Το χρέος του καθενός

Δεν είναι θέμα τιμωρίας. Ναι, φυσικά, και χρειάζεται σε μια ευνομούμενη πολιτεία η παρανομία να τιμωρείται, αλλά η ουσία δε βρίσκεται εκεί. Μια δημοκρατία επιτυγχάνει όταν δε χρειάζεται να τιμωρήσει, όταν λειτουργεί εύρυθμα.

«Λειτουργεί», τι λέξη κι αυτή. Η κοινωνία λειτουργεί όταν οι λειτουργοί αντιλαμβάνονται το ρόλο τους. Για σταθείτε, όμως: Βαθυστόχαστο αυτό για κάποιους. Βαθυστόχαστο και απλοϊκό συνάμα.

Η ομάδα που διώκεται για τις κλοπές στα μέσα μεταφοράς έσφαλε και θα πληρώσει γι’ αυτό. Δε θα σταθώ εκεί. Εξάλλου δεν έχει και κάποια αξία να σας απασχολήσω με το δικό τους σφάλμα. Θα σταθώ, όμως, στους δικηγόρους και τους ιδιωτικούς αλλά και της ΕΛ.ΑΣ. αστυνομικούς που παράνομα τους παρείχαν κάλυψη.

Αυτοί οι άνθρωποι αναδεικνύουν την επιτακτική ανάγκη να μη χάσει η κοινωνία μας την έννοια του λειτουργού, και είναι βέβαιο ότι καθένας από εμάς είναι λειτουργός για το σύνολο. Καθένας από εμάς εργάζεται σιωπηλά ή πιο φανερά για την εύρυθμη λειτουργιά αυτής της κοινωνίας. Στο δίλημμα μεταξύ χρήματος και εντιμότητας, είναι χρέος του καθενός να επιλέξει την εντιμότητα. Στο δίλημμα μεταξύ συμπόρευσης και απομόνωσης των επιόρκων λειτουργών είναι χρέος του καθενός να επιλέξει την απομόνωση τους. Τότε ακριβώς θα αρχίσουμε δειλά δειλά να μιλάμε για μία κρίση αξιών, που παύει να υπάρχει. Άσχημα τα ψέματα.

Οι κοινωνίες προοδεύουν όταν το ατομικό ήθος καθορίζεται από το συλλογικό συμφέρον. Όσο λιγότερο συμβαίνει αυτό, τόσο περισσότερο οι νόμοι της ζούγκλας θα διέπουν την εκάστοτε ανθρώπινη κοινωνία.

Κι εδώ θα σημειώσω δυο πράγματα για τον προβληματισμό του καθενός:

Πρώτα, πριν μερικά χρόνια σε μια κατά το πλείστον βαρετή ομιλία άκουσα έναν άνθρωπο να κλείνει διερωτώμενος αν τελικά ο τίμιος είναι αυτός που δεν έκλεψε ή αυτός που του δόθηκε η ευκαιρία να κλέψει και δεν το έκανε.

Κι έπειτα, ο άνθρωπος που αθετεί το ρόλο του λειτουργού για το χρηματικό συμφέρον πως πιστεύει άραγε ότι βλέπει το παιδί του τις πράξεις του όταν αποκαλύπτονται; Ποιο όραμα να έχει άραγε για τη λειτουργία και τους κανόνες της αυριανής κοινωνίας που σήμερα οικοδομεί και αύριο θα παραδώσει στους συνεχιστές της.

Μια μεταρρύθμιση επιτακτική

Η Ελλάδα μαστίζεται από την έλλειψη του «επιχειρείν». Η Ελλάδα έχει περιέλθει σε ένα φαύλο κύκλο παραγωγής επιστημόνων και ώθησής τους εκτός συνόρων.

Το βασικότερο όλων είναι ότι το σύστημα αυτό είναι αυτοτροφοδοτούμενο. Ένας ιός που βρίσκεται στον ανθρώπινο οργανισμό, κι ενώ ο ίδιος θέλει να τον αποβάλει, ταυτόχρονα άθελά του τον τρέφει και τον διογκώνει.

Ποιος νέος θέλει να επιχειρήσει στην Ελλάδα; Έναντι ποιας ευρωπαϊκής χώρας η Ελλάδα μοιάζει ανταγωνιστική ως προς τη φορολογία και το κόστος εργασίας; Eξηγώντας το χαρακτηριστικό της αυτοτροφοδοσίας, η πραγματικότητα δείχνει ότι ολοένα και περισσότεροι νέοι οδηγούνται στην αναζήτηση εργασίας στο εξωτερικό, ενώ το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με τη σταδιακή συνταξιοδότηση των ήδη εργαζομένων, θα αυξάνει τόσο το κόστος εργασίας όσο και τη φορολόγηση.

Το γιατί όμως οι νεότεροι είναι αυτοί που εξωθούνται, ενώ όσο η ηλικία αυξάνει τα ποσοστά εξόδου από τη χώρα φθίνουν, απαντάται από το στοιχείο της ελαστικότητας. Όσο η ηλικία αυξάνει, τόσο λιγότερο ο άνθρωπος επιλέγει να ρισκάρει επιδιώκοντας ένα διαφορετικό μέλλον.

Όσο η ηλικία αυξάνει, τόσο μειώνεται κατά μέσο όρο η ελαστικότητα στο ρίσκο. Μία στάση αυξανόμενης αδράνειας, δίχως κάποιο ιδιαίτερο αντίκτυπο, όπως είναι αναμενόμενο.

Έχω στο μυαλό μου δυο βασικές κατηγορίες νέων που αποχωρούν από τη χώρα. Από τη μια πλευρά εκείνους οι οποίοι μετά την κτήση του βασικού τίτλου σπουδών, με την οικονομική στήριξη της οικογένειας αναζητούν διέξοδο στο εξωτερικό και από την άλλη πλευρά εκείνους οι οποίοι παρέμειναν λίγα χρόνια και τελικά αψήφησαν την αρχική τους άρνηση να αναζητήσουν εργασία εκτός Ελλάδος είτε λόγω εμμονής με αυτή τη χωρά είτε λόγω οικονομικής αδυναμίας.

Η ανθρώπινη φθορά υπάρχει και στις δύο κατηγορίες, αλλά το μέγεθος καλό θα ήταν να αναλογιστεί κανείς ότι ποικίλει.

Και όσο ευχάριστο είναι μια χώρα να καταφέρνει να παράγει ένα ιδιαίτερο, ανταγωνιστικό προϊόν και έπειτα να το εξάγει στο εξωτερικό, τόσο δυσάρεστο είναι να αναπτύσσει τους ορίζοντες ανθρώπων και να τους ωθεί εκτός των συνόρων της. Και πάνω σε αυτό θα προσθέσω δυο γραμμές καθαρά πρακτικές: Πρώτα, το γεγονός ότι η αγορά εργασίας δε συμπεριφέρεται όπως κάθε άλλο προϊόν εφόσον η εξαγωγή ενός ανθρώπου δεν έχει οικονομικό αντίκτυπο (και βασικό εργαλείο εδώ δε μπορεί να είναι άλλο από το ισοζύγιο εισαγωγών-εξαγωγών).

Έπειτα ένα προϊόν δεν έχει συμπεριφορική διάσταση. Ο άνθρωπος το κατευθύνει και αποφασίζει πως και που θα το διανέμει. Αντίθετα η ανθρώπινη εργασία ταυτίζει το προϊόν και τον άνθρωπο. Η διαφορά είναι προφανής: Ο εξαναγκασμός εξόδου από τη χώρα για εύρεση εργασίας φθείρει τους εξαναγκαζόμενους, και σε σύνδεση με το στοιχειό της ελαστικότητας που ήδη ανέφερα, κυρίως τις νέες γενιές.

Δε θα συζητήσω εάν συνεχής λιτότητα ήταν ή αποτελεί λύση για την ελληνική οικονομία. Η ουσία της λύσης του ελληνικού προβλήματος εξάλλου, δε βρίσκεται εκεί. Η ταφόπλακα της ελληνικής οικονομίας μπαίνει όταν το δυνητικό μέλλον καταστρέφεται.

Στην περίπτωση της Ελλάδας, το «καλό» σενάριο του δυνητικού μέλλοντος περιλαμβάνει ασφαλώς ένα εκπαιδευμένο ανθρώπινο δυναμικό, το οποίο γίνεται αρωγός της οικονομικής ανάπτυξης της χώρας. Σε αυτό χρειάζεται να μπει ένας φραγμός, ο οποίος θα πρέπει να εξασφαλίζει μία κόκκινη γραμμή ανόδου του «επιχειρείν», με άμεσα μέτρα αφ’ ενός μεν στην φορολογία των επιχειρήσεων, αφ’ ετέρου δε στο κόστος εργασίας.

Κανείς δε θέλει να γίνεται μάντης κακών, αλλά εφόσον δε γίνουν οι απαραίτητες μεταρρυθμίσεις, η ελληνική οικονομία θα βαραίνει κάτω από την απλή παρατήρηση της παραγωγής επιστημόνων και του δημογραφικού της προβλήματος (που ήδη αντιμετωπίζει, αλλά σε μία γενιά θα έχει δυσβάσταχτες οικονομικά συνέπειες).

Αναλογίζομαι το θλιβερό του πράγματος: Ο απόφοιτος του ελληνικού πανεπιστημίου, δεν αποτελεί τίποτα παραπάνω από το προϊόν της επένδυσης του ελληνικού κράτους στο πρόσωπο αυτό. Αν ορίσω «επιτυχή» την επένδυση στην οποία ο νέος θα ξεκινήσει να παράγει για αυτή τη χώρα, ενώ την ορίσω σαν «ανεπιτυχή»,το ρίσκο της («βίαιης») εξόδου του από τη χώρα, η ελληνική κοινωνία βαθαίνει κάτω από ένα θλιβερό ισοζύγιο, το οποίο χρίζει επιτακτικής αντιμετώπισης.

Πολιτικά κάλαντα

 

Χρόνια πολλά σε όλες και όλους. Παραμονή Πρωτοχρονιάς σήμερα και ήρθε η ώρα να ‘πούμε τα κάλαντα στους πολιτικούς μας. Να τα ‘πούμε; Ακολουθεί ειδική αφιέρωση στον αγαπητό πρωθυπουργό μας Αλέξη Τσίπρα.

Kαλήν ημέραν άρχοντες και αν είναι ο πρωθυπουργός μας καλοσυνάτος, κεφάτος και χαρά όλο γεμάτος, οι Βρυξέλλες τρέμουν, το Βερολίνο ουρλιάζει και η Ουάσιγκτον σωπάζει. Περιοδεύων σε όλη την Ελλάδα, δίδει το σύνθημα της επαναστατικής αλλαγής και της ρήξης με την πολιτική Ευρώπη. Αφού εξαντλήσει κάθε επαναστατικό αποθεματικό του, συνθηκολογεί με οτιδήποτε προτείνεται, διαπραγματευόμενος σκληρά, δίνοντας ηρωϊκες μάχες και παραδίδοντας γή και ύδωρ. Αμφιταλαντευόμενος ανάμεσα στο ριζοσπαστισμό και στον πολιτικό ρεαλισμό, χάνεται και αναλώνεται. Άλλωστε, όταν πατάς σε δύο βάρκες, βουλιάζεις.

Παρα ταύτα, διαθέτει χιούμορ, χαμόγελο, χαβαλέ. Ότι πρέπει δηλαδή για την παρέα μας. Σας προσκαλούμε για κρασί αύριο, μην αναλώνεστε άλλο. Για το καλό σας το λέμε.

Καλά Χριστούγεννα κύριε πρωθυπουργέ σε σας και στην οικογένειά σας. Ευχόμαστε  το άστρο λαμπρό να σας οδηγήσει και να πράξετε το ορθόν. Και όχι ως μάγος με τα δώρα, να μοιράζετε ‘μποναμά’, όταν με το αφορολόγητο και την αναπροσαρμογή (περικοπή δηλαδή) θα τα αφαιρέσετε εις τριπλούν απο το μηνιαίο εισόδημα των συνταξιούχων.

Καλήν ημέραν άρχοντες και αν είναι ο Κυριάκος Μητσοτάκης δημιουργικός και ορεξάτος, η χώρα μας θα αναστηθεί. Δηλώνει πανέτοιμος να αναλάβει την διακυβέρνηση. Πανέτοιμος, όμως, να αναλάβει και το πολιτικό κόστος των δυσμενών αποφάσεων της παρούσας κυβέρνησης, εφαρμόζοντας τις δεσμεύσεις της έναντι των εταίρων; Κάποιοι σας προτρέπουν να αφήσετε τον ΣΥΡΙΖΑ να πιεί το κώνιο του τρίτου μνημονίου ολομόναχος και άλλοι σας ωθούν να κυβερνήσετε το συντομότερο δυνατόν. Σίγουρα, υπεύθυνη στάση δεν αποτελεί η παραίτηση, αλλά η ανάληψη της εθνικής ευθύνης, ανεξαρτήτως πολιτικού κόστους.

Όλες οι ελπίδες στηρίζονται πανω στο πρόσωπό σας και ιδιαίτερα απο την νέα γενιά. Παθογένειες του ελληνικού πολιτικού συστήματος; Να εκριζωθούν χθές. Αν δοκιμαστείτε εσείς και αποτύχετε, η χώρα θα βυθιστεί στο χάος. Η ευθύνη είναι τεράστια.

Καλά Χριστούγεννα σε σας και στην οικογένεια σας. Ευχόμαστε να τηρήσετε τις δεσμεύσεις σας, να χαίρει η Ελλάς όλη. Συμφωνία αλήθειας είπαμε, όχι (α)συμφωνία αθετημένων υποσχέσεων.

Ψάλλοντας τα κάλαντα στους δύο κορυφαίους πολιτικούς ηγέτες, διαπιστώνεις τις διαμετρικά αντίθετες προσωπικότητες τους. Κατα δυστυχίαν, η απαραίτητη εθνική συννενόηση δεν μπορεί να επέλθει, κυρίως λόγω της απροθυμίας της κυβέρνησης.

Αυτές τις μέρες, γίνεται όλο και πιο ορατή η κρίση βιοτικού επιπέδου που βιώνει η ελληνική κοινωνία. Άστεγοι συμπολίτες μας, ανήμποροι, άποροι χρειάζονται την βοήθεια όλων μας. Η κοινωνική αλληλεγγύη σώζει μερικώς την κατάσταση, αλλα χρειάζεται η συγκρότητηση κοινωνικών δομών εκ μέρους της πολιτείας.

Αν σε ένα ζήτημα απαιτείται συννενόηση είναι η κοινωνική κρίση . Μην λησμονούμε ότι επίκεντρο της πολιτικής είναι ο άνθρωπος.

Υγεία και ευτυχία σε όλο τον κόσμο. Αγάπη και αλληλεγγύη στον συνάνθρωπο μας. Εύχομαι, η γέννηση του Θεανθρώπου να μας οδηγεί με αυτό το μύνημα.

Social media και πολιτική

Ο ρόλος της πολιτικής επικοινωνίας είναι καταλυτικός για την εξέλιξη της πολιτικής διαδικασίας, καθώς η πολιτική και η επικοινωνία βρίσκονται σε μια διαρκή σχέση αλληλεπίδρασης.

Στην εποχή μας, έχει αναδειχθεί μια «πολιτική βιομηχανία», όπου επικοινωνιολόγοι ή αλλιώς spin doctors, σύμβουλοι, διαφημιστές επιδίδονται στην μάχη του πολιτικού ανταγωνισμού για την προσέλκυση των ψηφοφόρων-καταναλωτών. Υπάρχουν τέσσερεις προσεγγίσεις ως προς το φαινόμενο της πολιτικής επικοινωνίας.

Η εργαλειακή προσέγγιση εκλαμβάνει το πεδίο των ΜΜΕ, ως το μέσο δια του οποίου οι πολιτικοί θα χειραγωγούν την κοινή γνώμη. Η οικουμενική προσέγγιση αφορά μια διαδικασία-αλληλεπίδραση μεταξύ πολιτικών και πολιτών ως προς την μετάδοση και ανταλλαγή πληροφοριών.

Στην ανταγωνιστική προσέγγιση, οι δρώντες επιδίδονται σε έναν ανταγωνισμό με στόχο την επιρροή και την ποδηγέτηση της κοινής γνώμης , μέσω των κυρίαρχων μέσων επικοινωνίας. Η διαλογική προσέγγιση που αντλεί τις θεωρητικές της πηγές απο την αρχαία ελληνική διανόηση αποσκοπεί στην ολοένα και μεγαλύτερη διείσδυση των πολιτών στην δημόσια σφαίρα, στο πλαίσιο της διαβούλευσης και του δημοκρατικού διαλόγου.

Σε αυτήν την κατηγορία εμπίπτουν τα social media, τα οποία δινουν περιθώρια για την ένταξη του κοινού στην πολιτική επικοινωνία.

Η είσοδος των social media στην ανθρώποτητα προκάλεσε κοσμογονικές αλλαγές σε όλες τις πτυχές του κοινωνικού βίου.

Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης επιδρούν στην πολιτική διαδικασία, δίδοντας περιθώρια αναβάθμισης του ρόλου των πολιτών στο πολιτικό σύστημα, μέσω «ευκαιριών συμμετοχής».

Η προεκλογική καμπάνια του Ομπάμα στο 2008 αποτέλεσε μια πραγματική επάνασταση στον χώρο της πολιτικής επικοινωνίας. Ο Αμερικάνος πρόεδρος καλούσε τους πολίτες να συμμετέχουν σε δημόσιο διάλογο για τα πολιτικά ζητήματα. Δεσμεύτηκε ως προς την ανοιχτή ηλεκτρονική διακυβέρνηση, την διαφάνεια και την συμμετοχή. Μέσω του διαδικτύου, ο Ομπάμα ήλθε σε άμεση επαφή με τους πολιτές, ενώ μείωσε το κόστος των προεκλογικών εξόδων. Η ηλεκτρονική διακυβέρνηση προσέφερε την ευκαιρία πρόσβασης των πολιτών στα δημόσια έγγραφα.

Οι πολίτες δύνανται να αυτοοργανωθούν και να αναλάβουν πρωτοβουλίες, αξιοποιώντας την δυναμική των social media. Η αυτοοργάνωση των πολίτων αναιρεί την αναγκαιότητα της διαμεσολάβησης κομμάτων, προκειμένου ο πολίτης να αναπτύξει πολιτική δράση.

Μέσα απο το μαζικό κάλεσμα στο διαδίκτυο, οργανώθηκαν τα κινήματα των Αγανακτισμένων σε Ελλάδα-Ισπανία και το κίνημα της Occupy Wall Street. Αναδύεται μια «νέα ισορροπία δύναμης» που εν πολλοίς υποκαθιστά τον ρόλο των κυρίαρχων μέσων ενημέρωσης.

Ωστόσο, παρότι τα πολιτικά πρόσωπα χρησιμοποιούν τα social media, απουσιάζει ο διάλογος και η παρέμβαση. Οι πολιτικοί αντιπρόσωποι αρκούνται στην χρήση τους για λόγους αυτοπροβολής. Οι σπάνιες διαδικτυακές συζητήσεις μεταξύ πολιτών και πολιτικών διεξάγονται για λόγους εντυπωσιασμού. Τα πολιτικά πρόσωπα αποκρίνονται στις ερωτήσεις των πολιτών κατα τρόπο που θυμίζει έντονα τις συνεντεύξεις τους στα τηλεοπτικά πάνελ.

Προς το παρόν, τα social media χρησιμεύουν ώς ένα έξυπνο και φθηνό εργαλείο για την προεκλογική καμπάνια ενός υποψηφίου, για την προώθηση του πολιτικού μυνήματος και για λόγους επικοινωνιακής αντιπαράθεσης.

Τα κοινωνικά κινήματα απευθύνουν κάλεσμα για μαζικές συγκεντρώσεις, μέσω των σόσιαλ μίντια. Η πρακτική αυτή δεν διαφέρει σε τίποτα απο τα παραδοσιακά μέσα συγκρουσιακής πολιτικής δράσης, δια των οποίων οι πολίτες αρκούνται στην διαμαρτυρία, δίχως να αξιώνουν την θεσμική είσοδο της κοινωνίας στο πολιτικό σύστημα.

Έχοντας, ως αφετηρία ανάλυσης μας τα εξελιγκτικά στάδια της των πολιτείων, ανακύπτει το εξής ερώτημα: «Κατά πόσο είναι εφικτή η απευθείας μετάβαση της ανθρωπότητας απο το προ-αντιπροσωπευτικό στάδιο στο τελειωτικό στάδιο της ανθρώπινης ανάπτυξης, δηλαδή την δημοκρατική πολιτεία;»

Η συγκρότηση του τεχνοδιακτυακού επικοινωνιακού συστήματος εξαρτάται τόσο απο τις μορφές που θα λάβει η εξέλιξη της τεχνολογικής προόδου, όσο και απο τις μορφές διεκδίκησης της κοινωνίας έναντι της αυτονόμησης του πολιτικού φαινομένου και της πλήρους εξάρτησης του απο τους κανόνες των διεθνών αγορών.

Η προοπτική της συνάντησης κοινωνίας-πολιτικής στο τεχνοδικτυακό περιβάλλον διαφαίνεται στον ορίζοντα και η πραγμάτωση της δημοκρατίας θα καταστεί αναπόφευκτή. Στην παρούσα φάση, προϋποτίθεται η θεσμοθέτηση της ένταξης της κοινωνίας των πολιτών στο πολιτικό σύστημα, προκειμένου τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης να αποβούν εργαλεία συνάντησης της κοινωνίας με την πολιτική.

 

Αναζητούνται καθηγητές που αγαπούν τη δουλειά τους

Τι είναι όμως ο καθηγητής; Τι σημαίνει αυτή η λέξη που έχει γίνει πολλές φορές αντικείμενο σκληρής κριτικής και άλλες αφορμή για να γραφτούν «παιάνες» και τιμητικοί ύμνοι. Τι σημαίνει καθοδηγώ κάποιον;

Είναι το ίδιο με το να δώσεις κάποιες οδηγίες πορείας σε κάποιον που έχει χαθεί στο δρόμο; Ποιος σε έχει καθοδηγήσει για να μπορείς με σιγουριά για σένα και ασφάλεια για τον άλλον να καθοδηγείς εσύ στο μέλλον;

Τα ερωτήματα πολλά και οι απαντήσεις λίγες. Ας επιλέξουμε όμως ένα ερώτημα, το οποίο θα προσπαθήσουμε να απαντήσουμε παρακάτω.

Το πιο σημαντικό ερώτημα που δημιουργείται στην Ελλάδα του 2016 είναι το εξής: «Υπάρχουν εκκολαπτόμενοι καθοδηγητές, φοιτητές ή πτυχιούχος δηλαδή, τους οποίους θα εμπιστευτείς για την εκπαίδευση του παιδιού σου;»

Η λίγων ετών εμπειρία που απέκτησα μου λέει πως πρέπει να μας απασχολήσει το ζήτημα. Ο λόγος σαφής. Τα σχολεία και τα πανεπιστήμιά μας βρίθουν από ανθρώπους που αρέσκονται να κουβαλούν τον τίτλο του φιλολόγου αλλά δεν νοιάζονται πραγματικά για το βαθύτερο νόημα της λέξης «καθηγητής».

Δεν θέλουμε λοιπόν να αρχίσουμε να κολλάμε αφίσες, στις οποίες θα αναζητούμε εναγωνίως καθηγητές, ανθρώπους που διαλαλούν ότι ασκούν αυτό το «λειτούργημα», όπως το χαρακτήρισε ένας φίλος, όχι με γνώμονα το γόητρο αλλά την παιδεία.

Κοιτίδα του προβληματισμού, το Κοινωνικό Φροντιστήριο Αγίου Δημητρίου (ΚΦΑΔ). Γιατί φίλε, φοιτητή του τμήματος Φιλολογίας, δεν δουλεύεις στο ΚΦΑΔ του Δήμου σου;

Δεν γνωρίζεις ότι υπάρχει, ασχολείσαι με κάτι άλλο και δεν έχεις χρόνο ή φοβάσαι για το πόσο δύσκολο μπορεί να είναι;

Οι απαντήσεις λιτές και κατανοητές. Ενημερώσου, ασχολήσου με τις ευκαιρίες που σου δίνονται όσον αφορά την επαγγελματική σου κατάρτιση, τόλμα να αντιμετωπίσεις τους φόβους σου.

Και τώρα, η πιο σοβαρή ερώτηση. Σου προσφέρει καλύτερη πρακτική το τμήμα σου; Η απάντηση είναι όχι.

στιγμιότυπο από την ταινία "Ο Δάσκαλος που άφηνε τα παιδιά να ονειρεύονται." / "Le Maître qui laissait les enfants rêver", Daneil Losset, 2007
στιγμιότυπο από την ταινία «Ο Δάσκαλος που άφηνε τα παιδιά να ονειρεύονται.» / «Le Maître qui laissait les enfants rêver», Daneil Losset, 2007

Πώς πιστεύεις ότι θα καταλάβεις αν είσαι ικανός να κάνεις αυτή τη δουλειά; Δυνατότητα-Ικανότητα κατά Αριστοτέλη, ξέρεις εσύ! Η απάντηση είναι απλή, σίγουρα όχι μέσω του «άχρωμου» και άβολου, από άποψη χώρου, ιδιαιτέρου μαθήματος.

Δοκίμασέ το τουλάχιστον, και αν δεν το αντέξεις, άφησέ το. Τόλμα το!

Το επάγγελμα αυτό είναι ιδιαίτερο, θέλει αντοχές, υπομονή, καλή διαχείριση χρόνου, πρόγραμμα, ευφυΐα, προσαρμοστικότητα, μεταδοτικότητα και άλλα πολλά.

Σε κούρασα; Ναι, αυτό το επάγγελμα είναι πολύ κουραστικό, και το κάνουν καλά όσοι το αγαπούν, όπως και πολλά άλλα επαγγέλματα. Και αν δεν το αντέξεις, θα νιώθεις τουλάχιστον υγιής και χαρούμενος, γιατί για ένα χρόνο θα έχεις προσφέρει γνώση και χαμόγελα σε παιδιά που δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να εγγραφούν σε ένα ιδιωτικό φροντιστήριο.

Είναι πάντα πιο εύκολο να φταίει ο άλλος. Το κράτος, η πολιτεία, ο συνάδελφος. Σηκώνουμε εύκολα την πέτρα και την πετάμε εναντίον τους, το ξέρουμε, το ζούμε καθημερινά. Το «ανάθεμα» ακόμα πιο εύκολο. Σίγουρη κριτική και εύκολα θύματα, η κλάψα δε, να περισσεύει για τις ευκαιρίες που αξίζαμε, αλλά κανείς δεν μας πρόσφερε. Εμείς πάντα στο απυρόβλητο.

Για ρίξε μια μάτια όμως σε όλους αυτούς που ξεχωρίζουν με την δουλειά τους, ανθρώπους, οι οποίοι έχουν τελειώσει ή όχι τις σπουδές τους, ανθρώπους που εργάζονται ή όχι παράλληλα με τη δουλειά στο ΚΦ και κυρίως ανθρώπους που αγαπούν τη δουλειά τους και δεν διστάζουν να συγκριθούν με τους άλλους και να αναμετρηθούν με το μπόι τους.

Κάθε ώρα διδαχής, προσφορά ανιδιοτελής στον άλλον που την χρειάζεται πραγματικά, αλλά και γαλόνι στις επωμίδες τους για το αύριο που τους θέλει έτοιμους.

Ενημερώσου λοιπόν και αξιοποίησε τις ευκαιρίες που φτιάχνουν για εσένα τέτοιοι άνθρωποι. Ο λόγος και το κίνητρο ένα. Πιθανόν, ο αριθμός των καθοδηγητών ή καθηγητών να είναι πενιχρός στην Ελλάδα του 2016, αλλά στην Ελλάδα του 2036 θέλουμε να μην μας απασχολεί πια αυτό το ζήτημα.

 

«Ένας Μοναδικός Δικτάτορας»

Σαν σήμερα, 15 Οκτωβρίου, ακριβώς 76 χρόνια πριν, γίνεται η πρεμιέρα της ταινίας «Ο Μεγάλος Δικτάτωρ» στη Νέα Υόρκη, με πρωταγωνιστή το γνωστό σε όλους Τσάρλυ Τσάπλιν.

Στην ταινία έχει διττό ρόλο, έναν Εβραίο κουρέα, που ευρισκόμενος σε αμνησία επιστρέφει στην πατρίδα του, και έναν παρανοϊκό ηγέτη τον Αντενόιντ Χίνκελ.

Η ταινία προβλήθηκε ως πιο επίκαιρη από ποτέ. Στηλίτευε ένα καθεστώς το οποίο εγκαθιδρύθηκε στα συντρίμμια της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης που ξέσπασε το 1928, έφτασε στην Ευρώπη περί τα 1930, άγγιξε την πολιτική ζωή με την εγκαθίδρυση ολοκληρωτικών καθεστώτων στα τελευταία χρόνια της δεκαετίας και κορυφώθηκε με τη δράση του Αδόλφου Χίτλερ στην Ευρώπη, δικτάτορα που κατάφερε να αλλάξει το ρου της ιστορίας.

Οδεύοντας στο ζενίθ της πορείας του ως κατακτητή, προβάλλεται «Ο Μεγάλος Δικτάτωρ».

Αναμφίβολα ανήκει στις ταινίες που ενέχουν διαχρονικά μηνύματα, ενώ ταυτόχρονα στηλιτεύουν την τότε παρούσα πολιτική φάση. Πάρα το γεγονός συνολικά η ταινία αξίζει να συζητηθεί σε δεκάδες σκηνές της, θεωρώ ότι σε δυο από αυτές, επιβάλεται ιδιαίτερη μνεία.

Η σκηνή στην οποία ο Χίνκελ παίζει με την υδρόγειο αποτελεί σταθμό της πορείας του κινηματογράφου. Καταγράφει τόσο απλά αλλά και απτά, πως ένας ηγέτης (και χρησιμοποιώ τη λέξη μονό χάριν ετυμολογίας) μπορεί να κάνει τον κόσμο να γυρίζει όπως εκείνος θέλει.

Η δυνατότητα του Χίνκελ να πράττει κατά βούληση επηρεάζοντας ένα τεράστιο και παράλληλα ζωτικό(Ευρώπη γαρ) κομμάτι της ανθρωπότητας πηγάζει από δυο βασικούς πυλώνες: Πρώτα, τη στήριξη του λαού, που ίσως χάριν έλλειψης παιδείας, ίσως τάσεων μεσσιανισμού, ίσως θελξης από ένα πλασματικό αίσθημα υπεροχής της φυλής του, ο Χίτλερ την έχει. Έπειτα, τη στήριξη των στρατιωτών στο πρόσωπο του, οι οποίοι γαλουχούνται άλλωστε για αυτό εντός του στρατεύματος. Και κάπως έτσι εξηγείται ποσό εύκολα η ανθρωπότητα γίνεται έρμαιο αρρωστημένων ιδεών ενός πρόσωπου.

Ιστορικά, θα ήθελα να επισημάνω ότι ο Χίτλερ έλαβε την εξουσία όχι πραξικοπηματικά άλλα με δημοκρατικές εκλογές, που πραγματοποιήθηκαν το Μάρτιο του 1933, στις οποίες το NSDAP του Χίτλερ έλαβε 48% και 288 έδρες. Επιστρέφοντας στη σκηνή αυτή θα πρέπει ιδιαίτερη σημασία να δοθεί στο ποσό εύκολα, άτακτα και απρόσεκτα ο Χίνκελ χειρίζεται τη σφαίρα της ανθρωπότητας.

Τη σκηνή μπορείτε να παρακολουθήσετε εδώ:

Κομβικής σημασίας είναι και o λόγος του Χίνκελ στο τελείωμα της ταινίας. Προτού σχολιάσω θα ήθελα να τον παραθέσω:

«Λυπάμαι, αλλά δεν θέλω να γίνω αυτοκράτορας. Δεν είναι δική μου υπόθεση. Δεν θέλω ούτε να βασιλέψω, ούτε να κατακτήσω. Θέλω να βοηθήσω όλο τον κόσμο. Εβραίους, χριστιανούς, μαύρους, λευκούς. Όλοι επιθυμούμε την αλληλεγγύη. Να ζούμε με την ευτυχία των άλλων, και όχι με τη δυστυχία τους. Δεν θέλουμε ούτε να μισούμε, ούτε να περιφρονούμε.

Υπάρχει χώρος για τον καθένα. Η Γη είναι πλούσια και μπορεί να θρέψει όλο τον κόσμο. Η ζωή μπορεί να είναι ελεύθερη κι ωραία, αλλά χάσαμε αυτό το μονοπάτι. Η πλεονεξία δηλητηρίασε τις ψυχές, ανύψωσε τους φραγμούς του μίσους, μας έχει καταδικάσει στη δυστυχία και στη σφαγή. Ορίζουμε την ταχύτητα, αλλά κλεινόμαστε στον εαυτό μας. Η εκμηχάνιση μας κάνει εξαρτώμενους από αυτήν. Η επιστήμη μας έκανε κυνικούς και άξεστους.

Σκεφτόμαστε πολύ, αισθανόμαστε ελάχιστα. Περισσότερο κι από τις μηχανές, χρειαζόμαστε την ανθρωπιά. Πιο πολύ από την επιδεξιότητα, χρειαζόμαστε την καλοσύνη. Χωρίς αυτές τις αρετές, η βία θα κυριαρχήσει στη ζωή. Το αεροπλάνο και το ραδιόφωνο μας έφεραν κοντά. Η φύση αυτών των εφευρέσεων αξιώνει την καλοσύνη και την παγκόσμια αδελφοσύνη.

Αυτή τη στιγμή, η φωνή μου φτάνει στα αυτιά εκατομμυρίων ανθρώπων, απελπισμένων γυναικών, παιδιών, που είναι θύματα ενός συστήματος που ξέρει μόνο να βασανίζει και να φυλακίζει αθώους ανθρώπους. Σε αυτούς που με ακούνε, λέω: Μην απελπίζεστε. Η τωρινή μας δυστυχία προήλθε από την πλεονεξία και τη σκληρότητα εκείνων που φοβούνται την πρόοδο του ανθρώπου. Το μίσος θα περάσει, οι δικτάτορες θα πεθάνουν, και η δύναμη που αφαίρεσαν από το λαό θα επιστρέψει σε αυτόν ξανά. Όσο οι άνθρωποι θα πεθαίνουν, η ελευθερία δεν θα κινδυνέψει.

Στρατιώτες! Μην υπακούτε στους αγροίκους, που σας περιφρονούν και σας δυναστεύουν, που υπαγορεύουν τις πράξεις και τις σκέψεις σας! Που σας μεταμορφώνουν σε κοπάδι, σε κρέας για τα κανόνια. Μην υποχωρείτε μπροστά σε αυτά τα εκφυλισμένα όντα, στους εγκέφαλους και τις καρδιές των μηχανών! Δεν είστε ούτε μηχανές, ούτε κοπάδι, είστε άνθρωποι! Φέρτε την αγάπη μέσα στις καρδιές σας και όχι το μίσος! Μόνο οι εκφυλισμένοι μισούν!

Στρατιώτες! Μην αγωνίζεστε για τη σκλαβιά, αγωνιστείτε για την ελευθερία! Ο άγιος Λουκάς γράφει: «το βασίλειο του Θεού είναι μέσα στον άνθρωπο». Όχι σε έναν άνθρωπο, όχι σε μια ομάδα ανθρώπων, αλλά σε όλους τους ανθρώπους! Σε εσάς! Εσείς είστε ο λαός που έχει τη δύναμη, να δημιουργεί τις μηχανές, να δημιουργεί την ευτυχία! Εσείς ο λαός, έχετε τη δύναμη να εμπνεύσετε μια όμορφη κι ελεύθερη ζωή, να κάνετε αυτή τη ζωή μια υπέροχη περιπέτεια!

Στο όνομα της δημοκρατίας, ας χρησιμοποιήσουμε αυτή τη δύναμη για να ενωθούμε! Να αγωνιστούμε για ένα καινούργιο κόσμο, με ευκαιρίες και δουλειά για όλους, μέλλον για τους νέους, ασφάλεια για τους ηλικιωμένους.

Με αυτή την υπόσχεση, οι αγροίκοι πήραν την εξουσία. Είπαν ψέματα! Δεν κράτησαν το λόγο τους! Οι δικτάτορες ελευθερώνουν τον εαυτό τους, αλλά υποδουλώνουν το λαό. Ο αγώνας μας είναι να κάνουμε πράξη αυτές τις υποσχέσεις!

Να ελευθερώσουμε το λαό, να σπάσουμε τους εθνικούς φραγμούς, να καταργήσουμε την πλεονεξία, το μίσος και τη μισαλλοδοξία. Να αγωνιστούμε για ένα κόσμο δικαίου, όπου η επιστήμη και η πρόοδος θα φέρουν ευτυχία σε όλους! Στρατιώτες! Στο όνομα της δημοκρατίας, ας ενωθούμε!»

Και παρότι αυτός ο λόγος διατυπώνεται στα τέλη του 1940, ακολουθούν χρόνια στα οποία οι άνθρωποι δεν κάνουν το επόμενο βήμα, το βήμα της ανατροπής των ηγετών που δεν τον ενστερνίζονται. Αποτελεί ταυτόχρονα την ύστατη προσπάθεια πρόληψης της επόμενης περιόδου, και το κατεξοχήν πρότυπο οράματος  ενός πολιτικού του 1950, του 1980, του σήμερα.

Παράλληλα, ο Τσάρλυ Τσάπλιν έχει εντοπίσει ότι η δύναμη βρίσκεται στο λαό και μόνο στο λαό. Ο λαός μπορεί να επιλέξει σωστά και δύναται να επιλέξει λανθασμένα. Αναγνωρίζοντας το λάθος μονοπάτι των επιλογών του η ομιλία του Τσάρλυ Τσάπλιν λαμβάνει το βοηθητικό χαρακτήρα επιδιώκοντας την αφύπνιση του.

Για την ιστορία, η προβολή της ταινίας απαγορεύτηκε στη Γερμανία και στις φίλα προσκείμενες χώρες. Πάραυτα ο Χίτλερ την παρακολούθησε εισάγοντας δύο αντίγραφα, χωρίς, όμως, ποτέ να γίνουν γνωστές οι αντιδράσεις του.

Το άγνωστο επαναστατικό ξεκίνημα του Ελευθερίου Βενιζέλου στην Κρήτη εναντίον των Άγγλων

Όλοι γνωρίζουν την πορεία του Ελευθερίου Βενιζέλου από την εποχή της Επαναστάσεως του Θερίσου ή ακόμη κι από την εποχή του Κινήματος στο Γουδή. Λίγοι όμως γνωρίζουν ότι η επαναστατική και πολιτική πορεία του μεγάλου αυτού πολιτικού είχε ξεκινήσει αρκετά νωρίτερα, από το 1886.

Το 1886, πριν ακόμη τελειώσει την Νομική́, ο Ελευθέριος έδειξε τα πρώτα του επαναστατικά́ χαρακτηριστικά́ και προχώρησε στην πρώτη του σημαντική πολιτική πράξη. Την εποχή εκείνη, το Κρητικό ζήτημα χόχλαζε, και οι Άγγλοι ήθελαν μια αυτόνομη Κρήτη για να την έχουν υπό την επιρροή τους. Στο πλαίσιο αυτής της πολιτικής τους, ο Άγγλος πολιτικός Τζοζέφ Τσάμπερλαιν, υπεύθυνος για τις συνομιλίες για το Κρητικό ζήτημα, έδωσε συνέντευξη στην εφημερίδα «Ακρόπολη», στην οποία και υποστήριξε ότι κατά τις συνομιλίες που είχε με Έλληνες και Τούρκους στην Κωνσταντινούπολη, έμαθε ότι οι Κρητικοί ήθελαν να απαλλαγούν από τον τουρκικό ζυγό, αλλά όχι να ενωθούν με την Ελλάδα. Επιθυμία τους ήταν να κυβερνήσουν μόνοι το νησί τους.

Ο Βενιζέλος, ενοχλημένος από την δήλωση του Άγγλου πολιτικού, δεν δίστασε να ηγηθεί μιας αντιπροσωπείας φοιτητών, και να πάει να τον συναντήσει. Αφού έκανε μια εκτενή αναφορά στα εγκλήματα που γίνονται καθημερινά από τους Τούρκους στην Κρήτη, τα μαρτύρια των Κρητικών και την «άθλια», όπως την χαρακτήρισε, διοίκηση της νήσου, είπε στον Άγγλο πολιτικό:

«Σκοπός της επισκέψεώς μας, εντιμότατε, είναι να εκφράσωμεν την λύπην μας επί τη ανυποστάτω πληροφορία ήτις εδόθη ημίν και καθ’ ην oι Κρήτες ζητούσι μεν ν’ αποσπασθούν της Τουρκίας, αποστέργουν όμως την μετά της Ελλάδος ένωσίν των. Διαβεβαιούμεν υμάς εντιμότατε ότι o μόνος και αναλλοίωτος πόθος των Κρητών είναι η Ένωσις αυτών μετά της Ελλάδος. Εκ του πόθου αυτού η Κρήτη ουχί άπαξ εθυσίασε τα πάντα, αι αιματηραί δε και συνεχείς αυτής επαναστάσεις αποτελούν αψευδή τούτου, μαρτυρίαν. […] Απορούμεν μάλιστα, πώς ευρίσκονται άνθρωποι τολμούντες να παραχαράττωσιν εκάστοτε, ούτω ασεβώς, τα αισθήματα ενός λαού όστις άλλην περιουσίαν δεν περιέσωσε εκ της μακράς τυραννίας του ειμή τους εθνικούς του πόθους, αποτελούντας τον επιούσιον άρτον δι’ ου γλυκαίνει τας πικράς ημέρας της δουλείας του. Ταύτα λέγοντες υμίν, εντιμότατε κύριε, φρονούμεν ότι διερμηνεύομεν το φρόνημα του Κρητικού Λαού» («ΝΕΑ ΕΦΗΜΕΡΙΣ» Αθηνών, 5-11-1886).

Η πρώτη επίσημη αναφορά του Ελευθερίου Βενιζέλου υπέρ της «Μεγάλης Ιδέας» και της Εθνικής ολοκληρώσεως ήταν γεγονός.

Ο Τζοζέφ Τσάμπερλαιν μάλιστα, ενθουσιασμένος από το θάρρος και την ευγλωττία του νεαρού φοιτητή, θα πει την επόμενη μέρα στον διοικητή της Εθνικής Τραπέζης, Μάρκο Ρενιέρη: «Όταν έχετε τέτοιους άνδρες σαν τον Βενιζέλο, τον νεαρό που με επεσκέφθη χθες, δεν πρέπει να φοβάσθε ότι η πατρίδα σας δεν θα ελευθερωθεί από τους Τούρκους».

Ο Άγγλος πολιτικός, ήταν ο πρώτος εκ των ουκ ολίγων πολιτικών-θαυμαστών του Βενιζέλου, και το θάρρος του νεαρού τότε Κρητικού, θα αποτελέσει το εναρκτήριο λάκτισμα για τους αγώνες του για την ιδιαίτερη πατρίδα του.

«Η Γαληνοτάτη Δημοκρατία του Αγίου «Μαρίνου», ένα… ξεχασμένο κοινό

Η  «Serenissima Repubblica di San Marino» [δηλ. Γαληνοτάτη Πολιτεία (ή κατά την λάθος μετάφραση: Δημοκρατία) του Αγίου Μαρίνου] είναι μια εξαιρετική και μοναδική περίπτωση μιας πόλης-κράτους η οποία επιβίωσε μέχρι και σήμερα. Η πόλη βρισκόταν στην επικράτεια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και στην περιφέρεια του Ελληνικού κόσμου, ο οποίος αναπτυσσόταν πάντοτε με βάση τις αυτόνομες πόλεις-κοινότητες. Βρίσκεται μόλις μία ώρα μακριά από το Ρίμινι και έχει περίπου 30.000 κατοίκους.

 

Ο Μαρίνος ήταν ένας Χριστιανός λιθοξόος (=λαξευτής λίθων και μαρμάρων). Είχε πάει στην περιοχή του Ρίμινι για να κάνει Χριστιανικά κηρύγματα, όμως γρήγορα (το 257 μ.Χ.) κατέφυγε στο βουνό Μόντε Τιτάνο καθώς εκείνη την εποχή ο Διοκλητιανός είχε εξαπολύσει δριμείς διωγμούς κατά των Χριστιανών (και του Μανιχαϊστών) και βρισκόταν σε κίνδυνο. Εκεί έφτιαξε μια μικρή εκκλησία, σιγά-σιγά μαζεύτηκαν και άλλοι διωκόμενοι Χριστιανοί, και έτσι δημιουργήθηκε ο οικισμός που αυτός με την σειρά του εξελίχθηκε σε αυτόνομη πόλη. Η πόλη θεωρείται ότι ιδρύθηκε επίσημα στις 3 Σεπτεμβρίου 301 μ.Χ. (ημέρα θανάτου του Μαρίνου).

13479976_10209769636300264_1384025471_n

Η ημερομηνία από μόνη της μας δείχνει ότι βρισκόμαστε στην εποχή της Ρωμαϊκής Οικουμένης, η οποία λειτουργούσε στην βάση των ελευθέρων πόλεων (civitas libera). Λόγω της λανθασμένης μετάφρασης του Repubblica σε δημοκρατία, αντί το σωστότερο Πολιτεία, θεωρείται ότι ο Άγιος Μαρίνος είναι η παλαιότερη δημοκρατική χώρα στον κόσμο (βέβαια, φαίνεται ότι στην άποψη αυτή οι Ελληνικές δημοκρατικές πόλεις της αρχαιότητος παρακάμπτονται, οπότε η άποψη αυτή είναι εξ αρχής λάθος). Η Repubblica ήταν η αβασίλευτη κοινότητα-πόλη, με ανθρωποκεντρικό πρόσημο. Δεν ήταν, δηλαδή, υποχρεωτικά δημοκρατική, μπορούσε να είναι κάλλιστα και μοναρχική ή αριστοκρατική.

 

Μέχρι τον 5ο αιώνα, όπου η Ρωμαϊκή Οικουμένη είχε αλλάξει κατά πολύ χαρακτήρα (αλλαγή πρωτεύουσας, αλλαγή θρησκείας, αλλαγή γλώσσας και αλλαγή πολιτικού συστήματος) η κοινότητα του Αγίου Μαρίνου θα αναπτυχθεί αρκετά. Σε αυτό θα βοηθήσει και η απρόσιτη γεωγραφική του θέση, που θα του εξασφαλίσει μεγαλύτερη αυτονομία. Υπέφερε συνεχώς από επιδρομές αρχόντων και του Βατικανού, όμως άντεξε μέχρι και το 1291, όταν ο Πάπας Νικόλαος Δ᾽ αναγνώρισε την ανεξαρτησία του. Η κοινοτιστική του οργάνωση πέρασε από 40 κύματα λόγω της Παπικής εξουσίας και των Δουκάτων (κυρίως του Ουρμπίνο) που το υπονόμευαν, όμως επιβίωσε. Τον 14ο αιώνα υπήρχε 60μελές Γενικό Συμβούλιο το οποίο στελεχωνόταν από όλες τις κοινωνικές τάξεις.

 

Ορισμένοι ιστορικοί ενθουσιάζονται όταν βλέπουν τα τότε συντάγματα, καθώς βλέπουν μια πλήρως λειτουργική κοινότητα η οποία στηρίζεται στην συμμετοχή των πολιτών και κρατάει την εκκλησία αμέτοχη στα κοινά. Όμως αυτό συμβαίνει γιατί τους διαφεύγει πως η Βυζαντινή Οικουμένη έτσι ακριβώς λειτουργούσε. Όπως τονίζεται στον Ιουστινιάνειο κώδικα, «ό,τι αφορά το κοινό ανήκει στην αρμοδιότητα του κοινού». Δηλαδή οι κοινότητες ήταν σε μεγάλο βαθμό αυτόνομες οικονομικά και διοικητικά. Η μη συμμετοχή της εκκλησίας στα κοινά ήταν επίσης θεσμοθετημένη στο Βυζάντιο (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπήρχαν περιπτώσεις που αυτό πρακτικά δεν εφαρμοζόταν).

 

Το ενδιαφέρον, όμως, είναι ότι ακόμη και μετά την κατάλυση του Δυτικού τμήματος της Αυτοκρατορίας από τα βαρβαρικά φύλα, κατάφερε να επιβιώσει. Μάλιστα, όχι απλά επιβίωσε, αλλά το 1631 αναγνώρισε την ανεξαρτησία του κι ο Πάπας. Γενικά εκείνη την περίοδο υπήρχαν πολλές άλλες πόλεις στην Ιταλία που είχαν κρατήσει την αυτονομία τους (π.χ. Venezia ή Amalfi Repubblica) όμως όταν έφτασε η στιγμή της Ιταλικής ενοποίησης, όλες ανεξαιρέτως έγιναν κομμάτι του Ιταλικού έθνους. Όλες εκτός από τον Άγιο Μαρίνο.

 

Ο Άγιος Μαρίνος υπήρξε μόνον δύο φορές κατεχόμενος. Στις αρχές του 1500, το κατέλαβε για ένα μικρό χρονικό διάστημα ο Καίσαρας Βοργίας, ο οποίος προσπαθούσε να δημιουργήσει την προσωπική κυριαρχία του στην κεντρική Ιταλία. Γρήγορα όμως ο Άγιος Μαρίνος απελευθερώθηκε. Η δεύτερη κατοχή ήταν το 1739, όταν ο Καρδινάλιος Ιούλιος Αλμπερόνι προσπάθησε ανεπιτυχώς να ελέγξει την πόλη. Όταν είδε, όμως, ότι οι πολίτες δεν αποδεχόντουσαν την απώλεια της ελευθερίας τους, έναν χρόνο μετά, το 1740, τους έδωσε πίσω την εκατοντάδων χρόνων ανεξαρτησία τους.

 

Κατά τον 19ο αιώνα όπου ο Τζουζέπε Γκαριμπάλντι προσπαθούσε να ενοποιήσει την Ιταλία, ο Άγιος Μαρίνος έγινε τόπος καταφυγίου για πολλούς Ιταλούς αγωνιστές. Μεταξύ αυτών ήταν και ο ίδιος ο Γκαριμπάλντι. Έτσι, για να τους ευχαριστήσει για την υποστήριξή τους,  σεβάστηκε την επιθυμία τους να παραμείνουν ανεξάρτητοι και δεν έγιναν κομμάτι του νέου Ιταλικού κράτους. Τον ίδιο σεβασμό έδειξε κι ο Ναπολέων όταν εισέβαλλε στην Ιταλία, καθώς, όπως ο ίδιος είχε πει, την θεωρούσε πρότυπο δημοκρατίας. Τέλος, ακόμη και στον Β’ παγκόσμιο πόλεμο ο Άγιος Μαρίνος έμεινε ουδέτερος, κάτι που δείχνει ότι ακόμη κι ο Μπενίτο Μουσολίνι σεβάστηκε την ανεξαρτησία τους (όχι πως ο Άγιος Μαρίνος είχε κάποια στρατηγική αξία, αλλά θα μπορούσε να καταληφθεί από ματαιοδοξία και μόνον).

 

Η ανεξαρτησία του Αγίου Μαρίνου συνεχίζεται από το 301 μέχρι και σήμερα. Γιατί το κρατίδιο αυτό είναι τόσο ενδιαφέρον; Γιατί είναι η μοναδική αυτόνομη πόλη που έχει επιζήσει μέχρι σήμερα από την Ελληνική οικουμένη. Οι κοινότητες ήταν ένα καθαρά Ελληνικό σύστημα, που είχε αρχίσει από την αρχαιότητα, συνεχίστηκε στους Ελληνιστικούς χρόνους, στην Ρωμαϊκή-Βυζαντινή Οικουμένη και επέζησε στην μέχρι την Τουρκοκρατία και την δημιουργία του Ελλαδικού κράτους. Η μόνη κοινότητα που επέζησε μετά από όλα αυτά τα χρόνια είναι ο Άγιος Μαρίνος, μια κοινότητα που αναπτύχθηκε στην περιφέρεια του Ελληνικού κόσμου και λόγω της γεωγραφικής του θέσεως και ορισμένων άλλων τυχαίων γεγονότων κατάφερε να επιβιώσει.

 

Παρότι ο Άγιος Μαρίνος κατάφερε να επιβιώσει κρατικά και , το πολιτικό σύστημα δεν γινόταν να μην επηρεαστεί από τις κύριες ιδεολογίες που επικράτησαν στην Δύση τον 19ο και τον 20ο αιώνα –φιλελευθερισμό και σοσιαλισμό. Ο Άγιος Μαρίνος είναι πολύ μικρή χώρα και η στενή του σχέση με την Ιταλία (ίδια γλώσσα και θρησκεία) έπαιξε σημαντικό ρόλο ώστε το πολιτικό σύστημα να μετεξελιχθεί σύμφωνα με την νεωτερική αντίληψη (όπως συνέβη και με την Ελλάδα, αλλά για διαφορετικούς λόγους). Έτσι ο Άγιος Μαρίνος ήταν η πρώτη χώρα παγκοσμίως που εξέλεξε, μέσω εκλογών, κομμουνιστική κυβέρνηση (1945-1957). Σήμερα, μάλιστα, τα κόμματα που κυριαρχούν είναι το Χριστιανοδημοκρατικό κόμμα και το Σοσιαλιστικό.

 

Παρότι είναι ένα τόσο μικρό κρατίδιο, ο Άγιος Μαρίνος χωρίζεται σε 9(!) δήμους οι οποίοι διοικούνται από τα τοπικά δημοτικά συμβούλια. Θα τολμούσαμε να υποθέσουμε ότι αυτό ίσως είναι και ένα κατάλοιπο του κοινοτιστικού του παρελθόντος, το οποίο πάντοτε ψάχνει τρόπους περεταίρω αποκέντρωσης. Όμως πλέον ο Άγιος Μαρίνος έχει ενστερνιστεί ατομοκεντρικές ιδεολογίες, ο κοινωνιοκεντρικός «τρόπος» έχει χαθεί. Μόνο σε ορισμένες παραδόσεις ή τάσεις μπορούμε να τον παρατηρήσουμε.

 

Πάντως επαναλαμβάνουμε ότι θα είναι λάθος να ονομάσουμε την Πολιτεία του Σαν Μαρίνο δημοκρατική. Η Repubblica δεν ήταν, όπως προείπαμε, υποχρεωτικά δημοκρατία. Ήταν μια Πολιτεία η οποία μπορούσε να είναι κάλλιστα και μοναρχική ή αριστοκρατική. Εγώ προσωπικά δεν μπορώ να πω με σιγουριά τί από τα τρία ήταν. Αυτό προϋποθέτει βαθύτερη μελέτη στο σύνταγμα της πόλεως, στο οποίο δεν μπορώ να έχω πρόσβαση. Όμως ο Άγιος Μαρίνος είναι ένα σύμβολο (έστω ξεθωριασμένο) ελευθερίας. Γι’ αυτό άλλωστε στην σημαία τους, πέρα από τους τρεις πύργους που συμβολίζουν την πόλη, μια λέξη μόνον δεσπόζει: LIBERTAS (τουτέστιν: ελευθερία).

Heybeliad ή Heybeli Ada;

Που σημαίνει Χάλκη. Που Χάλκη σημαίνει «Θεολογική σχολή της Χάλκης». Σχολή; Πάλι για σχολές θα μας μιλήσεις, θα αναρωτηθεί κανείς. Όχι αγαπητέ αναγνώστη, δεν πρόκειται για μία τυπική σχολή. Αναφέρομαι στην Ιερά Θεολογική Σχολή, η οποία πριν καταστεί «μήλον της έριδος» μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, αποτελούσε την κύρια θεολογική σχολή του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινούπολης.

13558725_10208796501622502_5423717180872887838_o

Οι εγκαταστάσεις τις Σχολής βρίσκονται στη Χάλκη, ένα από τα Πριγκηπονήσια. Πολλοί Ορθόδοξοι θεολόγοι, ιερείς, επίσκοποι και πατριάρχες φοίτησαν στην Ιερά Θεολογική Σχολή της Χάλκης, συμπεριλαμβανομένου και του Πατριάρχη Βαρθολομαίου. Οι φοιτητές στη Χάλκη περιλάμβαναν όχι μόνο γηγενείς Έλληνες, αλλά και Ορθόδοξους Χριστιανούς από όλο τον κόσμο, προσδίδοντας στη Σχολή έναν διεθνή χαρακτήρα. Οι φοιτητές έμεναν στη Σχολή μόνιμα. Επιλογή εξόδου από τη Σχολή είχαν μόνο οι φοιτητές, οι οποίοι είχαν σπίτι στην Πόλη και μπορούσαν να φεύγουν για λίγες ώρες μετά τη Λειτουργία της Κυριακής και να επιστρέφουν το βράδυ της ίδια ημέρας. Επίσης, οι φοιτητές εγκατέλειπαν τη Σχολή για δύο μήνες το καλοκαίρι καθώς και τις ημέρες του Πάσχα και των Χριστουγέννων. Αυτά για να σε βάλω στο «κλίμα».

Ας τα πάρουμε όμως από την αρχή. Καλεσμένος του Αναστάσιου Τσαραμανίδη ή απλώς Τάσου[1] επισκέφτηκα τη Σχολή γνωρίζοντας γι’ αυτήν  όσα αναφέρει το εξαιρετικό ντοκιμαντέρ «Η Σιωπηλή σχολή»[2].

[1] Ο Αναστάσιος Τσαραμανίδης είναι δόκιμος μοναχός της Μονής Αγίας Τριάδας.
[2] Το ντοκιμαντέρ έχει σκηνοθέτες τις Ειρήνη Σαρίογλου και Μαρίνα Λ. Λεοντάρη και ως παραγωγό το Ελληνικό Ίδρυμα Ιστορικών Μελετών (ΙΔΙΣΜΕ).

Η διαδρομή προς τα Πριγκηπονήσια γνωστή σε κάθε Πολίτη. Πλοίο από το Kabatas, στάση στο νησί Heybeliad, άμαξα για τη Σχολή και φτάσαμε. Ρίγος, αγωνία, ανυπομονησία, τα πρώτα συναισθήματα. Όλα αυτά διακόπτονται από το «Άντε που είσαι, σε περιμένω» του Τάσου. Αμέσως ένιωσα σαν να έμπαινα στο σπίτι του και μάλλον ένιωσε και αυτός το ίδιο γιατί όπως κάθε φιλόξενος νοικοκύρης άρχισε να με ξεναγεί και να με συστήνει σε όσους ανθρώπους συναντούσαμε.

Σταθμός πρώτος η Σταυροπηγιακή Μονή της Αγίας Τριάδος, η οποία χτίστηκε από τον Πατριάρχη Φώτιο Α’ (837-886). Ο ναός της Αγίας Τριάδoς αποτελεί έναν από τους πιο σημαντικούς σταθμούς για έναν επισκέπτη της Σχολής. Εξελίσσεται σε σημαντικό κέντρο γραμμάτων ήδη κατά τη βυζαντινή περίοδο. Κάποια χαρακτηριστικά του που προξενούν εντύπωση σε ένα απλό επισκέπτη είναι τα τρία ιερά[3] καθώς και οι εικόνες της Παναγίας Μαύρης στο νάρθηκα του ναού και της Παυσολύπης στο κέντρο του σολέα. Αφού ενημερώθηκα σχετικά με τις πιο σημαντικές πληροφορίες  προχωρήσαμε στο εσωτερικό της Σχολής. Επόμενοι σταθμοί ήταν οι τάξεις του Λυκείου και του Πανεπιστημίου.

Όσον αφορά τη Σχολή οφείλουμε να πούμε ότι η ίδρυση της καθώς και η ανακαίνιση της Μονής μετά το άσχημο γεγονός της πυρπόλησης της δεύτερης οφείλονται στον Πατριάρχη Γερμανό τον Δ’ (1842-1845). Πολύ σημαντική ήταν βέβαια η γενναία χορηγία της Εκκλησίας , λόγω της άμεσης ανάγκης για την κατάρτιση μορφωμένων κληρικών στο μοναστήρι και στη Σχολή. Η Σχολή ξεκινά τη λειτουργία της το 1844.

13507046_10208796499542450_5687749072345323395_nΕικόνα της Παυσολύπης, αγιογραφήθηκε περίπου στα τέλη του 13ου με αρχές του 14ου αιώνα και είναι αμφίπλευρη (εικόνα λιτανείας δηλαδή).
[3] Ο ναός είναι τρίκλητος, δηλαδή έχει το αριστερό κλίτος που είναι αφιερωμένο στον Ιερό Φώτιο, τον ιδρυτή της Μονής. Το κεντρικό κλίτος που είναι αφιερωμένο στην Αγία Τριάδα και το δεξιό κλίτος που είναι αφιερωμένο στον Προφήτη Ηλία.

Περπατώντας στους διαδρόμους και εισερχόμενος στις τάξεις τα συναισθήματά σου είναι ποικίλα. Παιδιά της γενιάς μου δεν έχουν φοιτήσει σε χώρους σαν και αυτούς, έτσι οι αίθουσες, ακόμη και ο ίδιος ο διάδρομος φαντάζουν μουσείο ή κτήρια πανεπιστημίων παρμένα από γνωστές ταινίες του Hollywood όπως το Harry Potter. Κάποια σχέδια ανάπλασης της Σχολής κρεμασμένα στους τοίχους σαν κορνίζες με σταματούν. Πληροφορούμαι ότι είναι τα σχέδια ανάπλασης της Θεολογικής Σχολής σε συνεργασία με το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, προκειμένου να ανακαινιστούν οι υπάρχοντες χώροι και να γίνει πρόβλεψη δημιουργίας και άλλων χρήσιμων αιθουσών πολλαπλών χρήσεων.

13495070_10208796497422397_3913927240921986874_n

13565622_10208796500502474_1410401639_n

Ο Ubicini, γνωστός Γάλλος ιστορικός που έδρασε τα χρόνια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, είπε 12 χρόνια μετά την ίδρυση της Σχολής πως «το Ιεροδιδασκαλείο της Χάλκης, προσαρτημένο στο μοναστήρι της Αγίας Τριάδας, έχει δεκαπέντε καθηγητές, κληρικούς και λαικούς, και εβδομήντα με ογδόντα μαθητές. Η εκπαίδευση παρέχεται δωρεάν και περιλαμβάνει τα Λατινικά, τη Φιλοσοφία και τα Μαθηματικά, εκτός από τα μαθήματα της Θεολογίας και της Ελληνικής Γλώσσας. Αυτό το ίδρυμα, μοναδικό στο είδος του σε ολόκληρη την οθωμανική αυτοκρατορία, εξασφαλίζει στην Εκκλησία ετησίως δεκαπέντε περίπου μορφωμένους και άξιους ιερείς». Να συμπληρώσω όσον αφορά το πρόγραμμα των φοιτητών ότι μετά τα μαθήματα είχαν την ευκαιρία να περπατήσουν σε μία καταπληκτική από άποψη θέας περιοχή κάνοντας ποικίλες δραστηριότητες, από απλές συζητήσεις μέχρι γυμναστική και διάβασμα.

 Διαβάζοντας λοιπόν αυτή τη φράση και βλέποντας τους χώρους, δημιουργούνταν μέσα μου ένα παράπονο, το παράπονο του φοιτητή που φοιτά εν έτει 2016 στην Ελλάδα. Πόσο δύσκολο θα ήταν να παραδειγματιστούν οι σχολές τις χώρας μας από ένα μοντέλο φοίτησης του 1844, το οποίο εφαρμόστηκε λίγα χιλιόμετρα μακριά από τα σύνορα της χώρας μας; Προφανώς, δεν θα προσπαθήσω να δώσω απάντηση σε τέτοιου είδους ερωτήματα, διότι -μεταξύ μας- δεν αξίζει.

[4] «Παναγία η Μαύρη». Ονομάστηκε έτσι διότι το πρόπλασμα το οποίο χρησιμοποιήθηκε για την κατασκευή της είναι μαύρο. Χρονολογείται γύρω στα τέλη του 15ου με αρχές 16ου αιώνα, η παράδοση δε την αναφέρει πως αγιογραφήθηκε από έναν Αιθίοπα αγιογράφο με σκοπό να αποσταλεί για ιεραποστολικό έργο στην μαύρη ήπειρο και για να είναι οικεία τα αγιογραφημένα πρόσωπα ο αγιογράφος την αγιογράφησε ως μαύρη.

 

Συνεχίζοντας την περιγραφή μου σκόπιμη τίθεται η αναφορά μου στο εξής. Η Σχολή το 1971, με διάταγμα του Τουρκικού Υπουργείου Παιδείας υποχρεώνεται να αναστείλει τη λειτουργία της, διατηρώντας μόνο το Λυκειακό τμήμα έως το 1984. Σήμερα λειτουργεί μόνον ως μοναστηριακό συγκρότημα υπό την ηγουμενία του Μητροπολίτη Προύσης, Ελπιδοφόρου. Περισσότερες πληροφορίες σχετικά με το πολιτικό παρασκήνιο της Σχολής ακολουθούν στη συνέχεια.

 

Ο επάνω όροφος αποτέλεσε τον επόμενό μας προορισμό. Εκεί βρίσκονται οι εξής αίθουσες: H αίθουσα του Συνοδικού, η οποία αποτελούσε τον χώρο στον οποίο γίνονταν οι τελετές αποφοίτησης παρουσία του Οικουμενικού Πατριάρχου, οι κοιτώνες φιλοξενίας των μαθητών, το γραφείου του σχολάρχη και του ηγουμένου και τέλος τα δωμάτια των καθηγητών. Οι συγκεκριμένοι χώροι φάνηκαν στα μάτια μου το ίδιο εντυπωσιακοί όπως του ισογείου. Όπως θα καταλάβετε και από τις φωτογραφίες που ακολουθούν, η αίθουσα του Συνοδικού ξεχωρίζει. Λίγα αντικείμενα, πρωτότυπα χρώματα, πολλά πορτρέτα δασκάλων και ανθρώπων που αποτέλεσαν «ορόσημα» της Σχολής και γενικότερα ατμόσφαιρα που είναι συνυφασμένη με το λόγο κατασκευής του χώρου (εν έτει 2016 ο χώρος αποτελεί αίθουσα υποδοχής επίσημων καλεσμένων). Και ποιος δεν θα’ θελε να αποφοιτήσει σε αυτό το χώρο. Μία αίθουσα, η οποία όχι μόνο είναι σημαντική λόγω της ιστορίας της αλλά καταφέρνει να καθιστά σημαντικό και οποιονδήποτε την επισκέπτεται.

13502087_10208796503062538_4166984180505262839_n

13528659_10208796502702529_9188403861663225370_n

Τελευταίος σταθμός, η γνωστή βιβλιοθήκη της Σχολής ή αλλιώς «Βιβλιοθήκη της Μεγάλης Εκκλησίας», η οποία διατελεί υπό την εποπτεία του εκάστοτε Οικουμενικού Πατριάρχου και της Αγίας και Ιεράς Συνόδου. Ως υπεύθυνοι για τη λειτουργία της βιβλιοθήκης ήταν ο ηγούμενος, ο σχολάρχης αλλά και οι καθηγητές της Σχολής. Η μορφή της βιβλιοθήκης δεν διαφέρει πολύ από τη μορφή ενός τυπικού σπουδαστηρίου στη Φιλοσοφική Αθηνών, έχοντας μακριά τραπέζια για της ώρες ανάγνωσης των φοιτητών και δίπλα τα ράφια με τους αμέτρητους τίτλους θρησκευτικών αλλά και παντός επιστητού αναγνωσμάτων. Γνωστή ήταν η βιβλιοθήκη για την ύπαρξη σπάνιων θρησκευτικών χειρόγραφων και περιοδικών στα ελληνικά αλλά και σε άλλες γλώσσες. Τα τελευταία χρόνια μάλιστα γίνεται μία προσπάθεια αρχειοθέτησης του υλικού της Σχολής. Τη συγκεκριμένη πληροφορία την επιβεβαίωσα με τα μάτια μου όταν είδα κάποιους Ελλαδίτες erasmus φοιτητές από τμήματα Αρχειοθέτησης να κάνουν ψηφιοποίηση των χειρόγραφων.

13528659_10208796501302494_5612100590923558333_n

Μετά και από τη βόλτα μας στη βιβλιοθήκη είχε έρθει η ώρα του γυρισμού καθώς έπρεπε να προλάβω το τελευταίο βαπόρι. Η έντονη βροχή μας εμπόδισε να κάνουμε βόλτα στο καταπληκτικό δάσος που βρίσκεται δίπλα στη Σχολή, αυτό όμως δεν εμπόδισε τον Τάσο να με ενημερώσει για την ύπαρξη καλλιεργειών αλλά και «ζωντανών» στον υπαίθριο χώρο της Σχολής, ολοκληρώνοντας την ξενάγηση και την φιλοξενία.

Πέραν λοιπόν αυτών των ιστορικών γνώσεων και πληροφοριών που μπορεί κανείς να μάθει πηγαίνοντας μία βόλτα στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης, οι οποίες βέβαια είναι αναμφισβήτητα σημαντικές για τη ζωή οποιουδήποτε Ελλαδίτη που ενδιαφέρεται για το τι έχει δημιουργήσει ο ελληνισμός πέραν των στενών ορίων της χώρας του, φεύγοντας, συγκράτησα ένα άλλο εξίσου σημαντικό χαρακτηριστικό. Την συμπεριφορά ενός ανθρώπου που εργάζεται στην εκκλησία, ο οποίος δεν ζει στα στενά-«μεσαιωνικά» όρια της εκκλησίας στην Ελλάδα, ο οποίος δεν έχει κόμπλεξ, ο οποίος δεν διστάζει να προσκαλέσει για ξενάγηση στη Σχολή κάποιον άγνωστο Ελλαδίτη που συνάντησε στο δρόμο της Πόλης (αναφέρομαι στον αρθρογράφο) και να συζητήσει μαζί του θέματα «επί παντός επιστητού». Και κυρίως ένας δόκιμος μοναχός που θα σου μιλήσει ως φίλος, ως ένας άνθρωπος που μπορείς να τον εμπιστευτείς. Ένας πραγματικός δάσκαλος.

Κλείνοντας, αν και γνώριζα πολλά για τις πολιτικές εξελίξεις που αφορούν την επανέναρξη της Σχολής και εντάσσονται σαφώς στο πλαίσιο της ταραγμένης σχέσης Ελλάδας-Τουρκίας, επέλεξα να μην συζητήσω κάτι με κάποιον άνθρωπο της Σχολής. Εντούτοις, δεν μπορώ να μην αναφέρω ότι πρόκειται για ένα πραγματικό «μήλον της έριδος», καθώς αποτελεί ζήτημα στις διαπραγματεύσεις της Ε. Ε με την Τουρκία για την προσχώρησή της σ’ αυτήν. Η σύγχρονη ηγεσία της Τουρκίας εντάσσεται υπέρ σε μία μελλοντική επαναλειτουργία της Σχολής, με πιο πρόσφατο παράδειγμα την απόφαση του τουρκικού Συμβουλίου Ιδρυμάτων να επιστραφούν 190 εκτάρια γης στο ίδρυμα της Μονής Αγίας Τριάδος, το οποίο αποτελεί τον ιδιοκτήτη της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης.  Δεν μένει λοιπόν παρά να δείξουμε την απαραίτητη υπομονή, ώστε να δούμε αν αυτού του τύπου οι «υποσχέσεις» δεν αποτελούν πολιτικές στρατηγικές, αλλά σοβαρές ανακοινώσεις ενός κράτους που οφείλει να αφήσει τις ανασφάλειές του στην άκρη και να εξελιχθεί.

 

  • Ακολουθεί το επίσημο site της Σχολής καθώς και το profile της στο Facebook.

www.estiahalkis.org

Halki Theological School

Επιδόσεις των υποψηφίων στις Πανελλαδικές Εξετάσεις 2016, με το νέο σύστημα

Πριν λίγες μέρες ανακοινώθηκαν από το υπουργείο παιδείας τα στατιστικά των Πανελληνίων για το 2016. Δύσκολο έως ακατόρθωτο θα μπορούσε να θεωρηθεί για φέτος το εγχείρημα της εκτίμησης των βάσεων, καθώς το σύστημα εξετάσεων, όπως και το βαθμολογικό σύστημα έχουν αλλάξει άρδην.

Θα πρέπει αρχικά να επισημάνουμε πως φέτος στον υπολογισμό των μορίων δεν προσμετρείται ο βαθμός τετραμήνων. Θα μπορούσε λοιπόν κανείς να υποστηρίξει πως η παράμετρος αυτή επιφέρει πτώση των βάσεων, πράγμα όμως που θα ισχύσει αναλογικά για όλες τις σχολές, συνεπώς δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας ή ανταγωνισμού μεταξύ των υποψηφίων ίδιων ή διαφορετικών επιστημονικών πεδίων.

Στη συνέχεια, αξίζει να αναφερθεί πως για τον καθορισμό των βάσεων σημαντικό ρόλο παίζουν οι προσφερόμενες θέσεις από τα εκπαιδευτικά ιδρύματα, οι οποίες έχουν αυξηθεί σε σχέση με πέρυσι, όπως φαίνεται και στον παρακάτω πίνακα:

Έτος Σύνολο εισακτέων Θέσεις ΑΕΙ Θέσεις ΤΕΙ
2014-2015 70.305 46.735 23.570
2015-2016 68.345 44.200 24.145
2016-2017 69.985 43.855 26.130

Πίνακας 1: Σύγκριση θέσεων εισακτέων των τελευταίων 3 ετών.

Όσον αφορά το πρόγραμμα σπουδών για το 2015-2016, ο αριθμός των μαθημάτων που εξετάστηκαν ήταν λιγότερα σε σχέση με το προηγούμενο. Οι υποψήφιοι που εξετάστηκαν με το νέο σύστημα και διαγωνίστηκαν σε 4 μαθήματα διεκδικούν θέσεις σε ένα επιστημονικό πεδίο, ενώ εκείνοι που διαγωνίστηκαν σε 5 διεκδικούν θέσεις σε 2 επιστημονικά πεδία. Εδώ έχουμε μια μεγάλη διαφοροποίηση σε σχέση με προηγούμενες χρονιές, και είναι η σημαντικότερη παράμετρος που κάνει δυσκολότερη την εκτίμηση των βάσεων. Αναλυτικά για κάθε ομάδα προσανατολισμού:

Από την ομάδα ανθρωπιστικών σπουδών, αφαιρείται το μάθημα της λογοτεχνίας, όπου μεγάλο ποσοστό των μαθητών είχε επιδόσεις κάτω από τη βάση. Στο μάθημα των λατινικών είχαμε περισσότερους αριστούχους, ενώ στα αρχαία περισσότερους μαθητές στην κλίμακα 15-18, σε σχέση με πέρυσι. Λίγο χειρότερα, αλλά όχι σημαντικά, ήταν οι επιδόσεις τους στην ιστορία σε σύγκριση με εκείνες του 2015, ενώ στα ίδια επίπεδα κυμάνθηκαν οι βαθμολογίες στην έκθεση:

2

Από την ομάδα οικονομίας και πληροφορικής, αφαιρείται το μάθημα της φυσικής, όπου κατά παράδοση ένα πολύ μεγάλο ποσοστό υποψηφίων έγραφε αρκετά κάτω από τη βάση. Συγκριτικά με πέρυσι: Οι βαθμολογίες στο μάθημα Ανάπτυξης Εφαρμογών κυμάνθηκαν στα ίδια με πέρυσι επίπεδα, όπως και το μάθημα Αρχών οικονομικής θεωρίας, αλλά και της έκθεσης. Η έκπληξη εδώ ήταν στα μαθηματικά της κατεύθυνσης, όπου σε σχέση με πέρυσι έχουμε σημαντικά μεγαλύτερο ποσοστό κάτω από τη βάση, παρά το γεγονός ότι τα θέματα ήταν ευκολότερα σε σχέση με άλλες χρονιές. Αυτό συνέβη καθώς, μαθητές που διεκδικούν θέσεις σε υψηλόβαθμα τμήματα του Πολυτεχνείου «μετατοπίστηκαν» προς την ομάδα θετικών σπουδών. Αξίζει να αναφερθεί πως η συγκεκριμένη μερίδα υποψηφίων, παύει να διεκδικεί θέσεις σε σχολές οικονομικών.

3

Η ομάδα θετικών σπουδών, παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον φέτος, καθώς χωρίζεται σε 2 κατηγορίες, αυτή των μαθητών που επέλεξαν βιολογία και στοχεύουν σε ιατρικά τμήματα και εκείνη των μαθητών που επέλεξαν μαθηματικά και στοχεύουν σε πολυτεχνικά τμήματα. Αισθητά υψηλότερα τα ποσοστά των αριστούχων φέτος σε σχέση με το 2015 στο μάθημα της φυσικής, ενώ στην έκθεση είναι μικρότερο το ποσοστό της κλίμακας 15-18. Στα ίδια επίπεδα με πέρυσι κυμάνθηκε η χημεία. Οι μαθητές που επέλεξαν μαθηματικά, παρουσίασαν σημαντική μείωση στην κλίμακα 15-18 και αύξηση στην κλίμακα 0-5 και 18-20, ενώ εκείνοι που προτίμησαν τη βιολογία ήταν περισσότεροι στην κλίμακα 18-20, συγκριτικά με πέρυσι.

1

Τέλος, αξίζει να αναφερθεί για τις παιδαγωγικές σχολές -οι οποίες είναι σε ξεχωριστό πεδίο από φέτος- πως τις διεκδικούν μαθητές της ομάδας ανθρωπιστικών σπουδών που εξετάστηκαν επιπλέον στο μάθημα των μαθηματικών γενικής παιδείας, όπου είχαμε υψηλή συγκέντρωση στις βαθμολογίες, κάτω της βάσης, ενώ στις υπόλοιπες η κατανομή ήταν σχεδόν ομοιόμορφη. Ανάλογη είναι και η εικόνα των  μαθητών της ομάδας οικονομίας και πληροφορικής και θετικών σπουδών που εξετάστηκαν στο μάθημα ιστορίας γενικής παιδείας, όπου όμως μεγαλύτερο ποσοστό έχει γράψει κάτω από τη βάση. Κατά συνέπεια οι μαθητές των ανθρωπιστικών σπουδών δείχνουν να έχουν ισχυρό πλεονέκτημα έναντι των υπολοίπων.

 

Επιμέλεια: Παΐζη Α. Βασιλική (Στατιστικός-Μαθηματικός)

Πηγή Στατιστικών: https://www.minedu.gov.gr/exetaseis-2/geniko-lykeio-m/anakoinwseis-gel/21649-16-06-16-statistika-stoixeia-panelladikon-2017

Σκέψεις γύρω από ένα ντοκουμέντο: «Ψυχολογικά, η Ελλάδα κοστίζει ακριβά»

Φαντάζει σχεδόν αδύνατον να αρνηθεί κανείς, ότι οι βιοτικές συνθήκες που παρέχει η Ελλάδα, ήταν και είναι ο πρωταρχικός λόγος μετανάστευσης των Ελλήνων. Είτε για λόγους οικονομικούς είτε για εκπαιδευτικούς, το κατώφλι της χώρας μας έχει περαστεί τόσες φορές, ώστε να αποτελεί ειδησεογραφικό γεγονός πλέον, και  όχι πρόσφατη είδηση. Η μετανάστευση ως ελληνική πραγματικότητα δεν είναι ένα καινούργιο φαινόμενο και αυτό αποδεικνύεται από τις ελληνικές κοινότητες ανά τον κόσμο (Αυστραλία, ΗΠΑ, Νότιος Αφρική κ.α.), οι οποίες δημιουργήθηκαν από δεκάδες γενιές Ελλήνων προσφύγων και μεταναστών. Εκεί οι κοινότητες σχηματίζουν μια μικρή «γεύση» πατρίδας με σκοπό να καλύπτουν το «κενό» της απούσας πατρίδας.

Διαβάζοντας τις αμέτρητες συνεντεύξεις των ομογενών που ζουν και εργάζονται πλέον στο εξωτερικό, πάντα κάπου φωναχτά ανάμεσα στις προτάσεις, θα αναφερθούν στον ήλιο, στον καθαρό ουρανό, στο γέλιο, στο φαγητό, σε αυτό το οτιδήποτε που είναι ελληνικό. Ο λόγος αναφοράς τους σε αυτού του είδους τα στοιχεία είναι απλός. Τα στοιχεία αυτά αποτελούν τον συνδετικό κρίκο με την δική τους ταυτότητα, την πατρίδα τους. Για τους ίδιους, αυτό είναι κάτι ανεκτίμητο.

Την ίδια κουβέντα θα ακούσεις συχνά από στόματα ανθρώπων, οι οποίοι ζουν στην Ελλάδα. «Ο ήλιος δεν αγοράζεται» θα πουν. Πράγματι, δεν αγοράζεται, ούτε ο ήλιος ούτε οι υπόλοιποι Έλληνες… κοστίζουν όμως. Ο όρος «νεοέλληνας» αποτελεί συχνά κεντρικό θέμα συζήτησης στις κοινωνίες μας, αλλά ο κοινωνικός πολιτισμός μας είναι βαθύτερα «σκαμμένος» από ότι εμπεριέχει ο παραπάνω όρος. Ο Έλληνας σήμερα είναι κακότροπος, μίζερος, καχύποπτος. Δεν έγινε. Δεν έπλασε η κρίση αυτές τις ιδιότητες, απλώς τις φανέρωσε καθώς ο νεοέλληνας ως λέξη προϋπήρχε αυτής.  Αυτός ο έλληνας, ο χωρίς ίχνος αισθητικής, που τζογάρει, που φτύνει, που αφήνει τα ίχνη του σε δημόσιους χώρους,  που δεν σχηματίζει προτεραιότητες, που φθονεί, που γνωρίζει το οτιδήποτε και ας μην το σπούδασε –πολλώ δε μάλλον και ας μην το απασχόλησε ποτέ, που θα λερώσει δίχως ποτέ να καθαρίσει, είναι η πραγματικότητα μιας χώρας, που ψάχνει να βρει εξαιρέσεις σε αυτή την απειροπληθή μάζα, ώστε να μπορέσει να μην τον κοιτά.

Στη χώρα των πολιτικών που ψεύδονται θα σταθεί πρώτος να τους κρίνει χυδαία ολιμερής και με την ίδια χυδαιότητα θα δηλώσει ψέμματα στην εφορία. Είναι εκείνος που θα αποφύγει να κάνει μια μικροδουλειά, ακόμα και για το ίδιο του το σπίτι. Είναι εκείνος που θα καπνίσει σε κλειστό χώρο και θα διαμαρτυρηθεί στον ίδιο χώρο, ότι ο πρόσφυγας θα αλλοιώσει τον πολιτισμό μας. Είναι εκείνος που δεν θα σεβαστεί το φανάρι, που θα καπνίσει κοντά σε μικρά παιδία, που τον απασχολούν τα κοσμικά… Είναι εκείνος που στέκεται δίπλα μας, μπροστά μας, πίσω μας… πολλές φορές ταυτίζεται στο άτομό μας. Δεν είναι ο «νεοέλληνας» που όλοι τινάζουν από πάνω τους, μα  λιθάρια του ελληνικού κοσμικού κράτους.

Καθώς οι νέοι έφευγαν και φεύγουν, χτίζοντας καινούργιες πραγματικότητες για τους ίδιους, στηρίζοντας με την πρόσθεσή τους στην κοινότητα του εξωτερικού, το ελληνικό στοιχείο, εκείνος ο έλληνας μένει εδώ, να παρασιτεί  στα όσα οι λίγοι που κοπιάζουν, του προσφέρουν. Όταν ο κόσμος αποχαιρετά μόνιμα την Ελλάδα προφέροντας συχνά την φράση «δεν αξίζει να μείνω», δεν αφήνει μονάχα την κρίση, αλλά και την ελληνική κοινωνική πραγματικότητα, που πλέον είναι δυσβάσταχτη και κοστίζει ακριβά, σε υπομονή, χαμόγελα, θέληση και πίστη. Μια πραγματικότητα  που χτίσαμε εμείς, με τα όσα τόσο καιρό κρύβαμε κάτω από το χαλί και τώρα βρίσκονται ενοχλητικά μπροστά μας, να ακούνε την αγανάκτησή μας, που… δεν μετακινούνται από μόνα τους.

Οι Έλληνες φεύγουμε, οι Έλληνες μένουμε, κουρασμένοι, αγανακτισμένοι, πλέον απαθείς και με τόσα άλλα επίθετα στους όμως μας, αλλά ίδιοι. Πεισματικά αυτές οι καταστάσεις μένουν ακλόνιτες εδώ και πολλά χρόνια, και στα ίδια χρόνια ο λαός μας μεταναστεύει διότι δεν του αξίζει να ιδρώνει τόσο για μια χώρα που δεν αγαπά τα παιδιά της ή ορθότερα, δεν ξέρει πια παιδιά της να αγαπήσει.

«Επίστρατοι», ένα «τέκνον» του Εθνικού Διχασμού που διχάζει

Η Ελλάδα, μετά τους νικηφόρους Βαλκανικούς πολέμους και τους προσωπικούς θριάμβους των Βενιζέλου-Βασιλέως Κωνσταντίνου, φτάνει στην εποχή του Εθνικού Διχασμού του 1914-1917 και η χώρα χωρίζεται για άλλη μια φορά στα δύο. Το 1916, μάλιστα, ο Εθνικός Διχασμός θα φτάσει στο αποκορύφωμά του το 1916 με τα «Νοεμβριανά». Μεγάλη συμμετοχή στα Νοεμβριανά, θα έχουν οι «Επίστρατοι», μια οργάνωση βαθιά αντί-Βενιζελική και φιλό-Βασιλική.

Ο επίσημος τίτλος των Επιστράτων ήταν «Πανελλήνιος Σύνδεσμος Εφέδρων» (Π.Σ.Ε.) και ιδρύθηκε επίσημα στις 5 Ιουνίου του 1916, καθώς τότε ψηφίστηκε το καταστατικό του Συνδέσμου. Παρότι, σύμφωνα με το καταστατικό του, σκοπός της ιδρύσεως του ήταν η πρόνοια για τους εφέδρους και τις οικογένειές τους, στην πραγματικότητα αιτία της δημιουργίας τους ήταν, έναν μήνα πριν, η επιβολή από την Entente στον Βασιλέα Κωνσταντίνο για γενική αποστράτευση πολλών φιλοβασιλικών αξιωματικών. Οι αξιωματικοί αυτοί ήταν σχεδόν όλοι μάχιμοι και είχαν συμμετάσχει λίγο νωρίτερα στους Βαλκανικούς πολέμους. Έτσι, με την κίνησή τους αυτή, οι «σύμμαχοι» αποστερούσαν από την χώρα σημαντικό έμψυχο υλικό που θα μπορούσε να βοηθήσει την χώρα σε περίπτωση συμμετοχής της στον Α᾽ παγκόσμιο πόλεμο. Όπως ήταν φυσικό, η παρέμβαση αυτή σήκωσε θύελλα αντιδράσεων. Όμως η παρέμβαση αυτή δεν μπορεί να συγκριθεί με την παρέμβαση στην οποία θα προχωρήσουν οι «σύμμαχοι» λίγους μήνες μετά…

Ένα θέμα το οποίο υπάρχει διαφωνία είναι για το κατά πόσο ο Ιωάννης Μεταξάς ήταν ηγέτης του κινήματος αυτού, όπως είχε υποστηρίξει ο ίδιος ο Ελευθέριος Βενιζέλος σε άρθρο του κατά του Μεταξά. Παρά τις απόψεις που έχουν αναπτυχθεί περί τούτου, κάτι τέτοιο δεν έχει αποδειχτεί. Όμως κατά πάσα πιθανότητα ήταν κάτι σαν ανεπίσημος αρχηγός τους, και εγκέφαλος του κινήματος για μεγάλο διάστημα. Το παραδεχόταν άλλωστε και ο ίδιος. Όταν ο Βενιζέλος τον κατηγόρησε σε άρθρο του, ο Μεταξάς απήντησε: «Ο κ. Βενιζέλος με κατηγόρησε και με κατηγορεί́ σήμερον, ότι υπήρξα ο οργανωτής της κινήσεως ταύτης. Αλλ’’ αυτό́ το θεωρώ́ εγώ́ τιμήν μου. Ναι! την κίνησιν εδημιούργησε μόνη της ολόκληρος η ελληνική́ νεολαία της εποχής εκείνης. Και εγώ́ ετέθην εις την υπηρεσίαν αυτής και ηγωνίσθην μετά πλήθους άλλων αλησμόνητων συνεργατών, όπως λάβη ωργανωμένην μορφήν. Την ελάμβαναν άλλως τε και μόνη της». Μια άλλη αναφορά για τους επίστρατους, έκανε ο Μεταξάς σε γράμμα προς την σύζυγό του μετά την επιστροφή́ του στην Ελλάδα από́ την εξορία: «Ευχαριστήθηκα δι’ ένα πράγμα. Ευρήκα τον ελληνικόν λαόν, δηλαδή́ τον μικρόν κοσμάκην πολύ́, πάρα-πολύ́ ανώτερον από́ ό,τι τον ενόμιζα και από́ ό,τι τον παρίστανον. Α! μορφωμένοι τάξεις. Ιδίως η κυρία ζύμη του, θαυμάσια ζύμη, είναι οι Επίστρατοι. Και θα είναι αιωνία δόξα μου η οργάνωσίς των. Δόξα, την οποίαν δεν ειμπορούν να μου κλέψουν, αφού́ μου την αναγνωρίζει η απόφασις που με κατεδίκασεν εις θάνατον».

Για την δράση των «Επιστράτων» υπάρχουν δύο κυρίαρχες αναγνώσεις. Οι φίλο-Βενιζελική ανάγνωση και η φίλο-Βασιλική (ή και φίλο-Μεταξική). Είναι πολύ σημαντικό, πρώτα απ’ όλα, να σημειώσουμε ότι οι «Επίστρατοι» ήταν άνθρωποι από την μεσαία κοινωνική τάξη και στρέφονταν κατά των αστών, οι οποίοι ανήκαν και κατά κύριο λόγο στο Βενιζελικό στρατόπεδο. Επίσης, στόχος τους ήταν να αντιδράσουν στην επέμβαση της Entente στα εσωτερικά της χώρας και θεωρούσαν εθνική μειοδοσία να καθορίζουν οι ξένες δυνάμεις την εξωτερική πολιτική της Ελλάδος. Η προσήλωσή τους στον Βασιλέα Κωνσταντίνο ήταν μεγάλη και ήταν υπέρ της μοναρχίας αλλά και κατά του πολέμου (ήταν υπέρ της ουδετερότητας στον Α᾽ παγκόσμιο πόλεμο).

Οι «Επίστρατοι» αναπτύχθηκαν σε πολλές περιοχές στις οποίες και λειτούργησαν ως άμυνα στην βιαιότητα των Βενιζελικών. Μέχρι το 1917 οι «Επίστρατοι» είχαν φτάσει τα 200.000 μέλη, και πρώτη φορά έκαναν αισθητή την παρουσία τους στις 30 Ιουνίου, όταν σε πυρκαγιά που ξέσπασε στο Τατόι διέσωσαν τον Βασιλιά, ενώ συνεχώς τον δοξολογούσαν σε άρθρα τους. «Μάχαιραν έδωκες, μάχαιραν θα λάβης» έγραφε το κύριο άρθρο τής ΝΕΑΣ ΗΜΕΡΑΣ στις 14 Ιουνίου, δίνοντας το μήνυμα ότι στόχος τους είναι να πατάξουν κάθε αντίπαλο του Βασιλέως, αν χρειαστεί, και με ωμή βία.

Η «μεγάλη στιγμή» των «Επιστράτων» θα έρθει στις 18 και 19 Νοεμβρίου, δηλαδή στα «Νοεμβριανά». Οι Αγγλογάλλοι θα κάνουν κατάληψη στο λιμάνι του Πειραιώς, και θα αρχίσουν βομβαρδισμό εναντίον του Πειραιώς και των Αθηνών. Ο βασιλιάς δεν θα αντιδράσει, όμως ο λαός με επικεφαλής τους Επίστρατους θα αποκρούσει και θα πετάξει τους Αγγλογάλλους στην θάλασσα. Μετά την νίκη αυτή, οι Επίστρατοι θα εξαπολύσουν επιθέσεις σε όλη την Αθήνα εναντίον των Βενιζελικών. Ο στρατιωτικός Κωνσταντίνος Βεντίρης, μάλιστα, θα γράψει χαρακτηριστικά «Από τής 19 μέχρι τής 23 Νοεμβρίου ωδηγούντο πλησίον του φθισιατρείου «Σωτηρία» Μικρασιάται ιδίως πρόσφυγες και έθανατώνοντο ώς κατάσκοποι εις την υπηρεσίαν των Αγγλογάλλων! Εδιώχθησαν από τούς Τούρκους διά να εύρουν άδικον τέλος εις την πρωτεύουσαν της Ελλάδος». Αυτές οι βιαιότητες θα εκτυλιχθούν και σε όλη την υπόλοιπη Ελλάδα. Τα αντίποινα των Βενιζελικών θα έρθουν περίπου έναν χρόνο μετά, όταν τον Ιούνιο του 1917 ο Βενιζέλος θα επανέλθει, με την βοήθεια των «συμμάχων» στην εξουσία.

Υπάρχει η άποψη ότι οι «Επίστρατοι» ήταν η πρώτη φασιστική οργάνωση στην Ελλάδα, τους συνδέουν με την μεταγενέστερη δικτατορία του Μεταξά και ακόμη και με τον Ιταλικό φασισμό και με τον Γερμανικό εθνικοσοσιαλισμό. Ο στρατιωτικός Κωνσταντίνος Βεντίρης θα τονίσει την συγγένεια των «Επιστράτων» με αυτά τα δύο καθεστώτα. Η αντίθεσή τους στην αστική τάξη, η παραστρατιωτική τους δομή και η μοναρχική-αντικοινοβουλευτική τους ιδεολογία ενισχύουν τις απόψεις αυτές. Πάντως, δεν μπορούμε να τους χαρακτηρίσουμε φασιστικό κίνημα, καθώς υπάρχουν πάρα πολλές διαφορές μεταξύ τους, έτσι πολλοί τους χαρακτηρίζουν προ-φασιστική οργάνωση.

Η δράση τους θα συνεχιστεί μέχρι το 1920, όταν τα φιλοβασιλικά κόμματα και ο Κωνσταντίνος θα επιστρέψουν στην εξουσία. Τότε θα λήξει, με την αυτοεξορία του Βενιζέλου, και πρακτικά ο Εθνικός Διχασμός, και οι «Επίστρατοι» θα διαλυθούν. Ήταν μια οργάνωση τέκνον του Εθνικού Διχασμού, και συνεχίζει ακόμη και σήμερα να διχάζει την Ελληνική κοινωνία.

Οι «Επίστρατοι» θεωρώ ότι δεν πρέπει να κριθούν με Βενιζελικά ή Βασιλικά κριτήρια, ούτε με θετικούς ή αρνητικούς χαρακτηρισμούς. Ήταν μια υγιής αντίδραση, για πολλούς, στην βιαιότητα των Βενιζελικών, μια τρομοκρατική οργάνωση κατ᾽ άλλους. Αν τους δούμε υπό το πρίσμα της εποχής τους (δηλαδή του Εθνικού Διχασμού) ήταν άλλη μια ομάδα που στράφηκε εναντίον του άλλου στρατοπέδου, όπως τα ίδια έγιναν και από την άλλη πλευρά. Ο εμφύλιος ποτέ δεν μπορεί να επικροτείται, και έτσι, υπό το πρίσμα αυτό, και οι παραστρατιωτικές οργανώσεις που γεννήθηκαν τότε, είναι άλλη μια μαύρη σελίδα στην ιστορία αυτού του τόπου. Όμως μην ξεχνάμε ότι και τα δύο στρατόπεδα είχαν ανθρώπους που λίγο πριν είχαν πολεμήσει δίπλα-δίπλα στους Βαλκανικούς πολέμους, και είχαν διπλασιάσει την Ελλάδα. Και οι «Επίστρατοι» ήταν μέσα σε αυτούς. Οπότε αυτοί οι άνθρωποι ούτε προδότες, ούτε τσιράκια του Βασιλέως ήταν. Ήταν εκ των πολλών θυμάτων του Διχασμού. Ένας διχασμός που επηρέασε πάνω από το 50% του Ελληνικού πληθυσμού, και τον οδήγησε σε πολλά εγκλήματα ακόμη και κατά της ίδιας του της χώρας.

Βυζαντινή Αυτοκρατορία -ή Βυζαντινή Πολιτεία;

Του Brian Patrick Mitchell*,

(Μετάφραση: Νίκος Παππάς, Φοιτητής Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο)

Σχετικά με το βιβλίο «Η Βυζαντινή Πολιτεία: Οι άνθρωποι και η εξουσία στην Νέα Ρώμη», Αντώνης Καλδέλλης, Harvard University Press

Τα διδακτικά βιβλία λένε ότι η Βυζαντινή Αυτοκρατορία ήταν μια θεοκρατική απολυταρχία ενώνοντας εκκλησία και κράτος κάτω από έναν παντοδύναμο αυτοκράτορα, ο οποίος θεωρούταν από τους Βυζαντινούς ο αντιβασιλέας και ο εφημέριος του Θεού. Δεν βγάζει νόημα αυτό, λέει ο Αντώνης Καλδέλλης, καθηγητής κλασικής φιλολογίας στο πανεπιστήμιο του Οχάιο. Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία ήταν η συνέχεια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ακόμη και της Ρωμαϊκής Πολιτείας (Republic). Η πολιτική της ιδεολογία ήταν θεμελιωδώς κοσμική και στηριζόταν στην αρχαία Ρωμαϊκή ρεπουμπλικανική πεποίθηση ότι η κυβέρνηση υπάρχει για να εξυπηρετεί το κοινό καλό. Οι άνθρωποί της δεν είχαν πλέον έννομο ρόλο στην εκλογή των ηγετών ή των νομοθετών, αλλά συχνά έπαιζαν έξω-νομικό ρόλο στην εκλογή ή καθαίρεση Αυτοκρατόρων, των οποίων η νομιμότητα εξαρτιόνταν από την δημοτικότητά του, κι όχι στην απαίτηση μιας Θείας ή συνταγματικής ορθότητας. Ως εκ τούτου, οι Αυτοκράτορες κυβερνούσαν με ρεαλισμό κι όχι με φανατισμό, συχνά απογοητεύοντας την εκκλησία και ευχαριστώντας τους ανθρώπους.

Αυτό είναι κάτι καινούριο για τους Ορθόδοξους Χριστιανούς, οι οποίοι κουβαλούσαν την κατηγορία της Βυζαντινής θεοκρατίας περισσότερο από τους Δυτικούς Χριστιανούς, οι οποίοι κουβαλούσαν τις κατηγορίες των Σταυροφοριών και της Ιεράς εξετάσεως. Αλλά η «Βυζαντινή Πολιτεία» του Κύριου Καλδέλλη παρέχει χρήσιμες κριτικές στην μοντέρνα Δυτική πολιτική σκέψη, καθώς και δυσοίωνες, μέσω της ιδέας του για τον προοδευτικό δημοκρατικό τρόπο σκέψεως και που αυτός θα μας οδηγήσει.

Το βιβλίο του είναι μια ειλικρινώς ρεβιζιονιστική επίθεση στον τομέα των Βυζαντινών σπουδών, οι οποίες έχουν διαιωνίσει  τις πανάρχαιες Δυτικές προκαταλήψεις σε αντίθεση με την ιστορική καταγραφή. Ο Καθηγητής Καλδέλλης στοχεύει κυρίως σε ακαδημαϊκούς της δεκαετίας του 1930 και των μιμητών τους, αλλά οι ρίζες της προκαταλήψεως πάνε πιο πίσω με την αντί-Ορθόδοξη προπαγάνδα στον Μεσαίωνα. Οι Ορθόδοξοι Βυζαντινοί αρνήθηκαν να αναγνωρίσουν την υπεροχή του Πάπα της Ρώμης επί όλων των πραγμάτων (ιερών και κοσμικών), και επέτρεψαν στον Αυτοκράτορά τους να έχει πολλή περισσότερη εξουσία πάνω στην εκκλησία απ’ ότι οι Παπικοί υποστηρικτές μπορούσαν να ανεχτούν. Αργότερα, κατά την διάρκεια του Διαφωτισμού, όταν η Δύση κινήθηκε με στόχο να αποκλείσει την Εκκλησία από την πολιτική, πιστευόταν ότι οι Βυζαντινοί είχαν καθυστερήσει, και θεωρούνταν το χαρακτηριστικό παράδειγμα του «Καισαροπαπισμού», λόγω της εσφαλμένης πεποιθήσεως ότι ο Βυζαντινός Αυτοκράτωρ κυβερνούσε ως Βασιλέας και Πάπας μαζί, χωρίς διαχωρισμό μεταξύ Εκκλησίας και κράτους.

Όσο η Δυτική πολιτική σκέψη εξελισσόταν, περισσότερα σφάλματα βρισκόντουσαν στο Βυζαντινό μοντέλο. Από την Αυτοκρατορία έλειπε ένα γραπτό Σύνταγμα με την απαρίθμηση των δικαιωμάτων, ο διαχωρισμός των εξουσιών, οι δημοκρατικές διαδικασίες, ή όποια άλλα ρητά όρια στην εξουσία του Αυτοκράτορος, ο οποίος φαίνεται να κυβερνάει ελέω Θεού ως απόλυτος μονάρχης. Μέχρι τότε, η αυτοκρατορία είχε παύσει να υπάρχει, οπότε οι Δυτικοί χωρίς την γνώση της Ελληνικής ή την πρόσβαση στα σχετικά έγγραφα δεν είχαν τρόπο να ελέγξουν την ιστορική πραγματικότητα ενάντια στις υποτιμητικές απόψεις του Edward Gibbon και άλλων, από τους οποίους οι Βυζαντινοί χρησιμοποιήθηκαν ως σημείο εκκινήσεως για την Φιλελεύθερη (Whig) ιστορική σχολή -ο αρχέγονος εφιάλτης του προληπτικού δεσποτισμού, εκ του οποίου ο Δυτικός κόσμος ξύπνησε και προέκυψε.

Κάποιοι λόγιοι του 20ου αιώνα έχουν κάνει ορισμένες διορθώσεις στην συμβατική αφήγηση, αρνούμενοι την κατηγορία του «Καισαροπαπισμού» και γιορτάζοντας την Βυζαντινή τέχνη και πολιτισμό, αλλά κανείς δεν έχει πάει τόσο μακριά όσο ο Καθηγητής Καλδέλλης στην επιβεβαίωση της κοσμικής βάσεως της Βυζαντινής πολιτικής ή και στην επίδειξη της τυφλώσεως των Δυτικών ιστορικών, που κατανοούν την πολιτική μόνο σύμφωνα με τον τρόπο σκέψεως του Διαφωτισμού.

Διαβάζοντας Ρωμαϊκή ιστορία, αλλά όχι σωστά, οι πρώιμοι σύγχρονοι Δυτικοί στοχαστές χώρισαν τα πολιτεύματα σε δύο βασικές κατηγορίες: μοναρχίες και δημοκρατίες, ορίζοντας την τελευταία ως αυτοδιοικούμενο πολίτευμα χωρίς μονάρχη και αντιλαμβανόμενοι το πρώτο ως απόλυτο ή συνταγματικό. Όπως εξηγεί ο καθηγητής Καλδέλλης, οι Αρχαίοι Έλληνες και Ρωμαίοι έβλεπαν τα πράγματα διαφορετικά. Οι δύο βασικές τους κατηγορίες ήταν τα Βασίλεια και οι Κοινοπολιτείες (κοινότητες). Ένα Βασίλειο, από την εμπειρία τους, ήταν στην κατοχή του Βασιλέως ο οποίος μπορούσε να κυβερνήσει για την δική του ικανοποίηση. Μια Κοινοπολιτεία (κοινότητα) –Res Publica στα Λατινικά, Πολιτεία στα Ελληνικά- ήταν μια ανεξάρτητη πολιτεία η οποία κυβερνιόταν ποικιλοτρόπως αλλά διοικούταν για το κοινό καλό. Οι Κοινοπολιτείες μπορούσαν να είναι μοναρχικές, αριστοκρατικές ή δημοκρατικές. Ο ίδιος ο Κικέρων το έλεγε αυτό, ενώ ακόμη θρηνούσε για την εξασθένηση της συγκλητικής εξουσίας.

Η συμβατική ιστορία, ότι η Ρωμαϊκή Πολιτεία τελείωσε όταν ο Οκταβιανός Αύγουστος έγινε Αυτοκράτορας είναι απλώς λάθος, λέει ο κύριος Καλδέλλης. Η Πολιτεία έζησε, έστω σε μια νέα φάση, στην Αυτοκρατορία, στην θέση της παλιότερης Υπατείας. Οι ιστορικοί καλούν την συνέχεια της Πολιτείας, τρίτη φάση της Δεσποτείας –κατά την οποία οι στρατιωτικοί αυτοκράτορες, κυβερνούσαν από στρατιωτική αναγκαιότητα αξιώνοντας να ονομαστούν για πρώτη φορά στην Ρωμαϊκή ιστορία ως Δεσπότες ή Κύριοι. Η τέταρτη, τέλος, και μεγαλύτερη φάση, ήταν η Βυζαντινή -που διαρκεί από τον 5ο έως τον 15ο αιώνα-, κατά την διάρκεια της οποίας οι αυτοκράτορες κυβέρνησαν ως πολίτες από την πόλη η οποία επισήμως ονομαζόταν Νέα Ρώμη, αλλά συνήθως την έλεγαν Κωνσταντινούπολη (Κωνσταντίνου η πόλη) και ιδρύθηκε αρχικά ως Βυζάντιο (Byzantium στα Λατινικά).

Όλοι μαζί, οι άνθρωποι της Αυτοκρατορίας αυτοαποκαλούνταν Ρωμαίοι. (Ο όρος Βυζαντινοί είναι νεότερη Δυτική εφεύρεση.) Και σε όλο το μήκος αυτοί οι Ρωμαίοι αναγνώριζαν την Αυτοκρατορία τους ως Πολιτεία, καθώς σε αντίθεση με τις άλλες Αυτοκρατορίες η δική τους δεσμευόταν για το κοινό καλό. Από την αρχή μέχρι το τέλος, οι «Βυζαντινοί»-Ρωμαίοι Αυτοκράτορες όφειλαν να δικαιολογούν τις πράξεις τους, κάνοντας επίκληση, όχι ελέω Θεού ή μέσω επίκλησης του Θείου νόμου, αλλά στο κοινό καλό. Και ο αδιαφιλονίκητος κριτής του κοινού καλού ήταν η Πολιτεία, η οποία περιλάμβανε τους πάντες –την αριστοκρατία, την διοίκηση, τον στρατό, τον κλήρο, και τις διάφορες κοινωνικές τάξεις των ανθρώπων: εμπόρους, βιοτέχνες, αγρότες κ.λπ.

Ο κάθε ένας από αυτούς μπορούσε να αμφισβητήσει το δικαίωμα του Αυτοκράτορα να κυβερνάει επί τη βάση της αποτυχίας του να εξυπηρετήσει το κοινό καλό. Οι Βυζαντινοί Αυτοκράτορες ζούσαν, επομένως, με τον φόβο των ανθρώπων και έκαναν τα πάντα για να κρατάνε τους πολίτες χαρούμενους, παρουσιάζοντας τους εαυτούς τους ως δημοσίους υπαλλήλους οι οποίοι εργάζονταν ακούραστα για κοινό συμφέρον.

Οι άνθρωποι δεν ζούσαν τόσο με τον φόβο των Αυτοκρατόρων, όμως. Ήταν συχνά ασεβείς και χωρίς πίστη στο πρόσωπό τους. Λεκτικά προσέβαλλαν τον Αυτοκράτορα δημοσίως, ακόμη και εν παρουσία του, και αγνοώντας τους νέους νόμους που δεν τους άρεσαν. «Η Βυζαντινή ιστορία αφθονεί σε περιπτώσεις ανδρών και γυναικών που αρνήθηκαν να υπακούσουν στις εντολές του Αυτοκράτορα, τις περισσότερες φορές για θρησκευτικούς λόγους», γράφει ο Κος Καλδέλλης. Με μια μόνο εξαίρεση, οι λαϊκές εξεγέρσεις πετύχαιναν εξαναγκάζοντας Αυτοκράτορες να κάνουν παραχωρήσεις αλλιώς θα καθαιρούνταν. Η μόνη εξαίρεση στην χιλιόχρονη ιστορία της Αυτοκρατορίας ήταν η Στάση του Νίκα το 532 μ.Χ., όταν ο Ιουστινιανός ο Μέγας, μετά από παρότρυνση της Αυτοκράτειρας Θεοδώρας, έστειλε στρατιώτες οι οποίοι κατέσφαξαν και δολοφόνησαν τον κόσμο που είχε μαζευτεί στον Ιππόδρομο για να αναγορεύσει καινούριο Αυτοκράτορα. (Υπήρχαν προηγούμενες περιπτώσεις τέτοιας κτηνωδίας, αλλά σταμάτησαν μετά την Δεσποτεία του 3ου και του 4ου αιώνα.)

Δυσκολότερο για τους μοντέρνους Δυτικούς είναι να εκτιμήσουν την σχέση/διαφορά μεταξύ των Αυτοκρατορικών Αρχών και των νόμων της Αυτοκρατορίας. Οι Ρωμαίοι όλων των ηλικιών ήταν υπερήφανοι για τον σεβασμό τους στον νόμο, ο οποίος συνδεόταν στενά με την πίστη τους στο κοινό καλό, και ήταν ένα από τα χαρακτηριστικά της Ρωμαιοσύνης/Ρωμηοσύνης (ότι πίστευαν περισσότερο από άλλα έθνη). Οι Αυτοκράτορες τους, επίσης, ήταν υποχρεωμένοι να σέβονται τους νόμους, όμως δεν υπήρχε νόμος που δεν μπορούσε να αλλάξει. Στα Δυτικά μάτια, αυτό έκανε τον αυτοκράτορα, όχι απλά δικτάτορα οπού ο λόγος του ήταν νόμος, αλλά έναν χωρίς όρια δικτάτορα –έναν απόλυτο μονάρχη.

Αυτή η κοινή Δυτική οπτική βασίζεται λιγότερο στο «Βυζάντιο» και περισσότερο στην «Νέα Απολυταρχία» της πρώιμης μοντέρνας Δύσεως, η οποία αναπτύχθηκε νωρίς από Δυτικούς πρίγκιπες οι οποίοι αξίωναν την «εθνική ανεξαρτησία» τους ενάντια στους ισχυρισμούς και τις απαιτήσεις του Πάπα. Με την Θρησκευτική Μεταρρύθμιση, αυτές οι ιδιόμορφες Δυτικές αξιώσεις για «εθνική ανεξαρτησία» έγιναν πιο επείγουσες και επιτακτικές, παράγοντας Καθολικές και Προτεσταντικές δικαιολογίες για την «ελέω Θεού Βασιλεία», σύμφωνα με τις οποίες ο Βασιλιάς, ως δεσπότης, δεν είναι υπόλογος παρά μόνον στον Θεό. Για τον Γάλλο Καθολικό Ζακ Μπενίν Μποσσυέ, ο βασιλέας ενσαρκώνει το κράτος: «Το κράτος είναι στο πρόσωπο του Πρίγκιπα», θα γράψει, ενώ ο Βασιλιάς της Γαλλίας Λουδοβίκος ΙΔ᾽ θα πει: «το κράτος είμαι εγώ».

Ενάντια στην «Νέα Απολυταρχία» ήρθαν ανταπαιτήσεις για υποβολή του Βασιλέως σε άλλους ηγεμόνες: το κοινό δίκαιο, φυσικό δίκαιο, Συντάγματα γραπτά ή άγραφα, η βούληση των ανθρώπων. Η συνεχής θρησκευτική και πολιτική διαμάχη οδήγησε τους Δυτικούς προς αντίθετους πόλους του πολιτικού ιδεαλισμού, φέρνοντας τον Μοναρχικό ιδεαλισμό του Θείου δικαίου ενάντια στην αντί-μοναρχική Πολιτεία που την συνέλαβαν με διάφορες μορφές. Τα επιχειρήματα υπέρ της τελευταίας σήμερα μας είναι πιο οικεία. Οι Εθνοπατέρες μας επωφελήθηκαν από όλα αυτά, χωρίς να λαμβάνουν υπόψιν τους τη συνοχή και χωρίς να έχει πραγματικά λυθεί το πρακτικό ή θεωρητικό πρόβλημα της περιορισμένης κυριαρχίας. Γιατί εάν οι άνθρωποι είναι πραγματικά κυρίαρχοι, τί είναι αυτό που θα μας προστατεύσει από την δημοκρατική απολυταρχία , αφού οι άνθρωποι αποφασίζουν τί νόμους θα κάνουν, τί δικαιώματα θα σεβαστούν, και ακόμη πώς να διαβάσουν-ερμηνεύσουν το Σύνταγμα; Ποιος είναι αυτός που θα πει στους ανθρώπους ότι κάνουν λάθος, και ποιος θα τους σταματήσει όταν αυτοί δεν ακούνε;

Οι Βυζαντινοί ποτέ δεν μπήκαν στον κόπο να κάνουν τέτοιου είδους ερωτήσεις γιατί ποτέ δεν χρειάστηκε. Η ανησυχία τους δεν ήταν η πηγή της κυβερνήσεως -κυριαρχίας-, αλλά, λέει ο Κος Καλδέλλης, ο σκοπός της κυβερνήσεως. Συνεπώς δεν ήταν απολυταρχικός ο Αυτοκράτωρ. Τον ήξεραν, ήταν ένας κοινός θνητός και ένας αμαρτωλός που λογοδοτούσε τόσο στον Θεό όσο και στην Πολιτεία. Δεν πίστευαν στην Θεία εξουσία («εξουσία ελέω Θεού»).

Πίστευαν ότι ο Θεός χειροτονούσε κυβερνώντες ως «εκδικητές για να εκτελέσουν την οργή εναντίον αυτών που πράττουν το κακό» (Ρωμ. 13:4), αλλά πίστευαν, επίσης, ότι ο Θεός συχνά καθαιρούσε κυβερνήτες για τους δικούς Του λόγους. Είχαν μπει στον πειρασμό πολλοί άνθρωποι να πιστέψουν στο βασιλικό αίμα, αλλά αυτό δεν τους εμπόδιζε να διώξουν ανίκανους Αυτοκράτορες που ήταν «γεννημένοι στα πορφυρά». Και αν οποιοσδήποτε Αυτοκράτορας δήλωνε ότι «το κράτος είμαι εγώ», όλοι θα τον θεωρούσαν τρελό κι ανόητο.

Χωρίς μοναρχικές ιδέες, οι Βυζαντινοί ποτέ δεν χρειάστηκαν κάποιο αντί-μοναρχικό ιδανικό. Ποτέ δεν είχαν απολυταρχικά φυσικά δικαιώματα ή Ρωμαϊκούς νόμους ή ακόμη και απολυταρχικούς Ρωμαίους. Επίσης, ήταν απλά θνητοί και αμαρτωλοί, και αυτό που είχε μεγαλύτερη σημασία ήταν το καλό της Πολιτείας, όχι η βούληση των ανθρώπων. Βέβαια η θέλησή τους δεν ήταν η μόνη βούληση που είχε σημασία: υπήρχε το θέλημα του Θεού που εξεταζόταν, και ο Θεός γινόταν αντιληπτός συχνά ως αυτός που θα δώσει στους ανθρώπους όχι αυτό που ήθελαν αλλά αυτό που χρειάζονταν. Ασχολούταν με τους ανθρώπους, όχι σύμφωνα με τις σταθερές αρχές της δικαιοσύνης, αλλά με τρόπους που θα ήταν οι καλύτεροι για την σωτηρία της ψυχής τους. Ο Βυζαντινός όρος για αυτό ήταν η «οικονομία» (ενν. το Μυστήριο της Θείας Οικονομίας), και εξακολουθεί να είναι σημαντική πτυχή της Ορθόδοξης Χριστιανικής ποιμαντικής θεολογίας.

 

Η Βυζαντινή προσέγγιση στην πολιτική ήταν παρομοίως «οικονομική». Ο υπέρτατος νόμος ήταν η ασφάλεια της Κοινοπολιτείας. Οτιδήποτε άλλο ήταν προς συζήτησιν. Η Θεία εγγύηση του Αυτοκράτορος ως «εκδικητή του κακού» ήταν κατανοητή στην λογική ότι θα μείωνε το κακό, δεν θα το εξάλειφε. Επιτράπηκαν προσαρμογές για «την ανθρωπότητα, την κοινή λογική και την δημόσια ωφέλεια» με τα λόγια του Ιουστινιανού, με την αντίληψη ότι ορισμένα κακά δεν είναι εύκολο να εξαλειφθούν. Οι Χριστιανοί Αυτοκράτορες ήταν, επομένως, απρόθυμοι να απαγορεύσουν ορισμένα δεινά που καταδικάζονταν από την Εκκλησία αλλά ήταν δημοφιλή στους ανθρώπους όπως η δουλεία, η πορνεία, η πορνογραφία, και οι μονομαχίες.

♦♦♦

Ο Κος Καλδέλλης παραδέχεται ότι η Χριστιανική διδασκαλία υποστήριζε την Βυζαντινή Πολιτεία που στόχευε στο κοινό καλό, και ο ίδιος θεωρεί το Χριστιανικό Βυζάντιο πιο ρεπουμπλικανικό (κοινοτιστικό) από τις δύο προηγούμενές του φάσεις –του Υπατικού και του Δεσποτάτου. Αλλά στην προσπάθειά του να υποστηρίξει μια Βυζαντινή ιστορία αντίθετη στην συμβατική Θεοκρατική αντίληψη, ο ίδιος σφάλλει προς την αντίθετη κατεύθυνση προς μια ουσιαστικά κοσμική ανάγνωση. «Η Ρωμαϊκή Πολιτεία ήταν μόνο τυχαία Χριστιανική» γράφει, και το αποτέλεσμα ήταν μια θεμελιωδώς κοσμική μοναρχική Πολιτεία «μεταμφιεσμένη, για την ίδια και για τους άλλους, ως αυτοκρατορική Θεοκρατία». Οι Βυζαντινοί ήταν μπερδεμένοι, έμπαιναν σε αντικρουόμενους τρόπους σκέψεως και κινούνταν, ανάλογα με την κατάσταση, ανάμεσα στην κοσμική και την θρησκευτική σκέψη. Ο πραγματισμός τους και οι ρεπουμπλικάνοι ήταν και οι δύο προϊόντα της κοσμικής σκέψεως, σε αντίθεση με τον ιδεαλισμό και τον ιμπεριαλισμό του Χριστιανισμού.

Εδώ η εξάρτηση του Κύριου Καλδέλλη με τις σύγχρονες Δυτικές αντιλήψεις του Χριστιανισμού έρχονται σε επαφή με την ανάλυσή του. Γράφει, για παράδειγμα, ότι η κοσμική είναι μια θεμελιώδης κατηγορία της Χριστιανικής σκέψεως. Αυτό είναι αναμφισβήτητα πραγματικότητα του Δυτικού Χριστιανισμού, η οποία είναι επιρρεπής να διακρίνει κάθετα ανάμεσα σε κατηγορίες ιερού και βέβηλου, φυσικού και υπερφυσικού, κληρικών και λαϊκών, θρησκευόμενων και κοσμικών κληρικών, πνευματικού άρχοντος και παροδικού άρχοντος, η πόλη του Θεού και η πόλη του ανδρός. Αλλά προφανώς αυτή η αλήθεια δεν είναι της Ορθοδοξίας. Οι Ορθόδοξοι δεν έχουν ακριβές Θεολογικό ισοδύναμο του «κοσμικού» και πιστεύουν ότι οι Καθολικοί κάνουν πάρα πολλά από τις παραπάνω κατηγορίες.

Η χρήση του «κοσμικού» από τον Κύριο Καλδέλλη είναι ακόμη πιο μακριά από την Ορθόδοξη σκέψη. Φαίνεται να περιορίζει την Ορθόδοξη σκέψη στον στοχασμό σχετικά με την Ορθόδοξη θρησκεία, και σαν σε όλους τους άλλους στοχασμούς να μην είναι Χριστιανική και ως εκ τούτου «κοσμική». Έτσι, όταν αποδίδει μια Βυζαντινή πηγή την νίκη στην Θεϊκή παρέμβαση, σκέφτεται θρησκευτικά, ενώ όταν η ίδια πηγή αποδίδει την νίκη σε κάποιον ανώτερο στρατηγό σκέφτεται κοσμικά. Ο Κος Καλδέλλης, επομένως, δεν μπορεί να αντιληφθεί πώς οι Βυζαντινοί Χριστιανοί μπορούσαν να συμβιβάσουν την εναπόθεση ενός Αυτοκράτορος από τους ανθρώπους με την χειροτονία αυτού του Αυτοκράτορος από τον Θεό. Μπορεί μόνον να τους αντιληφθεί ως αντιφατικούς –και πιο σωστά, πιο κοσμικούς από Χριστιανούς.

Παραδόξως, ο Κύριος Καλδέλλης, θεωρεί τον Ζαν-Ζακ Ρουσσώ ως τον Δυτικό θεωρητικό που βρίσκεται πλησιέστερα στην Βυζαντινή παράδοση, επικαλούμενος αποσπάσματα από το Κοινωνικό συμβόλαιο που του ακούγεται κάπως Βυζαντινό. Ο Ρουσσώ ορίζει την Πολιτεία ως «οποιοδήποτε κράτος που κυβερνάται μέσω των νόμων, ανεξαρτήτως της μορφής της διοικήσεως». Αυτός εκχωρεί την κυριαρχία στον λαό και φτιάχνει κυβέρνηση. Και τονίζει την σημασία της ηθικής συναινέσεως και υποστηρίζει την ανάγκη για μια αστική θρησκεία. Όταν γράφει ότι οι σημαντικότεροι νόμοι δεν είναι αυτοί που είναι γραπτοί, αλλά αυτοί «που βρίσκονται στην καρδιά των πολιτών», ο Κύριος Καλδέλλης λέει, «ο Ρουσσώ αποκαλύπτεται ως κλασικός κι όχι ως σύγχρονος στοχαστής».

Αυτή μάλλον είναι μια επιφανειακή ανάγνωση του Ρουσσώ. Το Βυζάντιο ήταν μια αληθινή, ιστορική πραγματικότητα -συγκεκριμένοι άνθρωποι, με συγκεκριμένο παρελθόν, θρησκεία, και νομική, πολιτική και πολιτισμική παράδοση- ενώ η Πολιτεία του Ρουσσώ είναι μια ακόμη μοντέρνα Δυτική θεωρητική άποψη, βασισμένη πολύ στην μη-Ρωμαϊκή, μη-Χριστιανική και μη-Βυζαντινή αντίληψη της ανθρώπινης φύσεως και ιστορίας. Στην θεωρητική του Πολιτεία, όλα τα θέματα αξίας που καθορίζουν το κοινό καλό διευθετούνται μέσω της «γενικής βουλήσεως», η οποία δεν δεσμεύεται από καμία θρησκεία, παράδοση, θεσμό, Σύνταγμα, συμβόλαιο ή ακόμη και την πραγματικότητα. Οι άνθρωποι είναι ελεύθεροι να χτίσουν έναν νέο πολιτισμό όπως αυτοί τον θέλουν: απλά χρειάζονται έναν φωτισμένο νομοθέτη να τους δείξει το πώς. (Ο Ρουσσώ είδε τον εαυτό του σε αυτόν τον ρόλο και πραγματικά προσέφερε την βοήθειά του στην επανάσταση της νομοθεσίας στην Πολωνία και στην Κορσική.)

Αλλά αυτό που βλέπει ο Κύριος Καλδέλλης στον Ρουσσώ -η ιδέα ότι οι άνθρωποι που εκφράζουν την βούλησή τους στον Βυζαντινό τρόπο, εδραιώνουν την κυριαρχία τους πάνω από την κυβέρνηση εξωδικαστικά- είναι ο λόγος που ο Ρουσσώ εξακολουθεί να συναγωνίζεται τον Μαρξ ως ο σημαντικότερος προφήτης της προόδου, και ο λόγος που οι προοδευτικοί ακαδημαϊκοί μπορούν να πιστεύουν ότι μπορούν να εναγκαλιστούν τις αναδιατυπώσεις του Κύριου Καλδέλλη για το ότι οι Βυζαντινοί ήταν κοσμικοί δημοκράτες. Ο Κύριος Καλδέλλης δείχνει ότι η δημοκρατία μπορεί να εννοηθεί με διαφορετικό τρόπο σε διαφορετικούς ανθρώπους. Στην Αμερική, οι συντηρητικοί την εννοούν ως ομαλές εκλογές και αυστηρή τήρηση του γραπτού νόμου και των νομικών κατασκευών., αλλά για πολλούς προοδευτικούς Αμερικάνους σημαίνει δημόσιες διαδηλώσεις, πολιτική ανυπακοή και συντονισμένος εκφοβισμός. Η αριστερά την αντιλαμβάνεται ως την βούληση των ανθρώπων οι οποίοι αφού μόνοι τους αποφασίζουν για το κοινό καλό, τότε η υψωμένη γροθιά δείχνει μια καλύτερη εκτίμηση του καλού από το σήκωμα των χεριών, όταν το σύστημα αποτυγχάνει να τους ικανοποιήσει, και τότε κάποιοι άνθρωποι θα εξεγερθούν και κάποιοι άλλοι όχι.

 

*Ο Brian Patrick Mitchell είναι συγγραφέας του βιβλίου «Eight Ways to Run the Country» και αρχιδιάκονος της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Αμερική.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε αρχικά στην παρακάτω ιστοσελίδα:  http://www.theamericanconservative.com/articles/byzantine-empire-or-republic/

Κάνοντας Πάσχα σε μια μικρή Ρουμάνικη Ορθόδοξη κοινότητα

Ευρισκόμενος σε μια μικρή πόλη της Νότιας Ιταλίας και μη υπάρχοντας στην περιοχή Ελληνική Ορθόδοξη εκκλησία, αποφάσισα να πάω σε μια Ρουμάνικη να κάνω Μεγάλη Εβδομάδα. Ομολογώ ότι στην αρχή είχα τις επιφυλάξεις μου καθώς μη καταλαβαίνοντας την γλώσσα θεώρησα ότι δεν θα μπορούσα να συμμετάσχω όπως και όσο θα ήθελα στους εσπερινούς, όμως η πραγματικότητα ήταν πολύ διαφορετική.

Από την πρώτη στιγμή που μπήκα στον ναό μου έκαναν μεγάλη εντύπωση δύο πράγματα. Πρώτον, ότι στο ψαλτήρι ήταν απλοί άνθρωποι. Όποιος ήθελε πήγαινε και πρακτικά έψελνε όλος ο ναός μαζί. Το δεύτερο είναι ότι ο ιερέας καθόταν στο ψαλτήρι για μεγάλο διάστημα μαζί με τους πιστούς, κάνοντας έτσι να εξαφανίζεται κάθε ιεραρχία και διαχωρισμός μεταξύ πιστών-ιερατείου. Είναι το αντίθετο από αυτό που έβλεπα την προηγούμενη ημέρα στην ΕΡΤ. Ο Μητροπολίτης Πειραιώς να κάθεται σε έναν μεγαλόπρεπο θρόνο ξεχωρίζοντας τόσο πολύ από τον απλό λαό, κάτι το οποίο όταν το είδα μου έκανε αρνητική εντύπωση. Ομολογουμένως, πιθανόν, σε ότι είδα στην Ρουμάνικη εκκλησία να έπαιξε και ρόλο το πόσο μικρή κοινότητα είναι η συγκεκριμένη, και ακόμη ίσως και η έλλειψη ψαλτών (αν και υπάρχουν αρκετοί πιστοί ώστε να μπορεί να βρεθεί κάποιος να κάνει την δουλειά αυτή). Όμως η εικόνα ότι όλοι μαζί προσευχόμασταν μου άρεσε περισσότερο από το να καθόμουν απλώς να παρακολουθώ μια λειτουργία, όπως κάνω συνήθως.

Η εικόνα αυτή που είδα, μου έφερε ασυναίσθητα στο μυαλό τον κοινοτισμό. Η μη ύπαρξη ανωτέρων και κατωτέρων βαθμίδων. Ο ιερέας είναι ένας από τους πολλούς πιστούς και απλώς δίνει την κατεύθυνση. Ένοιωθα ότι αυτό το λειτουργικό έρχεται από πολύ μακριά κι επιβιώνει σε μικρές κοινότητες όπως αυτή. Ίσως, βέβαια, πάλι, να κάνω και λάθος. Ήταν απλώς μια αίσθηση, όχι αποτέλεσμα κάποιας εξειδικευμένης γνώσεως…

Το κερασάκι στην τούρτα ήρθε το βράδυ της Αναστάσεως και στην Κυριακή του Πάσχα. Το βράδυ της Αναστάσεως ο ιερέας (ένας πραγματικά εξαιρετικός και χαρούμενος άνθρωπος, που σε κάνει να αγαπήσεις ακόμη περισσότερο την ενορία) όταν με είδε, και καθώς θυμόταν ότι ήμουν Έλληνας, μου είπε με ένα πλατύ χαμόγελο «Χριστός Ανέστη» στα Ελληνικά. Ενώ την Κυριακή του Πάσχα, στον Εσπερινό της Αγάπης, με κάλεσε κοντά του να πω στα Ελληνικά το Ευαγγέλιο, μαζί με άλλους ανθρώπους, οι οποίοι το είπαν σε διάφορες γλώσσες. Μάλιστα, μετά την λειτουργία ήρθαν ορισμένοι ενορίτες και με ρωτούσαν με μεγάλο ενδιαφέρον από που είμαι.

Αυτή η αίσθηση ότι συμμετέχεις ενεργά στην λειτουργία είναι μια αίσθηση που δεν μπορεί να αποτυπωθεί με λόγια, και δεν την είχα ξαναζήσει τόσο έντονα. Αυτό, πλέον, πιθανολογώ ότι έχει επιβιώσει σε πολύ λίγα χωριά στις Ορθόδοξες χώρες και σε ορισμένες Ορθόδοξες κοινότητες αλλόθρησκων περιοχών.

Το μόνο που μπορώ και θέλω να κάνω από την πλευρά μου, είναι να ευχαριστήσω από καρδίας την Ρουμάνικη Ενορία, και να αναφωνήσω μαζί τους «Hristos a înviat» (τουτέστιν: Χριστός Ανέστη).

Δεν πετάτε κι εσείς καμιά πέτρα;

Είναι κουραστικό να επαναλαμβάνουν μερικοί τα ίδια λόγια, αλλά μάλλον δεν είναι τόσο κουραστικό, όσο χρειάζεται, για να αλλάξουν ουκ ολίγες συνειδήσεις. Αναφέρομαι, φυσικά, σε όσους λένε, ότι το κύριο πρόβλημα αυτής της χώρας, εντοπίζεται στην παιδεία της. Πολύ περισσότερο, την αθλητική παιδεία, με τα παραδείγματα να βρίθουν, και μάλιστα σε εβδομαδιαία βάση. Τι είμαστε, τίποτα Γάλλοι;

Τι έκαναν οι συγκεκριμένοι; Έκαναν κάτι, που για την χώρα τους είναι απολύτως φυσιολογικό. Στο «διπλό»-πρόκριση της Παρί Σεν Ζερμέν επί της Τσέλσι για τους «16» του Τσάμπιονς Λιγκ, η διοίκηση της Μονακό εξέδωσε συγχαρητήρια ανακοίνωση στους «πρωτευουσιάνους», ενώ ο πρόεδρος της Λιόν, Ζαν-Μισέλ Ολάς, δήλωνε ότι στο ματς αυτό «όλοι ήμασταν Παρί», ενώ μετά από λίγες μέρες παραδεχόταν την ανωτερότητα της παρέας του Ζλάταν. Πριν λίγο καιρό, επίσης, διεξαγόταν στην Ντίσνειλαντ, το λεγόμενο Final-8 για το Κύπελλο μπάσκετ. Οπαδοί από οκτώ ομάδες, στο ίδιο γήπεδο, χωρίς καν να υπάρχει σκέψη, ότι μπορεί να ανοίξει ρουθούνι και ένας θεσμός, που συντελεί μια πραγματική γιορτή. Ξαναλέμε, γι’αυτούς όλα αυτά θεωρούνται φυσιολογικά. Ας δούμε τι συνέβη τα ξημερώματα της Κυριακής στην χώρα μας.

Στο πλαίσιο του τελικού του Κυπέλλου Γυναικών στο μπάσκετ και του Final-4 της Λευκάδας, Ολυμπιακός και Παναθηναϊκός θα διασταύρωναν τα «ξίφη» τους. Ήταν ορατός εξαρχής βέβαια, ο κίνδυνος για επεισόδια και οι Αρχές του νησιού ζήτησαν ενισχύσεις. Αυτές ήρθαν και όλα προς το παρόν πήγαιναν καλά. Μόνο που υπήρχε μια μικρή παράλειψη. Το περιπολικό που φύλαγε τη γέφυρα που ενώνει τη Λευκάδα με την ηπειρωτική Ελλάδα, δεν είχε ακριβώς εντολή να βρίσκεται εκεί επί 24ώρου βάσεως, αλλά μπορούσε και να… επιστρέφει για ξεκούραση την νύχτα. Και να δεις τι σκαρφίστηκαν οι χούλιγκαν. Αυτοί οι «γνωστοί-άγνωστοι», που για κάποιον ανεξήγητο λόγο δεν πιάνονται ή αν πιαστούν, την άλλη μέρα κυκλοφορούν και πάλι ελεύθεροι να «μεγαλουργήσουν».

Εκμεταλλεύτηκαν το γεγονός, ότι στη γέφυρα… νόμος δεν υπάρχε και πέρασαν με άνεση, για να επιδοθούν στο έργο τους. Το αποτέλεσμα, ήταν αυτό που βλέπετε στην κεντρική φωτογραφία. Υπάρχουν κι άλλες, με σκηνές ακόμη και από τα ενδότερα του ξενοδοχείου, αλλά ας μείνουμε στο γνωστό κινεζικό ρητό για την εικόνα και τις λέξεις.

Το βασικό, που ήταν ότι έγινε ένας συναρπαστικός τελικός, με τον Ολυμπιακό να κερδίζει το πρώτο τρόπαιο στην ιστορία του στο γυναικείο μπάσκετ, μπήκε κάπου στα «ψιλά». Έπρεπε για άλλη μια φορά, να ασχοληθούμε με τους «ταραξίες», οι οποίοι διέλυσαν σε λίγες ώρες ένα πανέμορφο νησί. Ωραία εικόνα για τους λάτρεις του Ιονίου, αν και αυτό είναι το τελευταίο που τους ενδιαφέρει. Ούτως ή άλλως, πριν λίγα χρόνια δεν είχαν πρόβλημα να κάνουν «σμπαράλια» τη Λαμία σε τελικό αγώνα χάντμπολ, μεταξύ του ΠΑΟΚ και της ΑΕΚ. Και όλοι μας θυμόμαστε, πόσες φορές κουβεντιάσαμε γι’ αυτούς και όχι για το παιχνίδι.

Μήπως αυτή την φορά, να κουβεντιάσουμε για μερικά άλλα πρόσωπα, τα οποία ίσως να μπορούσαν να μας δώσουν απαντήσεις για τους τύπους που δρουν ανεξέλεγκτα; Αρχικά, γιατί οι αστυνομικοί είχαν το δικαίωμα να… ξεκουραστούν, από τη στιγμή που ξέρουν άπαντες, ότι μια τέτοια αδράνεια είναι πολύ πιθανό να αποβεί μοιραία; Ας πούμε, όμως, ότι δεν το προέβλεψαν. Μετά, γιατί δεν έγινε ούτε μία σύλληψη, αλλά μόλις έξι προσαγωγές, οι οποίες το πιο πιθανό είναι να καταλήξουν σε ελευθερία των ατόμων που προσήχθησαν; Το τελευταίο, αποτελεί μια ακόμη καλή απορία, καθώς είναι λίγο περίεργο μάλλον να θεωρούμε δεδομένη την απελευθέρωσή τους.

Ο Υπουργός Δημοσίας Τάξεως, ο Υφυπουργός Αθλητισμού και η Αστυνομία, τι απαντήσεις μπορούν να δώσουν σε αυτά τα ερωτήματα; Μπορούν να μας εγγυηθούν, ότι όλα αυτά έγιναν τυχαία για άλλη μια φορά, χωρίς να γνωρίζουν τίποτα, από τη στιγμή που μένουν ως είθισται, απαθείς; Ο Υφυπουργός Αθλητισμού, επιπλέον, μπορεί να μας εξηγήσει γιατί δεν παρενέβη στο έργο του Υπουργού Δημοσίας Τάξεως, όπως έκανε στην περίπτωση του Κυπέλλου Ελλάδος στο ποδόσφαιρο, για να το ακυρώσει; Θεώρησε τα επεισόδια της Λευκάδας λιγότερο σοβαρά, από εκείνα της Τούμπας, εγείροντας λογικά την απορία των τεσσάρων φιναλίστ του θεσμού;

Η κουβέντα, από εκεί πρέπει να αρχίσει, όχι από τους λεγόμενους «ταραξίες». Γιατί «ταραξίες» γίνονται, ακούσια ή μη με τον τρόπο που (δε) δρουν, τα υψηλά ιστάμενα πρόσωπα που ο ελληνικός λαός έχει εμπιστευθεί και δεν μπορούν, σε καμία περίπτωση, να ζητούν μετά… τα ρέστα από τους συλλόγους ή τις ομοσπονδίες. Ούτε τα κορίτσια των δύο ομάδων έχουν ευθύνη σε αυτό που συνέβη, ούτε η ΕΟΚ. Άλλου δουλειά ήταν και το αποτέλεσμα δεν του δίνει κανένα δικαίωμα να περνά αλλού την ευθύνη. Γνώριμο χαρακτηριστικό μας βέβαια, το τελευταίο, με αποτέλεσμα να συζητάμε τα ίδια πράγματα εδώ και περίπου δύο δεκαετίες.

Αλήθεια, γιατί τα συζητάμε, ενώ υποτίθεται ότι είμαστε ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος; Τρία λάθη στην τελευταία πρόταση. Μια έλευση της Τζολί σε χώρα πλην των ΗΠΑ, συνήθως δεν είναι καλός «οιωνός» για την έννοια «σύγχρονος», αρκετός κόσμος έχει την νοοτροπία «εμείς και οι Ευρωπαίοι» και αν κρίνουμε πώς έδρασε και τώρα ο κρατικός μηχανισμός, τότε ας το ξεχάσουμε κι αυτό.

Μα κι εσύ βρε Γάλλε, δεν παίρνεις καμιά πέτρα στα χέρια σου; Άλλο να στο λέμε κι άλλο να το ζεις…