Defision ~ Το δυναμικό ανερχόμενο Συγκρότημα της Metal

Στην μικρή, όμορφη πόλη της Αλεξανδρούπολης συναντάμε τους Defision! Την πλέον ανερχόμενη metal μπάντα της Βόρειας Ελλάδας που ήρθε για να μείνει! Ροκ και μέταλ ακούσματα ικανά να συνεπάρουν τους πιο φανατικούς και να ιντριγκάρουν τους πιο αδαείς.

Σε όλη την Ελλάδα, σήμερα, υπάρχουν μπόλικα αξιοσέβαστα συγκροτήματα διαφόρων ακουσμάτων και μουσικών, τα οποία παλεύουν να κάνουν τη διαφορά και να βάλουν το δικό τους λιθαράκι στη μουσική κουλτούρα αυτής της χώρας. Εμείς σας παρουσιάζουμε τους Defision με περηφάνια! Και σας εγγυόμαστε τα πιο ποιοτικά ακούσματα από 5 παιδιά που προσπαθούν να χρωματίσουν τη δύσκολη καθημερινότητα, να συγχρονίσουν δουλειές και πάθος, να κερδίσουν το στοίχημα με τους εαυτούς τους και να ανταποκριθούν στις προσδοκίες του κοινού τους…

1.Πώς ξεκίνησε η ιδέα για το συγκρότημα;

Η δημιουργία των Defision προέκυψε από ένα jam project που ξεκίνησε κάπου στο 2011. Ουσιαστικά δεν αποτελούσε τίποτα περισσότερο πέρα από αγχολυτική διέξοδο από την καθημερινότητα. Δεν υπήρχε κάποιο συγκεκριμένο πλάνο, εκτός φυσικά από την καλή παρέα. Ουσιαστικά παίζαμε κάποιες διασκευές και μερικούς αυτοσχεδιασμούς. Με το πέρασμα του χρόνου, είδαμε ότι υπάρχει μια μουσική χημεία μεταξύ μας, οπότε αποφασίσαμε να οριοθετήσουμε το μουσικό μας στυλ και να γράψουμε δικά μας κομμάτια. Κάπως έτσι μέσα στο 2013 γεννήθηκαν οι Defision.

various 2

2.Που οφείλει το όνομά του, «Defision”;

Για αρκετό καιρό παίζαμε χωρίς όνομα. Σε μια πρόβα, εν μέσω αρκετού brain storming προέκυψε η λέξη defission. Προέρχεται από τον χώρο της ψυχολογίας και ουσιαστικά αποτελεί συγχώνευση των λέξεων «κατάθλιψη” (depression) και «σχάση” (fission). Αν και ο ήχος μας απέχει πολύ από μουντά και καταθλιπτικά μονοπάτια, μας άρεσε σαν ιδέα, «χάσαμε” το ένα «s” στο δρόμο και «εγένετο Defision”.

3.Λίγα λόγια για τα μέλη του συγκροτήματος; 

Γιώργος Κεϊβανίδης 28 ετών, ελεύθερος επαγγελματίας, ζαχαροπλάστης. Η πρώτη επαφή με την μουσική έγινε στο γυμνάσιο, όπου και ξεκίνησε τα μαθήματα κιθάρας. Η ενασχόληση με το τραγούδι προέκυψε πολύ αργότερα και ουσιαστικά ξεκίνησε με την είσοδο του στο πρώιμο εκείνο, σχήμα των Defision. Μεγάλος fan των video games, επιτραπέζιων παιχνιδιών και της μαγειρικής.

george

Στράτος Βραχιώλιας 33 ετών με καταγωγή από το όμορφο νησί της Σαμοθράκης. Μηχανικός πληροφορικής & επικοινωνιών. Αν και υπήρχαν μουσικά ερεθίσματα που φτάνουν δυο γενιές πίσω (ο παππούς Στράτος Βραχιώλιας ήταν γνωστός λαουτίστας στο νησί!) έπρεπε να γίνει φοιτητής για να αποφασίσει να μάθει κιθάρα. Λάτρης των κόμιξ και των videogames από μικρό παιδί, αλλά και της τεχνολογίας γενικότερα.

Stratos

Καλτσίδης Ιωάννης 28 ετών, ηλεκτρονικός μηχανικός, ελεύθερος επαγγελματίας. Αν και ασχολείται με διάφορα έγχορδα όργανα και είδη μουσικής, τελικά τον κέρδισε η κιθάρα και η metal μουσική γενικότερα. Από τις αρχές του λυκείου, οπότε και ξεκίνησε να μαθαίνει κιθάρα, δεν σταμάτησε να διευρύνει τις γνώσεις του πάνω στην μουσική. Ιδιαίτερη συμπάθεια τα video games και τα βινύλια του.

giannis

Περικλής Επιτρόπου 34 ετών, τεχνικός Η/Υ και υπεύθυνος Τμήματος Μηχανοργάνωσης σε μια από τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις της Θράκης. Ασχολήθηκε με τη μουσική από πολύ μικρός σχεδόν από το δημοτικό! Απέκτησε την πρώτη του κιθάρα από τον αδερφό του πατέρα του και από τότε μέχρι σήμερα έχει «μπλεχτεί” με πάρα πολλά είδη μουσικής. Κάπου στις αρχές λυκείου καταστάλαξε στο ότι το metal είναι αυτό που τον εκφράζει και από τότε έχει γίνει τρόπος ζωής, μαζί με τους υπολογιστές που είναι η δεύτερη αγάπη του.

peri

Χρήστος Παναγής 35 ετών, οπτικός. Ξεκίνησε να ασχολείται με τη μουσική σε ηλικία 6 ετών κάνοντας μαθήματα πιάνου στο Δημοτικό Ωδείο Αλεξανδρούπολης. Στα 16 ξεκίνησε να ασχολείται με τα τύμπανα, με τη συμμετοχή του σε heavy metal συγκρότημα. Με την μετακόμιση στην Αθήνα για σπουδές συμμετείχε σε σχήματα, παίζοντας διάφορα στυλ μουσικής κυρίως σε ήχους classic και alternative rock, ενώ παράλληλα ξεκίνησε εμφανίσεις σε διάφορες μουσικές σκηνές. Του αρέσουν τα ταξίδια ενώ στον ελεύθερο του χρόνο βλέπει μπόλικες ταινίες.

chris

4.Λίγα λόγια για τη μουσική του συγκροτήματος, το είδος, τους στίχους;

Σε γενικές γραμμές ακόμα κι εμείς οι ίδιοι δυσκολευόμαστε να χαρακτηρίσουμε με δυο – τρεις λέξεις το μουσικό μας στυλ. Κατά μια πολύ περίεργη σύμπτωση και οι πέντε μας έχουμε διαφορετικά ακούσματα στο φάσμα rock/metal δημιουργώντας ίσως ένα περίεργο αμάλγαμα, ένα κράμα από classic rock, heavy, thrash, melodic death, progressive, stoner κ.α. Όλοι μας έχουμε αγαπημένα σχήματα και αντίστοιχες επιρροές και σίγουρα αυτό βγαίνει στη μουσική μας.

Ο στίχος μας είναι αποκλειστικά αγγλικός. Στα φωνητικά χρησιμοποιούμε τόσο καθαρά – μελωδικά όσο και brutal φωνητικά, ανάλογα με την έμπνευση της στιγμής και το πως νιώθουμε το κάθε κομμάτι. Δεν θέλουμε να «περιοριστούμε” μόνο σε ένα στυλ.

5.Ποιος γράφει τους στίχους και από πού εμπνέεται;

Η συγγραφή των στίχων είναι λίγο πιο ιδιαίτερη διαδικασία σε σχέση με τη σύνθεση μουσικής και ως εκ τούτου θα ήταν περίπλοκο πέντε άτομα να κάθονται πάνω από μια κόλλα χαρτί και να γράφουν παρέα. Μέχρι στιγμής το «βάρος” έχουν μοιραστεί ο Χρήστος με τον Στράτο, αλλά και πάλι το τελικό αποτέλεσμα φιλτράρεται από όλους μας. Η θεματολογία ποικίλει και πηγή έμπνευσης μέχρι στιγμής έχουν αποτελέσει τόσο προβλήματα και καταστάσεις της καθημερινότητας, όσο και περιπέτειες χαρακτήρων από κόμιξ ή νουβέλες.

band

6.Πριν λίγο καιρό βγήκε το πρώτο σας CD και δημοσιεύτηκε το πρώτο σας video clip. Πώς νιώθετε γι’ αυτό;

To «A Thousand Bullets” είναι η πρώτη μας προσπάθεια να δείξουμε και δισκογραφικά αυτό που παίζουμε στο ευρύ κοινό. Όταν ξεκινήσαμε την διαδικασία ηχογράφησης δεν είχαμε τίποτα περισσότερο στο μυαλό μας παρά μόνο το «χειροπιαστό” δείγμα της δουλειάς μας. Να έχουμε κάτι που θα δείχνει το ποιοι είμαστε, τι κάνουμε.

Σήμερα, μερικούς μήνες μετά την κυκλοφορία του, οφείλουμε να ομολογήσουμε πως, μέσα μας νιώθουμε μια μικρή δικαίωση για αυτήν την απόφασή μας. Αυτό όμως που εισπράττουμε από τον κόσμο, οφείλουμε να το επιστρέψουμε πίσω μέσω της δουλειάς μας.

A Thousand Bullets Cover

7.Τι αλλάζει πλέον για το συγκρότημα;

Όσο καιρό παίζαμε μόνο για τις πρόβες και για εμάς, κάναμε απλά κάτι που να μας αρέσει και να μας εκφράζει. Από τη στιγμή που «εκθέσαμε” τους εαυτούς μας και την μουσική μας στο ευρύ κοινό, οι ευθύνες είναι λογικό να αυξάνονται. Αυτό που αλλάζει είναι ότι μετά από την έκδοση του EP και του βιντεοκλίπ δεν έχουμε να ικανοποιήσουμε μόνο τους εαυτούς μας. Πλέον υπάρχουν και όλοι εκείνοι που μας έδωσαν την ευκαιρία και μας άκουσαν. Πρέπει να αποδείξουμε ότι αξίζουμε της προσοχής και της αποδοχής τους και ότι αυτό που τους τράβηξε σε εμάς, θα συνεχίσει να υφίσταται. Συνεχώς ανεβάζουμε τον πήχη των απαιτήσεων καταρχήν για εμάς τους ίδιους! Με το πέρασμα του χρόνου η μπάντα αποκτά μεγαλύτερο δέσιμο και η σύνθεση καινούργιων κομματιών πιστεύουμε ότι θα ανταποκρίνονται στις νέες, πλέον, προσδοκίες.

8.Έχετε κάνει αρκετά live. Τι έχετε «εισπράξει» από τον κόσμο;

Μέχρι στιγμής έχουμε παίξει στην πόλη μας, την Αλεξανδρούπολη και στη Θεσσαλονίκη. Από τον κόσμο έχουμε πάρει πολύ θετική ανταπόκριση και είναι κάτι που μας τιμά βαθύτατα. Όπως είπαμε και παραπάνω όμως, οι ευθύνες να προσπαθήσουμε με την ίδια προσήλωση αυξάνονται, στην προσπάθεια μας για ένα όσο το δυνατόν καλύτερο αποτέλεσμα . Αφουγκραζόμαστε τον κόσμο και λαμβάνουμε υπόψη συμβουλές και κριτική γνωρίζοντας πως, μαζί με σκληρή δουλειά, είναι ο μόνος τρόπος να βελτιωνόμαστε και να κάνουμε καλύτερα αυτό που αγαπάμε.

various 1

9.Τι δυσκολίες αντιμετωπίζεται ως συγκρότημα;

Αντιμετωπίζουμε κι εμείς ότι δυσκολία αντιμετωπίζει ένα συγκρότημα που βρίσκεται μακριά από Αθήνα, Θεσσαλονίκη, κυρίως όσον αφορά τη δυνατότητα για live εμφανίσεις.

Αυτό ίσως είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα, μιας και δυστυχώς οι επιλογές μας είναι μετρημένες. Ακόμα και όταν υπάρχει κάποια πρόταση πρέπει να τα βάλεις όλα στο τραπέζι: μετακίνηση, μεταφορά εξοπλισμού, διαμονή. Όλα δυστυχώς κοστίζουν και συνήθως αποτελούν αποτρεπτικό παράγοντα Συν τοις άλλοις, όσο κι αν μας αρέσει αυτό που κάνουμε, δεν είναι η κύρια πηγή εισοδήματος μας. Έχουμε τις δουλειές μας, καταστήματα, υποχρεώσεις. Δεν είναι εύκολο να πεις «Φεύγω για μια βδομάδα και πάω να κάνω 4-5 live μαζεμένα σε διάφορες πόλεις”, είτε είναι εντός, είτε εκτός Ελλάδας.

10.Ποια είναι τα άμεσα αλλά και μακροπρόθεσμα σχέδιά σας για το μέλλον;

Αυτή τη στιγμή κυρίως κοιτάμε να προγραμματίσουμε κάποια live στην βόρεια Ελλάδα. Από εκεί και πέρα, δισκογραφικά έχουμε ήδη κάποιες νέες συνθέσεις έτοιμες και κάποιες ακόμη «στα σκαριά”. Στόχος μας είναι όταν έχουμε έναν ικανό αριθμό τραγουδιών να κυκλοφορήσουμε μια πιο ολοκληρωμένη δουλειά, ένα full length album!

Facebook : www.facebook.com/defisionGR

Youtube : https://www.youtube.com/channel/UCeA0QYCbOYwJ9Vsk2Jc6M0w

Twitter : https://twitter.com/defisionGR

_Defision Logo

 

 

Στέφανος Γκέκας: «Όταν το παλιό συναντάει το νέο, τότε αποκτά κι ενδιαφέρον»

Είναι νέος ταλαντούχος και με όρεξη για δουλειά! Ο Στέφανος Γκέκας μας δείχνει ότι τα όνειρα μπορούν να πραγματοποιηθούν αρκεί να έχεις πάθος γι αυτό που κάνεις, να τολμάς και να παλεύεις γι αυτό που θέλεις, όσο αντίξοες και να είναι οι συνθήκες, αφού αυτό που μας χωρίζει από όσα θέλουμε να πετύχουμε είναι η επιλογή!

Μαρία Μαρίνη: Τι ήταν αυτό που σε έκανε να ασχοληθείς με την σκηνοθεσία;

Στέφανος Γκέκας: Η επιθυμία να φτιάχνω τους κόσμους που ονειρεύομαι.Πρώτη φορά που είπα ότι θέλω να γίνω σκηνοθέτης, ήμουν οχτώ χρονών. Συγκεκριμένα, θυμάμαι ότι ήμουν στο δωμάτιό μου κι έπαιζα με στρατιωτάκια τα οποία είχα βάλει σε ένα φορτηγό και πολεμούσαν, ενώ αυτό, υποτίθεται, ήταν εν κινήσει και γύρισα στην μητέρα μου και της ανακοίνωσα ότι μια μέρα θα κάνω μια τέτοια ταινία. Αργότερα, όταν πήγαινα σχολείο, αυτή μου η αγάπη αποτέλεσε το καταφύγιό μου και έκανα διάφορα project. Μια περίοδο, μάλιστα, είχα ασχοληθεί και με το animation κάνοντας βιντεάκια που ανέβαζα στο youtube. Από δεκαπέντε χρονών άρχισα να δουλεύω ως εικονολήπτης σε γάμους και βαπτίσεις για να μαζέψω χρήματα για την σχολή και μόλις τελείωσα το σχολείο, πήγα στην ΑΚΜΗ όπου σπούδασα σκηνοθεσία.

Μ.Μ.: Πως βλέπεις το μέλλον σου επαγγελματικά στην Ελλάδα;

Σ.Γ.: Είναι δύσκολο αλλά δεν αποθαρρύνομαι!Το «καλό» στην Ελλάδα της κρίσης είναι ότι όλοι οι καλλιτέχνες σε αυτόν τον χώρο αλληλοβοηθιόμαστε. Δεν ξέρω αν αυτό υπήρχε και πιο παλιά, πάντως τώρα όλοι κάνουμε δουλειές για τον άλλον αφιλοκερδώς, ειδικά στις ταινίες μικρού μήκους.  Αυτό είναι πολύ ενθαρρυντικό! Θα ήταν πολύ καλύτερα βέβαια, αν όλοι πληρωνόμασταν, αλλά έστω και κάτω από αυτές τις συνθήκες το πιο σημαντικό είναι ότι δεν έχουμε σταματήσει να κάνουμε Τέχνη και είμαστε εκεί ο ένας για τον άλλο.

_MG_4297

Μ.Μ.: Αν δεν έβρισκες δουλειά στην Ελλάδα ως σκηνοθέτης, θα πήγαινες στο εξωτερικό ή θα έμενες στη χώρα ακόμα κι αν έπρεπε να ασχοληθείς με κάτι εκτός του αντικειμένου σου;

Σ.Γ.: Και πριν την περίοδο της κρίσης είχα υπόψιν μου να φύγω στο εξωτερικό, κυρίως για να δω πως μπορείς να κάνεις μια ταινία στο εξωτερικό καθώς αλλάζουν πολλά πράγματα ανάλογα με την χώρα: το budget, ο τρόπος που δουλεύεις.. Αν στην Ελλάδα δεν μπορούσα να δουλέψω ως σκηνοθέτης, σίγουρα θα έφευγα στο εξωτερικό. Δεν θα μπορούσα να φανταστώ την ζωή μου χωρίς να σκηνοθετώ!

Μ.Μ.: Θεωρείς ότι το ελληνικό κράτος προσφέρει ευκαιρίες στους νέους καλλιτέχνες να ασχοληθούν με την Τέχνη;

Σ.Γ.: Όσον αφορά τον κινηματογράφο με τον οποίο ασχολούμαι, αν και πιστεύω ότι κάτι αντίστοιχο ισχύει και σε άλλες πτυχές της Τέχνης, θεωρώ ότι δεν γίνονται αρκετά πράγματα. Η Τέχνη δέχεται έναν ύπουλο πόλεμο καθώς δεν δίνονται χρήματα συχνά σε παραγωγές, τουλάχιστον, μικρού μήκους. Οι περισσότερες ταινίες γίνονται με χορηγίες από ιδιώτες και όχι με την στήριξη του κράτους, η οποία δεν είναι απαραίτητο να είναι οικονομική. Ο κινηματογράφος έχει ανάγκη και από την υλική υποστήριξη, η οποία μπορεί να περιλαμβάνει από τεχνικό εξοπλισμό μέχρι φαγητό για το συνεργείο που δουλεύει πολλές ώρες συνεχόμενα, χωρίς να πληρώνεται. Εναλλακτικά, θα  μπορούσε να δημιουργήσει προγράμματα για πρωτοεμφανιζόμενους καλλιτέχνες που θα τους βοηθήσει να αναδειχθούν.

Στέφανος γκέκας - φωτογραφία σκηνοθέτη

Μ.Μ.: Θα σε ενδιέφερε να ασχοληθείς σκηνοθετικά με το θέατρο στο μέλλον;

Σ.Γ.: Σίγουρα θα με ενδιέφερε! Έχω κάνει ένα σεμινάριο σκηνοθεσίας θεάτρου όπου μέσα σε δέκα ημέρες καλούμασταν να σκηνοθετήσουμε ένα μονόπρακτο και να το ανεβάσουμε. Τις πρώτες πέντε μέρες επιλέξαμε το θέμα και την σκηνοθεσία και τις υπόλοιπες μέρες ήρθαν νέοι ηθοποιοί, κάναμε πρόβες και ανεβάσαμε το έργο. Ήταν μεγάλη πρόκληση για μένα, καθώς με έβαλε σε έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο σκέψης. Το θέατρο, σε αντίθεση με τον κινηματογράφο, είναι ένα τεράστιο μονοπλάνο και δεν έχει cut, άρα, πρέπει όση ώρα διαρκεί η παράσταση να κατευθύνεις το μάτι του θεατή και να μην φύγει ποτέ. Επίσης, με βοήθησε πάρα πολύ γιατί έβαλα τον εαυτό μου να παίξει ένα μικρό ρόλο για να μπω στην θέση του ηθοποιού και αυτό είχε ως αποτέλεσμα, να βρω κι άλλους τρόπους να τον χειρίζομαι.

Μ.Μ.: Θα ήθελες να γνωρίσεις τον κινηματογράφο και από την πλευρά του ηθοποιού κάποια στιγμή;

Σ.Γ.: Θα ήταν πολύ ενδιαφέρον να το ανακαλύψω! Πιστεύω ότι είναι ένας εντελώς διαφορετικός κόσμος. Στον ρόλο που είχα στο μονόπρακτο, ήμουν πάνω στην σκηνή τρία λεπτά και μου φάνηκε πολύ δύσκολο. Φαντάσου να έχεις κι έναν πιο βασικό ρόλο στην ταινία και να εκτίθεσαι περισσότερη ώρα.

Μ.Μ.: Εκτός, όμως, από την σκηνοθεσία, γράφεις και σενάρια

Σ.Γ.: Μου αρέσει να γράφω σενάρια γιατί με αυτόν τον τρόπο νιώθω πως δημιουργώ την ταινία μου από το μηδέν, δηλαδή την αρχική ιδέα, και φτάνω μέχρι την υλοποίησή της και την προβολή της. Το «πρόβλημα» είναι ότι, όταν ένας σκηνοθέτης γράφει και το σενάριο, δένεται πολύ με το υλικό του κι έτσι δυσκολεύεται να κόψει σκηνές στο μοντάζ. Γι’ αυτόν τον λόγο φέρνω έναν συνεργάτη να δει το μοντάζ και, στη συνέχεια, το δείχνω και σε κάποιον τρίτο που δεν το έχει δει από την αρχή, για να μας πει αμερόληπτα τι δεν χρειάζεται.  Γενικά, η καλύτερη τακτική είναι να διαβάζεις το σενάριό σου και κάθε φορά να αφαιρείς μια σκηνή. Αν το σενάριο παραμένει ίδιο, τότε η σκηνή δεν χρειάζεται. Είναι πολύ σημαντικό να φιλτράρονται όλα.

Μ.Μ.: Γνωρίζοντας όλα αυτά, σε επόμενη δουλειά σου θα προτιμούσες να γράφεις το σενάριο παίρνοντας το ρίσκο ή θα το άφηνες στους συνεργάτες σου;

Σ.Γ.: Σίγουρα θα ήθελα να επιλέγω το ύφος, την θεματολογία και την κεντρική ιδέα, αλλά θα προτιμούσα να γράφω το σενάριο με τους συνεργάτες μου, τουλάχιστον προς το παρόν. Για να γίνεις σεναριογράφος, δεν αρκεί μόνο το πολύ διάβασμα, αλλά χρειάζεται χρόνια διαβάσματος και εμπειρίας.

Μ.Μ.: Στο πρώτο έτος της σχολής σου είχες κάνει την ταινία μικρού μήκους «Οι Σαλταδόροι», πες μας λίγα γι’ αυτό σου το εγχείρημα

Σ.Γ.: Πρόκειται για μια ταινία εποχής που διαδραματίζεται στην Ελλάδα του ’40 και περιγράφει ένα συμβάν, στο οποίο ένα παιδί θέλει να κλέψει τροφή για την αγαπημένη του από ένα παρκαρισμένο jeep Γερμανών που ξεφορτώνουν τρόφιμα σε μια βάση επιχειρώντας ένα salto mortale που δεν του πετυχαίνει και καλείται να δεχτεί τις συνέπειες. Αυτό το περιστατικό, πρόκειται για αληθινή ιστορία και συνοψίζει την έννοια του πολέμου δείχνοντας την πείνα, την απώλεια και την σκληρότητα του ανθρώπου. Στην σκηνή της τιμωρίας του ήρωα, δεν βλέπουμε το ξύλο αλλά τα πρόσωπα των υπολοίπων Γερμανών που είναι παρόντες, τον σαδισμό των ανθρώπων, που αποτελεί πιθανότατα αποτέλεσμα του πολέμου, καθώς εκείνοι χάνουν το χαρακτηριστικό τους γνώρισμα, την ανθρωπιά..

Σαλταδόροι

Μ.Μ.: Στις επόμενες ταινίες σου, όμως, όπως για παράδειγμα το Intellectual Tramps, αναδεικνύεις θέματα περισσότερα εσωτερικά, όπως η κοινή λογική και η θρησκεία

Σ.Γ.: To Intellectual Tramps αναδεικνύει το παράλογο της θανατικής ποινής , που μπορεί στην Ελλάδα να έχει καταργηθεί, αλλά αυτό δεν συμβαίνει σε όλες τις χώρες, ακόμα και σήμερα. Πρωταγωνιστής είναι ένας κατάδικος, ο οποίος επρόκειτο να περάσει από ανάκριση για το αν είναι λογικός ή τρελός. Σε περίπτωση που αποδειχθεί τρελός, γλιτώνει την θανατική ποινή διότι δεν μπορεί να συλλάβει τον νόμο που του επιβάλλεται. Όσον αφορά, την πίστη και την θρησκεία, αυτό φαίνεται από μια σκηνή, στην οποία κατά την διάρκεια της ανάκρισης, τον ρωτούν αν είναι θρήσκος και απαντάει αρνητικά και, στην συνέχεια, τον ρωτούν αν δεν πιστεύει στον Θεό και τους απαντά πως πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα. Για μένα, η πίστη είναι διαφορετική από την θρησκεία. Πίστη μπορεί να έχεις σε ιδανικά, στους ανθρώπους, στην αγάπη, παντού. Το τι είναι Θεός για τον καθένα είναι κάτι υποκειμενικό.

intellectual tramps poster

Μ.Μ.: Αυτή την ταινία που μπορεί να την δει ο κόσμος;

Σ.Γ.: Η ταινία αφού προβλήθηκε στις νύχτες πρεμιέρας και στο σπουδαστικό φεστιβάλ Δράμας, πέρασε από το altcine action, το οποίο είναι το online βαλκανικό φεστιβάλ μικρού μήκους και εκεί μπορεί να την βρει ο καθένας.

Μ.Μ.: Η επόμενη ταινία σου είναι το Point Blank. Τι ήθελες να περάσεις στο κοινό μέσα από αυτή την ταινία;

Σ.Γ.: Το Point Blank μας δείχνει έναν νεαρό που πρόκειται να αυτοκτονήσει και οδεύει προς την ταράτσα ενός ξενοδοχείου. Για να φτάσει στην ταράτσα, πρέπει να πάρει ασανσέρ, μέσα στο οποίο παγιδεύεται. Εκεί έρχεται αντιμέτωπος με τους φόβους του όντας εγκλωβισμένους με τρεις άγνωστους ανθρώπους, οι οποίοι του φαίνονται ανεξήγητα οικείοι. Στην ταινία, θίγονται θέματα οικογένειας, απώλειας, απουσία της γονεϊκής φροντίδας και, κυρίως, πως διαχειρίζεται ένας νέος τα προβλήματα που αντιμετωπίζει, όταν δεν μπορεί να δει εναλλακτικές λύσεις, λόγω του νεαρού της ηλικίας, λαμβάνοντας ανορθολογικές αποφάσεις, όπως για παράδειγμα να αυτοκτονήσει. Ο καθένας πρέπει να κάνει τις επιλογές του πριν να είναι αργά, χωρίς να ξεχνάει, όμως, ότι οι πράξεις μας έχουν συνέπειες, που επηρεάζουν τόσο εμάς όσο και το περιβάλλον μας. Η ταινία ενώ είναι γυρισμένη μέσα από τα μάτια του νεαρού, μας επιτρέπει να ταυτιστούμε, έστω και λίγο, με όλους τους χαρακτήρες.

point blank poster 2

Μ.Μ. Που έχει προβληθεί το  Point Blank και πως μπορεί το κοινό να την δει;

Σ.Γ.: Η ταινία έκανε την πρεμιέρα της στο Short Film Nights στο Λουτράκι, ακολούθησε μια προβολή στο Τριανόν και στις Νύχτες Πρεμιέρας στο διαγωνιστικό τμήμα στον κινηματογράφο Δαναό. Από τότε έχει κάνει μια παύση λόγω κάποιων τεχνικών αλλαγών στο μοντάζ και μέσα στο καλοκαίρι θα συνεχιστεί η πορεία της σε φεστιβάλ του εξωτερικού. Αφού κάνει ένα μικρό κύκλο σε φεστιβάλ, θα είναι ανοιχτή στο διαδίκτυο για το κοινό.

 

Μ.Μ.: Παρόλα αυτά ετοιμάζεις μια νέα ταινία που ξεκινά κάπως διαφορετικά από τις υπόλοιπες…

Σ.Γ.: Στην καινούρια ταινία, ο ήρωας είναι ένας απλός καθημερινός άνθρωπος, ανακαλύπτοντας, όμως, την μαγεία του Film Noir, συνειδητοποιεί την πεζότητα της καθημερινότητάς του. Αυτό που τον χαρακτηρίζει, κυρίως, είναι η έλλειψη προτύπου. Γι αυτό και όταν ασχολείται με το Film Noir, έπειτα από ένα ατύχημα, πιστεύει ότι είναι ο ηθοποιός Humphrey Bogart (Casablanca). Επέλεξα αυτόν τον ηθοποιό γιατί είναι μια εμβληματική φιγούρα καθώς αποτέλεσε σύμβολο κατά της λογοκρισίας, κι επίσης, επειδή όλοι οι ηθοποιοί της εποχής εκείνης, υποδύονταν συγκεκριμένους ρόλους, οι οποίοι δημιουργούσαν πρότυπα κάτι που γινόταν για πρώτη φορά. Για παράδειγμα, ο Humphrey Bogart είναι γνωστός ως ατάραχος, γόης, ντεντέκτιβ ή η Μέριλιν Μονρόε ως το ποθητό θηλυκό. Η ταινία συνδυάζει το παλιό και το νέο. Το σλόγκαν της είναι: «Όταν το παλιό συναντάει το νέο αποκτάει κι ενδιαφέρον». Ο συνδυασμός αυτός μας βοηθάει να ταξιδέψουμε στον χρόνο μπρος και πίσω και να αποτίσουμε συνολικά έναν φόρο τιμής σε μιαν άλλη εποχή της Τέχνης, του κινηματογράφου, της μουσικής, της καθημερινότητας, μιας άλλης ζωής..

Humphrey - Χάμφρει

Μ.Μ.: Το εγχείρημα μιας νέας ταινίας σε μια τέτοια οικονομική κατάσταση είναι σίγουρα πολύ δύσκολο. Πως σκοπεύεις να το πραγματοποιήσεις;

Σ.Γ.: Για την ώρα έχουμε δημιουργήσει μια σελίδα στον Indiegogo, πρόκειται για μια ηλεκτρονική πλατφόρμα, στην οποία ο καθένας μας μπορεί να συνεισφέρει με ό,τι ποσό θέλει μέσω πιστωτικής, χρεωστικής ή όποιο άλλο μέσο έχει. Με κάθε δωρεά, αυτός που συνεισφέρει έχει και τα αντίστοιχα οφέλη, από μια αφίσα της ταινίας, DVD, μια μπλούζα μέχρι που να αναφερθεί ως παραγωγός της ταινίας. Η πλατφόρμα αυτή θα είναι ανεβασμένη μέχρι τις 25\6.

Μ.Μ.: Στέφανε σε ευχαριστώ πάρα πολύ για τον χρόνο σου και εύχομαι καλή συνέχεια και καλή επιτυχία σε ό,τι κάνεις!

Σ.Γ.: Σε ευχαριστώ πολύ κι εγώ με την σειρά μου εύχομαι καλή συνέχεια στο site σας.

«ΣΤΡΟΦΗ” στην ποιότητα

Στο πλαίσιο της απόφασης του Eurogroup για τα νέα οικονομικά μέτρα που προβλέπονται στην Ελλάδα, αποφάσισα να ασχοληθώ με τη «ναυαρχίδα» της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα. Έχω ακούσει πολλούς να λένε, για όλα φταίει η Παιδεία,η Εκπαίδευση κτλ. Ναι, συμφωνώ, δεν είναι κανόνας όταν κάτι λέγεται από πολλούς να αποτελεί το λεγόμενο «κλισέ» και να απορρίπτεται. Δανείζομαι εδώ το ρητό του φιλόσοφου Σωκράτη: «Η παιδεία, καθάπερ ευδαίμων χώρα, πάντα τα’αγαθά φέρει», το οποίο σημαίνει ότι, όπως ακριβώς μια εύφορη χώρα, έτσι κι η παιδεία μας φέρνει όλα τα εν γένει καλά. Ο φιλόσοφος επιβεβαιώνει το συλλογισμό μου.

Θα ασχοληθώ όμως με μία διαφορετική πλευρά από αυτή που σας έρχεται στο μυαλό μετά τις πρώτες αυτές προλογικές προτάσεις. Ένα από τα προβλήματα που ταλανίζουν τη δύσμοιρη αυτή χώρα είναι η κομματοκρατία και αφού αναφερόμαστε στην Παιδεία, η κομματοκρατία στα Πανεπιστήμια.

Ένας από τους τρόπους ώστε να αναδείξεις ένα πρόβλημα είναι η εξίσου ανάδειξη της σωστής επιλογής, της αντίθετης όψης. Ο συλλογισμός αυτός λειτούργησε στο μυαλό μου ως κίνητρο για να πάρω μία συνέντευξη από μία ανεξάρτητη φοιτητική παράταξη στο Ιόνειο Πανεπιστήμιο της Κέρκυρας και συγκεκριμένα στο τμήμα των Μεταφραστών. Το όνομα αυτής, ΣΤΡΟΦΗ, ή όπως γράφει το λογότυπό τους ΣΤΡΟΦΗ προς την αφύπνιση, προς τη διεκδίκηση, προς την αλλαγή.

13140879_10208447981389714_1169317285_n

Σε ποια σχολή και σε ποιο τμήμα έχετε την ανεξάρτητη παράταξή σας;

Ορίστε λοιπόν μία καλή ευκαιρία να γνωρίσουμε μία φοιτητική παράταξη, το έργο της, τις αξίες της, τα προβλήματατης αλλά και τις απόψεις της πάνω σε καίρια φοιτητικά θέματα.

Ηραλία: Να τονίσουμε αρχικά ότι ο όρος «παράταξη» έχει συνυφαστεί με το κόμμα, δηλαδή αν ονομάσεις μία ομάδα παράταξη αυτομάτως στο μυαλό σου τη συσχετίζεις  με κάποιο κόμμα. Γι’αυτό και εμείς ονομάζουμε τη δικιά μας ομάδα «σχήμα» και όχι παράταξη για να τονίσουμε ότι είμαστε ανεξάρτητοι. Ονομαζόμαστε ΣΤΡΟΦΗ- ανεξάρτητοι φοιτητές Μεταφραστικού.

Συγκεκριμένα είμαστε στο τμήμα Ξένων Γλωσσών Μετάφρασης και Διερμηνείας του Ιονίου Πανεπιστημίου. Ο σύλλογός μας λέγεται «ο Καποδίστριας». Έχει ιδρυθεί από φοιτητές του τμήματος. Λειτουργεί σύμφωνα με το καταστατικό του. Το καταστατικό αλλάζει σε κάθε σχολή. Ο δικός μας έχει 7 μέλη του διοικητικού συμβουλίου. Το εκλογικό σώμα, όλοι οι καταγεγραμμένοι φοιτητές της σχολής δηλαδή, έχουν το δικαίωμα μίας ψήφου και ψηφίζουν την παράταξη που θέλει να τους εκπροσωπεί στο διοικητικό συμβούλιο. Το διοικητικό συμβούλιο σε εμάς είναι επταεδρικό και λειτουργεί σύμφωνα με το καταστατικό. Στο καταστατικό αναγράφεται αναλυτικά πως προκύπτουν οι ψήφοι και οι έδρες.

Τι ονομάζουμε φοιτητικό σύλλογο;

Ηραλία: Ο φοιτητικός σύλλογος είναι το ανώτατο όργανο αποφάσεων των φοιτητών. Κάθε τμήμα έχει το δικό του φοιτητικό σύλλογο και κάθε εγγεγραμμένος φοιτητής έχει το δικαίωμα συμμετοχής στο σύλλογο. Και φυσικά το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι.

Τι ρόλο έχει το διοικητικό συμβούλιο;

Κατερίνα: Το διοικητικό συμβούλιο γίνεται όταν το ζητήσει ένα μέλος του διοικητικού συμβουλίου και από εκεί και πέρα μπορεί να πάρει κάποιες αποφάσεις, μπορεί να ορίσει πότε θα γίνεται η συνέλευση.

 Τι είναι συνέλευση;

Κατερίνα: Οι συνελεύσεις γίνονται με εντολή του διοικητικού συμβουλίου. Βγάζει πρώτη σύγκληση συνέλευσης, που πρέπει να συγκροτηθούν τα 2/3 του φοιτητικού συλλόγου, π.χ αν ψήφισαν 100, πρέπει στη συνέλευση να έρθουν 61 άτομα. Αν δεν έρθουν, τότε γίνεται δεύτερη σύγκληση και η δεύτερη συνέλευση θα γίνει με όσα άτομα και αν έρθουν. Βέβαια από εκεί και πέρα είναι στη διακριτική ευχέρεια του Προεδρείου αν αποφασίσει να κάνει συνέλευση με 20 άτομα, αν είναι δηλαδή αυτός ο αριθμός αντιπροσωπευτικός για να παρθεί κάποια απόφαση.

Πώς τα μάθατε όλα αυτά;

Κατερίνα: Κατά βάση τα βρίσκουμε στο καταστατικό. Κάποια πράγματα που δεν τα γράφει το καταστατικό, τα μαθαίνουμε λόγω παράδοσης. Για παράδειγμα το καταστατικό δεν ορίζει πόσα άτομα πρέπει να είναι στη δεύτερη συνέλευση και μπορεί να πει το Δ.Σ , ότι επειδή είμαστε 10 άτομα δεν μπορεί να γίνει συνέλευση, όταν μάλιστα έχεις ένα σύλλογο με 100, με 200 ή με 500 άτομα που μπορεί να υπάρχουν σε μεγαλύτερα Πανεπιστήμια, είναι ακόμη πιο δύσκολο.

 

13153317_10208447980709697_677176663_n

Τι σας κάνει και διαφέρετε από τις υπόλοιπες παρατάξεις;

Ηραλία: Το διαφορετικό των ανεξάρτητων παρατάξεων είναι ότι δεν βασίζονται σε κάποιο κόμμα, είναι πολιτικοποιημένες, έχουν πολιτική άποψη, την οποία ορίζουν οι ίδιες και δεν ακολουθούν γραμμή. Επίσης η πολιτική μας θέση διαφέρει, επιλέγουμε ξανατονίζω εμείς την πολιτική θέση που θα ακολουθήσουμε. Δηλαδή σε ένα «σχήμα» που αποτελείται από 8 κορίτσια που ήταν δεύτερο και τρίτο έτος όταν ξεκινήσαμε, όπως καταλαβαίνεις, υπάρχουν και διαφορετικές απόψεις. Βρεθήκαμε λοιπόν στις αρχές και βγάλαμε κάποιες αρχικές θέσεις, οι οποίες βέβαια δεν αφορούν μόνο το πανεπιστήμιο, είμαστε ένα σχήμα που δραστηριοποιείται πάρα πολύ και για την κοινωνία της Κέρκυρας, το οποίο μας κάνει να διαφέρουμε από άλλες παρατάξεις π.χ ασχοληθήκαμε με ζητήματα των προσφύγων φέτος. Κάναμε εν ολίγοις πράγματα, τα οποία για άλλες παρατάξεις, άλλων πόλεων, μπορεί να είναι εντελώς «αδιάφορα». Μπορεί να σου πουν ότι η δουλειά σου είναι τα θέματα του Πανεπιστημίου και όχι κάτι άλλο. Αυτό το πράττουμε διότι όταν κάποιος βγει απ΄το Πανεπιστήμιο είναι μέλος της κοινωνίας πια. Ασφαλώς αυτό ισχύει και για το διάστημα που είσαι στο Πανεπιστήμιο αλλά δυστυχώς την περίοδο αυτή όλοι επικεντρωνόμαστε σε θέματα του Πανεπιστημίου.

Πώς μπορεί να ιδρύσει κάποιος μία τέτοια ομάδα;

Κατερίνα: Ο κάθε φοιτητής μπορεί να ιδρύσει μία ομάδα, να γράψει τις βασικές του θέσεις, να τις παρουσιάσει στην εκλογοαπολογιστική συνέλευση, μπροστά στους συναδέλφους του και να βάλει αυτόματα υποψηφιότητα.

Υπάρχουν κοινές αξίες ανάμεσά σας; Υπάρχει καταστατικό της ΣΤΡΟΦΗΣ;

Ηραλία: Όχι, αρχικά να ξεκαθαρίσουμε ότι δεν έχουμε ιεραρχίες, δεν έχουμε πάγιες θέσεις. Όλες λέμε τις απόψεις μας και για την κάθε περίπτωση αποφασίζουμε ποια είναι η κατάλληλη είτε να μας εκπροσωπήσει σε μία συνέλευση, είτε να κάνει μία συγκεκριμένη δουλειά, αλλά ποτέ με σύστημα ιεραρχίας. Εδώ έχουμε μόνο δύο μέλη, αλλά συνολικά τα μέλη είναι 8.

Πώς ξεκίνησε όλο αυτό;

Ηραλία: Πέρυσι αντιμετωπίσαμε πολύ σημαντικό πρόβλημα με το εξάμηνο εξωτερικού. Το εξάμηνο εξωτερικού είναι ένα εξάμηνο, κατά το οποίο οι φοιτητές του Μεταφραστικού πήγαιναν στο εξωτερικό, σε συγκεκριμένα Πανεπιστήμια και το οποίο ασφαλώς βοηθούσε στην βιοτική εκπαίδευση ενός μεταφραστή. Δεν είναι ίσο με το Εrasmus, είναι εντελώς διαφορετικό και παρέχονταν από το Πανεπιστήμιο, τα βασικά έξοδα τουλάχιστον. Το έχει μόνο το Μεταφραστικό. Όταν λοιπόν μας ανακοινώσανε ότι δεν θα υπάρξει χρηματοδότηση για το εξάμηνο, ξεκινήσαμε κάποιους αγώνες γιατί δεν μπορούσαμε να το αφήσουμε έτσι. Ενημερωθήκαμε πολύ αργά από τους τότε εκπροσώπους του συλλόγου. Ίσως αν είχαμε ενημερωθεί πιο πριν, θα μπορούσαμε ακόμη και να το διεκδικήσουμε, σε ένα βαθμό τουλάχιστον. Αλλά μας το είπαν ένα μήνα πριν κάνουμε τις αιτήσεις και μέσα στον μήνα αυτό, έπεφτε και το Πάσχα.

Αυτό το γεγονός λειτούργησε ως αφορμή;

Κατερίνα: Ναι, είδαμε ότι ο σύλλογος είναι αδρανής, εκτός από όταν υπάρχει ένα τόσο σημαντικό πρόβλημα και το γεγονός αυτό μας εξόργισε γιατί αυτό που θέλουμε να κάνουμε είναι αφενός να διεκδικούμε κάποια πράγματα για το έτος μας, αλλά αφετέρου και να αφήσουμε κάτι καλύτερο για τους επόμενους. Δηλαδή ακόμη και χωρίς το εξάμηνο εξωτερικού, παλεύουμε για να αποκτήσουμε μία πιο σωστή και ποιοτική εκπαίδευση για τους επόμενους μεταφραστές,  Αφού λοιπόν συζητήσαμε με διάφορους συνειδητοποιημένους φοιτητές, για το ότι θέλουμε να ξεκινήσουμε δράσεις, να μην είναι ο σύλλογος τόσο αδρανής και για διάφορα άλλα θέματα, αποφασίσαμε να δημιουργήσουμε κάτι και να βάλουμε υποψηφιότητα.

13149870_10208447980669696_1012869736_n

Ας περάσουμε σε κάποια θέματα που αφορούν τις παρατάξεις. Ποιες παρατάξεις υπάρχουν στο πανεπιστήμιο;

Ηραλία: Υπάρχει η ΠΑΣΠ, η ΠΚΣ -που είναι του ΚΚΕ. Υπάρχουν τα ΕΑΑΚ που είναι της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και υπάρχουμε και εμείς που είμαστε ανεξάρτητοι.

Παραδέχονται τα παιδιά των κομματικών παρατάξεων ότι ανήκουν σε μία από αυτές;

Ηραλία: Τα παιδιά των ομάδων ΠΚΣ και ΕΑΑΚ δεν αρνούνται κάτι. Όσον αφορά την ΠΑΣΠ, εδώ και πολλά χρόνια υποστηρίζουν ότι είναι ανεξάρτητοι από την κεντρική ΠΑΣΠ και το ΠΑΣΟΚ

Ποιες είναι οι σχέσεις με τις υπόλοιπες παρατάξεις;

Κατερίνα:  Σίγουρα οι παρατάξεις πρέπει να συνεργάζονται μεταξύ τους. Αλλά όπως καταλαβαίνεις, όταν υπάρχουν 4 παρατάξεις με εντελώς διαφορετικές απόψεις-ιδεολογίες είναι δύσκολο να συμφωνήσεις σε κάποια θέματα. Σίγουρα με τα ΕΑΑΚ συμφωνούμε σε κάποιες απόψεις αλλά με τις υπόλοιπες διαφέρουμε αρκετά. Υπάρχουν π.χ παρατάξεις, οι οποίες ό,τι και να προταθεί θα αρνηθούν να το ενισχύσουν, είναι σταθερές σε κάποιες απόψεις και δεν μπαίνουν στη διαδικασία να συζητήσουν.

Με άλλες ανεξάρτητες παρατάξεις από την υπόλοιπη Ελλάδα έχετε επικοινωνία;

Κατερίνα: Συνήθως σε ψηφίσματα. Επειδή τα προβλήματα των Πανεπιστημίων είναι πολύ διαφορετικά, είμαστε σε επικοινωνία μόνο αν ένα τμήμα χρειάζεται να περάσει ένα ψήφισμα σε μία άλλη πόλη, το αναφέρουμε πάντα και στο Δ.Σ και στη συνέλευση. Αλλά δεν υπάρχει κάποιου άλλου είδους επικοινωνία γιατί είμαστε αρκετά απομονωμένοι.

Ποιο ήταν το αποτέλεσμα της πρώτης φορά στις εκλογές; Και ποια ήταν η αντίδρασή σας;

Ηραλία: Πήραμε τρεις έδρες εμείς, δύο η Πασπ, μία τα ΕΑΑΚ και μία το ΠΚΣ. Δεν το περιμέναμε, δεν ξέραμε τι θα γίνει. Γιατί οι μεγάλες παρατάξεις έχουν κάποιες συγκεκριμένες πρακτικές πριν τις εκλογές, όπως μέλη να σε καλούν σε καφέδες για ψηφοθηρία. Γίνεται δηλαδή προσέγγιση φοιτητών από διάφορες παρατάξεις. Επίσης όταν έχεις ένα ψηφοδέλτιο με 8 άτομα που δεν έχουν ξανακατέβει και ένα με 20 άτομα είναι λογικό να μην περιμένεις πολλά. Υπήρχαν επίσης πολλοί που έρχονταν μαζί με κάποιο μέλος της παράταξης στο εκλογικό κέντρο, έχοντας πάρει ήδη σταυρωμένο ψηφοδέλτιο.

Τι γίνεται την επόμενη μέρα;

 Κατερίνα: Βλέπουμε ποια άτομα θα πάρουν συγκεκριμένες θέσεις. Επειδή ξέραμε ότι 4 από τα 8 άτομα θα φύγουν εράσμους, έχοντας όμως ενημερώσει πριν τις εκλογές το σύλλογο. Είχαμε αντικαταστάτες και εννοείται τους βοηθήσαμε και εμείς από εδώ μέσω ίντερνετ. Αρχικά ορίσαμε ποια άτομα θα είναι στο ΔΣ, ποια άτομα θα τρέξουν δηλαδή και ξεκνήσαμε. Σκεφτείτε ότι ακόμη και τώρα, οποιαδήποτε απόφαση θέλουμε να πάρουμε ως σχήμα, μας στέλνουν τα κορίτσια και κάνουμε σκάιπ. Ακόμη και γι’αυτό, τη συνέντευξη, κάναμε συζήτηση όλες μαζί.

Ποιες είναι οι σχέσεις της πρώτης δύναμης με τους καθηγητές και τον Πρύτανη του Πανεπιστημίου;

Ηραλία:Πολλές φορές έχουμε ζητήσει από καθηγητές να κάνουν π.χ ενημέρωση για το νέο πρόγραμμα φοιτητών, αλλά πάντα ως σύλλογος φοιτητών, όχι ως ΣΤΡΟΦΗ.

Όσον αφορά τον Πρύτανη -επειδή τώρα άλλαξε ο Πρύτανης έχει ζητηθεί ημερομηνία για ραντεβού μαζί του, διότι πρέπει να του αναφέρουμε τα προβλήματα της σχολής αλλά ακόμη δεν έχει πραγματοποιηθεί.  Δεν ήταν από το τμήμα μας, άρα δεν τον γνωρίζουμε από πριν. Με την προηγούμενη Πρύτανη νομίζω το μεγαλύτερο μέρος του Πανεπιστημίου είχε προβλήματα. Ιδιαίτερα οι ανεξάρτητες παρατάξεις είχαν μεγάλο πλήγμα κατά τη θητεία της.

Ποια είναι η άποψή σας σχετικά με τα συγκεκριμένα ζητήματα, «Άσυλο», «Εκπρόσωπος φοιτητών στα συμβούλια καθηγητών», «Τοιχοκόληση αφισών» και «Ανεξάρτητες παρατάξεις»;

-Άσυλο, Άνθρωποι ασφαλείας εντός του Πανεπιστημίου

Κατερίνα: Όσον αφορά το δικό μας Πανεπιστήμιο, επειδή βρισκόμαστε στο κτήριο του παλιού ψυχιατρείου και μάλιστα μία μονάδα του λειτουργεί ακόμη, καθώς επίσης και επειδή υπάρχει και μία μονάδα των ανθρώπων αποτοξίνωσης από ναρκωτικά, θέλοντας και μη, έχουμε τέτοιους ανθρώπους στη σχολή. Εμείς πιστεύουμε ότι οι άνθρωποι ασφαλείας δεν πρέπει να μπουν ανάμεσα σε ένα καυγά φοιτητών εντός κάποιας συνέλευσης.

Εστιάζοντας στη δική μας σχολή, αυτό που θέλουμε είναι να μην υπάρχουν αστυνόμοι μέσα στη σχολή αλλά άνθρωποι, γιατροί,  οι οποίοι θα μπορούν να χειριστούν τους τοξικομανείς ή τους ανθρώπους της μονάδας που έχει υπάρχει στη σχολή, αν κάτι πάει στραβά.

Ηραλία: Παλαιότερα είχε γίνει ένα σκηνικό με αστυνόμους στη σχολή. Φοιτητές, οι οποίοι δεν έφταιγαν ή δεν ήταν καν εκεί, έχουν κάνει φάκελο στην αστυνομία επειδή αναφέρθηκε το όνομά τους από έναν καθηγητή. Σύμφωνα με αυτό το γεγονός αλλά και ό,τι ζούμε εδώ πιστεύουμε ότι πρέπει να υφίσταται το άσυλο, δεν είναι τσιφλίκι κανενός το Πανεπιστήμιο για να ορίζει ποιος θα πρέπει να μπαίνει και ποιος όχι, π.χ ακόμη και τον πατέρα μου να ήθελα να φέρω, θα πρέπει να μπορώ να τον φέρω. Αυτό που γίνεται εκεί στην Κων/πολη που περνάτε ελέγχους για να μπείτε μέσα, το θεωρώ απαράδεκτο. Δεν μπορούμε φυσικά να μιλήσουμε για την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, διότι έχουμε ακούσει σκηνικά που έχουν γίνει και οι άνθρωποι εκεί είναι πιο επιφυλακτικοί.

-Εκπρόσωπος των φοιτητών

Δεν θέλαμε έναν εκπρόσωπο των φοιτητών στη συνέλευση των καθηγητών γιατί παλιά είχαμε 7 εκπροσώπους, οι οποίοι εκπροσώπευαν καλύτερα όλο το φάσμα των απόψεων του φοιτητικού συλλόγου. Δεν μπορεί να εκφράσει μία άποψη το ένα άτομο που θα πάει. Το καλό όμως είναι ότι έχουμε συμφωνήσει κάτι με τους καθηγητές. Όποτε συζητούνται φοιτητικά θέματα, είμαστε έξω από την αίθουσα και μας φωνάζουν. Όποιος θέλει μπορεί να είναι, το ανακοινώνουμε στη συνέλευση. Μπαίνουμε μέσα, συζητάμε με τους καθηγητές μας, λέμε τους προβληματισμούς μας και ύστερα, χωρίς φασαρίες, βγαίνουμε έξω. Έτσι δεν ακούγεται μία μόνο φωνή.

-Τοιχοκόλληση και αφίσες.

Κατερίνα: Η κάθε παράταξη έχει ένα δικό της ταμπλό, πάνω στο οποίο μπορεί να κάνει ό,τι θέλει. Προϋπήρχε αυτό το μέτρο πριν από εμάς. Υπάρχει επίσης ένα κοινό ταμπλό όλου του συλλόγου, στο οποίο ανακοινώνονται θέματα του συλλόγου. Όλες οι ανακοινώσεις δεν ακουμπάνε τοίχο,  όλα γίνονται στην επιφάνεια του ταμπλό. Μάλιστα να πούμε ότι μετά από 5′ λεπτά αφού βάλαμε την πρώτη μας αφίσα, η αφίσα δεν υπήρχε, ήταν σκυσμένη στον κουβά. Κατάλαβες τι έγινε.

Είστε υπέρ των «ανεξάρτητων παρατάξεων»; Θα συμφωνούσατε να υπάρχουν μόνο αυτές;

Ηραλία: Όταν πρωτοπήγαμε στο Πανεπιστήμιο πιστεύαμε ότι έπρεπε να φύγουν, αλλά όσο περνούσε ο καιρός κατάλαβα ότι είναι αναπόσπαστο κομμάτι των Πανεπιστημίων. Αλλά όχι με τη μορφή που υπάρχουν σήμερα, δηλαδή με το να είναι κομματοποιημένες και να εξυπηρετούν σκοπούς. Πιστεύουμε ότι ο καθένας πρέπει να μπορεί να ιδρύσει μία παράταξη και εκεί μέσα να γίνεται η πολιτική ζύμωση, διότι το Πανεπιστήμιο δεν είναι αποκομμένο από την κοινωνία. Όταν κάποιος είναι φοιτητής, ψηφίζει, δεν μπορεί να ενδιαφέρεται μόνο για τα ακαδημαικά, πρέπει να έχει μια γνώση των πολιτικών. Είμαστε κατά του να απομακρυνθούν εντελώς οι παρατάξεις. Είμαστε υπέρ στο να υπάρχουν περίπου 4-5 ανεξάρτητες φοιτητικές παρατάξεις, οι οποίες θα συζητούν μεταξύ τους για το καλό της σχολής.

Όσον αφορά τους στόχους που έχετε θέσει, ποιοι ήταν και ποιους από αυτούς έχετε πραγματοποιήσει;

-Στόχοι

Καταρχήν ο πρώτος μας στόχος ήταν να μην περιοριστούμε μόνο στη σχολή. Θέλαμε να ασχοληθούμε και με την κοινωνία γενικότερα. Έτσι προσπαθήσαμε να είμαστε παρών σε απεργίες και σε ομιλίες. Μιλήσαμε με καθηγητές και μαθητές που βρίσκονταν σε πορείες. Δεν περιοριστήκαμε στα θέματα της σχολής, π.χ το χαμένο εξάμηνο εξωτερικού, ή το ζήτημα του ότι δεν έχουμε κτήριο.

Ο δεύτερος μας στόχος ήταν η ολική εκπροσώπηση στη Σ.Τ. (συνέλευση καθηγητών), το οποίο επετεύχθει, εφόσον μπορεί να πάει όποιος θέλει στη συνέλευση, συζητά ήρεμα και βγαίνει μία καλύτερη απόφαση.

Ο τρίτος στόχος ήταν ένας ενεργός σύλλογος, που να έρχεται στις συνελεύσεις. Εν μέρει, είχαμε κάποια αύξηση ατόμων. Όσον αφορά τις διαδικασίες που ακολουθήσαμε έχω να πω ότι από εκεί που ο σύλλογος ήταν αδρανής και είχε μάθει στη νοοτροπία της ανάθεσης, έχει αλλάξει. Πιστεύουμε στη δύναμη της μαζικότητας καθώς επίσης και στο να ακουστούν πολλές γνώμες. Αυτά που κάναμε ως προς την ενημέρωση των φοιτητών ήταν η δημιουργία μίας ομάδας στο Facebook, στην οποία ανακοινώνουμε ό,τι ψηφίζεται από το σύλλογο αλλά και άλλες ενημερώσεις.  Επίσης κολλούσαμε χαρτί ενημέρωσης για το πότε θα γίνει η συνέλευση. Μπαίναμε στα μαθήματα και ανακοινώναμε τη κάθε συνέλευση κατόπιν συνεννόησης με τους καθηγητές.

 

Ποιοι άλλοι θα λέγατε ότι σας έχουν βοηθήσει στο εγχείρημά σας;

Θέλουμε να πούμε ένα μεγάλο ευχαριστώ, αφού μας δίνεται η ευκαιρία, στους ανεξάρτητους Αρχειονομίας-Βιβιοθηκονομίας και τους ανεξάρητους του τμήματος Ήχου και Εικόνας (ΣΥΝΘΕΣΗ) με τους οποίους έχουμε συνεργαστεί αρκετές φορές και μας έχουν βοηθήσει σε πολλές δράσεις. Τέλος να πούμε ότι και με τα ΕΑΑΚ του Μεταφραστικού έχουμε κατεβάσει πολλές φορές κοινό πλαίσιο, συμφωνούμε σε πολλά πράγματα και έχει υπάρξει αλληλοβοήθεια.

 

Μετά από όλα αυτά,εγώ θα ήθελα να πω ότι πρόκειται σίγουρα για ένα άξιο εγχείρημα. Μία ομάδα φοιτητριών με μόνο όπλο το ενδιαφέρον για τις σπουδές τους δημιουργούν κάτι μέσω του οποίου πολεμούν όλα τα «κακώς κείμενα» του ελληνικού δημόσιου Πανεπιστημίου.

Δεν έχουν ανάγκη κανέναν, όλα τα πληρώνουν με τον κόπο και τα χρήματά τους, το μόνο που ζητούν είναι το ενδιαφέρον των συμφοιτητών τους. Πέραν αυτού όμως, εγώ βλέπω και κάτι άλλο, το οποίο είναι πιο σημαντικό. Η οργάνωση, η σοβαρότητα και η υπευθυνότητα αυτών των κοριτσιών λείπει από πολλές παρόμοιες ομάδες στην Ελλάδα.

Μερικά από τα προβλήματα που αναφέρονται αφορούν τα περισσότερα από τα Πανεπιστήμια στην Ελλάδα και βλέπουμε ότι μερικές φορές δεν χρειάζονται χρήματα,τίτλοι και οργάνωση «πιασάρικων» εκδηλώσεων ώστε να λυθούν. Για εμένα λειτουργούν σίγουρα ως πρότυπο μοντέλο φοιτητικής παράταξης και τις ευχαριστώ για τη συνέντευξη που μου έδωσαν.

Υ.Γ. :Παρακάτω αναφέρεται το όνομα του προφιλ στο Facebook, μέσω του οποίου επικοινωνούν με τους υπόλοιπους συμφοιτητές τους, ως φοιτητικός σύλλογος

«Σύλογος Φοιτητών του τμήματος Ξένων Γλωσσών, Μετάφρασης και Διερμηνείας”

«Για να ανακαλύψεις τι κρύβεις μέσα σου, θα πρέπει να βαδίσεις έξω.»

Μόλις είχε τελειώσει το ταξίδι του στη Βουδαπέστη, όταν συστηθήκαμε στο σπίτι που θα μας φιλοξενούσε για τη διαμονή μας στην Κωνσταντινούπολη. Εκείνον για 5 μέρες, εμένα για μερικούς μήνες. Αρχίσαμε να ανταλλάσουμε τις ιστορίες μας στο κατώφλι του σπιτιού και από ότι φάνηκε γρήγορα, η δίκη του ήταν πολύ πιο ενδιαφέρουσα.

Ο Tom είναι ένας πολίτης του κόσμου. Και η ιστορία του είναι μια υπενθύμιση, ότι τα όλα όνειρα προορίζονται για να πραγματοποιηθούν.

 Me - Italy -ΙΤΑΛΙΑ

Σε τι θα απέδιδες την έναρξη του ταξιδιού σου;

Προτού ξεκινήσει το οτιδήποτε, εργαζόμουν σε μια Οικονομική εταιρία, όπου δούλευα με μεγάλο ωράριο. Θα ξεκινούσα τη δουλειά στις 8 το πρωί και θα έφευγα τα μεσάνυχτα, ή μερικές φορές στις 2 το πρωί, αναλόγως με τη δουλειά που θα έπρεπε να τελειώσουμε στο γραφείο. Αλλά το πραγματικό «πρόβλημα» δεν ήταν οι ώρες, –δεν με απασχολούσαν ιδιαίτερα. Ήταν το συναίσθημα, ότι κάνω κάτι που δεν με ανταμοίβει ψυχολογικά που με έπεισε να φύγω. Κάτι μέσα μου ένιωθε ανικανοποίητο. Σίγουρα δεν έφταιγαν τα χρήματα. Ήταν η λαχτάρα μου για ελευθερία, για περιπέτεια, για το άγνωστο. Κάθησα πολλές φορές στο γραφείο και σκέφτηκα, πώς θα ήταν να βρίσκομαι έξω, να βλέπω τοπία και να γνωρίζω ανθρώπους, να δοκιμάζω φαγητό που δεν είχα δοκιμάσει πιο πριν. Η καθημερινότητα και η ρουτίνα της αστικής ζωής του Σύδνεϊ, έπνιγε σταδιακά και το τελευταίο καταφύγιο της λογικής μου.

Έπειτα, απολύθηκα. Μου ανακοινώθηκε ότι δεν με υπολόγιζαν ποτέ στην εταιρία, για τη θέση του οικονομικού αναλυτή. Επομένως, από την οπτική μου, δεν είχα δουλειά, δεν είχα χρήματα, παρά μόνο μερικές οικονομίες στην άκρη και όλους τους απέραντους δρόμους να ξανοίγονται μπροστά μου, με όλα τα σύννεφα να είναι ραμμένα από ασήμι. Έτσι άρχισα να σημειώνω στο χάρτη τα μέρη που ήθελα να πάω. Το επόμενο πράγμα που ξέρω, είναι ότι πούλησα ένα μέρος των επενδύσεών μου, στο χρηματηστήριο και έκλεινα βαλίτσες.

Cappadocia -ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑ

Πόσο μεγάλη είναι η απόσταση, μεταξύ του να δουλεύεις και μια μέρα να βρίσκεσαι άνεργος και να ταξιδεύεις;

Μπήκα στο αεροπλάνο ένα μήνα αφότου έφυγα από τη δουλειά μου. Ακόμα δεν μπορώ να κατανοήσω την «απόσταση», ένιωσα μόνο την απελευθέρωση. Την ίδια στιγμή όμως και φόβο. Περιστρεφόμουν μέσα σε αυτό,  που επιθυμούσα μέχρι πριν λίγο καιρό –το άγνωστο! Ήταν η πρώτη μου φορά που ταξίδευα μόνος μου, με το σακίδιό μου, σε νέες χώρες με μόνο εφόδιο τις λίγες  ιστορικές μου γνώσεις για αυτά τα μέρη. Θα σου έλεγα ψέματα, αν δεν παραδεχόμουν ότι όλο αυτό με έκανε να νιώθω άγχος. Αλλά ο ενθουσιασμός και η βαθιά μου επιθυμία να περιπλανηθώ τα παραγκώνισε όλα.

 

Τι σε έκανε να επιλέξεις αυτά τα σημεία του χάρτη;

Μεγαλώνοντας στο Βιετνάμ, (τώρα εξελισσόμενη χώρα, μα μέχρι πρότινος φτωχή) συχνά αναρωτιόμουν πώς μοιάζει η Ευρώπη. Το φαγητό, η Ιστορία, οι άνθρωποι, η κουλτούρα. Ήταν κάτι εξοτικό για μένα. Ακόμα και όταν μετακόμισα στην Αυστραλία, η ίδια περιέργεια για την Ευρώπη με στοίχειωνε. Μερικές φορές, έψαχνα εικόνες στο Google, της Βενετίας, της Ρώμης, του Παρισιού και αναλογιζόμουν πως είναι να αισθάνεσαι να βρίσκεσαι εκεί. Αλλά την ίδα στιγμή, δεν επιθυμούσα πολυταξιδεμένα και τουριστικά μέρη μόνο, οπότε επέλεξα την Ανατολική Ευρώπη, όπου ένιωθα ότι υπάρχουν πολλά να ανακαλύψει κανείς. Και σίγουρα είμαι ευτυχισμένος που το έκανα. 

Το σχήμα του ταξιδιού μου, έχει ως εξής: Ρώμη-Φλωρεντία-Βενετία-Βιέννη-Πράγα-Βουδαπέστη-Κωνσταντινούπολη-Καππαδοκία-Λονδίνο 

Me - Istanbul -ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ

 

Περιέγραψέ μου τον παλμό κάθε πόλης

Είναι στα αλήθεια δύσκολο να περιγράψω μερικά από τα μέρη που βρέθηκα, αλλά θα προσπαθήσω να περιγράψω τα πιο αξέχαστα –παρ’ όλο που η προσπάθειά μου μπορεί να είναι χάλια.

Ρώμη:  Αδιαμφισβήτητα ενδιαφέρουσα με το δικό της τρόπο. Εκτός από τη Ρώμη, δεν έχω βρεθεί ποτέ σε καμιά πόλη, όπου μπορεί να περπατάς ένα μικρό χαοτικά πολυσύχναστο δρομάκι, με μικρά café σε κάθε πλευρά του πεζοδρομίου, ερειπωμένα κτήρια, βρώμικα σοκάκια και μόλις στρίψεις στη γωνία, μπροστά στα μάτια σου, βρίσκεται ένα αρχαίο κτήσμα, χρονολογιμένο χιλιάδες χρόνια πριν. «Δεινόσαυροι» πολιτισμού που αργοπεθαίνουν, τα κειμήλια που ο χρόνος φαίνεται να ξέχασε να πάρει, στέκονται ακόμα εκεί, μετά από τόσες γενιές και ιστορικά γεγονότα. Με έπιασε δέος και κατά κάποιο τρόπο συγκίνηση. Ήθελες να ρωτήσεις τον εαυτό σου, «Πώς γίνεται να είναι αυτό εδώ μετά από τόσα χρόνια?» 

Budapest -ΒΟΥΔΑΠΕΣΤΗ

Βουδαπέστη:  Κάποιος μου είπε κάποτε, ότι η Βουδαπέστη είναι ότι θα ήταν η Βιέννη, εάν είχε πέσει στο κομμουνιστικό μπλοκ. Η Βουδαπέστη είναι ένα μανιφέστο εναλλακτικής ιστορίας για να το πω απλά. Μακριά από την πολιτική, πιστεύω ότι αυτή η δήλωση έχει μια δόση ειλικρίνειας. Η αρχιτεκτονική σίγουρα κουβαλά μια ομοιότητα αλλά τα κτήρια στη Βουδαπέστη δεν είναι τόσο καλοδιατηρημένα όσο στη Βιέννη. Οι άνθρωποι, παρ’ όλα αυτά, ήταν πολύ εγκάρδιοι και είχαν μια ζωντανή υπόγεια υποκουλτούρα. Μου φαινόταν, σαν τουρίστας, ότι οι Ούγγροι κατάφερναν να περνάνε πολύ καλά, πέρα από τα εσωτερικά τους προβλήματα και τις πολιτικές αναταράξεις. Οι πόλη και οι άνθρωποι, ήταν μια διαθήκη ανθρωπιάς κατά κάποιο τρόπο.

Κωνσταντινούπολη: Το κλισέ ότι η Ανατολή συναντά τη δύση μου προκαλούσε σύγχυση. Η πιο ζωντανή μου ανάμνηση από την Κων/πολη,  ήταν όταν έτρωγα το δείπνο μου κοντά στην γέφυρα του Γαλατά. Τότε άκουσα δυνατές προσευχές από ένα κοντινό τζαμί, γαλήνιο και εκωφαντικό μαζί! Και ο ήχος από τις προσευχές ανακατεύτηκε από τη μουσική του δρόμου. Σαν να μην ήταν αρκετό, η Πόλη αποφάσισε να τα ανακατέψει όλα αυτά με το διαρκές ήχο των αυτοκινήτων και τις φωνές των   καταστηματαρχών που σε προσκαλούν. Ήταν σουρεαλιστικό! Ήταν πραγματικά μια αποτυχία κάθε αρμονίας αλλά ταυτόχρονα μυστήριο, ολοζώντανο τόσο συναρπαστικό. 

Καππαδοκία: Θα μπορούσα να πω, ότι αν φανταζόμουν έναν εξωγήινο πλανήτη, αυτός θα ήταν η Καππαδοκία. Οι πολλές αλλόκοτες πέτρινες κοιλάδες και οι αλλόκοτες μορφές των πέτρινων κτησμάτων, οι φιλικοί ντόπιοι κάτηκοι, τα αερόστατα, μου πήραν το μυαλό. Η Καππαδοκία είναι το πιο όμορφο μέρος που έχω πάει όλη μου τη ζωή και σίγουρα θα επέστρεφα.. 

Istanbul -ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ

 

Τι ήθελες να πετύχεις;

Εκτός από τα ικανοποιησω την περιέργειά μου, ήθελα επίσης να μάθω περισσότερα για μένα. Οι άνθρωποι τείνουν να κοιτούν προς τα έξω και να προβάλουν τον εσωτερικό τους εαυτό στον κόσμο σε μια απόπειρα να τον κατανοήσουν. Όμως, πιστεύω ότι αυτό το λάθος εδώ είναι ότι οι άνθρωποι δεν κοιτούν και δεν εξερευνούν εσωτερικά. Και αυτό είναι το δυσκολότερο κομμάτι –να μπορέσεις να κατανοήσεις ποιος είσαι εσύ, πριν αποπειραθείς να κατανοήσεις τον κόσμο. Διότι νομίζω κάθε γνώση για τον κόσμο δίχως γνώση του ποιος είσαι, είναι ληψή γνώση.

 

Ποια βασικά –μη υλικά αγαθά θα πρέπει να έχει ένας ταξιδιώτης  μαζί του;

Ένα ανοιχτό μυαλό είναι αρκετό. Και να μην εμπιστεύεσαι το τι λένε τα media για την κάθε χώρα. 

Me - London 2 -ΛΟΝΔΙΝΟ

Είναι ο Tom ένας κανούργιος άνθρωπος σήμερα;

Δεν είμαι βέβαιος ακόμα. Είμαι «υπαρξιστής» οπότε είμι διαρκώς απορροφημένος από την ιδέα του θανάτου. Η σκέψη ότι μια μερα, θα σταματήσω να υπάρχω, μηδενίζει το οτιδήποτε κάνω τώρα. Έχω προσπαθήσει να αποδεχτώ την πραγματικότητα, και είμαι ευγνώμων που είμαι ζωντανός. Και ένα κομμάτι της δυσφορίας μου αυτής με το θάνατο, είναι ότι δεν θα μπορώ να ζω συνέχεια αυτό που κάνω τώρα. Επομένως δεν ξέρω αν βλέπω τα πράγματα διαφορετικά. Σίγουρα όμως, είμαι ευγνώμων που είμαι ζωντανός.

 

Για τους αναγνώστες του Hashmag, μα και για όλους εμάς, ο Τομ ήθελε να αφήσει μια σημείωση:

-«Tom Waits was my companion during my journey (along with Jack Kerouac’s On The Road) and I did listen to his “Diamonds In Your Mind” a lot so as a recap, I would like to quote it here:”

“Always keep a diamond in your mind

Wherever you may wander

Wherever you may roam

You gotta always keep a diamond in your mind” 

Me - London 1 -ΛΟΝΔΙΝΟ

 

 

Θεοδοσία Σαββάκη: «Η μουσική είναι κάτι άλογο που απευθύνεται κατευθείαν στο υποσυνείδητο»

Νέα, όμορφη και ταλαντούχα, η Θεοδοσία Σαββάκη είναι ηθοποιός και μουσικός, παίζει στις παραστάσεις Bonnie & Clyde του Λευτέρη Παπακώστα αλλά και στο Φωτεινό Δωμάτιο της Ντίνας Σταματοπούλου. Παράλληλα, κάνει φωνητικά στην μπάντα Μητέρα Φάλαινα Τυφλή ενώ ασχολείται επαγγελματικά και με το σαξόφωνο! Πρόκειται για ένα άτομο που έχει επιτύχει πολλά αξιόλογα πράγματα σε μικρό χρονικό διάστημα, κάτι που σίγουρα μας δημιουργεί προσδοκίες για την εξέλιξή της στο μέλλον!

Μαρία Μαρίνη: Τι ήταν αυτό που σε έκανε να ασχοληθείς με την μουσική και πιο συγκεκριμένα με το σαξόφωνο;

Θεοδοσία Σαββάκη: Όταν ήμουν στο δημοτικό ο αδερφός μου πήγαινε στο ωδείο κι έπαιζε μουσική, οπότε ζήτησα να στείλουν κι εμένα εκεί. Επέλεξα το σαξόφωνο γιατί ήταν ένα όργανο που άρεσε πολύ στον μπαμπά μου, ο οποίος και μου το πρότεινε. Εγώ το επέλεξα, αν και δεν ήξερα τι ακριβώς ήταν. Όταν πήγα στο ωδείο αγάπησα πολύ την δασκάλα που μου έκανε μάθημα και κατ’ επέκταση το ίδιο όργανο.

Μ.Μ.: Μετά το πτυχίο σου από το Ωδείο Αθηνών ασχολήθηκες με τις θεατρικές σπουδές. Τι ήταν αυτό που σου κέντρισε το ενδιαφέρον στο Θέατρο;

Θ.Σ.: Όταν ήρθα στην Αθήνα για να σπουδάσω θεατρολογία, ασχολήθηκα παράλληλα με το Ωδείο Αθηνών. Μετά το μεταπτυχιακό μου είχα φτάσει σε ένα θεωρητικό όριο σχετικά με το θέατρο και αποφάσισα ότι ήθελα να το δω και στην πράξη. Ήταν κάτι που με απασχολούσε όλο αυτό το διάστημα αλλά μέχρι τότε δεν είχα το σθένος να εκτεθώ στον βαθμό που χρειάζεται για να παίξει κανείς θέατρο. Έτσι, αποφάσισα να μπω σε μια δραματική σχολή γιατί αν και η θεωρία είναι κάτι που με γοητεύει και με απασχολεί, το θέατρο είναι κάτι πρακτικό. Μπορούμε να γράψουμε καταπληκτικά κείμενα για το θέατρο αλλά αυτό που βιώνεται πάνω στην  σκηνή δεν περιγράφεται. Ήταν ένα στοίχημα με τον εαυτό μου, βέβαια, γιατί δεν είναι κάτι που γίνεται αυθαίρετα έχει μια βασανιστική, συχνά, προεργασία.

Μ.Μ.: Έχεις συμμετάσχει στην παράσταση P.I.G.S. Sotiria στο Βέλγιο. Πως ήταν η εμπειρία σου εκεί;

Θ.Σ.: Ήμουν πολύ τυχερή που βρέθηκα σε αυτή την παράσταση γιατί με ενημέρωσαν την ημέρα της αποφοίτησής μου για μια αίτηση που είχα κάνει τρία χρόνια πριν, μόλις είχα τελειώσει με το μεταπτυχιακό μου κι έψαχνα δουλειά ως θεατρολόγος. Τους εξήγησα ότι σε εκείνη την φάση με ενδιέφερε περισσότερο να παίξω, όπως κι έγινε. Το εντυπωσιακό σε αυτό το εγχείρημα ήταν ότι ταξιδεύαμε και ζούσαμε δύο εβδομάδες με καλλιτέχνες από άλλες χώρες στις εγκαταστάσεις του θεάτρου συνήθως και προετοιμάζαμε όλοι μαζί μια παράσταση που ήταν working progress με θεματική το PIGS και την οικονομική κρίση. Χάρηκα που γνώρισα τόσο αξιόλογα άτομα και μάλιστα με τα παιδιά από την ελληνική ομάδα είμαστε ακόμα πάρα πολύ καλοί φίλοι.

12631243_924742667609315_1884571421_o

Μ.Μ.: Πες μας λίγο για τον ρόλο σου σε αυτή την παράσταση.

Θ.Σ.: Η παράσταση βασιζόταν σε αυτοσχεδιασμούς, οπότε οι αυτοσχεδιασμοί όλων των ηθοποιών στο τέλος συνδέονταν με κάποιον τρόπο διαφορετικό σε κάθε παράσταση και προέκυπτε ένα αφήγημα. Το αποτέλεσμα ήταν ελεγχόμενο βέβαια, απλώς μέχρι και την τελευταία στιγμή διαμορφωνόταν αυτό που θα παρουσιάζαμε έχοντας κατά νου ένα συγκεκριμένο script.

Μ.Μ.: Συμμετέχεις στο Bonnie & Clyde φέτος. Μίλησέ μας για τον ρόλο σου εκεί.

Θ.Σ.: Δεν θα ήθελα να εξηγήσω αυτό που κάνω γιατί το ενδιαφέρον ακριβώς με την ύπαρξη ζωντανού σώματος που φέρει την μουσική είναι ότι ο καθένας μπορεί να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα. Ούτως ή άλλως η μουσική είναι κάτι το άλογο, που απευθύνεται στο υποσυνείδητο, οπότε θα ήθελα ο καθένας να το αισθανθεί μοναδικά. Αυτό που έχουμε προσπαθήσει να κάνουμε όλη η ομάδα είναι να έχει ο καθένας από τους ήρωες μια καθαρή παρτιτούρα του ποιος είναι και τι κάνει. Αυτό που μπορώ να πω με σιγουριά είναι ότι οι Bonnie & Clyde δεν με αισθάνονται άμεσα, δεν με βλέπουν δηλαδή. Για εκείνους είμαι πολλά αφηρημένα πράγματα : η ψυχή τους, η πνοή τους, μια ομίχλη, ο μύθος που μένει στο τέλος… Ο ρόλος που υποδύομαι εγώ είναι ένας συνοδοιπόρος τον οποίο δεν αντιλαμβάνονται άμεσα αλλά είναι εκεί.

12620400_924387434311505_1320636403_o

Μ.Μ.: Θεωρείς ότι ο ρόλος σου θα μπορούσε να είναι η προσωποποίηση της ελευθερίας;

Θ.Σ.: Σίγουρα υπάρχει μια διάσταση ελευθερίας σ’ αυτό που πρεσβεύει ο ήρωας γιατί το πολύ απελευθερωτικό είναι το γεγονός ότι έχει την δυνατότητα να πάρει απόσταση από τα πράγματα και να είναι και «μέσα» και «έξω» από αυτά. Αυτό είναι ένα πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε συχνά οι άνθρωποι. Εμπλεκόμαστε τόσο πολύ στο οτιδήποτε μας συμβαίνει που δεν μπορούμε να δούμε τον εαυτό μας και τον κόσμο ως παρατηρητές. Ο ήρωας που υποδύομαι είναι ακριβώς αυτός ο παρατηρητής που επεμβαίνει έμμεσα και πολύ διακριτικά και δημιουργεί έναν ρυθμό, τον οποίο αισθάνονται οι Bonnie & Clyde.

12591966_924711350945780_1124059648_o

Μ.Μ.: Πες μου κάτι που σου κάνει εντύπωση σε αυτό το έργο.

Θ.Σ.: Αυτό που με εντυπωσιάζει είναι ότι δεν βλέπουμε απλά την τελευταία μιάμιση ώρα ενός μυθικού ζευγαριού. Στεκόμαστε απέναντι σε μια εικόνα κι έναν μύθο που αποπνέει κάτι πολύ εντυπωσιακό ενώ στην πραγματικότητα και μέσα από το έργο φαίνεται ότι η καθημερινότητα αυτών των δύο ανθρώπων ήταν πολύ δύσκολη. Επέλεξαν να ζουν έτσι και όχι ληστεύοντας μια τράπεζα και κλέβοντας πολλά χρήματα να ζήσουν κάπου ευτυχισμένοι μέσα στα πλούτη. Αντίθετα, το μετέτρεψαν σε τρόπο ζωής και πλήρωσαν ένα μεγάλο τίμημα γι αυτή την επιλογή τους.

12630799_924381894312059_1528943530_o

Μ.Μ.: Παράλληλα με το Bonnie & Clyde συμμετέχεις και στο Φωτεινό Δωμάτιο της Ντίνας Σταματοπούλου. Μίλησέ μας λίγο για την παράσταση.

Θ.Σ.: Νιώθω πολύ τυχερή που δουλεύω με τους συγκεκριμένους ανθρώπους κι αυτό είναι πολύ σημαντικό για μένα γιατί παίζουμε τόσο πολύ που αν δεν ήμασταν τόσο αγαπημένοι μεταξύ μας, θα ήταν δυσάρεστη η καθημερινότητά μας. Σκέψου μόνο, ότι έχουμε επτά παραστάσεις την εβδομάδα, πρόκειται για μια παιδική παράσταση που απαιτεί πολλή ενέργεια.

Μ.Μ.: Το 2014 συμμετείχες στην ταινία Εν καιρώ Ειρήνης, του Νίκου Βουτενιώτη. Πως ήταν αυτή σου η εμπειρία; Θα ήθελες να ξανασχοληθείς με τον κινηματογράφο;

Θ.Σ.: Δουλεύω πολύ λίγο καιρό οπότε δεν αποκλείω κάτι. Είμαι στην φάση που μαθαίνω και νομίζω ότι πάντα σε αυτή την φάση θα είμαι γιατί με κάνει να νιώθω σαν αιώνια φοιτήτρια (γέλια). Η ταινία αυτή ήταν ένα εγχείρημα που ξεκίνησε στη σχολή μου στα πλαίσια του μαθήματος κινηματογράφου με τον κύριο Βουτενιώτη. Τελικά, επειδή υπήρχε μεγάλη προσφορά από όλους τους συντελεστές, πήρε μεγάλη διάσταση! Φαντάσου ότι κάναμε γυρίσματα περίπου ενάμισι χρόνο. Νομίζω ότι ήταν σπουδαίο που είχαμε αυτή την ευκαιρία όντας ακόμα σπουδαστές να κάνουμε μια ταινία μεσαίου μήκους με προδιαγραφές κινηματογράφου.

Μ.Μ.: Σαν συνθήκες δουλειάς θα προτιμούσες τον κινηματογράφο ή το θέατρο;

Θ.Σ.: Το περίεργο με την δουλειά μας είναι ότι μπορεί να μείνεις άνεργος κάθε λίγους μήνες, όταν τελειώνει η δουλειά που έχεις κλείσει και το γεγονός ότι μπορεί την μια χρονιά να έχεις μια επιτυχία κι ένα καλό αποτέλεσμα, αυτό δεν σου εξασφαλίζει αυτομάτως ότι θα σε πάρουν κάπου και την επόμενη χρονιά. Αυτό σε συνδυασμό με το γεγονός ότι είμαστε πάρα πολλοί ηθοποιοί, καθιστά το να βρεις δουλειά από μόνο του ένα δώρο. Σε ένα ιδανικό σενάριο πάντως, θα ήθελα να τα δοκιμάσω και τα δύο εναλλάξ.

12637084_924381930978722_187816378_o

Μ.Μ.: Πόσο δύσκολο είναι να αντιμετωπίσεις μια περίοδο ανεργίας;

Θ.Σ.: Δυστυχώς, προσωπικά δεν έχω βρει την φόρμουλα να το διαχειρίζομαι και ακριβώς επειδή συνδέεται άμεσα με το βιοποριστικό κομμάτι δημιουργεί προβλήματα σε πολλαπλά επίπεδα. Αυτή την κατάσταση ενισχύει και το γεγονός ότι σε αυτή την ηλικία θέλεις να είσαι παραγωγικός κι εκ των πραγμάτων δεν μπορείς. Το πολύ σοκαριστικό στην καθημερινότητά μας είναι ότι ρέπουμε συνεχώς μεταξύ εναλλασσόμενων περιόδων που σε πετάνε από το ένα άκρο στο άλλο. Από την εντατικότατη δουλειά που δεν έχει ωράριο και δεσμεύει όλο σου το «είναι”-ιδίως στη φάση των (απλήρωτων κατά κανόνα πια) προβών, στο απόλυτο «τίποτα” της αναζήτησης εργασίας. Είναι ένα από τα λίγα επαγγέλματα που εκ φύσεως, σε οδηγεί τόσο τακτικά-και με πολύ τακτ, στην ανεργία. Το «τίποτα”, βέβαια, το κενό γενικά, μπορεί να είναι πολύ χρήσιμο, όπως η παύση στη μουσική, αλλά όταν αυτό το επάγγελμα συνδέεται με το βιοπορισμό, το βάρος γίνεται ακόμα μεγαλύτερο. Το ζητούμενο είναι λοιπόν, η ισορροπία μεταξύ των δύο αυτών φάσεων ώστε να μπορεί ο ηθοποιός να είναι σταθερά σε φόρμα και να διατηρεί την ψυχραιμία του.

Μ.Μ.: Παλαιότερα είχες ασχοληθεί και με το ραδιόφωνο στο Ρέθυμνο. Θα ήθελες να ξανασχοληθείς με το ραδιόφωνο;

Θ.Σ.: Ναι βέβαια! Το ραδιόφωνο το λάτρεψα κι έγινε μια περίοδο που ήμουν ακόμα μαθήτρια, κάναμε εκπομπή με την παρέα μου, συνεπώς μου έχει αφήσει τις καλύτερες αναμνήσεις. Σίγουρα θα ήθελα να ασχοληθώ ξανά, αλλά δεν βρίσκεται στις άμεσες προτεραιότητές μου.

Μ.Μ.: Έχεις παρακολουθήσει μαθήματα θεάτρου και στην Ολλανδία. Πως είναι η ζωή εκεί;

Θ.Σ.: Ήμουν πολύ συχνά μελαγχολική γιατί ήθελα να μοιραστώ με τους αγαπημένους μου ανθρώπους αυτό που βίωνα, πάθαινα ευχάριστα πολιτισμικά σοκ. Είναι ένα μέρος που αν ξεπεράσεις το φαίνεσθαι και αυτό που προωθείται ως επί τω πλείστον, το Άμστερνταμ είναι μια πόλη με εξαιρετική ποιότητα ζωής και μόνο που δεν υπάρχουν αυτοκίνητα και κινείται ο κόσμος με ποδήλατα, για παράδειγμα, μια καταπληκτική συνθήκη.

Μ.Μ.: Αν δεν έβρισκες κάτι που να σε εμπνέει στην Ελλάδα, θα πήγαινες να ζήσεις στο εξωτερικό ή θα έμενες στην Ελλάδα κι ας έκανες κάτι εκτός αντικειμένου;

Θ.Σ.: Δεν μπορώ να δώσω μια συγκεκριμένη απάντηση γιατί, όπως όλα αλλάζουν, έτσι μεταβάλλονται και οι διαθέσεις των ανθρώπων. Στην φάση που είμαι τώρα έχω επιλέξει να μένω και να εργάζομαι εδώ. Μου δόθηκε η ευκαιρία να μείνω στην Ολλανδία αλλά δεν το έκανα γιατί μου αρέσει να βρίσκομαι κοντά στους δικούς μου ανθρώπους. Η Αθήνα είναι μια πόλη που την αγαπώ πολύ αλλά δεν την βλέπω ως μονόδρομο. Από την στιγμή που δεν έχω γεννηθεί και μεγαλώσει εδώ, δεν θεωρώ ως δεδομένο ότι θα ζήσω μόνιμα στην Αθήνα. Πάντως δεν έχω κάποια σκέψη να ξαναφύγω έξω, τουλάχιστον μόνη μου, όπως έκανα τότε, σε άλλη ηλικία φυσικά.

Μ.Μ.: Εκτός από τις παραστάσεις στις οποίες συμμετέχεις, είσαι μέλος και σε μια μπάντα.

Θ.Σ.: Έχω την τιμή να είμαι μέλος του τρίο της Μητέρας Φάλαινας Τυφλής, μιας δεκαμελούς μπάντας, η οποία αυτό το διάστημα δραστηριοποιείται ως τρίο, στο οποίο κάνω τα φωνητικά. Εμφανιζόμαστε συνήθως Παρασκευή βράδυ, αλλά ενδεχομένως και μεσοβδόμαδα σε διάφορα μαγαζιά της Αθήνας.

Μ.Μ.: Θεοδοσία μου σε ευχαριστώ πολύ για την υπέροχη συνέντευξη που μου παραχώρησες και σου εύχομαι καλή συνέχεια σε ότι κι αν κάνεις!

Θ.Σ.: Σε ευχαριστώ πολύ κι εγώ εύχομαι ότι καλύτερο στο site σας, καλή συνέχεια!

Γιώργος Αδαμαντιάδης: ‘Είναι εύκολο να ξεγελάσεις το κοινό ότι είσαι καλός ηθοποιός, τον εαυτό σου όμως όχι’

Προσγειωμένος και συνειδητοποιημένος, ο Γιώργος Αδαμαντιάδης μας μιλάει για τις δικές του αλήθειες στο θέατρο. Αν και είναι πολύ νέος, έχει ασχοληθεί με το θέατρο και ακαδημαϊκά, αφού είναι υποψήφιος διδάκτορας με θεματική το έγκλημα της γενοκτονίας στο θέατρο, ενώ έχει συμμετάσχει και σε τηλεοπτική παραγωγή του BBC με θέμα την Αντιγόνη του Σοφοκλή! Όλα αυτά σε συνδυασμό με τα ταξίδια του στο εξωτερικό προκειμένου να εξειδικευτεί σε συγκεκριμένες μεθόδους υποκριτικής, συνθέτουν ένα εντυπωσιακό βιογραφικό που μας δημιουργεί μεγάλες προσδοκίες για το μέλλον!

12773078_1094131920606874_1319089784_o

Μαρία Μαρίνη: Ξεκίνησες τις σπουδές σου στο θέατρο αφού αποφοίτησες από το τμήμα Ιστορίας της Φιλοσοφικής Σχολής Ιωαννίνων. Αυτό συνέβη γιατί αποφάσισες μετά το πανεπιστήμιο να ασχοληθείς με την υποκριτική ή επειδή ήθελες να έχεις κι ένα επιπλέον πτυχίο;

Γιώργος Αδαμαντιάδης: Η πρώτη μου επαφή με το θέατρο πραγματοποιήθηκε ενώ ήμουν στα Γιάννενα και σπούδαζα. Συμμετείχα σε μια θεατρική ομάδα αρκετά υψηλού επιπέδου και τα φοιτητικά μου χρόνια τα πέρασα με συνεχείς παραστάσεις. Όλη μέρα στο θέατρο. Από τις πιο δημιουργικές περιόδους που έχω ζήσει. Μόνιμα σε μια πρόβα.  Όλα λοιπόν είχαν πάρει τον δρόμο τους πολύ πριν αποφοιτήσω.

Μ.Μ.: Πως ένιωσες όταν, ενώ ήσουν πρωτοετής σπουδαστής ακόμα, έλαβες μέρος ως ηθοποιός στο Θέατρο Τέχνης, Κάρολος Κουν;

Γ.Α.: Ως φοιτητής δεν είχα συνειδητοποιήσει την τεράστια ιστορία του Θεάτρου, στο οποίο θα έπαιζα. Όλα αυτά μέχρι την ημέρα της πρεμιέρας βέβαια! Όταν πήγα στο καμαρίνι να ετοιμαστώ, υπήρχε μια φωτογραφία του Κάρολου Κουν εκεί και ήταν σαν να με κοιτούσε. Από εκείνη την στιγμή κι έπειτα άρχισα να βλέπω πιο σοβαρά αυτό που έκανα, καθώς μέχρι τότε για μένα ήταν απλά ένα παιχνίδι.

Μ.Μ.: Έκανες ένα μεταπτυχιακό στο Royal Central School of Speech and Drama με σκοπό να ειδικευτείς στην αμερικάνικη μέθοδο υποκριτικής. Θεωρείς ότι δεν σου δίνεται η ευκαιρία στο εσωτερικό της χώρας να εξελίξεις τις σπουδές σου;

Γ.Α.: Σου δίνεται. Θεωρώ όμως ότι πρέπει να είσαι πολύ προσεκτικός στην επιλογή των ανθρώπων με τους οποίους θέλεις να δουλέψεις. Εγώ ήμουν από τους τυχερούς καθώς αρχικά σπούδασα στη σχολή της Δήμητρας Χατούπη, η οποία έχει εξαιρετικούς καθηγητές! Ο καθένας τους μου προσέφερε εξαιρετικά εφόδια. Ο κάθε άνθρωπος έχει τον δικό του τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει την υποκριτική τέχνη. Εμένα μου κινούσε την περιέργεια η αμερικανική μέθοδος, έτσι, λοιπόν, για να καλύψω την περιέργεια μου, αποφάσισα να ανακαλύψω περισσότερα γι’ αυτήν την μέθοδο από τους πλέον ειδικούς.

Μ.Μ.: Ποιο είναι, για σένα, το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της δικής σου μεθόδου;

Γ.Α.: Αρχικά επικεντρώνομαι στα πρακτικά στοιχεία κάθε χαρακτήρα. Προσπαθώ να βάλω τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του στην καθημερινότητά μου και από εκεί και πέρα αρχίζω να δημιουργώ έναν καινούριο άνθρωπο μέσα από το δικό μου σώμα προσθέτοντας πληροφορίες όπως, για παράδειγμα, ο τρόπος που μιλάει, ο τρόπος που κινείται, ακόμα και ο τρόπος που κοιμάται. Αυτό όμως είναι μόνο το περιτύλιγμα. Η ουσία είναι οι πράξεις του χαρακτήρα. Αυτό που με κινεί είναι η περιέργεια. Δεν μπορώ να προσπαθήσω να ψάξω πως νιώθει ένας χαρακτήρας γιατί θα πέσω στην παγίδα να παίξω το συναίσθημα. Ψάχνω τα στοιχεία που τον οδηγούν να κάνει ότι κάνει. Προσπαθώ να καταλάβω τι τον έσπρωξε να πράξει όπως έπραξε. Αυτή η προσπάθεια, για μένα τουλάχιστον, δεν είναι διανοητική. Απαιτεί απόλυτη συγκέντρωση και προσήλωση αλλά είναι καθαρά πρακτική. Χειρονακτική. Όταν δουλεύεις πρακτικά πάνω σε συγκεκριμένα στοιχεία, δεν χρειάζεται να «παίξεις» κάτι. Συμβαίνουν όλα από μόνα τους. Και σαν θεατής, όμως, δεν μου αρέσει να βλέπω άλλους ηθοποιούς να «προσπαθούν να παίξουν», γιατί στο τέλος, αυτό που βλέπω είναι μόνο η προσπάθεια. Αντιθέτως, λατρεύω να βλέπω ηθοποιούς να «υπάρχουν» πάνω στην σκηνή, γιατί σε τελική ανάλυση, ο θεατής θα αναρωτηθεί αν πιστεύει αυτό που βλέπει ή αν είναι ψεύτικο και δεν τον πείθει. Για μένα αυτό είναι το νόημα της υποκριτικής.

12767781_1094131703940229_957466025_n
από την παράσταση Bonnie & Clyde

Μ.Μ.: Το 2011 έλαβες μέρος στην τηλεοπτική παραγωγή του BBC με θέμα την Αντιγόνη του Σοφοκλή. Τι εντυπώσεις σου άφησε αυτό;

Γ.Α.: Δεν μου αρέσει να μεγαλοποιώ τα πράγματα. Όταν έγινε η πρόταση, η παραγωγή του BBC έψαχναν κάποιον ελληνόφωνο. Στο Λονδίνο δεν υπάρχουν πολλοί κι εγώ έτυχε να βρίσκομαι εκεί τότε. Το σπουδαιότερο για μένα ήταν ότι δούλεψα με ανθρώπους, τους οποίους έβλεπα μέχρι τότε στον κινηματογράφο και ξαφνικά βρέθηκα να παίζω μαζί τους! Επίσης, αυτό που μου έκανε εντύπωση είναι ότι ενώ στην Ελλάδα παρατηρείται μια έπαρση στους ηθοποιούς, στην Αγγλία αυτό δεν υπάρχει σε τέτοιο βαθμό. Ίσως αυτό να οφείλεται στο ότι εκεί οι ηθοποιοί είναι ακριβώς όπως οι γιατροί ή οι δάσκαλοι ή οι μηχανικοί. Φυσιολογικοί άνθρωποι που κάνουν μια κανονική δουλειά. Όχι σταρ. Από την άλλη, νομίζω ότι έχει σχέση και με την κουλτούρα των Άγγλων. Το θέατρο εκεί αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα αγαθά. Υπάρχει στην καθημερινότητα κάθε οικογένειας. Φαντάσου ότι τα παιδιά ασχολούνται με τις τραγωδίες του Σαίξπηρ από το δημοτικό.

Μ.Μ.: Λες ότι οι Άγγλοι θεωρούν το Θέατρο μια κανονική δουλειά. Δεν είναι, όμως, κατά μια έννοια, λειτούργημα;

Γ.Α.: Θεωρητικά είναι. Κάνουμε θέατρο για να πούμε μια ιστορία και αυτή η ιστορία να κάνει τον άλλον καλύτερο άνθρωπο. Για μένα ο ηθοποιός στην εποχή μας πρέπει να είναι λίγο «σούπερ ήρωας». Χρειάζεται να ξέρει να τραγουδάει, να χορεύει, να μιλάει σωστά, να έχει τέλεια φυσική κατάσταση και ταυτόχρονα να κάνει και άλλες δουλειές για να ζήσει. Παρόλα αυτά, οι δεξιότητες που πρέπει να έχει, δεν τον κάνουν καλύτερο άνθρωπο από κάποιον άλλον. Έχουμε φτάσει σε σημείο να πιστεύουμε ότι είμαστε «κάποιοι», ενώ δεν είμαστε. Είναι εύκολο να ξεγελάσεις το κοινό ότι είσαι καλός ηθοποιός, τον εαυτό σου όμως όχι. Όσους επαίνους και να πάρεις από τους κριτικούς ή από φίλους σου, αν μέσα σου ξέρεις ότι δεν είσαι καλός, δεν μπορείς να λειτουργήσεις με αυτή την ψευδαίσθηση. Ο ηθοποιός οφείλει να προσφέρει κυρίως στους άλλους.  Να τρέφει τους άλλους και όχι να τρέφεται από αυτό που δημιουργεί. Να είναι έμπνευση, όχι να εξυψώνεται ο ίδιος. Με αυτή την έννοια, το θέατρο αν γίνεται σωστά, είναι όντως λειτούργημα.

Μ.Μ.: Στην τελευταία σου δουλειά υποδύεσαι τον Clyde Barrow, διαβόητο ληστή, που ωστόσο στο έργο μας παρουσιάζει μια πιο ανθρώπινη πλευρά. Πες μας γι’ αυτό.

Γ.Α.: Όταν η μόνη πληροφορία που έχεις είναι ότι κάποτε υπήρχε ένας ληστής στην Αμερική ο οποίος λήστευε και σκότωνε, κατευθείαν δημιουργείς στο κεφάλι σου ένα τέρας. Έπρεπε λοιπόν να βρω τις αιτίες που τον έσπρωξαν να κάνει αυτά που έκανε. Ο Clyde Barrow ήταν ένα παιδί που προερχόταν από τις χειρότερες φτωχογειτονιές του Ντάλας την περίοδο της οικονομικής κρίσης στην Αμερική. Έκλεψε ένα ραδιόφωνο και πήγε στο αναμορφωτήριο. Όταν βγήκε από εκεί, έκλεψε ένα αμάξι και κατέληξε στην φυλακή. Έλεγαν τότε, ότι ο Barrow μπήκε ένα προσκοπάκι και βγήκε κροταλίας. Αυτό συνέβη γιατί στην φυλακή που ήταν βιάστηκε πολλές φορές μέχρι που αναγκάστηκε να σκοτώσει τον βιαστή του. Από την στιγμή που έγινε ο πρώτος φόνος είχε έναν ξεκάθαρο στόχο: να μην ξαναπάει στην φυλακή. Έτσι, ο φόνος αποτελεί το μέσο για να πετύχει τον σκοπό του. Πραγματικά πιστεύω ότι δεν ήθελε να σκοτώσει κανέναν. Οι αστυνομικοί προσπαθούσαν να κάνουν την δουλειά τους, να πιάσουν τον Barrow κι εκείνος να μην συλληφθεί. Εκ των πραγμάτων λοιπόν όταν υπάρχουν δύο αντίθετες δυνάμεις, απόλυτα προσηλωμένες στον στόχο τους και στην εξίσωση μπαίνουν και όπλα, υπάρχει τεράστιος κίνδυνος κάποιος να σκοτωθεί.

Μ.Μ.: Βλέπεις σε σένα κάποια χαρακτηριστικά του Clyde Barrow;

Γ.Α.: Οδηγώ εξίσου καλά! (γέλια) Επειδή δεν παίζω τον Clyde, αλλά φέρω κάποια κομμάτια του πάνω στην σκηνή ως αγγελιοφόρος, ότι βγαίνει εκείνη την ώρα δεν μπορώ να πω ότι είναι του Clyde αλλά δικό μου. Το μόνο κοινό που μπορώ να πω ότι έχουμε, είναι η αφοσίωσή μας στον στόχο μας.

Μ.Μ.: Σε κάποιο σημείο του έργου ο Clyde παραδέχεται ότι θα μπορούσε να δουλεύει ως μηχανικός αυτοκινήτων και μάλιστα πως θα μπορούσε να είναι και πολύ καλός. Αυτό σημαίνει ότι θα μπορούσε να αποδεχτεί το ισχύον καπιταλιστικό σύστημα, το οποίο γενικά κατηγορεί στην περίπτωση που έβρισκε κάτι που του άρεσε πραγματικά ή θεωρείς πως ακόμα κι αν έβρισκε κάτι που να τον γεμίζει, θα ασκούσε κριτική και θα προσπαθούσε να απελευθερωθεί από αυτό;

Γ.Α.: Ο Clyde θα ήθελε να κάνει μια τίμια δουλειά χωρίς να κλέβει, να ζει με τα λεφτά που βγάζει, να μην έχει ανάγκη κανέναν και να ζήσει μια όμορφη κανονική ζωή με την Bonnie. Προφανώς δεν του αρέσει αυτό που κάνει. Δεν γίνεται να σου αρέσει να ζεις σε ένα αμάξι αποκλειστικά, να τρέφεσαι με κονσέρβες και να έχεις την ευθύνη μιας δεύτερης ψυχής, την οποία θέτεις σε διαρκή κίνδυνο. Αδυνατώ να πιστέψω ότι ο Clyde ήταν λάτρης της περιπέτειας! Ήταν ένας άνθρωπος που προσπαθούσε να επιβιώσει. Στο έργο σε κάποιο σημείο λέω στην Bonnie ότι οι συγγενείς μας σίγουρα μας ζηλεύουν επειδή τουλάχιστον είμαστε ελεύθεροι. Αλλά το λέω για να την παρηγορήσω και να το πιστέψω κι εγώ ο ίδιος. Αν ο Clyde ήταν μόνος του, η ιστορία θα ήταν διαφορετική. Η Bonnie Parker είναι ένας παράγοντας που αλλάζει τα πάντα.

12591995_924710020945913_1033618495_o

Μ.Μ.: Οι Clyde & Bonnie έχουν διαπράξει τόσες ληστείες αλλά δεν το κάνουν για τα χρήματα, χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η  Bonnie που έχει μόνο ένα κόσμημα και μάλιστα από τον πρώην σύζυγό της. Για ποιον λόγο κάνουν τις ληστείες εκτός από την επιθυμία τους να γίνουν γνωστοί στους πάντες;

Γ.Α.: Καταρχήν ο Clyde και η Bonnie δεν κάνουν ληστείες για μεγάλα ποσά. Λήστευαν σαν να ήταν η δουλειά τους: για να πάρουν τα χρήματα από κάπου και μετά να πάνε σε ένα παντοπωλείο και να αγοράσουν νερό, φαγητό και ποτό. Ήταν μια καθημερινή δουλειά, θα μπορούσαμε να πούμε. Όσον αφορά την δημοσιότητα, είναι κάτι που αρέσει σε όλους τους ανθρώπους, αλλά δεν μπορώ να πιστέψω ότι άρεσε στον Clyde γιατί τον παρουσίαζαν ως δολοφόνο φορτώνοντας του φόνους που δεν είχε διαπράξει. Ο Clyde σκότωνε μόνο όταν ήταν αναγκασμένος να σκοτώσει γι’ αυτό και το έκανε με μεγάλη ψυχραιμία και αποτελεσματικότητα. Ωστόσο έκανε ότι μπορούσε για να μην φτάσουν τα πράγματα σε αυτό το σημείο. Επιπλέον, υπάρχει και ο κώδικας στην αστυνομία, σύμφωνα με τον οποίο, αν κάποιος σκοτώσει αστυνομικό, δεν πάνε να τον συλλάβουν αλλά να τον σκοτώσουν κατευθείαν, κάτι που ήταν ξεκάθαρο στον Clyde. Άρα, ήταν ο θάνατος σου, η ζωή μου.

12620400_924387867644795_1082439335_o

Μ.Μ.: Βλέποντας τις αδυναμίες που παρουσιάζουν οι Bonnie & Clyde θεωρείς ότι βρίσκουν την λύτρωση και την κάθαρση μέσα από την αγάπη τους;

Γ.Α.: Ο Clyde ήξερε ότι θα πεθάνει και μάλιστα είχε κάνει την διαθήκη του που άφηνε τα χρήματά του στους γονείς του. Αυτό που δεν ήθελε με τίποτα ήταν να συμβεί το ίδιο με την Bonnie. Ήθελε να φύγει μόνος του. Εκείνη δεν είχε σκοτώσει ποτέ κανέναν, οπότε θα πήγαινε στην φυλακή σαν συνεργός. Τον Clyde θα τον σκότωναν, ήταν δεδομένο. Δεν περίμενε ποτέ τέτοια ενέδρα. Τους σκότωσαν με 183 σφαίρες. Δεν πρόκειται απλά για εκτέλεση ή τιμωρία. Αυτό ήταν κάτι διαφορετικό, αρρωστημένο. Οι αστυνομικοί πρέπει να είχαν φοβηθεί τόσο πολύ τους που έριξαν όσες περισσότερες σφαίρες μπορούσαν. Λες και ήθελαν να είναι σίγουροι ότι θα σκοτώσουν ακόμα και την ψυχή τους. Νομίζω ότι η κάθαρση του Clyde ήρθε στην κηδεία τους, στην οποία πήγαν 100.000 άτομα. Αυτό σε μια περίοδο που δεν υπήρχαν μέσα δικτύωσης για να διαδοθεί, αλλά κυκλοφόρησε στόμα με στόμα, πράγμα που σημαίνει ότι αυτός ο άνθρωπος συμβόλιζε κάτι.

Μ.Μ.: Τι θεωρείς ότι συμβόλιζε ο Clyde Barrow;

Γ.Α.: Για μένα συμβόλιζε τον αγώνα του φτωχού απέναντι στον πλούσιο. Πήρε τα όπλα ενάντια σε ένα σύστημα αδικίας στην Αμερική, την περίοδο της κρίσης με τρομακτική ανεργία, με πείνα και όλες τις παθογένειες που μπορεί να έχει μια κοινωνία μαζεμένες, γιατί μια οικονομική κρίση βγάζει το χειρότερο πρόσωπο μιας κοινωνίας. Ο Clyde ήταν προϊόν της εποχής του. Δεν πιστεύω ότι ήθελε ποτέ να γίνει σύμβολο ή ότι είχε καταλάβει πως τον έβλεπε ο κόσμος. Το γεγονός ότι είχε και μια γυναίκα, έκανε την ιστορία του λίγο μυθιστορηματική. Όλοι ήθελαν να γίνουν Bonnie & Clyde, να ληστεύουν τράπεζες, να είναι διάσημοι και να ζουν τον έρωτά τους. Πίσω από όλο αυτό, όμως, υπήρχε τεράστια ψυχική και σωματική κόπωση.

Μ.Μ.: Θα ήθελες στο μέλλον να ασχοληθείς με τον κινηματογράφο;

Γ.Α.: Είναι μία τέχνη που πάντα με απασχολούσε. Ταινίες του Σκορτσέζε και του Κόπολα έβλεπα μικρός κι έλεγα ότι αυτό θέλω να κάνω στην ζωή μου. Με βρίσκεις σε μία περίοδο που έχω αρχίσει να προετοιμάζομαι για την πρώτη μου συμμετοχή στο κινηματογράφο. Η έρευνα μου πάνω στον χαρακτήρα έχει αρχίσει. Πάλι με το πιστόλι στο χέρι θα είμαι.

Μ.Μ.: Εκτός από την υποκριτική, έχεις ασχοληθεί και ακαδημαϊκά με το θέατρο καθώς είσαι και υποψήφιος διδάκτορας με θεματική το έγκλημα της γενοκτονίας στο θέατρο. Θα ήθελες να ασχοληθείς και με την διδασκαλία;

Γ.Α.: Η ακαδημαϊκή ενασχόληση μου με το θέμα προέκυψε καθαρά από την θέληση μου να ερευνήσω ανθρώπινες συμπεριφορές. Δεν είναι τόσο «ακαδημαϊκή» όσο ακούγεται. Πρέπει να βγεις έξω, να ταξιδέψεις σε περιοχές που έχουν γίνει τα εγκλήματα, να μυρίσεις το χώμα, να μιλήσεις με ανθρώπους που έχουν ζήσει γενοκτονίες ,θύτες και θύματα, να ακούσεις τον τρόπο με τον οποίο αφηγούνται τα γεγονότα. Εμείς οι ηθοποιοί «προσπαθούμε» να κλάψουμε πάνω στην σκηνή. Σ’ αυτούς τους ανθρώπους δεν έχουν μείνει δάκρυα. Κι αν έχουν μείνει, προσπαθούν να τα κρύψουν. Αυτό είναι κάτι που δεν παίζεται στην σκηνή. Όσον αφορά στην διδασκαλία θεωρώ ότι είναι τεράστια ευθύνη και δεν ξέρω ακόμα αν είμαι έτοιμος. Ο χρόνος θα δείξει.

Μ.Μ.: Σε ευχαριστώ πολύ για την συνέντευξη που μου παραχώρησες κι εύχομαι το καλύτερο σε ότι κι αν κάνεις!

Γ.Α.: Εγώ σε ευχαριστώ πολύ κι εύχομαι καλή συνέχεια στο site σας!

Οδύσσεια Μπουγά: “Το θέατρο για μένα είναι κατάθεση ψυχής”

Παθιασμένη και εκρηκτική η Οδύσσεια Μπουγά δίνει όλο της το «είναι» για την Τέχνη! Χωρίς να κάνει οικονομία δυνάμεων καταθέτει την ψυχή της σε κάθε της δουλειά, είτε πρόκειται για θέατρο, τηλεόραση, κινηματογράφο- καθώς έχει συμμετάσχει και σε ταινίες μικρού μήκους- είτε για την μεγάλη της αγάπη, την κολύμβηση. Πειθαρχημένη και εργατική έχει μάθει να δουλεύει σκληρά για να δώσει στο κοινό την δική της «αλήθεια» και δεν φοβάται να τσαλακωθεί. Στην τελευταία της δουλειά στο θέατρο, ενσαρκώνει την Bonnie Parker στην παράσταση Bonnie & Clyde, εντυπωσιάζοντας με την τεχνική και το ταλέντο της.

Μαρία Μαρίνη: Τι ήταν αυτό που σε έκανε να ασχοληθείς με την υποκριτική;

Οδύσσεια Μπουγά: Αυτή η αγάπη ξεκίνησε από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Το αγαπημένο μου παιχνίδι, όταν ήμουν μικρή,  ήταν να πηγαίνω με τη μαμά μου και τις φίλες της για καφέ, να τις παρατηρώ και όταν γύριζα στο σπίτι τις μιμούμουν, απομονώνοντας τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους, κάτι που δεν έχει να κάνει με την ικανότητα μίμησης αλλά με το πρίσμα μέσα από το οποίο βλέπω τους ανθρώπους. Αργότερα, όταν πήγα σχολείο, καλούσα τις συμμαθήτριές μου στο σπίτι, έκοβα εισιτήριο κι έκανα παραστάσεις. Έτσι, οι γονείς μου είχαν προετοιμαστεί ότι θα γίνω ηθοποιός και ποτέ δεν με πίεσαν για κάτι. Πάντως, πέρασα μια περίοδο αμφισβήτησης που δεν ήθελα ούτε να το ακούω και με είχε πιάσει μια συστολή. Τελικά, ασχολήθηκα με το θέατρο εντελώς τυχαία όταν η αδερφή μου πήγε σε ένα θεατρικό εργαστήρι ερασιτεχνικά και μου έλεγε να πάω μαζί της κι ενώ στην αρχή δεν ήθελα, κατάφερε να με πείσει. Εκτιμώ, βέβαια, πολύ  την στάση των γονιών μου που ποτέ δεν με πίεσαν να κάνω ή να μην κάνω κάτι.

Μ.Μ.: Έχεις κάνει μαθήματα νοηματικής γλώσσας κι έχεις συμμετάσχει και σε αρκετές παραστάσεις με το θέατρο κωφών. Πως πήρες αυτή την απόφαση;

Ο.Μ.: Και αυτό έγινε τυχαία! Η δασκάλα μου η Νέλη Καρρά ήταν εκείνη που ίδρυσε το θέατρο κωφών και θεώρησα ότι ήταν πολύ σημαντικό το εγχείρημά της. Επίσης, το βρήκα εξαιρετικά ενδιαφέρον γιατί η νοηματική είναι μια γλώσσα που συμμετέχει όλο το σώμα και για μένα η υποκριτική είναι η συμμετοχή και του τελευταίου σου κυττάρου, όταν η ψυχή πάλεται, το σώμα δεν μπορεί να είναι απαθές! Εγώ πήγα εκεί ως ομιλουμένη τους, απέδιδα το κείμενο που έκαναν με κινήσεις στη νοηματική, δεν συμμετείχα ως ηθοποιός στις παραστάσεις αυτές. Είναι ένα μάθημα ζωής αυτή η συνεργασία και δεν ήταν καθόλου εύκολο το να μάθεις να αντιμετωπίζεις παιδιά με αυτή την ιδιαιτερότητα χωρίς να δείχνεις ότι είναι ιδιαίτεροι, γιατί θίγονται.

Μ.Μ.: Μίλησέ μας για την εμπειρία σου από τον θίασο της Πειραματική σχολής του Εθνικού Θεάτρου. Πως ήταν η συνεργασία σου με τον Στάθη Λιβαθινό;

Ο.Μ.: Θεωρώ ότι ήμουν πολύ τυχερή που μπήκα εκεί γιατί και άλλα παιδιά θα άξιζαν να είναι σε εκείνη την ομάδα και δεν θεωρώ ότι ήμουν ΤΟ ταλέντο. Σίγουρα, ο Στάθης είναι ένα άτομο που μετράει πάρα πολύ ποιους θα επιλέξει ως συνεργάτες και σε μεγάλο βαθμό και τον χαρακτήρα των παιδιών αλλά και την διαθεσιμότητα του ηθοποιού, που είναι και το πιο σημαντικό. Ο Στάθης είναι ένας άνθρωπος που μου έδωσε θεατρική ταυτότητα από πολύ νωρίς και για μένα είναι πρώτα ένας πολύ σημαντικός δάσκαλος κι έπειτα ένας εξαιρετικός σκηνοθέτης. Αν και έχουν χωρίσει οι δρόμοι μας, έχει καταγραφεί πολύ έντονα μέσα μου εκείνη η περίοδος, η οποία ήταν τρεισήμισι- τέσσερα χρόνια και η πορεία σε αυτή δεν ήταν εύκολη. Γενικά, θεωρώ ότι το θέατρο είναι μια τέχνη στην οποία δεν περνάς όμορφα. Φαντάσου ότι εκείνη την περίοδο ήμουν από τις δέκα το πρωί μέχρι τις τρεις τα ξημερώματα εκεί γιατί συμμετείχα παράλληλα και στο εργαστήρι σκηνοθεσίας. Ωστόσο, η πειραματική για μένα ήταν ένας πολύ μεγάλος σταθμός που με διαμόρφωσε σημαντικά ως άτομο που άξιζε όλες τις θυσίες μου και δεν θα την άλλαζα με τίποτα!

Μ.Μ.: Θεωρείς ότι δεν είσαι ΤΟ ταλέντο, κάτι που έχεις αντισταθμίσει με την πολλή δουλειά, άρα είσαι διατεθειμένη να δουλέψεις πολύ σκληρά γι’αυτό που θέλεις χωρίς να υπολογίσεις τίποτα;

Ο.Μ.: Είμαι μαχητική μέχρι να απογοητευτώ και να τα παρατήσω όλα, έχω ένα αυτοκαταστροφικό στοιχείο μέσα μου. Αυτό που λένε το εξαιρετικό ταλέντο που βγαίνει μια στα τόσα χρόνια, δεν ξέρω αν υπάρχει βέβαια. Για μένα όλα αυτά είναι θέμα συγκυριών και τύχης. Σημασία έχει το πόσο συνεπής είσαι με τον εαυτό σου! Άλλωστε, σιγά σιγά γνωρίζεις την φύση σου και το ποιος πραγματικά θα γίνεις γιατί όλα αυτά είναι θέμα εσωτερικής ανακάλυψης. Το θέμα είναι να μην ακολουθείς δρόμους που θα σε μπερδέψουν γιατί χάνεις χρόνο, αν και όλα, βέβαια, είναι εμπειρίες.

12591931_924725020944413_572770152_o

Μ.Μ.: Στην τελευταία σου δουλειά ενσαρκώνεις την Bonnie Parker, μια πολύ ενδιαφέρουσα προσωπικότητα γεμάτη αντιθέσεις. Πες μας λίγα λόγια γι’ αυτήν.

Ο.Μ.: Με έχει κατακτήσει αυτός ο ρόλος! Δεν ξέρω τι είναι αυτό που την κάνει τόσο μαγική. Είναι αντιφατική γιατί ενώ είναι μια εγκληματική φύση, έχει μείνει στην ιστορία τόσο όμορφα, σαν ηρωίδα. Ίσως το ότι είναι τόσο ανθρώπινη, είναι αυτό που την κάνει τόσο αγαπητή. Επίσης, ενώ την ενδιέφερε να γίνει τραγουδίστρια, χορεύτρια, ηθοποιός στο Broadway, ουσιαστικά θα συμβιβαζόταν με μια φυσιολογική ζωή με τον Clyde. Ένας άνθρωπος που έχει τόσο πάθος στην ζωή του, το περνάει σε όλα τα πράγματα γύρω του, η Bonnie ήταν καλλιτέχνης απέναντι στην ζωή. Δεν την ένοιαζε που τελικά δεν πήγε στο Broadway, αλλά ότι είχε κερδίσει δόξα μέσα από τον τρόπο ζωής της. Ακολούθησε έναν άνθρωπο και βρήκε εκεί την ουσία, επειδή «βούταγε» σε αυτό που ζούσε και το πήγαινε στα άκρα. Θεοποίησε τον Clyde, τον ακολούθησε κι έδωσε την ζωή της για εκείνον.

12591966_924711350945780_1124059648_o

Μ.Μ.: Διακρίνεις κάποια χαρακτηριστικά της Bonnie σε σένα;

Ο.Μ.: Στην αρχή, επειδή την έβλεπα κι εμφανισιακά, θεωρούσα ότι δεν έχω κανένα κοινό μαζί της. Στη συνέχεια, όμως, άλλαξε αυτό. Δεν ξέρω αν είναι αλήθεια ή μια δική μου ψευδαίσθηση ότι ταυτίζομαι με τον ρόλο, αλλά βρίσκω πολύ συγγενικό το ταπεραμέντο της. Το πάθος για τα πράγματα που έχει. Επίσης, θεωρώ ότι έχω κι εγώ δοτικότητα και το αυτοκαταστροφικό στοιχείο, που μπαίνω σε μια κατάσταση και δεν με ενδιαφέρει το κόστος της επιλογής μου. Δεν βάζω ποτέ στόχους και μου αρέσει να αφήνω την ζωή να διαλέξει αυτή για εμένα, αν και θαυμάζω τους ανθρώπους που στοχεύουν κάπου και πετυχαίνουν. Το θέατρο μας βοηθάει πολύ να γνωρίσουμε την φύση μας, κι εγώ έμαθα αρκετά πράγματα για μένα μέσα από την Bonnie, ήταν μια ψυχανάλυση για μένα όσο γραφικό κι αν ακούγεται.

Μ.Μ.: Αντιμετώπισες κάποιες προκλήσεις ενσαρκώνοντας αυτόν τον ρόλο;

Ο.Μ.: Κάτι που με δυσκόλεψε αλλά και με γοήτευσε ταυτόχρονα είναι οι εναλλαγές που έχει αυτός ο χαρακτήρας. Το πώς αλλάζει η ψυχολογία της σε δευτερόλεπτα και από παιδί γίνεται μια γυναίκα που διεκδικεί, από εκεί σε τέρας που κατηγορεί και στο τέλος μια αφελής κοπέλα γεμάτη αγνότητα. Η Bonnie για μένα έχει τα πάντα, ότι περικλείει μια γυναικεία προσωπικότητα, ενώ ο Clyde είναι ένας πυρήνας που στέκεται ακλόνητος και ακολουθεί μια πορεία ζωής που του έχει επιβληθεί από την ίδια την κοινωνία, την οποία πορεία ακολουθεί με όλες τις ενοχές του σιωπηλά. Από την άλλη πλευρά, η Bonnie είναι σαν μια πεταλούδα, ένα ζουζούνι που κάνει τόσο σαματά και αφέθηκε σε αυτό χωρίς να σκέφτεται πραγματικά τι είναι αυτό που κάνουν. Έμενε περισσότερο στην σχέση της με τον Clyde και ασχολούνταν με απλά κι επιφανειακά πράγματα και άφηνε εκείνον να την οδηγήσει, αποτελώντας για εκείνη, πατρική φιγούρα, έναν καθοδηγητή. Ήταν ενθουσιώδης και επιπόλαιη, λάτρευε τον Clyde αλλά θα μπορούσε να τον σκοτώσει για πλάκα, αυτά τα ακραία συναισθήματά της είναι το μεγαλείο της.

12636967_924128037670778_897236063_o

Μ.Μ.: Η Bonnie θέλει να πραγματοποιήσει το American dream και να γίνει διάσημη και πλούσια. Βλέπουμε, όμως, ότι οι πραγματικές στιγμές ευτυχίας της είναι όταν έχει πραγματική επικοινωνία με τον Clyde. Έχει συνείδηση αυτής της κατάστασης;

Ο.Μ.: Νομίζω ότι αρχικά μπήκε λίγο ακούσια μέσα σε αυτό αλλά σιγά σιγά το συνειδητοποιεί και ηρεμεί δίπλα στον Clyde. Εκείνος έχει την ανασφάλεια ότι δεν της προσέφερε την ζωή που θα ήθελε και, πιστεύω, ότι αυτό τον κράταγε πίσω, σε συνδυασμό με τον διαρκή κίνδυνο, στον οποίο την εξέθετε. Έτσι, προσπαθούσε διαρκώς να βρει κάτι για να την αποζημιώσει και να την προστατεύσει. Εκεί βρίσκεται και η ουσιαστική πάλη τους! Η Bonnie ήθελε να καταλάβει ο Clyde ότι εκείνη ήθελε αυτό ακριβώς που της προσέφερε εκείνος, να χαλαρώσει και της εκφράσει την αγάπη του. Για εκείνη ήταν πιο σημαντικό να της δείξει πόσο ερωτευμένος ήταν μαζί της παρά να μείνουν σε ένα πλούσιο ξενοδοχείο στη Νέα Υόρκη. Εκείνος, όμως, δεν της έδειχνε τα αισθήματά του γιατί ήταν εγκλωβισμένος στην ανασφάλειά του, στο εσωτερικό μονοπάτι της επίγνωσης του τι κάνει κι έβλεπε την θέση τους απέναντι στην κοινωνία αλλά και την σκοτεινή πλευρά αυτού που έκαναν, όπως και το ότι οδηγούσε στον θάνατο ένα πλάσμα που αγαπούσε πολύ και είχε αφεθεί σε εκείνον, και αυτό ήταν πολύ βαρύ.

Μ.Μ.: Τι είναι για σένα το θέατρο;

Ο.Μ.: Για μένα το θέατρο είναι μια κατάθεση ψυχής και πρέπει να δίνεις όλο σου τον εαυτό! Υπάρχουν εξαιρετικοί ηθοποιοί που προφυλάσσουν τον εαυτό τους για να μπορούν να ζήσουν και αναπτύσσουν σιγά σιγά τεχνικές για να προστατεύονται, αυτό είναι πολύ σωστό κι έντιμο. Απλά, εγώ προσωπικά δεν μπορώ να κάνω οικονομία δυνάμεων, αν και θα έπρεπε. Γι ’αυτό, μάλλον ευτυχώς, δεν μου δόθηκε η ευκαιρία στην ζωή μου να κάνω τόσο θέατρο γιατί θα μπορούσα να δουλεύω συνέχεια. Ίσως, γι’ αυτό με προστατεύει κάτι ανώτερο ώστε να μην φθείρομαι πολύ. Δεν είναι απαραίτητα σωστό αυτό βέβαια, αν και θεωρώ ότι δεν υπάρχει σωστό και λάθος. Άρα, όλοι οι ηθοποιοί από την στιγμή που είναι έμψυχο υλικό έχουν το ενδιαφέρον τους γιατί προσεγγίζουν διαφορετικά κάποιες καταστάσεις, από εκεί και πέρα το αν ένας ηθοποιός σε συγκινεί, έχει να κάνει και με το αν σε αγγίζει, κάτι που είναι εντελώς υποκειμενικό.

Μ.Μ.: Υπάρχει κάποιος ρόλος που θα ήθελες να ενσαρκώσεις;

Ο.Μ.: Όχι κάποιον συγκεκριμένο. Με όλους τους ρόλους που έχουν μια πορεία θα ήθελα να ασχοληθώ γιατί σε όλους βλέπω κάτι. Σίγουρα, πάντως, με συγκινεί πάρα πολύ το αρχαίο δράμα, χωρίς να μπορώ να καταλάβω γιατί. Νιώθω ότι είναι πολύ κοντά στην φύση μου και θα ήθελα να μου δοθεί η ευκαιρία να το κάνω καθώς πρόκειται για διαχρονικά κείμενα που αντιμετωπίζουν θέματα που πάντα μας απασχολούν μέσα στον χρόνο. Επίσης, με γοητεύουν απίστευτα οι αντρικοί ρόλοι και λυπάμαι που δεν μπορώ να τους ενσαρκώσω, ενώ οι γυναικείοι δεν με έχουν μαγέψει σε τέτοιο βαθμό.

Μ.Μ.: Θα ήθελες να ξανασχοληθείς με τον κινηματογράφο σε ταινίες μεγάλου μήκους αυτή την φορά;

Ο.Μ.: Ναι! Ο κινηματογράφος είναι μια άλλη δουλειά που δεν την ξέρω, γιατί έχω εκπαιδευτεί σε διαφορετικό τρόπο δουλειάς, που μέσα από την πορεία των πραγμάτων οδηγήσε κάπου. Στο θέατρο δεν παίζεις ποτέ το αποτέλεσμα, γιατί αν το κάνεις το αποτέλεσμα θα είναι κάτι άψυχο και ψεύτικο. Στον κινηματογράφο, όμως, είναι διαφορετικά τα πράγματα, επειδή ο σκηνοθέτης θα σου ζητήσει να παίξεις την σκηνή του τέλους για να κάνει το γύρισμα, οπότε είναι μια άλλη δουλειά. Θα με ενδιέφερε πάρα πολύ πάντως, αν και ο κινηματογράφος απαιτεί άλλου είδους ετοιμότητα από έναν ηθοποιό. Οι ταινίες μικρού μήκους που έχω κάνει, μου έχουν αφήσει μια πολύ ωραία εμπειρία, μάλιστα, η μια από αυτές, δεν έχει ξεσφραγιστεί γιατί είναι ακόμα σε κάποια φεστιβάλ και δεν έχει προβληθεί ακόμα.

Μ.Μ.: Έχεις ασχοληθεί και με την τηλεόραση συμμετέχοντας σε πολλές σειρές. Τι εμπειρία σου άφησε αυτό;

Ο.Μ.: Αυτό προέκυψε όταν έφυγα από την πειραματική και μπορούσα να ασχοληθώ από άποψη χρόνου. Ένας σκηνοθέτης με είχε δει σε μια παράσταση του Μολιέρου και μου πρότεινε να παίξω στην τηλεόραση, κάτι που δεν περίμενα και σε πρώτη φάση σοκαρίστηκα! Από την άλλη πλευρά, είναι δελεαστικό να γνωρίζεις πολλά μέσα και να δεις πως θα μπορούσες να είσαι ηθοποιός σε μια άλλη δουλειά, αυτό από μόνο του σε ιντριγκάρει, οπότε έπεσαν οι συστολές και το δοκίμασα. Δεν μου ταίριαζε, όμως, πολύ η διαδικασία της τηλεόρασης γιατί δεν έχω την ετοιμότητα να είμαι ντυμένη, βαμμένη και να λέω τα λόγια όπως ακριβώς τα είπα στο προηγούμενο γύρισμα. Είχε τύχει, μάλιστα, σκηνοθέτης να μου πει «δεν είναι εθνικό εδώ», προκειμένου να τελειώσουμε με το πλάνο, αφού έκανα αυτοσχεδιασμό και θεωρούσαν ότι θα έπρεπε να ντρέπομαι που έκανα κάτι άλλο επειδή μου προέκυπτε και βασάνιζα ολόκληρο το συνεργείο. Το να λέω ακριβώς το ίδιο πράγμα κάθε φορά, ήταν κάτι που δεν είχα συνηθίσει γιατί είχα εκπαιδευτεί στο να παίρνω την αλήθεια της στιγμής και να προκύπτει κάθε φορά κάτι αληθινό, στο θέατρο μαθαίνεις τα λόγια μέσα από την διαδικασία και όχι παπαγαλία.

Μ.Μ.: θεωρείς ότι μπορείς να καταθέσεις ένα κομμάτι από την ψυχή σου στην τηλεόραση με αυτά τα δεδομένα;

Ο.Μ.: Ναι το πιστεύω, γιατί έχει να κάνει με ανθρώπους που θα σε σεβαστούν και θα σου δώσουν το περιβάλλον να εκφραστείς. Έχουν υπάρξει εξαιρετικές δουλειές στην τηλεόραση που έχω ζηλέψει και σπουδαίοι θεατρικοί ηθοποιοί που έχουν παίξει πάρα πολύ καλά. Το θέμα είναι ότι τώρα που είναι τόσο δύσκολα τα πράγματα, δεν μπορούν να επιβιώσουν τέτοιοι άνθρωποι που φέρουν την δική τους αλήθεια. Η τηλεόραση είναι ένα τρομερά ισχυρό μέσο με απίστευτη δύναμη στο κοινό και θα μπορούσε να έχει έναν αμιγώς εκπαιδευτικό χαρακτήρα, και είναι κρίμα που δεν το κάνει. Μας προσφέρει τόσα σκουπίδια που το κοινό γαλουχείται σε αυτό, εγγράφεται μέσα του και πλέον θέλει άλλα πράγματα. Για παράδειγμα, αν δουν έναν θεατρικό ηθοποιό να κάνει μια ερμηνεία στην τηλεόραση, τους «κλωτσάει» και έχοντας συνηθίσει σε κάτι πιο άμεσο κι επιφανειακό μπορεί να θεωρήσουν την ερμηνεία του ψεύτικη.

Μ.Μ.: Σε ευχαριστώ πάρα πολύ για την συνέντευξη που μου παραχώρησες κι εύχομαι ότι καλύτερο στη συνέχεια!

Ο.Μ.: Εγώ σε ευχαριστώ πολύ και καλή συνέχεια στο site εύχομαι!

Αν θέλετε να παρακολουθήσετε κι εσείς το Bonnie & Clyde, στείλτε στο [email protected] στο hashmag.gr για να κερδίσετε μια διπλή πρόσκληση!

Λευτέρης Παπακώστας: «Όλες οι επιλογές έχουν ένα κόστος”

Ο Λευτέρης Παπακώστας από το 2008 συμμετέχει σε επαγγελματικές παραστάσεις και από το 2013 σκηνοθετεί, με τελευταία του δουλειά, ως ηθοποιός το Τερεζίν και ως σκηνοθέτης το Bonnie & Clyde. Αν και αναγνωρίζει τη σημασία που έχουν οι προσωπικές μας επιλογές και οι συνέπειές τους, τολμάει να διεκδικήσει κάτι διαφορετικό που να τον εκφράζει και δεν συμβιβάζεται εύκολα.  Σίγουρα ένας τέτοιος άνθρωπος μας κάνει να ανυπομονούμε να δούμε που θα τον οδηγήσει το ελεύθερο πνεύμα του!

Μαρία Μαρίνη: Από το 2008 συμμετέχεις σε επαγγελματικές παραστάσεις. Τι ήταν αυτό που σε τράβηξε στην υποκριτική;

Λευτέρης Παπακώστας: Το 2008 αποφάσισα ότι δεν μου άρεσε η ζωή που ανοιγόταν μπροστά μου, διότι είχα μόλις τελειώσει ΤΕΙ λογιστικής και αυτό ήταν κάτι με το οποίο δεν ήθελα να ασχοληθώ. Βρισκόμουν σε μια διαδικασία που ουσιαστικά έψαχνα τι να κάνω σ’ αυτή την ζωή. Τότε, πέρασα από ένα εργαστήρι υποκριτικής, επειδή πάντα μου άρεσε η υποκριτική, αν και δεν είχα πει ούτε ένα ποίημα στο σχολείο. Αυτό που με ενθουσίαζε πάντα είναι ότι μπαίνεις σε μια συνθήκη που σου προτείνεται, που είναι ξένη από σένα, και μέσα από αυτήν προσπαθείς να βρεις το δικό σου κομμάτι. Ουσιαστικά, μέσα στο εργαστήρι συνειδητοποίησα ότι αυτό το πράγμα με τροφοδοτεί και περνάω πολύ ευχάριστα που για μένα αυτό είναι το ιδανικό.

Μ.Μ.: Με το δεδομένο ότι έχεις κάνει κάποιες δουλειές ως σκηνοθέτης, θεωρείς ότι σε βοηθάει αυτό όταν καλείσαι να υποδυθείς έναν ρόλο γιατί αντιλαμβάνεσαι καλύτερα το σύνολο της παράστασης στην οποία θα συμμετάσχεις ή δεν σε επηρεάζει καθόλου;

Λ.Π.: Προσωπικά με βοηθάει πολύ! Είναι η δεύτερη σκηνοθεσία που κάνω, με πρώτη το 2015 που σκηνοθέτησα το Σκυλόψαρο, της ομάδας «Ιπτάμενοι Άνθρωποι». Μπορεί για άλλα άτομα να μην ισχύει, εμένα πάντως με βοηθάει να αντιλαμβάνομαι τα πράγματα ακόμα πιο σφαιρικά. Από την στιγμή που το Θέατρο δεν είναι μια ατομική τέχνη και απαιτείται η συνεργασία με πολλούς ανθρώπους, το ζητούμενο είναι να παίξουμε όλοι την ίδια παράσταση. Αυτό δεν είναι σίγουρο ότι θα γίνει, αν εγώ συγκεντρωθώ μόνο στον ρόλο μου χωρίς να με απασχολεί τίποτα άλλο. Βλέποντας, όμως, και τα κομμάτια που έχουν αναλάβει οι υπόλοιποι συντελεστές της παράστασης, μπορείς να συνεργαστείς καλύτερα μαζί τους.

Μ.Μ.: Πες μας λίγο για την παράσταση Τερεζίν στην οποία συμμετέχεις φέτος.

Λ.Π.: Η Τερεζίν είναι μια πόλη γκέτο του 1940 που την χρησιμοποιούσαν οι Γερμανοί ως βιτρίνα. Είχαν μαζέψει όλους τους καλλιτέχνες και προσπαθούσαν να πείσουν τον κόσμο ότι ζούσαν καλά και παράγουν έργο. Πέρα από το γεγονός, όμως, ότι δεν έκαναν ελεύθερη τέχνη, αλλά στρατευμένη, ζούσαν και σε άθλιες συνθήκες. Τα γεγονότα της παράστασης, διαδραματίζονται με αφορμή μια παράσταση που ήθελαν να κάνουν οι Γερμανοί για να δείξουν στον Ερυθρό Σταυρό ότι η Τερεζίν λειτουργεί σαν πόλη που μένουν οι άνθρωποι και όχι σαν στρατόπεδα συγκέντρωσης. Η ροή της ιστορίας φαίνεται από την στιγμή που παίρνουν την απόφαση να γίνει βιτρίνα αυτή η πόλη, τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι καλλιτέχνες, το όνειρο του κάθε ανθρώπου που θέλει να δει αν η τέχνη του μπορεί να τον οδηγήσει κάπου και αν η τέχνη υπερβαίνει τον θάνατο. Πρόκειται για ένα έργο λίγο βαρύ, που όμως πάντα υπάρχει κάτι να το «σπάει». Ενώ σου δείχνει την δυναμική ροή της παράστασης ξέρεις ότι πριν από αυτήν έχουν βιώσει πολύ δύσκολα πράγματα, στην συνέχεια οι ήρωες θυμούνται πράγματα που έγιναν στην προηγούμενη πρόβα και γελούν και γενικά το έργο έχει αρκετές εναλλαγές για να μην «κουράζει» τον θεατή, από την στιγμή που το θέμα του είναι ήδη «βαρύ».

12666392_931305686953013_350703067_n

Μ.Μ.: Ποιος από τους ρόλους που έχεις υποδυθεί μέχρι τώρα θεωρείς ότι σε αντιπροσωπεύει περισσότερο;

Λ.Π.: Παρόλο που το 2008 ακούγεται μακριά, δεν είναι τόσοι πολλοί για να πω ότι ήταν ένας συγκεκριμένος που με αντιπροσωπεύει. Ωστόσο, σε καθέναν από αυτούς υπάρχουν στοιχεία τα οποία είναι δικά μου και τα αγγίζω. Αν έπρεπε να διαλέξω έναν, θα έλεγα την προηγούμενη δουλειά μου, τις Άγριες Νότες, με την οποία μπόρεσα να συνδεθώ ακόμα περισσότερο καθώς ήταν ένα πολιτικό κείμενο. Πραγματευόταν μια κατάσταση εγκλεισμού, σχέσεις εξουσιαστή- εξουσιαζόμενου, θέματα, τα οποία με αγγίζουν σε όλο το φάσμα τους. Πρωτίστως, λοιπόν, με ενδιαφέρει το θέμα της παράστασης και όχι τόσο ο ρόλος που μπορώ να ενσαρκώσω.

12674669_931303140286601_1342386037_n

Μ.Μ.: Με αυτή την έννοια, φαντάζομαι, δεν έχεις στο μυαλό σου να ενσαρκώσεις κάποιον συγκεκριμένο ρόλο, αλλά, ίσως, κάποιο συγκεκριμένο έργο. Ποιο θα ήθελες να είναι αυτό;

Λ.Π.: Η Αντιγόνη είναι ένα καταπληκτικό έργο για μένα, γιατί θέτει στον πυρήνα του το ζητούμενο της προσωπικής επιλογής και το κόστος που αναλαμβάνει κάποιος για αυτήν. Γενικά, και στο θέατρο και στην προσωπική μου ζωή θεωρώ ότι όλα έχουν να κάνουν με τις επιλογές που κάνουμε. Από το που θα πας σήμερα το πρωί, μέχρι με ποιον άνθρωπο θα είσαι για τα επόμενα πενήντα χρόνια της ζωής σου ή τι δουλειά θα κάνεις, όλα είναι επιλογές που έχουν ένα κόστος!

Μ.Μ.: Φαίνεται ξεκάθαρα στο Bonnie & Clyde η σημασία που δίνεις στην προσωπική επιλογή. Τι ήταν αυτό που σε έκανε να επιλέξεις το συγκεκριμένο έργο και όχι κάποιο άλλο;

Λ.Π.: Αυτή η δουλειά έγινε εντελώς τυχαία. Τυχαία αλλά ωραία! Ο Γιώργος Αδαμαντιάδης (o Clyde), με τον οποίο είχαμε συνεργαστεί πέρσι στον Ιούλιο Καίσαρα του Σαίξπηρ, μου έδωσε το κείμενο των Bonnie & Clyde, το διάβασα και μετά συζητήσαμε για το έργο. Μου άρεσε η ιστορία και οι συναισθηματικές μεταπτώσεις που περνούν  οι ήρωες, για μένα όμως το πιο σημαντικό, είναι οι επιλογές που έχουν κάνει οι ήρωες στην ζωή τους πριν τους βρούμε εμείς στην ροή του έργου και οι επιλογές που θα αφήσουν μετά για εμάς. Οι συνειδητές και ασυνείδητες επιλογές τους, εξαιτίας των οποίων δεν μπορούν να γυρίσουν πίσω, και τους οδήγησαν στο παρόν θέτοντας κάποιους προβληματισμούς γι’ αυτούς που πραγματικά «βλέπουν» και δεν παρακολουθούν απλά την παράσταση. Προβληματισμούς, που έχουν να κάνουν με τις αποφάσεις που καλείται ο καθένας από εμάς να πάρει στη ζωή του, όχι όμως τις μαξιμαλιστικές, τύπου «τι θα κάνω στην ζωή μου», αλλά της επόμενης μέρας, η επιλογή του «τώρα». Αυτό φαίνεται και από την δομή της παράστασης, στα σημεία που οι ήρωες μιλούν απευθείας στο κοινό και είναι σαν να σχολιάζουν αυτό το οποίο συμβαίνει, βοηθώντας μας, ταυτόχρονα, να κατανοήσουμε ότι οι επιλογές των ηρώων, τους έφεραν εκεί που βρίσκονται. Ωραία η ιστορία, ωραίοι οι χαρακτήρες αλλά για μένα το ζητούμενο είναι το κοινωνικοπολιτικό περίβλημα που επηρεάζει τις επιλογές τους.

Μ.Μ.: Ο τρόπος που προσεγγίζεις το έργο έχει πολύ ενδιαφέρον γιατί μέσα από το love story των πρωταγωνιστών αναδεικνύονται πολλά θέματα που αφορούν όλους μας, όπως για παράδειγμα, η σχέση μας με το σύστημα, την αστυνομία, το κράτος αλλά και το American dream– το οποίο βλέπουμε ξεκάθαρα στην Bonnie. Πόσο εύκολο ήταν το εγχείρημά σου να μετατρέψεις μια απλή ιστορία αγάπης δύο κακοποιών σε μια παράσταση με τέτοια κοινωνικοπολιτικά μηνύματα;

Λ.Π.: Από την αρχή είχα στο μυαλό μου ότι αυτά τα δύο παιδιά, γιατί είναι 24 και 25 χρονών αντίστοιχα, πέρασαν πάρα πολλά πράγματα και πολύ σύντομα και δεν μπόρεσαν να κάνουν ποτέ αυτό το οποίο ήθελαν, γιατί προφανώς δεν ήθελαν να γίνουν ούτε δολοφόνοι, ούτε ληστές τραπεζών. Έχοντας στον πυρήνα της σκέψης μου ότι οι συνθήκες και η οικονομική κατάσταση της Αμερικής το 1930, απότοκο του κραχ του 1929, τους έφτιαξε ένα περιβάλλον αυτοεγκλωβιστικό και τους οδήγησε να κάνουν αυτό που είναι. Τα αποτυχημένα όνειρα τους  πολλαπλασιάζονται, δεν έχουν χρήματα για να συντηρηθούν, αναφερόμαστε την περίοδο της ποτοαπαγόρευσης, έτσι, αναδεικνύοντας αυτά τα δεδομένα το love story παίρνει άλλη χροιά.

M.M. Μέσα στο έργο καταφέρνεις να αναδείξεις τα χαρακτηριστικά της Bonnie μέσα από τα λεγόμενα του Clyde και το αντίστροφο, σκιαγραφώντας την διαφορετικότητα τους, ενώ το να μιλήσει η  Bonnie για τον εαυτό της και ο Clyde το ίδιο θα ήταν πιο απλό και εύλογο. Γιατί επιλέγεις αυτή την προσέγγιση;

Λ.Π.: Έχοντας στο νου μου το ιστορικό δεδομένο ότι αυτοί οι άνθρωποι πέρασαν τα τελευταία δύο χρόνια της ζωής τους εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο μαζί, ζούσαν σε ένα αμάξι και πήγαιναν από πολιτεία σε πολιτεία, σημαίνει ότι αυτοί οι δύο άνθρωποι ήξεραν ο ένας τον άλλον καλύτερα από τον ίδιο τους τον εαυτό, γιατί δεν είχαν καμία στιγμή μοναξιάς. Έπρεπε να περάσουν από όλα τα φάσματα της σχέσης τους για να καταλάβουμε τι σημαίνει ο ένας για τον άλλον. Η μεταξύ τους σχέση είναι αρκετά ιδιαίτερη και σε αρκετές περιπτώσεις συμπεριφέρεται άσχημα ο ένας στον άλλον. Όταν, όμως, είναι μόνοι τους, επειδή βρίσκουν στιγμές ηρεμίας, μιλούν πραγματικά για το τι θέλουν ο ένας από τον άλλο και σε αντίθεση με τα προβλήματα που είχαν λόγω αντικειμενικών δυσκολιών, που μαξιμάρουν την σχέση τους, στους μονολόγους φαίνονται τα πραγματικά αισθήματα που έχει ο ένας για τον άλλον.

Μ.Μ.: Θεωρείς ότι η αγάπη που τρέφει ο ένας για τον άλλο δικαιολογεί αυτά που έχουν κάνει αλλά και την συμπεριφορά που έχουν μεταξύ τους, ως ένα είδος κάθαρσης;

Λ.Π.: Βασικά το μόνο που το δικαιολογεί είναι η αγάπη τους. Γιατί συμπεριφέρονται πολύ άσχημα ο ένας στον άλλο γιατί αγαπάει ο ένας τον άλλον; Γιατί όταν αγαπάς τόσο έντονα έναν άνθρωπο συνήθως συμπεριφέρεσαι στα άκρα είτε άσχημα είτε όμορφα. Υπάρχουν στιγμές που συμπεριφέρονται πολύ όμορφα μεταξύ τους, όπως στην σκηνή του γάμου αλλά και στιγμές που συμπεριφέρονται πολύ άσχημα για ένα απλό περιστατικό φαγητού για παράδειγμα, γιατί με αφορμή τα μικρά καθημερινά προβλήματα έρχονται στην επιφάνεια στοιχεία του παρελθόντος της σχέσης τους.

Μ.Μ.: Γιατί στο τέλος του έργου παντρεύονται και αμέσως μετά πεθαίνουν; Είναι ένας συμβολισμός ότι ο γάμος σκοτώνει τον έρωτα;

Λ.Π.: Όχι, αυτό ήταν μια σκέψη που έχει να κάνει με το ιστορικό πλαίσιο. Οι Bonnie & Clyde ήθελαν μια κανονική ζωή, να παντρευτούν, να κάνουν οικογένεια και, μάλιστα, δημοσιογραφικά έλεγαν ότι η Bonnie ήταν τριών μηνών έγκυος πριν τους σκοτώσουν. Μπορεί να μην ίσχυε, αλλά ένιωσα την υποχρέωση απέναντι στους ήρωες. Στην πραγματικότητα, δεν παντρεύτηκαν ποτέ κι εγώ ένιωθα ότι είχα «χρέος» να τους παντρέψω και να τους δώσω μέσα από το έργο, κάτι που δεν κατάφεραν. Επίσης, ήθελα να προσθέσω μια νότα χαράς πριν το τραγικό τέλος τους- αφού τους γάζωσαν με 183 σφαίρες.

Μ.Μ.: Σε περίπτωση που σκηνοθετούσες κάποιο κλασικό έργο, θα άλλαζες για χάρη των ηρώων το τέλος, όπως με το Bonnie & Clyde, που μπορεί να πέθαναν αλλά πριν από αυτό παντρεύτηκαν;

Λ.Π.: Δεν ξέρω, είναι ανάλογα το έργο. Στην συγκεκριμένη περίπτωση που παντρεύτηκαν οι ήρωες, δεν έχει αλλάξει και πολύ η ιστορία γιατί ο τρόπος που έγινε δεν άλλαξε την έκβαση της ιστορίας. Γενικά, το αφήνω ανοιχτό ως ενδεχόμενο, αλλά 99% δεν θα το έκανα. Για μένα το θέατρο είναι ένα συνεχόμενο πείραμα. Πρέπει να δοκιμάζεις καινούργια πράγματα όχι με αυτοσκοπό το πείραμα, αλλά για να βρεις «κάτι». Μπορεί αυτό το «κάτι» να είναι κακό ή λάθος, μπορεί, όμως, να σε οδηγήσει σε κάτι ενδιαφέρον και διαφορετικό.

Μ.Μ.: Στο μεγαλύτερο μέρος του έργου ακούγεται ένα σαξόφωνο. Συμβολίζει κάτι;

Λ.Π.: Θα μπορούσα να επιλέξω έναν μουσικό να παίζει και να ακολουθεί το έργο και τους χαρακτήρες από μια γωνία δημιουργώντας ένα ωραίο μουσικό τοπίο. Επέλεξα, όμως, να βάλω τον ρόλο του σαξόφωνου δραματουργικά μέσα στο έργο, γιατί για μένα ουσιαστικά αυτός ο ρόλος είναι ο μύθος των Bonnie & Clyde. Όχι ο μύθος των δύο ληστών όμως, αλλά ο μύθος που θα ήθελαν, μάλλον, να αφήσουν μετά. Ας μην ξεχνάμε ότι ο Clyde έπαιζε σαξόφωνο και η Bonnie ήθελε να γίνει τραγουδίστρια, οπότε είχαν και οι δύο μεγάλη αγάπη για την μουσική. Το σαξόφωνο ακολουθείται από έναν χαρακτήρα, ο οποίος κατά την διάρκεια της παράστασης περνάει και ο ίδιος προσωπικά εμπόδια γι’ αυτό δεν πρόκειται για έναν απλό μουσικό, αλλά για έναν ηθοποιό που επικοινωνεί με το κοινό με την μουσικότητά του χωρίς να μιλάει. Ο ρόλος αυτός έχει προσωπικότητα και υπόσταση και περνάει πράγματα, όπως για παράδειγμα, στο τέλος αφήνει το ερώτημα αν θα καταφέρει να κρατήσει ή όχι τον μύθο ζωντανό. Επιπλέον, φωτίζει το συναισθηματικό φορτίο και των δύο, ενώ άλλες φορές πηγαίνει κόντρα μουσικά σε αυτό το οποίο συμβαίνει γιατί το σαξόφωνο αντιπροσωπεύει και τους δύο χαρακτήρες. Συνεπώς, αυτό που βγάζει το σαξόφωνο, είναι αυτό που μένει κι έτσι συνδέεται ο μύθος που επιβιώνει με την συναισθηματική στιγμή των δύο χαρακτήρων.

12596309_931303136953268_518476632_n

Μ.Μ.: Στο μέλλον θα ήθελες να ασχοληθείς με την τηλεόραση;

Λ.Π.: Το να σκηνοθετείς στον κινηματογράφο ή στην τηλεόραση είναι εντελώς διαφορετικό από το θέατρο κι επειδή έχουν διαφορετικά μέσα το θέατρο και διαφορετικά ο κινηματογράφος υπάρχει από πλευρά μου μια άγνοια των τεχνικών μέσων, αλλά είναι κάτι πολύ ωραίο και ο κινηματογράφος και η τηλεόραση για μένα. Γενικά η τηλεόραση είναι ένα περίεργο μέσο. Τα περισσότερα πράγματα που επιλέγει να δείχνει δεν έχουν έναν, ας πούμε, «ποιοτικό» χαρακτήρα κάτι που ξεκάθαρα σχετίζεται με το κέρδος, αλλά μπορείς να βρεις αξιόλογες σειρές κι εκπομπές. Δεν μπορείς να απορρίψεις ένα μέσο που έχει απήχηση γιατί όταν επιλέγει να κάνει μια αξιόλογη σειρά ή εκπομπή, έχει εξαιρετικό αποτέλεσμα.

Μ.Μ.: Σε ευχαριστώ πάρα πολύ για την συνέντευξη που μου παραχώρησες κι εύχομαι καλή συνέχεια σε ότι κάνεις!

Λ.Π.: Εγώ σ’ ευχαριστώ πολύ και καλή συνέχεια στο site σας! Επίσης, θα ήθελα να ευχαριστήσω πολύ τον Μάριο Ράμμο για τα κουστούμια και τα σκηνικά , τον Μάριο Τσάγκαρη για την ενορχήστρωση και την μουσική, τον Κώστα Παπαθεοδώρου για τον φωτισμό, τον Δημήτρη Λογοθέτη για την επιμέλεια και τον συντονισμό και φυσικά την Δώρα Δημητρίου που είναι βοηθός σκηνοθέτη.

Ερρίκος Μηλιάρης: «Ο μεγάλος μου φόβος είναι να ζω μέσα στο ψέμα”

Τόσο νέος, κι όμως τόσο ταλαντούχος! Ο Ερρίκος Μηλιάρης είναι μόλις 22 χρονών και παίζει στην θεατρική παράσταση ‘Φάουστ’ του Γκαίτε, στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά.  Απόφοιτος της Δραματικής Σχολής του Ωδείου Αθηνών, είναι η δεύτερη φορά που συνεργάζεται με την Κατερίνα Ευαγγελάτου καθώς συμμετείχε και στον ‘Ρήσο’ του Ευρυπίδη το καλοκαίρι που μας πέρασε στο αρχαίο Λύκειο του Αριστοτέλη στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών. Παράλληλα, έχει συμμετάσχει σε ταινίες μικρού μήκους μεταξύ των οποίων, το Spectrum του Δημήτρη Γκότση στα πλαίσια του φεστιβάλ Δράμας το 2014 και το Point Blank του Στέφανου Γκέκα. Ανατρεπτικός και απόλυτος, είναι πρόθυμος να δουλέψει πολύ σκληρά για να πετύχει το τέλειο και δεν μασάει τα λόγια του. Παθιασμένος με αυτό που κάνει, σίγουρα μια τόσο έντονη προσωπικότητα δεν αφήνει κανέναν ασυγκίνητο και δημιουργεί μεγάλες προσδοκίες για το μέλλον.

Μαρία Μαρίνη: Έχεις δηλώσει ότι η υποκριτική είναι μονόδρομος για σένα. Τι ήταν αυτό που σε έκανε να το αποφασίσεις;

Ερρίκος Μηλιάρης: Δεν ξέρω αν ήταν κάτι συγκεκριμένο. Θυμάμαι από μικρός έβλεπα τις κλασικές ελληνικές ταινίες που με έκαναν να γελάω και σκέφτηκα πως αυτό θέλω να κάνω. Μόλις το πήρα απόφαση, την επόμενη χρονιά ξεκίνησε στο σχολείο μου θεατρική ομάδα, στην οποία μπήκα αμέσως και ήμουν κάθε χρόνο, οπότε το είδα και στην πράξη από πολύ νωρίς και σιγουρεύτηκα πως αυτό ήθελα να ακολουθήσω.

Μ.Μ.: Τι είναι αυτό που σε εμπνέει στην υποκριτική σου; Το ίδιο το έργο ή επηρεάζεσαι από κάποια βιώματά σου;

Ε.Μ.: Και τα δύο. Διαβάζοντας το έργο βλέπω τα θέματα που αναδεικνύει ο εκάστοτε συγγραφέας, τα οποία έχω συναντήσει κι εγώ στην πορεία μου. Η θεωρητική βάση του σύγχρονου θεάτρου λέει ότι δεν θα αγγίξω εγώ τα λόγια του Τσέχωφ αλλά εκείνος τα έκλεψε από μένα. Είναι λόγια δικά μου και δεν έχει γράψει κάτι διαφορετικό από την στιγμή που ασχολείται με θέματα που αφορούν όλους μας. Με αυτή την έννοια, ουσιαστικά δεν υπάρχει ρόλος, τουλάχιστον έτσι όπως έχει στο νου του τον «ρόλο» ο μέσος άνθρωπος που δεν ασχολείται με το θέατρο. Πρόκειται για μια ψεύτικη έννοια.

Μ.Μ.: Τι είναι αυτό που φοβάσαι περισσότερο;

Ε.Μ.: Ο μεγάλος μου φόβος είναι να ζω μέσα στο ψέμα. Να νιώθω, δηλαδή, εγώ πως είμαι ψεύτικος και στην ζωή μου γενικότερα αλλά και στην τέχνη. Ακόμα και σε στιγμές να είναι, φοβάμαι να κάνω κάτι που το θεωρώ ψεύτικο. Κι ας το εκτελώ καλά, δεν θέλω να κάνω κάτι που να πιστεύω ότι είναι ψέμα και να μην με εκφράζει. Να σου δώσω ένα απλό, επιφανειακό παράδειγμα του τι εννοώ. Έχω υπάρξει σε παιδική παράσταση με ατάκα «Ήρθε ένας φίλος από Αυστραλία στο χωριό και μου το είπε στο facebook», και ζήτησα από τον σκηνοθέτη να αλλάξω αυτή τη φράση, γιατί μπορεί στην εποχή μας η επικοινωνία μέσω κοινωνικών δικτύων να είναι μια πραγματικότητα, αλλά παρόλα αυτά εγώ προσωπικά  δεν ένιωθα καλά να πω κάτι τέτοιο μπροστά στα παιδιά, κι αν το έκανα, θα ήταν κάτι ψεύτικο ως προς τον εαυτό μου και άρα ψεύτικο και ως προς το κοινό που απευθύνομαι.

untitled-3

Ακόμα και ο ρόλος των πέντε λεπτών είναι πρωταγωνιστής γιατί ο συγγραφέας για να τον γράψει σημαίνει ότι είναι απολύτως σημαντικός για την εξέλιξη της πλοκής, αλλιώς δεν θα υπήρχε.

Μ.Μ.: Πες μας έναν ρόλο που είναι όνειρο ζωής να υποδυθείς.

Ε.Μ.: Είναι πολλοί και κανένας ταυτόχρονα. Αυτό που νομίζω ότι με κέρδισε στο θέατρο είναι ότι μ’ αρέσει να ζω πάνω στην σκηνή. Αν μου δώσεις δέκα λεπτά στην σκηνή, φυσικά, θα τρελαθώ και θα μου αρέσει. Αν μου δώσεις δύο ώρες να το ζήσω, ακόμα καλύτερα! Όσο πιο πολύ μου δώσεις τόσο περισσότερο μου αρέσει κι έχω πράγματα να κάνω. Με αυτή την έννοια, θα ήθελα να υποδυθώ Άμλετ, Φάουστ επειδή είναι οι κεντρικοί ήρωες του έργου και υπάρχουν πιο πολύ μέσα σε αυτό. Από εκεί κι έπειτα δε νομίζω ότι υπάρχουν πρωταγωνιστές στο θέατρο. Αν το καλοσκεφτείς ρόλος είναι το κομμάτι που έχεις να υπηρετήσεις, ώστε να αφηγηθούμε όλοι μαζί μια ιστορία. Ακόμα και ο ρόλος των πέντε λεπτών είναι πρωταγωνιστής γιατί ο συγγραφέας για να τον γράψει σημαίνει ότι είναι απολύτως σημαντικός για την εξέλιξη της πλοκής, αλλιώς δεν θα υπήρχε. Μάλιστα, πολλές φορές οι ρόλοι του πεντάλεπτου είναι πολύ πιο ενδιαφέροντες από αυτούς των δύο ωρών. Με αυτή την έννοια, δεν έχω κάποιον συγκεκριμένο ρόλο που θα ήθελα να κάνω… θα με ενδιέφεραν περισσότερο κάποια έργα και όχι κάποιοι ρόλοι.

Μ.Μ.: Κάποια έργα που θα ήθελες να κάνεις;

Ε.Μ.: Θα ήθελα να περάσω πολύ από τα κλασικά κείμενα, Σαίξπηρ, αρχαία έργα, Φάουστ. Είμαι πολύ χαρούμενος που κάνω αυτή την τη στιγμή Φάουστ και νιώθω ότι θα το ξανασυναντήσω μια μέρα, δεν θα με αφήσει. Είναι ένα έργο που πιστεύω ότι όταν το διαβάσω στα πενήντα μου θα έχει κάτι ακόμα να μου δώσει. Αυτό το κάνουν τα κλασικά έργα. Το κλασικό δεν είναι μια εμμονή για αρχαιολαγνεία, απλά για να είναι ένα έργο κλασικό, σημαίνει ότι πραγματεύεται διαχρονικά θέματα που αφορούν όλους τους ανθρώπους και θα έχουν να πουν «κάτι» και σε οποιαδήποτε γενιά, αιώνια.

Μ.Μ. Με αυτή την άποψη θεωρείς ότι υπάρχουν και σήμερα επιφανειακές παραστάσεις στο θέατρο που δεν έχουν να δώσουν κάτι διαχρονικό;

Ε.Μ.: Ναι βέβαια υπάρχουν. Δεν το κατηγορώ όμως. Πρέπει να υπάρχει κι αυτό το είδος θεάτρου που ασχολείται με κάτι ευκαιριακό και αναλώσιμο ή κι εκείνο που υπάρχει απλά για να διασκεδάσει τον θεατή και δεν έχει σκοπό να εξελίξει την σκέψη του ανθρώπου. Δεν είναι κακό, αρκεί να έχει ταυτότητα αυτό που κάνεις και να το παραδέχεσαι χωρίς να είσαι δήθεν. Υπάρχουν παραδείγματα ανθρώπων που κάνουν, λόγου χάριν, «επιθεώρηση» επιφανειακή και φθηνή για τα δικά μου γούστα, και δεν θα ήθελα να συμμετάσχω σε τέτοιες δουλειές, ωστόσο, παραδέχομαι τέτοιους ανθρώπους που το κάνουν αληθινά και χωρίς να υποκρίνονται πως κάνουν κάτι άλλο, αλλά απλώς είναι αυτό, αληθινό, με ταυτότητα και σε όποιον αρέσει. Έτσι είσαι ειλικρινής απέναντι στον κόσμο και στην τέχνη, και δεν μπορεί, ουσιαστικά, κανείς να σε κρίνει. Υπάρχει κόσμος που θέλει να παρακολουθήσει αυτό που με ειλικρίνεια και καθαρότητα εσύ προτείνεις, άρα έχεις θέση στην τέχνη.

Μ.Μ.: Έχεις τελειώσει την Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών, συνεπώς, φαντάζομαι πως έχεις ασχοληθεί και με το τραγούδι. Θα σε ενδιέφερε αργότερα να παίξεις σε κάποιο musical;

Ε.Μ.: Το musical είναι κάτι πολύ ενδιαφέρον αν γίνεται καλλιτεχνικά και όχι μόνο στο επίπεδο του θεάματος. Δυστυχώς, και στην Ελλάδα και στο εξωτερικό υπάρχει η παρεξηγημένη αντίληψη ότι το musical είναι μόνο φώτα, μουσική και λεφτά. Πιστεύω ότι μπορεί να πει κάτι πιο βαθύ. Είναι κάτι που θα με ενδιέφερε και θα ήμουν διατεθειμένος να κάνω την επιπλέον προετοιμασία που χρειάζεται, γιατί το τραγούδι, φυσικά, χρειάζεται εξέλιξη, αν πειστώ ότι μιλάμε για κάτι απόλυτα καλλιτεχνικό. Το τραγούδι έχει μεγάλη σημασία για το θέατρο. Σημαίνει ότι για να φτάσει ο ηθοποιός στο σημείο να τραγουδήσει αντί να μιλήσει,  βιώνει κάτι τόσο έντονο που τα λόγια δεν είναι αρκετά για να τον εκφράσουν.  Υπό αυτές τις συνθήκες, θα έκανα musical αν έβλεπα ότι το τραγούδι χρησιμοποιείται προς όφελος της Τέχνης και όχι για το φαίνεσθαι.

Μ.Μ.: Πες μας λίγα λόγια για την σχέση σου με την Κατερίνα Ευαγγελάτου.

Ε.Μ.: Στην σχολή την φοβόμουν (γέλια). Όλοι την φοβόμασταν γιατί διαθέτει μεγάλη κυριαρχία που στην περνάει όχι από παραξενιά αλλά επειδή θέλει κάτι να σου βγάλει. Ναι μεν θα περάσουμε καλά και θα κάνουμε την πλάκα μας, αλλά είναι πάρα πολύ αυστηρή ειδικά στο επίπεδο της εκπαίδευσης, πράγμα που την καθιστά πολύ καλή καθηγήτρια. Αυστηρή, όμως, είναι πρώτα από όλα με τον εαυτό της και αυτό είναι ξεκάθαρο σε όλους. Είναι πραγματικά ασύλληπτη η δουλειά που κάνει η Κατερίνα! Αν πω εγώ ότι έχω δουλέψει 1000%, δεν μπορώ να αγγίξω το αντίστοιχο ποσοστό της Κατερίνας. Φαντάσου ότι στις πρώτες συναντήσεις ερχόταν με τέσσερις τόμους που είχε ήδη διαβάσει για να μας πει «κάποια πράγματα για το έργο» και μέχρι να ολοκληρωθεί ξέραμε ότι θα διαβάσει άλλους τόσους στην συνέχεια κι έχει πάντα κάτι να πει, να προσθέσει, να προσφέρει. Δουλεύει όχι απλά για να δουλέψει αλλά για να δει εκείνη κάτι στον εαυτό της μέσα από αυτό που θα δημιουργήσει. Στον Φάουστ, όπως και στις υπόλοιπες δουλειές της, μπορεί να γίνει κριτική από κάποιον για πιθανά λάθη, που μπορεί να βλέπει στις σκηνοθεσίες της, μέσα, φυσικά, από την υποκειμενική γνώμη καθενός, ωστόσο , κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι στα έργα που ανεβάζει, καταθέτει μια ερμηνεία δική της πάνω στο κείμενο, ένα προσωπικό καλλιτεχνικό στίγμα. Κι αυτό, πιστεύω, είναι η ουσία της τέχνης.

Μ.Μ.: Θεωρείς, ότι η ταυτότητα που προσπαθεί να περάσει το εθνικό θέατρο, δεν είναι η ταυτότητα του ελληνικού θεάτρου;

Ε.Μ.: Δυστυχώς, η σχέση που έχει η εκάστοτε κυβέρνηση με το Εθνικό Θέατρο, αλλά και άλλους πολιτισμικούς φορείς, είναι γνωστή. Ως εκ τούτου, δεν μπορώ να μιλήσω αντικειμενικά για το Εθνικό Θέατρο από την στιγμή που η ταυτότητά του αλλάζει ανάλογα με τον διευθυντή του, ο οποίος αποτελεί και επιλογή της εκάστοτε κυβέρνησης, χωρίς, φυσικά, να υπονοώ ότι οι διευθυντές που έχουν περάσει μέχρι τώρα στο Εθνικό, αποτελούν κομματικά πρόσωπα. Όπως και να έχει, ο κάθε διευθυντής έχει ένα όραμα για το Εθνικό. Το πρόβλημα, λοιπόν, σε αυτή την χώρα είναι ότι τα πάντα έχουν σύντομη ημερομηνία λήξης και αυτό δυσκολεύει την δημιουργία ενός πλαισίου, το οποίο θα τηρηθεί μέχρι τέλους, χωρίς να επηρεάζεται από την εκάστοτε κυβέρνηση, καθώς, αυτό με τα λάθη του, φυσικά, αλλά τουλάχιστον θα μπορούμε να μιλάμε για ένα σχέδιο μακροπρόθεσμο που θα υλοποιηθεί χωρίς κανείς να το εμποδίσει και θα αποτελέσει μια ξεκάθαρη ταυτότητα του ελληνικού θεάτρου.

untitled-7

Μ.Μ.: Πες μας λίγα λόγια για τον Φάουστ.

Ε.Μ.: Καταρχάς πρόκειται για ένα έργο, το οποίο ξεκινάει να γράφει ο Γκαίτε όταν, νομίζω,  ήταν μόλις 20 χρονών και το ολοκληρώνει λίγο πριν πεθάνει. Προφανώς, ένα έργο που γράφεται από κάποιον τόσα χρόνια αποτελεί μια πρόσθετη δυσκολία για εμάς να το προσεγγίσουμε με μόλις τρεις μήνες στην διάθεση μας. Όσον αφορά τον Φάουστ για την εποχή του αποτελεί το υπόδειγμα του πανεπιστήμονα, καθώς έχει ασχοληθεί με όλες τις επιστήμες αλλά και την θρησκεία, κατά την διάρκεια της αναζήτησής του για το νόημα της ζωής. Απογοητευμένος μετά την συνειδητοποίηση ότι δεν έχει γνωρίσει τίποτα –διαθέτει το σωκρατικό στοιχείο εν οίδα ότι ουδέν οίδα, δεν το δέχεται και καταφεύγει στην μαγεία με σκοπό να βρει «κάτι». Καταφεύγει, έτσι, στον διάβολο, ο οποίος τον οδηγεί σε έναν διαφορετικό τρόπο ζωής, αυτόν της ανακάλυψης των αισθήσεων. . Στην πορεία όλης αυτής της ιστορίας διαφαίνεται, πιστεύω, η φύση του ανθρώπου μέσα από τον Φάουστ, χωρίς να λαμβάνουμε τον Φάουστ ως ίνδαλμα και ως κάτι τέλειο, αλλά βλέποντας, μέσα από αυτόν, τον άνθρωπο όπως ακριβώς είναι. Δυνατός και αδύναμος, αθώος και εγκληματίας, σοφός και ανίδεος, ακριβώς επειδή είναι άνθρωπος.  Όσον αφορά την παράσταση, η Κατερίνα έχει δομήσει το έργο κατά τέτοιον τρόπο, ώστε ο Μεφιστοφελής να μην παρουσιάζεται ως διάβολος, με την θρησκευτική του έννοια, που έχει σκοπό να οδηγήσει τον Φάουστ στην κόλαση, αλλά ως ένα δαιμονικό alter ego που, ουσιαστικά, αποτελεί μια άλλη έκφανση του ίδιου του Φάουστ και τον βοηθάει να ολοκληρωθεί ως προσωπικότητα και να ανακαλύψει μια θαμμένη του πλευρά.

Μ.Μ.: Όπως μας είπες, στο έργο εμφανίζεται ο Φάουστ να ολοκληρώνεται μόνο μετά την επαφή του με το δαιμονικό του alter ego. Θεωρείς ότι κι ένας ηθοποιός χρειάζεται να έρθει σε επαφή με τις πιο «σκοτεινές» πλευρές του εαυτού του προκειμένου να ολοκληρωθεί;

Ε.Μ. Δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην έρχεται αντιμέτωπος με τις «σκοτεινές» του πλευρές είτε το θέλει είτε όχι, είτε το ξέρει ότι έρχεται αντιμέτωπος με αυτές, είτε όχι. Αυτό συμβαίνει γιατί η «σκοτεινή» πλευρά δεν είναι απαραίτητα μια πράξη, άλλωστε ποιος ορίζει τι είναι σκοτεινό και τι όχι; Κατά την διάρκεια της ζωής μας ερχόμαστε αντιμέτωποι με όλες τις πλευρές μας κι ας μην το θέλουμε. Ο άνθρωπος είναι πολύπλευρο ον και οτιδήποτε έχει υπάρξει στην ανθρωπότητα δεν είναι κάτι «ξένο» αλλά εκφάνσεις του ίδιου του ανθρώπου. Με αυτή την έννοια, όλοι έχουμε μέσα μας για παράδειγμα τον Χίτλερ και την Μητέρα Τερέζα, τον Λένιν και τον Γκάντι, είμαστε δολοφόνοι και πατεράδες, ομοφυλόφιλοι και ετεροφυλόφιλοι, είμαστε τα πάντα.. Έτσι, ο ρόλος του ηθοποιού είναι να παραδεχτεί αυτό το πράγμα: να αντιληφθεί ότι είμαστε πολύπλευρα όντα και να πειραματιστεί με αυτό. Ταυτόχρονα, ο ηθοποιός, ασυναίσθητα, με τον τρόπο που υπάρχει στη σκηνή και στην τέχνη του γενικότερα, προβάλλει μια λειτουργία, έναν τρόπο ζωής δηλαδή, και καλό είναι να επιλέγει τη λειτουργία εκείνη που μας συμβουλεύει να μην φοβόμαστε να αντιμετωπίσουμε τον εαυτό μας και να είμαστε έτοιμοι να ακολουθήσουμε τις πιο «σκοτεινές» πλευρές μας.

Μ.Μ.: Τι είναι για σένα το χυδαίο;

Ε.Μ.: Για μένα χυδαίο είναι κάτι το επιφανειακό και το δήθεν γιατί διαφθείρει την ουσία του θεάτρου.

Αν έχεις ως στόχο της υποκριτικής το «σταριλίκι» καταλήγει να γίνεται ουσιαστικά showbiz και να χάνει τον χαρακτήρα της Τέχνης.

Και βασικά δε θα κρίνω εγώ αν είναι κάτι χυδαίο ή όχι, σίγουρα, πάντως, είναι μια άλλη δουλειά. Έχοντας δει ο απλός άνθρωπος μόνο μέσα από την τηλεόραση διαστρεβλωμένα την υποκριτική, αποκτά μια επιφανειακή οπτική του τι σημαίνει Τέχνη. Όπως επίσης, για τον κόσμο ο ηθοποιός είναι ο σταρ και όχι ο καλλιτέχνης ως πολιτισμικό όν.  Με αυτή την έννοια, δεν θα το χαρακτήριζα χυδαίο αλλά κρίμα, που υπάρχει ένα σύστημα που προβάλλει το «σταριλίκι» ως πολιτισμική ταυτότητα και τέχνη. Όπως και να ‘χει πάντως, το θέμα είναι να είσαι αυτό που είσαι και να μην υποκρίνεσαι απέναντι στον εαυτό σου, σε αυτό που κάνεις και σε αυτούς που απευθύνεσαι. Αυτό είναι που θεωρώ χυδαίο.

 untitled-5

Μ.Μ.: Έχεις συμμετάσχει στην κινηματογραφική ταινία μικρού μήκους Spectrum το 2014 στο πλαίσιο του φεστιβάλ της Δράμας. Τι αίσθηση σου άφησε αυτή η εμπειρία;

Ε.Μ.: Η ταινία είναι εξαιρετική, την λατρεύω και μέσα από αυτήν μπόρεσα να πω πολλά πράγματα! Όταν έγινε, ήμουν στο δεύτερο έτος της σχολής και αυτό με επηρέασε πολύ έντονα αφού, ουσιαστικά, ήταν η πρώτη κινηματογραφική εμπειρία  που είχα ως δουλειά, γιατί κάποιες άλλες ταινίες μικρού μήκους που είχα κάνει ήταν από φοιτητές σχολών κινηματογράφου, στο πλαίσιο εργασιών. Η απίστευτη αίσθηση που μου άφησε αυτή η εμπειρία οφείλεται, κυρίως, στον Δημήτρη Γκότση που είναι και ο σκηνοθέτης της ταινίας. Το εντυπωσιακό με τον Δημήτρη είναι ότι ασχολείται  πάρα πολύ μαζί σου και κάνει τα πάντα, ώστε την ώρα του γυρίσματος να μην επηρεάζεσαι από την παρουσία της κάμερας που, ουσιαστικά, σε ακολουθεί εκείνη, αντί να προσαρμόζεις εσύ τις κινήσεις σου γύρω από αυτήν. Με αυτόν τον τρόπο, νιώθεις μεγάλη ελευθερία και αυτό έχει πολύ καλό αποτέλεσμα. Επίσης, γνώρισα τον Ερρίκο Λίτση που είναι απόλυτα αφοσιωμένος σε αυτό που κάνει και με την αυστηρότητά του, με βοήθησε πάρα πολύ.

Μ.Μ.: Μίλησέ μας λίγο για τον ρόλο σου στο Spectrum

E.M.: Πρόκειται για μια ταινία που βλέπει τα πράγματα από την οπτική όλων των ηρώων της. Το κεντρικό πρόσωπο είναι ο 19χρονος νεαρός, τον οποίο υποδύομαι, και μέσα από τον τρόπο ζωής του στην Αθήνα, όλο αυτό ξεσπάει στις σχέσεις του, στον πατέρα του, κυρίως, με τον οποίο έχει έντονη κόντρα και που με την σειρά του επηρεάζει την ερωτική σχέση που διατηρεί με μια μεγαλύτερή του αλλά και την σχέση με τον κολλητό του που δημιουργεί μια κατάσταση που επηρεάζει τους πάντες. Επιπλέον, γίνεται αναφορά και σε κοινωνικά προβλήματα, όπως το θέμα του ρατσισμού που βιώνουν οι μετανάστες και σκιαγραφεί έντονα μια κοινωνία δυσλειτουργική,  που είναι έτοιμη να εκραγεί, και κανείς δεν αναλαμβάνει τις ευθύνες του κατηγορώντας τον άλλο και καταλήγει πως «όλοι φταίνε και κανείς δεν φταίει».

Μ.Μ.: Άρα, θα ήθελες να ασχοληθείς ξανά με τον κινηματογράφο;

Ε.Μ.: Ναι κι έχω συμμετάσχει και σε άλλες ταινίες μικρού μήκους και μακάρι να συμμετάσχω και σε μεγάλου μήκους. Ο κινηματογράφος είναι μια φοβερή τέχνη!

Δεν μπορώ να φανταστώ τον εαυτό μου χωρίς θέατρο.

Μ.Μ.: Θέατρο ή κινηματογράφος;

Ε.Μ. Και τα δύο έχουν την γοητεία τους. Σίγουρα από μικρό παιδί παίζω θέατρο και δεν μπορώ να διανοηθώ μια χρονιά που να μην παίξω στο θέατρο, ενώ σινεμά δεν έχω κάνει τόσο όσο θέατρο. Βέβαια θα ήθελα πολύ να υπάρξει περίοδος που να κάνω μόνο σινεμά χωρίς θέατρο. Έχω συνηθίσει να παίζω θέατρο και το αγαπάω πάρα πολύ, αν και μερικές φορές θα ήθελα μια μικρή παύση από αυτό. Προς το παρόν δεν μπορώ να φανταστώ τον εαυτό μου χωρίς θέατρο. Με αυτή την έννοια, μπορείς να πεις ότι επιλέγω το θέατρο, αλλά δεν θα το έθετα έτσι. Αν μου έρθει ένα πολύ καλό σενάριο ταινίας και παράλληλα κάποια πρόταση για θέατρο, που να μην έχω όμως να πω πράγματα μέσα από αυτό, προφανώς, θα επιλέξω την ταινία και δεν θα με πειράξει που δεν θα κάνω θέατρο. Και οι δύο τέχνες είναι εξίσου γοητευτικές και σημαντικές. Ουσιαστικά, είναι δύο διαφορετικά μέσα για να αφηγηθείς μια ιστορία. Το σινεμά μπορεί να καταφέρει να σε βάλει «μέσα» στην ιστορία που αφηγείται, λόγω των μέσων που διαθέτει, ενώ αντίθετα, το θέατρο βασίζεται στη συνθήκη – για παράδειγμα οι θεατές φαντάζονται έναν κήπο, δεν τον βλέπουν απαραίτητα, ρεαλιστικά, στην σκηνή- και έτσι βασίζεται στην απλότητά του, γεγονός που κρύβει μια βαθιά αλήθεια

Μ.Μ.: Μίλησέ μας λίγο για την άλλη κινηματογραφική δουλειά μικρού μήκους στην οποία έχεις συμμετάσχει, το Point Blank σε σκηνοθεσία Στέφανου Γκέκα (που μας κάνει την τιμή να βγάλει τις φωτογραφίες της συνέντευξης)

Ε.Μ.: Η ταινία αυτή πραγματεύεται την σχέση ενός παιδιού με την οικογένειά του και πως οι γονείς επηρεάζουν το παιδί και τις επιλογές του μέσα από την αντιπαράθεση και τις κόντρες. Η ταινία λειτουργεί με αλληγορίες καθώς έχει στοιχεία που δεν είναι απόλυτα ρεαλιστικά, μπαίνεις σε έναν κόσμο που παίζει με το μυαλό σου και σε κάνει να αναρωτηθείς αν αυτό που βλέπεις είναι πραγματικό ή όχι. Κατ’ ουσίαν ασχολείται με ένα άτομο που προσπαθεί να λύσει τα προβλήματα του παρελθόντος για να μπορέσει να υπάρξει στο μέλλον.

Μ.Μ.: Πως ήταν η συνεργασία σου με τον Στέφανο;

Ε.Μ.: Εξαιρετική! Στην αρχή φοβόμασταν αν το γεγονός ότι είμαστε φίλοι θα επηρεάσει αρνητικά τη συνεργασία μας, γιατί μπορεί να μην υπήρχε η άνεση να μιλήσουμε αυστηρά ο ένας στον άλλον, αλλά αυτό δεν συνέβη σε καμία περίπτωση. Αντιθέτως, επειδή έχουμε αυτή την οικειότητα θα πει ο ένας στον άλλον και το πιο αυστηρό ή την παραμικρή λεπτομέρεια, και εμένα δεν θα με πειράξει αν με βγάλει «άχρηστο» για παράδειγμα. Είμαστε και οι δύο άτομα που αγαπάμε πολύ την δουλειά μας και μιλάμε ανοιχτά.

Μ.Μ.: Πότε θα βγει η ταινία;

Ε.Μ.: Η ταινία έχει βγει ήδη στο Film Nights στο Φεστιβάλ στο Λουτράκι, ακολούθησε στις Νύχτες Πρεμιέρας και αυτή την στιγμή υπάρχει μια παύση γιατί βλέπουμε κάποια πράγματα που δεν είχαμε δει στην μεγάλη οθόνη και κάνουμε διορθώσεις, έπειτα η ταινία θα συνεχίσει την πορεία της στο εξωτερικό.

untitled-2

Ευχαριστούμε πολύ τον Ερρίκο Μηλιάρη που μας παραχώρησε αυτή την συνέντευξη και μας έδωσε την ευκαιρία να τον γνωρίσουμε καλύτερα! Επίσης ευχαριστούμε για την βοήθειά του τον Στέφανο Γκέκα, σκηνοθέτη, που επιμελήθηκε τις φωτογραφίες της συνέντευξης!

Ο Στέφανος Γκέκας γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1994. Έκανε τις Εγκύκλιες Σπουδές του στο 7ο Δημοτικό, Γυμνάσιο και Λύκειο Παγκρατίου Αθηνών. Σπούδασε Film Directing (Σκηνοθεσία) με απόκτηση πτυχίου Bachelor (2012-2015) στο AMC Αθηνών (AKMI METROPOLITAN COLLEGE) μέλος του Queen Margaret University. Ζει στην Αθήνα όπου και εργάζεται.
Φιλμογραφία: 2012 – Ίωση 2013 – Σαλταδόροι (Φεστιβάλ κινηματογράφου Νύχτες Πρεμιέρας, Σπουδαστικό Δράμας). – The Dark Knight (Jameson Empire – Done in sixty seconds, Greek finalists) 2014 – Emotional Rescue – Intellectual tramps (Φεστιβάλ κινηματογράφου «Νύχτες Πρεμιέρας”, Σπουδαστικό Δράμας, Altcine Action – the online balkan film festival 2015 )- Point Blank (Φεστιβάλ κινηματογράφου «Νύχτες Πρεμιέρας”, Greek Short film Nights 2015 )- The Matrix (Jameson Empire – Done in sixty seconds, greek finalists)

Από εκείνους τους νέους που αναζητούν και πλάθουν την τέχνη στο χαρτί

Από την πρώτη στιγμή της γέννησής του, θέσαμε το hashmag ως και βάθρο ιδεών, αναζητήσεων και στόχων. Στους νέους ανθρώπους που αφιερώνονται, σε πείσμα της εποχή μας, σε αυτό που υπάρχει μέσα τους, δείχναμε ιδιαίτερη συμπάθεια.

Ο Γιώργος Μπελαούρης είναι ένας από αυτούς. Στα 25 του χρόνια, πάντα μοναχικός μα όχι μόνος, δίνει μορφή σε κόσμους μέσα από τη συγγραφή του. Άλλοτε κοντινούς, άλλοτε μακρινούς και άλλοτε «υπόγειους». Σαν τον κόσμο της Λενόρ*.

Η συνάντησή μας επιδιώξαμε να γίνει η αφορμή για να γνωρίσουμε τι σημαίνει να θέλεις να αποκτήσεις τον τίτλο του συγγραφέα μέσα από την Τέχνη.

Kωνσταντίνος Κορυζής: Η συγγραφή προσέγγισε εσένα ή εσύ εκείνη;

Γιώργος Μπελαούρης: Σαν μικρό παιδί, λίγο μετά το σχολείο, με έπαιρνε ο ύπνος ακούγοντας τη μάνα μου να γράφει στη γραφομηχανή. Με νανούριζε η γραφομηχανή. Μια ημέρα τη ρώτησα, πριν το νηπιαγωγείο, «τι κάνεις εκεί μαμά» και μου απάντησε πως γράφει ιστορίες. Μπορώ να σου πω ότι είναι περισσότερο κομμάτι της μίμησης ενός παιδιού. Μεγαλώνοντας, οι γονείς μου ήταν υπερπροστατευτικοί. Έτσι περνούσα πολλές ώρες μέσα στο σπίτι με αποτέλεσμα να εξελιχθεί σε ανάγκη. Πλέον είναι ταυτότητα.

Κ. Κ.: Πώς αφουγκράζεσαι την τέχνη;

Γ. Μπ.: Από όλα τα μέσα και μέσω της διαρκής πολιορκίας. Πιστεύω ότι αυτό που θα σου δώσει το στίγμα σου, από τη στιγμή που δεν υπάρχει παρθενογένεση είναι να πλάσεις όλα τα ερεθίσματα και να βγάλεις κάτι που θα αντιπροσωπεύει εσένα.  Εγώ με «πολιορκώ».  Με εικόνες με βιβλία με βίντεο. Όλα αυτά μέσα σου αλέθονται και στο χαρτί βγαίνει κάτι αν όχι καινούργιο, σίγουρα πρωτότυπο.  Εμένα η «τέχνη» μου είναι το Dark Fantasy σε ένα χώρο του σήμερα. Όπου ο ήρωας είναι ένας δημόσιος υπάλληλος.

Κ. Κ.: Τη βιώνεις ως συναίσθημα;

Γ. Μπ.: Ο πυρήνας της είναι συναίσθημα. Ο Πιέρ Ωγκύστ Ρενουάρ είχε πει πως, «δεν χρειάζεται να διαβάσει κανείς εκατό τόμους για να καταλάβει το έργο μου, αν βάλεις ένα πιτσιρίκι μπροστά από ένα πίνακα και γελάσει ή κλάψει, αυτό είναι τέχνη». Οπότε πιστεύω και εγώ, ότι πέρα από οποιαδήποτε δομή ή τεχνική, το ωμό συναίσθημα  που προσπαθείς να μεταφέρεις  πρέπει να είναι και το συναίσθημα του δημιουργού.

12144747_981600291862093_2684721657843944093_n

Κ. Κ.: Η ιδανική σχέση σου με την τέχνη στο μέλλον ποια θα ήταν;

Γ. Μπ.: Βέβαια κάποια αναγνώριση μέσα από αυτή, για να δω ότι δεν ήταν εις μάτην όλο αυτό. Θέλω να εξελίξω το έργο μου για να το δω σε κάποια format αλλά σίγουρα θα ήθελα συνεργασίες. Αυτό θα μου άρεσε. Δίχως να έχω τα τρελά όνειρα, θα ήθελα να μπορέσω να εκδώσω τα βιβλία μου. Εγώ το βλέπω σαν δουλειά. Και αν δεν αποδώσει χρηματικά που δεν με καίει, θέλω να αποδώσει ηθικά.

Κ. Κ.: Υπάρχει κάτι να σε στενοχωρεί στη μορφή της τέχνης σήμερα;

Γ. Μπ.: Γενικά δεν καταλαβαίνω την τέχνη σήμερα. Έχει χωριστεί πάλι σε δύο τομείς. Στην ελιτίστικη και στη μαζική. Δεν θα έπρεπε να υπάρχει διαχωρισμός. Θα έπρεπε να υπάρχει μόνο η τέχνη. Ο ελιτισμός του «έχω βγει από την «Καλών Τεχνών» απευθύνομαι σε όσους έχουν ασχοληθεί με το θέμα», με χαλάει.  Τον βλέπω αυτόν το διχασμό. Ειδικά από όσους έχουν τελειώσει τέτοιες σχολές.  Δεύτερον, με χαλάει η μαζικότητα. Στην Ελλάδα όσοι είναι οι αναγνώστες είναι και οι συγγραφείς.  Αλλά τι να κάνεις; C’est la vie!

Κ. Κ.: Γιατί κάποιος να λογοκρίνει ένα έργο τέχνης;

Γ. Μπ.: Ίσως γιατί κάθε μορφή τέχνης δεν είναι για κάθε κοινό. Και στις μέρες μας το «άνω των 15» ή το «άνω των 18» πραγματικά παραπετιέται. Όταν όλοι έχουν πρόσβαση παντού, είναι περιττό. Νομίζω τοποθετείται για τις νεαρότερες ηλικίες. Για κάποια παιδιά, το επίπλαστο ίσως να θεωρείται μορφή της πραγματικότητας. Και είναι πολύ λογικό. Αλλά αν κάτι υπάρχει μέσα σου θα βγει όπως και να έχει.

WP_20151113_20_13_22_Pro

Κ. Κ.: Σε έχει ενοχλήσει κάτι μέσα στο χώρο της συγγραφής;

Γ. Μπ.: Το ότι δεν δίνονται τόσες ευκαιρίες. Φταίει η κρίση, δεν αντιλέγω, που δεν θέλουν (οι εκδοτικοί  οίκοι) να δουν κάποιον νέο, αλλά καταντάει εξοργιστικό. Με έχει πληγώσει το ότι δεν υπάρχει σιγοντάρισμα στην underground σκηνή. Και βάζω το χέρι μου στη φωτιά ότι όλοι μας θέλουμε να γίνουμε mainstream χωρίς να βάλουμε νερό στο κρασί μας. Βέβαια αρκετές φορές έχω φάει απόρριψη λόγω είδους.

Κ. Κ.: Ποια είναι η θέση του διηγήματος στην Ελλάδα σήμερα;

Γ. Μπ.: Πιστεύω ότι ο κάθε δημιουργός, ο κάθε συγγραφέας πρέπει να ξεκινήσει με διήγημα. Είναι το δυσκολότερο είδος τέχνης. Όταν μάθεις να είσαι με το σταγονόμετρο, μπορείς να εξελιχθείς με επιτυχία. Ο Καρκαβίτσας στα «Λόγια της Πλώρης»  σε τρεις σελίδες τα έχει πει όλα!

O Γιώργος παρά τις δυσκολιές που αντιμετωπίζει, θα συνεχίσει να γράφει. Θα συνεχίσει να πλάθει τη διαδικτυακή του πλατφόρμα «προσκαλώντας” κάθε νέο καλλιτέχνη να δώσει ένα δικό του στίγμα ζωής στη «Λενόρ”* την εκκεντρική ηρωίδα της πρώτης του νουβέλας. Θα βυθίζεται στον κόσμο της φαντασίας κυνηγημένος από τις φάσεις της πραγματικότητας. Και κάθε του βήμα θα το κάνει μαζί με τη γραφή του, γιατί όπως λέει ο ίδιος «…εγώ απλά γράφω…” Τι ήσυχη λέξη που είναι το «απλά”. Έτσι απλά λοιπόν, εμείς συζητούσαμε τρεις απογευματινές ώρες, για τη μικρή βιβλιοθήκη που μπορούν να γεμίσουν τα ήδη τελειωμένα έργα του. Τον ευχαριστούμε.

Ένας εικοσάχρονος συγγραφέας

«Για να φτάσεις μέχρι το τέλος του ταξιδιού πρέπει να πιστεύεις πολύ και στον εαυτό σου αλλά και σε αυτό που γράφεις. Κυρίως σε αυτό που γράφεις». Κάπως έτσι σκέφτηκε ο εικοσάχρονος συγγραφέας Γιώργος Αγγελίδης και αποφάσισε να γράψει την «Αυτοκρατορία του Φεγγαριού». Μπορεί όλα να ξεκίνησαν “στο κρεβάτι του πόνου”, όντας βαριά άρρωστος, αυτό όμως δεν τον εμπόδισε να εκδώσει το «συνοθύλευμα των ονείρων του», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει. Σπουδάζει Αγγλική Φιλολογία στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο και του αρέσουν η Ζωγραφική, η Φωτογραφία και οι καταδύσεις. Είναι πιστός και επίμονος με ότι καταπιάνεται, αλλά και ξεροκέφαλος. Αγαπημένη του συγγραφέας, ποια άλλη από την δημιουργό του φαινόμενου της γενιάς του, Χάρι Πότερ, Τζ. Κ. Ρόουλινγκ.

Νίκος Βλαχογιάννης: Ποια ήταν η σχέση σου με τα βιβλία από μικρός; Διάβαζες; Σου διάβαζαν;

Γιώργος Αγγελίδης: Από πολύ μικρή ηλικία μου άρεσε να μου λένε παραμύθια. Ήμουνα από τα παιδιά που έλεγαν συνέχεια, «θα μου πεις άλλο ένα; Θα μου πεις άλλο ένα;», πριν πέσω για ύπνο. Μετά ξεκίνησα να θέλω να μάθω να διαβάζω πριν πάω καν σχολείο, όταν μία κοπέλα που με πρόσεχε ένα καλοκαίρι που έλειπαν οι γονείς μου μου διάβασε το πρώτο και το δεύτερο «Χάρι Πότερ». Έτσι ξεκίνησα να μαθαίνω να διαβάζω.

Ν.Β.: Ποια ήταν η αφορμή ώστε να ξεκινήσεις να γράφεις; Είχες κάποια ερεθίσματα;

Γ.Α.: Μικρός μου άρεσε πέρα από το να μου λένε ιστορίες να λέω και εγώ. Θυμάμαι ο παππούς μου είχε στο σπίτι του μία παλιά συσκευή που ήταν ταυτόχρονα ραδιόφωνο και μαγνητόφωνο, στο οποίο βάζαμε άδειες κασέτες και ηχογραφούσαμε εκπομπές. Στην ουσία πλάθαμε ιστορίες επιτόπου, εκείνη την ώρα. Ξεκινούσε εκείνος, πρόσθετα εγώ κάτι, οπότε κάπως έτσι ξεκίνησα να ασχολούμαι δειλά δειλά. Μετά, άρχισα να διαβάζω και εγώ παραμύθια. Πήρα μέρος σε διάφορους διαγωνισμούς από εκδοτικούς οίκους. Η πρώτη φορά που αισθάνθηκα την ανάγκη να γράψω πιο συστηματικά ένα μεγαλύτερο κείμενο ήταν στη ΄β γυμνασίου, όταν και ξεκίνησα να γράφω την «Αυτοκρατορία του Φεγγαριού». Μία περίοδος όπου βρισκόμουν στο κρεβάτι, πολύ βαριά άρρωστος και δεν είχα τη δυνατότητα να μιλάω. Είχα τότε ένα μαύρο γυαλιστερό τετράδιο, το έχω ακόμα φυλαγμένο, όπου έγραφα ότι ένιωθα, «πονάω», «δεν μπορώ να φάω», «δεν μπορώ να μιλήσω». Είχα λοιμώδη μονοπυρήνωση.

Ν.Β.: Έτσι λοιπόν ξεκίνησες να γράφεις το βιβλίο που έχει εκδοθεί;

Γ.Α.: Ναι, βεβαίως δεν έχει επ’ ουδενί τη μορφή που έχει τώρα τυπωμένο. Ξεκίνησε περισσότερο σαν ένα συνονθύλευμα ονείρων, άλλα πιο ρεαλιστικά, άλλα πιο φανταστικά. Άρχισαν να πλέκονται στο μυαλό μου τόσο έντονα που ακόμη και όταν ξυπνούσα συνέχιζε η πλοκή τους να εκτυλίσσεται μέσα μου μέχρις ότου αποφάσισα να πάρω χαρτί και να φτιάξω τις πρώτες σημειώσεις γι’ αυτά που είχα δει και από εκεί και πέρα να συνεχίσω την ιστορία.

Ν.Β.: Ποιες δυσκολίες (και αν) αντιμετώπισες μέχρι να φτάσεις στην επίτευξη του στόχου σου;

Γ.Α.: Προφανώς για ένα παιδί αυτής της ηλικίας υπήρχαν αρκετές δυσκολίες. Γενικά θεωρώ πως για τον οποιονδήποτε στον καλλιτεχνικό χώρο, δεδομένης και της κατάστασης, είναι πολύ δύσκολο να ανελιχθείς και να πραγματοποιήσεις τα όνειρά σου. Από κει και πέρα έπαιξε ρόλο το ότι ήμουν ανήλικος, οπότε αναγκαστικά υπήρξε η περίοδος αναμονής μέχρι την ενηλικίωση, καθώς και το ότι δεν υπήρχε μεγάλη προθυμία όσον αφορά το είδος του βιβλίου από τους μεγαλύτερους εκδοτικούς οίκους, οι οποίοι προτιμούν κάτι πιο δουλεμένο και μία αποδεδειγμένα κερδοφόρα φόρμουλα ή τη μετάφραση από το εξωτερικό ή κάτι πιο κοινωνικό, που έχει ένα ευρύτερο κοινό στην χώρα μας.

Το είδος του βιβλίου μου, fantasy, είναι ιδιαίτερο. Τα τελευταία χρόνια έχει αρχίσει να αποκτά κοινό το οποίο είναι ανοιχτό να διαβάσει μία ελληνική παραγωγή του είδους. Ήμουν πολύ τυχερός όταν έστειλα το προηγούμενο καλοκαίρι ένα διήγημά μου στον πρώτο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό των Εκδόσεων Anima που τελικά και εκδόθηκε. Έπειτα θέλησαν να διαβάσουν μία επιπλέον μου δουλειά, πέρα από το συγκεκριμένο διήγημα, το οποίο διακρίθηκε και κυκλοφορεί τώρα στη συλλογή «Σταγόνες του χειμώνα». Με εμπιστεύτηκαν από την πρώτη στιγμή και εμένα σαν συγγραφέα και το βιβλίο βαδίζοντας στα χνάρια της παράδοσης της fantasy λογοτεχνίας αλλά και βλέποντας την ηλικία μου όχι ως μειονέκτημα αλλά, αντίθετα, ως προτέρημα γιατί θεώρησαν πως θα έχω μία πιο φρέσκια οπτική στα πράγματα.

12202571_927866427299905_321939275_n

Ν.Β.: Η ιδέα για την πλοκή πως προέκυψε;

Γ.Α.: Το πρώτο βιβλίο το έγραψα περισσότερο σαν μία περιπέτεια την οποία τη βίωνα ταυτόχρονα. Δεν είχα κάποιο πρωταρχικό σχέδιο όταν ξεκινούσα για το που ήθελα να καταλήξω. Παρέα με τον Άλφρεντ (ο ήρωας) έβλεπα κάθε κεφάλαιο να κυλάει. Το βίωνα. Μετά από πολλές επιμέλειες αναγκάστηκα να περιορίσω κάποια κομμάτια της φαντασίας τα οποία, ενδεχομένως, δεν ταίριαζαν στην μετέπειτα πλοκή. Γιατί τελειώνοντας το πρώτο βιβλίο συνειδητοποίησα πως η ιστορία του Άλφρεντ δεν τελείωνει εδώ. Υπάρχει και η ιστορία του Μάικ, του ο δίδυμου αδερφού του Άλφρεντ. Έτσι κάθισα να κάνω ένα πιο αναλυτικό σχέδιο, γυρίζοντας πίσω για να επεξεργαστώ ξανά κάποια κομμάτια της ιστορίας.

Ν.Β.: Πότε θα εκδοθούν τα επόμενα βιβλία της τριλογίας;

Γ.Α.: Το σχέδιο είναι να εκδίδεται ένα βιβλίο κάθε καλοκαίρι. Άρα το επόμενο θα εκδοθεί το καλοκαίρι του 2016 και το τελευταίο το καλοκαίρι του 2017.

Ν.Β.: Πως έρχεται η έμπνευση; Δύσκολα;

Γ.Α.: Λένε πως αν δεν έχεις έμπνευση δεν μπορείς να γράψεις. Επειδή οι ήρωές μου από ένα σημείο και μετά απέκτησαν ζωή μέσα μου, η έμπνευση υπήρχε διαρκώς στο μυαλό μου οπότε χρειαζόμουν απλώς ένα πληκτρολόγιο και μπορούσα να γράφω την πλοκή. Παλαιότερα έψαχνα την έμπνευση σε κάποια σημεία. Θεωρούσα πως ένα αναμένο τζάκι και μία ζεστή σοκολάτα θα μπορούσαν να με βοηθήσουν. Και πράγματι στην αρχή το κατάφερναν. Όταν όμως κάποιος προχωράει στην συγγραφή και την κάνει κομμάτι της ζωής του, μπορεί να την κάνει πιο επί τούτου. Λες «θα γράψω τώρα» και γράφεις. Η μαγεία όμως δεν χάνεται. Από τη στιγμή που θα μπεις σε αυτήν την διαδικασία, η έμπνευση γεννιέται από μέσα σου.

Ν.Β.: Το ταλέντο της συγγραφής είναι έμφυτο ή μπορεί να το καλλιεργήσει ο οποιοσδήποτε;

Γ.Α.: Δεν πιστεύω πως υπάρχει κάτι έμφυτο. Τα πάντα έχουν να κάνουν με τα ερεθίσματα που έχει κάποιος. Μπορεί να έχεις ένα ταλέντο, από κει και πέρα όμως αν θα έχεις τη δυνατότητα να το βγάλεις προς τα έξω και να το καλλιεργήσεις έχει να κάνει με το περιβάλλον σου. Άμα δεν είχα τον παππού μου με τη βοήθεια και τις συμβουλές του μπορεί να μην είχα νιώσει ικανός να συνεχίσω. Ξεκινώντας η θέληση είναι κάτι που βγαίνει αυθόρμητα. Για να φτάσεις μέχρι το τέλος του ταξιδιού πρέπει να πιστεύεις πολύ και στον εαυτό σου αλλά και σε αυτό που γράφεις. Κυρίως σε αυτό που γράφεις.

Ν.Β.: Ποιο ήταν το αγαπημένο σου παραμύθι μικρός;

Γ.Α.: «Ο τριγωνοψαρούλης» του Ευγένιου Τριβιζά.

Ν.Β.: Τι είδους βιβλία σου αρέσει να διαβάζεις;

Γ.Α.: Λατρεύω τα fantasy, παραδείγματος χάρη Νάρνια, ο Αλχιμιστής, Πέρσι Τζάκσον. Ανέκαθεν μου άρεσαν, όμως, και τα βιβλία μυστηρίου. Το επόμενο βιβλίο που σκοπεύω να γράψω κινείται προς εκείνη την κατεύθυνση. Έχω διαβάσει ήδη τα άπαντα του Σέρλοκ Χολμς αλλά και Αγκάθα Κρίστι.

Ν.Β.: Υπάρχει κάποιο «μυστικό» ώστε να μην “πάρουν τα μυαλά σου αέρα”;

Γ.Α.: Νομίζω πως πέραν από την παιδεία, πάλι έχει να κάνει με τις καταβολές. Αυτές είναι που σε καθορίζουν σαν άνθρωπο σε όλους τους τομείς, το περιβάλλον στο οποίο έχεις μεγαλώσει, οι άνθρωποι που έχεις γύρω σου και η αγωγή που σου έχουν δώσει από πολύ μικρή ηλικία. Το να πάρουν τα μυαλά σου αέρα έχει να κάνει με την αυτογνωσία. Ότι καταφέρνεις το καταφέρνεις επειδή σε έχει στηρίξει κάποιος και έχει πιστέψει σε σένα. Το να καβαλήσεις το καλάμι προϋποθέτει ότι θεωρείς πως ότι έχεις καταφέρει το έχεις καταφέρει εσύ ολομόναχος. Αυτό ναι μεν είναι θετικό γιατί το κατόρθωμα σου δίνει ευχαρίστηση και ικανοποίηση, αλλά τότε ξεχνάς ότι κάποιοι σε στήριξαν και σε βοήθησαν. Έτσι σταματάς να βοηθάς και ακόμα χειρότερα, να δείχνεις εμπιστοσύνη σε άλλους.

Ν.Β.: Συμβιβάζεσαι εύκολα στη δουλειά σου;

Γ.Α.: Δε θεωρώ πως στα 20 μου ξέρω τα πάντα. Προφανώς και θα δεχθώ την κριτική και θα προσπαθήσω να την ενσωματώσω στη δουλειά μου. Από την άλλη, όμως, είμαι αρκετά ισχυρογνώμων σε ορισμένα σημεία οπότε δυσκολεύομαι μερικές φορές όταν πρέπει να προσαρμοστώ στα όρια που μου θέτουν.

Ν.Β.: Τι σε χαλαρώνει από την πίεση της καθημερινότητας;

Γ.Α.: Λατρεύω τους περιπάτους! Τα βιβλία, επίσης, είναι η απόλυτη χαλάρωση αρκεί να είσαι ξεκούραστος. Μου αρέσει και ο κινηματογράφος. Βλέπω πολλές ταινίες στο σπίτι, αν και, για να είμαι ειλικρινής, τον τελευταίο καιρό για να χαλαρώσω βλέπω πάρα πολλές σειρές στο σπίτι.

Ν.Β.: Με τι άλλο έχεις ασχοληθεί ή θα ήθελες να ασχοληθείς στο μέλλον;

Γ.Α.: Παλαιότερα ασχολούμουν με περισσότερα καλλιτεχνικά είδη, όπως τη ζωγραφικη. Συγκεκριμένα, για το μάθημα των Καλλιτεχνικών μπορεί να καθόμουν να ασχοληθώ και 2 μέρες πριν. Έχω ασχοληθεί με τη Φωτογραφία. Είχα πάρει μέρος σε διάφορους διαγωνισμούς και είχα διακριθεί σε διαγωνισμό στο National Geographic. Έκανα καταδύσεις επίσης. Πλέον έχω κάνει όμως την επιλογή μου. Δεν παύω να τα λατρεύω όλα αυτά, αλλά θεωρώ πως για να είσαι πολύ καλός σε κάτι, πρέπει να είσαι καλός σε ένα. Το χρόνο σου και την ψυχή σου μπορείς να την αφιερώσεις σε ένα κυρίως. Και εγώ επέλεξα τη συγγραφή. Δε θέλω να γράφω ένα βιβλίο κάθε δέκα χρόνια. Έχω πράγματα μέσα μου που θέλω να τα εξωτερικεύσω και ο χρόνος κυλάει. Πέρα από αυτά, έχω και την σχολή μου, που μου δίνει μία ευκαιρία να γνωρίσω λογοτεχνικά έναν άλλο πολιτισμό, και το ότι θα μου προσφέρει μία επαγγελματική αποκατάσταση, γιατί στην Ελλάδα του 2015 από τη συγγραφή  δεν μπορείς να συντηρηθείς. 

Ν.Β.: Ποιος είναι ο αγαπημένος σου συγγραφέας;

Γ.Α.: Θα σου πω το αναμενόμενο, Τζ. Κ. Ρόουλινγκ. Δεν μπορώ να το καταπατήσω γιατί αυτή μου γνώρισε το fantasy που είναι το είδος στο οποίο αφιέρωσα 6 χρόνια από τη ζωή μου. Ήταν καθημερινός μου σύντροφος και στην ανάγνωση και στην συγγραφή. Το «Χάρι Πότερ» ήταν το φαινόμενο της γενιάς μου.

Ν.Β.: Θα ήθελα το σχόλιό σου για την κατάσταση της Ελλάδας στον τομέα του Πολιτισμού.

Γ.Α.: Στο άμεσα θεσμοθετημένο σύστημα δε θεωρώ ότι έχει υπάρξει κάποια ιδιαίτερη πρόοδος στον τομέα του Πολιτισμού. Παραδείγματος χάρη στο σχολείο, δεν έχουν δημιουργηθεί θεατρικά εργαστήρια ή λέσχες λογοτεχνίας. Γενικότερα μιλώντας, ο κόσμος αγκαλιάζει ακόμα περισσότερο τις τέχνες. Στον τομέα της Λογοτεχνίας, το ελληνικό αναγνωστικό κοινό είναι επιλεκτικό και περιορίζεται σε συγκεκριμένα είδη. Όσον αφορά το Θέατρο, που είναι ένας αγαπημένος μου χώρος για χαλάρωση, ειδικά τα τελευταία χρόνια έχει ανθίσει, αν και δε βλέπουμε τόσο πολύ ελληνικό σενάριο αλλά μεταφορές ξένων έργων. Παρόλα αυτά υπάρχει κινητικότητα. Ο Έλληνας απαιτεί τον πολιτισμό του περισσότερο απ’ ότι τον απαιτούσε στο παρελθόν. Η τηλεόραση ακολουθεί μία εντελώς διαφορετική πορεία, κατίζουσα, γιατί το κοινό της δεν απαιτεί κάτι πιο ποιοτικό. Ο πολιτισμός σου προσφέρει αυτό που του ζητάς.

Ν.Β.: Τι μουσική σου αρέσει να ακούς;

Γ.Α.: Για να γράψω ή για να επιμεληθεί τα βιβλία, ακούω πάντα επική μουσική, X-Ray Dog, Two steps from Hell, Immediate Music. Ο τόνος της μουσικής, το αν είναι συγκινητική ή δράσης καθορίζει πολύ τον τρόπο που θα γράψω μία σκηνή. Γενικά ακούω τα πάντα. Δεν είμαι ο τύπος που θα πει ότι ακούει κάποιο είδος συγκεκριμένο. Αν κολήσω με ένα τραγούδι, σε οποιοδήποτε είδος μουσικής και αν ανήκει, μπορεί να το ακούσω και 20.000 φορές. Ξεχωρίζω μουσική Broadway και musical.

Ν.Β.: Ποιο τραγούδι σε αντιπροσωπεύει και ταυτίζεσαι μαζί του;

Γ.Α.: To «Ξημερώνει (Το σύννεφο έφερε βροχή)», του Μάνου Χατζιδάκι.

Ν.Β.: Ποιο είναι το μεγαλύτερο προτέρημα και ελάττωμά σου;

Γ.Α.: Είμαι πολύ πιστός. Εκτιμώ όλους τους ανθρώπους που μου έχουν σταθεί. Αν μου δώσεις ένα θα σου δώσω δέκα. Έτσι λειτουργώ. Επαγγελματικά είμαι πολύ επίμονος. Χωρίς αυτήν την επιμονή δε θα είχα τελειώσει το βιβλίο. Πολλές φορές προέκυπταν ζητήματα στη συγγραφή του. Αν δεν είχα μέσα μου τη φωνή που μου έλεγε σε όλες τις δυσκολίες «μη τα παρατάς, θα τα καταφέρεις» δε θα έφτανα στο τέλος. Από την άλλη είμαι αρκετά ξεροκέφαλος, γιατί ορισμένες φορές προχωράω με οδηγό την καρδιά και όχι το μυαλό. Αυτό με κάνει να μην σκέφτομαι διεξοδικά.

Ν.Β.: Ποιο είναι το μότο σου;

Γ.Α.: Η μοναδική αποτυχία είναι η αποτυχία του να προσπαθήσεις. Δεν αποτυγχάνει όταν προσπαθείς, είτε τα καταφέρεις είτε όχι. Μοναδική αποτυχία είναι όταν δεν έχεις προσπαθήσει.

Συνέντευξη τριών νέων υποψήφιων του ΣΥΡΙΖΑ

Οι νέοι και οι νέες, σαφώς, αποτελούν το μέλλον της χώρας μας, η ελπίδα και ο λόγος που συνεχίζουν όλοι να αγωνίζονται. Συναντηθήκαμε με τρεις νέους, φερέλπιδες υποψήφιους του ΣΥΡΙΖΑ, στο προεκλογικό περίπτερο του κόμματος στην Πλατεία Κλαυθμώνος, στο κέντρο της Αθήνας. Προσιτοί, άνετοι και έτοιμοι να απαντήσουν σε κάθε ερώτημα που μας ετέθη, ο Σπύρος Ραπανάκης (υποψήφιος Β’ Πειραιά), η Χρύσα Πάντου (Β’ Αθήνας) και η Σοφία Μανδηλαρά (Α’ Αθήνας), μας μίλησαν για όλα, για το μέλλον της νεολαίας του κόμματος και για τα δικά τους σχέδια και ιδέες. Λίγο πριν τις σημαντικότερες εκλογές της Μεταπολίτευσης, διαβάστε και ενημερωθείτε για τις συλλογικές και ατομικές απόψεις του μέλλοντος του ΣΥΡΙΖΑ.

 

Τα ερωτήματα που ετέθησαν είναι πέντε και είναι τα ίδια για όλους τους ερωτηθέντες. Πριν, όμως, διαβάσετε τις απαντήσεις τους, διαβάστε και ενημερωθείτε για τους ίδιους μέσα σε λίγες γραμμές, όπως διαβάζουμε στα βιογραφικά τους στο σάιτ της Νεολαίας του ΣΥΡΙΖΑ.

 

-Σπύρος Ραπανάκης 

12029159_1077374935621203_1550793111_n

Ο Σπύρος Ραπανάκης γεννήθηκε το 1989 και μεγάλωσε στο Κερατσίνι. Ζει στην περιοχή της Αμφιάλης και εργάζεται ως Πειραϊκός συντάκτης στην εφημερίδα “Αυγή” και ως δημοσιογράφος στο portokaliradio.gr. Σπούδασε πολιτική επιστήμη στο Πανεπιστήμιο Κρήτης στο Ρέθυμνο. Εκεί είχε ενεργό συνδικαλιστική συμμετοχή μέσα από τις γραμμές του φοιτητικού σχήματος της Αριστερής Ενότητας. Διετέλεσε μέλος και γραμματέας στο Δ.Σ. του φοιτητικού συλλόγου του τμήματος πολιτικής επιστήμης. Συμμετείχε στις μαθητικές κινητοποιήσεις ενάντια στην αναθεώρηση του Άρθρου 16, όντας πρόεδρος του μαθητικού συμβουλίου στο 4ο Λύκειο Πειραιά. Το 2007 οργανώνεται στη Νεολαία Συνασπισμού. Σήμερα είναι μέλος στο Κεντρικό Συμβούλιο της Νεολαίας ΣΥΡΙΖΑ. Ιδρυτικό μέλος του Σχολείου Αλληλεγγύης Κερατσινίου. Συμμετείχε σε κινήματα αλληλεγγύης στον ευρύτερο Πειραιά αλλά και στις διαδικασίες του Αντιφασιστικού Συντονισμού Κερατσινίου- Δραπετσώνας.

 

-Χρύσα Πάντου 

12021732_1077374918954538_675553623_n

Η Χρύσα Πάντου γεννήθηκε το 1990 και διαμένει στο Καματερό. Σπούδασε στη Νομική Σχολή του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης και, πλέον, εργάζεται ως α. δικηγόρος. Οργανώθηκε στην Αριστερά στα φοιτητικά της χρόνια μέσα από τις γραμμές της

Νεολαίας του Συνασπισμού και συμμετείχε ενεργά στους φοιτητικούς αγώνες για την υπεράσπιση της δημόσιας και δωρεάν παιδείας. Εξελέγη μέλος του κεντρικού συμβουλίου της Νεολαίας του ΣΥΡΙΖΑ το 2013 και είναι ενεργό μέλος της Οργάνωσης μελών του ΣΥΡΙΖΑ Αγίων Αναργύρων- Καματερού.

 

-Σοφία Μανδηλαρά 

12016436_1077374925621204_1026498885_n

Η Σοφία Μανδηλαρά είναι 30 ετών, γεννήθηκε και ζει στο Δήμο της Αθήνας, Κυψελιώτισσα. Σπούδασε Διεθνείς και Ευρωπαϊκές Σπουδές και Διεθνές Οικονομικό, Τραπεζικό, Χρηματοπιστωτικό Δίκαιο στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, και Πολιτικές Επιστήμες στο Science-Po στο Παρίσι. Μιλάει αγγλικά, γαλλικά και ιαπωνικά. Ήδη από τα φοιτητικά της χρόνια, εργαζόταν στον ιδιωτικό τομέα, όπου και συνεχίζει, πλέον, ως δημοσιογράφος. Πολιτικά ενεργή στο Αντί της Σιωπής από το 2006, και κατόπιν στη Νεολαία του Συνασπισμού από το 2010, συμμετέχει με συνέπεια σε κινήματα και αντιρατσιστικές πρωτοβουλίες πολιτών. Είναι εθελόντρια και μέλος φιλοζωικού σωματείου της Αττικής τα τελευταία 5 χρόνια. Το 2014, ήταν υποψήφια δημοτική σύμβουλος με την Ανοιχτή Πόλη.

 

Ακολουθεί η συνέντευξη, με τις ερωτήσεις για καίρια και σημαντικά ζητήματα που αφορούν το κόμμα και τη Νεολαία του ΣΥΡΙΖΑ, τη χώρα και τους ίδιους τους υποψήφιους προσωπικά.

 

Δεδομένης της κρίσιμης χρονικά στιγμής και έχοντας υπογραφεί το τρίτο μνημόνιο, πόσο σημαντικό είναι για σένα να μην απέχουν οι πολίτες και ιδίως οι νέοι από τις ερχόμενες εκλογές;

Σπύρος Ραπανάκης: Οι νέοι και οι νέες κατάλαβαν τους τελευταίους μήνες πως κρατάνε στα χέρια τους την ιστορία. Καταλάβαμε ότι αυτός ο κόσμος μπορεί να αλλάξει. Πρώτη φορά στις 25 Γενάρη δεν φοβήθηκε. Δεν φοβήθηκε ούτε απέναντι στην «ευρωτρομοκρατία», στις κλειστές τράπεζες, τα κανάλια και τους Μεϊμαράκηδες που καλούσαν την αστική τάξη να πάρει τα πράγματα στα χέρια της και τελικά πήραμε στα χέρια μας το “όχι” και το κάναμε να νικήσει. Έτσι λοιπόν, οι νέοι και οι νέες καταλαβαίνουν πως και αυτή την φορά μπορούν να στείλουν ένα ηχηρό μήνυμα. Να επιλέξουν την προοπτική και την ελπίδα για την απεμπλοκή από την δύσκολη συμφωνία ή να επιτρέψουν την παλινόρθωση της αντίδρασης που θα τσακίσει όσα κατακτήσαμε μέχρι σήμερα. Η νεολαία δεν θα το επιτρέψει αυτό.

 

Σοφία Μανδηλαρά: Θα σου απαντήσω στην ερώτηση με ερώτηση. πόσο σημαντικό είναι να μην επιστρέψουν στην εξουσία οι πολιτικοί που εξαιτίας της διαφθοράς κ των συμφερόντων που εξυπηρετούν  επί 40 χρόνια μάς έφεραν ως εδώ; Πράγματι ,το μνημόνιο είναι ένας βαρύς συμβιβασμός για τον ΣΥΡΙΖΑ αλλά οι όροι άσκησης της πολιτικής δεν είναι ίδιοι. ο ΣΥΡΙΖΑ έχει ήδη πάρει μέτρα για την ανακούφιση των ελεύθερων επαγγελματιών και των ανέργων π.χ. η δωρεάν μετακίνηση με τα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς και η αποποινικοποίηση των χρεών των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Η αποχή ανοίγει την πόρτα σε αυτούς που μας βούλιαξαν και δεν το μετανιώνουν καν.

 

Είσαι από τους υποψήφιους του ΣΥΡΙΖΑ, που ανήκουν στη νεολαία του κόμματος. Πιστεύεις ότι η νεολαία ταυτίζεται με τις πολιτικές του κόμματος και πώς βλέπεις την ανάπτυξή της;

Σπύρος Ραπανάκης: Η νεολαία οφείλει να τοποθετείται κριτικά απέναντι σε πολιτικές και επιλογές που την βρίσκουν απέναντι. Θα πρέπει όμως να το κάνει παραγωγικά και με προοπτική. Η νεολαία πρέπει να βρίσκεται στην πρώτη γραμμή του αγώνα και να εναντιώνεται ακόμη και στις επιλογές του κόμματος. Όχι όμως απλά να καταγγέλλει, αλλά και να προτείνει. Όχι να εγκαταλείπει ,αλλά να αγωνίζεται. Στις 21 Σεπτέμβρη, οι εξελίξεις των εκλογών θα κρίνουν και το αύριο της νεολαίας.

 

Σοφία Μανδηλαρά: Πιστεύω ότι στην πολιτεία γενικά η αμφισβήτηση είναι πνοή, ανάσα δημοκρατίας. Η νεολαία του ΣΥΡΙΖΑ δεν οφείλει να ταυτίζεται με τις επιμέρους πολιτικές αλλά με τις αρχές, ας πούμε με την χάραξη στρατηγικής και κατόπιν να αγωνίζεται για την καλύτερη δυνατή εφαρμογή της. Επειδή, οι νέοι έχουν διαφορετικά αντανακλαστικά. Αυτή ,όμως, είναι η δική μου θέση, μετά τις εκλογές θα πρέπει να κάνουμε μια όμορφη συζήτηση για όλα αλλά δεν ανησυχώ γιατί ξέρω ότι είμαστε δημοκρατικοί πολίτες με διάθεση σύνθεσης.

 

Φαντάζομαι παρακολούθησες το ντιμπέιτ. Σε εντυπωσίασε κάτι από αυτό, στο οποίο θα ήθελες να σταθείς;

Σπύρος Ραπανάκης: Ο Γιομπαζολιάς. Πέρα από την πλάκα, είναι πολύ θετικό ότι επανέρχεται ο καταργημένος από τον Σαμαρά θεσμός της τηλεοπτικής τηλεμαχίας αλλά φαίνεται πως θέλουμε ακόμα πολλά βήματα για να την κάνουμε ουσιαστική και ενδιαφέρουσα. Χρειάζεται ειλικρίνεια και αμεσότητα.

 

Σοφία Μανδηλαρά: Ναι, παρακολούθησα και τα δυο debates και, δυστυχώς, εντυπωσιάστηκα αρνητικά από τον σεξισμό με τον οποίο μίλησε ο κ. Μειμαράκης για την Τασία Χριστοδουλόπουλου. Δεν έχει σημασία αν συμφωνείς ή διαφωνείς με την κ. Χριστοδουλοπούλου και θα έλεγα ακριβώς τα ιδία αν είχε εκφραστεί έτσι οποιοσδήποτε πολιτικός αρχηγός. Με εξοργίζει ως γυναίκα, να καταφεύγουν οι πολιτικοί άνδρες στο επίπεδο της πιάτσας για να απαξιώσουν γυναίκες πολιτικούς. Χρησιμοποίησε επιχειρήματα αν μπορείς.

 

Ποιο είναι το μήνυμα της εκλογικής αναμέτρησης και τι απαντάς σε όσους κατηγορούν τον ΣΥΡΙΖΑ ότι παρέκκλινε από τις αρχικές του υποσχέσεις;

Σπύρος Ραπανάκης:Θα δώσουμε την ευκαιρία να προχωρήσει η αλλαγή; Θα δώσουμε έδαφος σε μια άλλη πολιτική που βάζει μπροστά τους νέους, τους εργαζόμενους, τους φτωχούς; Θα πετάξουμε στα σκουπίδια τα όσα έγιναν για την ανθρωπιστική κρίση, την ιθαγένεια, το σύμφωνο συμβίωσης, τις αλλαγές στην εκπαίδευση, την ανοιχτή ΕΡΤ, τις Σκουριές, την δημοκρατία; Θα φέρουμε πίσω τους Γεωργιάδηδες, τους Βορίδηδες και τους Σαμαράδες; Θα φέρουμε πίσω τις ορδές των φασιστών με στολή που σε κάθε διαμαρτυρία μας τσάκιζαν στα δακρυγόνα και στο ξύλο; Θα φέρουμε πίσω αυτούς που ζητάνε να βάλουμε φράκτες και στρατό στα σύνορα ενάντια σε πρόσφυγες; Θα φέρουμε πίσω αυτούς που ήταν έτοιμοι να χαρίσουν στις τράπεζες την πρώτη κατοικία των φτωχών; αυτούς που παρακαλάνε για απολύσεις; για μαύρη εργασία; Οι επιλογές είναι ξεκάθαρες. Εάν κάποιος θεωρεί ότι ΣΥΡΙΖΑ-ΝΔ είναι το ίδιο μάλλον ζει σε άλλο κόσμο. Όσοι ζήσαμε τα χρόνια του μνημονιακού εφιάλτη και ειδικά τα χρόνια Σαμαρά, το καταλαβαίνουμε αυτό. Ο ΣΥΡΙΖΑ επέλεξε να μην παίξει στα ζάρια την ζωή εκατομμυρίων πολιτών. Επέλεξε να κάνει έναν συμβιβασμό, να χάσει μια μάχη με μεγάλες απώλειες αλλά και μεγάλα κέρδη. Να χάσει μια μάχη για να ανασυγκροτηθεί και να δώσει τις επόμενες μάχες που θα κρίνουν τον πόλεμο. Και η νίκη σε αυτόν τον σκληρό πόλεμο ενάντια στον νεοφιλελευθερισμό, την λιτότητα, τον αυταρχισμό έχει στον ορίζοντα της την κοινωνική χειραφέτηση και την άλλη κοινωνία για την οποία αγωνιζόμαστε. Δεν θα αφήσουμε την αριστερή παρένθεση να κλείσει, δεν θα αφήσουμε να σβήσει ο φάρος αντίστασης για όλους τους ευρωπαϊκούς λαούς. Ο ιστορικός χρόνος θα το κρίνει αυτό και είναι πολύ μακρύτερος από τον πολιτικό. Δεν θα κάνουμε την χάρη στους αντιπάλους μας που εύχονται να ξεμπερδέψουν με την Αριστερά.

 

Σοφία Μανδηλαρά: Αν ο ΣΥΡΙΖΑ παρέκλινε ή όχι, ας το κουβεντιάσουμε στο τέλος της τετραετίας, που θα έχει ολοκληρώσει έναν κύκλο σαν κυβέρνηση. Υπάρχει, βεβαία, ένα επώδυνο μνημόνιο, αλλά μέσα σε αυτό, επειδή οι όροι του είναι διαφορετικοί από όλα τα προηγούμενα, ο ΣΥΡΙΖΑ θα καταφέρει να σταθεί άξιος απέναντι στις προσδοκίες των πολιτών. Κυβέρνησε 7 μήνες και ,όμως, κατάφερε να ανοίξει την ΕΡΤ, να βοηθήσει 400.000 ανθρώπους μέσω νομοσχεδίου για την ανθρωπιστική κρίση, να περάσει τις 100 δόσεις. Στο τέλος της επόμενης τετραετίας ο απολογισμός θα είναι θετικός.

Χρύσα Πάντου: Σε αυτή την εκλογική αναμέτρηση πρέπει να παλέψουμε το παλιό κατεστημένο, να φωτίσουμε το σκοτάδι που έφεραν στη χώρα οι πολιτικές των τελευταίων σαράντα χρόνων.να μην επιτρέψουμε την παλινόρθωση του διεφθαρμένου πολιτικού προσωπικού. Να αναμετρηθούμε με την ιστορία. Σε αυτούς που κατηγορούν το ΣΥΡΙΖΑ οτι παρέκκλινε από τις θέσεις του, έχουμε να πούμε ότι το μνημόνιο ούτε ήταν, ούτε πρόκειται να γίνει Πρόγραμμάτου. Ήταν μια τακτική οπισθοχώρηση, αποτέλεσμα ενός πραξικοπήματος, ενός σκληρού εκβιασμού της Ευρώπης στην ελληνική κυβέρνηση, και θα κάνουμε ότι περνάει από το χέρι μας για να απεμπλακούμε από αυτό για να κρατήσουμε ζωντανή την προοπτική που άνοιξε ο ΣΥΡΙΖΑ για όλους τους λαούς της Ευρώπης.

 

Προσωπικοί σου πρώτοι στόχοι αν εκλεγείς τελικά βουλευτής ποιοι είναι; Σε ποια θέματα θα εστιάσεις το ενδιαφέρον σου;

Σπύρος Ραπανάκης: Θεωρώ ότι ένας νέος βουλευτής θα πρέπει να ασχοληθεί με το τεράστιο θέμα της ανεργίας των νέων. Να βρούμε τον τρόπο που θα μπούμε σε μια διαδικασία παραγωγικής ανασυγκρότησης που θα βασιστεί στους νέους επιστήμονες που αυτή την στιγμή βρίσκονται στο εξωτερικό. Να φέρουμε πίσω τους νέους και τις νέες για να δουλέψουν και να στηρίξουν την χώρα. Βασικό ζήτημα είναι βέβαια η εκπαίδευση. Να προχωρήσει το νομοσχέδιο Μπαλτά και συνεχώς να βελτιώνεται, με την συμμετοχή και την γνώμη των φοιτητικών συλλόγων και των εκπαιδευτικών. Να προχωρήσει ο εκδημοκρατισμός και η διεύρυνση των δικαιωμάτων. Μετανάστες, ομοφυλόφιλοι, άτομα με αναπηρίες.

 

Σοφία Μανδηλαρά: Για μένα είναι ένας αγώνας τιμής αυτός. Δεν είμαι σε εκλόγιμη θέση ,εκτός κ αν γίνει κάποιο θαύμα αλλά δεν έχει καμία σημασία. Συντάσσομαι με τον ΣΥΡΙΖΑ γιατί είναι η μόνη πολιτική δύναμη, η οποία μπορεί να εγγυηθεί την πρόοδο της κοινωνίας. Έχω μια ιδιαίτερη ευαισθησία στα θέματα της εργασίας γιατί τα έχω υποστεί ως νέα, των διακρίσεων και των δικαιωμάτων των ζώων, γιατί οι εθελοντικές μου δράσεις τα προηγούμενα χρόνια σχετίζονταν με αυτά αλλά, γενικά ,πιστεύω στην επαγρύπνηση. Δηλαδή, ο πολίτης πρέπει να έχει τις «κεραίες του τεντωμένες» για να δείχνει τις αδικίες και ο πολιτικός για να τις διορθώνει. Μόνο αν συνεργαστούμε επιτέλους, μέσα στην κοινωνία θα προχωρήσουμε.

Χρύσα Πάντου: Οι στόχοι για εμένα ήταν πάντα συλλογικοί ως μέλος μιας αριστερής οργάνωσης. Μέσα από το ΣΥΡΙΖΑ και τις μάχες που θα δώσει το επόμενο διάστημα, μάχες δύσκολες, πρέπει να παλέψουμε και να κερδίσουμε την εξυπηρέτηση των συμφερόντων των χαμηλότερων κοινωνικών στρωμάτων, για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων της νέας γενιάς, για το δικαίωμα στην εργασία. Για να μην αποδεχτούμε ότι γίναμε χαμένη γενιά. Μπορούμε να φτιάξουμε έναν καλύτερο κόσμο, είναι στο χέρι μας, ας μην χαρίσουμε τους αγώνες μας σε κανέναν. Μπορούμε με νικήσουμε.

Ο Θανάσης Καρκαφίρης στο HashMag

Χρήστος Πυρομάλης: Καλησπέρα Θανάση. Θα μου επιτρέψεις να σου μιλάω στον Ενικό γιατί είσαι ένας άνθρωπός της διπλανής πόρτας, ένας άνθρωπος που εύκολα θα μπορούσε να μπει στην παρέα και στην ζωή οποιουδήποτε και να τον κερδίσει όπως κέρδισες με τον χαρακτήρα σου εμένα όσο προετοιμάζαμε αυτήν την συνέντευξη. Αρχίζουμε;

Θανάσης Καρκαφίρης: Καλησπέρα Χρήστο, ευχαριστώ για τον πολύ ωραίο πρόλογο σου και σου εύχομαι από την πλευρά μου να έχεις ένα δημιουργικό και γεμάτο επιτυχίες 2015. Μπορούμε να ξεκινήσουμε, είμαι έτοιμος να ακούσω τις ερωτήσεις σου.

Χ.Π.: Ίσως ο κόσμος να μην γνωρίζει τόσο καλά το όνομα σου όμως όλοι μας αν κοιτάξουμε λίγο προσεκτικότερα, θα συνειδητοποιήσουμε τελικά την τεράστια συμβολή σου στη τέχνη. Εγώ προσωπικά ψάχνοντας ανακάλυψα τη συμμετοχή σου σε κορυφαίες παραστάσεις, καταπληκτικές ταινίες και πολύ μεγάλης απήχησης τηλεοπτικές σειρές. Θες να μας πεις δυο λόγια για τη σχέση σου με τη τέχνη;

Θ.Κ.: Η σχέση μου με την τέχνη ξεκινάει περίπου στην εφηβεία μου ως μια ιδέα, μια σκέψη, οπού γίνεται πραγματικότητα στα 21μου. Φεύγω από το χωριό μου την Σκοτίνα Πιερίας και έρχομαι στην Αθήνα να σπουδάσω στη δραματική σχολή ”ΒΕΑΚΗ”.  Από εκεί και πέρα παίρνει σάρκα και οστά το όνειρο μου και αρχίζω να ασχολούμαι πλέον ενεργά με την τέχνη.

Χ.Π.: Τι ρόλους έχεις ενσαρκώσει στη καλλιτεχνική σου πορεία;

Θ.Κ.: Έχω ενσαρκώσει διάφορους ρόλους στα λίγα χρονιά της πορείας μου, όπως το κακό αδερφό που βίαζε και χτυπούσε τις αδερφές του, τον απατημένο σύζυγο, τον δημοσιογράφο, τον αστυνομικό, το πλουσιόπαιδο κ.α. Όλα πολύ ενδιαφέροντα και διαφορετικά μεταξύ τους που σου δίνουν ώθηση να συνεχίσεις, να κάνεις αυτήν τη δουλειά, αν μπορούμε να την πούμε δουλειά, γιατί όταν κάνεις αυτό που αγαπάς δεν το βλέπεις έτσι.

390142_128896110595291_640644353_n

Χ.Π.: Είναι αλήθεια ότι συμμετείχες και ξένες παραγωγές;

Θ.Κ.: Συμμετείχα σε δυο ξένες παράγωγες, σε μια ταινία για το Bollywood όσο αστείο και αν φαίνεται αυτό, ήταν μια από τις ωραιότερες εμπειρίες και στο «πέταγμα του κύκνου» του Ν. Τζήμα.  Επίσης ήταν πολύ ωραία εμπειρία και η συμμετοχή μου στο «ο θεός αγαπάει το χαβιάρι» του Σμαραγδή.

Χ.Π.: Ποιος ήταν ο αγαπημένος σου ρόλος και γιατί;

Θ.Κ.: Δεν υπάρχει αγαπημένος ρόλος, για μένα όλοι είναι εξίσου αγαπημένοι. Όταν υπάρχει λατρεία για αυτό που κάνεις βρίσκεις υπέροχη την κάθε στιγμή του.

Χ.Π.: Έχεις ερμηνεύσει πολλούς ρόλους. Ποιος απ’ όλους σου τους ρόλους ήταν για σένα ο πιο αντιπροσωπευτικός και γιατί;

Θ.Κ.: Κοιτά επειδή είμαι ακόμη στην αρχή δεν μπορώ να ξεχωρίσω κάποιον γιατί ο καθένας από αυτούς με κάνει να συνεχίζω το όνειρο μου και να γίνομαι καλύτερος κάθε φορά.

Χ.Π.: Τι είναι το σημαντικότερο για σένα από την εμπειρία που έχεις αποκτήσεις μέσα από τις δουλείες που έχεις κάνει, καλύτερες και χειρότερες στιγμές, όπως σου έχουν μείνει στην μνήμη; Αλλά μάλλον όχι.. αυτό που θέλω να ακούσω πιο πολύ νομίζω είναι η πιο αστεία στιγμή σε αυτά;

Θ.Κ.: Γίνονται διάφορα αστεία κατά τις πρόβες ή όταν γυρίζουμε κάποια σκηνή άλλα πολύ αστεία δεν μου έρχεται αυτή τη στιγμή.

10474901_486306288182002_2010565327103297573_n

Χ.Π.: Ποιο είδος ηθοποιίας προτιμάς από αυτά που έχεις κάνει ή και από αυτά που δεν έχεις κάνει και θα ήθελες να το κάνεις στο μέλλον;

Θ.Κ.: Αυτό το είδος που προτιμώ και έχω περισσότερο κλίση είναι σε δραματικούς ρόλους. Όμως σαν Σάκης δεν θέλω να τις ξεχωρίζω, θέλω εξίσου να τα καταφέρνω σε όλα τα είδη.

Χ.Π.: Ισχύει ότι οι ηθοποιοί προσαρμόζονται στους ρόλους ή οι ρόλοι προσαρμόζονται σ αυτούς; Υπάρχουν διαφορετικές κατηγορίες ηθοποιών και αν ναι εσύ σε ποια εξ αυτών ανήκεις;

Θ.Κ.: Κοιτά τώρα αυτό είναι λιγάκι δίκοπο μαχαίρι, οι ηθοποιοί πρέπει να μπαίνουν στους ρόλους του κάθε έργου, άλλα θα πρέπει να έχουμε και επίγνωση και αν οι ρόλοι μπορούν να αντιπροσωπεύσουν κάποιον ηθοποιό. Παραδείγματος χάρη ένας ζεν δεν μπορεί να είναι υπέρβαρος. Εγώ δεν μπορώ να σου πω που ανήκω να ρωτήσεις κάποιον σκηνοθέτη που έχω συνεργαστεί να σου πει….  (γέλια)

Χ.Π.: Πάντα ήθελα να ρωτήσω έναν ηθοποιό αλλά πρώτη φορά μου δίνεται η δυνατότητα, είναι ποίον συγγραφέα προτιμάς; Εγώ πιστεύω ότι είσαι του κλασσικού, πιστεύω ότι σε εκφράζει ο  Σαίξπηρ, αλλά εγώ θέλω τη δική σου άποψη. Λοιπόν ποιον σκέφτεσαι ότι σου ταιριάζει και γιατί;

Θ.Κ.: Θα σε απογοητεύσω δεν είμαι καθόλου του κλασικού, όχι ότι δεν θα ήθελα να παίξω, άλλα μου αρέσει περισσότερο το αμερικάνικο είδος. Πιο συγκεκριμένα η λατρεία μου είναι ο Τέννεσι Ουίλιαμς και από Ευρώπη θα έλεγα τον Χάρολντ Πιντερ. Μου αρέσει περισσότερο το θέατρο του παράλογου πάρα τα κλασικά είδη.

Χ.Π.: Μίλησέ μας για την δική σου επαφή με την τέχνη. Πώς την αφουγκράζεσαι;

Θ.Κ.: Η δίκη μου επαφή με την τέχνη έχει να κάνει περισσότερο με την ελεύθερη έκφραση των ανθρώπων και η τέχνη είναι αυτή, που μπορεί να οδηγήσει τους ανθρώπους σε διεξοδικούς δρόμους ελευθερίας.

Χ.Π.: Ποια πιστεύεις ότι είναι η θέση του θεάτρου σήμερα στην Ελλάδα;

Θ.Κ.: Κοίτα, για τούς περισσότερους το θέατρο μπαίνει σε δεύτερη μοίρα. Εγώ, για την ζωή μου, το κατατάσσω στις προτεραιότητες μου, όπως θέλεις το αντιλαμβάνεται ο καθένας, αλλά για μένα είναι ο τρόπος ζωής μου πλέον.

Χ.Π.: Νομίζω έχεις ασχοληθεί και με άλλα πράγματα έκτος από την συμμετοχή σου στα τηλεοπτικά σίριαλ, τις ταινίες και τις θεατρικές παραστάσεις; Θα ήθελες να μας μιλήσεις για αυτήν την πλευρά της ζωής σου;

Θ.Κ.: Και βεβαία έχω ασχοληθεί, περισσότερο όμως επιχειρηματικά, είχα δικό μου μπαράκι άλλα βλέπεις η κρίση με έριξε λιγάκι και το πούλησα… (γέλια) και τώρα δουλεύω σε ένα ξηροκαρπάδικο ενός φίλου μου, γιατί βλέπεις για να κάνω την τέχνη μου κάπως πρέπει να βγάζω τα προς το ζην.

943304_462129817240928_1619914732_n

Χ.Π.: Πες μας δυο λόγια για το τι πιστεύεις για την τέχνη στην εποχή της κρίσης που ζούμε; Έχει θέση σε αυτήν και τι θέση; Θέλω την τοποθέτηση σου για τα δρώμενα.

Θ.Κ.: Πιστεύω πως ζούμε σε μια δύσκολη περίοδο, ίσως από τις δυσκολότερες της ιστορίας μας. Μιλάμε για έναν οικονομικό πόλεμο, που δεν μπορεί να επέμβει ο άνθρωπος άλλα το χρήμα. Είμαι αρκετά εξαγριωμένος με την κατάσταση και δεν θέλω να επεκταθώ γιατί θα γεμίσουμε την συνέντευξη με το θέμα αυτό.

Χ.Π.: Θα ήθελα να μάθω την δική σου άποψη για την σημερινή κατάσταση, τι πιστεύεις ότι φταίει και δεν βλέπουμε να συμβαίνουν πράγματα γύρω από την τέχνη. Αρχικά συμφωνείς ότι δεν γίνονται και τι θέλεις να κάνεις εσύ για αυτό;

Θ.Κ.: Η σημερινή κατάσταση, όσο άφορα το θέατρο δεν νομίζω πως είναι κακή, γιατί γίνονται πολύ ενδιαφέρον δουλείες και από μεγάλου θεατρικούς οργανισμούς, άλλα και από πολλές ομάδες νέων ηθοποιών, που πιστεύω πως ο κόσμος ενδιαφέρεται για αυτές και τα παρακολουθεί.

Χ.Π.: Ποιες προσδοκίες- ελπίδες εναποθέτεις στην τέχνη στο χώρο της Ελλάδας τα επόμενα χρόνια;

Θ.Κ.: Δεν εναποθέτω μεγάλες προσδοκίες όσον άφορα την τέχνη στην Ελλάδα, παρ’ όλο που είμαστε μια χωρά που γέννησε την τέχνη και τον πολιτισμό, είμαστε δυστυχώς  τόσο μικρή για την εξελίξουμε και να την συνεχίσουμε, διότι τρωγόμαστε μονοί μας και αυτό είναι κάτι που με θλίβει πάρα πολύ.

Χ.Π.: Πιστεύεις θα δούμε μια άλλη πλευρά του χαρακτήρα σου μέσα από ένα ρόλο, είτε από αυτούς που έχεις ήδη κάνει είτε από αυτούς που θα μπορούσες να ερμηνεύσεις στο μέλλον; Ένα ρόλο που φοβάσαι να τον ερμηνεύσεις, που δεν θα έκανε για σένα σαν χαρακτήρα;

Θ.Κ.: Δεν φοβάμαι να ερμηνεύσω κάποιον ρόλο αρκεί να έχω ανθρώπους διπλά που να με πιστεύουν και να τούς εμπιστεύομαι. Το πλαίσιο μιας δουλείας είναι το πιο σημαντικό.

Χ.Π.: Τι σχέδια έχεις για το επόμενο διάστημα, ποιοι είναι οι στόχοι σου;

Θ.Κ.: Τα σχεδία μου για τα επόμενο διάστημα είναι, αν πάνε όλα καλά, θα ανεβάσουμε ένα έργο, που έχω γράψει ο ίδιος το ”red line” ή «κόκκινη γραμμή». Είναι ένα κοινωνικό δράμα, θα το ανεβάσουμε με μια ομάδα νέων ηθοποιών και μακάρι να πάμε καλά. Έτσι απλά. Όσο για τους στόχους μου είναι τέτοιοι ώστε να μπορώ να τούς υλοποιήσω στο μέλλον.

10947505_442388235912742_165140650_n

Θ.Κ.: Σε ευχαριστώ πάρα πολύ Χρήστο για τη συνέντευξη αυτή, νομίζω ότι μου έδωσε τη δυνατόητα να μιλήσω για μένα χωρίς αδιακρισία και λογοκρισία και το εκτιμώ αυτό!

Χ.Π.: Και εγώ σε ευχαριστώ. Ήταν ωραίο να ακούσω τις απόψεις ενός ανθρώπου που κάνει το πάθος του δουλειά. Η δουλειά σου στο Bollywood είναι καταξιωμένη και όποιος το ψάξει θα μείνει έκπληκτος με αυτή.  Από την άλλη, είναι πολύ ωραίο να βλέπουμε την διαφορετικότητα των ανθρώπων και για αυτό μου αρέσει πιο πολύ η συνέντευξη αυτή, γιατί είναι αληθινή.

Ο Αριστείδης Σταθόπουλος μας μιλά για… όλα γύρω από το ελληνικό ποδόσφαιρο!

Είναι ο «μονάρχης» του μεσσηνιακού ποδοσφαίρου, έχοντας θητεύσει για πολλά χρόνια σε κορυφαία αξιώματα της Ελληνικής Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας. Από το 1975 (τότε ασχολήθηκε πρώτη φορά, εκλεγόμενος στο Διοικητικό Συμβούλιο του Εθνικού Μελιγαλά), μέχρι σήμερα, τα βιώματά του είναι μάλλον τόσα, ώστε να καταγραφούν σε μία βιογραφία… άπειρων τόμων, στους οποίους πολλά κεφάλαια θα αφορούσαν στιγμές που έχουν συγκλονίσει το Πανελλήνιο, θετικά ή αρνητικά.

Μερικές από αυτές μας απασχολούν ιδιαίτερα σήμερα, με το ελληνικό ποδόσφαιρο να έχει μπει τελευταία ξανά στο επίκεντρο των εξελίξεων. Είτε με το αθλητικό νομοσχέδιο που είχε σχεδιαστεί από την κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου, και δη τον υφυπουργό Αθλητισμού Γιάννη Ανδριανό, καθώς και τη συζήτηση που προκάλεσε, την υπόθεση των στημένων αγώνων, ή η παραίτηση του Γιώργου Σαρρή από την προεδρία της Ομοσπονδίας. Λίγοι είναι αρμόδιοι για να καταθέσουν σφαιρική άποψη για τα ουσιώδη ερωτήματα που προκύπτουν, και ο πρόεδρος της Ένωσης Ποδοσφαιρικών Σωματείων Μεσσηνίας, Αριστείδης Σταθόπουλος, διαδραματίζει ακριβώς αυτόν τον ρόλο, σε μία συνέντευξη… εφ’ όλης της ύλης, για όσα απασχολούν σήμερα το «βασιλιά των σπορ» στην χώρα μας.

 

Συνέντευξη στον Ραφαήλ Αλαγά

 

Κύριε πρόεδρε, συμπληρώνετε πια 40 χρόνια παρουσίας στο ελληνικό ποδόσφαιρο, μετρώντας από την ημέρα που είχατε εκλεγεί στο Διοικητικό Συμβούλιο του Εθνικού Μελιγαλά. Μιλήστε μας συνοπτικά για την πορεία αυτήν και τις εμπειρίες που αποκτήσατε.

Θα έλεγα ότι, τα 40 αυτά χρόνια, ήταν μία όμορφη διαδρομή για μένα, με περισσότερες πίκρες ωστόσο, παρά χαρές. Οι χαρές αυτές, όμως, παρότι ήταν αριθμητικά λιγότερες, ήταν τόσο σημαντικές που κάλυψαν και τις πλέον άσχημες στιγμές.

Αναφερόμενος σε άσχημες στιγμές, εννοώ αυτές που προκύπτουν κυρίως από κακότητα ανθρώπων, ή αν επιθυμείτε καλύτερα, από τη συνήθεια που δυστυχώς έχουμε να θέλουμε να βάζουμε «τρικλοποδιές» σε ανθρώπους που θέλουν να βγουν μπροστά και να κάνουν κάτι καλό, αντί να τους στηρίξουμε και να τους «σπρώξουμε» να πάνε ακόμη πιο μπροστά. Αυτό είναι που χαρακτηρίζει την κοινωνία μας, κι εκείνο που πρέπει πάντοτε να αξιολογούμε, είναι να πιστεύουμε έμπρακτα σε έναν τέτοιο άνθρωπο και να τον στηρίζουμε, με όποιον τρόπο μπορούμε. Αυτό είναι, βέβαια, υποκειμενικό, και έγκειται στην νοοτροπία και τον τρόπο ζωής κάθε ανθρώπου. Έχω, όμως, πλέον εμπεδώσει κάποια πράγματα, στα οποία πιστεύω ότι δεν πρέπει να κάνω λάθος, ώστε να είμαι κοντά στην πραγματικότητα. Η κοινωνία μας είναι απαιτητική, και δικαίως, αλλά μερικές φορές αυτό μπαίνει εμπόδιο σε άτομα που δείχνουν την αγάπη και το ενδιαφέρον τους για το ποδόσφαιρο, με αποτέλεσμα να επωφελούνται άνθρωποι που έχουν άλλες σκοπιμότητες μέσω αυτού. Αναγκάζουν, έτσι, τους ανθρώπους που ασχολούνται με ζήλο, να αποχωρούν, και μάλιστα απογοητευμένοι πολλές φορές, από ένα άθλημα που δικαίως έχει κατακτήσει τον κόσμο, βρίσκεται ψηλότερα από όλα τα υπόλοιπα αθλήματα με μεγάλη διαφορά, και δεν αποκαλείται τυχαία «βασιλιάς των σπορ».

Ο τίτλος αυτός του ανήκει και δεν πρέπει να ξεχνάμε πόσο μεγάλη δύναμη έχει το ποδόσφαιρο, έχοντας ως παράδειγμα την κατάκτηση του Euro 2004 και την επιστροφή της ελληνικής ομάδας από την Πορτογαλία. Ο ξεσηκωμός εκείνος του κόσμου, ήταν η μεγαλύτερη αυθόρμητη συγκέντρωσή του, από ιδρύσεως του νεοελληνικού κράτους, με περίπου 1.5 εκατομμύριο Αθηναίους πολίτες να έχουν βγει στους δρόμους να αποθεώσουν τους παίκτες. Αυτό είναι κάτι που μπορεί να μας διδάξει πολλά πράγματα και να μας κάνει καλύτερους.

10899719_316976515178612_1653378242_n

Φαντάζομαι ότι το Euro 2004 συγκαταλέγεται στις πιο χαρακτηριστικές καλές στιγμές σας. Θα ήθελα να μου αναφέρετε, λοιπόν, τις πιο ευχάριστες και δυσάρεστες στιγμές σας.  

Μία πολύ μεγάλη ημέρα, για μένα, ήταν η πρώτη εκλογή μου στο Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΠΣ Μεσσηνίας, την οποία ακολούθησε η πρώτη μου εκλογή ως προέδρου, το 1980. Ήταν κάτι που ήρθε μόνο του και, ομολογουμένως, δεν περίμενα να συμβεί. Ήθελα να κάνω τότε, μία νέα προσπάθεια ως παράγοντας του μεσσηνιακού ποδοσφαίρου, ούσα το απαύγασμα της προσπάθεια που έκανα σαν ερασιτέχνης παράγοντας, καθώς τότε ήμουν στον Εθνικό Μελιγαλά. Εδώ θα ήθελα να έχω την ευκαιρία, αν και μερικοί «ξινίζουν» με την αλήθεια, να πω ότι στο ποδοσφαιρικό «όχημα», στο οποίο ανέβηκα και πορεύτηκα, τα πρώτα μου βήματα ήταν ο Εθνικός. Θα ήμουν άδικος αν διέγραφα αυτό το γεγονός. Απεναντίας, είναι μία από τις πιο σημαντικές στιγμές της ενασχόλησής μου με το ποδόσφαιρο, και λέω με παρρησία ότι αν χρωστάω κάπου αυτή μου τη σταδιοδρομία, την χρωστάω τότε στον Εθνικό, καθώς ξεκίνησα από εκεί.

Μετά τον Ιούλιο του 1980, λοιπόν, που εκλέχθηκα πρώτη φορά στην προεδρία της ΕΠΣ Μεσσηνίας, μπορούμε να πούμε ότι υπάρχουν αρκετοί σημαντικοί σταθμοί, που δε θα μπορούσαν να μη συνοδεύονται με τις μεγαλύτερες διακρίσεις του ποδοσφαίρου μας και της Εθνικής ομάδας. Μία χαρακτηριστική στιγμή μου, συμβαίνει στην πολύ άσχημη εμφάνισή μας στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1994 στις Ηνωμένες (τότε η Εθνική είχε 3 ήττες σε ισάριθμα ματς, με 0-10 γκολ). Παρότι ήταν κάτι σημαντικό για εμάς, καθώς επρόκειτο για την πρώτη πρόκρισή μας σε Παγκόσμιο Κύπελλο, ήταν ένα ηχηρό «χαστούκι», κι έπρεπε να φτάσουμε στην Πορτογαλία, για να λύσουμε το «γρίφο» της κακής μας παρουσίας.

Η πιο αρνητική εικόνα που έχω κρατήσει από εκεί, όμως, είναι από το ματς με την Αργεντινή. Πραγματοποιούμε εμείς την καθιερωμένη μας προθέρμανση, κι εγώ ήμουν τότε για πρώτη και τελευταία φορά στον πάγκο. Και ξαφνικά, αρχίζει να ξεσηκώνεται το γήπεδο, βλέποντας τον μεγάλο Μαραντόνα να εισέρχεται πρώτος στο γήπεδο. Αργότερα, μπήκαν και οι υπόλοιποι, με τον κόσμο να συνεχίζει να αποθεώνει τον Μαραντόνα, κι εκείνος να ανταποδίδει. Αμέσως, προέκυψε η εξής εικόνα: Οι παίκτες σταμάτησαν να προθερμαίνονται και άρχισαν να κοιτάζουν με αμηχανία τον Μαραντόνα. Αστραπιαία, ο μακαρίτης ο Αλκέτας Παναγούλιας, έκανε μία κίνηση για να δώσει το σύνθημα να συνεχιστεί η προπόνηση, βλέποντας αυτό το θέαμα. Καταλαβαίνετε με τι δέος έβλεπαν τους αντιπάλους τους, και δη τον Μαραντόνα, δημιουργώντας εκείνη τη στιγμή, την εικόνα πως δεν υπήρχε περίπτωση να διεκδικήσουν κάτι από το ματς. Τα τέσσερα γκολ που δεχθήκαμε ήταν το λιγότερο, μαζί με την κακή μας εμφάνιση.

Δέκα χρόνια μετά, πετύχαμε το ακατόρθωτο. Κι αυτό, αρκετοί ποδοσφαιριστές μας είχαν αγωνιστεί σε σωματεία του εξωτερικού και είχαν αντιμετωπίσει τους μεγάλους διεθνείς «αστέρες». Πλέον, δεν είχαν τίποτα να ζηλέψουν και έβλεπαν κάθε αντίπαλο ως ίσο. Γι’ αυτό το λόγο έπαιξαν χωρίς φόβο και έκαναν μεγάλες επιτυχίες, όχι μόνο τότε, αλλά κι αργότερα, στα Πανευρωπαϊκά και Παγκόσμια Πρωταθλήματα που παίξαμε. Τίποτε δεν κατακτάται τυχαία, και τα επαναλαμβανόμενα θετικά αποτελέσματά μας δεν είναι σε καμία περίπτωση τυχαία.

Την ώρα που το ελληνικό πρωτάθλημα ίσως δεν εξελισσόταν, όπως έπρεπε, πώς η Εθνική ομάδα κρατιόταν σε τόσο υψηλό επίπεδο;

Το ελληνικό πρωτάθλημα έχει άμεση σχέση. Τα τελευταία χρόνια, έχει επίσης μία καλύτερη πορεία στα ευρωπαϊκά δρώμενα και αυτό αποδεικνύει η συνεχής συμμετοχή των ομάδων μας σε υψηλό επίπεδο. Έχουμε κατορθώσει, δηλαδή, να βρισκόμαστε μόνιμα στους «16» ή τους «8» σε Τσάμπιονς και Γιουρόπα Λιγκ. Αυτό έχει αντίκτυπο και στην Εθνική μας ομάδα, διότι όταν ανεβαίνει επίπεδο το πρωτάθλημα μίας χώρας, μοιραία ανεβαίνει και αυτό της αντίστοιχης Εθνικής ομάδας. Εκείνο που επίσης έχει σημασία, είναι ότι πολλοί παίκτες μας αγωνίζονται σε ομάδες του εξωτερικού, οπότε αθροιστικά συμμετέχοντας στην Εθνική ομάδα, δίνουν την ελπίδα για συνεχόμενα καλά αποτελέσματα.

Υπάρχει, βέβαια, και η φετινή αποτυχία, στην οποία δεν χωρά καμία δικαιολογία. Υπήρξε μία αλλαγή κατά 90% σχεδόν, με καινούργια παιδιά, τα οποία φαίνεται πως δεν άντεξαν το «φορτίο» των μεγάλων επιτυχιών, χωρίς αυτό να μη σημαίνει πως καθένας έχει τις δικές του ευθύνες. Αυτά που έχουμε πετύχει, όμως, από το 1994 κι έπειτα, είναι ιδιαίτερα σημαντικά και δεν πρέπει να τα ξεχνάμε. Μοναδική αστοχία, άλλωστε, μετά το 2004, ήταν ο αποκλεισμός μας από το Παγκόσμιο Κύπελλο. Επίσης, ένα άλλο κέρδος από τις διοργανώσεις αυτές, ήταν η επαφή μας με την ποδοσφαιρική κουλτούρα προηγμένων ποδοσφαιρικά κρατών. Ειδικά στο Euro 2004, όταν κερδίσαμε δύο φορές τη διοργανώτρια, χωρίς αυτό να απαγορεύει από τους φίλους των δύο ομάδων να ανταλλάσσουν κασκόλ και να είναι μαζί σε αυτή τη μεγάλη γιορτή.

Αυτό το τελευταίο, είναι κάτι που δύσκολα θα καταφέρουμε να κάνουμε στην Ελλάδα, αλλά είμαι σίγουρος πως θα το καταφέρουμε. Πρέπει να καταλάβουμε, ότι το ποδόσφαιρο είναι πάνω απ’ όλα παιχνίδι και γιορτή, όχι αντιπαλότητα.

Η αγωνιστική κρίση που βιώνει το ελληνικό ποδόσφαιρο θα μπορούσαμε να πούμε πως επηρέασε το διοικητικό κομμάτι, με την παραίτηση του κυρίου Σαρρή από την προεδρία της ΕΠΟ. Θα θέλατε να μας πείτε πού οφείλεται όλος αυτός ο «αναβρασμός» που προκάλεσε την εν λόγω πράξη του;

Θέλω να πιστεύω πως ο κύριος Σαρρής έκανε μία ανδροπρεπή και σημαντική ενέργεια με το να υποβάλλει την παραίτησή του, φαινόμενο που δεν είναι σύνηθες. Ο Γιώργος, όμως, τόλμησε και τον συγχαίρω γι’ αυτήν του την πρωτοβουλία, γιατί το βάρος που επωμιζόταν ήταν μεγάλο, όπως και τα χτυπήματα που δεχόταν. Όποιο μέσο κι αν παρακολουθήσετε, με αναφορά στο θέμα αυτό, θα σας αποδείξει τον ισχυρισμό μου. Ο κύριος Σαρρής θέλησε να αποφορτίσει το κλίμα, γιατί το ποδόσφαιρο- και αυτό πρέπει να γίνει σαφές σε πάσα κατεύθυνση- δεν πρέπει να γίνεται ποτέ αιτία διαμάχης και οφείλει να μένει μακριά από αντιπαλότητες για οτιδήποτε δεν το περικλείει. Τότε είναι που το ποδόσφαιρο θα πάει ακόμη καλύτερα.

Θεωρώ συμπερασματικά, ότι ο κύριος Σαρρής έκανε μία κίνηση που θα λειτουργήσει θετικά στην παραπέρα λειτουργία του ελληνικού ποδοσφαίρου.

10893903_316976525178611_1730387548_n

Η παραίτηση αυτή του κυρίου Σαρρή έρχεται σε μία όντως δύσκολη στιγμή, όπου έχουν έρθει απανωτά, όπως αναφέρατε, χτυπήματα. Ένα από αυτά είναι και η λίστα των 16 ατόμων του Αριστείδη Κορέα, ανάμεσα στα οποία λέγεται ότι βρίσκονται και 11 παράγοντες της ΕΠΟ. Υπάρχει συσχετισμός μεταξύ των δύο υποθέσεων;

Όχι, δεν έχουν σχέση. Μάλιστα, επειδή βρισκόμαστε στο στάδιο της προανάκρισης, είμαι ο τελευταίος που θα κρίνει γύρω από αυτό το γεγονός, και είναι κάτι που δεν πρέπει. Εκεί που θα ήθελα να τοποθετηθώ, γνωρίζοντας τον άνδρα Σαρρή, θεωρώ ότι η προαναφερθείσα πρωτοβουλία του κινείται στη σωστή κατεύθυνση και έγινε την καταλληλότερη στιγμή. Είχε ως στόχο την εκτόνωση της κατάστασης, και δεν χρειάζεται να είναι κανείς άνθρωπος του ποδοσφαίρου για να καταλάβει κάτι τέτοιο.

Δημοσιεύματα από ξένες χώρες, αναφέρουν το όνομα του κυρίου Βαγγέλη Μαρινάκη, σχετικά με τα 16 αυτά άτομα. Το πρόβλημα εδώ, είναι τα δημοσιεύματα αυτά αναπαράγονται διαρκώς, χωρίς να έχει αρθεί το απόρρητο από τον εισαγγελέα. Αυτό πώς μπορεί να γίνεται; Είναι μηνύσιμο από ελληνικής πλευράς, ανεξαρτήτως ονομάτων που μπορεί να αναφερθούν;

Δεν μπορώ να γνωρίζω τις ενέργειες του κυρίου Μαρινάκη και αν θα αντιδράσει σε κάτι τέτοιο. Εκείνο που γνωρίζω, είναι ότι όταν αναφέρουμε τη λέξη «απόρρητο», δεν χρειάζεται να πούμε κάτι άλλο. Οποιεσδήποτε διαρροές δεν μπορούν να εμποδίσουν, δηλαδή, το έργο της Δικαιοσύνης. Μπορώ να σας το θέσω, όμως, αντίθετα: Ποιος αναφέρει το όνομα του Μαρινάκη, του Σταθόπουλου, ή οιοδήποτε άλλου, και δεν το κάνει απλώς για προβοκατόρικους σκοπούς;

Πρόκειται, ουσιαστικά για ένα λαβύρινθο. Δεν είναι εύκολο να βρούμε άκρη, παρά μόνο να διευκρινίσουμε ότι η λέξη «απόρρητο» δεν χωρά αμφισβήτηση ή παρερμηνεία. Αυτός που το παραβιάζει, είναι προφανώς ελεγχόμενος.

10912644_316976558511941_1718239225_o

 Ένα άλλο θέμα, το οποίο επίσης βρίσκεται στην επικαιρότητα, είναι εκείνο με τις Κάρτες Υγείας Ποδοσφαιριστή. Σύμφωνα με δημοσιεύματα, λοιπόν, εκταμιεύθηκαν γύρω στα 9.5 εκατομμύρια ευρώ (1 εκ. από την UEFA και τα υπόλοιπα από το ελληνικό Δημόσιο), για 1.5 εκατομμύριο μετρήσεις σε ποδοσφαιριστές από δύο εταιρείες. Από αυτές έγιναν μόλις 15.000 περίπου, ενώ εκταμιεύθηκε ολόκληρο το ποσό. Ποια είναι η δική σας θέση;

Πρώτα απ’ όλα, χωρίς να περιαυτολογώ, θα ήθελα να σας πω ότι νιώθω άνετα, διότι ήμουν ο μόνος που διαχώρισα τη θέση μου γραπτώς και με παρεμβάσεις στο συμβούλιο δύο φορές, λέγοντας πως το σύστημα αυτό δεν μπορούσε να προχωρήσει. Αρχικά έγινα ο «κακός» της υπόθεσης, αλλά ο καιρός με δικαίωσε. Αυτό, όμως, δεν αναιρεί τις προθέσεις αυτής της συμφωνίας, με το θέμα να κλείνει τελικά με αμοιβαίες υποχωρήσεις. Αυτό που παρερμηνεύεται είναι ότι προέρχονται από κρατικές επιχορηγήσεις.

Τα θέματα αυτά αφορούν την Ομοσπονδία, η οποία είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου. Δεν υπάρχει περίπτωση, για παράδειγμα, να έρθουν σε μία δική σας υποτιθέμενη επιχείρηση και να σας ρωτήσουν από το κράτος γιατί αγοράσατε προϊόντα από το εξωτερικό, ενώ μπορούσατε να τα αγοράσετε εντός συνόρων με μικρότερο ποσό. Ουσιαστικά, δεν υπάρχει πρόβλημα και αυτή είναι η κρατούσα άποψη.

Στην «χώρα των θαυμάτων», όμως, την Ελλάδα, πολλές φορές υπάρχει παρουσίαση των πραγμάτων εντελώς διαφορετική από την πραγματική τους διάσταση. Όσοι προβαίνουν σε τέτοιες τακτικές, ασφαλώς προσπαθούν να εξυπηρετήσουν δικούς τους σκοπούς. Πέραν όσων ανέφερα, όμως, είναι σαφές πως σε ένα νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου που αποφασίζει, επιτελεί και οργανώνει, δεν είναι δυνατόν να μπαίνει οποιοσδήποτε κρατικός φορέας και να δημιουργεί πρόβλημα εκεί που δεν υπάρχει. Είναι κάτι που λέω με γνώση, διότι υπάρχει ξεκάθαρη κατάσταση.

Μία Ανώνυμος Εταιρεία, περιμένει να έχει όφελος, μέσω μίας «ακριβής» συναλλαγής, η οποία όμως απεδείχθη επιζήμια. Αν πούμε, βέβαια, πως υπάρχει λανθασμένη τακτική, είναι κάτι σωστό, αλλά σε καμία περίπτωση το λάθος δεν έγινε σκόπιμα. Αυτό που θελήσαμε, ήταν να σώσουμε ανθρώπινες ζωές, «κολλήσαμε» σε μία παρεμβατικότητα που έχει το σκοπό της εκμετάλλευσης.

Προσωπικά, όταν είδα ότι υπάρχει πρόβλημα στην εγκατάσταση των σταθμών, και δη στο Ιατρικό Σύλλογο Μεσσηνίας, όπου υπήρξαν αντιδράσεις, χωρίς δισταγμό διαχώρισα τη θέση μου, βλέποντας πως το θέμα δεν οδηγούσε πουθενά.

Παρερμηνείες δεν υπάρχουν μόνο εκεί, αλλά και σε άλλα μείζονα ζητήματα, όπως και ο νέος Αθλητικός Νόμος που θέλησε να προωθήσει η συγκυβέρνηση και ο κύριος Ανδριανός, για τον οποίο ακούγονται αρκετές απόψεις. Ποια είναι η δική σας άποψη;

Εγώ γνωρίζω ότι κανένας νόμος δε γίνεται, χωρίς τη συμμετοχή των ενδιαφερομένων μερών και αυτό είναι ένα αξίωμα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο βασικός μοχλός του ελληνικού ποδοσφαίρου, που είναι η ΕΠΟ και το εκφράζει εγχώρια και διεθνώς, σε συναντήσεις της με στελέχη της κυβέρνησης, έχει καταθέσει και ύστερα δημοσιεύσει 16 εμπεριστατωμένες προτάσεις, με τις οποίες μπορεί να λυθούν όλα τα προβλήματα, στο φάσμα που αποκαλείται «ποδόσφαιρο».

Εδώ, δυστυχώς, συνέβη το εξής απίστευτο: Ακούστηκαν προτάσεις, θέσεις και απόψεις των οιονδήποτε αξιόλογων ανθρώπων, εκτός από αυτούς του ποδοσφαίρου. Αν μιλάνε αθλητικό νόμο που στοχεύει σε κάτι καλύτερο στο ποδόσφαιρό μας, από τη στιγμή που δε λαμβάνεται υπόψη η γνώμη της Ομοσπονδίας, τότε πρέπει να αλλάξει η ελληνική γλώσσα ή να μας πουν με ποιον τρόπο θα πρέπει να διαβάζουμε τις τοποθετήσεις τους.

Εκείνο που επίσης θέλω να πω, είναι ότι γίνεται μεγάλος ντόρος για το αυτοδιοίκητο της Ομοσπονδίας. Η ΕΠΟ δεν κάνει τίποτα το ιδιαίτερο γύρω από αυτό το θέμα, διότι είναι κάτι το αυτονόητο. Η UEFA και η FIFA, διεθνή φόρουμ που ανήκουν στην κατηγορία «κράτος εν κράτει», ζητούν από όλες τις χώρες που ανήκουν σε αυτά, να συμμετέχουν με βάση τους δικούς τους όρους. Αν οποιαδήποτε χώρα δε θέλει να συμμετέχει με αυτούς τους όρους, και αυτό φυσικά ισχύει και για την Ελλάδα, είναι αναφαίρετο δικαίωμά της να αποχωρήσει και να «παίξει» μόνη της. Καμία χώρα δεν μπορεί να συμμετάσχει, χωρίς να συμμετάσχει χωρίς αυτούς τους όρους, κι εμείς στο καταστατικό μας διασαφηνίζουμε πως είμαστε μέρος των δύο αυτών μεγάλων Ομοσπονδιών, βάσει των δικών τους κανόνων, μιας και διαφορετικά δε γίνεται.

Τα πράγματα είναι απλούστατα, και σε καμία περίπτωση το κράτος να ανατρέψει δεδομένα που ισχύουν πανελλαδικά και παγκόσμια. Μακάρι να κάνω λάθος και να μην εκτεθούμε, αλλά στην περίπτωση που περάσει ένας τέτοιος νόμος, θα υπάρξει εμπλοκή. Η έκθεσή μας έχει συμβεί κατ’ επανάληψη, όταν δύο φορές (1996, 2012) έπρεπε να αλλάξουμε τα πάντα στην Ελβετία, σχετικά με το αυτοδιοίκητο, κάτι που επετεύχθη στις 4:30 τα ξημερώματα.

Πρόκειται για πολύ σοβαρό κομμάτι και οφείλουμε να προσέξουμε να μην εκτεθούμε ξανά. Όλα τα υπόλοιπα μπορούν να βρεθούν με αμοιβαία κατανόηση, αρκεί να γίνει σαφές ότι δεν μπορεί κανείς να αποφασίζει για κάποιον άλλο εν αγνοία του.

10893643_316976528511944_1776274690_n

Για να αναφερθούμε στο μεσσηνιακό ποδόσφαιρο, του οποίου ηγείστε 34 χρόνια τώρα, ποια είναι η πρόοδος που έχει διαγράψει και πού θα χρειαστούν διορθωτικές κινήσεις, στην νέα σας θητεία;

Νιώθω ευτυχής που τα χρόνια, στα οποία ασχολούμαι με το μεσσηνιακό ποδόσφαιρο, έχουν συμβεί τόσα θετικά πράγματα, ώστε να χαιρόμαστε για το προϊόν που εξάγουμε. Από την πρώτη μας θητεία, κάναμε τρεις σημαντικές ενέργειες που συνεχίζονται μέχρι σήμερα και χαρακτηρίζουν το μεσσηνιακό ποδόσφαιρο.

Το πρώτο είναι η προσπάθειά μας, μέσω χορηγικών πακέτων, να αυξήσουμε τα έσοδά μας, προκειμένου να αναπτύξουμε τις υποδομές, τα «φυτώρια» του ελληνικού ποδοσφαίρου δηλαδή. Δεν πρέπει να λησμονούμε, άλλωστε, πως αυτές είναι και η «ραχοκοκαλιά» του τοπικού ποδοσφαίρου. Στρέψαμε, λοιπόν, όλη την προσοχή μας εκεί, μιας και το 50% περίπου των χρημάτων που έχουν χρησιμοποιηθεί, αφιερώθηκαν σε αυτό το κομμάτι.

Το δεύτερο σκέλος, ήταν το ανθρώπινο κι έχει δύο άξονες. Ο ένας είναι η θέσπιση του Ταμείου Αρωγής. Αυτό σημαίνει, πως αν ένας ερασιτέχνης ποδοσφαιριστής τραυματιζόταν, μπορούσε να καλύψει τα έξοδα της απουσίας του από τον χώρο εργασίας του. Ο ποδοσφαιριστής, λοιπόν, ανάλογα με τη σοβαρότητα του τραυματισμού του, παίρνει κι ένα συγκεκριμένο ποσό για τα πρώτα έξοδα, κι αν η περίπτωσή του είναι ακόμη πιο σοβαρή, ενώ δε διαθέτει ασφαλιστικό φορέα, μπορεί να εξεταστεί η χορήγηση μεγαλύτερου ποσού από την πλευρά της Ομοσπονδίας, με την κατάθεση όλων των δικαιολογητικών από το νοσοκομείο που βρισκόταν.

Με το μέτρο αυτό στήσαμε και την «Τράπεζα Αίματος», όπου έχουν παραδοθεί πολλές φιάλες. Σε αυτό το σημείο, θα ήθελα να ευχαριστώ όλους τους αιμοδότες, οι οποίοι έχουν προσφέρει σημαντικό έργο κι έχουν φανεί πραγματικά χρήσιμοι. Πέραν από κάθε διεργασία, προέχει η ανθρωπιά και η ευαισθησία.

Το τρίτο κομμάτι, είναι ο τρόπος διοίκησης της Ένωσης. Προσπαθήσαμε όλο αυτόν τον καιρό να διοικούμε όσον το δυνατόν πιο αντικειμενικά. Λάθη πάντοτε θα γίνονται, όποτε τα κάναμε όμως, δεν υπήρξε καμία σκοπιμότητα. Οφείλουμε, λοιπόν, να κρατούμε χαμηλούς τόνους και να αποφεύγουμε τις ακρότητες, οι οποίες βέβαια δεν μπορούν να αποφευχθούν πλήρως για δύο λόγους. Το ποδόσφαιρο, αφενός, είναι ζωντανό σπορ, και πρέπει αφετέρου να λαμβάνουμε υπόψη μας την αγάπη του ερασιτέχνη παράγοντα που αγαπά την ομάδα του και τη στηρίζει οικονομικά. Έχουμε, όμως, προσπαθήσει και σε αυτό το σημείο, με αποτέλεσμα στη συντριπτική πλειονότητα των αγώνων να έχουμε καλό θέαμα.

Λάθη, όπως είπα, γίνονται, καθώς ο διαιτητής είναι ο Δικαστής του δευτερολέπτου. Δεν πρέπει, παράλληλα, να εκλείψει το λάθος, διότι έτσι το ποδόσφαιρο θα χάσει την ομορφιά και την ουσία του. Αυτό μερικές φορές ερμηνεύεται κακόπιστα, κι εδώ θέλω να ευχαριστήσω τους φιλάθλους, τους παράγοντες, τους ποδοσφαιριστές και τους διαιτητές που έχουν βοηθήσει καταλυτικά στο να ανεβαίνει διαρκώς επίπεδο το ποδόσφαιρό μας. Κανείς πρόεδρος και καμία Ένωση δεν μπορεί να σταθεί χωρίς τη συγκατάθεση όλων αυτών. Έχουν γίνει χιλιάδες αγώνες όλα αυτά τα χρόνια, με ελάχιστους αγώνες να μην έχουν κυλήσει σε ήρεμα πλαίσια, με το επίπεδό μας να είναι και υψηλότερο σε σχέση με άλλους Νομούς.

Εκεί που θέλω επίσης να σταθώ, είναι οι εξαιρετικές Μικτές ομάδες που έχουμε παρουσιάσει, μιας και είμαστε από τις πρώτες Ενώσεις που ξεκίνησαν πρωταθλήματα υποδομών. Τα αποτελέσματα, λοιπόν, μέσα από τη μακροχρόνια διαδρομή στο θέμα αυτό, είναι εντυπωσιακά, με πολλούς ποδοσφαιριστές μας να έχουν αγωνιστεί σε κορυφαίες ομάδες της Ελλάδας και του εξωτερικού. Πρόκειται για δικαίωση, εδώ, των συνεργατών μου κι εμένα, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα το Παγκόσμιο Κύπελλο της Νοτίου Αφρικής, με τρεις Μεσσηνίους να ξεκινούν την προετοιμασία: Σωκράτης Παπασταθόπουλος, Νίκος Γεωργέας, Νίκος Λυμπερόπουλος (αποκλείστηκε από την 23άδα ο Γεωργέας και αγωνίστηκαν στην Αφρική δύο). Καταλαβαίνετε πόσο σημαντικό ήταν το γεγονός εκείνο για εμάς, και σημαίνει πως η δουλειά που γίνεται από όλους μας εδώ, και δη από τους ανθρώπους των Σωματείων.

Κανένα ταλέντο, λοιπόν, δεν πρέπει να πηγαίνει χαμένο, και σε αυτό είμαστε μπροστά από πολλούς άλλους Νομούς.

10921753_316976531845277_504125832_n

Τον καιρό αυτόν, πλέον, γίνονται οι διεργασίες για την εκλογή προέδρου της ΕΠΟ. Θα επιθυμούσατε τη συγκεκριμένη στιγμή ένα τέτοιο πόστο;

Μου είχε γίνει αυτή η πρόταση σε τρεις διαδοχικές περιόδους, και αρνήθηκα πεισματικά! Αυτό το έκανα γιατί θέλω να σέβομαι τον εαυτό μου. Αυτό έχει σχέση με το γεγονός ότι πρόκειται για μία θέση σημαντική, και δεν μπορείς να πετύχεις το έργο σου αν δεν είσαι μόνιμα στην Αθήνα. Εγώ, επειδή δεν είμαι δημόσιος υπάλληλος, αλλά επαγγελματίας, δεν μπορώ να αφήσω τη δουλειά και το σπίτι μου, για γίνω πρόεδρος της ΕΠΟ, ο οποίος μάλιστα προσφέρει τις υπηρεσίες του δίχως να πληρώνεται.

Δεν είναι, βέβαια, μόνο αυτό, καθώς αν δεν μπορεί να πράξει διαφορετικά με το επάγγελμά του, όταν βρίσκεται σε άλλο Νομό, τότε πρέπει να το αφήσει. Ένας άνθρωπος που δε θέλει να αφήσει μία ολόκληρη ζωή πίσω του, συμπεριλαμβανομένης της οικογένειάς του, δεν πρέπει να προβεί σε μία τέτοια πράξη, και αυτό ήταν ακριβώς το δικό μου σκεπτικό. Παρότι, λοιπόν, η θέση είναι δελεαστική και μπορώ να πω πως είχα σημαντικές πιθανότητες να εκλεγώ, προτίμησα για το λόγο που ανέφερα να μη θέσω υποψηφιότητα.

«Ένας χρυσοχόος των λέξεων»

Συναντηθήκαμε για πρώτη φορά μέσα σε μια εφημερίδα την περασμένη Άνοιξη. Δεν πέρασε πολύς καιρός από εκείνη τη στιγμή, και η ποιητική συλλογή του «σφαίρες», βρήκε τη θέση της στη βιβλιοθήκη μου. Κάποιες μέρες αργότερα, ήταν σειρά μου να βρεθώ στο γραφείο του, για το δεύτερο σταθμό των συνεντεύξεών μας, με τίτλο «Μίλησέ μας καλλιτέχνη για την τέχνη σου».

Ο Δημήτρης Χαλαζωνίτης* μας αγκάλιασε από την πρώτη στιγμή που δέχτηκε να μας μιλήσει. Εμείς τον ευχαριστούμε.

Είναι έρωτας αυτό με τις λέξεις. Έρωτας που μπορεί να σε σκοτώσει.

-Η ποίηση προσέγγισε εσάς ή εσείς εκείνη;

«Όταν ανέβηκα στη Θεσσαλονίκη να πάω να φοιτήσω, το μόνο ποίημα που είχα διαβάσει, κι όχι ολόκληρο, ήταν ο εθνικός ύμνος. Κι ότι είχαν τα αναγνωστικά του γυμνασίου. Στη Θεσσαλονίκη όμως εκείνη την εποχή η ποίηση ήταν πολύ στα πάνω της. Είχε αρχίσει να βγαίνει τότε η γενιά του `70  των ποιητών και γενικότερα τότε συζητιόταν πολύ στις παρέες το θέμα της ποίησης. Εγώ δεν μπορούσα να μιλήσω. Αποφάσισα πως δεν μπορεί να συνεχιστεί αυτό το πράγμα, κάτι πρέπει να κάνω. Μπαίνω λοιπόν σε ένα βιβλιοπωλείο στη Θεσσαλονίκη, δίχως να το επιλέξω, τυχαία δηλαδή, και διαλέγω επίσης τυχαία, τέσσερα βιβλία. «Τα Σύρματα» του Σωτήρη Κακίση, «Το Ράμφος» του Γιάννη Βαρβέρη, «Τους Πυροτεχνουργούς» του Γιώργου του Μαρκόπουλου («Οι Πυροτεχνουργοί») και «Το Χρονόμετρο» του Γιάννη του Κοντού. Ξεκίνησα να διαβάζω αυτά τα βιβλία. Βούτηξα μετά, στο μεγάλο πηγάδι της ελληνικής ποίησης. Επομένως εγώ πήγα τρέχοντας προς αυτήν, διότι μου έγνεφε και εγώ δεν μπορούσα να αντιγυρίσω τον χαιρετισμό. Αυτή ήταν η εισαγωγή μου στην ποίηση».

Κάπου εκεί, η ερώτηση που είχα θέσει είχε απαντηθεί, μα η αφήγηση αυτής της ιστορίας συνεχίστηκε και ο ποιητής με μετέφερε στη ζωή του, μερικά χρόνια πριν.

 «Πολλά χρόνια αργότερα, έχοντας επιστρέψει στην Αθήνα και έχοντας ανοίξει αυτό εδώ το ιατρείο, αρχίζει να κλείνει ένας κύκλος. Μου τηλεφωνεί μια φίλη μου και μου προτείνει να κάνουμε μια ραδιοφωνική εκπομπή, μια περίεργη εκπομπή, αθλητική-λογοτεχνική. Τη ρώτησα ποιοι θα είμαστε και μου απάντησε, μεταξύ άλλων, πως θα ήταν και ο Σωτήρης ο Κακίσης. Με ρώτησε εάν τον γνωρίζω, της απάντησα πως όχι, όμως τον έχω διαβάσει. Κι έτσι γνωριζόμαστε με το Σωτήρη. Μια μέρα με παίρνει ο ίδιος τηλέφωνο και μου λέει: «Δημήτρη θα σου στείλω έναν πάρα πολύ καλό μου φίλο, να τον προσέξεις πολύ, το Γιάννη το Βαρβέρη.» Και εμφανίζεται εδώ μέσα ο Γιάννης ο Βαρβέρης, ο καλύτερος κατά τη γνώμη μου, της γενιάς του. Έτσι γνώρισα το Γιάννη λοιπόν. Μια άλλη μέρα, μου τηλεφωνεί εκείνος και μου λέει: «Δημήτρη, θα σου στείλω έναν πολύ καλό, δικό μου άνθρωπο, το Γιώργο το Μαρκόπουλο.» Ένας πάρα πολύ γλυκός άνθρωπος. Και έχω αγαπήσει και τα ποιήματά του πάρα πολύ. Κάποια στιγμή, δυστυχώς για όλους μας, πεθαίνει ο Γιάννης. Στην κηδεία του, ένας εύσωμος, πολύ γεροδεμένος άνθρωπος με έπιασε και με ρώτησε ποιος είμαι. Του απάντησα ο Δημήτρης ο Χαλαζωνίτης. «Μάλιστα.» μου λέει, «Εγώ είμαι ο Γιάννης ο Κοντός και θέλω να μου στείλεις όλα τα βιβλία σου.» Του τα στέλνω όλα τα βιβλία μου και με αυτόν τον τρόπο, γνωρίζω το Γιάννη τον Κοντό. Και κλείνει ένας κύκλος που δεν φανταζόμουν ποτέ πως θα προέκυπτε, την ημέρα που μπήκα σε εκείνο το βιβλιοπωλείο και διάλεξα αυτά τα τέσσερα, τυχαία, βιβλία».

Το θαυμαστό της ιστορίας αυτής είναι δεν την γνωρίζουν οι υπόλοιποι συμμετέχοντες σε αυτή. Ο Δημήτρης δεν τους μίλησε ποτέ. Ο ίδιος ισχυρίζεται ότι ντρεπόταν, εγώ πιστεύω πως τέτοιες στιγμές είναι τόσο όμορφες και ρομαντικές –αν θέλετε, που αξίζουν να μένουν προσωπικές.

Με τον ίδιο τρόπο όμως τον γνώρισα και εγώ. Αρχικά από ένα κείμενο, ύστερα από τα ποιήματά του και τελικά στο γραφείο του να συνομιλώ μαζί του». 

 -Πως νιώθετε ότι σας μιλάει η τέχνη;

«Πώς να το πω; Όπως κάθε έντονο πάθος, όπως κάθε έντονη στιγμή στη ζωή μας. Δεν μπορώ να φανταστώ τη ζωή μου χωρίς τις εκφράσεις της. Θα ήταν κενά βήματα χωρίς αυτή, εάν δεν ήξερα πως υπάρχει σε μια γωνιά να μου στέλνει ένα μήνυμα. Να φτιάξουμε αυτόν τον διάλογο που θα ακουμπήσει τις ψυχές όλων και τη δική μου όταν δημιουργώ. Λένε για την ποίηση πως δεν έχει καμία σχέση με λέξεις, άσχετο με το αν τις χρειάζεται όλες. Είναι ένα αδιόρατο φως που δεν το αντιλαμβάνεσαι αλλά το αισθάνεσαι».

-Με την τέχνη της ποίησης, τι είδους σχέση έχετε;

«Θα έλεγα ανάγκης και μάλιστα, σε στιγμές, ζωτικής. Όπως ανάγκη έχεις να αντιγυρίσεις το χάδι που σου προσφέρεται, το δώρο που σου προσφέρεται. Και βέβαια, μετά την ανάγκη, ακολουθούν όλα τα συναισθήματα εκείνον τον ψίθυρο που νιώθεις όταν σου μιλά (η ποίηση). Είναι μια σχέση γένεσης. Τη γεννάμε και στη συνέχεια μας ξαναγεννά με τους δικούς της τρόπους. Είναι μια διαδικασία ζωής».

Κάτι τόσο «απαλό» όπως η τέχνη, βρίσκεται άρρηκτα δεμένο με το σκληρό άγγιγμα μιας ζωτικής ανάγκης. Και αγκαλιάζει, όποιο βάρος μπορεί να γεννούν, τα συναισθήματα και τα πάθη…

 -Και το συναίσθημα που νιώθετε όταν φτιάχνετε τέχνη; Όταν φτιάχνετε ποίηση;

«Αρχικά να θυμάσαι πως ότι έχω φτιάξει εγώ, είναι ξενυχτισμένο. Συντροφευμένο από πολλά πακέτα τσιγάρα. Εκείνες τις ώρες λοιπόν, όταν κατορθώνω και βγάζω ένα στίχο, μετά αισθάνομαι μια… πώς να στο πω; Μια ευτυχή εξάντληση. Μα όταν έχεις κάνει έρωτα, το ίδιο πράγμα δεν αισθάνεσαι; Μια ευτυχή εξάντληση; Ε, αυτό είναι. Ένας έρωτας είναι. Ότι σου κάνει το ένα σου κάνει και το άλλο. Έτσι αισθάνομαι και εγώ, ιδίως εκείνες τις ώρες αργά τη νύχτα που καταφέρνω και γράφω ότι γράφω».

-Θα μπορούσε να είναι ένα συναίσθημα; Αυτό που να εμπεριέχει μέσα του όλα τα συναισθήματα;

«Αυτό που λες είναι το Ον. Βεβαίως και είναι το Ον, γι’ αυτό και άλλωστε δεν μιλάμε τόση ώρα; Γι’ αυτό και η ποίηση είναι ο άσπονδος φίλος ή και εχθρός – αν θέλεις της φιλοσοφίας. Κατορθώνει, χωρίς να χρησιμοποιήσεις όλες τις λέξεις να πετύχει πολλές φορές αυτό που η φιλοσοφία χρειάζεται όλες τις λέξεις, και καινούργιες για να τα καταφέρει. Υπάρχει αυτή η αλληλεπίδραση. Όσο και αν βρίσκονται απέναντι, επηρεάζει ο ένας τον άλλο σε μεγάλο βαθμό».

Στο τέλος κάθε όν, είναι μια ουλή του θεού του

-Η ποίηση έχει θέση σήμερα; Και αν ναι ποιά;

« Πάντα έχει θέση. Από κει και έπειτα έχει να κάνει με όλα τα πράγματα που συνθέτουν τη ζωή μας. Έχει πάντοτε θέση και μάλιστα reserve. Και σε καιρούς «πολέμου» είναι το πρώτο και το τελευταίο καταφύγιο, μα θα τη θυμηθούμε πάλι, να είσαι βέβαιος. Η θέση της είναι αυτή που ήταν πάντα και δεν θα αλλάξει. Το μόνο που αλλάζει είναι το βλέμμα μας. Τα βλέμματα σήμερα είναι πολύ λιγότερα, διότι φταίει και αυτή, δεν υπάρχει περίπτωση… ξέχασε τον άνθρωπο και τις ανάγκες του. Δεν νομίζω πως χάνει όμως ποτέ τη δύναμή της».

-Η τέχνη πρέπει να λογοκρίνεται;

 «Ποτέ! Σκέτο και κατηγορηματικό. Για την τέχνη και για τη σάτιρα -και ας μην είναι πάντα βέβαιο το αν θα την συμπεριλαμβάναμε στην τέχνη- ένα μονάχα πράγμα απαγορεύεται, το «Απαγορεύεται». Ποτέ κανείς δεν σε υποχρεώνει να πας να δεις ή να κάνεις κάτι. Όταν λογοκρίνεται εγώ νομίζω πως γίνεται ακόμα πιο ανθεκτική, εξοπλίζεται.

-Τη τέχνη πως την αισθάνεστε; Πως την αφουγκράζεστε;

«Όλοι αφουγκράζονται τα βιώματα τους. Την αφουγκράζομαι όπως όλα όσα μας δομούν και μας συνθέτουν σαν οντότητες».

-Για τη φράση: «Η τέχνη υπάρχει για όλους, λίγοι όμως έχουν το χάρισμα να τη συνθέτουν;»

«Και η επιστήμη υπάρχει για όλους, λίγοι όμως καταφέρνουν να την ασκήσουν. Όπως και λίγοι γιατρεύουν τις ασθένειες. Ίσως αυτό είναι και μια σoφή κατανομή της ίδιας της ζωής, που βρίσκει πάντα τρόπο να εξυπηρετεί τις ανάγκες της».

και μια φορά δεν θα γυρίσουμε, αφήνοντας πίσω μόνο ό,τι αγγίξαμε εκείνη τη μέρα

-Μπορεί κάποιος να διδάξει τέχνη;

«Μπορεί κάποιος να διδάξει ιστορία της τέχνης. Μπορεί όμως να αποτελέσει έμπνευση και με αυτή την έννοια χωρίς να το προσπαθεί, γίνεται και δάσκαλος. Δάσκαλος τέχνης όμως όχι. Στα σχολεία είναι καλό να υπάρχει με την έννοια της πληροφόρησης».

Αυτή λοιπόν, είναι η όψη της τέχνης της ποίησης, όπως την καθρεφτίζουν τα μάτια του καλλιτέχνη της. Όπως ένας χρυσοχόος ασχολείται με τις λέξεις.

* «Ο «ιός” της ενασχόλησης με τα κοινά, δηλ. της Πολιτικής κατά Αριστοτέλη, τον «χτύπησε” στα 14 του χρόνια. Τότε εντάχθηκε οργανωμένα στην Αριστερά. Το 1987 ήταν ιδρυτικό μέλος της Ε.Α.Ρ, στη συνέχεια ιδρυτικό μέλος του ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΥ της Αριστεράς και της Προόδου και γραμματέας μέχρι σήμερα της οργάνωσης Ψυχικού.

Το 2000 ήταν υποψήφιος στις βουλευτικές εκλογές με το ψηφοδέλτιο του ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΥ.

Σε τρεις συνεχείς δημοτικές εκλογές (1995, 1999, 2002) εκλέγεται δημοτικός σύμβουλος με το ψηφοδέλτιο της ανεξάρτητης παράταξης «ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ” που κέρδισε με μεγάλη διαφορά {52%, 68% και 68%} και τις τρεις φορές. Διετέλεσε αρχισυντάκτης του περιοδικού «ΠΑΡΑΘΥΡΟ ΣΤΟ ΔΗΜΟ” και αρθρογραφεί παράλληλα και σε άλλα περιοδικά και εφημερίδες. Από το 2003 είναι πρόεδρος του ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ ΜΠΕΝΕΤΑΤΟΥ και όλων των πολιτιστικών εκδηλώσεων του Δήμου. Επισης διετέλεσε και διευθυντής του Δημοτικού Ραδιοφωνικού σταθμού ΦΑΡΟΣ στους 106,9 μεγάκυκλους.»