψυχής και πρέπει να δίνεις όλο σου τον εαυτό! Υπάρχουν εξαιρετικοί ηθοποιοί που προφυλάσσουν τον εαυτό τους για να μπορούν να ζήσουν και αναπτύσσουν σιγά σιγά τεχνικές για να προστατεύονται, αυτό είναι πολύ σωστό κι έντιμο. Απλά, εγώ προσωπικά δεν μπορώ να κάνω οικονομία δυνάμεων, αν και θα έπρεπε. Γι ’αυτό, μάλλον ευτυχώς, δεν μου δόθηκε η ευκαιρία στην ζωή μου να κάνω τόσο θέατρο γιατί θα μπορούσα να δουλεύω συνέχεια. Ίσως, γι’ αυτό με προστατεύει κάτι ανώτερο ώστε να μην φθείρομαι πολύ. Δεν είναι απαραίτητα σωστό αυτό βέβαια, αν και θεωρώ ότι δεν υπάρχει σωστό και λάθος. Άρα, όλοι οι ηθοποιοί από την στιγμή που είναι έμψυχο υλικό έχουν το ενδιαφέρον τους γιατί προσεγγίζουν διαφορετικά κάποιες καταστάσεις, από εκεί και πέρα το αν ένας ηθοποιός σε συγκινεί, έχει να κάνει και με το αν σε αγγίζει, κάτι που είναι εντελώς υποκειμενικό.

Μ.Μ.: Υπάρχει κάποιος ρόλος που θα ήθελες να ενσαρκώσεις;

Ο.Μ.: Όχι κάποιον συγκεκριμένο. Με όλους τους ρόλους που έχουν μια πορεία θα ήθελα να ασχοληθώ γιατί σε όλους βλέπω κάτι. Σίγουρα, πάντως, με συγκινεί πάρα πολύ το αρχαίο δράμα, χωρίς να μπορώ να καταλάβω γιατί. Νιώθω ότι είναι πολύ κοντά στην φύση μου και θα ήθελα να μου δοθεί η ευκαιρία να το κάνω καθώς πρόκειται για διαχρονικά κείμενα που αντιμετωπίζουν θέματα που πάντα μας απασχολούν μέσα στον χρόνο. Επίσης, με γοητεύουν απίστευτα οι αντρικοί ρόλοι και λυπάμαι που δεν μπορώ να τους ενσαρκώσω, ενώ οι γυναικείοι δεν με έχουν μαγέψει σε τέτοιο βαθμό.

Μ.Μ.: Θα ήθελες να ξανασχοληθείς με τον κινηματογράφο σε ταινίες μεγάλου μήκους αυτή την φορά;

Ο.Μ.: Ναι! Ο κινηματογράφος είναι μια άλλη δουλειά που δεν την ξέρω, γιατί έχω εκπαιδευτεί σε διαφορετικό τρόπο δουλειάς, που μέσα από την πορεία των πραγμάτων οδηγήσε κάπου. Στο θέατρο δεν παίζεις ποτέ το αποτέλεσμα, γιατί αν το κάνεις το αποτέλεσμα θα είναι κάτι άψυχο και ψεύτικο. Στον κινηματογράφο, όμως, είναι διαφορετικά τα πράγματα, επειδή ο σκηνοθέτης θα σου ζητήσει να παίξεις την σκηνή του τέλους για να κάνει το γύρισμα, οπότε είναι μια άλλη δουλειά. Θα με ενδιέφερε πάρα πολύ πάντως, αν και ο κινηματογράφος απαιτεί άλλου είδους ετοιμότητα από έναν ηθοποιό. Οι ταινίες μικρού μήκους που έχω κάνει, μου έχουν αφήσει μια πολύ ωραία εμπειρία, μάλιστα, η μια από αυτές, δεν έχει ξεσφραγιστεί γιατί είναι ακόμα σε κάποια φεστιβάλ και δεν έχει προβληθεί ακόμα.

Μ.Μ.: Έχεις ασχοληθεί και με την τηλεόραση συμμετέχοντας σε πολλές σειρές. Τι εμπειρία σου άφησε αυτό;

Ο.Μ.: Αυτό προέκυψε όταν έφυγα από την πειραματική και μπορούσα να ασχοληθώ από άποψη χρόνου. Ένας σκηνοθέτης με είχε δει σε μια παράσταση του Μολιέρου και μου πρότεινε να παίξω στην τηλεόραση, κάτι που δεν περίμενα και σε πρώτη φάση σοκαρίστηκα! Από την άλλη πλευρά, είναι δελεαστικό να γνωρίζεις πολλά μέσα και να δεις πως θα μπορούσες να είσαι ηθοποιός σε μια άλλη δουλειά, αυτό από μόνο του σε ιντριγκάρει, οπότε έπεσαν οι συστολές και το δοκίμασα. Δεν μου ταίριαζε, όμως, πολύ η διαδικασία της τηλεόρασης γιατί δεν έχω την ετοιμότητα να είμαι ντυμένη, βαμμένη και να λέω τα λόγια όπως ακριβώς τα είπα στο προηγούμενο γύρισμα. Είχε τύχει, μάλιστα, σκηνοθέτης να μου πει «δεν είναι εθνικό εδώ», προκειμένου να τελειώσουμε με το πλάνο, αφού έκανα αυτοσχεδιασμό και θεωρούσαν ότι θα έπρεπε να ντρέπομαι που έκανα κάτι άλλο επειδή μου προέκυπτε και βασάνιζα ολόκληρο το συνεργείο. Το να λέω ακριβώς το ίδιο πράγμα κάθε φορά, ήταν κάτι που δεν είχα συνηθίσει γιατί είχα εκπαιδευτεί στο να παίρνω την αλήθεια της στιγμής και να προκύπτει κάθε φορά κάτι αληθινό, στο θέατρο μαθαίνεις τα λόγια μέσα από την διαδικασία και όχι παπαγαλία.

Μ.Μ.: θεωρείς ότι μπορείς να καταθέσεις ένα κομμάτι από την ψυχή σου στην τηλεόραση με αυτά τα δεδομένα;

Ο.Μ.: Ναι το πιστεύω, γιατί έχει να κάνει με ανθρώπους που θα σε σεβαστούν και θα σου δώσουν το περιβάλλον να εκφραστείς. Έχουν υπάρξει εξαιρετικές δουλειές στην τηλεόραση που έχω ζηλέψει και σπουδαίοι θεατρικοί ηθοποιοί που έχουν παίξει πάρα πολύ καλά. Το θέμα είναι ότι τώρα που είναι τόσο δύσκολα τα πράγματα, δεν μπορούν να επιβιώσουν τέτοιοι άνθρωποι που φέρουν την δική τους αλήθεια. Η τηλεόραση είναι ένα τρομερά ισχυρό μέσο με απίστευτη δύναμη στο κοινό και θα μπορούσε να έχει έναν αμιγώς εκπαιδευτικό χαρακτήρα, και είναι κρίμα που δεν το κάνει. Μας προσφέρει τόσα σκουπίδια που το κοινό γαλουχείται σε αυτό, εγγράφεται μέσα του και πλέον θέλει άλλα πράγματα. Για παράδειγμα, αν δουν έναν θεατρικό ηθοποιό να κάνει μια ερμηνεία στην τηλεόραση, τους «κλωτσάει» και έχοντας συνηθίσει σε κάτι πιο άμεσο κι επιφανειακό μπορεί να θεωρήσουν την ερμηνεία του ψεύτικη.

Μ.Μ.: Σε ευχαριστώ πάρα πολύ για την συνέντευξη που μου παραχώρησες κι εύχομαι ότι καλύτερο στη συνέχεια!

Ο.Μ.: Εγώ σε ευχαριστώ πολύ και καλή συνέχεια στο site εύχομαι!

Αν θέλετε να παρακολουθήσετε κι εσείς το Bonnie & Clyde, στείλτε στο [email protected] στο hashmag.gr για να κερδίσετε μια διπλή πρόσκληση!

Λευτέρης Παπακώστας: «Όλες οι επιλογές έχουν ένα κόστος”

Ο Λευτέρης Παπακώστας από το 2008 συμμετέχει σε επαγγελματικές παραστάσεις και από το 2013 σκηνοθετεί, με τελευταία του δουλειά, ως ηθοποιός το Τερεζίν και ως σκηνοθέτης το Bonnie & Clyde. Αν και αναγνωρίζει τη σημασία που έχουν οι προσωπικές μας επιλογές και οι συνέπειές τους, τολμάει να διεκδικήσει κάτι διαφορετικό που να τον εκφράζει και δεν συμβιβάζεται εύκολα.  Σίγουρα ένας τέτοιος άνθρωπος μας κάνει να ανυπομονούμε να δούμε που θα τον οδηγήσει το ελεύθερο πνεύμα του!

Μαρία Μαρίνη: Από το 2008 συμμετέχεις σε επαγγελματικές παραστάσεις. Τι ήταν αυτό που σε τράβηξε στην υποκριτική;

Λευτέρης Παπακώστας: Το 2008 αποφάσισα ότι δεν μου άρεσε η ζωή που ανοιγόταν μπροστά μου, διότι είχα μόλις τελειώσει ΤΕΙ λογιστικής και αυτό ήταν κάτι με το οποίο δεν ήθελα να ασχοληθώ. Βρισκόμουν σε μια διαδικασία που ουσιαστικά έψαχνα τι να κάνω σ’ αυτή την ζωή. Τότε, πέρασα από ένα εργαστήρι υποκριτικής, επειδή πάντα μου άρεσε η υποκριτική, αν και δεν είχα πει ούτε ένα ποίημα στο σχολείο. Αυτό που με ενθουσίαζε πάντα είναι ότι μπαίνεις σε μια συνθήκη που σου προτείνεται, που είναι ξένη από σένα, και μέσα από αυτήν προσπαθείς να βρεις το δικό σου κομμάτι. Ουσιαστικά, μέσα στο εργαστήρι συνειδητοποίησα ότι αυτό το πράγμα με τροφοδοτεί και περνάω πολύ ευχάριστα που για μένα αυτό είναι το ιδανικό.

Μ.Μ.: Με το δεδομένο ότι έχεις κάνει κάποιες δουλειές ως σκηνοθέτης, θεωρείς ότι σε βοηθάει αυτό όταν καλείσαι να υποδυθείς έναν ρόλο γιατί αντιλαμβάνεσαι καλύτερα το σύνολο της παράστασης στην οποία θα συμμετάσχεις ή δεν σε επηρεάζει καθόλου;

Λ.Π.: Προσωπικά με βοηθάει πολύ! Είναι η δεύτερη σκηνοθεσία που κάνω, με πρώτη το 2015 που σκηνοθέτησα το Σκυλόψαρο, της ομάδας «Ιπτάμενοι Άνθρωποι». Μπορεί για άλλα άτομα να μην ισχύει, εμένα πάντως με βοηθάει να αντιλαμβάνομαι τα πράγματα ακόμα πιο σφαιρικά. Από την στιγμή που το Θέατρο δεν είναι μια ατομική τέχνη και απαιτείται η συνεργασία με πολλούς ανθρώπους, το ζητούμενο είναι να παίξουμε όλοι την ίδια παράσταση. Αυτό δεν είναι σίγουρο ότι θα γίνει, αν εγώ συγκεντρωθώ μόνο στον ρόλο μου χωρίς να με απασχολεί τίποτα άλλο. Βλέποντας, όμως, και τα κομμάτια που έχουν αναλάβει οι υπόλοιποι συντελεστές της παράστασης, μπορείς να συνεργαστείς καλύτερα μαζί τους.

Μ.Μ.: Πες μας λίγο για την παράσταση Τερεζίν στην οποία συμμετέχεις φέτος.

Λ.Π.: Η Τερεζίν είναι μια πόλη γκέτο του 1940 που την χρησιμοποιούσαν οι Γερμανοί ως βιτρίνα. Είχαν μαζέψει όλους τους καλλιτέχνες και προσπαθούσαν να πείσουν τον κόσμο ότι ζούσαν καλά και παράγουν έργο. Πέρα από το γεγονός, όμως, ότι δεν έκαναν ελεύθερη τέχνη, αλλά στρατευμένη, ζούσαν και σε άθλιες συνθήκες. Τα γεγονότα της παράστασης, διαδραματίζονται με αφορμή μια παράσταση που ήθελαν να κάνουν οι Γερμανοί για να δείξουν στον Ερυθρό Σταυρό ότι η Τερεζίν λειτουργεί σαν πόλη που μένουν οι άνθρωποι και όχι σαν στρατόπεδα συγκέντρωσης. Η ροή της ιστορίας φαίνεται από την στιγμή που παίρνουν την απόφαση να γίνει βιτρίνα αυτή η πόλη, τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι καλλιτέχνες, το όνειρο του κάθε ανθρώπου που θέλει να δει αν η τέχνη του μπορεί να τον οδηγήσει κάπου και αν η τέχνη υπερβαίνει τον θάνατο. Πρόκειται για ένα έργο λίγο βαρύ, που όμως πάντα υπάρχει κάτι να το «σπάει». Ενώ σου δείχνει την δυναμική ροή της παράστασης ξέρεις ότι πριν από αυτήν έχουν βιώσει πολύ δύσκολα πράγματα, στην συνέχεια οι ήρωες θυμούνται πράγματα που έγιναν στην προηγούμενη πρόβα και γελούν και γενικά το έργο έχει αρκετές εναλλαγές για να μην «κουράζει» τον θεατή, από την στιγμή που το θέμα του είναι ήδη «βαρύ».

12666392_931305686953013_350703067_n

Μ.Μ.: Ποιος από τους ρόλους που έχεις υποδυθεί μέχρι τώρα θεωρείς ότι σε αντιπροσωπεύει περισσότερο;

Λ.Π.: Παρόλο που το 2008 ακούγεται μακριά, δεν είναι τόσοι πολλοί για να πω ότι ήταν ένας συγκεκριμένος που με αντιπροσωπεύει. Ωστόσο, σε καθέναν από αυτούς υπάρχουν στοιχεία τα οποία είναι δικά μου και τα αγγίζω. Αν έπρεπε να διαλέξω έναν, θα έλεγα την προηγούμενη δουλειά μου, τις Άγριες Νότες, με την οποία μπόρεσα να συνδεθώ ακόμα περισσότερο καθώς ήταν ένα πολιτικό κείμενο. Πραγματευόταν μια κατάσταση εγκλεισμού, σχέσεις εξουσιαστή- εξουσιαζόμενου, θέματα, τα οποία με αγγίζουν σε όλο το φάσμα τους. Πρωτίστως, λοιπόν, με ενδιαφέρει το θέμα της παράστασης και όχι τόσο ο ρόλος που μπορώ να ενσαρκώσω.

12674669_931303140286601_1342386037_n

Μ.Μ.: Με αυτή την έννοια, φαντάζομαι, δεν έχεις στο μυαλό σου να ενσαρκώσεις κάποιον συγκεκριμένο ρόλο, αλλά, ίσως, κάποιο συγκεκριμένο έργο. Ποιο θα ήθελες να είναι αυτό;

Λ.Π.: Η Αντιγόνη είναι ένα καταπληκτικό έργο για μένα, γιατί θέτει στον πυρήνα του το ζητούμενο της προσωπικής επιλογής και το κόστος που αναλαμβάνει κάποιος για αυτήν. Γενικά, και στο θέατρο και στην προσωπική μου ζωή θεωρώ ότι όλα έχουν να κάνουν με τις επιλογές που κάνουμε. Από το που θα πας σήμερα το πρωί, μέχρι με ποιον άνθρωπο θα είσαι για τα επόμενα πενήντα χρόνια της ζωής σου ή τι δουλειά θα κάνεις, όλα είναι επιλογές που έχουν ένα κόστος!

Μ.Μ.: Φαίνεται ξεκάθαρα στο Bonnie & Clyde η σημασία που δίνεις στην προσωπική επιλογή. Τι ήταν αυτό που σε έκανε να επιλέξεις το συγκεκριμένο έργο και όχι κάποιο άλλο;

Λ.Π.: Αυτή η δουλειά έγινε εντελώς τυχαία. Τυχαία αλλά ωραία! Ο Γιώργος Αδαμαντιάδης (o Clyde), με τον οποίο είχαμε συνεργαστεί πέρσι στον Ιούλιο Καίσαρα του Σαίξπηρ, μου έδωσε το κείμενο των Bonnie & Clyde, το διάβασα και μετά συζητήσαμε για το έργο. Μου άρεσε η ιστορία και οι συναισθηματικές μεταπτώσεις που περνούν  οι ήρωες, για μένα όμως το πιο σημαντικό, είναι οι επιλογές που έχουν κάνει οι ήρωες στην ζωή τους πριν τους βρούμε εμείς στην ροή του έργου και οι επιλογές που θα αφήσουν μετά για εμάς. Οι συνειδητές και ασυνείδητες επιλογές τους, εξαιτίας των οποίων δεν μπορούν να γυρίσουν πίσω, και τους οδήγησαν στο παρόν θέτοντας κάποιους προβληματισμούς γι’ αυτούς που πραγματικά «βλέπουν» και δεν παρακολουθούν απλά την παράσταση. Προβληματισμούς, που έχουν να κάνουν με τις αποφάσεις που καλείται ο καθένας από εμάς να πάρει στη ζωή του, όχι όμως τις μαξιμαλιστικές, τύπου «τι θα κάνω στην ζωή μου», αλλά της επόμενης μέρας, η επιλογή του «τώρα». Αυτό φαίνεται και από την δομή της παράστασης, στα σημεία που οι ήρωες μιλούν απευθείας στο κοινό και είναι σαν να σχολιάζουν αυτό το οποίο συμβαίνει, βοηθώντας μας, ταυτόχρονα, να κατανοήσουμε ότι οι επιλογές των ηρώων, τους έφεραν εκεί που βρίσκονται. Ωραία η ιστορία, ωραίοι οι χαρακτήρες αλλά για μένα το ζητούμενο είναι το κοινωνικοπολιτικό περίβλημα που επηρεάζει τις επιλογές τους.

Μ.Μ.: Ο τρόπος που προσεγγίζεις το έργο έχει πολύ ενδιαφέρον γιατί μέσα από το love story των πρωταγωνιστών αναδεικνύονται πολλά θέματα που αφορούν όλους μας, όπως για παράδειγμα, η σχέση μας με το σύστημα, την αστυνομία, το κράτος αλλά και το American dream– το οποίο βλέπουμε ξεκάθαρα στην Bonnie. Πόσο εύκολο ήταν το εγχείρημά σου να μετατρέψεις μια απλή ιστορία αγάπης δύο κακοποιών σε μια παράσταση με τέτοια κοινωνικοπολιτικά μηνύματα;

Λ.Π.: Από την αρχή είχα στο μυαλό μου ότι αυτά τα δύο παιδιά, γιατί είναι 24 και 25 χρονών αντίστοιχα, πέρασαν πάρα πολλά πράγματα και πολύ σύντομα και δεν μπόρεσαν να κάνουν ποτέ αυτό το οποίο ήθελαν, γιατί προφανώς δεν ήθελαν να γίνουν ούτε δολοφόνοι, ούτε ληστές τραπεζών. Έχοντας στον πυρήνα της σκέψης μου ότι οι συνθήκες και η οικονομική κατάσταση της Αμερικής το 1930, απότοκο του κραχ του 1929, τους έφτιαξε ένα περιβάλλον αυτοεγκλωβιστικό και τους οδήγησε να κάνουν αυτό που είναι. Τα αποτυχημένα όνειρα τους  πολλαπλασιάζονται, δεν έχουν χρήματα για να συντηρηθούν, αναφερόμαστε την περίοδο της ποτοαπαγόρευσης, έτσι, αναδεικνύοντας αυτά τα δεδομένα το love story παίρνει άλλη χροιά.

M.M. Μέσα στο έργο καταφέρνεις να αναδείξεις τα χαρακτηριστικά της Bonnie μέσα από τα λεγόμενα του Clyde και το αντίστροφο, σκιαγραφώντας την διαφορετικότητα τους, ενώ το να μιλήσει η  Bonnie για τον εαυτό της και ο Clyde το ίδιο θα ήταν πιο απλό και εύλογο. Γιατί επιλέγεις αυτή την προσέγγιση;

Λ.Π.: Έχοντας στο νου μου το ιστορικό δεδομένο ότι αυτοί οι άνθρωποι πέρασαν τα τελευταία δύο χρόνια της ζωής τους εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο μαζί, ζούσαν σε ένα αμάξι και πήγαιναν από πολιτεία σε πολιτεία, σημαίνει ότι αυτοί οι δύο άνθρωποι ήξεραν ο ένας τον άλλον καλύτερα από τον ίδιο τους τον εαυτό, γιατί δεν είχαν καμία στιγμή μοναξιάς. Έπρεπε να περάσουν από όλα τα φάσματα της σχέσης τους για να καταλάβουμε τι σημαίνει ο ένας για τον άλλον. Η μεταξύ τους σχέση είναι αρκετά ιδιαίτερη και σε αρκετές περιπτώσεις συμπεριφέρεται άσχημα ο ένας στον άλλον. Όταν, όμως, είναι μόνοι τους, επειδή βρίσκουν στιγμές ηρεμίας, μιλούν πραγματικά για το τι θέλουν ο ένας από τον άλλο και σε αντίθεση με τα προβλήματα που είχαν λόγω αντικειμενικών δυσκολιών, που μαξιμάρουν την σχέση τους, στους μονολόγους φαίνονται τα πραγματικά αισθήματα που έχει ο ένας για τον άλλον.

Μ.Μ.: Θεωρείς ότι η αγάπη που τρέφει ο ένας για τον άλλο δικαιολογεί αυτά που έχουν κάνει αλλά και την συμπεριφορά που έχουν μεταξύ τους, ως ένα είδος κάθαρσης;

Λ.Π.: Βασικά το μόνο που το δικαιολογεί είναι η αγάπη τους. Γιατί συμπεριφέρονται πολύ άσχημα ο ένας στον άλλο γιατί αγαπάει ο ένας τον άλλον; Γιατί όταν αγαπάς τόσο έντονα έναν άνθρωπο συνήθως συμπεριφέρεσαι στα άκρα είτε άσχημα είτε όμορφα. Υπάρχουν στιγμές που συμπεριφέρονται πολύ όμορφα μεταξύ τους, όπως στην σκηνή του γάμου αλλά και στιγμές που συμπεριφέρονται πολύ άσχημα για ένα απλό περιστατικό φαγητού για παράδειγμα, γιατί με αφορμή τα μικρά καθημερινά προβλήματα έρχονται στην επιφάνεια στοιχεία του παρελθόντος της σχέσης τους.

Μ.Μ.: Γιατί στο τέλος του έργου παντρεύονται και αμέσως μετά πεθαίνουν; Είναι ένας συμβολισμός ότι ο γάμος σκοτώνει τον έρωτα;

Λ.Π.: Όχι, αυτό ήταν μια σκέψη που έχει να κάνει με το ιστορικό πλαίσιο. Οι Bonnie & Clyde ήθελαν μια κανονική ζωή, να παντρευτούν, να κάνουν οικογένεια και, μάλιστα, δημοσιογραφικά έλεγαν ότι η Bonnie ήταν τριών μηνών έγκυος πριν τους σκοτώσουν. Μπορεί να μην ίσχυε, αλλά ένιωσα την υποχρέωση απέναντι στους ήρωες. Στην πραγματικότητα, δεν παντρεύτηκαν ποτέ κι εγώ ένιωθα ότι είχα «χρέος» να τους παντρέψω και να τους δώσω μέσα από το έργο, κάτι που δεν κατάφεραν. Επίσης, ήθελα να προσθέσω μια νότα χαράς πριν το τραγικό τέλος τους- αφού τους γάζωσαν με 183 σφαίρες.

Μ.Μ.: Σε περίπτωση που σκηνοθετούσες κάποιο κλασικό έργο, θα άλλαζες για χάρη των ηρώων το τέλος, όπως με το Bonnie & Clyde, που μπορεί να πέθαναν αλλά πριν από αυτό παντρεύτηκαν;

Λ.Π.: Δεν ξέρω, είναι ανάλογα το έργο. Στην συγκεκριμένη περίπτωση που παντρεύτηκαν οι ήρωες, δεν έχει αλλάξει και πολύ η ιστορία γιατί ο τρόπος που έγινε δεν άλλαξε την έκβαση της ιστορίας. Γενικά, το αφήνω ανοιχτό ως ενδεχόμενο, αλλά 99% δεν θα το έκανα. Για μένα το θέατρο είναι ένα συνεχόμενο πείραμα. Πρέπει να δοκιμάζεις καινούργια πράγματα όχι με αυτοσκοπό το πείραμα, αλλά για να βρεις «κάτι». Μπορεί αυτό το «κάτι» να είναι κακό ή λάθος, μπορεί, όμως, να σε οδηγήσει σε κάτι ενδιαφέρον και διαφορετικό.

Μ.Μ.: Στο μεγαλύτερο μέρος του έργου ακούγεται ένα σαξόφωνο. Συμβολίζει κάτι;

Λ.Π.: Θα μπορούσα να επιλέξω έναν μουσικό να παίζει και να ακολουθεί το έργο και τους χαρακτήρες από μια γωνία δημιουργώντας ένα ωραίο μουσικό τοπίο. Επέλεξα, όμως, να βάλω τον ρόλο του σαξόφωνου δραματουργικά μέσα στο έργο, γιατί για μένα ουσιαστικά αυτός ο ρόλος είναι ο μύθος των Bonnie & Clyde. Όχι ο μύθος των δύο ληστών όμως, αλλά ο μύθος που θα ήθελαν, μάλλον, να αφήσουν μετά. Ας μην ξεχνάμε ότι ο Clyde έπαιζε σαξόφωνο και η Bonnie ήθελε να γίνει τραγουδίστρια, οπότε είχαν και οι δύο μεγάλη αγάπη για την μουσική. Το σαξόφωνο ακολουθείται από έναν χαρακτήρα, ο οποίος κατά την διάρκεια της παράστασης περνάει και ο ίδιος προσωπικά εμπόδια γι’ αυτό δεν πρόκειται για έναν απλό μουσικό, αλλά για έναν ηθοποιό που επικοινωνεί με το κοινό με την μουσικότητά του χωρίς να μιλάει. Ο ρόλος αυτός έχει προσωπικότητα και υπόσταση και περνάει πράγματα, όπως για παράδειγμα, στο τέλος αφήνει το ερώτημα αν θα καταφέρει να κρατήσει ή όχι τον μύθο ζωντανό. Επιπλέον, φωτίζει το συναισθηματικό φορτίο και των δύο, ενώ άλλες φορές πηγαίνει κόντρα μουσικά σε αυτό το οποίο συμβαίνει γιατί το σαξόφωνο αντιπροσωπεύει και τους δύο χαρακτήρες. Συνεπώς, αυτό που βγάζει το σαξόφωνο, είναι αυτό που μένει κι έτσι συνδέεται ο μύθος που επιβιώνει με την συναισθηματική στιγμή των δύο χαρακτήρων.

12596309_931303136953268_518476632_n

Μ.Μ.: Στο μέλλον θα ήθελες να ασχοληθείς με την τηλεόραση;

Λ.Π.: Το να σκηνοθετείς στον κινηματογράφο ή στην τηλεόραση είναι εντελώς διαφορετικό από το θέατρο κι επειδή έχουν διαφορετικά μέσα το θέατρο και διαφορετικά ο κινηματογράφος υπάρχει από πλευρά μου μια άγνοια των τεχνικών μέσων, αλλά είναι κάτι πολύ ωραίο και ο κινηματογράφος και η τηλεόραση για μένα. Γενικά η τηλεόραση είναι ένα περίεργο μέσο. Τα περισσότερα πράγματα που επιλέγει να δείχνει δεν έχουν έναν, ας πούμε, «ποιοτικό» χαρακτήρα κάτι που ξεκάθαρα σχετίζεται με το κέρδος, αλλά μπορείς να βρεις αξιόλογες σειρές κι εκπομπές. Δεν μπορείς να απορρίψεις ένα μέσο που έχει απήχηση γιατί όταν επιλέγει να κάνει μια αξιόλογη σειρά ή εκπομπή, έχει εξαιρετικό αποτέλεσμα.

Μ.Μ.: Σε ευχαριστώ πάρα πολύ για την συνέντευξη που μου παραχώρησες κι εύχομαι καλή συνέχεια σε ότι κάνεις!

Λ.Π.: Εγώ σ’ ευχαριστώ πολύ και καλή συνέχεια στο site σας! Επίσης, θα ήθελα να ευχαριστήσω πολύ τον Μάριο Ράμμο για τα κουστούμια και τα σκηνικά , τον Μάριο Τσάγκαρη για την ενορχήστρωση και την μουσική, τον Κώστα Παπαθεοδώρου για τον φωτισμό, τον Δημήτρη Λογοθέτη για την επιμέλεια και τον συντονισμό και φυσικά την Δώρα Δημητρίου που είναι βοηθός σκηνοθέτη.

Bonnie & Clyde: μια διαφορετική προσέγγιση

Μια διαφορετική προσέγγιση του γνωστού έργου Bonnie & Clyde παρουσιάζεται από τις 20 Ιανουαρίου στο θέατρο Βαφείο σε σκηνοθεσία Λευτέρη Παπακώστα. Σε αντίθεση με ότι ίσως περιμένουμε, στο έργο δεν βλέπουμε την ζωή δύο άγριων κακοποιών που με τα αποτρόπαια εγκλήματά τους άφησαν τα ματωμένα ίχνη τους στην Αμερική του 1930, αλλά δύο παιδιά που αν τους δινόταν η ευκαιρία να εργαστούν- μην ξεχνάμε ότι αναφερόμαστε στην περίοδο του οικονομικού κραχ της Αμερικής- θα ζούσαν μια φυσιολογική ζωή.

Αυτή την πλευρά τους έρχεται να φωτίσει ο σκηνοθέτης και να μας δείξει την δική του αλήθεια και ερμηνεία του θρύλου των Bonnie & Clyde. Η ζωή τους δεν είναι σε καμία περίπτωση τόσο λαμπερή όσο την παρουσίαζαν τα μέσα της εποχής. Συμμετείχαν σε λιγότερες από δεκαπέντε ληστείες, εισπράττοντας λίγα χρήματα κάθε φορά με τα οποία εξασφάλιζαν τα αναγκαία και δεν σκότωναν, αν δεν ήταν θέμα επιβίωσης, βλέποντας τον φόνο όχι ως αυτοσκοπό αλλά ως μέσο για να μην μπουν στην φυλακή. Αρκετές φορές, μάλιστα, ο Clyde έδινε χρήματα σε ομήρους ως αποζημίωση για ηθική βλάβη.

Παρακολουθούμε, λοιπόν, το ζευγάρι την τελευταία μιάμιση ώρα της ζωής του κατά την οποία οι θεατές βρίσκονται σε κατάσταση «ομηρίας» και περιμένουν τους Bonnie & Clyde να τους απελευθερώσουν. Κάτι που δεν γίνεται ποτέ, ωστόσο, καθώς οι ερμηνείες των ηθοποιών μαγεύουν το κοινό σε τέτοιο βαθμό που δεν θέλει να τελειώσει η παράσταση και να «απελευθερωθεί». Η χημεία των πρωταγωνιστών είναι σχεδόν απτή και οι ερμηνείες τους συμπληρώνουν η μία την άλλη φέρνοντας την τέλεια ισορροπία μεταξύ της αυθόρμητης και εκρηκτικής Bonnie και του ψύχραιμου και προνοητικού Clyde καθώς σκιαγραφείται ο χαρακτήρας του ενός μέσα από την ερμηνεία του άλλου.

12631075_924128234337425_1815189421_o

Ευρηματική θα χαρακτηρίζαμε την χρήση του σαξόφωνου στο έργο που εντείνει την αγωνία, σωματοποιεί τον ίδιο τον μύθο των Bonnie & Clyde ενώ παράλληλα βοηθά τους θεατές να αντιληφθούν τις συναισθηματικές μεταπτώσεις των ηρώων καθώς και την ένταση της αγάπης τους που ακροβατεί κυριολεκτικά μεταξύ ζωής και θανάτου. Χωρίς να γίνεται σε καμία περίπτωση γλυκανάλατο, οι ήρωες φτάνουν στη λύτρωση μέσα από τα συναισθήματά τους ο ένας για τον άλλο, τα οποία δικαιολογούν, σε τελική ανάλυση, τις πράξεις τους.

12620789_924128244337424_1669891014_o

Πρόκειται για μια παράσταση που αξίζει κανείς να δει και να ξαναδεί, όχι μόνο εξαιτίας των εκπληκτικών ερμηνειών αλλά και για τα θέματα που θέλει να θίξει. Ζητήματα όπως η σχέση των πολιτών με το κράτος και την αστυνομία σε μια περίοδο οικονομικής ύφεσης, τα προβλήματα και οι ελλείψεις του σωφρονιστικού συστήματος, της πραγματοποίησης του “American Dream” αλλά και θέματα πιο προσωπικά, όπως η σχέση των ηρώων με την οικογένειά τους, με τους εαυτούς τους και τις ανασφάλειες που έχουν, θέτουν προβληματισμούς στους θεατές. Το πιο σημαντικό, όμως, που θέλει να αναδείξει ο σκηνοθέτης, είναι η δυνατότητα της επιλογής που έχουμε σε όλες τις καταστάσεις καθώς και οι συνέπειες με τις οποίες καλούμαστε να ζήσουμε και τις οποίες οφείλουμε να σκεφτούμε από πριν.

Σας προτείνω ανεπιφύλακτα να δείτε μια διαφορετική προσέγγιση του Bonnie & Clyde!

12630994_924381847645397_2109020220_o

 

Συντελεστές

Σκηνοθεσία: Λευτέρης Παπακώστας

Φωτισμοί: Κώστας Παπαθεοδώρου

Σκηνικά- κουστούμια: Μάριος Ράμμος

Μουσική- σχεδιασμός ήχου: Μάριος Τσάγκαρης

Βοηθός σκηνοθέτη: Δωροθέα Δημητρίου

Επιμέλεια παράστασης: Δημήτρης Λογοθέτης

Ερμηνεύουν: Οδύσσεια Μπουγά, Γιώργος Αδαμαντιάδης. Θεοδοσία Σαββάκη

Μια παραγωγή της Memento Mori

Από 20 Ιανουαρίου 2016, κάθε Τετάρτη στις 21:15 στο θέατρο Βαφείο- “Λάκης Καραλής” Αγίου Όρους 16 και Κωνσταντινουπόλεως 115, πλησίον μετρό Κεραμεικός

Γενική είσοδος: 10€, Μειωμένο: 5€

Κρατήσεις θέσεων στο 210-3425637 και 6971879881

Στείλτε το όνομά σας στο [email protected], ή στις σελίδες μας στο Facebook και στο Twitter και μπείτε στην Κλήρωση για μία διπλή πρόσκληση για την παράσταση κάθε εβδομάδα.

 

 

«Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου»: Περασμένες μου αγάπες

‘Δεν βαριέσαι. Τι παίρνει κανείς μαζί του; Μήπως μπορούμε να αλλάξουμε και τίποτα; Διαβάσατε τους αστροναύτες που είδαν τη γη και ανέτελλε; Ε, λοιπόν, σ’ αυτό δα το άστρο βρισκόμαστε…..Εδώ σταυρώθηκε ο Χριστός, εδώ ήπιε ο Σωκράτης το κώνειο, εδώ έπαιξε η κυρία Ευτυχία χαρτιά και τα ‘χασε.’

(1)

Είχα ακούσει πόσο καλή είναι η παράσταση «Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου» με τη Νένα Μεντή αλλά έτυχε να τη δω πρόσφατα, για πρώτη φορά. Φτάνω έξω από το θέατρο και βλέπω την μεγάλη αφίσα της παράστασης με το «έκτος κύκλος παραστάσεων» να δεσπόζει όλο καμάρι. Έτσι κατάλαβα ότι με περίμενε κάτι μεγάλο. Κάθομαι στην θέση μου, τα φώτα σβήνουν, ανάβουν ξανά και η Μεντή παίρνει την θέση της στη σκηνή ξεκινώντας τον μονόλογο. Έτσι ξεκίνησε το μεγάλο αυτό ταξίδι.

pic2

Μια παράσταση, όπου η πρωταγωνίστρια παραδίδει μαθήματα υποκριτικής, μαζί με την ευφυέστατη σκηνοθεσία του Πέτρου Ζούλια. Είναι μαγικός ο τρόπος με τον οποίο η Νένα Μεντή απευθύνεται και στο κοινό και στα διάφορα συγγενικά της πρόσωπα τα οποία απουσιάζουν οπτικά από τη σκηνή, μοιάζουν όμως σαν να υπάρχουν κάπου εκεί αόρατοι, καθώς και ο τρόπος που περνάει από την μία ηλικία στην άλλη.

Η παράσταση διανύει την περιπετειώδη ζωή της μεγάλης στιχουργού από τα παιδικά της χρόνια στο Αΐδίνιτης Μικράς Ασίας έως τον θάνατό της και βασίζεται στο βιβλίο «Η γιαγιά μου η Ευτυχία» της Ρέας Μαντέλη από τις εκδόσεις ΑΓΚΥΡΑ.

(3)

‘Εδώ είναι όλα. Μικρές χαρές, μεγάλες λύπες, άνθρωποι μικροί, μεγάλοι άνθρωποι…’

‘Εγώ πάντα έτσι ήμουνα. Να φάμε και να πιούμε σήμερα ή γαρ αύριον μεριμνήσει τα ευάτης’

 

Ερρίκος Μηλιάρης: «Ο μεγάλος μου φόβος είναι να ζω μέσα στο ψέμα»

Τόσο νέος, κι όμως τόσο ταλαντούχος! Ο Ερρίκος Μηλιάρης είναι μόλις 22 χρονών και παίζει στην θεατρική παράσταση ‘Φάουστ’ του Γκαίτε, στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά.  Απόφοιτος της Δραματικής Σχολής του Ωδείου Αθηνών, είναι η δεύτερη φορά που συνεργάζεται με την Κατερίνα Ευαγγελάτου καθώς συμμετείχε και στον ‘Ρήσο’ του Ευρυπίδη το καλοκαίρι που μας πέρασε στο αρχαίο Λύκειο του Αριστοτέλη στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών. Παράλληλα, έχει συμμετάσχει σε ταινίες μικρού μήκους μεταξύ των οποίων, το Spectrum του Δημήτρη Γκότση στα πλαίσια του φεστιβάλ Δράμας το 2014 και το Point Blank του Στέφανου Γκέκα. Ανατρεπτικός και απόλυτος, είναι πρόθυμος να δουλέψει πολύ σκληρά για να πετύχει το τέλειο και δεν μασάει τα λόγια του. Παθιασμένος με αυτό που κάνει, σίγουρα μια τόσο έντονη προσωπικότητα δεν αφήνει κανέναν ασυγκίνητο και δημιουργεί μεγάλες προσδοκίες για το μέλλον.

Μαρία Μαρίνη: Έχεις δηλώσει ότι η υποκριτική είναι μονόδρομος για σένα. Τι ήταν αυτό που σε έκανε να το αποφασίσεις;

Ερρίκος Μηλιάρης: Δεν ξέρω αν ήταν κάτι συγκεκριμένο. Θυμάμαι από μικρός έβλεπα τις κλασικές ελληνικές ταινίες που με έκαναν να γελάω και σκέφτηκα πως αυτό θέλω να κάνω. Μόλις το πήρα απόφαση, την επόμενη χρονιά ξεκίνησε στο σχολείο μου θεατρική ομάδα, στην οποία μπήκα αμέσως και ήμουν κάθε χρόνο, οπότε το είδα και στην πράξη από πολύ νωρίς και σιγουρεύτηκα πως αυτό ήθελα να ακολουθήσω.

Μ.Μ.: Τι είναι αυτό που σε εμπνέει στην υποκριτική σου; Το ίδιο το έργο ή επηρεάζεσαι από κάποια βιώματά σου;

Ε.Μ.: Και τα δύο. Διαβάζοντας το έργο βλέπω τα θέματα που αναδεικνύει ο εκάστοτε συγγραφέας, τα οποία έχω συναντήσει κι εγώ στην πορεία μου. Η θεωρητική βάση του σύγχρονου θεάτρου λέει ότι δεν θα αγγίξω εγώ τα λόγια του Τσέχωφ αλλά εκείνος τα έκλεψε από μένα. Είναι λόγια δικά μου και δεν έχει γράψει κάτι διαφορετικό από την στιγμή που ασχολείται με θέματα που αφορούν όλους μας. Με αυτή την έννοια, ουσιαστικά δεν υπάρχει ρόλος, τουλάχιστον έτσι όπως έχει στο νου του τον «ρόλο» ο μέσος άνθρωπος που δεν ασχολείται με το θέατρο. Πρόκειται για μια ψεύτικη έννοια.

Μ.Μ.: Τι είναι αυτό που φοβάσαι περισσότερο;

Ε.Μ.: Ο μεγάλος μου φόβος είναι να ζω μέσα στο ψέμα. Να νιώθω, δηλαδή, εγώ πως είμαι ψεύτικος και στην ζωή μου γενικότερα αλλά και στην τέχνη. Ακόμα και σε στιγμές να είναι, φοβάμαι να κάνω κάτι που το θεωρώ ψεύτικο. Κι ας το εκτελώ καλά, δεν θέλω να κάνω κάτι που να πιστεύω ότι είναι ψέμα και να μην με εκφράζει. Να σου δώσω ένα απλό, επιφανειακό παράδειγμα του τι εννοώ. Έχω υπάρξει σε παιδική παράσταση με ατάκα «Ήρθε ένας φίλος από Αυστραλία στο χωριό και μου το είπε στο facebook», και ζήτησα από τον σκηνοθέτη να αλλάξω αυτή τη φράση, γιατί μπορεί στην εποχή μας η επικοινωνία μέσω κοινωνικών δικτύων να είναι μια πραγματικότητα, αλλά παρόλα αυτά εγώ προσωπικά  δεν ένιωθα καλά να πω κάτι τέτοιο μπροστά στα παιδιά, κι αν το έκανα, θα ήταν κάτι ψεύτικο ως προς τον εαυτό μου και άρα ψεύτικο και ως προς το κοινό που απευθύνομαι.

untitled-3

Ακόμα και ο ρόλος των πέντε λεπτών είναι πρωταγωνιστής γιατί ο συγγραφέας για να τον γράψει σημαίνει ότι είναι απολύτως σημαντικός για την εξέλιξη της πλοκής, αλλιώς δεν θα υπήρχε.

Μ.Μ.: Πες μας έναν ρόλο που είναι όνειρο ζωής να υποδυθείς.

Ε.Μ.: Είναι πολλοί και κανένας ταυτόχρονα. Αυτό που νομίζω ότι με κέρδισε στο θέατρο είναι ότι μ’ αρέσει να ζω πάνω στην σκηνή. Αν μου δώσεις δέκα λεπτά στην σκηνή, φυσικά, θα τρελαθώ και θα μου αρέσει. Αν μου δώσεις δύο ώρες να το ζήσω, ακόμα καλύτερα! Όσο πιο πολύ μου δώσεις τόσο περισσότερο μου αρέσει κι έχω πράγματα να κάνω. Με αυτή την έννοια, θα ήθελα να υποδυθώ Άμλετ, Φάουστ επειδή είναι οι κεντρικοί ήρωες του έργου και υπάρχουν πιο πολύ μέσα σε αυτό. Από εκεί κι έπειτα δε νομίζω ότι υπάρχουν πρωταγωνιστές στο θέατρο. Αν το καλοσκεφτείς ρόλος είναι το κομμάτι που έχεις να υπηρετήσεις, ώστε να αφηγηθούμε όλοι μαζί μια ιστορία. Ακόμα και ο ρόλος των πέντε λεπτών είναι πρωταγωνιστής γιατί ο συγγραφέας για να τον γράψει σημαίνει ότι είναι απολύτως σημαντικός για την εξέλιξη της πλοκής, αλλιώς δεν θα υπήρχε. Μάλιστα, πολλές φορές οι ρόλοι του πεντάλεπτου είναι πολύ πιο ενδιαφέροντες από αυτούς των δύο ωρών. Με αυτή την έννοια, δεν έχω κάποιον συγκεκριμένο ρόλο που θα ήθελα να κάνω… θα με ενδιέφεραν περισσότερο κάποια έργα και όχι κάποιοι ρόλοι.

Μ.Μ.: Κάποια έργα που θα ήθελες να κάνεις;

Ε.Μ.: Θα ήθελα να περάσω πολύ από τα κλασικά κείμενα, Σαίξπηρ, αρχαία έργα, Φάουστ. Είμαι πολύ χαρούμενος που κάνω αυτή την τη στιγμή Φάουστ και νιώθω ότι θα το ξανασυναντήσω μια μέρα, δεν θα με αφήσει. Είναι ένα έργο που πιστεύω ότι όταν το διαβάσω στα πενήντα μου θα έχει κάτι ακόμα να μου δώσει. Αυτό το κάνουν τα κλασικά έργα. Το κλασικό δεν είναι μια εμμονή για αρχαιολαγνεία, απλά για να είναι ένα έργο κλασικό, σημαίνει ότι πραγματεύεται διαχρονικά θέματα που αφορούν όλους τους ανθρώπους και θα έχουν να πουν «κάτι» και σε οποιαδήποτε γενιά, αιώνια.

Μ.Μ. Με αυτή την άποψη θεωρείς ότι υπάρχουν και σήμερα επιφανειακές παραστάσεις στο θέατρο που δεν έχουν να δώσουν κάτι διαχρονικό;

Ε.Μ.: Ναι βέβαια υπάρχουν. Δεν το κατηγορώ όμως. Πρέπει να υπάρχει κι αυτό το είδος θεάτρου που ασχολείται με κάτι ευκαιριακό και αναλώσιμο ή κι εκείνο που υπάρχει απλά για να διασκεδάσει τον θεατή και δεν έχει σκοπό να εξελίξει την σκέψη του ανθρώπου. Δεν είναι κακό, αρκεί να έχει ταυτότητα αυτό που κάνεις και να το παραδέχεσαι χωρίς να είσαι δήθεν. Υπάρχουν παραδείγματα ανθρώπων που κάνουν, λόγου χάριν, «επιθεώρηση» επιφανειακή και φθηνή για τα δικά μου γούστα, και δεν θα ήθελα να συμμετάσχω σε τέτοιες δουλειές, ωστόσο, παραδέχομαι τέτοιους ανθρώπους που το κάνουν αληθινά και χωρίς να υποκρίνονται πως κάνουν κάτι άλλο, αλλά απλώς είναι αυτό, αληθινό, με ταυτότητα και σε όποιον αρέσει. Έτσι είσαι ειλικρινής απέναντι στον κόσμο και στην τέχνη, και δεν μπορεί, ουσιαστικά, κανείς να σε κρίνει. Υπάρχει κόσμος που θέλει να παρακολουθήσει αυτό που με ειλικρίνεια και καθαρότητα εσύ προτείνεις, άρα έχεις θέση στην τέχνη.

Μ.Μ.: Έχεις τελειώσει την Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών, συνεπώς, φαντάζομαι πως έχεις ασχοληθεί και με το τραγούδι. Θα σε ενδιέφερε αργότερα να παίξεις σε κάποιο musical;

Ε.Μ.: Το musical είναι κάτι πολύ ενδιαφέρον αν γίνεται καλλιτεχνικά και όχι μόνο στο επίπεδο του θεάματος. Δυστυχώς, και στην Ελλάδα και στο εξωτερικό υπάρχει η παρεξηγημένη αντίληψη ότι το musical είναι μόνο φώτα, μουσική και λεφτά. Πιστεύω ότι μπορεί να πει κάτι πιο βαθύ. Είναι κάτι που θα με ενδιέφερε και θα ήμουν διατεθειμένος να κάνω την επιπλέον προετοιμασία που χρειάζεται, γιατί το τραγούδι, φυσικά, χρειάζεται εξέλιξη, αν πειστώ ότι μιλάμε για κάτι απόλυτα καλλιτεχνικό. Το τραγούδι έχει μεγάλη σημασία για το θέατρο. Σημαίνει ότι για να φτάσει ο ηθοποιός στο σημείο να τραγουδήσει αντί να μιλήσει,  βιώνει κάτι τόσο έντονο που τα λόγια δεν είναι αρκετά για να τον εκφράσουν.  Υπό αυτές τις συνθήκες, θα έκανα musical αν έβλεπα ότι το τραγούδι χρησιμοποιείται προς όφελος της Τέχνης και όχι για το φαίνεσθαι.

Μ.Μ.: Πες μας λίγα λόγια για την σχέση σου με την Κατερίνα Ευαγγελάτου.

Ε.Μ.: Στην σχολή την φοβόμουν (γέλια). Όλοι την φοβόμασταν γιατί διαθέτει μεγάλη κυριαρχία που στην περνάει όχι από παραξενιά αλλά επειδή θέλει κάτι να σου βγάλει. Ναι μεν θα περάσουμε καλά και θα κάνουμε την πλάκα μας, αλλά είναι πάρα πολύ αυστηρή ειδικά στο επίπεδο της εκπαίδευσης, πράγμα που την καθιστά πολύ καλή καθηγήτρια. Αυστηρή, όμως, είναι πρώτα από όλα με τον εαυτό της και αυτό είναι ξεκάθαρο σε όλους. Είναι πραγματικά ασύλληπτη η δουλειά που κάνει η Κατερίνα! Αν πω εγώ ότι έχω δουλέψει 1000%, δεν μπορώ να αγγίξω το αντίστοιχο ποσοστό της Κατερίνας. Φαντάσου ότι στις πρώτες συναντήσεις ερχόταν με τέσσερις τόμους που είχε ήδη διαβάσει για να μας πει «κάποια πράγματα για το έργο» και μέχρι να ολοκληρωθεί ξέραμε ότι θα διαβάσει άλλους τόσους στην συνέχεια κι έχει πάντα κάτι να πει, να προσθέσει, να προσφέρει. Δουλεύει όχι απλά για να δουλέψει αλλά για να δει εκείνη κάτι στον εαυτό της μέσα από αυτό που θα δημιουργήσει. Στον Φάουστ, όπως και στις υπόλοιπες δουλειές της, μπορεί να γίνει κριτική από κάποιον για πιθανά λάθη, που μπορεί να βλέπει στις σκηνοθεσίες της, μέσα, φυσικά, από την υποκειμενική γνώμη καθενός, ωστόσο , κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι στα έργα που ανεβάζει, καταθέτει μια ερμηνεία δική της πάνω στο κείμενο, ένα προσωπικό καλλιτεχνικό στίγμα. Κι αυτό, πιστεύω, είναι η ουσία της τέχνης.

Μ.Μ.: Θεωρείς, ότι η ταυτότητα που προσπαθεί να περάσει το εθνικό θέατρο, δεν είναι η ταυτότητα του ελληνικού θεάτρου;

Ε.Μ.: Δυστυχώς, η σχέση που έχει η εκάστοτε κυβέρνηση με το Εθνικό Θέατρο, αλλά και άλλους πολιτισμικούς φορείς, είναι γνωστή. Ως εκ τούτου, δεν μπορώ να μιλήσω αντικειμενικά για το Εθνικό Θέατρο από την στιγμή που η ταυτότητά του αλλάζει ανάλογα με τον διευθυντή του, ο οποίος αποτελεί και επιλογή της εκάστοτε κυβέρνησης, χωρίς, φυσικά, να υπονοώ ότι οι διευθυντές που έχουν περάσει μέχρι τώρα στο Εθνικό, αποτελούν κομματικά πρόσωπα. Όπως και να έχει, ο κάθε διευθυντής έχει ένα όραμα για το Εθνικό. Το πρόβλημα, λοιπόν, σε αυτή την χώρα είναι ότι τα πάντα έχουν σύντομη ημερομηνία λήξης και αυτό δυσκολεύει την δημιουργία ενός πλαισίου, το οποίο θα τηρηθεί μέχρι τέλους, χωρίς να επηρεάζεται από την εκάστοτε κυβέρνηση, καθώς, αυτό με τα λάθη του, φυσικά, αλλά τουλάχιστον θα μπορούμε να μιλάμε για ένα σχέδιο μακροπρόθεσμο που θα υλοποιηθεί χωρίς κανείς να το εμποδίσει και θα αποτελέσει μια ξεκάθαρη ταυτότητα του ελληνικού θεάτρου.

untitled-7

Μ.Μ.: Πες μας λίγα λόγια για τον Φάουστ.

Ε.Μ.: Καταρχάς πρόκειται για ένα έργο, το οποίο ξεκινάει να γράφει ο Γκαίτε όταν, νομίζω,  ήταν μόλις 20 χρονών και το ολοκληρώνει λίγο πριν πεθάνει. Προφανώς, ένα έργο που γράφεται από κάποιον τόσα χρόνια αποτελεί μια πρόσθετη δυσκολία για εμάς να το προσεγγίσουμε με μόλις τρεις μήνες στην διάθεση μας. Όσον αφορά τον Φάουστ για την εποχή του αποτελεί το υπόδειγμα του πανεπιστήμονα, καθώς έχει ασχοληθεί με όλες τις επιστήμες αλλά και την θρησκεία, κατά την διάρκεια της αναζήτησής του για το νόημα της ζωής. Απογοητευμένος μετά την συνειδητοποίηση ότι δεν έχει γνωρίσει τίποτα –διαθέτει το σωκρατικό στοιχείο εν οίδα ότι ουδέν οίδα, δεν το δέχεται και καταφεύγει στην μαγεία με σκοπό να βρει «κάτι». Καταφεύγει, έτσι, στον διάβολο, ο οποίος τον οδηγεί σε έναν διαφορετικό τρόπο ζωής, αυτόν της ανακάλυψης των αισθήσεων. . Στην πορεία όλης αυτής της ιστορίας διαφαίνεται, πιστεύω, η φύση του ανθρώπου μέσα από τον Φάουστ, χωρίς να λαμβάνουμε τον Φάουστ ως ίνδαλμα και ως κάτι τέλειο, αλλά βλέποντας, μέσα από αυτόν, τον άνθρωπο όπως ακριβώς είναι. Δυνατός και αδύναμος, αθώος και εγκληματίας, σοφός και ανίδεος, ακριβώς επειδή είναι άνθρωπος.  Όσον αφορά την παράσταση, η Κατερίνα έχει δομήσει το έργο κατά τέτοιον τρόπο, ώστε ο Μεφιστοφελής να μην παρουσιάζεται ως διάβολος, με την θρησκευτική του έννοια, που έχει σκοπό να οδηγήσει τον Φάουστ στην κόλαση, αλλά ως ένα δαιμονικό alter ego που, ουσιαστικά, αποτελεί μια άλλη έκφανση του ίδιου του Φάουστ και τον βοηθάει να ολοκληρωθεί ως προσωπικότητα και να ανακαλύψει μια θαμμένη του πλευρά.

Μ.Μ.: Όπως μας είπες, στο έργο εμφανίζεται ο Φάουστ να ολοκληρώνεται μόνο μετά την επαφή του με το δαιμονικό του alter ego. Θεωρείς ότι κι ένας ηθοποιός χρειάζεται να έρθει σε επαφή με τις πιο «σκοτεινές» πλευρές του εαυτού του προκειμένου να ολοκληρωθεί;

Ε.Μ. Δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην έρχεται αντιμέτωπος με τις «σκοτεινές» του πλευρές είτε το θέλει είτε όχι, είτε το ξέρει ότι έρχεται αντιμέτωπος με αυτές, είτε όχι. Αυτό συμβαίνει γιατί η «σκοτεινή» πλευρά δεν είναι απαραίτητα μια πράξη, άλλωστε ποιος ορίζει τι είναι σκοτεινό και τι όχι; Κατά την διάρκεια της ζωής μας ερχόμαστε αντιμέτωποι με όλες τις πλευρές μας κι ας μην το θέλουμε. Ο άνθρωπος είναι πολύπλευρο ον και οτιδήποτε έχει υπάρξει στην ανθρωπότητα δεν είναι κάτι «ξένο» αλλά εκφάνσεις του ίδιου του ανθρώπου. Με αυτή την έννοια, όλοι έχουμε μέσα μας για παράδειγμα τον Χίτλερ και την Μητέρα Τερέζα, τον Λένιν και τον Γκάντι, είμαστε δολοφόνοι και πατεράδες, ομοφυλόφιλοι και ετεροφυλόφιλοι, είμαστε τα πάντα.. Έτσι, ο ρόλος του ηθοποιού είναι να παραδεχτεί αυτό το πράγμα: να αντιληφθεί ότι είμαστε πολύπλευρα όντα και να πειραματιστεί με αυτό. Ταυτόχρονα, ο ηθοποιός, ασυναίσθητα, με τον τρόπο που υπάρχει στη σκηνή και στην τέχνη του γενικότερα, προβάλλει μια λειτουργία, έναν τρόπο ζωής δηλαδή, και καλό είναι να επιλέγει τη λειτουργία εκείνη που μας συμβουλεύει να μην φοβόμαστε να αντιμετωπίσουμε τον εαυτό μας και να είμαστε έτοιμοι να ακολουθήσουμε τις πιο «σκοτεινές» πλευρές μας.

Μ.Μ.: Τι είναι για σένα το χυδαίο;

Ε.Μ.: Για μένα χυδαίο είναι κάτι το επιφανειακό και το δήθεν γιατί διαφθείρει την ουσία του θεάτρου.

Αν έχεις ως στόχο της υποκριτικής το «σταριλίκι» καταλήγει να γίνεται ουσιαστικά showbiz και να χάνει τον χαρακτήρα της Τέχνης.

Και βασικά δε θα κρίνω εγώ αν είναι κάτι χυδαίο ή όχι, σίγουρα, πάντως, είναι μια άλλη δουλειά. Έχοντας δει ο απλός άνθρωπος μόνο μέσα από την τηλεόραση διαστρεβλωμένα την υποκριτική, αποκτά μια επιφανειακή οπτική του τι σημαίνει Τέχνη. Όπως επίσης, για τον κόσμο ο ηθοποιός είναι ο σταρ και όχι ο καλλιτέχνης ως πολιτισμικό όν.  Με αυτή την έννοια, δεν θα το χαρακτήριζα χυδαίο αλλά κρίμα, που υπάρχει ένα σύστημα που προβάλλει το «σταριλίκι» ως πολιτισμική ταυτότητα και τέχνη. Όπως και να ‘χει πάντως, το θέμα είναι να είσαι αυτό που είσαι και να μην υποκρίνεσαι απέναντι στον εαυτό σου, σε αυτό που κάνεις και σε αυτούς που απευθύνεσαι. Αυτό είναι που θεωρώ χυδαίο.

 untitled-5

Μ.Μ.: Έχεις συμμετάσχει στην κινηματογραφική ταινία μικρού μήκους Spectrum το 2014 στο πλαίσιο του φεστιβάλ της Δράμας. Τι αίσθηση σου άφησε αυτή η εμπειρία;

Ε.Μ.: Η ταινία είναι εξαιρετική, την λατρεύω και μέσα από αυτήν μπόρεσα να πω πολλά πράγματα! Όταν έγινε, ήμουν στο δεύτερο έτος της σχολής και αυτό με επηρέασε πολύ έντονα αφού, ουσιαστικά, ήταν η πρώτη κινηματογραφική εμπειρία  που είχα ως δουλειά, γιατί κάποιες άλλες ταινίες μικρού μήκους που είχα κάνει ήταν από φοιτητές σχολών κινηματογράφου, στο πλαίσιο εργασιών. Η απίστευτη αίσθηση που μου άφησε αυτή η εμπειρία οφείλεται, κυρίως, στον Δημήτρη Γκότση που είναι και ο σκηνοθέτης της ταινίας. Το εντυπωσιακό με τον Δημήτρη είναι ότι ασχολείται  πάρα πολύ μαζί σου και κάνει τα πάντα, ώστε την ώρα του γυρίσματος να μην επηρεάζεσαι από την παρουσία της κάμερας που, ουσιαστικά, σε ακολουθεί εκείνη, αντί να προσαρμόζεις εσύ τις κινήσεις σου γύρω από αυτήν. Με αυτόν τον τρόπο, νιώθεις μεγάλη ελευθερία και αυτό έχει πολύ καλό αποτέλεσμα. Επίσης, γνώρισα τον Ερρίκο Λίτση που είναι απόλυτα αφοσιωμένος σε αυτό που κάνει και με την αυστηρότητά του, με βοήθησε πάρα πολύ.

Μ.Μ.: Μίλησέ μας λίγο για τον ρόλο σου στο Spectrum

E.M.: Πρόκειται για μια ταινία που βλέπει τα πράγματα από την οπτική όλων των ηρώων της. Το κεντρικό πρόσωπο είναι ο 19χρονος νεαρός, τον οποίο υποδύομαι, και μέσα από τον τρόπο ζωής του στην Αθήνα, όλο αυτό ξεσπάει στις σχέσεις του, στον πατέρα του, κυρίως, με τον οποίο έχει έντονη κόντρα και που με την σειρά του επηρεάζει την ερωτική σχέση που διατηρεί με μια μεγαλύτερή του αλλά και την σχέση με τον κολλητό του που δημιουργεί μια κατάσταση που επηρεάζει τους πάντες. Επιπλέον, γίνεται αναφορά και σε κοινωνικά προβλήματα, όπως το θέμα του ρατσισμού που βιώνουν οι μετανάστες και σκιαγραφεί έντονα μια κοινωνία δυσλειτουργική,  που είναι έτοιμη να εκραγεί, και κανείς δεν αναλαμβάνει τις ευθύνες του κατηγορώντας τον άλλο και καταλήγει πως «όλοι φταίνε και κανείς δεν φταίει».

Μ.Μ.: Άρα, θα ήθελες να ασχοληθείς ξανά με τον κινηματογράφο;

Ε.Μ.: Ναι κι έχω συμμετάσχει και σε άλλες ταινίες μικρού μήκους και μακάρι να συμμετάσχω και σε μεγάλου μήκους. Ο κινηματογράφος είναι μια φοβερή τέχνη!

Δεν μπορώ να φανταστώ τον εαυτό μου χωρίς θέατρο.

Μ.Μ.: Θέατρο ή κινηματογράφος;

Ε.Μ. Και τα δύο έχουν την γοητεία τους. Σίγουρα από μικρό παιδί παίζω θέατρο και δεν μπορώ να διανοηθώ μια χρονιά που να μην παίξω στο θέατρο, ενώ σινεμά δεν έχω κάνει τόσο όσο θέατρο. Βέβαια θα ήθελα πολύ να υπάρξει περίοδος που να κάνω μόνο σινεμά χωρίς θέατρο. Έχω συνηθίσει να παίζω θέατρο και το αγαπάω πάρα πολύ, αν και μερικές φορές θα ήθελα μια μικρή παύση από αυτό. Προς το παρόν δεν μπορώ να φανταστώ τον εαυτό μου χωρίς θέατρο. Με αυτή την έννοια, μπορείς να πεις ότι επιλέγω το θέατρο, αλλά δεν θα το έθετα έτσι. Αν μου έρθει ένα πολύ καλό σενάριο ταινίας και παράλληλα κάποια πρόταση για θέατρο, που να μην έχω όμως να πω πράγματα μέσα από αυτό, προφανώς, θα επιλέξω την ταινία και δεν θα με πειράξει που δεν θα κάνω θέατρο. Και οι δύο τέχνες είναι εξίσου γοητευτικές και σημαντικές. Ουσιαστικά, είναι δύο διαφορετικά μέσα για να αφηγηθείς μια ιστορία. Το σινεμά μπορεί να καταφέρει να σε βάλει «μέσα» στην ιστορία που αφηγείται, λόγω των μέσων που διαθέτει, ενώ αντίθετα, το θέατρο βασίζεται στη συνθήκη – για παράδειγμα οι θεατές φαντάζονται έναν κήπο, δεν τον βλέπουν απαραίτητα, ρεαλιστικά, στην σκηνή- και έτσι βασίζεται στην απλότητά του, γεγονός που κρύβει μια βαθιά αλήθεια

Μ.Μ.: Μίλησέ μας λίγο για την άλλη κινηματογραφική δουλειά μικρού μήκους στην οποία έχεις συμμετάσχει, το Point Blank σε σκηνοθεσία Στέφανου Γκέκα (που μας κάνει την τιμή να βγάλει τις φωτογραφίες της συνέντευξης)

Ε.Μ.: Η ταινία αυτή πραγματεύεται την σχέση ενός παιδιού με την οικογένειά του και πως οι γονείς επηρεάζουν το παιδί και τις επιλογές του μέσα από την αντιπαράθεση και τις κόντρες. Η ταινία λειτουργεί με αλληγορίες καθώς έχει στοιχεία που δεν είναι απόλυτα ρεαλιστικά, μπαίνεις σε έναν κόσμο που παίζει με το μυαλό σου και σε κάνει να αναρωτηθείς αν αυτό που βλέπεις είναι πραγματικό ή όχι. Κατ’ ουσίαν ασχολείται με ένα άτομο που προσπαθεί να λύσει τα προβλήματα του παρελθόντος για να μπορέσει να υπάρξει στο μέλλον.

Μ.Μ.: Πως ήταν η συνεργασία σου με τον Στέφανο;

Ε.Μ.: Εξαιρετική! Στην αρχή φοβόμασταν αν το γεγονός ότι είμαστε φίλοι θα επηρεάσει αρνητικά τη συνεργασία μας, γιατί μπορεί να μην υπήρχε η άνεση να μιλήσουμε αυστηρά ο ένας στον άλλον, αλλά αυτό δεν συνέβη σε καμία περίπτωση. Αντιθέτως, επειδή έχουμε αυτή την οικειότητα θα πει ο ένας στον άλλον και το πιο αυστηρό ή την παραμικρή λεπτομέρεια, και εμένα δεν θα με πειράξει αν με βγάλει «άχρηστο» για παράδειγμα. Είμαστε και οι δύο άτομα που αγαπάμε πολύ την δουλειά μας και μιλάμε ανοιχτά.

Μ.Μ.: Πότε θα βγει η ταινία;

Ε.Μ.: Η ταινία έχει βγει ήδη στο Film Nights στο Φεστιβάλ στο Λουτράκι, ακολούθησε στις Νύχτες Πρεμιέρας και αυτή την στιγμή υπάρχει μια παύση γιατί βλέπουμε κάποια πράγματα που δεν είχαμε δει στην μεγάλη οθόνη και κάνουμε διορθώσεις, έπειτα η ταινία θα συνεχίσει την πορεία της στο εξωτερικό.

untitled-2

Ευχαριστούμε πολύ τον Ερρίκο Μηλιάρη που μας παραχώρησε αυτή την συνέντευξη και μας έδωσε την ευκαιρία να τον γνωρίσουμε καλύτερα! Επίσης ευχαριστούμε για την βοήθειά του τον Στέφανο Γκέκα, σκηνοθέτη, που επιμελήθηκε τις φωτογραφίες της συνέντευξης!

Ο Στέφανος Γκέκας γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1994. Έκανε τις Εγκύκλιες Σπουδές του στο 7ο Δημοτικό, Γυμνάσιο και Λύκειο Παγκρατίου Αθηνών. Σπούδασε Film Directing (Σκηνοθεσία) με απόκτηση πτυχίου Bachelor (2012-2015) στο AMC Αθηνών (AKMI METROPOLITAN COLLEGE) μέλος του Queen Margaret University. Ζει στην Αθήνα όπου και εργάζεται.
Φιλμογραφία: 2012 – Ίωση 2013 – Σαλταδόροι (Φεστιβάλ κινηματογράφου Νύχτες Πρεμιέρας, Σπουδαστικό Δράμας). – The Dark Knight (Jameson Empire – Done in sixty seconds, Greek finalists) 2014 – Emotional Rescue – Intellectual tramps (Φεστιβάλ κινηματογράφου «Νύχτες Πρεμιέρας», Σπουδαστικό Δράμας, Altcine Action – the online balkan film festival 2015 )- Point Blank (Φεστιβάλ κινηματογράφου «Νύχτες Πρεμιέρας», Greek Short film Nights 2015 )- The Matrix (Jameson Empire – Done in sixty seconds, greek finalists)

«Φάουστ»

Το Δημοτικό Θέατρο Πειραιά παρουσιάζει το έργο-ορόσημο της παγκόσμιας δραματουργίας, σε σκηνοθεσία Κατερίνας Ευαγγελάτου. Στον ρόλο του Φάουστ ο Νίκος Κουρής. Μεφιστοφελής ο Αργύρης Πανταζάρας. Μια παραγωγή του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά με τη Λυκόφως του Γιώργου Λυκιαρδόπουλου.

 

Πρεμιέρα 11 Δεκεμβρίου 2015

τέλος παραστάσεων 31 Ιανουαρίου 2016

ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ ΠΕΙΡΑΙΑ

Ηρώων Πολυτεχνείου 32, Πειραιάς

τηλεφωνικό κέντρο: 210 4143310 | e-mail: [email protected]

Ο Φάουστ

Το έργο του Γιόχαν Βόλφγκανγκ φον Γκαίτε (1749-1831) έχει τις ρίζες του στο θρύλο του Φάουστ που αποτυπώθηκε σε μπαλάντες, κουκλοθέατρα, ξυλογραφίες και χαρακτικά ήδη από τον 16ο αιώνα. Η μεγάλη διάδοσή του έγινε χάρη σε μια λαϊκή φυλλάδα, που κυκλοφόρησε το 1587 ο τυπογράφος Johan Spiess, με τον τίτλο Ιστορία του Δόκτορα Ιωάννου Φάουστ, θαυματοποιού και τεχνίτη της μαύρης μαγείας όπου συγκεντρώνονται ιστορίες που αναφέρονται στον αστρολόγο και μάγο Γιόχαν Φάουστ ο οποίος πιθανότατα ήταν υπαρκτό πρόσωπο, γεννήθηκε ίσως μετά τα μέσα του 15ου αιώνα και πέρασε τη ζωή του ως περιπλανώμενος αγύρτης: κέρδιζε τα προς το ζην γράφοντας ωροσκόπια και κάνοντας μαγικά κόλπα ακατανόητα για τους σύγχρονούς του τα οποία έδωσαν τροφή για την δημιουργία θρύλων και δοξασιών γύρω από το πρόσωπό του, ενώ σύμφωνα με κάποιο χρονικό ο ίδιος έκλεισε μια συμφωνία με τον διάβολο. Το βιβλίο επανεκδόθηκε πολλές φορές μέχρι τον 18ο αιώνα.

Κεντρικό πρόσωπο της ευρωπαϊκής μυθολογίας ο Φάουστ γνώρισε πολλές μεταμορφώσεις. Η πρώτη και πιο γνωστή θεατρική του εκδοχή βρίσκεται στον Δόκτορα Φάουστους του  Κρίστοφερ Μάρλοοου,  έργο που γράφτηκε από το 1597 ως το 1583, και  ανήκε στο σταθερό ρεπερτόριο των αγγλικών θιάσων που περιοδεύουν στη Γερμανία κατά την εποχή του Γκαίτε ο οποίος όμως ήδη γνωρίζει την παλιά μορφή της λαϊκής φυλλάδας καθώς και τη μεταφορά της στο κουκλοθέατρο. Ο Φάουστ αποτέλεσε  το έργο ζωής του Γκαίτε που άρχισε να το γράφει το 1773 σε ηλικία 25 περίπου ετών. Ολοκλήρωσε το πρώτο μέρος του έργου το 1806 και καταπιάστηκε με το δεύτερο μέρος του τα χρόνια που ακολούθησαν για να το ολοκληρώσει το 1831, επτά μήνες πριν το θάνατό του. Ο Φάουστ του Γκαίτε έγινε το μεγάλο πρότυπο που παρακίνησε δεκάδες δημιουργούς να αναπλάσουν το μύθο του μέχρι τις μέρες μας σε όλες τις μορφές της καλλιτεχνικής έκφρασης.

Το γεγονός ότι η σύνθεση του έργου του Γκαίτε εκτείνεται σε μια τόσο μεγάλη διάρκεια έχει ως αποτέλεσμα ότι ο συγγραφέας του ενσωματώνει στο κείμενο του Φάουστ όλους τους προβληματισμούς που τον απασχόλησαν κατά το διάστημα της σύνθεσης του έργου, όλες τις διαφορετικές ιδέες και τα θέματα με τα οποία καταπιάστηκε, παραδίδοντας τελικά ένα εξαιρετικά περίπλοκο έργο το οποίο ό ίδιος χαρακτήρισε ως «τραγωδία». Στο έργο ενσωματώνονται πολλά κωμικά στοιχεία που εναλλάσσονται με τραγικές σκηνές αφού τελικά πρόκειται για ένα κείμενο όπου τόσο ο αναγνώστης όσο και ο θεατής του θα αναγνωρίσουν  όλες τις γνωστές μορφές του θεάτρου μέχρι την εποχή του Γκαίτε. Αν θεωρήσουμε ότι ο μύθος του Φάουστ αντανακλά τη μετάβαση από το μεσαίωνα στην αναγέννηση θα πρέπει να αναλογιστούμε πως το έργο του Γκαίτε αντανακλά την είσοδο  στη νεότερη εποχή του θεάτρου. Τα στοιχεία και οι σκηνές που αντλούν τη μορφή τους από την αρχαία τραγωδία και την κωμωδία, το σατυρικό δράμα, και την όπερα, είδη που εναλλάσσονται ακόμη και μέσα σε κάθε πράξη του έργου, προσφέρουν την προπαρασκευή για την είσοδο στο μοντέρνο θέατρο το οποίο θα εξελίσσεται συνεχώς από τα τέλη του 19ου αιώνα. Ο Φάουστ είναι έργο, στοχαστικό, οραματικό, τραγικό, ποιητικό αλλά και σατιρικό, θεμελιακό για τη νεότερη ευρωπαϊκή λογοτεχνία ενώ ταυτόχρονα είναι ο προπομπός και το βαρόμετρο σκηνικών επιτευγμάτων του εικοστού αιώνα και παραμένει ένα μεγάλο στοίχημα για τους δημιουργούς της σκηνής.

 

Η Παράσταση

Ο Φάουστ έχει κατακτήσει το σύνολο της ανθρώπινης γνώσης, αλλά καθώς πλησιάζει το τέλος του βίου του αισθάνεται ότι δεν γνωρίζει τίποτα για την πραγματική ζωή. Αποζητά μία στιγμή που θα του φανερώσει το νόημα του Κόσμου, της ανθρώπινης ύπαρξης. Η ένωσή του με τον Μεφιστοφελή τού ανοίγει την πόρτα στην σκοτεινότερη πλευρά του εαυτού του. Αυτό το δαιμόνιο Alter Ego θρέφει τον εθισμό του Φάουστ στην αέναη κίνηση μέσα από την άρνηση κάθε ορίου  και κάθε περιορισμού στις απολαύσεις. Οι δυο τους, με νεανικό σφρίγος, ορμάνε στην εποχή της βίας όπως σε παραλήρημα μετά από τραύμα, αναζητώντας περισσότερο πόνο,  περισσότερη ηδονή, περισσότερη δύναμη μέσα σε ένα σύμπαν απεγνωσμένων ανθρώπων  και βουβών, αμέτοχων θεών.

 

Συντελεστές

Μετάφραση: Σπύρος Α. Ευαγγελάτος

Σκηνοθεσία: Κατερίνα Ευαγγελάτου

Σύμβουλος δραματουργίας: Πλάτων Μαυρομούστακος

Σκηνικά: Εύα Μανιδάκη

Χορογραφία: Πατρίσια Απέργη

Κοστούμια: Βασιλική Σύρμα

Μουσική σύνθεση: Γιώργος Πούλιος

Φωτισμοί: Ελευθερία Ντεκώ

Κομμώσεις: Talkin’heads

Ειδικά Εφέ – Κατασκευές: Προκόπης Βλασερός

Βοηθός σκηνοθέτη: Καλλιόπη Παναγιωτίδου

Β’ Βοηθός Σκηνοθέτη : Βικτώρια Φώτα

Βοηθός σκηνογράφου: Μυρτώ Μεγαρίτου

Φωτογραφίες: Βάσια Αναγνωστοπούλου

Παραγωγή: Δημοτικό Θέατρο Πειραιά &  Λυκόφως – Γιώργος Λυκιαρδόπουλος

 

Παίζουν:

Φάουστ: Νίκος  Κουρής

Μεφιστοφελής: Αργύρης Πανταζάρας

Μαργαρίτα: Νάνσυ Σιδέρη

Μάρθα: Δήμητρα Βλαγκοπούλου

Βάγκνερ: Ερρίκος Μηλιάρης

Βάλεντιν: Κλήμης Εμπέογλου

Λίζα: Καλλιόπη Παναγιωτίδου

Σπουδαστής, Μάγισσα: Αγησίλαος Μικελάτος

Συμμετέχουν επίσης 30 σπουδαστές από την Δραματική Σχολή του Πειραϊκού Συνδέσμου: Δημήτρης Αθανασίου, Χρήστος Βασιλόπουλος, Αντώνης Γκούβας, Γεωργία Γρίβα, Εύη Δαέλη, Μικαέλα Δάνα, Βαγγέλης Δαούσης, Τασούλα Δεληγιάννη, Δήμητρα Δερζάκου, Γιώτα Ζαμπελη, Κατερίνα Καλαμπουρίδου, Ματίνα Κανδύλα, Ρένα Καραγιάννη, Ελένη Καρκανίδα, Αναστασία Κόμη, Μαριάνθη Κολιάκη, Μαιρινίκη Λύκου, Νάγια Μητσάκου, Σίλια Μουστάκη, Αλέξανδρος Παυλίδης, Δημήτρης Ποπλίδης, Νάγια Πυργαρούση, Γιάννης Στρατέλης, Κατερίνα Ταπέ, Νάνσυ Τριανταφύλλου, Αλεξάνδρα Φαρδελακη

Ημέρες και ώρες παραστάσεων

Τετάρτη και Κυριακή 19.00

Πέμπτη, Παρασκευή 20.30

Σάββατο 17.00 & 21.00

Τιμές εισιτηρίων

Διακεκριμένη: 25 ευρώ,

Κανονικό: 18 ευρώ,

Φοιτητικό και άνω των 65: 12 ευρώ

Άνεργοι & ΑΜΕΑ: 10 ευρώ.

Πωλήσεις εισιτηρίων

Στα ταμεία του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά, Στο Viva.gr, στο TicketServices.gr και Πανεπιστημίου 39, 210 7234567

Ώρες ταμείου:
Δευτέρα: ΑΡΓΕΙ
Τρίτη έως Σάββατο: 10.00-14.00 και 18.00-21.00
Κυριακή: 15.00-21.00

Πρόσβαση:
040 – από Σύνταγμα στάση Δημοτικό Θέατρο
X96 – από Αεροδρόμιο στάση Δημοτικό Θέατρο
Ηλεκτρικός – Τερματικός Σταθμός Πειραιά

«Τερεζίν»: Ένα φαντασμα-τικό καμπαρέ

Η ομάδα θεάτρου «δήλος» σε συμπαραγωγή του θεάτρου ΑΡΓΩ παρουσιάζει τη μουσικοθεατρική παράσταση ΤΕΡΕΖΙΝ.

Η τέχνη μπορεί να νικήσει το θάνατο;

12347896_186719265008346_1835128147341056283_n

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
Από 11 Δεκεμβρίου 2015 έως 31 Ιανουαρίου 2016
Κάθε Παρασκευή και Σάββατο, στις 21.30
Κυριακή στις 20:30

 Θέατρο ΑΡΓΩ, Ελευσινίων 15, πλησίον μετρό Μεταξουργείο

διάρκεια 105’ (χωρίς διάλειμμα) 

ΤΙΜΕΣ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ
15€ Γενική Είσοδος |10€ Ομαδικό (Για group των 10 ατόμων) | 8€ Φοιτητικό | 5€ Ατέλεια – Ανέργων

ΠΡΟΠΩΛΗΣΗ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ
Tickethour
http://buy.tickethour.com/terezin_se_2002872.html
Cosmote | Deals for you
https://www.cosmote.gr/dealsforyou/jsp/deal_deal.jsp?catalogRefIds=sku290005&productId=prod370003&id=d4y_cat150025
Καταστήματα COSMOTE και ΓΕΡΜΑΝΟΣ

Κρατήσεις θέσεων στο 210 5201684-5

Teaserhttps://www.youtube.com/watch?v=r9D3QKEXsxk

Trailer: https://www.youtube.com/watch?v=_pPRsl8o05E&feature=youtu.be

12314080_186723878341218_3382715873309178454_n

Λίγα λόγια για τo γκέτο της Τερεζίν:

Η Τερεζίν, ή αλλιώς Theresienstadt,  χτίστηκε κατά την διάρκεια του 18ου αιώνα και λειτούργησε αρχικά ως στρατιωτικό οχυρό. Κατά την διάρκεια του Β’ΠΠ χρησιμοποιήθηκε από τους Ναζί ως Εβραϊκό γκέτο. Συγκεκριμένα, η Τερεζίν αποτέλεσε ενδιάμεσο στρατόπεδο για πάνω από 150.000 Εβραίους, πριν επιβιβαστούν στα τρένα θανάτου που οδηγούσαν στο Άουσβιτς και την Τρεμπλίνκα. Μέχρι το τέλος του πολέμου,  35.000 Εβραίοι  ανάμεσα τους και δεκάδες χιλιάδες παιδιά, άφησαν την τελευταία τους πνοή στο ιδιόμορφο αυτό γκέτο. Ιδιόμορφο γιατί δεν αποτέλεσε στρατόπεδο εξόντωσης αλλά προπαγάνδας. Χιλιάδες Εβραίοι καλλιτέχνες βρέθηκαν στην Τερεζίν και αναγκάστηκαν να δημιουργήσουν έργα προς τιμήν του Γερμανικού κράτους. Ένα εικονικό πολιτιστικό κέντρο, ικανό να πείσει τους επισκέπτες του Ερυθρού Σταυρού και την παγκόσμια κοινή γνώμη για την ευνοϊκή μεταχείριση της εβραϊκής φυλής.

Λίγα λόγια για το έργο:

Τερεζίν. Πόλη – γκέτο για χιλιάδες Εβραίους, αλλά και τόπος συνάντησης των μεγαλύτερων Εβραίων καλλιτεχνών. Το γκέτο – βιτρίνα του Ναζιστικού κόμματος, συγκέντρωσε κατά την διάρκεια του Β’ΠΠ πολέμου όλων των ειδών τους καλλιτέχνες. Αντιμέτωποι με τον βέβαιο θάνατο, οι άνθρωποί αυτοί καλούνται να δημιουργήσουν για μια τελευταία φορά πριν σταλούν στους θαλάμους αερίων. Μια ομάδα καλλιτεχνών ετοιμάζει ένα καμπαρέ για την επίσκεψη του Ερυθρού σταυρού. Το τέλος της παράστασης θα σημάνει και το τέλος της ζωής τους. Ο καλλιτέχνης πεθαίνει, το έργο του όμως μένει και ταξιδεύει στον χώρο και στον χρόνο αιωνίως. Ένα καλλιτεχνικό διάβημα ως ύστατη προσπάθεια επιβίωσης, μια μουσικoχορευτική παράσταση ως απάντηση στην φρικαλεότητα των βασανιστηρίων.

Πρωτότυπο κείμενο της ομάδας θεάτρου « δήλος», εμπνευσμένο από το θεατρικό κείμενο « Ούτε πουλιά πετάνε, ούτε λουλούδια ανθίζουν» της Σοφίας Αδαμίδου. 

Λίγα λόγια για την ομάδα:

Η ομάδα θεάτρου «δήλος», δημιουργήθηκε το 2014 από τους απόφοιτους του έτους της σχολής «δήλος», σε συνεργασία με τη σχολή. Στόχος της ομάδας είναι η συνεχής παρουσία στο θεατρικό γίγνεσθαι της πόλης με παραστάσεις σε γνωστά θέατρα της Αθήνας και όχι μόνο. Πρώτη παράσταση «Τα Μάγια Της Πεταλούδας» του Federico Garcia Lorca σε σκηνοθεσία-χορογραφία Νικολέτας Ξεναρίου και πρωτότυπη μουσική του Χρίστου Θεοδώρου. Η παράσταση ανέβηκε στην εφηβική σκηνή του Σύγχρονου Θεάτρου την χειμερινή σεζόν 2014-2015 καθώς και συμμετείχε στο «Bob Festival» και στο φεστιβάλ εταιρικών θιάσων του ΣΕΗ στο θέατρο «Προσκήνιο». Η ομάδα συνεχίζει την πορεία της με το «Θίασο» του Θ. Αγγελόπουλου σε σκηνοθεσία της Δήμητρας Χατούπη και φέτος συνεργάζεται με το θέατρο ΑΡΓΩ στη μουσικοθεατρική παράσταση ΤΕΡΕΖΙΝ σε σκηνοθεσία της Δήμητρας Χατούπη.

terezin_2015_12

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ

ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Δήμητρα Χατούπη

ΚΙΝΗΣΗ: Νικολέτα Ξεναρίου

ΠΡΩΤΟΤΥΠΗ ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΟΥΣΙΚΗΣ: Χρίστος Θεοδώρου

ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΩΝ: Οδυσσέας Ι. Κωνσταντίνου

ΡΥΘΜΟΛΟΓΙΑ – ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΚΡΟΥΣΤΩΝ: Νίκος Τουλιάτος

ΣΚΗΝΙΚΑ: Αντώνης Χαλκιάς

ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΣΚΗΝΙΚΟΥ: Γιάννης Δαμίγος

ΚΟΣΤΟΥΜΙΑ: Μάριος Ράμμος

ΦΩΤΙΣΜΟΙ: Βασίλης Καραργύρης

ΒΟΗΘΟΣ ΣΚΗΝΟΘΕΤΗ: Γιώργος Αδαμαντιάδης

ΠΑΡΑΓΩΓΗ: Ομάδα θεάτρου «δήλος» | Θέατρο ΑΡΓΩ

ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ: Art Minds

ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ: Δέσποινα Ερρίκου

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: Μιχάλης Αβρατόγλου

TRAILER/TEASER: Μιλτιάδης Χρηστίδης

ΠΑΙΖΟΥΝ: Άννα Χανιώτη, Αστέριος Χασάπης, Γιάννα Σωτηροπούλου, Γιούλη Αθουσάκη, Γρηγόρης Μπαλλάς, Δήμητρα Δρακοπούλου, Δήμητρα Ζακάκη, Δήμητρα Μάμαλου, Αιμιλία Σιαφαρίκα, Θεοδόσης Σκαρβέλης, Θωμάς Καζάσης, Ιάκωβος Μηνδρινός, Ιωάννα Σιμάτη, Κωνσταντίνος Παράσης, Κλειώ Χαβγιέ, Κώστας Αλέξης, Λευτέρης Παπακώστας, Μελίνα Μαστραντώνη, Νώντας Μιχαλόπουλος, Πάνος Αποστολόπουλος, Πένυ Χρυσικού, Τρύφωνας Ζάχαρης, Φωτεινή Τσούλη, Χριστίνα Πετρολέκα

Στην τρομπέτα ο Γιώργος Βασιλόπουλος.

«Η Επιστροφή των Παραμυθιών»

Η Θεατρική Εταιρεία ΜΠΟΕΜ παρουσιάζει την παιδική θεατρική παράσταση «Η Επιστροφή των Παραμυθιών».

 «Αν θέλουμε να φτιάξουμε έναν κόσμο καλύτερο από τον σημερινό, πρέπει να αρχίσουμε από το παιδικό βιβλίο». Jella Lepman, Συγγραφέας

 Λίγα λόγια για το έργο:

Οι ήρωες των Παραμυθιών ζουν ξέγνοιαστοι στην Χώρα τους, απολαμβάνοντας τη δόξα τους. Είναι ευτυχισμένοι γιατί ξέρουν ότι τα παιδιά τους αγαπούν και διαβάζουν τις ιστορίες τους.

Όμως, καθώς περνούν τα χρόνια και η νέα τεχνολογία κάνει δυναμικά την εμφάνισή της, το ενδιαφέρον των παιδιών για τα βιβλία ολοένα και μειώνεται. Έτσι η ανέμελη ζωή των ηρώων αρχίζει να κλονίζεται.

Τι θα γίνει αν τα παιδιά σταματήσουν να διαβάζουν παραμύθια; Η Χώρα των Παραμυθιών θα καταστραφεί.

Σε μια προσπάθεια να σωθεί η Χώρα, επιστρατεύονται πέντε ήρωες: ο Πίτερ Παν, η Ντάμα Κούπα, η Ωραία Κοιμωμένη, ο Κακός Λύκος και η Τίνκερμπελ.

Θα καταφέρουν οι ήρωες αυτοί, να παραμερίσουν τις μεταξύ τους διαφορές και ν’ αγωνιστούν για ένα κοινό σκοπό; Την Επιστροφή των Παραμυθιών…

12359902_10156273361525265_6975579580691018518_n

Γιατί να δει ένα παιδί την «Επιστροφή των Παραμυθιών»:

Σε μια εποχή που το βιβλίο έχει παραγκωνιστεί από την κυριαρχία της νέας τεχνολογίας, το σχολείο μέσα από δραστηριότητες που προάγουν την «φιλαναγνωσία», προσπαθεί να αποκαταστήσει την σχέση του παιδιού με το βιβλίο. Η συγκεκριμένη παράσταση λειτουργεί υποστηρικτικά στην προσπάθεια αυτή, γιατί παρουσιάζει με τρόπο χιουμοριστικό, διασκεδαστικό και σύγχρονο την συμπόρευση βιβλίου και νέας τεχνολογίας.

Μετά το «Θα φάμε τα μουστάκια μας…», ένα έργο που τάσσεται κατά του πολέμου και υπέρ της διαφορετικότητας, η ομάδα ΜΠΟΕΜ επανέρχεται με ένα ακόμη θέμα που ενδιαφέρει παιδιά και εκπαιδευτικούς: την αξία του βιβλίου και την σημασία ν’ αγωνίζεσαι για κάτι που πιστεύεις.

Μια παράσταση για παιδιά Δημοτικού

Υπεύθυνη επικοινωνίας: Τατιάνα Κόγια  6989373052

Συντελεστές: 

Κείμενο: Γεωργία Παρασκευά

Σκηνοθεσία: Παναγιώτης Παναγόπουλος

Ηθοποιοί: Φρύνη Θετάκη, Γιώργος Κοσκορέλλος, Πετρούλα Μαντζουκίδου, Γεωργία Παρασκευά, Θεοδόσης Σκαρβέλης

Πληροφορίες:

Πρεμιέρα: Κυριακή 8 Νοεμβρίου στις 5:00 μ.μ.

Κάθε Κυριακή στις 5:00 μ.μ. και τις καθημερινές για τα σχολεία

Θέατρο: Studio Μαυρομιχάλη (Μαυρομιχάλη 134, Νεάπολη Εξαρχείων)

Τηλέφωνο θεάτρου: 2106453330

Τιμή εισιτηρίου: 7 € (κανονικό), 5 € (μειωμένο για ανέργους, πολύτεκνους, Α.Μ.Ε.Α., φοιτητές)
Τηλέφωνα επικοινωνίας:
6989373052/ 6982792104/ 6944795242

Διάρκεια: 70΄ χωρίς διάλειμμα

Χωρητικότητα: 70 θέσεων

Προτεινόμενη ώρα παράστασης: 11:00-12:10

Εύκολη πρόσβαση και αποβίβαση έξω από το θέατρο

Χώρος στάθμευσης των πούλμαν στην οδό Ιπποκράτους

Μια παραγωγή της Θεατρικής Εταιρείας ΜΠΟΕΜ

«Το Κοντραμπάσο»: Η μοναξιά έχει μουσική

Ο Βασίλης Ευταξόπουλος μας χαρίζει μια σόλο περφόρμανς ως κοντραμπασίστας, στο αριστούργημα του Πάτρικ Ζίσκιντ «Το Κοντραμπάσο». Ο δημιουργός του βιβλίου «Το άρωμα: Η ιστορία ενός δολοφόνου» (στο οποίο βασίστηκε και η ομώνυμη ταινία) γράφει ένα έργο-ύμνο στην ανθρώπινη μοναξιά και στην μουσικότητα των ανθρώπινων σχέσεων. Η παράσταση ακροβατεί στο δραματικό και στο κωμικό, περνώντας από τη σχέση του πρωταγωνιστή με το μουσικό του όργανο, στην ανάγκη του να εκφράσει τον έρωτά του για την μέτζο-σοπράνο Σάρα. Ο κ. Ευταξόπουλος  με μεγάλη επιτυχία γίνεται ο «ακροβάτης» που απαιτεί το έργο, αφού καταφέρνει να μεταδώσει στο κοινό την έκρηξη αυτή της μοναξιάς με μικρά διαλείμματα γέλιου. Όσον αφορά τη σκηνοθεσία,  ο Λεωνίδας Παπαδόπουλος παρουσιάζει μια λιτή αλλά ενδιαφέρουσα πτυχή της καθημερινότητας του καλλιτέχνη.

φωτο 1

Τα σκηνικά είναι εξαιρετικά, με το κοντραμπάσο να δεσπόζει στη μέση της σκηνής περιστοιχισμένο από ανδρείκελα μουσικών. Επίσης, άρτιο είναι το παιχνίδι με τους φωτισμούς το οποίο συντροφεύει τα λόγια του Πάτρικ Ζίσκιντ και την υποκριτική του Βασίλη Ευταξόπουλου. Μία ενδιαφέρουσα πρόταση τόσο για τους λάτρεις του είδους, όσο και για εκείνους που κρατούν επιφυλακτική στάση απέναντι στους μονολόγους. Η παράσταση έκανε πρεμιέρα στις 27 Οκτωβρίου και συνεχίζει στο θέατρο «Ιλίσια- Βολανάκης».

Συντελεστές: Μετάφραση: Μαρία Αγγελίδου

Σκηνοθεσία: Λεωνίδας Παπαδόπουλος

Σκηνικά: Όλγα Ντέντα

Κοστούμια: Δομινίκη Βασιαγεώργη

Μουσική: Κώστας Ξενόπουλος

Παραγωγή: Παναγιώτα και Κώστας Ξενόπουλος

Καλλιτεχνική Διεύθυνση: Θανάσης Τσαλταμπάσης

Φωτογραφίες παράστασης: Γεωργία Σιέττου, Στέλιος Δανιήλ

Παίζει: ο Βασίλης Ευταξόπουλος

Παραστάσεις: Δευτέρα – Τρίτη 21:15και Σάββατο – Κυριακή 19:15

Τιμές Εισιτηρίων: 14ευρώ, 10 ευρώ (φοιτητικό, νεανικό, συνταξιούχων), 5ευρώ (άνεργοι με την επίδειξη της κάρτας ανεργίας)

Προπώληση εισιτηρίων: Πανεπιστημίου 39 (Στοά Πεσμαζόγλου), τηλέφωνο: 210 7234567.

Ώρες ταμείου: 10:30-13:00 (Δευτέρα έως Κυριακή), 17:00-21:00 (Δευτέρα έως Πέμπτη και

Κυριακή), 17:00-23:00 (Παρασκευή και Σάββατο)

Θέατρο «Ιλίσια- Βολανάκης» Παπαδιαμαντοπούλου 4, Ιλίσια

Τηλέφωνο: 210 7223010

 

Θεατρικές Πρεμιέρες για το Δεκέμβριο

Οι θεατρικές παραστάσεις που έκαναν, ή θα κάνουν πρεμιέρα μέσα στον Δεκέμβρη.

«Μάνα θα Πάω στο Hollywood», της Δήμητρας Παπαδοπούλου

φωτο 1

Η επίκαιρη και ολοκαίνουργια κωμωδία της Δήμητρας Παπαδοπούλου που έρχεται φέτος το χειμώνα (Δεκέμβριος 2015) στο Θέατρο Ιλίσια, σε σκηνοθεσία Φωκά Ευαγγελινού και Δήμητρας Παπαδοπούλου, μας θυμίζει ότι ακόμα και στα πιο δύσκολα ο Έλληνας ψάχνει να εφεύρει λύσεις για να επιβιώσει και να απογειωθεί.

Με φόντο ένα διαμέρισμα στην οδό Φυλής, δύο άνεργοι ηθοποιοί μηχανεύονται τα πάντα, ώστε να συγκεντρώσουν το ποσό που χρειάζονται, για να πάνε στο Χόλιγουντ! Στην προσπάθεια τους αυτή θα φτάσουν στο σημείο ακόμα και να μετατρέψουν προσωρινά το διαμέρισμα τους σε οίκο ανοχής, όπου θα συμβούν απίστευτες καταστάσεις… Σε ένα περιβάλλον, όπως αυτό της οδού Φυλής, με τις ιδιαιτερότητας της ίδιας μας της φυλής που αδυνατεί να συνεννοηθεί, θα τα καταφέρουν άραγε ποτέ να φτάσουν στον προορισμό τους και να πετύχουν το στόχο τους; Μια πρωτότυπη μουσική κωμωδία για τον «Έλληνα της κρίσης» που ψάχνει το όνειρό του!

Με τους Θανάση Αλευρά, Κωνσταντίνα Μιχαήλ, Αντώνη Κρόμπα, Jerome Kaluta, Πέτρο Γεωργοπάλη, Στράτο Λύκο, Παναγιώτη Αλεξανδράκη και την Ελένη Ροδά.

 

«Σαν Κάποιος Θίασος»

φωτο 2

Σαν κάποιος θίασος… περαστικός, που έρχεται να πάρει μαζί του όλους τους θεατές από το χέρι, να τους αγκαλιάσει όλο αγάπη και να τους κάνει παρέα με μια παράσταση χαράς, αισιοδοξίας, συγκίνησης, κεφιού και ψυχικής ανάτασης! Σαν κάποιος θίασος, αμέτρητων πρωταγωνιστών, με τον μοναδικό Τάκη Ζαχαράτο, και 8 υπέροχους χορευτές – ηθοποιούς που χορεύουν, τραγουδούν και παίζουν, ρίχνει άγκυρα για λίγο στον μαγικό Θερμαΐκό και την υπέροχη Θεσσαλονίκη, με μια ολοκαίνουργια φαντασμαγορική παράσταση, που σχολιάζει, μιμείται, τραγουδάει και σατιρίζει όλα αυτά που συμβαίνουν γύρω μας. Η παράσταση «Σαν κάποιος θίασος» είναι ένα ιδιαίτερο χαλί προσωπικοτήτων και καταστάσεων, χειροποίητο, φτιαγμένο με τα ωραιότερα χρώματα από τον αργαλειό της Ελληνικής ψυχής, με πολύ μεράκι, τρελό ενθουσιασμό και απόλυτο σεβασμό στο θεατή. Μια φευγάτη απόδραση από την τρελή καθημερινότητα, μια γιορτή χαράς, τραγουδιού, γέλιου, και θεάματος, του αστείρευτου Τάκη Ζαχαράτου και των υπέροχων συνεργατών του… Σαν κάποιος θίασος… που έρχεται με τρέλα και πολύ όρεξη, να συμπαρασύρει τους θεατές στην αισιοδοξία και να ομορφύνει τη διάθεση και τις Γιορταστικές νύχτες μας! Σαν κάποιος θίασος… ένα καταφύγιο χαράς.

Κείμενα: Τάκης Ζαχαράτος – Πάνος Έξαρχος & Φιλική Συμμετοχή Γιάννης Σκαραγκάς

Σκηνοθεσία: Δημήτρης Παπάζογλου

Χορογραφίες: Μαρία Στεφάνου

Σκηνικά: Γ. Κολαλάς

Μουσική Διεύθυνση & Ενορχήστρωση: Κωνσταντίνος Παγιάτης

 

«Ο Βίος του Γαλιλαίου» του Μπέρτολτ Μπρεχτ

ΦΩΤΟ 3

Από 5 Δεκεμβρίου στο Θέατρο Rex – Σκηνή «Μαρίκα Κοτοπούλη»

Το Εθνικό Θέατρο ανοίγει τη θεατρική περίοδο 2015-2016, στη Σκηνή «Μαρίκα Κοτοπούλη» του Θεάτρου Rex, με το εμβληματικό έργο του Μπέρτολτ Μπρεχτ «Ο βίος του Γαλιλαίου», με θέμα τη ζωή και το έργο του μεγάλου Ιταλού επιστήμονα. Το έργο γράφτηκε σε μια εποχή που στιγματίστηκε από τον Παγκόσμιο Πόλεμο και την υπόθεση της ατομικής βόμβας και ο σπουδαίος Γερμανός δραματουργός χρησιμοποίησε την ιστορία του Γαλιλαίου, για να σχολιάσει τη διαχρονική ευθύνη των ανθρώπων της επιστήμης, που συνθηκολογούν με την επικίνδυνη και ανεγκέφαλη εξουσία και προσφέρουν, εκόντες άκοντες, τη γνώση τους σε αυτήν, με καταστροφικές συνέπειες.

Σχετικά με την υπόθεση του έργου, οι δογματικές αντιλήψεις του θεοκρατικού 16ου αιώνα απειλούνται από μια νέα επιστημονική αποκάλυψη. Ο μεγάλος Ιταλός αστρονόμος, μαθηματικός και φυσικός, Γαλιλαίος, επιβεβαιώνει την θεωρία του Κοπέρνικου, αποδεικνύοντας ότι η Γη στρέφεται γύρω από τον Ήλιο και δεν αποτελεί το κέντρο του σύμπαντος. Η τόσο ριζοσπαστική αυτή απόκλιση από τη μέχρι τότε υφιστάμενη θεωρία, οδηγεί τον Γαλιλαίο στην Ιερά Εξέταση. Ο θεμελιωτής της σύγχρονης επιστήμης, υποκύπτει στη βία, αποκηρύσσει την θεωρία του, αλλά συνεχίζει την πληθωρική πνευματική του δραστηριότητα μέχρι το τέλος της ζωής του, σε κατ’ οίκον περιορισμό. Μένει σε εμάς να αποφασίσουμε αν και πόσο ανταποκρίθηκε στην αποστολή του.

Μουσική σύνθεση: Χανς Άισλερ

Μετάφραση / Δραματουργική επεξεργασία: ΚοραλίαΣωτηριάδου

Σκηνοθεσία: Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος

Σκηνικά: Έλλη Παπαγεωργακοπούλου

Κοστούμια: ΚλαιρΜπρέισγουελ

Διανομή: Χρήστος Στέργιογλου, Σταύρος Σβήγκος, Μαίρη Σαουσοπούλου, Δημήτρης Πασσάς, Δημήτρης Δεγαΐτης, Γιώργος Μακρής, Στράτος Χρήστου, Δημήτρης Αντωνίου,Γιώργος Μπινιάρης, Αμαλία Αρσένη, Κώστας Γαλανάκης, Βασίλης Μαγουλιώτης

 

«Καρφίτσες στα Γόνατα»

ΦΩΤΟ 4

το νέο έργο της Ρούλας Γεωργακοπούλου

από τις 11 Δεκεμβρίου 2015 και για ένα μήνα

Η Σοφία Φιλιππίδου συνεργάζεται δεύτερη φορά με την Εταιρεία Θεάτρου Συν Επί του Άκη Βλουτή μετά την επιτυχία της παράστασης «Μπάρτλεμπυ ο γραφιάς», για να παρουσιάσει δύο σουρεαλιστικά μονόπρακτα της γνωστής δημοσιογράφου και συγγραφέως Ρούλας Γεωργακοπούλου, σε μία παράσταση με κοινό τίτλο «Καρφίτσες στα γόνατα».

Σχετικά με το έργο, δυο «συνηθισμένες» γυναίκες, πωλήτρια και πελάτισσα, συναντιούνται σε έναν χώρο εκτός τόπου και χρόνου, που είναι ένα διανυκτερεύον κατάστημα γυναικείων ρούχων, κάτω από το οποίο περνάει ο ηλεκτρικός. Η πελάτισσα επείγεται να βρει το οριστικό ρούχο της, την αποκρυσταλλωμένη εικόνα του σώματος εαυτού – καινούργιου ρόλου, ενώ η πωλήτρια- ψυχοπομπός διατηρεί την εξουσία και τη γοητεία του θανάτου και της αναγέννησης!

Σκηνοθεσία: Σοφία Φιλιππίδου

Σκηνικά: Νίκος Αναγνωστόπουλος, Κοστούμια: Χριστίνα Σκαρπέλη

Φωτισμοί: Πέτρος Γκορίτσας

Μουσική: Ξανθή Γεωργακοπούλου-Ντάβου

Βοηθός Σκηνοθέτης: Δανάη Γκουτκίδου

Ερμηνεύουν: Χάρης Αττώνης, Πάνος Παπαδόπουλος, Σοφία Φιλιππίδου

Παραστάσεις: Παρασκευή – Σάββατο 20:00 – Κυριακή 21:30

Διάρκεια: 90’

 

«Σήκωσέ με Ψηλά»

ΦΩΤΟ 5

Από τον Δεκέμβριο στο θέατρο Μπιπ!

Κάθε Σάββατο στις 17.00 μ.μ. και Κυριακή στις 12.00 μ.μ.

Ένα κορίτσι, η Ελένη κι ένας Νάνος μαγικός θα κάνουν ένα ταξίδι μαζί. Από τη γη στο βυθό και από το βυθό στον ουρανό. Θα πάρουν μαζί τους τη ντροπή και το φόβο και θα τα διώξουν. Οι δύο αυτοί, όταν συναντηθούν, θα περιπλανηθούν σαν παλιοί φίλοι, με οδηγό την περιέργεια. Μια νύχτα βροχής, δε θα τρομάξουν, μέχρι να πετύχουν αυτό που ονειρεύονται, να πετάξουν ψηλά!

Κείμενο- παραμύθι: Βίκυ Πολυχνιάτου

Θεατρική προσαρμογή: Μαρία Σταυροπούλου

Σκηνοθεσία: Βίλια Χατζοπούλου

Παίζουν: Βασίλης Παπαστάθης, Έλενα Δελακούρα

Μουσική επιμέλεια: Χριστόφορος Αναστασιάδης

Σκηνικά-κοστούμια: Βίκυ Πολυχνιάτου

Φώτα: Θωμάς Οικονομάκος

Φωτογράφιση: Αλεξάνδρα Μπάκα

Γραφιστική επιμέλεια: Νίκος Μπέικος

Θέατρο Μπιπ

Διεύθυνση: Αγίου Μελετίου 25 και Κυκλάδων, Κυψέλη