Πειρατές του 21ου αιώνα

Οι πρώτες καταγραφές περιπτώσεων θαλάσσιας πειρατείας εμφανίστηκαν τον 14ο αιώνα προ Χριστού. Έκτοτε, στο μυαλό των περισσοτέρων από εμάς, η πειρατεία έχει τον αέρα μιας μπαρόκ εποχής, πειρατές ντυμένους με φανταχτερά μαυροκόκκινα ενδύματα, που καταλαμβάνουν μεγάλα ξύλινα πλοία και κλέβουν όμορφες θυγατέρες αριστοκρατικής καταγωγής, ζητώντας λύτρα.

Όμως, τα γεγονότα μαρτυρούν, ότι όσο υπάρχει θάλασσα, θα υπάρχει πειρατεία. Και μπορεί οι πειρατές, πλέον, να μην έχουν στους ώμους τους παπαγάλους, αποτελούν όμως παγκόσμια απειλή στην ομαλή διεξαγωγή των θαλάσσιων εμπορικών συναλλαγών.

Οι Σομαλοί πειρατές, εξακολουθούν να προβαίνουν σε πειρατικές επιθέσεις κατά εμπορικών πλοίων, αλλά και σε κατασχέσεις φορτίων των υδάτινων αποστολών του Παγκόσμιου Προγράμματος Σίτισης. Δρουν, κατά κύριο λόγο, στο Κόλπο του Άντεν. Γνωστός ως ‘’σοκάκι των πειρατών’’, ο κόλπος βρίσκεται στην Αραβική Θάλασσα ανάμεσα στην Υεμένη της νότιας ακτής της Αραβίας και τη Σομαλία στο Κέρας της Αφρικής. Σύμφωνα με την Έκθεση ‘’Pirate Trails’’ που διενεργήθηκε με τη συμμετοχή του ΟΗΕ, της Ιντερπόλ και της Παγκόσμιας Τράπεζας, μόνο το διάστημα μεταξύ Απριλίου 2005 με τα τέλη του 2012, 179 εμπορικά πλοία τέθηκαν υπό καθεστώς πειρατείας στην ευρύτερη θαλάσσια περιοχή της Σομαλίας. Το 85% αυτών αφέθηκαν ελεύθερα μετά από καταβολή λύτρων στους Σομαλούς πειρατές.
Το ύψος των κερδών από τα λύτρα αγγίζει το ποσό των 400 εκατομμυρίων δολαρίων. Στο ποσό αυτό δεν συνυπολογίζονται τα κέρδη των πειρατών από την πώληση των εμπορευμάτων των πλοίων ή από την πώληση τμημάτων τεχνολογικού εξοπλισμού του ιδίου του σκαριού.
Από αυτά τα κέρδη, περί το 30-50% καταλήγει στους χρηματοδότες και δει αρχηγούς των πειρατικών εγκληματικών οργανώσεων, ενώ οι ίδιοι οι πειρατές που πραγματοποιούν τις επιθέσεις αμείβονται με 30-75.000 δολάρια το πλοίο. Οι πειρατές που επιβιβάζονται στο εκάστοτε πλοίο πρώτοι και εκείνοι που χρησιμοποιούν δικά τους όπλα, λαμβάνουν ένα bonus του ποσού των 10.000 δολαρίων το πλοίο.

Πολλά λεφτά. Ειδικά εάν υπολογίσουμε ότι το κατά κεφαλή εισόδημα στη Σομαλία δε ξεπερνά τα 600 δολάρια το χρόνο.

Όπως αναφέρουν στην Έκθεση αυτόπτες μάρτυρες, μόλις ένα πλοίο καταληφθεί και οδηγηθεί σε κάποιο από τα Σομαλικά λιμάνια, ένα επίγειο πειρατικό πλήρωμα έρχεται να το ασφαλίσει. Κατόπιν, προσμετράται η εμπορική αξία των προϊόντων που φέρει, τα χρηματικά ποσά που συγκεντρώνονται από το ταμείο και το ναυτικό πλήρωμα, οι προμήθειες σε φαγητό και ποτό. Η αξία αυτών θα αφαιρεθεί από το τελικό ποσό που η εκάστοτε εταιρεία θα πρέπει να πληρώσει ως λύτρα για να πάρει πίσω το ναυτικό της πλήρωμα.
Κάθε φορά που ένα πλοίο φτάνει στο λιμάνι, ολόκληρη η πόλη καλείται να γιορτάσει.

Οι πειρατές κατά κύριο λόγο ξοδεύουν τα κέρδη τους σε ποτά, ναρκωτικά και πόρνες, στην εμπορεία του ‘’χατ’’ (ναρκωτική ουσία σε φύλλα), στην αγορά κατοικιών και στην χρηματοδότηση μελλοντικών πειρατικών επιθέσεων. Και, επειδή τα ποσά που παίζονται είναι μεγάλα, δικηγόροι και στρατιωτικοί που ελέγχουν τα λιμάνια λαμβάνουν ένα γενναιόδωρο μερίδιο από την πίτα.

Η πειρατεία δημιουργεί πονοκέφαλο στο Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου (WTO), διότι όπως αναφέρει ο Stuart Yikona, τραπεζικός της Παγκόσμιας Τράπεζας ‘’(Η πειρατεία) δεν αποτελεί απειλεί μόνο για τη σταθερότητα και την ασφάλεια, αλλά έχει τη δύναμη να διαφθείρει τη τοπική και διεθνή οικονομία.”
Όπως αναφέρει η έκθεση, λόγω των πειρατικών επιθέσεων, η αύξηση του κόστους των παγκοσμίων εμπορικών συναλλαγών έχει αυξηθεί κατά 18 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως.

Η παγκόσμια κοινότητα δεν έχει αδιαφορήσει σχετικά με το ζήτημα. Το Συμβούλιο Ασφαλείας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών ομοφώνως εξέδωσε την Οδηγία 1838 με την οποία διδόταν άδεια από την Μεταβατική Ομοσπονδιακή Σομαλική Κυβέρνηση σε άλλα κράτη να εισέλθουν στα χωρικά ύδατα της Σομαλίας και να αντιμετωπίσουν τους πειρατές. Στην πάταξη της πειρατείας συμμετέχει και η Ευρωπαϊκής Ένωση με την οργάνωση ‘’Επιχείρηση Αταλάντα’’ η οποία είναι η πρώτη ναυτική αποστολή της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της οποίας το Ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό ήταν το πρώτο που ανέλαβε την εκ περιτροπής Διοίκηση.

Και ενώ από τις 22 Νοεμβρίου του 2008, 10 πολεμικά πλοία του ΝΑΤΟ και 6 άλλων χωρών δραστηριοποιούνται στην περιοχή συνοδεύοντας τα εμπορικά σκάφη και αποτρέποντας πειρατικές ενέργειες, οι πολυμήχανοι Σομαλοί πειρατές ξαναχτύπησαν.

Πριν από λίγους μήνες, και συγκεκριμένα τον Ιανουάριο του 2014, το εμπορικό πλοίο υπό την ονομασία «MV Marzooqah» μετέδωσε σήμα κινδύνου στα ανοιχτά της Ερυθράς Θάλασσας. Ήταν όμως ήδη αργά. Οι πειρατές το είχαν καταλάβει και το οδηγούσαν στο Κόλπο του Άντεν. Το πλοίο είχε πλήρωμα Ινδικής, Αιγυπτιακής και Συριακής καταγωγής. Ο αριθμός των πειρατών που του επιτέθηκαν φημολογείται πως είναι 9.

Πως είναι δυνατόν να συνεχίζονται οι επιθέσεις σε πλοία, παρά τα εκτεταμένα μέτρα ασφαλείας;

Μέλη της ‘’Επιχείρηση Αταλάντα’’ ανέφεραν ότι οι πειρατές έδρασαν ενώ το πλοίο βρισκόταν βορειότερα, εκτός της υδάτινης περιοχής που καλούνται να προστατεύουν. Η Πλωτάρχης Jacqueline Sherriff, εκπρόσωπος τύπου της ‘’Επιχείρησης Αταλάντα’’, είχε αναφέρει τότε, ότι εάν και εφ’ όσον το πλοίο διέσχιζε τα νερά της περιοχής τους, θα διερευνούσαν την περιοχή μέσω αέρος. Ανέφερε, επίσης, ότι «καθώς το περιστατικό έλαβε χώρα στα νερά της Ερυθράς Θάλασσας, εντός χωρικών συνόρων και όχι σε διεθνή ύδατα, δεν θεωρείται πειρατεία, αλλά ναυτικό αδίκημα».
Όπως και να έχει, η τύχη του πλοίου με τη σημαία του Τόγκο, αγνοείται. Το τελευταίο λιμάνι που είχε αγκυροβολήσει βρισκόταν στη Σαουδική Αραβία.

Η ανησυχία στην παγκόσμια κοινότητα είναι δικαιολογημένη. Οι πειρατές δρουν έξυπνα και διαπραγματεύονται σκληρά.
Οι 11 ναύτες του εμπορικού πλοίου MV Albedo που είχε καταληφθεί από πειρατές και είχε οδηγηθεί στη Σομαλία, αφέθηκαν ελεύθεροι στις 7 Ιουνίου του 2014, μετά από 4(!) χρόνια ομηρείας. Κατάφεραν να δραπετεύσουν, όπως οι ίδιοι αναφέρουν, και με τη βοήθεια κάποιων εκ των πειρατών, να οδηγηθούν σε ένα κοντινό χωριό, απ’ όπου στρατιωτικές δυνάμεις τους περισυνέλεξαν και τους παρείχαν στέγη, φαγητό και ζεστό νερό για να πλυθούν, σε ένα ξενοδοχείο.

Όπως αναφέρει ο Omar Sheikh Ali Osoble ‘’πολλοί από τους ναύτες ήταν σε κακή κατάσταση. Μας ανέφεραν ότι τους βασάνιζαν και τους υποχρέωναν να τηλεφωνούν στους οικείους τους και να παρακαλούν για χρήματα ενώ δεχόντουσαν χτυπήματα από τους πειρατές.’’

Οι περιγραφές σκληρές. Τις πρώτες μέρες της πειρατείας οι πειρατές έδεσαν και έριξαν στο νερό το καπετάνιο, Jawad Khan, πυροβολώντας γύρω του και οι διαπραγματεύσεις με την ιδιοκτήτρια εταιρεία έπεσαν στο κενό με αποτέλεσμα ένας ναύτης πυροβολήθηκε εν ψυχρώ. Μετέπειτα, το περασμένο καλοκαίρι, το πλοίο έπεσε σε καταιγίδα και ξέσπασε φωτιά, με αποτέλεσμα να πνιγούν 5 ναύτες, αλλά και 5 ακόμα πειρατές, καθώς εγκατέλειπαν το πλοίο. Οι ναύτες, κατόπιν, οδηγήθηκαν σε ένα χαμόσπιτο κοντά στο λιμάνι του Χόμπιο στη Σομαλία όπου και παρέμειναν για το υπόλοιπο της ομηρίας τους.

Μια πηγή αναφέρει, ότι έχουν χάσει πολλά κιλά, αλλά ότι είναι καλά στην υγεία τους, αν συνυπολογίσουμε τα όσα έχουν περάσει.

Το MV Albedo, πλοίο Ιρανικής εταιρείας που διέσχιζε τα νερά με Μαλαισιανή σημαία, αποτελούνταν από 23 μέλη πληρώματος προερχόμενα από την Ινδία, τη Σρι-Λάνκα, το Πακιστάν, το Μπαγκλαντές και το Ιράν. Καταλήφθηκε από τους πειρατές το Νοέμβριο του 2010.

Οι πειρατές ζήτησαν από την ιδιοκτήτρια εταιρεία 8 εκατομμύρια δολάρια για να ελευθερώσουν το πλήρωμα. Πιθανολογείται ότι η εταιρεία δεν ήταν ασφαλισμένη και έτσι δε μπόρεσε να καταβάλει τα χρήματα.

Πακιστανός επιχειρηματίας κατάφερε να συγκεντρώσει το ποσό του 1,2 εκατομμυρίων δολαρίων και να ελευθερώσει τους πακιστανούς ομήρους. Δε συγκεντρώθηκαν παρόμοια ποσά, που να ικανοποιούσαν τους πειρατές, για τα υπόλοιπα μέλη. Και έτσι, η ομηρία τους συνεχίστηκε.

Δε γνωρίζουμε με ποιό τρόπο πείστηκαν να συνεργαστούν ορισμένοι πειρατές και να οδηγήσουν τους εναπομείναντες ναύτες στην ελευθερία. Το πιθανότερο είναι να συμφώνησαν σε ένα μικρότερο ποσό λύτρων.

Παρά τα μέτρα ασφαλείας, οι πειρατές συνεχίζουν να δρουν. Και εάν σοκαριστήκατε με την τετράχρονη ομηρεία, μάθετε πως το πλήρωμα του Prantalay 12 από τις Φιλιππίνες, είχε καταληφθεί τον Απρίλιο του 2012, και ακόμα αγνοείται…

Στεφανί Κεϊρούζ

Personal Jesus

Ποιος είναι τόσο δυνατός ώστε να μην πιστεύει σε κάποιο Θεό; Είναι ένα ερώτημα που δεν μπορεί να απαντηθεί από κανέναν πέρα από εμάς τους ίδιους. Βλέπετε η έννοια του «Θεού» και της «Θρησκείας» δεν έχει να κάνει με τα δόγματα πίστης αλλά με βαθύτερες πολιτιστικές αλλά και ψυχολογικές συνθήκες του ατόμου.

Ο Θεός, με κάθε μορφή και τρόπο λατρείας, θεσμική ή ατομική, ξεκινά από την ανθρώπινη αδυναμία. Σε κάθε φάση της ζωής, μας από τι στιγμή που ξεκινήσαμε σαν είδος αντιμετωπίζουμε δυσκολίες αλλά και κενά γνώσης. Αυτά προσπαθούμε να τα καλύψουμε με διαφόρους τρόπους και όταν βλέπουμε πως δεν ερμηνεύονται τους προσδίδουμε θεϊκή υπόσταση. Αυτή είναι μια πολύ απλοϊκή ερμήνευση της κοινωνικής κατασκευής των Θεών, όμως η θεοποίηση δεν είναι μονό θεσμική όπως προανέφερα. Ίσως είναι περισσότερες οι φορές που εξιδανικεύουμε μια κατάσταση ή άτομα μιας και πιστεύουμε πως αυτά έχουν καταφέρει πολλά και αντιγράφοντας τα, τείνουμε να μπούμε και εμείς στο μικρό τους «πάνθεον». Αυτό είναι μια μορφή ατομικής αντίληψης της θεϊκής υπόστασης που δρα καθαρά σε ψυχολογικό επίπεδο δίχως κάτι το μεταφυσικό.

Η ουσία όμως είναι πως για να θεοποιήσουμε κάτι σημαίνει πως το θαυμάζουμε σε τέτοιο βαθμό που θέλουμε να ταυτιστούμε μαζί του. Αλήθεια γιατί να αλλάξουμε το «είναι» μας και να μεταμορφωθούμε σε κάτι που δεν είμαστε; Εδώ ξεκινά ένα άλλο ζήτημα, η κρίση της ταυτότητας. Δεν είναι λίγες οι φορές που οι άνθρωποι για κοινονικοιστορικούς λόγους ανέπτυξαν φθόνο(κόμπλεξ) με το χρώμα τους, την φυλή τους ή την κουλτούρα από την όποια προερχόντουσαν μιας και η άρχουσα τάξη ήταν κάτι διαφορετικό (πχ Μichael Jackson). Αυτά τα άτομα λοιπόν λειτουργούν σαν οπαδοί μιας θρησκείας που κτίζουν μέσα τους σιγά σιγά από θαυμασμό για το διαφορετικό και την απογοήτευση τους για το πραγματικό «είναι» τους.

Η θρησκεία δεν είναι όμως η θεραπεία στο πρόβλημα αλλά επιδείνωση της κατάστασης. Προσωπικά θεωρώ πως η λύση σε κάτι τέτοιο προέρχεται μονάχα μέσα από τον εσωτερικό διάλογο, την αναγνώριση, του ποιος είσαι και την πλήρη αποδοχή του. Γιατί να κρυφτείς ή ακόμα χειρότερα να μπεις σε μια βάρβαρη διαδικασία να αλλάξεις την εμφάνιση σου και τον τρόπο επικοινωνίας σου; Αν τα κανείς αυτά καλλιεργείς απλά αυταπάτες.

Έτσι λοιπόν για μένα το μεγαλύτερο θάρρος το έχει ο «άθεος». Αυτός που απαρνιέται κάθε προσαρμογή σε ιδέες- καλούπια και παραμένει ελεύθερος και αυθεντικός. Εικάζεται πως ο πρώτος Θεός ήταν ο Ήλιος λόγο του φωτός που προσέφερε, την δυνατότητα δράσης των προϊστορικών ανθρώπων κυρίως την ημέρα αλλά και την αδυναμία τους να τον κοιτάξουν κατάματα. Έτσι θεώρησαν πως ότι δεν μπορούν να δουν είναι δυνατότερο και το προσκύνησαν. Σίγουρα όμως θα υπήρξε κάποια στιγμή ένας «άθεος» , ένας άνθρωπος που δεν δέχτηκε την κυρίαρχη ιδέα, τόλμησε να κοιτάξει τον «Πατέρα-Ήλιος» και να αντιληφθεί πως δεν τιμωρήθηκε. Αυτός ήταν και ο πρώτος πνευματικά ελεύθερος άνθρωπος στην πορεία του είδους μας, ήταν ο πρώτος «Άθεος» και ο πρώτος επαναστάτης.

Το παράδοξο που λέγεται επιλογή

Ναι ή όχι. Θέλω ή πρέπει. Θάρρος ή αλήθεια. Πάντα υπάρχει ένα δίλημμα, ένα ερώτημα που θέλει απάντηση, μια επιλογή που πρέπει να γίνει, ένα βήμα που πρέπει να κάνουμε. Τις περισσότερες φορές έχουμε το δικαίωμα της επιλογής ακόμη κι αν δεν είναι φανερό. Με το να λέμε ότι δεν υπάρχει επιλογή, το μόνο που καταφέρνουμε είναι να απαλλάξουμε προσωρινά τους εαυτούς μας από το βάρος της ευθύνης, κάτι που, τελικά, θα μας στοιχειώσει. Ποια απόφαση, λοιπόν, θα πάρουμε είναι εκείνο το στοιχείο, το οποίο θα κάνει όλη την διαφορά.

Ας υποθέσουμε ότι η ζωή μας είναι ένας δρόμος, τότε αντίστοιχα, οι πινακίδες είναι οι επιλογές μας. Δεξιά ή αριστερά. Ευθεία. Αναστροφή. Κάθε επιλογή, ένας άλλος προορισμός, μια άλλη διαδρομή, η οποία με τη σειρά της θα μας οδηγήσει σε άλλους δρόμους με άλλες πινακίδες και πάει λέγοντας. Συνεπώς, δημιουργείται ένα πλέγμα, ένας περίτεχνος ιστός ο οποίος αποτελείται από τις επιλογές τις οποίες έχουμε τη δυνατότητα να κάνουμε και τα πιθανά τους αποτελέσματα.

Μπορεί, λοιπόν, αυτό που ονομάζουμε τύχη ή πεπρωμένο -έννοιες τόσο αόριστες και θολές- να είναι απλώς το αποτέλεσμα των επιλογών των υπόλοιπων ανθρώπων και των προσωπικών τους ιστών, τις οποίες, προφανώς, είναι ακατόρθωτο να προβλέψουμε. Μπορεί. Μακάρι.

Μακάρι, γιατί δεν θα ήθελα να πιστέψω ότι βασίζω τη ζωή μου σε μια χίμαιρα, σε κάτι άπιαστο. Προτιμώ να πιστεύω ότι έχω λόγο σε ό,τι μου συμβαίνει κι ό,τι πρόκειται να μου συμβεί παρά να νομίζω ότι το μέλλον μου είναι ένα κεφάλαιο σε ένα βιβλίο κάπου στο σύμπαν του οποίου το περιεχόμενο δεν πρόκειται να αλλάξει ό,τι κι αν κάνω. Κι ας είμαι λάθος. Αλλά, ίσως, και να μην είμαι.

Ποιά είναι, όμως, η σωστή επιλογή; “Σωστό” σύμφωνα με το λεξικό είναι το ηθικά καλό, το δικαιολογημένο, το χρηστό, το αποδεκτό. Όμως, στον πραγματικό κόσμο, το “σωστό” δεν έχει ορισμό. Ανήκει σε αυτήν την ομάδα λέξεων μαζί με το καλό, το κακό, το λάθος, την αλήθεια, τη δικαιοσύνη, οι οποίες αποτελούν μια γκρίζα ζώνη. Μια ζώνη όπου όλα είναι σχετικά και ανάλογα τόσο με εκείνον που θα χρησιμοποιήσει αυτές τις λέξεις όσο και με το περιεχόμενο στο οποίο θα ενταχθούν.

Συνεπώς, αντικειμενικά απόλυτα σωστές επιλογές δεν υπάρχουν. Υπάρχουν, όμως, εναλλακτικές επιλογές. Αυτό, το οποίο προσπαθώ να πω είναι ότι όποια επιλογή από τις διαθέσιμες επιλογές κι αν κάνουμε αυτόματα, θα βρεθούμε αντιμέτωποι με τους προαναφερθείς ιστούς. Κάθε επιλογή κι ένας ιστός. Κάθε επιλογή κι ένα νέος δρόμος με τους δικούς του όρους, με τα δικά του μέτρα και σταθμά.

Δεν θα μάθουμε ποτέ ποιός είναι ο σωστός δρόμος ή αν, όντως, υπάρχει σωστός δρόμος γιατί καθένας είναι μοναδικός. Και δεν μπορούμε να συγκρίνουμε ανόμοια πράγματα, έτσι δεν είναι;

Έτσι, λοιπόν, τη στιγμή που κάνουμε μία επιλογή, που διαλέγουμε έναν δρόμο από τους πολλούς, εκείνη τη στιγμή, όλοι οι άλλοι δρόμοι, όλες οι άλλες επιλογές σβήνονται σαν κεριά, λες και δεν υπήρξαν ποτέ. Ίσως και να μην υπήρξαν.

 

Απορρίμματα και απορίες

Έχω θέμα με τα σκουπίδια παντός τύπου. Όχι αυτά καθαυτά τα σκουπίδια που δείχνουν το μέγεθος του καταναλωτικού πολιτισμού μας αλλά με τον τρόπο που τα διαχειριζόμαστε και την ελαφρότητα με την οποία αντιμετωπίζουμε την απόρριψή τους.

Μιλώ για την τρομακτική έλλειψη παιδείας που χαρακτηρίζει πολλούς Ελληναράδες εξ ημών να πετάνε απ’ το παράθυρο του αυτοκινήτου τους στην εθνική οδό Αθηνών-Πατρών, πλαστικά κυπελάκια με υπόλοιπο καφέ, χρησιμοποιημένα χαρτομάντηλα, κουτάκια από αναψυκτικά και γενικώς ό,τι περισσεύει, καταμεσίς του ‘εθνικού’ δρόμου και με κίνδυνο να σκάσουν στο παρμπρίζ κάποιου άλλου άτυχου οδηγού που ακολουθεί αυτούς που δεν ‘ανέχονται’ σκουπίδια στο αυτοκίνητό τους.

Έχω δει συναδέλφους οδηγούς σταματημένους στα φανάρια της λεωφόρου Κηφισίας να δράττονται της ευκαιρίας να αδειάσουν το τασάκι τους στο δρόμο! Έχω βρίσει σαν την συμπαθή τάξη των αχθοφόρων -Θου Κύριε!- πάνω από 30 χρόνια που οδηγώ και δεν έχει τίποτα αλλάξει.

Απορώ και προβληματίζομαι για την οφθαλμοφανή έλλειψη παιδείας και τελικά πολιτισμού που διακατέχει πολλούς από εμάς στην χώρα που γέννησε την Δημοκρατία και τον πολιτισμό, γιατί συμπεριφερόμαστε συχνότατα δυστυχώς και αντιδημοκρατικά μα και απολίτιστα; Αναρωτιέμαι μήπως είναι κάποιο είδος κακώς εννοούμενης μαγκιάς και αντίδρασης ή και πρόκλησης ή μήπως παγερή αδιαφορία για τον περιβάλλοντα χώρο, και έλλειψη σεβασμού για τον συνάνθρωπο και γενικά τον διπλανό;

Έχουμε την τάση να μιμούμαστε το ‘κακό’ και την ευκολία. Έχουμε μάθει να θεωρούμε ξένο τον χώρο έξω από την πόρτα μας, την πόλη μας ξένη. Μια εποχή που έμενα στα Εξάρχεια, η κυρία του 1ου ορόφου έβγαζε τα σκουπίδια της έξω από την πόρτα του διαμερίσματός της για διανυκτέρευση –πού να τα κατεβάζει νυχτιάτικα στο σκουπιδοτενεκέ!- κι εγώ υποχρεωτικά για να φτάσω στο 2ο που έμενα, έπαιρνα και μια τζούρα δυσωδίας αποσύνθεσης μέχρι τον όροφό μου όσες φορές επέλεγα ν’ ανέβω από τις σκάλες. Τα ίδια και όταν έμενα στο πιο ‘πολιτισμένο’ προάστιο της Κηφισιάς.

Και το φαινόμενο δεν περιορίζεται στα οικιακά σκουπίδια ή στους αυτοκινητιστές και γενικώς τους επιβαίνοντες οχημάτων -ακόμα και πόρτα ανοίγει ο οδηγός για να φτύσει στο δρόμο- αλλά και στους πεζούς που πετάνε ό,τι περισσεύει από την τυρόπιτα, τα τσιγάρα, τις συσκευασίες προϊόντων κατανάλωσης, στο δρόμο. Θυμήθηκα τις ταμπέλες στα καφενεία της 10ετίας του ’60 ‘Μη πτύετε επί του δαπέδου’ κι ένα μεταλλικό κουτί σε κάποιο τοίχο του με την επιγραφή ‘Πτυελοδοχείον’ που όντας παιδάκι τότε μου έκαναν τεράστια εντύπωση.

Τον τελευταίο καιρό είμαι μόνιμος κάτοικος της μαγευτικής Καστέλλας και κάνοντας βόλτες να γνωρίσω την περιοχή κατέβηκα στην ακτή ‘Bοτσαλάκια’ κι έπαθα σοκ από την ποικιλότητα και την ποσότητα των σκουπιδιών που συνωστίζονταν σε 500 μέτρα παραλίας. Εκτός από τα γνωστά πλαστικά μπουκαλάκια νερού και τα τενεκεδένια κουτιά αναψυκτικών, υπήρχαν σαγιονάρες μονές, αθλητικά παπούτσια, προφυλακτικά χρησιμοποιημένα και αχρησιμοποίητα, μπρατσάκια σκισμένα, σανίδες κολύμβησης θαλασσοδαρμένες και άλλα αντικείμενα απροσδιόριστης ταυτότητας. Τι κι αν ο αείμνηστος Κάπταιν Βασίλης Κωνσταντακόπουλος με την Helmepa Junior προσπάθησε να χτυπήσει το κακό στη ρίζα του (καμπάνια στα σχολεία) με την προτροπή του γλάρου-σήμα ‘όχι σκουπίδια, όχι πλαστικά σε θάλασσες κι ακτές’.

Δεν λέω όλοι, σαφώς υπάρχουν πολλοί που κρατούν τα σκουπίδια τους μέχρι το επόμενο δοχείο και πιθανόν να έχει μειωθεί ο αριθμός αυτών που αβασάνιστα τα πετούν όπου σταθούν κι όπου βρεθούν, κι αν τους ρωτήσεις γιατί, θα σου απαντήσουν πως δεν υπάρχουν αρκετά απορριματοδοχεία ή είναι γεμάτα και άλλα πιο ευρηματικά. Απορώ όμως αν κρατούν την ίδια στάση στο σπίτι τους!

Την επόμενη φορά -λίγους μήνες αργότερα- που ξανακατέβηκα στα ‘Bοτσαλάκια’ διαπίστωσα πως τα σκουπίδια τα μαζεύουν για την καλοκαιρινή σαιζόν. Δεν ξέρω αν η πρωτοβουλία είναι ιδιωτική ή του Δήμου, ούτε είναι το ζητούμενο εκεί. Το θέμα είναι να μη χρειάζεται παρά μονάχα η ατομική πρωτοβουλία, να κρατάει ο καθένας το σκουπίδι του στην τσέπη του ή στο σάκο του ως να το απορρίψει εκεί που προβλέπεται, για να έχουμε μία ακτή και κατ’ επέκταση μία χώρα καθαρή όλο τον χρόνο, κι όχι μία χώρα καλοκαιρινή της αρπαχτής.

Με αφορμή τον λόγο ενός ‘μη Έλληνα’ στα ναυτιλιακά σχετικά πρόσφατα, θυμήθηκα τα λόγια του Αριστοτέλη «Είμαστε αυτό που κάνουμε κατ’ επανάληψη. Η αρίστευση λοιπόν δεν είναι μία πράξη αλλά μία συνήθεια». Ευελπιστώ πως τούτο το φαινόμενο θα εκλείψει σε κάποια από τις επόμενες γενιές και μάλιστα εύχομαι να είναι η αμέσως επόμενη, όταν για τον καθένα χωρίς εξαίρεση, η ευγενική πράξη γίνει συνήθεια.