Μεταρρυθμίσεις στην παιδεία. Κατάργηση πανελλαδικών;

Την Τρίτη 09-05-2017 ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας προανήγγειλε μια σειρά αλλαγών στην εκπαίδευση. Οι αλλαγές αυτές αφορούσαν από τα παιδιά της ηλικίας των 4 ετών για νήπιο και προνήπιο, έως την τριτοβάθμια εκπαίδευση. Η προσπάθεια υλοποίησης μεταρρυθμίσεων σίγουρα είναι κάτι θετικό, πρέπει ,όμως, να αναλογιστούμε αν οι μεταρρυθμίσεις αυτές ενισχύουν ή υποβαθμίζουν το αντικείμενο της μεταρρύθμισης.

Πιο συγκεκριμένα, ο πρωθυπουργός ανακοίνωσε την ύπαρξη ολοήμερων σχολείων παντού. Την υποχρεωτική 14χρονη εκπαίδευση, συνυπολογίζοντας το νήπιο και το προνήπιο ως υποχρεωτικά πλέον. Την αύξηση των σχολικών γευμάτων. Την κατάργηση των πανελλαδικών, με εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση μέσω βαθμού απολυτηρίου και την συγχώνευση των ΤΕΙ Πειραιά και ΤΕΙ Αθήνας σε πανεπιστήμιο δυτικής Αττικής.

Με τα παραπάνω άλλος μπορεί να συμφωνεί, άλλος μπορεί να διαφωνεί. Σίγουρα, όμως, ο χώρος της εκπαίδευσης είναι ένας χώρος που χρειάζεται ποιοτικές αλλαγές. Το πιο αμφιλεγόμενο από αυτά που ανακοινώθηκαν από τον πρωθυπουργό είναι το ζήτημα των πανελλαδικών εξετάσεων. Να καταργηθούν ή όχι;

Εδώ οι απόψεις διίστανται. Από την μία είναι μια ψυχοφθόρα διαδικασία που καλούνται να περάσουν τα παιδιά. Επίσης, καλούνται να δαπανήσουν αρκετά χρήματα σε φροντιστήρια και ιδιαίτερα μαθήματα, καθώς υποτίθεται ότι το σχολείο δεν είναι αρκετό. Από την άλλη, όμως, οι πανελλαδικές εξετάσεις είναι, ίσως, ο πιο αδιάβλητος και αντικειμενικός διαγωνισμός στη χώρα μας. Αν καταργηθούν, ίσως να καταφέρουμε να ενισχύσουμε τον ρόλο του σχολείου, όμως από την άλλη, η είσοδος στην τριτοβάθμια εκπαίδευση μέσω απολυτηρίου, ίσως μετατρέψει το σχολείο σε έναν ακόμα ρουσφετολογικό θεσμό, με παιδιά και γονείς να δωροδοκούν ή και να απειλούν καθηγητές για έναν πολυπόθητο βαθμό.

Γενικά, είμαι υπέρ των μεταρρυθμίσεων. Αλλά των μεταρρυθμίσεων που θα φέρουν κάτι καλύτερο. Η οποιαδήποτε αλλαγή, πρέπει να μελετάται και να υλοποιείται μόνο όταν είναι σίγουρο ότι θα επιφέρει κάποιο θετικό αποτέλεσμα. Αν είναι να γίνουν, απλά για να γίνουν, για να λέει η εκάστοτε κυβέρνηση ότι άλλαξε κάτι, καλύτερα να μην γίνουν. Ο στόχος πρέπει να είναι το καλύτερο, όχι απλά η αλλαγή.

Κάτω από τη βάση το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα

Οι χώρες της Ασίας απαρτίζουν την κορυφαία πεντάδα με τα καλύτερα εκπαιδευτικά συστήματα στον κόσμο, σύμφωνα με την κατάταξη 76 χωρών του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης, με χώρες της Αφρικής να βρίσκονται στις τελευταίες θέσεις της λίστας, σε μια ένδειξη ότι παιδεία και οικονομική ανάπτυξη έχουν άμεση σχέση μεταξύ τους.

Η Σιγκαπούρη διατηρεί για μια ακόμη φορά τα «σκήπτρα» στην κατάταξη των χωρών, ακολουθούμενη από Χονγκ-Κονγκ και Νότια Κορέα, ενώ Ιαπωνία και Ταϊβάν ισοβαθμούν στην τέταρτη θέση. Η κατάταξη έγινε με βάση τις επιδόσεις των μαθητών σε τομείς όπως μαθηματικά και φυσικές επιστήμες, έχοντας ως βάση έναν συνδυασμό διεθνών κριτηρίων αξιολόγησης (tests) σε διάφορες περιοχές, με ενιαία κλίμακα μεταξύ ανεπτυγμένων και αναπτυσσόμενων χωρών.

Μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών η Φινλανδία εμφανίζει την καλύτερη κατάταξη, καταλαμβάνοντας την έκτη θέση, ενώ ακολουθούν η Εσθονία (7η), η Ελβετία (8η) και η Ολλανδία (9η θέση). Ο Καναδάς συμπληρώνει τις δέκα πρώτες χώρες με τα καλύτερα εκπαιδευτικά συστήματα. Η Βρετανία βρίσκεται στην 20ή θέση, ενώ οι ΗΠΑ καταλαμβάνουν την 28η, όπως και η Ιταλία. Μία θέση πιο πάνω -στην 27η- βρίσκεται η Ισπανία. Η Γερμανία -η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης- καταλαμβάνει τη 13η θέση, ακολουθούμενη από την Αυστραλία. Η Ελλάδα καταλαμβάνει την 40ή θέση της παγκόσμιας κατάταξης, ενώ μία θέση πιο κάτω βρίσκεται η Τουρκία.

«Είναι η πρώτη φορά που διαθέτουμε μια πραγματικά παγκόσμια κλίμακα για την ποιότητα της εκπαίδευσης», τόνισε σε δηλώσεις του ο Αντρέας Σλάιχερ του ΟΟΣΑ. «Στόχος είναι να προσφερθεί σε περισσότερες χώρες, φτωχές και πλούσιες, πρόσβαση σε συγκρίσιμα στοιχεία, με τις χώρες με τα καλύτερα εκπαιδευτικά συστήματα στον κόσμο να ανακαλύψουν τα δυνατά και αδύναμα σημεία, ώστε να διαπιστώσουν τα μακροπρόθεσμα οικονομικά οφέλη από ένα βελτιωμένο σύστημα παιδείας», υποστήριξε ο κ. Σλάιχερ. Ο αξιωματούχος του ΟΟΣΑ επικαλέστηκε ως παράδειγμα τη Σιγκαπούρη, η οποία στη διάρκεια της δεκαετίας του ‘60 είχε υψηλά ποσοστά αναλφαβητισμού και η ανάδειξή της στην κορυφή της λίστας δείχνει πόση πρόοδος μπορεί να επιτευχθεί.

Στον αντίποδα, διαφαίνονται οι «φτωχές» επιδόσεις των ΗΠΑ, που έχουν υποσκελιστεί από αρκετές ευρωπαϊκές χώρες, αλλά και από το Βιετνάμ (12η θέση). Επιπλέον, η λίστα αντικατοπτρίζει την υποχώρηση της Σουηδίας στην 35η θέση, με τον ΟΟΣΑ σε ξεχωριστή έκθεσή του να προειδοποιεί πρόσφατα για τα σοβαρά προβλήματα που αντιμετωπίζει το σουηδικό εκπαιδευτικό σύστημα.

Οι χώρες που βρίσκονται στις τελευταίες θέσεις της κατάταξης είναι στην πλειονότητά τους αφρικανικές: Ομάν (72η θέση), Μαρόκο, Ονδούρα, Νότιος Αφρική και Γκάνα (στην 76η θέση).

«Παραπρόγραμμα και Ιστορία»

Είναι ευρέως διαδεδομένο στο εκπαιδευτικό χώρο, η εφαρμογή του «παραπρογράμματος» στο μάθημα της ιστορίας. Οι διδάσκοντες όσο και αν προσπαθούν να το αποφύγουν και να μείνουν πιστοί στο τυπικό αναλυτικό πρόγραμμά, δεν το καταφέρνουν.

Αρχικώς, συχνή ένδειξη παραπρογράμματος είναι ο ιδεολογικός προσανατολισμός του εκπαιδευτικού. Όσο και αν θέλει να μείνει αποστασιοποιημένος και αντικειμενικός,  έμμεσα παραθέτει τις απόψεις του, κατευθύνοντας ιδεολογικά και τους νέους, κυρίως αυτούς που δεν  έχουν επαρκή στοιχεία με τι θέμα. Δεν είναι λίγες οι φορές που επιβάλλει την άποψη του ως κοινή αποδεκτή καθώς παράλληλα αγγίζει τα όρια του δογματισμού. Στην συνέχεια παρατηρούμε άτυπη συμπεριφορά των εκπαιδευτικών σε μαθητές που από την αρχή έχουν δείξει την αγάπη τους για το μάθημα της ιστορίας. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα, να επικεντρώνεται σε αυτούς, να στηρίζει σχεδόν όλο το μάθημα σε αυτούς και να απαξιεί αγνοώντας τους υπόλοιπους. Έτσι, δημιουργείται μέσα στην τάξη ένα αρνητικό κλίμα καθώς παιδία που  προσπαθούν, παρατηρούν ότι οι προσπάθειες του δεν καρποφορούν.

Επιπροσθέτως, συχνή είναι η συμπεριφορά των εκπαιδευτικών κατά την διάρκεια του μαθήματος της ιστορίας, όπου οι περισσότεροι θέλουν τα παιδία να λένε με τη μέθοδο της αποστήθισης το μάθημα, στηριζόμενοι αποκλειστικά στο σχολικό εγχειρίδιο, χωρίς να δέχονται οτιδήποτε διαφορετικό. Για παράδειγμα αν σε κάποιο διαγώνισμα κάποιος μαθητής απαντήσει με τον δικό του τρόπο σε μια ερώτηση και δεν είναι πιστή αντιγραφή από το βιβλίο, δεν παίρνει τις μονάδες που του αναλογούν. Ακόμη, λόγω του δυσμενού κλίματος που δημιουργείται πολλά παιδία, ξεκινούν το παιχνίδι των ερωτήσεων, για να καθυστερήσουν το μάθημα και να μην προχωρήσουν παρακάτω και ίσως να αποφύγουν την εξέταση. Επίσης όσο αφορά το χρόνο  και την ύλη πολλοί καθηγητές μένουν παραπάνω ή λιγότερο σε μια διδακτική ενότητα, χωρίς να ακολουθούν   το αναλυτικό πρόγραμμα. Αυτό οφείλεται με βάση τα ενδιαφέροντα του ς και τις επιθυμίες τους.

Καταληκτικά θα πρέπει όλοι να λάβουμε υπόψη μας οτι η απουσία ιστορικής γνώσης δεν οφείλεται μόνο στα παιδία αλλά σε μας τους ίδιους που δεν τους μεταλαμπάδευσαμε την αξία της ιστορίας . Ιστορία δεν είναι αποστηθίση είναι βίωμα.

Η κρίση της εκπαίδευσης, μέσα από τη ματιά μιας φιλολόγου

Είναι κοινή διαπίστωση  η κρίση που υφίσταται στη σχέση του νέου με την γνώση αλλά και με το ίδιο το σχολείο ως θεσμό σήμερα. Για τους περισσότερους έφηβους το σχολείο είναι σπατάλη χρόνου ή έστω μια ανούσια καθημερινή ενασχόληση. Ίσως ευθύνεται η στείρα αποστήθιση που τους επιβάλλεται, το βαθμοθηρικό σύστημα στολισμένο με αποσπασμένες και ξεπερασμένες γνώσεις που  τους οδηγεί στον σκοταδισμό και στην αδιαφορία.  Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ο μαθητής να χωρίζει τις γνώσεις σε άχρηστες και χρήσιμες, για έναν μαθήτη της θετικής κατεύθυνσης το μάθημα της έκθεσης θεωρείται κάτι άχρηστο και εξωπραγματικό. Ευθύνεται όμως μόνο το εκπαιδευτικό σύστήμα σε όλη αυτή την αποστροφή; Ποιος έιναι ο ρόλος του μαθητή; Ο νέος μαθητής γίνεται άβουλος και έρμαιο των καταστάσεων, μια μαριονέτα σταχέρια όλων των δυνατών θέσμων: οικογένεια, σχολείο. Η συνεχής έκθεση του νέου σ΄ένα περιβάλλον ακρισίας και τυποποιήσης μόνο δείνα για τον ίδιο και την κοινωνία μπορεί να επιφέρει.

Τα νέα παιδιά πρέπει να καταλάβουν οτι το μόνο εφόδιο, το μόνο εισητήριο για να προχωρήσουν μπροστά είναι η μόρφώση και όταν λέω μόρφωση δεν εννοώ να παπαγαλίσουν το βιβλίο της ιστορίας αλλά να το κατανοήσουν, να ψάξουν, να μάθουν, να γίνουν οι ίδιοι οι δάσκαλοι μας. Είναι πολύ σημαντικό οι νέοι να προετοιμάζονται συνολικά για τη ζωή , να γίνουν οι ίδιοι δημιουργικοί πομποί γνώσης, ήθους και ζωής. Και όπως αναφέρει ο Μπρέχτ «το φρουτόδεντρο που φρούτα δεν κάνει τ’ ονομάζουμε στείρο. Ποιός το χώμα εξετάζει;». Αυτό που πρέπει να αναλόγιστούμε τώρα δεν είναι ακριβώς ποίος ευθύνεται, αλλά τι πρέπει να γίνει ώστε τα σημερινά σχολειά να ωθούν τους νέους στην μόρφωση και την μελέτη. Αρχικώς η εκπαίδευση μπορεί να συμβάλλει στη δημοκρατική διαπαιδαγώγηση των διδασκόντων αλλά και των ίδιων των μαθητών. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με την δημοκρατική διαμόρφωση της λειτουργίας της,  που βασίζεται κυρίως στο σεβασμό της προσωπικότητας, της συνείδησης αλλά και της αξιοπρέπειας κάθε μέλους στα πλαίσια μιας σχολικής κοινότητα. Το σχολείο πρέπει να ωθήσει τον νέο μέσα από διαδραστικά και ομοδοσυνεργατικά προγράμματα να καταλάβει  ότι η παθητικότητα και η νωθρότητα δεν οδηγούν στην δημιουργικότητα και στην καταξίωση. Χρειαζόμαστε ενεργούς  μαθητές, μαθητές με άγρυπνη συνείδηδη και κριτική διάθεση που θα αναγνωρίζουν τους εαυτούς τους ως αυθεντιές και όχι τους εκπαιδευτικούς. Σε αυτό δεν χρείαζεται να συμβάλλει μόνο η αλλάγη του εκπαιδευτικού συστήματος αλλά και η στάση του ίδιου του μαθητή. Πρέπει να σταματήσει να βλέπει απαξιωτικά το σχολέιο ή εστω χρησιμοθηρικά για την εισαγωγή του στα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα, αλλά να το δει ως το κύριο μέσο που θα τον βοηθήσει στο να αναπτυχθεί, να δημιουργήσει και να ολοκληρωθεί ως προσωπικότητα. Χρειάζεται απο κοινού μια προσπάθεια για να βελτιωθεί η τροπή που έχει πάρει η σημερινή εκπαίδευση και αυτό θα γίνει μέσα απο την μόρφωση και κυριώς την θετική διάθεση που υπάρχει για αλλαγή.  Η βελτιώση λοιπόν της λειτουργίας της εκπαίδευσης συνεπάγεται και βελτιώση, ισχυροποιήση και συνολική ανάπτυξη τόσο των μαθητών όσο και των ίδιων των διδασκόντων.

Οδηγός για μεγιστοποίηση του (ακαδημαϊκού) κέρδους

Η συζήτηση για το άνοιγμα ιδιωτικών πανεπιστημίων έχει ξεκινήσει και αρκετοί φοιτητές των δημοσίων ιδρυμάτων τα στηρίζουν. Ας αναλογιστούμε όμως λίγο την κατάσταση.

Εδώ και πολλά χρόνια, όλοι παραπονούνται για το «κακό» δημόσιο πανεπιστήμιο που έχει η Ελλάδα και δεν φτάνει ούτε στο ελάχιστο ξένα ιδιωτικά, ημι-ιδιωτικά και δημόσια. Είναι αλήθεια, έχουμε παθητικότητα στις εγκαταστάσεις και σε κάποια προγράμματα σπουδών, είμαστε αρκετά χρόνια πίσω.

Η απάντηση αυτών που δυσανασχετούν είναι, πως ο καπιταλισμός και η ελεύθερη αγορά δεν έχει περιθώρια και πρέπει να τα εμπορευματοποιήσει όλα και μαζί και την εκπαίδευση. Δεν αντιλέγω πως η ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων μπορεί να είναι μια καλή επένδυση, όμως το ερώτημα είναι ποιος θα κερδίσει και πως θα γίνει;

Ένα μέρος του Συντάγματος, αναφέρεται στην υποχρέωση του κράτους να παρέχει εκπαίδευση στους πολίτες, ανάμεσα σε κάποιες άλλες υποχρεώσεις στο «κοινωνικό συμβόλαιο» που ορίζει το κοινωνικό κράτος του σήμερα. Λένε, το να ιδρυθούν ιδιωτικά πανεπιστήμια δεν θα επηρεάσουν τα δημόσια. Ας μιλήσουμε για ελεύθερη αγορά λοιπόν. Για να υπάρχει η ελεύθερη αγορά πρέπει να υπάρχει και ο σωστός ανταγωνισμός. Προσέξτε, δεν είμαι ενάντια στην ελεύθερη αγορά αν λειτουργεί ΣΩΣΤΑ και εδω είναι που κολλάει το πράγμα.

Στην ελληνική περίπτωση έχουμε έναν πολυθεσμικό «δούρειο ίππο» που εδώ και χρόνια σκόπιμα υποβαθμίζει σταδιακά τα ιδρύματα με σκοπό να αποσαθρωθεί κάθε μηχανισμός και να μην μπορεί να λειτουργήσει. Υπό αυτή την συνθήκη θα σας εισάγω έναν «δυσνόητο» όρο: «αθέμιτος ανταγωνισμός». Κάθε καπιταλιστικό σύστημα που σέβεται τον εαυτό του έχει μηχανισμούς διερεύνησης για αθέμιτο ανταγωνισμό, καθώς η τακτική αυτή «σκοτώνει» την ελεύθερη αγορά μιας και οδηγεί σε καρτέλ και μονοπώλια. Προσέξτε, ο καπιταλισμός έχει 2 βασικές αρχές: Πρώτη, το κέρδος για το κέρδος (ντετερμινισμός) και δεύτερη, τη διατήρηση του ανταγωνισμού μιας και φυσικός εχθρός είναι ο πλήρης οικονομικός έλεγχος ενός τομέα από μια αρχή (δεσποτισμός).

Μετά το σύντομο μάθημα, πάμε να δούμε τι έχει γίνει στην Ελλάδα. Όπως προείπα, αρκετοί θεσμοί (κράτος, πρυτανικές αρχές, κόμματα) έχουν στοχοποιήσει το δημόσιο πανεπιστήμιο εδώ και χρόνια και το σφυροκοπούν με κάθε ευκαιρία καθιστώντας το σε αυτή την κατάσταση που βρίσκεται σήμερα. Το να ανοίξουν ιδιωτικά πανεπιστήμια που θα λειτουργούν ρολόι αλλά το δημόσιο να μην μπορεί να ανταποκριθεί, γιατί κάποιοι το απορύθμισαν που οδηγεί; Στη δεσποτεία και τον πλήρη οικονομικό έλεγχο.

Βλέπετε, αυτοί οι πολιτικοί που αδημονούν να βάλλον την υπογραφή τους στο νομοσχέδιο που θα ανοίξει τον δρόμο για τα ιδιωτικά ΑΕΙ είναι οι ίδιοι που θα επωφεληθούν πρώτοι από τις νέες επενδύσεις, μιας και αρκετοί είναι επιχειρηματίες (ασυμβίβαστο και διαφθορά). Ο μόνος χαμένος στην υπόθεση είναι η Ελληνική κοινωνία, οι φοιτητές και οι γονείς που θα χάσουν το δικαίωμα στην εκπαίδευση, επειδή δεν έχουν αρκετά χρήματα.

Αρκετά χαμηλά και μέτρια μυαλά, απλά επειδή έτυχε να μπορούν να πληρώσουν θα σπουδάζουν, ενώ αρκετά άξια θα μένουν εκτός, μιας και οι υποτροφίες δεν φτάνουν για όλους. Έτσι για να το πάμε και λίγο πιο κάτω και να δούμε την συνολική εικόνα δεν χάνει μονό η ελληνική κοινωνία, αλλά και το παγκόσμιο σύνολο καθώς δεν ξέρουμε τι δυναμικές θα είχε ο έξυπνος φοιτητής και τι μπορεί να προσέφερε στο μέλλον.

Το μόνο που βλέπω ως λύση είναι ο «ελιτισμός». Τα πανεπιστήμια πρέπει να είναι δημόσια και ελευθέρα και να δέχονται μόνο αυτούς που αξίζουν. Θέλετε ιδιωτικά ιδρύματα; Κάντε τα, αλλά θέλω ένα κράτος που να διασφαλίζει ότι όποιος τελείωσε δημόσιο ΑΕΙ είναι πιο πάνω καθώς το δημόσιο θα πρέπει να δώσει έμφαση στην υψηλή ποιότητα αποφοίτων και όχι στην ποσότητα. Θα πρέπει να κρατά μόνο τους καλυτέρους και αυτούς που πραγματικά θα προσφέρουν και αξίζουν να φέρουν έναν τίτλο σπουδών και την ευθύνη που έχει στο κοινωνικό σύνολο, και όχι αυτούς που τα «κατάφεραν» κουτσά στραβά. Οι αποτυχημένοι των πανελληνίων που δεν τα κατάφεραν διότι δεν έδωσαν την δέουσα σημασία ας πληρώσουν το τίμημα, και ας πάρουν έναν μέτριο «αγορασμένο» τίτλο αφού τον ήθελαν τόσο πολύ, αλλά αυτοί που κόπιασαν θα πρέπει να ανταμείβονται από την Πολιτεία.

Αν σας φαίνεται παράλογο αυτό, θα σας πω, πως μιλώ με όρους του καπιταλισμού και της ελεύθερης αγοράς μιας και ο ανταγωνισμός είναι η όλη ουσία του συστήματος. Τι θα μας προσφέρει περισσότερο κέρδος, ο μέτριο ή ο άξιος;