Κυβέρνηση προς αναζήτηση ταυτότητας

Επιτέλους αριστερά. Τέλος στα μνημόνια, τέλος στην λιτότητα. Τέλος στις αυθαίρετες ιδιωτικοποιήσεις. Τέλος στην διαφθορά. Νέα Ελλάδα, νέα Ευρώπη. Η ελπίδα έφτασε.

Αυτά ακριβώς περίμεναν οι ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ, όταν τον Ιανουάριο και έπειτα τον Σεπτέμβριο του ’15 του έδωσαν τα ηχηρά 36,34% και 35,46%, αντίστοιχα. Όμως, με το ημερολόγιο να δείχνει πλέον ενάμιση χρόνο μετά και την εκλογική ψαλίδα να ανοίγει ξανά υπέρ της ΝΔ, φαίνεται ότι μάλλον κάτι πήγε στραβά.

Και δεν πρόκειται απλά για μία περιστασιακή κωλοτούμπα,  για μία μεμονωμένη πολιτική αναδίπλωση παρά για μία επαναχάραξη πολιτικής πλεύσης, μία εκ βάθρων επανατοποθέτηση. Ή για να το θέσουμε αλλιώς: τι κοινό μπορεί να έχει ο ΣΥΡΙΖΑ του πρώτου ιδρυτικού του συνεδρίου -τον Ιούλιο του ’13- με τον τωρινό ΣΥΡΙΖΑ του 2ου συνεδρίου;

Με την ηλεκτρονική πλατφόρμα syriza.gr/synedrio [url] που δημιούργησε το κυβερνόν κόμμα, δε, πέρασε την σκυτάλη στα μέλη και ψηφοφόρους του. Με βασικό σύνθημα «ο ΣΥΡΙΖΑ είναι δική ΣΟΥ [sic] υπόθεση» και 48 ερωτήσεις επιχειρεί να αφουγκραστεί το αποτύπωμά τους. Πώς δηλαδή αυτοχαρακτηρίζονται πολιτικά, κατά πόσο δραστηριοποιούνται στον κινηματικό χώρο και τι επιζητούν να βελτιώσει το κόμμα. Αρκούν όμως; Αρκεί ένα ερωτηματολόγιο, όταν η πολιτική της κυβέρνησης έχει αφήσει ανεξίτηλα τα σημάδια της στους πολίτες της χώρας; Όταν τα γεγονότα μιλούν από μόνα τους;

Ένα δημοψήφισμα στα χαρτιά

Λίγο μετά από την ανάληψη εξουσίας, όπως ήταν φυσικό, ο ΣΥΡΙΖΑ ήρθε αντιμέτωπος με την χρόνια μνημονιακή πολιτική του δικομματισμού. Μέση οδός δεν υπήρχε. Ή θα προχωρούσε σε σύγκρουση και αλλαγή πορείας ή θα ακολουθούσε την πεπατημένη. Έτσι, τον Ιούλιο του ‘15 κάλεσε τους πολίτες στις κάλπες και αυτήν την φορά για δημοψήφισμα. Το μήνυμα του ελληνικού λαού ήταν ξεκάθαρο: «όχι» στην πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της ΕΚΤ και του ΔΝΤ. «Όχι» δηλαδή σε προγράμματα λιτότητας και περικοπών.

Όπως φάνηκε όμως, αυτό δεν εμπόδισε τον Α. Τσίπρα από το να υπογράψει το τρίτο μνημόνιο, μία εβδομάδα μετά, παραγράφοντας την λαϊκή βούληση και δημιουργώντας εσωκομματικό ρήγμα. Σύμφωνα με μετέπειτα αποκαλύψεις του Γ. Βαρουφάκη, οι αποφάσεις ήταν προειλημμένες. Το δημοψήφισμα ήταν μία κάλυψη, μία δικαιολογία σε μία συμφωνία που ήδη είχε γίνει κάτω από το τραπέζι. Όμως το αποτέλεσμα δεν ήταν το αναμενόμενο. Όσο και αν προσπάθησε η κυβέρνηση με τις κλειστές τράπεζες, τα capital controls και την μιντιακή προπαγάνδα δεν μπόρεσε να στρέψει τους πολίτες στο «ναι». Αντίστοιχα στοιχεία έφερε πρόσφατα στην δημοσιότητα και το ντοκιμαντέρ «This is not a coup» του Α. Χατζηστεφάνου, με κεκαλυμμένη βέβαια την ταυτότητα του μάρτυρα.

Έκτοτε η συνέχεια είναι γνωστή και η συνταγή δοκιμασμένη. Το αίτημα για διαγραφή του χρέους κάπου παράπεσε, η 13η σύνταξη ακόμα αγνοείται, ο κατώτατος μισθός δεν αυξήθηκε,  μειώθηκαν επικουρικές και κυρίως συντάξεις, οι ιδιωτικοποιήσεις συνεχίστηκαν, ο ΕΝΦΙΑ αντί να καταργηθεί αυξήθηκε κ. ο. κ. Εν ολίγοις, όλες οι προεκλογικές δηλώσεις του ΣΥΡΙΖΑ είτε δεν υλοποιήθηκαν και παρατάθηκαν επ’ αόριστον ή –στην καλύτερη- τροποποιήθηκαν και εφαρμόστηκαν σε μία περιορισμένη τους εκδοχή.

Το μπάλωμα του εκλογικού νόμου

Σε όλη την διάρκεια της μεταπολίτευσης, οι κυβερνήσεις επέμεναν στο θεσμικό εξάμβλωμα της ενισχυμένης αναλογικής. Με πρόσχημα την σταθερότητα της χώρας δεν δίσταζαν να καρπούνται σε κάθε εκλογική αναμέτρηση το ληστρικό bonus των 50 βουλευτικών εδρών. Ανέκαθεν, από την άλλη, η Αριστερά πρόβαλε σαν αίτημα την απλή αναλογική: ένα εκλογικό σύστημα, δηλαδή, που θα απέδιδε στο κάθε κόμμα ότι ακριβώς του αναλογεί από το ποσοστό των ψήφων που συγκέντρωνε.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, λοιπόν, στην εξουσία πλέον -συγκυβερνώντας με τους ΑΝΕΛ- κλήθηκε να το ικανοποιήσει. Ερχόμενος, όμως, αντιμέτωπος με το φράγμα των 200 ψήφων άρχισε να τροποποιεί λίγο τις προτάσεις του για να διευρύνει την δεξαμενή του «υπέρ». Ακολούθησε μία σύντομη περίοδος αμφιταλαντεύσεων για τον ΣΥΡΙΖΑ, ψάχνοντας μια μέση οδό. Τελικά, σύμφωνα με την πρόταση που κατατέθηκε και υπερψηφίστηκε, ναι μεν καταργήθηκε το bonus των εδρών, όμως παρέμεινε το πλαφόν του 3% ως απαραίτητη προϋπόθεση για την είσοδο ενός κόμματος στην βουλή, αφήνοντας χωρίς δυνατότητα εκπροσώπησης ένα μέρος των πολιτών. Ταυτόχρονα, δεν άλλαξε τίποτα στην διαίρεση των εκλογικών περιφερειών, διατηρώντας την άνιση εκπροσώπηση που τους χαρακτήριζε ήδη. Ουσιαστικά, δηλαδή, ακόμα και μετά την θεσμική αλλαγή παρέμειναν ερωτηματικά για το κατά πόσο δίκαιη και ίση είναι η διαδικασία του εκλογικού συστήματος.

Το ξεκαθάρισμα (;) του τηλεοπτικού τοπίου

Με τις κυβερνήσεις να διαδέχονται η μία την άλλη και  καμία να μην αναλαμβάνει την ευθύνη για αλλαγή, οι τηλεοπτικοί σταθμοί της χώρας παρέμεναν σε μία κατάσταση ημι-νομιμότητας από το 1995. Πέρα από το έτος 1993, ουσιαστικά, όλοι οι ιδιωτικοί σταθμοί της χώρας λειτουργούσαν χωρίς άδεια από την ίδρυσή τους. Ο ΣΥΡΙΖΑ πήρε πρόσφατα την πρωτοβουλία να αλλάξει άρδην το τηλεοπτικό τοπίο. Κατάφερε όμως να καλύψει το κενό νομιμότητας με διαφανή μέσα και θεμιτό αποτέλεσμα;

Καταρχάς, μείωσε τις τηλεοπτικές άδειες σε τέσσερις. Περιόρισε, έτσι, δραστικά το αριθμητικό εύρος των συχνοτήτων, χωρίς να παρουσιάσει κάποια εύλογη δικαιολόγηση. Αμέσως έγινε λόγος για το κατά πόσο είναι δυνατό να εξασφαλιστεί η πολυφωνία στο νέο τηλεοπτικό φάσμα. Η διαδικασία χαρακτηρίστηκε, δε, ως αντισυνταγματική και αδιαφανή από την αντιπολίτευση και από  ομάδες επικριτών της συγκυβέρνησης. Βασικό τους επιχείρημα –και ορθά- είναι η παραβίαση του άρθρου 15 του Συντάγματος, σύμφωνα με το οποίο προϋποτίθεται η «σύμφωνη γνώμη του διοικητικού συμβουλίου του ΕΣΡ» για την παραχώρηση άδειας, θέση που δεν λήφθηκε υπ όψιν. Μετά από την τελική αναβολή της διάσκεψης, δύο αντιπρόεδροι του ΣτΕ υπέβαλαν την παραίτησή τους, κλυδωνίζοντας και τον δικαστικό κύκλο.

Εκτός όλων αυτών, λίγο μετά από την πρώτη επιλογή των υπερθερμαστών ξεσπάει σκάνδαλο με τον έναν επιλαχών. Πρόκειται για τον επιχειρηματία Χρ. Καλογρίτσα, που φαίνεται να παρέδωσε εικονικό πόθεν έσχες στον διαγωνισμό και να συνδέεται με την Attica Bank μέσα από δυσθεώρητα δάνεια, εν μέσω μάλιστα κρίσης. Ακόμα και αν ο υπουργός Εσωτερικών Π. Κουρουμπλής προσπάθησε να σπάσει την αμηχανία της κυβέρνησης, προεικάζοντας ποινικές διώξεις, αμέσως ακούστηκε το σενάριο για συμφωνίες κάτω από το τραπέζι μεταξύ του επιχειρηματία και του ΣΥΡΙΖΑ με δίαυλο το τραπεζικό σύστημα.

Στον απόηχο όλων αυτών, μάλιστα, θα μπουν λουκέτα σε στημένους σταθμούς με οργανωμένα προγράμματα ψυχαγωγίας και ενημέρωσης. Άνθρωποι θα βρεθούν στην ανεργία, χωρίς κανένα πλάνο απορρόφησής τους πίσω στον δημοσιογραφικό κλάδο. Μέχρι το σημείο, δε, του οριστικού κλεισίματος του σταθμού τους δεν μπορούν παρά να παραμείνουν στην επαγγελματική τους θέση, με τις πληρωμές τους να εκκρεμούν, ελπίζοντας ότι κάτι μπορεί να αλλάξει. Ακόμα και για τους σταθμούς που τελικά θα καταφέρουν να εξασφαλίσουν την άδειά τους, οι όροι εργασίας και πληρωμής είναι αβέβαιοι. Όταν για την πρώτη δόση οι καναλάρχες κλήθηκαν να καταβάλουν το ποσό των 85,1 εκατ. ενώ το συνολικό κόστος ανέρχεται στα 246 εκατ. ευρώ, τι ακριβώς εξασφαλίζει τις μετέπειτα επενδύσεις τους στο εκάστοτε κανάλι;

Όσο περνάει η περίοδος διακυβέρνησης τόσο περισσότερο φαίνεται να ακροβατεί ο ΣΥΡΙΖΑ, πάνω από βόμβες που είναι έτοιμες να εκραγούν. Μπορεί το σενάριο των εκλογών να μοιάζει μακρινό, όχι όμως απίθανο.

Τα μέτωπα που ανοίγει η κυβέρνηση γίνονται όλο και περισσότερα, με ίσως επισφαλέστερο όλων την τριβή που προέρχεται από τα εσωτερικά του κόμματος. Οι «53», η πλατφόρμα 2010, η Ενωτική κίνηση, οι ΠΑΣΟΚογενείς και οι κομματικοί καλούνται να βρουν μια τελική κοινή γραμμή πλεύσης και να μοιράσουν την εσωκομματική εξουσία. Ο Τσίπρας, από την άλλη, θέλει να τραβήξει όσο πιο πολύ μπορεί το κόμμα προς το κέντρο, μπας και δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα.

Η ελπίδα ήρθε, είδε και απήλθε. Πέρασε και δεν άγγιξε, που λένε.

Το ασταθές πολιτικό κλίμα και οι προοπτικές σύγκλισης του «μεταρρυθμιστικού μπλοκ»

Το κλασσικό ελληνικό καλοκαίρι καλά κρατεί ακόμα και εν καιρώ οικονομικής ύφεσης. Βέβαια, πολλοί εκ των συμπολιτών μας δεν είχαν την τύχη εμού και άλλων, να απολαύσουν λίγες ημέρες ή εβδομάδες διασκέδασης, χαλάρωσης και ξεγνοιασιάς. Η πολιτική επικαιρότητα, ωστόσο, δεν «πήγε διακοπές». Καθ’ όσον οδεύουμε προς το τέλος του θέρους η θερμοκρασία «πέφτει», αλλά το πολιτικό θερμόμετρο «ανεβαίνει» ενόψει των διεργασιών της ΔΕΘ.

Στα πλαίσια της ΔΕΘ, αναλήφθηκαν δεσμεύσεις, οι οποίες λησμονήθηκαν εν μια νυκτί μετεκλογικά, με πρόσφατο και τρανταχτό παράδειγμα το γνωστό και μη εξαιρετέο «Πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης». Σύντομα το πολλά υποσχόμενο αυτό πρόγραμμα απεδείχθη «αυταπάτη» για τους ενορχηστρωτές του και κατεγράφη στην σύγχρονη πολιτική ιστορία της χώρας ως μια από τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις μαζικής εξαπάτησης του εκλογικού σώματος.

Αυτήν την φορά, ο Αλέξης Τσίπρας, διαβλέποντας την φθίνουσα πορεία του ιδίου και του κόμματος του, προσπαθεί να διασκεδάσει τις εντυπώσεις και να αφήσει ένα ελάχιστο «αριστερό» στίγμα στο καθ’ όλα επιθετικά νεοφιλελεύθερο κυβερνητικό του έργο. Η αλλαγή του εκλογικού νόμου, το άνοιγμα του διαλόγου για την συνταγματική αναθεώρηση και η εφαρμογή μίας ήπιας κοινωνικής πολιτικής από τα «περισσεύματα» του πλεονάσματος κινούνται προς αυτήν την κατεύθυνση.

Μια νέα «αυταπάτη» κυριαρχεί στο νου του πρωθυπουργού και του επιτελείου του. Δηλώνουν βαθιά πεπεισμένοι πως μέσα από τις «επιτυχίες» (δηλαδή δημοσιονομικά πλεονάσματα της τάξεως του 3,5%) του -καταδικασμένου να αποτύχει τρίτου μνημονίου- θα ανασυγκροτήσουν το κράτος πρόνοιας και το κοινωνικό κράτος. Η παραδοξότητα της υπόθεσης έγκειται στο ότι το τρίτο πρόγραμμα στοχεύει στην διάλυση και όχι στην ανασυγκρότηση των. Φυσικά, ο πρωθυπουργός και οι συν αυτώ μπορεί να εννοούν την μετατροπή του συνόλου της ελληνικής κοινωνίας σε επαίτες, Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι χαμηλοσυνταξιούχοι που έχασαν το ΕΚΑΣ, οι οποίοι μετατράπηκαν σε επαίτες, αφού η πολιτεία αρκέστηκε στο να τους παρέχει ένα κουπόνι σίτισης για τα βασικά τρόφιμα. Αυτό το κράτος πρόνοιας, οραματίζεται η παρούσα κυβέρνηση;

Στο στρατόπεδο της αξιωματικής αντιπολίτευσης, απ’ την άλλη, οξύνουν τους τόνους της πολιτικής αντιπαράθεσης, εμμένοντας στο αίτημα για εκλογές. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης και το στρατηγικό του επιτελείο οφείλουν να συνεκτιμήσουν σοβαρά την εκλογική δυναμική της ΝΔ αλλά και το βαθμό ετοιμότητας για την ανάληψη της διακυβέρνησης. Οι πρόσφατες δημοσκοπήσεις δίδουν προβάδισμα στην ΝΔ, άλλα όχι αυτοδύναμα. Τούτο σημαίνει πως την επομένη των εκλογών, η ΝΔ πρέπει να επιδιώξει την δημιουργία στρατηγικών συμμαχιών με τις επονομαζόμενες μεταρρυθμιστικές, φιλοευρωπαϊκές δυνάμεις που εκκινούν από την ίδια την κεντροδεξιά και φθάνουν στις παρυφές του ΣΥΡΙΖΑ, το τμήμα εκείνων των στελεχών, που είναι σταθερά προσηλωμένοι στον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της χώρας. Για την ώρα, η εικόνα διαίρεσης που εξάγει ο ελληνικός πολιτικός βίος δύσκολα επιτρέπει τέτοιου είδους διαβουλεύσεις και συγκλίσεις.

Η μόνη στρατηγική σύμπλευση που διαφαίνεται στον ορίζοντα είναι αυτή της «ευρωπαϊκής συμμαχίας>: ΝΔ, ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΣΥΜΠΑΡΑΤΑΞΗ, ΠΟΤΑΜΙ ΕΝΩΣΗ ΚΕΝΤΡΩΩΝ και το σοσιαλδημοκρατικό τμήμα του ΣΥΡΙΖΑ. Τα κόμματα, βέβαια, που θα μετέχουν σε αυτήν, πρέπει πρωτίστως να προβούν σε αυτοκάθαρση σε επίπεδο πολιτικού προσωπικού και ενδοκομματικής λειτουργίας. Διότι, είναι εξωφρενικό να δηλώνεις «μεταρρυθμιστική δύναμη» ή «δύναμη λογικής» και να αναπαράγεις την πελατειακή λογική. Όπως μου είπε ένας πολύ καλός φίλος, πολιτικά ενεργός : «Η παλαιά πολιτική γενεά μαζί με τις «νοοτροπίες» και τις πρακτικές της πρέπει να μπει στο χρονοντούλαπο της ιστορίας».

Τα καρκινώματα της ελληνικής πολιτικής ζωής, το υπέρογκο κράτος, η δυσλειτουργική δημόσια διοίκηση, η πελατειακή κομματοκρατία εξακολουθούν να υφίστανται. Το τίτλο της μεταρρυθμιστικής δύναμης μπορεί να φέρει εκείνος ο πολιτικός οργανισμός, ο οποίος με υγιή, άφθαρτα στελέχη θα χτυπήσει τους προαναφερόμενους πυλώνες της ελληνικής καταστροφής, όπως ορθά προσδιορίζει ο καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης Γιώργος Κοντογιώργης.

Προς το παρόν, ο θρίαμβος της πολιτικής επικοινωνίας συνεχίζεται με την άγονη αντιπαράθεση ΝΔ-ΣΥΡΙΖΑ και όλα παραμένουν στάσιμα. Οι προβλέψεις την πορεία του κρατικού προϋπολογισμού παραμένουν απαισιόδοξες, δεδομένης της εξάντλησης της φοροδοτικής ικανότητας των Ελλήνων πολιτών. Σε περίπτωση δημοσιονομικού εκτροχιασμού, θα τεθεί υπό πλήρη εφαρμογή ο κόφτης δημοσίων δαπανών. Το σενάριο αυτό, αν και απευκταίο, μοιάζει πολύ πιθανόν και αναμένεται να δρομολογήσει ραγδαίες πολιτικές εξελίξεις, καθιστώντας αναπόφευκτη την συνεργασία των μεταρρυθμιστικών δυνάμεων και αποτρέποντας το ενδεχόμενο εκλογών. Αναμένουμε με αγωνία τις ομιλίες των πολιτικών αρχηγών στην ΔΕΘ, μέσα από τις οποίες θα εξαχθούν συμπεράσματα για την επόμενη μέρα. Είτε σε περίπτωση διεξαγωγής πρόωρων εκλογών, είτε σε περίπτωση εκκίνησης των διαβουλεύσεων για την συγκρότηση οικουμενικής κυβέρνησης, το «μεταρρυθμιστικό μπλοκ» και τα κόμματα που το συναποτελούν θα διαδραματίσουν πρωταγωνιστικό ρόλο.

Η «ελεύθερη» εντολή των βουλευτών και η πολιτική αδυναμία των πολιτών

Άραγε πόσο ελεύθερο και δημοκρατικό είναι το σημερινό σύστημα; Εγώ, φυσικά, πάντοτε υποστηρίζω ότι το σημερινό σύστημα είναι ολιγαρχικό και αντίθετο στην κοινωνία, όμως αυτή την φορά θα το υποστηρίξω με μάρτυρα το ίδιο το σύνταγμα της χώρας. Οι θιασώτες του συστήματος υποστηρίζουν συνεχώς ότι η δημοκρατία στην χώρα εξασφαλίζεται μέσω της βουλής και των βουλευτών. Οι βουλευτές είναι αντιπρόσωποι του Έθνους (άρθρο 51, παρ. 2) και έχουν ελεύθερη εντολή από τους πολίτες. Τί σημαίνει όμως «ελεύθερη» εντολή; Είναι σαν να δίνω εντολή σε κάποιον για κάποια δουλειά, αλλά να μην ορίζω εγώ το πώς και το γιατί, αλλά εκείνος να κάνει την δουλειά όπως θέλει αυτός. Πρακτικά, δηλαδή, ούτε ελεύθερη είναι, αλλά ούτε κι εντολή(!). Η επιλογή βουλευτού, είναι, τελικώς, μια απλή επιλογή μεταξύ ανθρώπων που έχουν επιλέξει οι μηχανισμοί των κομμάτων, η οποία χρησιμοποιείται για να νομιμοποιείται κάθε απόφαση του νομοθετικού σώματος. Όμως ας δούμε και νομικά, με βάση το Σύνταγμα, πώς αποδεικνύεται αυτό.

Σύμφωνα με το ισχύον σύνταγμα της Ελλάδος, και συγκεκριμένα σύμφωνα με τα άρθρα 60 και 61, «Οι βουλευτές έχουν απεριόριστο δικαίωμα της γνώμης και ψήφου κατά συνείδηση» (άρθρο 60, παρ. 1) και «Ο βουλευτής δεν καταδιώκεται ούτε εξετάζεται με οποιονδήποτε τρόπο για γνώμη ή ψήφο που έδωσε κατά την άσκηση των βουλευτικών καθηκόντων» (άρθρο 61, παρ. 1). Το ίδιο το σύνταγμα, λοιπόν, ομολογεί ότι δεν έχει καμία σημασία τί είχε υποσχεθεί ο βουλευτής στην προεκλογική περίοδο κι αν τήρησε τις δεσμεύσεις του. Το μόνο που δεσμεύει τον βουλευτή είναι η συνείδησή του και τίποτε άλλο. Από εκεί και πέρα δεν καταδιώκεται για καμία επιλογή του (αρκεί βεβαίως να μην παραβαίνει το σύνταγμα).

Το σύνταγμα μάλιστα φτάνει στο σημείο να δηλώνει ότι «Ο βουλευτής δεν έχει υποχρέωση μαρτυρίας για πληροφορίες που περιήλθαν σ᾽ αυτόν ή δόθηκαν από αυτόν κατά την άσκηση των καθηκόντων του, ούτε για να τα πρόσωπα που του εμπιστεύθηκαν τις πληροφορίες ή στα οποία αυτός τις έδωσε» (άρθρο 61, παρ. 3). Εδώ μιλάμε για πλήρη αποποινικοποίηση αποκρύψεως πληροφοριών από την κοινωνία. Σαφώς, θα μπορούσε κάποιος να πει ότι αυτό συμβαίνει για την προστασία του βουλευτού, κι ότι μια τέτοια ρύθμιση θα μπορούσε να κάνει τον βουλευτή να λειτουργήσει πιο εύκολα υπέρ του «εθνικού» συμφέροντος, όμως είναι άλλο ένα δείγμα ότι η κοινωνία βρίσκεται σε πλήρη αδυναμία έναντι του πολιτικού συστήματος. Δεν έχει την δυνατότητα, καν, να ελέγξει τον βουλευτή που νομιμοποίησε προ ολίγου.

Τέλος, έχει ενδιαφέρον άλλο ένα άρθρο του συντάγματος σε σχέση με την μη δυνατότητα του κοινωνικού σώματος να ελέγξει και να δικάσει τους πολιτικούς. Σύμφωνα με το σύνταγμα «Όσο διαρκεί η βουλευτική περίοδος ο βουλευτής δεν διώκεται ούτε συλλαμβάνεται ούτε φυλακίζεται ούτε με άλλο τρόπο περιορίζεται χωρίς άδεια του Σώματος. Επίσης δεν διώκεται για πολιτικά εγκλήματα βουλευτής της Βουλής που διαλύθηκε, από τη διάλυσή της και έως την ανακήρυξη των βουλευτών της νέας Βουλής». Με αυτό το άρθρο, εμμέσως (ίσως και άμεσα) αποποινικοποιείται η πολιτική ευθύνη. Είναι αυτό που ακούμε συνεχώς από τους συστημικούς πολιτικούς «μα θα ποινικοποιήσουμε την πολιτική; Αυτό είναι φασισμός».

Για κάθε άρθρο από το καθένα, μπορούν οι «νομικάριοι» να βρουν δικαιολογίες για την ύπαρξή του. Όμως είναι εμφανές ότι υπάρχει βαθύτερος λόγος. Κι αυτός είναι η πλήρης αδυναμία του κοινωνικού σώματος να ελέγξει το πολιτικό σύστημα, το οποίο προστατεύει με κάθε τρόπο τον εαυτό του. Ας μην ζούμε σε αυταπάτες. Οι βουλευτές δεν είναι εντολοδόχοι της κοινωνίας. Είναι κομμάτι του πολιτικού συστήματος, το οποίο έχει υπό κατοχή την κοινωνία. Η κοινωνία, αντιθέτως, είναι σε πολιτική αδυναμία. Και θα συνεχίσει να βρίσκεται όσο ψάχνει λύσεις εντός του υπάρχοντος συστήματος.

Ένας δικομματισμός του σήμερα

Το δίπολο δεξιάς-αριστεράς στην Ελλάδα καταβαραθρώθηκε. Κατέρρευσε σα χάρτινος πύργος σε ένα διάστημα 15 μηνών και μαζί του συμπαρέσυρε τις αυταπάτες εκατοντάδων χιλιάδων ψηφοφόρων, οι οποίοι πιστά, σθεναρά και παρωπίδες φερόμενοι αυταπατώνταν οραματιζόμενοι αριστεροϊδεατές οάσεις σε κοινωνία καπιταλιστικών κρατών. Δεν αντιλήφθηκα ποτέ πως θα μπορούσε να χαράξει οικονομική πολιτική ένας ηγέτης οποίος δεν ελέγχει τη νομισματική κυκλοφορία του χρήματος, αλλά η δύναμή του περιορίζεται στην εμπλοκή του στα δημοσιονομικά της χώρας.

Είναι Ιούλιος του 2015 και ο Γιάνης Βαρουφάκης αποχωρεί από την ηγεσία του υπουργείου Οικονομικών. Στο επόμενο διάστημα δίνει συνεχείς συνεντεύξεις σε δημοσιογράφους εντός και εκτός της χώρας, αποκαλύπτει συζητήσεις, τακτικές, προφίλ υψηλόβαθμων προσώπων. Μέσα σε όλα, γίνεται αναφορά στις IOU υποσχετικές πληρωμές (“I Owe You”). Κάπως έτσι, παίρνω κι εγώ την απάντηση στο πως θα μπορούσε η κυβέρνηση δυνητικά να εμπλακεί στη νομισματική κυκλοφορία. Με παράλληλη νομισματική κυκλοφορία, η οποία, δε θα επιβαλόταν από άνωθεν, αλλά θα προωθούταν σα λύση στο εσωτερικό της χώρας από τους κυβερνώντες! Δε θα σημειώσω ούτε ότι η λύση αυτή θα πετύχαινε, ούτε ότι θα ήταν καταδικασμένη. Αυτό θα είχε άμεση σχέση με τον τρόπο υλοποίησής της.

Ένα χρόνο μετά, η κυβέρνηση ενεπλάκη σε όσα ενεπλάκησαν και οι προηγούμενες κυβερνήσεις. Το μήκος κύματος παρέμεινε σε δημοσιονομικές μεταρρυθμίσεις, οι οποίες θα μπορούσαν κάλλιστα να είχαν γίνει από οποιαδήποτε κυβέρνηση της τελευταίας εξαετίας, οι οποίες κάλλιστα θα μπορούσαν να είχαν γίνει από κυβέρνηση της δεξιάς. Με αυτόν τον τρόπο η ελληνική πολιτική πραγματικότητα έχει διαμορφωθεί εδώ και μερικούς μήνες ως εξής: Τα δύο πρώτα κόμματα δεν απέχουν ως προς το εάν αντιπροσωπεύουν δεξιές ή αριστερές πολιτικές, αλλά ως προς το βαθμό που ενστερνίζονται το φιλελευθερισμό. Στη μία πλευρά βρίσκεται ο ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος, προσωπικά θεωρώ, ότι έχει καταλήξει να προσεγγίζεται από ένα είδος ριζοσπαστικού φιλελευθερισμού. Στην άλλη πλευρά βρίσκεται η Νέα Δημοκρατία, η οποία αυτοπροσδιορίζεται και χτίζει ένα προφίλ κλασικού φιλελεύθερου κόμματος.

Η οικονομική κρίση δεν πάραξε αυτό το δίπολο ως προϊόν. Το δίπολο αυτό, θεωρώ, έχει αρχίσει να διαμορφώνεται από τότε που ο δυτικός κόσμος αποφάσισε ότι ο καπιταλισμός είναι το οικονομικό σύστημα που του ταιριάζει. Η οικονομική κρίση είχε σαν προϊόν να πέσουν τα πολιτικά προσωπεία και να αποκαλυφθεί ποιο είναι όντως το δίλημμα του Έλληνα ψηφοφόρου που επιλέγει να στηρίξει, ένα από τα δύο πρώτα κόμματα, δημοσκοπικά, που διεκδικούν την εξουσία.

Καταλήγοντας, και γνωρίζοντας ότι δεν έχω ασκήσει καμία κριτική σε κανένα από τα δύο στρατόπεδα, αλλά κάνοντας απλώς διαπιστώσεις, δε μπορώ να αφήσω ασχολίαστη τη φράση του Υπουργού Εργασίας. Μιλώντας στο Επαγγελματικό Επιμελητήριο της Αθήνας αυτοπροσδιορίστηκε ως κομμουνιστής και διεκδίκησε το δικαίωμά του να αυτοπροσδιορίζεται όπως αισθάνεται και επιθυμεί. Θα θυμίσω, λοιπόν, ότι ένας πολιτικός δε χαρακτηρίζεται από τον τρόπο με τον οποίο αυτοπροσδιορίζεται αλλά από την πολιτική την οποία χαράζει ή την πολιτική στην οποία επιλέγει να συμμετέχει.

Πόσω μάλλον σε μία περίοδο που οι πολιτικές μάσκες πέφτουν…

Η τελευταία ευκαιρία του παρόντος πολιτικού συστήματος.

Αύριο Παρασκευή, συγκαλείται εκτάκτως το συμβούλιο των πολιτικών αρχηγών υπο τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Στην κορυφή της ατζέντας βρίσκεται αναπόφευκτα το μείζον ανθρωπιστικό ζήτημα του προσφυγικού, το οποίο τις τελευταίες εβδομάδες λαμβάνει ανεξέλεγκτες διαστάσεις και η χώρα μας καλείται να σηκώσει ένα βάρος που δεν της αναλογεί. Το αυριανό συμβούλιο των αρχηγών αποτελεί ουσιαστικά μια απέλπιδα προσπάθεια να εξασφαλιστεί το minimum της εθνικής συνεννόησης, απαραίτητης σε μια περίοδο διαρκών μεταβολών σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο.

 Είναι η εθνική συνεννόηση, αυτή καθ’ αυτή, πολιτική διέξοδος ;

Όχι, αλλά σε πρώτο στάδιο, η πολιτική συνεννόηση είναι το πρώτο βήμα για την βέλτιστη αντιμετώπιση-διαχείριση της διπλής κρίσης( προσφυγικής και οικονομικής) που διέρχεται η πατρίδα μας και μεταγενέστερα η καθοριστική μετάβαση από το <<παρηκμασμένο παλαιό πολιτικό σύστημα>> σε μια νέα πολιτική εποχή, υπό την προϋπόθεση της εφαρμογής δομικών μεταρρυθμίσεων στο κράτος και στην δημόσια διοίκηση.

Είναι προφανές ότι ένα οικουμενικό κυβερνητικό σχήμα που θα αναπαράγει την φαυλότητα και το ίδιο πολιτικό προσωπικό δεν θα ωφελήσει επ’ ουδενί την χώρα. Δια τούτο, οι πολιτικοί ηγέτες με πρώτο τον νεαρό σε ηλικία πρωθυπουργό Α. Τσίπρα καλούνται να ανταποκριθούν στα κελεύσματα των καιρών, προλαβαίνοντας τις εξελίξεις στο εσωτερικό και διεθνές πεδίο. Σε πρώτη φάση, η υιοθέτηση μιας κοινής εθνικής γραμμής για την προσφυγικό, με αφορμή την κρίσιμη σύνοδο Κορυφής της Δευτέρας μοιάζει κάτι το αυτονόητο.

Pacta sunt servanta και όχι επιλεκτικά. Ο λόγος φυσικά για την Συνθήκη Λισαβόνας.

 Η ευθύνη για την διαχείριση του προβλήματος πρέπει να επιμεριστεί στα κράτη-μέλη της ΕΕ, ανάλογα με τις αντοχές και τις υποδομές της κάθε χώρας. Η Ελλάδα έχει υπερβεί κατα πολύ τις δυνατότητες της και χάρη στην έμπρακτη αλληλεγγύη των πολιτών της προς τους πρόσφυγες, έχει κατορθώσει να ανταποκριθεί σε αρκετά ικανοποιητικό βαθμό. Για να είμαστε δίκαιοι, ο κρατικός μηχανισμός κωλυσιέργησε για ακόμα μια φορά και την ύστατη κυριολεκτικά στιγμή, προσπαθεί να μάζεψει τα ασυμάζευτα. Φανταστείτε μόνον, τι θα συνέβαινε αν η ελληνική κοινωνία δεν έδειχνε κατανόηση και δεν συμπαρίσταντο στο ανθρώπινο αυτό δράμα. Έστω και τούτη την ώρα, πρέπει να επιδιωχθεί ο καλύτερος δυνατός συντονισμός τόσο των ενόπλων δυνάμεων και σωμάτων ασφαλείας όσο και των φιλανθρωπικών οργανώσεων.

Σε ότι αφορά τα υπόλοιπα ζητήματα και κυρίως το οικονομικό πρόβλημα βρισκόμαστε πάλι σε οριακό σημείο με την αξιολόγηση να βρίσκεται στον αέρα. Προς αποφυγήν της εφαρμογής επώδυνων μέτρων που θα αμβλύνουν τις ήδη έντονες κοινωνικές ανισότητες, προτείνεται η συμφωνία των πολιτικών δυνάμεων επι ενός σχεδίου διάλυσης του κομματικού κράτους και θέσπισης μηχανισμών αντιμετώπισης της φοροδιαφυγής. Η συνταγματική μεταρρύθμιση που θα περιλαμβάνει την κατάργηση του επαίσχυντου <<νόμου περί ευθύνης υπουργών>> (αρ.86 Σ), την οικοδόμηση μιας αυθεντικής σχέσης αντιπροσώπευσης πολίτη-πολιτικού καθώς και την πληρέστερη προστασία των κοινωνικών δικαιωμάτων πρέπει να επισπευστεί το συντομότερο δυνατόν.

Αυτά τα ολίγα! Θα μπορούσαν να καταναλωθούν τόνοι μελανιού και πολλές σελίδες για την εξονυχιστική ανάλυση των ως άνω ζητημάτων. Όμως, μπορούν να αποτελέσουν τις κατευθυντήριες αρχές της αυριανής κρίσιμης συνεδρίασης και στο προσεχές μέλλον, εάν εκδηλωθεί η βούληση, πολιτικές πράξεις που θα συμβάλλουν στην διάνοιξη μιας νέας περιόδου, μιας νέας σχέσης πολίτη-πολιτικού. Αύριο είναι η τελευταία ευκαιρία του παρόντος πολιτικού συστήματος να υπερβεί τα εσκαμμένα και να εξυπηρετήσει -έστω και υποτυπωδώς- το συλλογικό συμφέρον. Συνεννοηθείτε, γιατί χανόμαστε!

Η έννοια της Ευρώπης ολισθαίνει;

Ευρώπη σημαίνει Σένγκεν και γεωπολιτική ασφάλεια και κυριαρχία. Όταν αυτά τα δύο απειλούνται κάτι γίνεται λάθος. Έχει δοθεί το βάρος στην οικονομία και έχει μετατραπεί η Ευρώπη ως μια νομισματική ένωση, όπου όλοι ασχολούνται με δημοσιονομικές προσαρμογές. Προφανώς και η οικονομία είναι ουσιώδες ζήτημα, αλλά η έννοια της Ευρώπης εμπεριέχει μια γενική συνεργασία των χωρών με στόχο την δημιουργία μιας πολιτισμένης και δημοκρατικής κοινωνίας. Αντιμέτωπη με το προσφυγικό, η Ευρώπη δείχνει σημάδια αδυναμίας και μοιάζει απροετοίμαστη με ενέργειες που αντιτίθενται στην κουλτούρα του ευρωπαϊκού πολιτισμού.

Δεν γίνεται η Αυστρία να κλείνει τα σύνορα και να λέει δεν δέχεται πρόσφυγες. Δεν γίνεται η Αλβανία, η οποία την δεκαετία του 90 ήταν η χώρα από την οποία ήρθαν στην Ελλάδα χιλιάδες οικονομικοί μετανάστες, να κλείνει τα μάτια στο προσφυγικό. Οι ευρωπαϊκές χώρες πρέπει να δεχτούν εκείνον τον αριθμό προσφύγων τον οποίο αντέχουν. Το να κλείνεις τα μάτια σε ένα πρόβλημα δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει. Η Ευρώπη οφείλει να αναλάβει τις ευθύνες της και κυρίως να προφυλάξει το μέλος της, το οποίο είναι τα σύνορά της, την Ελλάδα. Η ιστορία πρέπει να γράψει για την βοήθεια και την προστασία των προσφύγων και όχι για την αδιαφορία και την εκμετάλλευση.

Η Ευρώπη ολισθαίνει, αλλά οι απόψεις περί απομόνωσης και αντιευρωπαϊσμού δεν αποτελούν ορθολογικές λύσεις. Η λύση για όλα τα ζητήματα θα δοθεί εντός Ευρώπης. Τόσο το οικονομικό πρόβλημα της Ελλάδας, όσο και το προσφυγικό είναι μείζονα προβλήματα, τα οποία θα λυθούν μέσα στην Ευρώπη και όχι στην απομόνωση. Η οικονομική ανάπτυξη της Ελλάδας, καθώς και η γεωπολιτική μας ασφάλεια εξαρτάται από την συνεργασία μας με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές δυνάμεις.

Η Ευρώπη δεν πρόκειται να διαλυθεί, όπως ακούγεται, αντιθέτως θα δυναμώσει. Το ζητούμενο, όμως, είναι να υπάρξει περισσότερη και ποιοτικότερη Ευρώπη για όλους .

O νεόπλουτος Νεοέλληνας μέσα μας

Ανέκαθεν αλλά κατά κύριο λόγο στην σύγχρονη κοινωνία, της επικράτησης της μαζικής κουλτούρας κατά Μαρκούζε, των «μηχανοποιημένων» κοινωνικών σχέσεων, πολλοί άνθρωποι δεν αντικρίζουν τον συνάνθρωπο ως φορέα αξιοπρέπειας παρά μόνον ως μια υλική οντότητα.

Στην ζωή μας έχουμε συναντήσει και συναναστραφεί κακεντρεχείς, μισαλλόδοξους, κομπλεξικούς, υλιστές ή την χείριστη περίπτωση ου συνδυασμού όλων αυτών των αρνητικών χαρακτηριστικών που δημιουργεί ένα εξόχως αρνητικό μείγμα προσωπικότητας. Ειδικότερα, ο υλιστής μεταμορφώνεται σε τέτοιο σημείο που απορρίπτει και τους πιο αγαπημένους του ανθρώπους, εάν και εφόσον δεν έχει να αποκομίσει κάποιο «υλικό» όφελος απ’ εκείνους. Όντας αλαζόνας, υπερ-ατομικιστής και νάρκισσος αποδομεί τις αυθεντικές, πανανθρώπινες αξίες και αρετές όπως: τον ανθρωπισμό, τον αλτρουισμό, την κοινωνική παιδεία, την δια βίου μάθηση και την ευρύτερη καλλιέργεια. Κατά βάθος. όμως, πρόκειται για τον πλέον ανασφαλή άνθρωπο που επειδή στερείται αξιών και αρετών, επιδεικνύει μανιωδώς τα υλικά αγαθά που έχει στην κατοχή του. Επιπρόσθετα, δεν βιώνει καμία αίσθηση πλήρωσης-ολοκλήρωσης και ωσάν αδηφάγο επιζητεί ακόμα περισσότερα. Ο άκρατος υλισμός φθείρει ψυχικά και πνευματικά τον άνθρωπο, μετατρέποντάς τον σε ένα άβουλο όν, πρόθυμο ακόμα και να «εγκληματίσει» προκειμένου να επιτύχει αυτό που επιθυμεί.

Στην Ελλάδα, ο παραπάνω τύπος ανθρώπου συναντάται στους «νεόπλουτους-νεοέλληνες».

Καθ’ όλη την διάρκεια της μεταπολίτευσης, τέτοιου είδους άνθρωποι κυριάρχησαν σε όλα τα πεδία της κοινωνικής και πολιτικής ζωής, προκαλώντας ουσιαστικά την χρεωκοπία, είτε φοροδιαφεύγοντας, είτε ληστεύοντας τα δημόσιο ταμεία. Ακόμα και στην τωρινή συγκυρία, όσοι εξ’ αυτών δεν έχουν πληγεί από την ύφεση, επιδεικνύουν ένα περισσότερο σκληρό και απάνθρωπο πρόσωπο, αδιαφορώντας για τα τρία εκατομμύρια των φτωχών και το ενάμισι εκατομμύριο των ανέργων.

Σύμπτωμα του <<νεοφιλελευθερισμού>> ή έλλειμμα στοιχειώδους κοινωνικής-πολιτειακής παιδείας; Μάλλον και τα δύο μαζί. Το σίγουρο είναι πως με αφορμή την κρίση, οφείλουμε να επανορίσουμε τις αξίες μας, αντικρίζοντας τον συνάνθρωπο μας, ως προσωπικότητα και φορέα αξιοπρέπειας και μόνον. Στο σημείο αυτό, η Πολιτειακή Παιδεία έρχεται να διαδραματίσει έναν αποφασιστικό ρόλο, αυτόν της δημιουργίας ενός νέου, υπεύθυνου, ενεργού και ενήμερου πολίτη.

Στην εποχή μας, υπάρχουν πλείστα παραδείγματα ανθρώπων που αποδεικνύουν εμπράκτως την κοινωνική τους αλληλεγγύη, από τις γιαγιάδες στην Μυτιλήνη μέχρι και τα συσσίτια των δήμων. Ας έχουμε ως πρότυπο, τέτοιου είδους πρωτοβουλίες και δράσεις και ας τις ενισχύσουμε, όσο μπορούμε.

Μπλόκο στον «παραλογισμό»

Οι εξελίξεις των τελευταίων τριών εβδομάδων αποκαλύπτουν σιγά-σιγά το αληθινό πρόσωπο ενός κόμματος, κατ’ όνομα ριζοσπαστικά αριστερού, κατ’ ουσίαν νεοφιλελεύθερου <<αριστερού>> που επαγγέλοταν την κοινωνική προστασία, την δίκαιη ανακατανομή των βαρών και κατέληξε να πολιτεύεται με τον ίδιο τρόπο, όπως το αλήστου μνήμης κραταιό ΠΑΣΟΚ και η <<πασοκίζουσα>> Νέα Δημοκρατία.

 

Αξίζει να αναφερθεί, η συγγνώμη του Μανώλη Γλέζου προς τον ελληνική κοινωνία δίοτι,όπως υποστήριξε δεν γνώριζε ότι η μόνη έγγνοια των πρώην συντρόφων του ήταν η <<εξουσία>>. Ώστε να επιβεβαιώνεται πανηγυρικά ο προβληματισμός εκείνων των ανθρώπων που θέλουν την ίδια την εξουσία, ως έννοια και ως φαινόμενο, πλήρως αντίθετη προς την κοινωνική ελευθερία. Η εμμονή του εκάστοτε κυβερνώντος κόμματος να εφαρμόζει πολιτικές αναντίστοιχες προς την κοινωνική βούληση είναι μια άκομη επιβεβαίωση αυτού του προβληματισμού.

 

Αλήθεια, διεξήχθη, κάποιος ανοιχτός και ειλικρινής διάλογος της κυβέρνησης με την κοινωνία για το νέο Ασφαλιστικό; Ή μήπως ένα ωραίο πρωινό του Γενάρη, ο αρμόδιος υπουργός παρουσίασε ένα σχέδιο που έλαβε μόνον την έγκριση του κυβερνητικού συμβουλίου;

 

Συγχωρέστε με για τoν πρώτο ενικό αλλα είχα <<προειδοποιήσει>> απο την επομένη των εκλογών του Σεπτέμβρη, ότι εάν η νεοσύστατη τότε κυβέρνηση δεν μετριάσει τις κοινωνικές αδικίες του τρίτου μνημονίου και αθετήσει ξανά τις προεκλογικές της υποσχέσεις, θα συναντήσει αντιδράσεις, ανάλογες με εκείνες που συνάντησε η κυβέρνηση του Γ.Παπανδρέου (2009-2011). Εκέινον τον καιρό, όμως, οι πανηγυρισμοί στην Κουμουνδούρου δεν έλεγαν να κοπάσουν και οι κομματικοί ταγοί του ΣΥΡΙΖΑ έκλειναν τα αυτιά τους ή διερρήγνυαν τα ιμάτιά τους προς οποιαδήποτε κριτική ή αντίθετη άποψη.

 

Πως θα επιτυγχάνονταν μια κοινωνικά δίκαιη εφαρμογή της συμφωνίας, χωρίς να θιγούν αυτοί που  προκάλεσαν την οικονομική κρίση στην χώρα μας;

 

Το οικονομικό πρόβλημα δεν δημιουργήθηκε από τους χαμηλοσυνταξιούχους που λαμβάνουν το ΕΚΑΣ, ούτε από τους φτωχούς και μεσαίους αγρότες, ούτε από τους νέους δικηγόρους, ούτε από τους νέους επιστήμονες. Ένας δυσλειτουργικός κρατικός μηχανισμός σε αγαστή συνεργασία με ένα παρηκμασμένο πολιτικό σύστημα μετέτρεψαν την διαφθορά, την φοροδιαφυγή σε <<τρόπο επιβίωσης>> και το ρουσφέτι σε <<επιλογή καριέρας>>.

 

Πρωτού οι μαζικές κοινωνικές αντιδράσεις(μπλόκα αγροτών, διαδηλώσεις, απεργιακές κινητοποιήσεις) λάβουν ανεξέλεγκτες διαστάσεις, η κυβέρνηση και ο ίδιος ο πρωθυπουργός οφείλουν σε πρώτο στάδιο να αποσύρουν αυτό το άθλιο σχέδιο για το Ασφαλιστικό και να ξεκινήσουν από μηδενική βάση έναν έντιμο διάλογο με την κοινωνία και τα υπόλοιπα κόμματα. Σε κάθε άλλη περίπτωση, έπονται ραγδαίες πολιτικές εξελίξεις που θα ανοίξουν έναν νέο κύκλο περιπέτειας για την ελληνική οικονομία και κοινωνία!

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο Κυριάκος μπορεί…;

Ευχάριστα τα νέα για την κεντροδεξιά παράταξη, καθώς ανέδειξε το νέο της αρχηγό, Κυριάκο Μητσοτάκη. Διαψεύδοντας τα προγνωστικά που τον ήθελαν τρίτο στην εσωκομματική «μάχη», στον δεύτερο γύρο της διαδικασίας εκλογής προέδρου έκανε την ανατροπή κερδίζοντας τον Ευάγγελο Μεϊμαράκη. Αν και κατηγορήθηκε λόγω του ονόματός του για «οικογενειοκρατία» και ότι προέρχεται από «τζάκι», το πλούσιο βιογραφικό του καθώς και το έργο που επιτέλεσε ως Υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, έπεισαν τους ψηφοφόρους της Νέας Δημοκρατίας. Κάποιοι, μάλιστα, τον χαρακτήρισαν ως την μόνη επιλογή, ταυτίζοντας τη νίκη του Κυριάκου Μητσοτάκη με τη νίκη του ορθολογισμού απέναντι στον λαϊκισμό, πρώτα του Ευάγγελου Μεϊμαράκη και στη συνέχεια του ίδιου του Αλέξη Τσίπρα.

Τι είναι αυτό που κάνει το βιογραφικό του Κυριάκου, όμως, τόσο εντυπωσιακό; Ο Κυριάκος Μητσοτάκης αποφοίτησε το 1986 από το Κολέγιο Αθηνών κι έπειτα ακολούθησε ανώτατες σπουδές στον τομέα των Πολιτικών και Κοινωνικών Επιστημών στο Harvard (1986-1990). Τρία χρόνια αργότερα έκανε μεταπτυχιακές σπουδές με αντικείμενο τις Διεθνείς Σχέσεις και ειδίκευση στην Ευρωπαϊκή Ενοποίηση στο πανεπιστήμιο Stanford, USA. Τέλος, το 1995 έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στην Διοίκηση Επιχειρήσεων στο Harvard, ενώ μιλάει αγγλικά, γαλλικά και γερμανικά. Επιπλέον, έχει διακριθεί με τα βραβεία “Hoopes” και “Tocqueville” του πανεπιστημίου του Harvard για την εκπόνηση διπλωματικής εργασίας με θέμα τις “Ελληνο- Αμερικανικές Σχέσεις”. Επίσης, διακρίθηκε με τον τίτλο του «ενός εκ των 100 πιο πολλά υποσχόμενων ηγετών του αύριο» από το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ του Νταβός.

Είναι, όμως, ο τίτλος αυτός αρκετός για να πείσει τους Έλληνες πολίτες ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης, μπορεί να γίνει ο επόμενος πρωθυπουργός της Ελλάδας; Θα έλεγα πως ναι. Ο ελληνικός λαός φαίνεται «εθισμένος» στην ελπίδα. Ας μην ξεχνάμε, ότι ο ΣΥΡΙΖΑ αναδείχθηκε σε κυβέρνηση επειδή «έταξε τα πάντα σε όλους» κι επειδή κατάφερε να φέρει ένα κλίμα αισιοδοξίας και ελπίδας στο εσωτερικό της κοινωνίας. Η δεύτερη εκλογική του νίκη οφείλεται, όχι φυσικά στο έργο που έπραξε ως κυβέρνηση, αλλά αφενός επειδή δεν είχε τον χρόνο να κάνει κάποιες από τις αλλαγές που είχε υποσχεθεί- και αυτό αποτελεί και το κύριο επιχείρημα των ψηφοφόρων του στις εκλογές της 21ης Σεπτεμβρίου- και αφετέρου στο ότι κατ’ ουσίαν δεν υπήρχε κάποιος αξιόλογος πολιτικός αντίπαλος. Με την εκλογή του Κυριάκου Μητσοτάκη στην προεδρία της Νέας Δημοκρατίας, δημιουργείται  μια πιθανή εναλλακτική επιλογή. Το γεγονός ότι έχει συγκεκριμένες θέσεις και πλάνο αποδεικνύεται μεγάλο συγκριτικό πλεονέκτημα απέναντι σε μια κυβέρνηση που διέπεται από το αίσθημα της «δημιουργικής ασάφειας», όπως το είχε θέσει ο Γιάνης Βαρουφάκης. Μιας δημιουργικής ασάφειας που φαίνεται να έχει επαναφέρει τα αρνητικά συναισθήματα που κυριαρχούσαν στους Έλληνες πολίτες πριν την 25η Ιανουαρίου καθιστώντας το σύνθημα «η ελπίδα έρχεται», παρελθόν.

Από την άλλη πλευρά, το Harvard σε λίστα του με τις 10 χειρότερες τακτικές διαπραγμάτευσης του 2015, κατατάσσει τον πρωθυπουργό, Αλέξη Τσίπρα στην πρώτη θέση εξηγώντας, μάλιστα, πως «… Ο Αλέξης Τσίπρας προσεγγίζοντας τους ξένους δανειστές, προκειμένου να εξασφαλίσει ένα νέο πακέτο οικονομικής βοήθειας για την Ελλάδα, εμφανίστηκε υπερβολικά επιθετικός, κάτι που προφανώς δεν έγινε αποδεκτό από την άλλη πλευρά. Επειδή ήταν δυσαρεστημένος μ ε τους όρους της συμφωνίας που βρισκόταν την δεδομένη στιγμή στο τραπέζι, ο κ. Τσίπρας την έθεσε σε δημοψήφισμα. Όταν οι Έλληνες την απέρριψαν, η ελληνική οικονομία κατακρημνίστηκε ακόμα περισσότερο, και ο κ, Τσίπρας με την ομάδα του αναγκάστηκαν να συνάψουν μια ακόμα δυσμενέστερη συμφωνία με την Ευρώπη. Ποιο είναι το μάθημα από όλη αυτή την υπόθεση; Ένας συγκαταβατικός τόνος θα βοηθήσει πολύ περισσότερο στα επικίνδυνα παιχνίδια και τις μπλόφες, όταν έχεις υπερβολικές απαιτήσεις». Η πρώτη θέση που κατέλαβε ο πρωθυπουργός για την χειρότερη διαπραγμάτευση του 2015, είναι απότοκο –μεταξύ των άλλων- και της μη παραμονής του στο εξωτερικό για κάποιο χρονικό διάστημα. Όταν ένας άνθρωπος ζει στο εξωτερικό για κάποια χρονική περίοδο, μαθαίνει για τον πολιτισμό, και στην περίπτωσή μας, τον πολιτικό πολιτισμό μιας χώρας και συνεπώς αντιλαμβάνεται πως πρέπει να κινηθεί σε μια διαπραγμάτευση για να έχει τα μεγαλύτερα δυνατά οφέλη από αυτήν. Σε αυτό το κομμάτι, ο κ. Τσίπρας υστερεί δραματικά αποτελώντας ένα ξεκάθαρο πλεονέκτημα για τον πολιτικό του αντίπαλο, Κυριάκο Μητσοτάκη.

Όλα αυτά δεν σημαίνουν ότι αν εκλεγεί ο Κυριάκος Μητσοτάκης πρωθυπουργός, θα σωθεί η χώρα και θα βγούμε από την οικονομική κρίση, ας ξεπεράσουμε, επιτέλους, αυτές τις μεσσιανιστικές αντιλήψεις. Όσες αλλαγές κι αν ευαγγελίζεται ο νέος πρόεδρος της κεντροδεξιάς παράταξης, οι δομές δεν αλλάζουν τόσο εύκολα. Πρωτίστως, πρέπει να υπάρξει πολιτική βούληση και ένα σχέδιο για αναπτυξιακά έργα που θα βοηθήσουν να βελτιωθούν οι επενδύσεις στην χώρα και σε συνδυασμό με καμία επιπλέον μείωση σε μισθούς και συντάξεις, να αρχίσει να κινείται ξανά ο κύκλος της οικονομίας. Συνεπώς, το ερώτημα που τίθεται με την εκλογή του νέου προέδρου είναι αν ο Κυριάκος μπορεί..

Είναι ο εξτρεμισμός ηλίθιε

Δανειζόμενος τον τίτλο του βιβλίου του Νίκου Μπογιόπουλου “είναι ο καπιταλισμός ηλίθιε”, προσπαθώ να ερμηνεύσω το φαινόμενο των πολιτικών αντιπαραθέσεων που αγγίζουν τα όρια του φανατισμού και της βίας.

Πολιτικοί και ιδεολογικοί χώροι θα υπάρχουν παντού, καθώς θα υπάρχουν πάντα και άνθρωποι που ανήκουν σε αυτούς και θα τους υπερασπίζονται. Άκρως δημοκρατικό, άκρως πλουραλιστικό. Μία υγιής κοινωνία επιβάλλεται να έχει ποικίλες φωνές για να προοδέψει και να αναπτυχθεί. Κάποιος πρέπει να κάνει εποικοδομητική αντιπολίτευση στην εκάστοτε κυβέρνηση. Μέχρι εδώ όλα καλά. Τι γίνεται, όμως, όταν αυτές οι φωνές φεύγουν από τα όρια της αντιπαράθεσης και του διαλόγου και πηγαίνουν στα όρια του φανατισμού και της επίθεσης;

Το πρόβλημα της σημερινής πολιτικής σκηνής είναι ο εξτρεμισμός. Ακούγονται απόψεις ότι η τάδε ιδεολογία φταίει. Λάθος. Δεν φταίει η ιδεολογία, φταίνε οι εξτρεμιστές της ιδεολογίας. Οι άνθρωποι που προσπαθούν να περάσουν τις ιδέες τους με την βία. Τα παραδείγματα πολλά. Η εθνικιστική ιδεολογία υπήρχε και θα υπάρχει. Το πρόβλημα είναι οι εξτρεμιστές  χρυσαυγίτες και οι χρυσαυγίτες κάθε χώρας. Άνθρωποι ενάντια στην εξουσία υπήρχαν και θα υπάρχουν. Το πρόβλημα είναι οι τύποι που σπάνε και καίνε τις περιουσίες συνανθρώπων τους με φασιστικό τρόπο. Ακόμα και στους κόλπους των θρησκειών. Όλοι οι μουσουλμάνοι δεν είναι τζιχαντιστές. Δεν κατακρίνω το Ισλάμ που κάποιοι ενστερνίζονται, αλλά τους εξτρεμιστές μουσουλμάνους που προσπαθούν να επιβάλλουν την ιδεολογία τους.

Είναι ο εξτρεμισμός, λοιπόν, αυτός που ευθύνεται. Αυτός που κάνει τους ανθρώπους να μάχονται ο ένας τον άλλον, όχι η ιδεολογία. Η ιδεολογία υπάρχει. Δεν αλλάζει αυτό. Όταν η παγκόσμια κοινωνία καταφέρει να περιορίσει τους εξτρεμιστές, σίγουρα θα γίνει καλύτερη. Όταν η παιδεία έχει τον πρωταγωνιστικό ρόλο, σίγουρα οι εξτρεμιστές θα λιγοστευόσουν. Άλλωστε, το έχει πει και ο Νέλσον Μαντένα. “Το μεγαλύτερο όπλο που μπορείς να χρησιμοποιήσεις για να αλλάξεις τον κόσμο είναι η παιδεία”.

Νέα Δημοκρατία, ώρα μηδέν: Η επόμενη μέρα για την κεντροδεξιά στη Ελλάδα

Λίγες μόλις ώρες έμειναν για  την διεξαγωγή των εσωκομματικών εκλογών στην Νέα Δημοκρατία. Πολλοί συμπολίτες μας αναρωτιούνται: Τι με ενδιαφέρει εμένα το ποιος θα είναι ο αρχηγός της ΝΔ; Την ίδια στιγμή, που τα κοινωνικά δικαιώματα δέχονται μια πρωτοφανή επίθεση με τις πολιτικές λιτότητας και ο υπόλοιπος δυτικός κόσμος ασχολείται με το φαινόμενο της ισλαμιστικής τρομοκρατίας, είναι αναμενόμενο κάποιος να αψηφεί την εσωκομματική διαδικασία, στην Νέα Δημοκρατία. Η διαδικασία αυτή, βέβαια, δεν αφορά τα ενδότερα της κεντροδεξιάς αλλά την ίδια την χώρα μάς. Σε ένα σύστημα, σαν το σημερινό, κατά βάση δικομματικό, ο ρόλος της αξιωματικής αντιπολίτευσης είναι κομβικός και κρίσιμος. Η ΝΔ ως αξιωματική αντιπολίτευση ελέγχει, κρίνει, αντιπαρατίθεται  αλλα και στηρίζει την κυβέρνηση, όπου κρίνεται εθνικά αναγκαίο. Ο πρόεδρος της αξιωματικής αντιπολίτευσης είναι δυνάμει ο επόμενος πρωθυπουργός της χώρας. Δεν μπορεί παρά να μας ενδιαφέρει, η επόμενη μέρα στην Νέα Δημοκρατία.

Τέσσερις υποψήφιοι, τέσσερις διαφορετικές προσωπικότητες, τέσσερις διαφορετικές προτάσεις άσκησης αντιπολίτευσης και εσωκομματικής αναδιάρθρωσης. Ο Βαγγέλης Μεϊμαράκης, λαϊκός, αυθόρμητος και ενωτικός, συσπειρώνει την πλειοψηφία των Νεοδημοκρατών. Ο Απόστολος Τζιτζικώστας, ο νέος, φέρελπις – κατ’ αλλους φιλόδοξος και βιαστικός- περιφερειάρχης Κεντρικής Μακεδονίας ασκεί μεγάλη επιρροή και επιχειρεί, αξιοποιώντας το νεαρό της ηλικίας του, να παρουσιάσει εαυτόν ως τον Αντι-Τσίπρα. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, μετριοπαθής, αμιγώς φιλελεύθερος και με καλό βιογραφικό, παρουσιάζει την μεταρρυθμιστική αντιπρόταση στην πολιτική της κυβέρνησης. Το γεγονός ότι είναι γιος του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, τον έχει στιγματίσει αρνητικά με πολλούς εντός του κόμματος να ομιλούν για «τζάκια» και «οικογενειοκρατία». Ο Άδωνις Γεωργιάδης, ένα πρόσωπο που συγκεντρώνει πιστούς φίλους απ’ την μία και ορκισμένους εχθρούς απ’ την άλλη. Ερειστικός, υπερβολικός -για αρκετούς ακραίος- αλλά συνεπής στις απόψεις του καθ’ όλη την πολιτική του διαδρομή. Ορθώνει έναν σκληρά δεξιό, συντηρητικό πολιτικό λόγο, επιθυμεί μια ευθεία σύγκρουση με τον ΣΥΡΙΖΑ και συγκεντρώνει γύρω του το «καθαρά έως και ακραία δεξιό» ακροατήριο, ένα κομμάτι ψηφοφόρων που ανέκαθεν ακολουθούσε την ΝΔ.

Καθ’ ολη την διάρκεια της σύντομης «προεκλογικής περιόδου» ετέθησαν διάφορα θεμελιώδη ζητήματα απο τους υποψηφίους, όπως αυτό της ιδεολογικής ταυτότητας του κόμματος. Η Νέα Δημοκρατία έχει ιδεολογία τον ριζοσπαστικό-κοινωνικό φιλελευθερισμό. Σύμφωνα με την ιδρυτική της διακήρυξη, υπηρετεί το εθνικό συμφέρον μακριά από τις  διχαστικές ετικέτες Αριστερά-Δεξιά. Το ζητούμενο για την κεντροδεξιά στην Ελλάδα είναι να επαναποκτήσει την ιδεολογική της ταυτότητα και όχι να αναζητήσει νέα, πράγμα το οποίο θα την βύθιζε σε μια βαθιά εσωστρέφεια και πιθανόν θα προκαλούσε διάσπαση. Η Νέα Δημοκρατία χωρεί απόψεις απο την δημοκρατική Δεξιά μέχρι τις παρυφές της σοσιαλδημοκρατίας. Επειδή, πολύς λόγος έχει γίνει για την «ιδεολογική ηγεμονία της Αριστεράς» και την επικράτηση του Α.Τσίπρα ως αριστερού στην πολιτική σκηνή. Η συντριπτική πλειοψηφία των ψηφοφόρων του δεν τον στήριξαν ως » αριστερό » αλλά επειδή πίστεψαν στις υποσχέσεις του και ήλπιζαν σε κάτι διαφορετικοί. Ανάμεσα σε αυτούς και πολλοί «δεξιοί» .  Οι ταμπέλες και η αναπαραγωγή διχαστικών μηνυμάτων δεν επιλύει τα σοβαρά προβλήματα, και τούτο ισχύει και για τον ΣΥΡΙΖΑ.

Η κεντροδεξιά στην Ελλάδα οφείλει να συγκρουστεί με τις εσωτερικές της παθογένειες, σπάζοντας το απόστημα του πελατειακού δικτύου εξυπηρετήσεων, που έφθειρε την ΝΔ και αποσύνθεσε το ελληνικό κράτος. Χρειάζεται μια ανασυγκρότηση του κόμματος από το μηδέν. Ο νέος πρόεδρος είναι υποχρεωμένος να οδηγήσει το συντομότερο δυνατόν σε έκτακτο συνέδριο, με στόχο την άλλαγή του καταστατικού. Για να γίνει η ΝΔ, ένα πραγματικά «ανοιχτό κόμμα» πρέπει πρωτίστως να κάνει πράξη την ενδοκομματική δημοκρατία. Τα μέλη του κόμματος, οι ψηφοφόροι, η νεολαία δεν μπορεί να παραμείνουν οι απλοί χειροκροτητές και εκτελεστές των αποφάσεων της ηγεσίας. Απαιτείται συμμετοχή όλων των μελών και φίλων στην διαμόρφωση των θέσεων του κόμματους, στην εκλογή τομεαρχών ακόμα και στην επιλογή των υποψηφίων βουλευτών. Με μια αλλαγή του καταστατικού προς την κατεύθυνση αυτή, το κόμμα βρίσκεται σε ανοιχτό διάλογο με την κοινωνία και η σχέση εμπιστοσύνης με τα μεσαία και χαμηλά στρώματα επανοικοδομείται.

To σημαντικότερο όλων είναι η ΝΔ, να μπορέσει να πείσει την κοινωνία. Διατυπώνοντας, μια ήπια, φιλελεύθερη -όχι νεοφιλελεύθερη- εναλλακτική αντι-πρόταση με κοινωνικό πρόσημο, θα καταστεί και πάλι κυρίαρχη πολιτική δύναμη. Απαραίτητη προϋπόθεση, βέβαια, παραμένει η αναγκαία εσωκομματική αναδιοργάνωση. Χωρίς το άνοιγμα στην κοινωνία, την ενδοκομματική δημοκρατία η ΝΔ θα οδηγηθεί στην αυτοδιάλυση.

Όποιος αναλάβει να φέρει σε πέρας ένα τέτοιο δύσκολο έργο, θα είναι ο πραγματικός νικητής. Διότι, εάν ο πρόεδρος που εκλεγεί την Κυριακή συνεχίζει να αναπαράγει το «παλαιό» σε πρόσωπα , θέσεις και στρατηγικές, θα είναι τελικά ο μεγάλος χαμένος. Συνεπώς, η πραγματική νίκη και η δικαίωση του νέου προέδρου θα κριθεί εν καιρώ, εάν και εφόσον η ΝΔ ανακτήσει δυνάμεις και επικρατήσει του ΣΥΡΙΖΑ.

 

Ναι, έχουμε δημοκρατία

Με αφορμή την επέτειο της 17 Νοέμβρη, ακούγονται πολλές απόψεις περί δυσφήμισης της δημοκρατίας. Το «η χούντα δεν τελείωσε το 74’, το γιατί τώρα έχουμε δημοκρατία;» ή το «η χούντα έκανε έργα και άφησε μηδενικό χρέος» είναι οι πιο χαρακτηριστικές ατάκες που λέγονται. Πραγματικά νιώθω ντροπή και μόνο που συγκρίνεται η σημερινή πραγματικότητα με την χούντα.

Η χούντα ήταν ένα στρατιωτικό καθεστώς που επιβλήθηκε δια της βίας. Τα όποια καλά που ίσως έγιναν δεν αντικαθιστούν σε καμία περίπτωση την ελευθερία της έκφρασης, την πρωτοβουλία του ατόμου και τα δικαιώματα που περιορίστηκαν. Ανήκω σε μία γενιά που δεν έζησε την χούντα και ούτε ποτέ θέλω. Θλίβομαι να ακούω, όμως, απόψεις υπέρ της χούντας, υπέρ ενός στρατιωτικού μορφώματος.

Σύγκριση μεταξύ χούντας και δημοκρατίας δεν υπάρχει. Προφανώς και έχουμε δημοκρατία σήμερα. Το γεγονός ότι υπάρχουν κάποια προβλήματα, δεν παύει την δημοκρατία. Το γεγονός ότι μπορεί να μην λειτουργεί καλά, δεν σημαίνει πως δεν υπάρχει. Άλλο να προσπαθείς να την βελτιώσεις ή να προσπαθείς να εκδημοκρατίσεις κάποιους θεσμούς και άλλο να λες δεν έχουμε δημοκρατία. Δεν έχουμε χούντα. Δημοκρατία έχουμε. Άλλωστε, αυτή είναι και η μαγεία της δημοκρατίας. Να μπορείς να αποκαλείς την δημοκρατία χούντα επειδή έτσι θέλεις. Άραγε, στην πραγματική χούντα θα υπήρχε μια τέτοια δυνατότητα χωρίς συνέπειες;

Όσο για τα έργα και το μηδενικό χρέος που άφησε η χούντα όχι απλά γελάω, αλλά ξεκαρδίζομαι. Όταν το κακό που σου κάνει κάποιος είναι τόσο μεγάλο που ξεπερνά όλα τα καλά που σου προσφέρει τι να το κάνεις; Την στιγμή που κλονίζονται τα ανθρώπινα δικαιώματα, την στιγμή που ο στρατός έχει ηγετικό ρόλο και την στιγμή που η παρρησία είναι περιορισμένη όλα τελειώνουν. Δεν σε νοιάζει κάτι άλλο.

Χούντα ήταν και πέρασε. Δεν την έζησα και ούτε θέλω ποτέ να την ζήσω. Μερικοί την δημοκρατία δεν την τιμούν. Την εξευτελίζουν και την υποβαθμίζουν. Εύχομαι να μην ισχύσει ο κανόνας που λέει ότι για να εκτιμήσεις κάτι, πρέπει να το χάσεις.

ΣΥΡΙΖΑ v ΣΥΡΙΖA, Μια διαφορετική ερμηνεία

Το κάλεσμα του τμήματος Εργατικής Πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ για συμμετοχή στην απεργία της 12ης Νοέμβρη, προκάλεσε δικαιολογημένα έκπληξη σε πολλούς, ενώ στάθηκε η αφορμή για διάφορα, σατυρικά σχόλια στο διαδίκτυο. Είναι γνωστό τοις πάσι οτι οι ιδεολογικές αρχές και οι πολιτικές θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ  είναι διαμετρικά αντίθετες με την πολιτική που ασκεί ως κυβέρνηση. Στο διαχωρισμό κόμματος-κυβέρνησης ενυπάρχει μια «δημιουργική ασάφεια», όπως θα μας έλεγε ο Βαρουφάκης , μια αντίφαση. Υπο μια πιο ψύχραιμη, αναλυτική ματιά , αντιλαμβανόμαστε οτι αυτή η αντίφαση υφίσταται για τρείς λόγους:

1) Η νεοφιλελεύθερη διολίσθηση της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ έχει απομακρύνει το αριστερό ακροατήριο, στο οποίο κερδίζουν έδαφος τόσο το ΚΚΕ, όσο και η εξωκοινοβουλευτική αριστερά. Με το κάλεσμα για συμμετοχή στην απεργία ο ΣΥΡΙΖΑ προσπαθεί να ανακτήσει το χαμένο έδαφος στα αριστερά του.

2) Η κυβέρνηση , μέσω της ανακοίνωσης του κόμματος, δίδει την εντύπωση ότι παραμένει πιστή στις προεκλογικές δεσμεύσεις της, προσπαθώντας να κερδίσει χρόνο και να κατευνάσει τις κοινωνικές αντιδράσεις. Εμφανίζεται έτσι ως προσωρινά αναγκασμένη να λάβει υφεσιακά μέτρα, μεταθέτοντας την ευθύνη στο εξωτερικό, στους «κακούς δανειστές».

3) Η τρίτη εκδοχή θέλει το κόμμα και την κυβέρνηση σε εντελώς διαφορετική γραμμή πλεύσης. Απ’ ότι φαίνεται η ένταση στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ δεν κόπασε με την αποχώρηση της Αριστερής Πλατφόρμας, σημερινής ΛΑ.Ε. Η ριζοσπαστική αριστερά στην Ελλάδα βιώνει την φάση μετάβασης και απόκτησης ενός νέου ιδεολογικού προφίλ στις παρυφές της σοσιαλδημοκρατίας. Οι πιστοί ριζοσπάστες που δεν μετακόμισαν στην Λαϊκή Ενότητα καιροφυλακτούν. Δεν αποκλείεται, σε σύντομο χρονικό διάστημα, να υπάρξουν διαφοροποιήσεις και εντός της κοινοβουλευτικής ομάδας με ότι αυτό σημαίνει για την ήδη εύθραυστη κυβερνητικη πλειοψηφία των 155.

Το μονο σίγουρο είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται σε στρατηγικό αδιέξοδο και επιχειρεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο να διαχειριστεί την κοινωνική πίεση, που προκαλείται απο την εφαρμογή των σκληρών μέτρων του τρίτου μνημονίου. Το ζητούμενο, όμως, δεν είναι ο εφησυχασμός της κοινής γνώμης αλλά η ριζική αλλαγή του περιεχομένου της οικονομικής πολιτικής, με κύριους άξονες την κοινωνική προστασία και την άρση των αιτιών που οδήγησαν την χώρα μας στο σημερινό έσχατο σημείο. Οι πολιτικές λιτότητας είναι οι πλέον αναπάντεχες και αναποτελεσματικές. Όταν η εφαρμογή του συνόλου των μέτρων επιτείνει την ανθρωπιστική κρίση, τότε οι κοινωνικές αντιδράσεις θα είναι τόσο έντονες, ώστε να μην αρκεί για να τις περιορίσει, το κάλεσμα σε απεργία από το ίδιο το κυβερνών κόμμα ενάντια στην κυβέρνηση του! Φανταστείτε μόνον την ψυχολογία ενός ανθρώπου που χάνει το σπίτι του,  ενός ανθρώπου που δεν έχει να βγάλει το προς το ζην.

Ο ελληνικός λαός, όπως έχει αποδείξει σε όλη την ιστορική διαδρομή, δεν ανέχτηκε και ούτε προκειται να ανεχτεί τον ευτελισμό του. Εάν συνεχιστεί η φτωχοποίηση του ελληνικού λαού, το ΣΥΡΙΖΑ εναντίον ΣΥΡΙΖΑ , θα γίνει ΣΥΡΙΖΑ εναντίον κοινωνίας. Θα ήταν προτιμότερο το σχήμα  ΣΥΡΙΖΑ εναντίον κομματοκρατίας, διαφθοράς, συμφερόντων. Αλλά, σε ένα ήδη εκφυλισμένο σύστημα, που η κοινωνία δεν έχει ουσιαστικό ρόλο και λόγο, η σύγκρουση με τις ελίτ μοιάζει ουτοπική.

Γιατί η ΝΔ πρέπει να αλλάξει πρόσωπο;

Το μήνυμα στη Ρηγίλλης από την μεγάλη ήττα της περασμένης Κυριακής ήταν σαφές. Εξίσου σαφές είναι και το γεγονός ότι ο Μεϊμαράκης δεν ευθύνεται για αυτή την ήττα, καθώς, αν και προσωρινός πρόεδρος, έκανε ό,τι μπορούσε, κατάφερε να συσπειρώσει τον κόσμο του κόμματος και να πάρει το διόλου ευκαταφρόνητο ποσοστό του 28%.

Το μήνυμα, λοιπόν, που έδωσε ο κόσμος με τη μεγάλη διαφορά του ΣΥΡΙΖΑ από τη ΝΔ είναι ότι παρόλο που και τα δύο κόμματα έχουν υπογράψει, πλέον, μνημόνιο (το ποιο από τα δύο είναι σκληρότερο δεν θα αναλυθεί εδώ), ο κόσμος δεν θέλει τις πολιτικές και τα πρόσωπα του παρελθόντος, αλλά κάτι νέο και διαφορετικό. Ο κόσμος, με λίγα λόγια, προτίμησε προφανώς το μνημόνιο να εφαρμοστεί από τον ΣΥΡΙΖΑ και όχι τη ΝΔ. Είναι προφανές ότι το κόμμα της δεξιάς δεν θα καταφέρει στο μέλλον το κάτι παραπάνω και δεν θα αναγεννηθεί, εκτός αν αλλάξει πρόσωπα και πολιτικές. Πρέπει να ανανεωθεί και να σταματήσει να αλλοιώνεται ο χαρακτήρας του κόμματος που ίδρυσε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής.

Πώς θα γίνει, όμως, αυτό όταν έχουν εκλεγεί ξανα πρόσωπα, όπως ο Γεωργιάδης, η Βούλτεψη, η Μπακογιάννη και άλλοι, που εκφράζουν την παλιά δεξιά, που θέλουν όλοι να ξεχάσουν; Αυτό το… ξεσκαρτάρισμα πρέπει να κάνει ο νέος πρόεδρος, που θα εκλεγεί από το Συνέδριο του κόμματος. Και μιας και «πιάσαμε» το θέμα του προέδρου, πολλά είναι τα πρόσωπα που διεκδικούν την προεδρεία με επίσημη υποψηφιότητα μόνο αυτή του Κυριάκου Μητσοτάκη, μέχρι στιγμής. Επίσης, σύμφωνα με τις δηλώσεις τους, πολύ πιθανό να κατέβουν στην «κούρσα» της διαδοχής, οι Ψωμιάδης, Τατούλης, Βορίδης, Γεωργιάδης και μερικοί ακόμη, ενώ ανοιχτό ακόμη και τώρα είναι το ενδεχόμενο να «κατεβεί» ο Μεϊμαράκης. Ας αφήσουμε στην άκρη τις περιπτώσεις του Ψωμιάδη και του Τατούλη, που κατ’ εμέ είναι αστείες, αν όχι γελοίες. Από την άλλη, ο Μεϊμαράκης είναι ένας δυναμικός πολιτικός, αλλά αμφιλεγόμενος και εκπροσωπεί, σίγουρα, το παλιό, την ώρα που η παράταξη χρειάζεται ανανέωση. Όπως προανέφερα, δεν οφείλεται σε αυτόν το εκλογικό αποτέλεσμα ούτε στην προεκλογική πολιτική που άσκησε. Ο ίδιος την προσπάθεια την έκανε, αλλά το κόμμα χρειάζεται κάτι νέο, χρειάζεται να ξεκόψει από ό,τι τη συνδέει με επιβεβαιωμένα ή μη σκάνδαλα, από πολιτικές πρακτικές του παρελθόντος. Χρειάζεται ένας νέος σε ηλικία, αλλά έμπειρος στα κοινά. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης πληροί δε, πολλές προδιαγραφές, όπως την ηλικία και το ότι βρίσκεται στα πράγματα από 15 ετών, έχοντας υπουργικές θέσεις στο βιογραφικό του. Όμως, προέρχεται από πολιτικό «τζάκι» και σε συμβολικό επίπεδο δεν κάνει για αρχηγός της παράταξης, η οποία θέλει κάτι νέο, άφθαρτο. Όσον αφορά τον Άδωνι και τον Βορίδη, είναι βέβαιο ότι το κόμμα δεν θα αλλάξει με κατάλοιπα της ακροδεξιάς.

Αυτό που δεν έχουν καταλάβει πολλά στελέχη της Νέας Δημοκρατίας είναι ότι πρέπει όλοι να στηρίξουν μια ή δύο δυνατές, νεανικές και άφθαρτες επιλογές, αν θέλουν το καλό του κόμματος βέβαια. Ήδη, έχει αρχίσει να επικρατεί πανικός με τη διαδοχή, κάτι που κατά την προσωπική μου εκτίμηση, θα στοιχίσει πολύ στο κόμμα. Επίσης, αφού καλώς ή κακώς έχουμε μπροστά μας την εφαρμογή σκληρών μέτρων, καλό είναι οι νεοδημοκράτες  να στηρίξουν τη νέα κυβέρνηση και όχι να της βάζουν εμπόδια. Καλό δε θα ήταν να υπάρχει και μια ουσιαστική αντιπολίτευση στην χώρα, χωρίς φανφάρες και ειρωνείες. Αν θέλει να δείξει η ΝΔ πως ό,τι κάνει το κάνει για την πατρίδα και το ελληνικό λαό, ας το δείξει όχι στα λόγια αλλά στις πράξεις. Τα χρονικά περιθώρια στενεύουν και το κόμμα της Ρηγίλλης μπορεί να έχει την τύχη του άλλοτε κραταιού ΠΑΣΟΚ.

Μνημόνιο… forever (;)

Ο τίτλος είναι, φυσικά, παραπλανητικός και δεν εκφράζει εμένα σαν άνθρωπο και τις θέσεις μου. Κάθε νοήμων άνθρωπος είναι κατά των μνημονίων, τα οποία αντικειμενικά δεν έχουν σχέση με ανάπτυξη της χώρας. Όμως, το μνημόνιο υπ’ αριθμόν 3 είναι το δεδομένο που έχουμε και έχει υπογραφεί, αυτό δεν αλλάζει, αφού από ό,τι φαίνεται θα έχουμε πάλι μνημονιακή κυβέρνηση.

Πλέον, οι όροι μνημονιακός και αντιμνημονιακός έχουν πάψει να υφίστανται, αφού η αριστερή κυβέρνηση- το νέο, όπως καυχιέται ο απελθών πρωθυπουργός, Αλέξης Τσίπρας- υπέγραψε και αυτή μνημόνιο και, μάλιστα, αρκετά σκληρό. Το θέμα, όμως, όπως καταλαβαίνετε είναι τι κάνουμε από εδω και πέρα, στο μέλλον. Το νόημα είναι πώς αλλά και ποιος θα διαχειριστεί το νέο αυτό μνημόνιο, που είναι διάρκειας 3 ετών. Αυτό είναι το ζητούμενο και αυτό είναι και το διακύδευμα αυτών των εκλογών, της 20ής Σεπτεμβρίου. Είναι προφανές, επίσης, ότι ο ταλαιπωρημένος ελληνικός λαός καλείται να αποφασίσει αν ο ΣΥΡΙΖΑ ή η Νέα Δημοκρατία θα είναι στο κέντρο της νέας κυβερνητικής συνεργασίας. Γιατί συνεργασία θα έχουμε, αυτό είναι το μόνο σίγουρο. Και όποιος λέει το αντίθετο είναι μάλλον ή αφελής ή υπερβολικά φιλόδοξος για το κόμμα που υποστηρίζει… Και, φυσικά, σε αντίθεση με τον τίτλο του άρθρου, δεν θα έχουμε μνημόνιο για πάντοτε, καθώς αυτό εξαρτάται από το πώς θα πορευθούν οι πολιτικοί εκπρόσωποι του ελληνικού λαού στη συνέχεια και το πώς θα διαχειριστούν το νέο αυτό δυσχερές μνημόνιο.

Είναι στο χέρι μας, λοιπόν, με την ψήφο μας να κρίνουμε έμμεσα το μέλλον της χώρας μας, το πολιτικό, το οικονομικό, το κοινωνικό. Και αυτό το δικαίωμα, ακόμα, δεν μάς έχει αφαιρεθεί. Υπάρχει χρόνος, πάντως, και η δυνατότητα παρόλο που έχουν πέσει οι υπογραφές να αλλάξουν κάποια πράγματα. Είτε με συνεχή επαναδιαπραγμάτευση, είτε με την εφαρμογή των θετικών μέτρων που προβλέπει η συμφωνία. Γιατί υπάρχουν και θετικά μέτρα που προβλέπονται, όπως η φορολόγηση των εχόντων με στόχο την κοινωνική δικαιοσύνη και η πάταξη- με κάθε δυνατό τρόπο- της φοροδιαφυγής. Μην τρέφουμε αυταπάτες, αυτά είναι δυνατό να γίνουν. Και αν γίνουν επιτυχώς θα προκύψουν και τρόποι διευκόλυνσης των στρωμάτων που έχουν την πραγματική ανάγκη για φροντίδα και οικονομική ελάφρυνση.

Πέρα από το τυπικό της υπόθεσης, υπάρχουν και άλλα θέματα που επιδέχονται ουσιαστικών λύσεων, όπως για παράδειγμα είναι οι εξωτερικές επενδύσεις και η ανάπτυξη της τοπικής αγοράς. Γιατί , λοιπόν, να αγοράζουμε στα σούπερ μάρκετς μόνο ξένα επώνυμα προϊόντα όταν υπάρχει σωρεία ελληνικών εταιρειών που παρέχουν στους αγοραστές οικονομικά, ποιοτικά και ντόπια προπαντός προϊόντα και αγαθά; Όσο είναι στο χέρι μας, μπορούμε, έστω και λίγο, να αλλάζουμε την κατάσταση. Και αυτοί οι τρόποι δεν είναι ούτε επιβαρυντικοί για εμάς, ούτε για την ποιότητα αυτών που καταναλώνουμε καθημερινά. Έτσι, και θα ανεβεί ο τζίρος των ελληνικών εταιρειών, κάτι που σημαίνει και την διευκόλυνση των εργαζομένων σε ελληνικές εταιρείες ή σε εταιρείες που εδρεύουν στην Ελλάδα, αλλά και την εισαγωγή ελληνικών επενδύσεων, κάτι που είναι πολύ σημαντικό. Εφόσον μπορούμε και έχουμε τη δυνατότητα από μόνοι μας να κάνουμε κάποια πράγματα προς γενικό μας όφελος, γιατί δεν τα κάνουμε; Τέλος, αυτό που είναι λογικό επακόλουθο των προηγουμένων είναι ότι για να απαλαγούμε από τα μνημόνια δεν επαρκούν οι πολιτικές λύσεις, αλλά και, γενικότερα, η αλλαγή της νοοτροπίας μας. Αν δεν αλλάξουμε λογική και σκεπτικό, δεν αλλάζει και η χώρα.

Αν σκεφτούμε λογικά τι πρέπει να κάνουμε για να ορθοποδήσει ξανά η Ελλάδα που αγαπάμε και θέλουμε να αγαπάμε τότε θα τα καταφέρουμε ξανά, όπως τα καταφέρνουμε συνέχεια. Δεν πρέπει να έχουμε μνημόνιο… forever, αλλά αυτό δεν είναι μόνο στο χέρι των πολιτικών (αν υποθέσουμε, βέβαια, ότι έχουν καλές προθέσεις). Είναι και στο χέρι μας και έχει άρρηκτη σχέση με το πώς δρούμε και συμπεριφερόμαστε καθημερινά. Στόχος πρέπει να έιναι το κοινό όφελος κι όχι το ατομικό και αυτό όσο κοινότυπο κι αν ακούγεται, είναι το πιο σημαντικό.