Πέντε νέες σειρές για το μήνα Φεβρουάριο

Πάμε να ρίξουμε μια ματιά στις νέες τηλεοπτικές σειρές που ξεκινούν τον προσεχή Κουτσοφλέβαρο.

Πλέον, βγαίνουν τόσες πολλές νέες σειρές κάθε χρόνο που δεν ξέρουμε από πού να πρωτοξεκινήσουμε. Ειδικά στην αμερικανική τηλεόραση, επικρατεί ένα χάος, στο οποίο όπου και να κοιτάξεις, θα βρεις κάτι καινούριο.

Μαζί με τον αριθμό των σειρών, έχει ανέβει σε μεγάλο βαθμό  και η ποιότητά τους, με αποτέλεσμα να έχει καταντήσει ανθρωπίνως αδύνατο το να μπορείς να παρακολουθείς όλες τις καλές. Παλιά, χωρίς να τις έχουμε δει, αλλά από το internet και από στόμα σε στόμα, ξέραμε στο περίπου ποιες αξίζει να δεις, ποιες όχι και ποιες είναι must-watch. Τώρα, έχουν γίνει τόσες πολλές αυτές που αξίζουν το χρόνο σου, που αναγκαστικά πρέπει να διαλέξεις ανάμεσά τους και με βαριά καρδιά να απορρίψεις πολλές από αυτές.

Σε αυτό το σημείο έρχεται να δώσει τη λύση ο πιο καθοριστικός παράγοντας, που δεν είναι άλλος από το προσωπικό γούστο του καθενός. Ό,τι και αν σου προτείνουν οι φίλοι/-ες σου ή όσες κριτικές, όσες πλοκές κι αν έχεις διαβάσει, στην τελική, όλα εκεί καταλήγουν. Η εμπειρία που έχεις αποκτήσει από την παρακολούθηση σειρών λειτουργεί σαν πυξίδα στις μελλοντικές επιλογές σου, και με αυτό τον τρόπο ξέρεις στο περίπου τι θα σου αρέσει και τι όχι πριν το δεις. Αυτό βέβαια μόνο απόλυτο δεν είναι, καθώς πάντα θα σκάει κάτι αναπάντεχο που θα λατρέψεις εκεί που δεν το περίμενες με τίποτα.

Το hashmag όμως είναι εδώ για να κάνει την επιλογή σου πιο εύκολη. Παρακάτω θα σου δώσουμε μια πρώτη γεύση από τις πέντε καινούριες σειρές που κάνουν πρεμιέρα τον Φεβρουάριο, ώστε να μην πας σαν το πρόβατο στη σφαγή.

1. «American Crime Story»

Είναι το «American Horror Story» αλλά με ιστορίες αληθινών εγκλημάτων αντί για τρόμο. Δημιουργός της είναι ο Ryan Murphy (συν-δημιουργός του «Horror») και θα έχει και αυτή το χαρακτήρα ανθολογίας, δηλαδή η κάθε σεζόν θα καταπιάνεται με διαφορετική υπόθεση και χαρακτήρες. Η πρώτη της σεζόν λέγεται «The People v. O.J. Simpson» και ασχολείται με μια από τις διασημότερες δικαστικές υποθέσεις παγκοσμίως, που δίχασε την κοινή γνώμη. Τα ονόματα της πρώτης σεζόν θα ζήλευε μέχρι και μια κινηματογραφική παραγωγή.  Στο ρόλο του κατηγορούμενου για φόνο, O.J. Simpson έχουμε τον Cuba Gooding, Jr., με το καστ να συμπληρώνεται από τη Sarah Paulson, τον John Travolta, τη Selma Blair, την Connie Britton, τον Courtney B. Vance και πολλούς άλλους, ανάμεσά τους και ο Ross (David Schwimmer) από τα Φιλαράκια! Αν κρίνουμε από την επιτυχία του «American Horror Story» τότε αυτή η σειρά πάει για μεγάλα πράγματα. Το πρώτο επεισόδιο θα προβληθεί στις 2 Φεβρουαρίου από το FX. Τέλος, η δεύτερη σεζόν θα αφορά τον τυφώνα Κατρίνα και την καταστροφή που προκάλεσε.

2. «Animals.»

Το «Animals.» είναι μια κωμωδία κινουμένων σχεδίων για τα καταπιεσμένα ζώα της Νέας Υόρκης, η οποία δεν φημίζεται για το οικοσύστημά της. Η σειρά δίνει φωνή στα πλάσματα της πόλης, είτε είναι κατοικίδια, είτε περιστέρια, αρουραίοι, κατσαρίδες και άλογα, καταγράφοντας την καθημερινότητά και τις σκέψεις τους, οι οποίες τελικά δεν διαφέρουν και τόσο πολύ από τις δικές μας. Άβολα πάρτι, εγκυμοσύνες, προβλήματα στη δουλειά, είναι όλες καταστάσεις που απασχολούν τα ζώα μιας μεγαλούπολης. Τις φωνές των πρωταγωνιστών δανείζουν οι δημιουργοί της σειράς, Phil Matarese και Mike Luciano, οι οποίοι έχουν καταφέρει να μαζέψουν ένα all-star cast με ονόματα όπως A$AP Ferg, A$AP Rocky,  Jessica Chastain, Rob Corddry, Jay και Mark Duplass, Ellie Kemper, Nick Kroll, Adam Scott, Cobie Smulders και πολλά άλλα. Θα έχει ενδιαφέρον να ακούσουμε τη φωνή αυτών των ζώων, και σίγουρα πολύ γέλιο. Ξεκινάει στις 5 Φεβρουαρίου στο HBO.

3. «Vinyl»

Τα ονόματα Martin Scorsese, Mick Jagger, Terence Winter (« The Wolf of Wall Street) είναι ικανοποιητικά για να σε πείσουν να τη δεις. Τι, θέλεις κι’ άλλο; Πρόκειται για ένα μουσικό δράμα 10 επεισοδίων τοποθετημένο στη Νέα Υόρκη της δεκαετίας του ’70, που ακολουθεί τις προσπάθειες του παραγωγού Richie Finestra (στο ρόλο ο Bobby Cannavale), να κάνει καριέρα στην τότε μουσική σκηνή της πανκ, της ντίσκο, του χιπ-χοπ κτλ. Συμπρωταγωνιστούν Olivia Wilde, Ray Romano, Ato Essandoh, Max Casella, P.J. Byrne, J.C. MacKenzie κ.ά. Αλλά σοβαρά τώρα, πίσω από τη σειρά βρίσκεται ο Scorsese, δεν χρειάζεσαι άλλο πειστήριο. Στην οθόνες από 14 Φεβρουαρίου στο HBO.

4. «11.22.63»

https://www.youtube.com/watch?v=NXUx__qQGew

Απλός και καθημερινός καθηγητής λυκείου γυρνάει πίσω στο χρόνο για να εμποδίσει τη δολοφονία του John F. Kennedy. Ο ‘απλός και καθημερινός καθηγητής’ είναι ο James Franco. Αυτές οι δύο προτάσεις περιέχουν όλο το ζουμί της σειράς, η οποία λογικά θα είναι είτε αριστούργημα, είτε μεγάλη πατάτα, τίποτα το ενδιάμεσο. Βασισμένη στο βιβλίο του Stephen King (ο ίδιος είναι και παραγωγός της σειράς μαζί με τον JJ Abrams) «11/22/63», αυτή η μίνι σειρά οκτώ επεισοδίων εξετάζει ένα από τα μεγαλύτερα μυστήρια του 20ου αιώνα, ποιος σκότωσε τον JFK και πως θα μπορούσε να αποτραπεί η δολοφονία του. Στην προσπάθειά του να ξαναγράψει την ιστορία από την αρχή, ο καθηγητής Jake διαπιστώνει ότι το παρελθόν δεν θέλει να αλλάξει και θα κάνει τα πάντα για να τον σταματήσει. Πρεμιέρα στις 15 Φεβρουαρίου στο Hulu.

5. «Fuller House»

Σίκουελ της επιτυχημένης sitcom «Full House» που ξεκίνησε το 1987 και κράτησε για οκτώ ολόκληρα χρόνια (απ’ ότι φαίνεται όλοι θα αποκτήσουν σίκουελ στο τέλος, εκτός από τα «Φιλαράκια» L). 21 χρόνια μετά, το Netflix την επαναφέρει στο προσκήνιο με τον ίδιο δημιουργό (Jeff Franklin) και σχεδόν τους ίδιους ηθοποιούς αλλά με αντίθετη υπόθεση. Η σειρά επικεντρώνεται στην -προσφάτως χείρα- D.J. Tanner-Fuller (Candace Cameron Bure), που έχει γίνει κτηνίατρος και είναι μάνα τριών αγοριών. Μην μπορώντας να αντέξει το βάρος όλων αυτών των υποχρεώσεων, ζητάει τη βοήθεια της αδερφής της, Stephanie (Jodie Sweetin) και της καλύτερής της φίλης, Kimmy (Andrea Barber), οι οποίες μετακομίζουν σπίτι της. Επίσης στο «Fuller House» θα εμφανίζονται και οι σταρ της original σειράς, John Stamos, Bob Saget και Dave Coulier. Για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νεότεροι. Στις 26 Φεβρουαρίου στο Netflix.

Αν μη τι άλλο προμηνύεται ένας Φλεβάρης με τηλεοπτικό ενδιαφέρον.

 

«Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου»: Περασμένες μου αγάπες

‘Δεν βαριέσαι. Τι παίρνει κανείς μαζί του; Μήπως μπορούμε να αλλάξουμε και τίποτα; Διαβάσατε τους αστροναύτες που είδαν τη γη και ανέτελλε; Ε, λοιπόν, σ’ αυτό δα το άστρο βρισκόμαστε…..Εδώ σταυρώθηκε ο Χριστός, εδώ ήπιε ο Σωκράτης το κώνειο, εδώ έπαιξε η κυρία Ευτυχία χαρτιά και τα ‘χασε.’

(1)

Είχα ακούσει πόσο καλή είναι η παράσταση «Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου» με τη Νένα Μεντή αλλά έτυχε να τη δω πρόσφατα, για πρώτη φορά. Φτάνω έξω από το θέατρο και βλέπω την μεγάλη αφίσα της παράστασης με το «έκτος κύκλος παραστάσεων» να δεσπόζει όλο καμάρι. Έτσι κατάλαβα ότι με περίμενε κάτι μεγάλο. Κάθομαι στην θέση μου, τα φώτα σβήνουν, ανάβουν ξανά και η Μεντή παίρνει την θέση της στη σκηνή ξεκινώντας τον μονόλογο. Έτσι ξεκίνησε το μεγάλο αυτό ταξίδι.

pic2

Μια παράσταση, όπου η πρωταγωνίστρια παραδίδει μαθήματα υποκριτικής, μαζί με την ευφυέστατη σκηνοθεσία του Πέτρου Ζούλια. Είναι μαγικός ο τρόπος με τον οποίο η Νένα Μεντή απευθύνεται και στο κοινό και στα διάφορα συγγενικά της πρόσωπα τα οποία απουσιάζουν οπτικά από τη σκηνή, μοιάζουν όμως σαν να υπάρχουν κάπου εκεί αόρατοι, καθώς και ο τρόπος που περνάει από την μία ηλικία στην άλλη.

Η παράσταση διανύει την περιπετειώδη ζωή της μεγάλης στιχουργού από τα παιδικά της χρόνια στο Αΐδίνιτης Μικράς Ασίας έως τον θάνατό της και βασίζεται στο βιβλίο «Η γιαγιά μου η Ευτυχία» της Ρέας Μαντέλη από τις εκδόσεις ΑΓΚΥΡΑ.

(3)

‘Εδώ είναι όλα. Μικρές χαρές, μεγάλες λύπες, άνθρωποι μικροί, μεγάλοι άνθρωποι…’

‘Εγώ πάντα έτσι ήμουνα. Να φάμε και να πιούμε σήμερα ή γαρ αύριον μεριμνήσει τα ευάτης’

 

«Η Επιστροφή»: Η εκδίκηση είναι στα χέρια του Θεού

Όλοι καταβάθος την περιμέναμε. Σινεφίλ ή όχι, όταν ακούγεται κάτι για νέα ταινία με τον Λεονάρντο Ντικάπριο, όλοι ανυπομονούν να τη δουν, να μπουν σε mode “Άντε θα το πάρει φέτος το Όσκαρ;” και το ίντερνετ να γεμίσει memes και εικόνες σχετικές με το θέμα. Τι συμβαίνει όμως, όταν το έργο που συμμετέχει ο υπερ –ταλαντούχος ηθοποιός, κάποιες φορές ξεπερνά ακόμα και τον ίδιο, μέσω των μαγευτικών εικόνων ή των μηνυμάτων, που παρέχει στο θεατή; Τότε συμβαίνει το «The Revenant», ή στα ελληνικά, «Η Επιστροφή».

Σε ένα ταξίδι στην αχαρτογράφητη Αμερική, τη δεκαετία του 1820, μια ομάδα αμερικάνων, που εμπορεύονται γούνες, θα δεχτούν επίθεση από μια φυλή ινδιάνων. Όσοι επιβιώσουν, θα εμπιστευτούν τον Hugh Glass (Λεονάρντο Ντικάπριο), ο οποίος ξέρει τον τρόπο για να τους βγάλει από τα άγνωστα μονοπάτια. Όταν όμως δεχτεί βάρβαρη επίθεση από αρκούδα, οι σύντροφοί του θα τον παρατήσουν για νεκρό. Σε μια προσπάθεια για επιβίωση, ο Glass υπομένει θλίψη, πόνο, τραύματα, καθώς και την προδοσία, από ένα από τα έμπιστα άτομα της ομάδας του, John Fitzgerald (Τομ Χάρντι).

pic1

Πίσω από την κάμερα υπάρχει ο Αλεχάντρο Γκονζάλες Ινιαρίτου. Ο δημιουργός των «Birdman» και «Χαμένες Αγάπες», κάνει ό,τι καλύτερο μπορεί με την σκηνοθεσία του έργου και πιστέψτε με, είναι παραπάνω από αρκετό. Εξαιρετικές γωνίες λήψεις, μεθυστικά πλάνα με τις μάχες και τα κυνηγητά να φαίνονται πιο ρεαλιστικά από ποτέ. Σε συνδυασμό με την εξαιρετική φωτογραφία του έργου και το φυσικό φωτισμό καθ’ όλη τη διάρκεια του, δημιουργείται ένα φιλμ οπτικά άριστο και αψεγάδιαστο.

Το στόρι είναι ίσως το αρνητικό του έργου, όχι επειδή είναι κακό, μα επειδή είναι λιγότερο καλό από τους υπόλοιπους παράγοντες της ταινίας. Πρόκειται για ένα φιλμ επιβίωσης, ο Glass περνά από σαράντα κύματα, μα η επιβίωση ενός ατόμου δεν αρκεί για να γεμίσει δυόμιση ώρες. Παρόλα αυτά, δεν καταφέρνει να κουράσει ούτε στο ελάχιστο, καθώς τα πλάνα που φαίνονται να περισσεύουν μέσα στο έργο, εξυπηρετούν στην χώνεψη του τι έχει συμβεί ως τότε. Με τα πολλά καταλαβαίνεις πως όλοι στην ταινία θέλουν με κάποιο τρόπο να επιβιώσουν. Και οι ινδιάνοι, που έρχονται αντιμέτωποι με τα όπλα και την απληστία των “λευκών”, και ο Fitzgerald, που θέλει να ξεφύγει από την ζωή που κάνει, μέχρι και η αρκούδα, που επιτίθεται στον Glass, με σκοπό να προστατέψει τα μικρά της.

pic2

Καθώς περνάμε στους ηθοποιούς, επιτρέψτε μου να μη σταθώ στις υποψηφιότητες και στο αν ο Ντικάπριο θα πάρει ή όχι το χρυσό αγαλματίδιο. Ναι, όλοι πλέον ξέρουμε ότι η Ακαδημία δεν του έχει φερθεί δίκαια και ναι είναι κοινώς αποδεκτό, πως ο άνθρωπος αξίζει ένα Όσκαρ (και δύο και τρία…). Ας μην επικεντρωθούμε όμως στη βράβευση, μα στην ερμηνεία που θα την προκαλέσει (αν την προκαλέσει).

Ο Λεονάρντο Ντικάπριο λοιπόν, κάνει μια ερμηνειάρα. Αγγίζει τα όρια της εξαθλίωσης, διώχνει από πάνω του την ρετσινιά του ομορφόπαιδου του Hollywood και γίνεται ο Hugh Glass, που περνά τα πάνδεινα και πασχίζει για την επιβίωση του. Πρόκειται για μια ερμηνεία, η οποία θα τον χαρακτηρίζει από δω και στο εξής, τελείως διαφορετική με ό,τι έχει κάνει ως τώρα, στην οποία όμως τα καταφέρνει εξίσου καλά με τους προηγούμενους ρόλους, φτάνοντας την τελειότητα. Στον πρόλογο ανέφερα, πως υπάρχουν φορές που το έργο ξεπερνά τον Ντικάπριο. Αυτό δε γίνεται επειδή ο πρωταγωνιστής κάνει κάτι λάθος. Απλά, όπως προαναφέρθηκε, σε πολλά σημεία αυτό που σε κερδίζει στο έργο είναι η εικόνα, που καταφέρνει να παραγκωνίσει κάπως στόρι και ερμηνευτές.

Στον δεύτερο ρόλο συναντάμε τον Τομ Χάρντι. Ο Χάρντι ερμηνεύει τον John Fitzgerald, τον κακό του έργου και ίσως τον πιο καλογραμμένο χαρακτήρα της ταινίας. Και το κάνει με άριστο τρόπο. Καταφέρνει να σε κάνει να τον μισήσεις, ενώ όντας βρετανός, πετυχαίνει αμερικάνικη χωριάτικη προφορά (ναι, σαν του Μακόναχι). Άξιος αναφοράς και ο Ντόμναλ Γλίσον («Από Μηχανής», «Brooklyn») στο ρόλο του λοχαγού Andrew Henry.

Συνοψίζοντας, «Η Επιστροφή» είναι η καλύτερη ταινία που έχει βγει μέχρι στιγμής μέσα στο μικρό μέρος του 2016 που έχουμε διανύσει και σίγουρα θα καταλήξει να είναι μια από τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς. Πρέπει να προειδοποιήσω όμως. Είναι μια βαριά ταινία. Και η ρεαλιστική αποτύπωση των εικόνων από τον Ινιαρίτου, σε συνδυασμό με τις ερμηνείες, σε κάνουν να νιώθεις πως είσαι κι εσύ εκεί

 

4 πράγματα που θα συμβούν αν δεν πάρει το Όσκαρ ο DiCaprio

Εξετάζουμε τους τρόπους με τους οποίους θα επηρεαστεί ο κόσμος γύρω μας εάν δεν βραβευτεί ούτε φέτος, ο δημοφιλής ηθοποιός Leonardo DiCaprio με το χρυσό αγαλματίδιο της Ακαδημίας (χιουμοριστικά).

Ας ξεκινήσουμε από τα βασικά. Ο DiCaprio φέτος θα πάρει επιτέλους το Όσκαρ. Είναι τελεσίδικο. Οι στοιχηματικές εταιρείες δίνουν την ελάχιστη δυνατή απόδοση και τα πάντα γύρω από την ταινία που είναι υποψήφιος αλλά και στο Χόλυγουντ γενικά, μυρίζουν Όσκαρ.

photo1
20th Century Fox

Η ταινία «The Revenant» αφορά την πραγματική ιστορία του Hugh Glass, ενός αμερικανού κυνηγού γουνών, ο οποίος βρίσκεται μόνος εγκαταλελειμμένος στη χιονισμένη φύση και ζει τη δικιά του Οδύσσεια (όπου Σκύλλα και Χάρυβδη βάλε αρκούδα). Επίσης, όπως έγινε γνωστό από αμέτρητα ρεπορτάζ και μέσα από δηλώσεις των ίδιων των συντελεστών, τα γυρίσματα της ταινίας αυτής διεξήχθησαν κάτω από δύσκολες καιρικές συνθήκες με πολικό κρύο, σε πραγματικά δάση και όχι μέσα στη ζεστασιά ενός στούντιο. Ήταν γενικά μια εξαντλητική εμπειρία, που τέσταρε τις σωματικές και ψυχολογικές αντοχές του DiCaprio. Με λίγα λόγια, η ταινία διαθέτει όλα εκείνα τα στοιχεία που χρειάζονται για να πάρει κάποιος Όσκαρ ερμηνείας. Έτσι κι αλλιώς, κακά ψέματα, δεν έχει και κάποιον δυνατό αντίπαλο στην οσκαρική κούρσα φέτος.

photo2

Εδώ και κάποια χρόνια έχει δημιουργηθεί μια μανία στους χρήστες του Διαδικτύου, για το γεγονός ότι δεν έχει βραβευτεί ακόμα με το Όσκαρ ο DiCaprio. Κάθε φορά που μπαίνουμε στην οσκαρική περίοδο, όλο το internet γι’ αυτό συζητάει. Που, δεν διαφωνώ, ο Leonardo DiCaprio είναι εξαιρετικός ηθοποιός και το αξίζει με το παραπάνω το χρυσό αγαλματίδιο, αλλά όλα αυτά έχουν να κάνουν με το πώς βλέπει κανείς τα Όσκαρ σαν θεσμό. Δηλαδή, αν βλέπεις τα Όσκαρ σαν κάποια βραβεία τα οποία δίνονται στους πραγματικά καλύτερους της χρονιάς όσον αφορά τον κινηματογράφο, τότε καλά κάνεις και νευριάζεις με τις αδικίες, αλλά τα βλέπεις λάθος. Είναι ολοφάνερο πως έχουν μια συγκεκριμένη πολιτική για το ποιον θα βραβεύσουν και το ότι υπηρετούν κάποια συμφέροντα. Όσο πιο γρήγορα μπεις στη λογική τους, τόσο καλύτερα θα περάσεις παρακολουθώντας τα. Από την άλλη, αν κάτσεις και παρατηρήσεις την ιστορία του θεσμού αυτού, και το πότε ή και αν βραβεύτηκαν σημαντικοί άνθρωποι του κινηματογράφου, θα συνειδητοποιήσεις ότι δεν είναι και τόσο αδικημένος τελικά ο DiCaprio.

Όπως και να ‘χει, διαβάζοντας αυτό το κείμενο και από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα στα social media, έχεις καταλάβει πως σίγουρα φέτος είναι η χρονιά του και το βράδυ της 28ης Φεβρουαρίου θα γυρίσει σπίτι με το βραβείο. Φαντάσου όμως να μη το πάρει ούτε φέτος. Φέτος που όλοι και όλα δείχνουν DiCaprio. Θα γίνει χαμός. Διάβασε παρακάτω τα τέσσερα πράγματα που θα συμβούν σε αυτή την περίπτωση.

1) Θα πέσει το ίντερνετ

Καμία Kim Kardashian. Το όλο θέμα έχει μαζέψει τόση προσοχή στον κόσμο του διαδικτύου και των κοινωνικών μέσων, που δεν γίνεται να μην προκληθεί κάτι κακό. Ήδη φαντάζομαι οργισμένα posts κατά της Ακαδημίας, αστείες αντιδράσεις ανθρώπων που παρακολουθούν τη στιγμή της ανακοίνωσης του νικητή, ατελείωτα memes και gifάκια σατιρικού περιεχομένου και πολλά άλλα. Κυριολεκτικά ο κάθε χρήστης των social media θα έχει να πει κάτι, ακόμα και ο ίδιος ο DiCaprio ίσως ανεβάσει tweet με κάποια καυστική ανακοίνωση κατά του θεσμού (στην ίδια φάση που κάνουν οι ελληνικές ομάδες κατά της διαιτησίας.

2) Θα γίνει μαζική πορεία διαμαρτυρίας στην Hollywood Boulevard υποκινούμενη από τον Tobey Maguire

SONY DSC

Ο κόσμος του Χόλυγουντ έχει υποστεί πολλά. Τόσα χρόνια περιμένει πως και πώς να πάρει ο DiCaprio το Όσκαρ, αλλά κάθε φορά η Ακαδημία τον σνομπάρει. Αν δε το πάρει ούτε φέτος το ποτήρι θα ξεχειλίσει, και δικαιολογημένα πλέον, θα οργανωθεί πορεία διαμαρτυρίας από τον κολλητό του, Tobey Maguire. Φυσικά όλο το Χόλυγουντ θα είναι εκεί, και λογικό θα είναι να ακολουθήσουν και επεισόδια. Σύμφωνα με φήμες, στην πρώτη γραμμή κρούσης θα βρίσκεται, μεταξύ άλλων, και ο Martin Scorsese, από τα χέρια του οποίου θα πεταχτούν πολλές βόμβες μολότοφ.

3) Ο DiCaprio θα πνίξει τον πόνο του στα φτερά ενός αγγέλου της Victoria Secret

photo4

Δυστυχώς είναι όσο σκληρό όσο ακούγεται. Θα πάνε μαζί κρουαζιέρες, ταξίδια και λοιπά τέτοια ανιαρά. Στο τέλος της σεζόν θα παρακολουθήσει από τις courtside θέσεις του στο Staples Center, τον Kobe Bryant να παίζει για τελευταία φορά μπάσκετ, και μετά το τέλος του αγώνα οι δύο θα μοιραστούν τις στεναχώριες τους.

4) Θα πρωταγωνιστήσει σε τηλεοπτική σειρά

photo5

Έχοντας απηυδήσει από την αδιαφορία που δείχνουν τα μέλη της Ακαδημίας προς το πρόσωπό του, θα προσπαθήσει να ανανεώσει την καριέρα του δοκιμάζοντας την τύχη του στην τηλεόραση. Οι πιθανότητες ενός τέτοιου σεναρίου αυξάνονται αν το Όσκαρ φέτος πάρει ο Bryan Cranston. Η σειρά θα είναι spin-off του Τιτανικού και θα εξερευνά τις ζωές του Jack και της Rose αν δεν υπήρχε παγόβουνο.

«Steve Jobs»: Από Μηχανής “Θεός”… ή μήπως όχι;

Αδιαμφισβήτητα ο Steve Jobs ήταν μια εκ των πιο σημαντικών προσωπικοτήτων στον κόσμο της τεχνολογίας, έχοντας προεδρεύσει της εταιρίας Apple για πολλά χρόνια και φέρνοντας πολλές από τις τεχνολογικές αλλαγές, που αυτή την στιγμή οι περισσότεροι από εμάς απολαμβάνουμε στο έπακρο. Ο πρόωρος θάνατος του – ήταν μόλις 56 ετών – σόκαρε πολύ τον κόσμο και πάρα πολλοί έσπευσαν να τον θεοποιήσουν. Ήταν όμως ο θεός που όλοι προσπαθούσαν να αναδείξουν; Το «Steve Jobs» του Danny Boyle («Trainspotting», «Slumdog Millionaire») καλείται να δώσει μια απάντηση.

Η ταινία δεν είναι μια συνηθισμένη βιογραφία, αντίθετα ακολουθεί τον Steve Jobs (Michael Fassbender) στα παρασκήνια τριών διαφορετικών (και σημαντικών) στιγμών της καριέρας του: την παρουσίαση του Macintosh 128K το 1984, την παρουσίαση του NeXT το 1988 και, εν τέλει, την παρουσίαση του iMac το 1998, μοντέλου το οποίο ουσιαστικά ανέστησε και την Apple. Σε αυτά τα παρασκήνια βλέπουμε τον Jobs να ταπεινώνει τους υπαλλήλους του, να τσακώνεται με την πρώην του σχετικά με την μικρή τους κόρη, να έρχεται σε σύγκρουση με τους φίλους του και, συχνότερα, να προσπαθεί να συνεννοηθεί με την πιστή του βοηθό Joanna Hoffman (Kate Winslet), η οποία φαίνεται να είναι η μόνη που έχει τον απόλυτο έλεγχο.

pic1

Το σενάριο του έργου το έχει αναλάβει ο Aaron Sorkin ( βραβευμένος με Oscar Σεναρίου για το «Social Network»), εμπνευσμένος από την βιογραφία του Jobsγραμμένη από τον Walter Isaacson. Εκεί όμως που ο Sorkin διαπρέπει (και πάντα διέπρεπε) είναι οι απίστευτα γρήγοροι και έξυπνοι διάλογοι των χαρακτήρων, οι οποίοι έχουν πάντα έντονες συνδιαλέξεις, κάθε φορά με κάτι καινούργιο και χωρίς να αναμασάνε και να επαναλαμβάνουν τα ίδια πράγματα συνεχώς. Η ράχη του έργου όμως είναι ο χαρακτήρας του ήρωα του, ο οποίος παρουσιάζεται σαν ένας προβοκάτορας που προσβάλει τους πάντες και τα πάντα χωρίς να νοιάζεται ιδιαίτερα και χωρίς να δίνει σημασία στα συναισθήματα των άλλων ή, έστω όλων των άλλων. Το μόνο πράγμα όμως που τον αλλάζει είναι η σχέση του με την κόρη του, Lisa, η οποία είναι ίσως το μοναδικό πράγμα που έχει κάποια σημασία γι’ αυτόν. Και οι συζητήσεις του με όλους τους υπόλοιπους χαρακτήρες είναι αυτές που λίγο-λίγο αποκαλύπτουν τον χαρακτήρα του, τα συναισθήματα του για τους άλλους και μαζί την σταδιακή του ωρίμανση.

Η σκηνοθεσία του Boyle είναι ενδιαφέρουσα σε σημεία, όμως ποτέ δεν είναι συναρπαστική. Σίγουρα δημιουργεί ένα ωραίο στήσιμο και διοικεί πολύ σωστά το οικοδόμημα της ταινίας, όμως μπροστά στις παλιές του δουλειές όπως το «Trainspotting» η μαγεία του και η νεανικότητα που είχε στην κάμερα φαίνονται χαμένες. Ένα πολύ θετικό όμως στοιχείο της σκηνοθεσίας του είναι το γεγονός πως χρησιμοποιεί διαφορετικούς τρόπους κινηματογράφησης σε κάθε τομέα του έργου, χρησιμοποιώντας στις σκηνές του παρελθόντος φιλμ της εποχής εκείνης και φτάνοντας εν τέλει να γυρίζει με ψηφιακές κάμερες στο τέλος, δίνοντας στο φιλμ μια ιδιαίτερη αισθητική, την οποία σιγοντάρει ο Daniel Pemberton με το ηλεκτρονικό και όμορφο score του.

pic2

Αυτό για το οποίο όλοι έχουν να μιλάνε και να λένε πως η ταινία πέτυχε είναι οι ερμηνείες της. Όλο το καστ στο σύνολό του κάνει καλή δουλεία, κυρίως δίνοντας υπόσταση στον διάλογο, που ήδη υπάρχει. O Jeff Daniels είναι εξαιρετικός στο ρόλο του John Sculley (πότε δεν ήταν, άλλωστε ;), ενώ ο Seth Rogen κάνει την έκπληξη σε δραματικό ρόλο ως Steve Wozniak και βουλώνοντας πολλά στόματα που λέγανε πως δεν θα τα κατάφερνε. Όμως τα δύο μεγαλύτερα ονόματα του έργου είναι και αυτά που κλέβουν την παράσταση: Η KateWinslet στο ρόλο της Hoffman είναι ηλεκτρική και είναι το ψύχραιμο αντίβαρο του Jobs, συνεχώς έτοιμη για όποια κρίση εμφανιστεί και έχοντας σχεδόν πάντα τον έλεγχο της κατάστασης. Και ύστερα έχουμε τονMichael Fassbender, έναν ηθοποιό που δεν μοιάζει καθόλου με τον Steve Jobs και που καταφέρνει να σε πείσει πως είναι ο Jobs. Έχοντας σαν χάρισμα να αιχμαλωτίζει την οθόνη σε κάθε του ταινία, ο Fassbender καταφέρνει εδώ μια από τις καλύτερες ερμηνείες της καριέρας του και τιμά και με το παραπάνω την παρουσία του ανάμεσα στους υποψηφίους του βραβείου Oscar Α’ Ανδρικού ρόλου, το ίδιο και η Winslet στην κατηγορία του Β’ Γυναικείου.

Όμως εδώ οφείλω να αναρωτηθώ κάτι: δεν είναι κάπως νωρίς για μια τέτοια βιογραφία; Σίγουρα, ο Jobs ήταν σημαντική προσωπικότητα και άφησε το στίγμα του στην γενιά μας, όπως και οφείλουμε να παραδεχθούμε πως η ταινία έχει χαρακτηριστεί σαν μια πολύ ιστορικά ακριβής προσέγγιση της ζωής του. Όμως ποιος είναι ο σκοπός της ταινίας, εν τέλει; Το «Social Network» ήταν άλλη μια βιογραφία που γυρίστηκε πολύ νωρίς, κατηγορήθηκε για ανακρίβειες, που στο διαταύτα όμως μιλούσε για την ψηφιακή επανάσταση και την εποχή μας μέσα από το Facebook και την εξάπλωση του. Εδώ όμως δεν φαίνεται πουθενά κάτι αντίστοιχο, κάτι που θα λέει κάτι παραπάνω από μια ιστορία και που θα αποτελεί λόγο για να μιλάμε για το έργο μετά από μερικά χρόνια. Και, ενώ αποπειράται να μείνει μακριά από την φόρμα μιας οποιασδήποτε βιογραφικής ταινίας, στο τέλος η ουσία της είναι στην εξιστόρηση καθ’ εαυτή και όχι σε κάτι παραπάνω, με αποτέλεσμα να μοιάζει με μια… απλά βιογραφία.

Σίγουρα το «Steve Jobs»είναι ένα αξιόλογο έργο κυρίως για τους διαλόγους και τις ερμηνείες του, χωρίς όμως να είναι ένα αξιομνημόνευτο έργο. Και, χωρίς να είναι μια απογοήτευση, δεν καταφέρνει να γοητεύσει πραγματικά το κοινό. Σίγουρα ο χρόνος σας δε θα χαθεί με το έργο, όμως αν προτιμήσετε να το δείτε όταν κυκλοφορήσει σε DVD δε θα σας αδικήσει κανείς. Σε όλους τους υπόλοιπους, καλή θέαση.

 

«Σκέψου έναν αριθμό»: Η επιλογή σου, η ζωή σου, ο θάνατός σου

Από τον συγγραφέα John Verdon, που έγινε γνωστός εν μια νυκτί, έχουμε το αστυνομικό μυθιστόρημα «Σκέψου έναν αριθμό», το όποιο εκδόθηκε πρώτη φορά το 2010 και γνώρισε μεγάλη εισπρακτική επιτυχία. Ήταν το πρώτο του βιβλίο που δημοσιεύτηκε και όπως είπε και ο ίδιος, τον ώθησε η γυναίκα του να το γράψει.

Η ιστορία ξεκινά όταν ο Μαρκ, ένας παλιός συμμαθητής του αστυνομικού Dave Gurney επιθυμεί να τον συναντήσει ύστερα από χρόνια . Όταν έρχονται πρόσωπο με πρόσωπο, του δείχνει ένα περίεργο γράμμα από έναν άγνωστο αποστολέα. Ο άγνωστος Χ στο σημείωμα λέει ότι είδε τυχαία τον Μαρκ ύστερα από χρόνια και πως του ξύπνησε αναμνήσεις. Υποστηρίζει ότι τον ξέρει καλύτερα από τον καθένα και με σκοπό να του το αποδείξει, προτείνει να σκεφτεί έναν αριθμό ανάμεσα στο 1 και στο 1000.

Αυτό που τον τρομοκρατούσε ήταν ότι όταν άνοιξε τον μικρότερο φάκελο, που ήταν μαζί με το σημείωμα, είδε γραμμένο τον αριθμό που σκέφτηκε. Ύστερα από αυτό το γράμμα ακολούθησαν και άλλα με μικρά ποιήματα και αόριστους γρίφους, τα οποία έδειχναν την επιθετικότητα του αποστολέα προς τον Μαρκ, λόγω του αλκοολισμού του. Ο φόβος του αποδεικνύεται απόλυτα δικαιολογημένος, όταν βρίσκετε τελικά νεκρός. Ο φόνος του όμως δεν είναι ο μόνος που διαπράττει ο άγνωστος Χ, καθώς και άλλα θύματα εμφανίζονται, τα οποία έχουν συνδετικό κρίκο το μυστηριώδες γράμμα.

Οι έξυπνοι τρόποι των εγκλημάτων, τα ευφάνταστα στιχάκια και η πρωτότυπη ιστορία του, σίγουρα είναι αξία προσοχής, όπως και η δομημένη πλοκή του . Αντιθέτως, οι απλοί χαρακτήρες, οι μεγάλοι διάλογοι και οι εκτενείς και κουραστικές επεξηγήσεις, που επαναλαμβάνονται ανά τακτά διαστήματα, είναι από τα αδύναμα σημεία του βιβλίου.

«Ζαν Σαντέιγ»

Σε μια κατάσταση νωθρότητας που αγγίζει την απογοήτευση, ο Ζαν στην κοιλάδα ενός βουνού θυμάται τη θάλασσα. Η θάλασσα τον πάει σε μια άλλη εποχή, όπου μπορεί να χάνει χρόνο ονειροπολώντας. Παίρνει τον δρόμο του γυρισμού. Τώρα φαντάζει διαφορετικός. Αυτά που τον έπνιγαν πλέον δεν υπάρχουν, η μνήμη της θάλασσας ξέπλυνε το βάρος από τους ώμους του. Σχεδόν ανυπομονεί να γυρίσει. Περνάει από τις αφηρημένες ονειροπολήσεις μιας “άλλης πραγματικότητας”, στις  υλικές απολαύσεις των ονειροπολήσεων αυτών. Βρίσκεται σε έναν χωρίς τέλος διάλογο με τη μνήμη, πατώντας απαλά πάνω της, μπορεί να βιώσει τις απολαύσεις της “πραγματικότητας”.

Με την παραμικρή βία μπορούν όλα να διαλυθούν, μια παρατήρηση της μητέρας του, ή μια φωνή του πατέρα του, εύκολα τον ρίχνουν στην πεζότητα της πραγματικότητας.  Στην πρώτη αυτή ανάμνηση τονίζεται η τομή διάκρισης ανάμεσα στους ανθρώπους και τα πράματα. Οι άνθρωποι λειτουργούν αυτιστικά . Επικοινωνούν ο ένας στον άλλον ό,τι πιο βαρετό και κοινό έχουν. Ο άνθρωπος ανήκει στο πεπερασμένο. Πράγματα υπήρχαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν, πριν και μετά από αυτόν, αυτά κρατούν κάτι από εμάς . Με βάση αυτή τη διάκριση θα κατανοήσουμε γιατί τα πράγματα και όχι οι άνθρωποι λειτουργούν ως εφαλτήρια της μνήμης.

Απροσδιόριστα στο χρόνο ο Ζαν βρίσκεται στη θάλασσα του Βορρά, ταξιδεύοντας φτάνει στις ακτές της Βαλτικής. Βλέπει τη θάλασσα να ανεβαίνει στην άμμο «με πολύ μικρά μαργαριταρένια κύματα». Μια άγνωστη θάλασσα, ένα άγνωστο μέρος. Τα κύματα όμως του ήταν γνωστά. Ήταν τα ίδια αυτά κύματα που του ήταν τόσο οικεία, τα κύματα της Μάγχης. Τα ίδια κύματα θα μπορούσαν να αφρίζουν και να σκάνε πάνω σε οποιονδήποτε βράχο ή ακροθαλασσιά. Και θα ήταν πάλι τα ίδια κύματα, κουβαλώντας πάνω τους σαν στολίδι την ίδια ανάμνηση. Αυτήν η ανάμνηση που θα διατηρηθεί και μετά τον Ζαν.

Ο μοναδικός δρόμος προς την “αλήθεια”, είναι αυτός της φαντασίας. Ο παραμυθένιος κόσμος των αναμνήσεων, αγγίζει την τάξη του “πραγματικού”. Όταν ο Μπόρχες γράφει «Δεν υπάρχουν παράδεισοι, άλλοι από τους χαμένους παραδείσους.», εύκολα αναγνωρίζουμε τα λόγια του Προυστ. Αναγάγει τον “παράδεισο” σε έναν χαμένο χρόνο, με τον οποίο επικοινωνούμε μέσω της μνήμης και της φαντασίας.

Στο τρίτο κείμενο ο Ζαν βρίσκεται στη λίμνη της Γενεύης. Ανάμεσα σε αυτόν που την αντικρίζει σήμερα και αυτόν που την έβλεπε τότε, υπάρχει κάτι άλλο, μέσα σε αυτό το χώρο πλανάται η φαντασία. Η λίμνη πλέον χάνει την υπόσταση της ως τέτοια. Τώρα είναι η εικόνα «μιας ζωής βιωμένης καιρό τώρα». Προσωποποιεί και νοηματοδοτεί τη φαντασία την τοποθετεί «γύρω από ένα παρελθόν, όταν αυτό βρίσκεται εγκλωβισμένο σε ένα παρόν». Θέλει να αφήσει τη μνήμη να ανασύρει εικόνες από το ασυνείδητο και συνειρμικά να (ανα)κατασκευάσει το παρελθόν.

Ο Ζαν «χρειαζόταν την ανάμνηση, όχι ακριβώς την ανάμνηση αλλά τη μετάλλαξη της ανάμνησης σε μια άμεσα αισθητή πραγματικότητα». Μέσω αυτής δίνεται η αίσθηση πως αυτό που κάποτε είχε βιωθεί ζει ακόμα και συνεχίζει παράδοξα να υπάρχει. Παρελθόν και παρόν βρίσκονται σε μια συνεχή διάδραση, που δημιουργεί κάτι ποιοτικά νέο, έξω από τον χρόνο, ένα “νόημα” βουτηγμένο  στη φαντασία.

«Αλλά αυτές οι στιγμές μιας χαμένης εκ των προτέρων ευτυχίας γίνονται όλο και πιο σύντομες, όλο και πιο σπάνιες». Στο τέταρτο κείμενο αντιμετωπίζεται η φθορά του έρωτα. Η μουσική φράση της σονάτας του Σαιν-Σανς παίζει ξανά και ξανά τα χρόνια του έρωτα του Ζαν. Δέκα χρόνια μετά το τέλος του έρωτά του, ο Ζαν θα ακούσει την ίδια μουσική φράση. Η φράση διήρκεσε περισσότερο. Είχε ακούσει, είχε κρατήσει σιωπές και εξάρσεις. Τον μετέφερε πίσω. Δεν του θύμισε τη Φρανσουάζ, αλλά όλα τα μέρη στα οποία του είχε παίξει αυτή τη μουσική φράση. Μέσα σε όλα αυτά δε βρήκε πουθενά την επιθυμία να αγαπήσει ξανά.

Αυτά ήταν τέσσερα κείμενα του Ζαν Σαντέιγ, καλύτερα τέσσερεις αναμνήσεις του Ζαν Σαντέιγ. Ο Μαρσέλ Προυστ βυθίζει τον αφηγητή του στη σύγχυση των αναμνήσεων, εμφανίζει φευγαλέες σκέψεις, αληθινές απολαύσεις και προσπαθεί να κατανοήσει τη ζωή. Αν πούμε πως η πρώτη εμπειρία της ζωής είναι αυτή κατά τον Ηράκλειτο που προσπαθούμε να την αδράξουμε και να τη ζήσουμε, τότε η δεύτερη είναι αυτή που μας επιβάλει να την (ξανα)ζήσουμε μέσω της φαντασίας και της τέχνης. Έτσι δημιουργείται προσωπική και διαχρονική χροιά της ζωής.

Ο Προυστ ασχολήθηκε με το «Ζαν Σαντέιγ» από το 1895 μέχρι το 1900, από αυτό άντλησε και βασικές ιδέες, τοπία, καταστάσεις, ακόμα και ολόκληρη ανάπτυξη θεμάτων που βρίσκουμε στο «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο», ένα βιβλίο που έχει χαρακτηριστεί ως ένα από τα σημαντικότερα του 20ου αιώνα. Όπως λέει και η Λητώ Ιωακειμίδου «ενώ η συμβατική μνήμη κατά τον Προύστ , αγνοεί τις αισθήσεις, εδώ ένα οπτικό ερέθισμα, φέρνει στο φώς έναν ολόκληρο κόσμο, γιατί τον εμπεριέχει ήδη». Όπως τα σύγχρονα μυθιστορήματα έτσι και αυτό πραγματεύεται το χρόνο. Όχι το χρόνο που βρίσκουμε στις παλιές επιστήμες, τον κυκλικό αντιστρέψιμο χρόνο, αλλά το χρόνο κατά τον Μπερξόν βασιζόμενο στη μη αντιστρεψιμότητα, ένα χρόνο ποιοτικά νέο.

Το ύφος που βρίσκουμε στο «Ζαν Σαντέιγ» είναι αντιπροσωπευτικό του συγγραφέα και συμβάλει στην ολοκλήρωση του συγγραφικού του στόχου. Οι άκρως ποιητικές περιγραφές μεταφέρουν τον αναγνώστη στις εικόνες της μνήμης και σε όλους τους τόπους του Ζαν Σαντέιγ.

«Bonnie & Clyde»

«Κλάιντ Μπάροου και Μπόνι Πάρκερ, με την ωμότητα των επιθέσεων τους έχουν γδάρει την ψυχή αυτής της χώρας»

Το κυνήγι είναι συνυφασμένο με την ίδια τους την ύπαρξη. Έτσι λοιπόν ξεκινούν ίσως το τελευταίο κυνήγι της ζωής τους προσπαθώντας να ξεφύγουν από τους εξωτερικούς, και εσωτερικούς τους, διώκτες.

Ποιοι άραγε είναι οι πιο επικίνδυνοι;

SAMSUNG CSC

Οδηγώντας ένα κλεμμένο Ford V8 γεμάτο με όπλα, η Μπόνι Πάρκερ και ο Κλάιντ Μπάροου, κυνηγημένοι από την αστυνομία βρίσκουν ένα τελευταίο καταφύγιο.

 

SAMSUNG CSC

Τραυματισμένοι και εξαντλημένοι θα ζήσουν τις τελευταίες τους στιγμές προσπαθώντας να ξεφύγουν από τους δαίμονες τους ενώ ο χρόνος μετράει αντίστροφα για την προσωπική τους ελευθερία.

Βασισμένο στην αληθινή ιστορία του διάσημου ζευγαριού που σάρωσε τις νότιες πολιτείες της Αμερικής, το έργο ακροβατεί μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας, θανάτου και ζωής, έχοντας ομήρους τους θεατές, συνένοχους σε ένα παιχνίδι όπου το τέλος μπορεί να είναι μόνο ο θάνατος.

Οι ηθοποιοί κινούνται σκηνικά σε έναν εικαστικό χώρο δράσης δημιουργώντας στους ίδιους και στους θεατές μια αυξανόμενη πίεση. Εκεί μέσα προσπαθούν να ανακαλύψουν την πραγματική σχέση κυνηγού και θηράματος, με μόνη τους συντροφιά τους… ομιχλώδεις ήχους ενός σαξοφώνου! Δημιουργούν ένα συνεχόμενο παιχνίδι ομηρίας με τους θεατές χωρίς ουσιαστικά να γνωρίζουν τον πραγματικό όμηρο…

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ

Σκηνοθεσία: Λευτέρης Παπακώστας

Φωτισμοί: Κώστας Παπαθεοδώρου

Σκηνικά-κουστούμια: Μάριος Ράμμος

Μουσική- σχεδιασμός ήχου: Μάριος Τσάγκαρης

Βοηθός Σκηνοθέτη: Δωροθέα Δημητρίου

Επιμέλεια παράστασης: Δημήτρης Λογοθέτης

Ερμηνεύουν: Οδύσσεια Μπουγά, Γιώργος Αδαμαντιάδης, Θεοδοσία Σαββάκη

Μια παραγωγή της Memento Mori

Από 20 Ιανουαρίου 2016
Κάθε Τετάρτη στις 21:15,

στο Θέατρο Βαφείο – “Λάκης Καραλής”
Αγίου Όρους 16 & Κωνσταντινουπόλεως 115,
πλησίον μετρό Κεραμεικός

ΤΙΜΕΣ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ

10€ Γενική είσοδος | 5 μειωμένο

Κρατήσεις θέσεων στο: 210-3425637 και 6971879881

Χορηγός ΕπικοινωνίαςHashMag.gr - LogoΣτείλτε το όνομά σας στο [email protected], ή στις σελίδες μας στο Facebook και στο Twitter και μπείτε στην Κλήρωση για μία διπλή πρόσκληση για την παράσταση κάθε εβδομάδα.

5 φορές που ο Severus Snape μας δίδαξε ζωή

Με αφορμή το θάνατο  του σπουδαίου βρετανού ηθοποιού Alan Rickman, θυμόμαστε πέντε σημαντικές στιγμές του διασημότερου ρόλου του, Severus Snape.

Η είδηση του θανάτου του Alan Rickman, αποτέλεσε μεγάλο πλήγμα στον κόσμο του θεάτρου και του κινηματογράφου παγκοσμίως, καθώς υπήρξε μια σπουδαία προσωπικότητα που άφησε το στίγμα της στον καλλιτεχνικό χώρο.

Γνωστός για την χαρακτηριστική χροιά φωνής, προφοράς και τον καθηλωτικό τρόπο ομιλίας, είχε καταφέρει να υποδύεται άλλοτε τον villain, και άλλοτε τον πρωταγωνιστή ρομαντικής κομεντί, με την ίδια ευκολία. Παίζοντας τον κακό Hans Gruber στο «Die Hard» είχε αποκτήσει μεγάλη φήμη, η οποία εκτοξεύθηκε σε μυθικά ύψη όταν πήρε το ρόλο του καθηγητή Severus Snape, στο υπερ-επιτυχημένο franchise «Harry Potter».

Ο Severus Snape ήταν ο καθηγητής μαγικών φίλτρων στο σχολείο Hogwarts, όπου φοιτούσε ο Harry Potter. Μυστηριώδης, σκληρός, αυστηρός και ανέκφραστος, ήταν ένας από τους σπουδαιότερους μάγους που υπήρξαν, κουβαλώντας ένα σκοτεινό παρελθόν αλλά με λαμπρή κατάληξη. Έπαιξε ζωτικό ρόλο στα γεγονότα της ιστορίας του Harry Potter, και ο Alan Rickman έμοιαζε σα να είχε γεννηθεί για να υποδυθεί αυτό το χαρακτήρα. Έκανε εκπληκτική δουλειά στην ενσάρκωσή του, και κακά τα ψέματα, οι περισσότεροι γι’ αυτό τον ρόλο θα τον θυμόμαστε. Πάμε λοιπόν να δούμε πέντε φορές που ο καθηγητής που λατρεύουμε να μισούμε, Severus Snape μας «δίδαξε ζωή». Ετοιμάσου για μια δυνατή γροθιά νοσταλγίας.

Όταν η παρουσία του υπερκάλυψε το πρωταγωνιστικό τρίο, σε μια σκηνή που δεν χρειάστηκε καν να μιλήσει.

Καθώς ο Χάρι, ο Ρον και η Ερμιόνη συζητούν για τον Χριστουγεννιάτικο χορό και τους παρτενέρ τους, ο Snape τριγυρνάει από πάνω τους σα το χάρο και τους χτυπάει για να κάνουν ησυχία. Το αποτέλεσμα είναι ξεκαρδιστικό.

Όταν γλεντάει ολόκληρο Gryffindor και τον καθηγητή Lupin μαζί.

Σε αυτή τη σκηνή ο Snape μπαίνει φουριόζος στο μάθημα «Άμυνα εναντίων των Σκοτεινών Τεχνών» και πριν προλάβεις να αναρωτηθείς τι κάνει αυτός εδώ αντί του Lupin, έχει αρχίσει ήδη την παράδοση για τους λυκάνθρωπους, σελ. 394. Επίσης, μισεί το Gryffindor και αυτό βγαίνει προς τα έξω. Η Ερμιόνη τρώεi τα μούτρα της παρόλο που απαντάει άριστα, ενώ ο Χάρι προκαλεί την τύχη του με τέτοιες ερωτήσεις.

Όταν βάζει τον Χάρι στη θέση του, ο οποίος είχε το θράσος να χρησιμοποιήσει τα ξόρκια του ίδιου του Snape, εναντίον του.

Εδώ έχουμε το μεγάλο spoiler της έκτης ταινίας. Ο Χάρι Πότερ κυνηγά τον Snape, που μόλις έχει σκοτώσει τον Dumbledore. Στην προσπάθειά του να του ρίξει ένα ξόρκι (Sectusempra) που έμαθε από το μυστικό του βιβλίο, τρώει μέγα άκυρο. Αφού ο Snape τον αποκρούει με χαρακτηριστική ευκολία, του αποκαλύπτει πως ο ίδιος είναι ο Ημίαιμος Πρίγκιπας και το ξόρκι αυτό είναι δικό του.

Όταν συναντάει τον Χάρι για πρώτη φορά, και του εκφράζει τα συλλυπητήρια του για τη μάνα του, με όχι τόσο προφανή τρόπο.

photo1

Η αγάπη του Snape για τη Lily Evans είναι γνωστή και αποτελεί την μοναδική ηθική πυξίδα, με βάση την οποία κάνει επιλογές στη ζωή του. Έτσι, η πρώτη κουβέντα έβερ που λέει ο Snape στον Χάρι, μπορεί φαινομενικά να είναι μια τυπική ερώτηση φίλτρων, αλλά κατά βάθος εκφράζει τη λύπη του για τον θάνατο της Lily. «Tell me, what would I get if I added powdered root of asphodel to an infusion of wormwood?». Σύμφωνα με τη βικτωριανή γλώσσα των ονομάτων των λουλουδιών, η φράση αυτή σε ελεύθερη μετάφραση σημαίνει: «I bitterly regret Lily’s death».

Όταν με μία μόνο λέξη εκφράζει τα συναισθήματά του για την μητέρα του Χάρι, Lily Potter.

Εδώ είμαστε στα τελειώματα της ιστορίας του Harry Potter, σε μια από τις πιο συγκινητικές στιγμές του franchise. Ο Dumbledore τεστάρει τα κίνητρα του Snape όσον αφορά το σχέδιο, που πρέπει να ακολουθηθεί μέχρι το τέλος. Ο Snape καλεί τον προστάτη του, ο οποίος έχει τη μορφή θηλυκής ελαφίνας, ίδιο με αυτόν της Lily, γεγονός που αποδεικνύει την απεριόριστη αγάπη του προς αυτή. Έπειτα, ο Dumbledore τον ρωτάει «After all this time?» («την αγαπάς ακόμα μετά από τόσο καιρό;»), και ο Snape απαντάει λακωνικότατα «Always», και η φράση αυτή έμεινε στην ιστορία.

photo2

R.I.P. Alan Rickman.

5 φορές που ο Leonardo DiCaprio έπρεπε να είναι υποψήφιος για το Oscar

Όλοι ξέρουμε τον Leonardo DiCaprio. Αρχικά στον «Τιτανικό», όπου έγινε ο νεανικός έρωτας κάθε κοριτσιού, ύστερα όμως στέφθηκε από πολλούς ως ο καλύτερος ηθοποιός της γενιάς του και ένας από τους μεγαλύτερους επαγγελματίες του χώρου, με ερμηνείες σαν αυτή του «Wolf of Wall Street» να τον κάνουν να μετράει 5 υποψηφιότητες για Βραβείο Oscar.

Η νέα του ταινία «Revenant» είναι αύτη που χθες του χάρισε την έκτη του υποψηφιότητα για το βραβείο και σίγουρα την μεγαλύτερη του πιθανότητα νίκης μέχρι και σήμερα, μια νίκη που όλοι φαίνονται να προσδοκούν στον κόσμο του ίντερνετ. Όμως δεν ήταν τυχερός με όλες του τις ταινίες, ούτως ώστε να εξασφαλίσει μια υποψηφιότητα. Η παρακάτω λίστα λοιπόν, σας παρουσιάζει μερικές από τις καλύτερες και όχι υποψήφιες ερμηνείες του ηθοποιού, πάντα με τα κριτήρια του Hashmag.

5) «J. Edgar» (2011)

35e1d9b3b3b5232d_Jed3

Ο Clint Eastwood εδώ δίνει στον DiCaprio την ευκαιρία να υποδυθεί τον αμφιλεγόμενο ιδρυτή του FBI J. Edgar Hoover, ο οποίος είχε εμπλακεί σε μερικές από τις μεγαλύτερες ιστορικές στιγμές του 20ου αιώνα, ενώ ταυτόχρονα ήταν ο ίδιος ομοφυλόφιλος. Η ταινία είναι ένα βιογραφικό δράμα εποχής, το οποίο παρά τις καλές του προθέσεις δεν άγγιξε όσους θα ήθελε. Η ερμηνεία του DiCaprio όμως είναι για μια ακόμη φορά μαγνητική, το καλύτερο στοιχείο του έργου και αυτό το οποίο κράτησαν οι θεατές στην μνήμη τους ακόμη και αφότου έπεσαν οι τίτλοι.

4) «The Departed» (2006)

pic2

Στην τρίτη του συνεργασία με τον Martin Scorsese (μετά τα «Gangs of New York» και «Aviator»), ο DiCaprio αναλαμβάνει τον ρόλο ενός μυστικού αστυνομικού, που διεισδύει στα άδυτα της συμμορίας ενός Ιρλανδού γκάνγκστερ (Jack Nickonson), ώστε να ανακαλύψει τον πληροφοριοδότη του τελευταίου στην αστυνομία (Matt Damon). Εκείνη την χρονιά ο Leo ήταν υποψήφιος τρίτη φορά για Oscar για το«Blood Diamond», όμως αυτός εδώ ο ρόλος του είναι πιο αξιομνημόνευτος και ήταν και αυτός που στην ουσία τον έβαλε στον κινηματογραφικό χάρτη οριστικά και που έδειξε πως είχε τα φόντα να γίνει ο μεγάλος και σοβαρός πρωταγωνιστής που είναι σήμερα.

3) «Catch Me if you Can» (2002)

pic3

Στην ομώνυμη κωμωδία του Steven Spielberg ο DiCaprio εμφανίζεται στον πρώτο του πραγματικά δύσκολο ρόλο, όπου υποδύεται τον πραγματικό απατεώνα Frank Abagnale Jr., ο οποίος μέχρι τα 19 του είχε καταφέρει να κλέψει αμέτρητα χρήματα και να εξαπατήσει υποδυόμενος τους ρόλους του πιλότου, του γιατρού ή, ακόμη, και του πράκτορα του FBI. Μπορεί δίπλα του στέκεται επάξια ο Tom Hanks, όμως ο Lio είναι που κλέβει την παράσταση.

2) «Shutter Island» (2010)

pic4

Τέταρτη καρποφόρα συνεργασία με τον Scorsese, αυτή την φορά στην μεταφορά του ομώνυμου αστυνομικού μυθιστορήματος του συγγραφέα Dennis Lehane («Mystic River»). Εδώ ο μεγάλος σταρ υποδύεται έναν ειδικό αστυνομικό που έχει ταξιδέψει σ’ ένα άσυλο για παράφρονες εγκληματίες, με σκοπό να βρει μια εξαφανισμένη ασθενή, όμως έρχεται αντιμέτωπος με καταστάσεις, που μπορούν να φέρουν στο φως πολλά κρυμμένα μυστικά, που ούτε ο ίδιος δε θα φανταζόταν πως θα έβρισκε. Μια πολύ ανατρεπτική ιστορία που αδίκως δεν κέρδισε το κοινό όταν προβλήθηκε, την οποία όμως ο DiCaprio μεταφέρει στις πλάτες του με μεγάλο χάρισμα, άξιο προσοχής.

1) «Django Unchained» (2012)

pic1

Οκ, όλοι ξέρουμε τον Quentin Tarantino, το κακό παιδί του Χόλυγουντ, την λατρεία του για την βία και τα σπαγγέτι γουέστερν. Αυτή η ταινία ήταν η πρώτη του απόπειρα στο είδος (πιο πρόσφατα μας έδωσε το «Hateful Eight»), ακολουθώντας τον ελεύθερο πρώην σκλάβο Django στο ταξίδι του να ελευθερώσει την σύζυγο του από τους γαιοκτήμονες δουλεμπόρους. Και ο πιο κακός, μοχθηρός και ύπουλος όλων τους είναι ο Calvin Candie, τον οποίο, όπως καταλάβατε, υποδύεται ο DiCaprio. Διαφορετικότερος από κάθε άλλο του ρόλο μέχρι τότε, που τον είχαμε συνηθίσει να έχει στην χειρότερη περίπτωση ψυχολογικά προβλήματα, εδώ πραγματικά καταφέρνει να μας κάνει να ξεχάσουμε τον DiCaprio που ξέραμε. Μπορεί να είναι ένας δεύτερος ρόλος, όμως είναι σίγουρα από τους πιο αξιομνημόνευτους του ηθοποιού.

Ανακοινώθηκαν οι υποψηφιότητες για τα φετινά βραβεία Όσκαρ!

Μετά την απονομή των Χρυσών Σφαιρών, ήρθε η ώρα να μπούμε στο δρόμο για τα Όσκαρ, των οποίων οι υποψηφιότητες ανακοινώθηκαν σήμερα και η τελετή απονομής θα πραγματοποιηθεί στις 28 Φεβρουαρίου, στο Samuel Goldwyn Theater, στο Λος Άντζελες.

Κλασσικά, «Η Επιστροφή», η νέα ταινία του Ινιαρίτου με πρωταγωνιστές τους Λεονάρντο ΝτιΚάπριο και Τομ Χάρντι, είναι υποψήφιο για 12 βραβεία, ενώ έκπληξη αποτελεί η υποψηφιότητα του Χάρντι στην κατηγορία του Β’ Ανδρικού Ρόλου, μιας και η ερμηνεία του είχε αγνοηθεί παντελώς από τις Χρυσές Σφαίρες.

Αδικημένος φαίνεται ο Κουεντίν Ταραντίνο, με τους «Μισητούς Οχτώ», καθώς δεν είναι υποψήφιος ούτε για Σκηνοθεσία, ούτε για Πρωτότυπο Σενάριο. Στους αδικημένους προστίθεται και ο Πάολο Σορεντίνο, με τη «Νιότη» του και την υποψηφιότητα του Μάικλ Κέιν για Α’ Ανδρικό που δεν ήρθε ποτέ…

Στα υπόλοιπα, χαίρομαι ιδιαιτέρως για την υποψηφιότητα του Κρίστιαν Μπέιλ στην κατηγορία Β’ Ανδρικού Ρόλου για «Το Μεγάλος Σορτάρισμα», καθώς και για την επιτυχία το «Mad Max», που είναι υποψήφιο σε 10 (!!) διαφορετικές κατηγορίες. Βέβαια μεγαλύτερη ικανοποίηση φέρει η υποψηφιότητα του αριστουργήματος, που ακούει στο όνομα «Ο Γιος του Σαούλ», στην κατηγορία Ξενόγλωσσης Ταινίας, γεγονός το οποίο όμως, ήταν αναμενόμενο.

Αναλυτικά η λίστα με τους υποψήφιους:  

ΤΑΙΝΙΑ

«The Big Short»
«Bridge of Spies»
«Brooklyn»
«Mad Max: Fury Road»
«The Martian»
«The Revenant»
«Room»
«Spotlight»

ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ
«The Big Short» Adam McKay
«Mad Max: Fury Road» George Miller
«The Revenant» Alejandro G. Iñárritu
«Room» Lenny Abrahamson
«Spotlight» Tom McCarthy 

ΑΑΝΤΡΙΚΟΣ ΡΟΛΟΣ
Bryan Cranston (Trumbo)
Matt Damon (The Martian)
Leonardo DiCaprio (The Revenant)
Michael Fassbender (Steve Jobs)
Eddie Redmayne (The Danish Girl)

ΒΑΝΤΡΙΚΟΣ ΡΟΛΟΣ
Christian Bale (The Big Short)
Tom Hardy (The Revenant)
Mark Ruffalo (Spotlight)
Mark Rylance (Bridge of Spies)
Sylvester Stallone (Creed)

ΑΓΥΝΑΙΚΕΙΟΣ ΡΟΛΟΣ
Cate Blanchett (Carol)
Brie Larson (Room)
Jennifer Lawrence (Joy)
Charlotte Rampling (45 Years)
Saoirse Ronan (Brooklyn) 

ΒΓΥΝΑΙΚΕΙΟΣ ΡΟΛΟΣ
Jennifer Jason Leigh (The Hateful Eight)
Rooney Mara (Carol)
Rachel McAdams (Spotlight)
Alicia Vikander (The Danish Girl)
Kate Winslet (Steve Jobs)

ΔΙΑΣΚΕΥΑΣΜΕΝΟ ΣΕΝΑΡΙΟ
«The Big Short»
«Brooklyn»
«Carol»
«The Martian»
«Room»

ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ ΣΕΝΑΡΙΟ
«Bridge of Spies»
«Ex Machina»
«Inside Out»
«Spotlight»
«Straight Outta Compton»  

ΤΑΙΝΙΑ ΚΙΝΟΥΜΕΝΩΝ ΣΧΕΔΙΩΝ
«Anomalisa»
«Boy and the World»
«Inside Out»
«Shaun the Sheep Movie»
«When Marnie Was There»

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ
«Carol»
«The Hateful Eight»
«Mad Max: Fury Road»
«Τhe Revenant»
«Sicario» 

ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ
«Bridge of Spies»
«The Danish Girl»
«Mad Max: Fury Road»
«The Martian»
«The Revenant» 

ΚΟΣΤΟΥΜΙΑ
«Carol»
«Cinderella»
«The Danish Girl»
«Mad Max: Fury Road»
«The Revenant»  

ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ
«Amy»
«Cartel Land»
«Τhe Look of Silence»
«What Happened Miss Simone?»
«Winter on Fire: Ukraine’s Fight for Freedom» 

ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ ΜΙΚΡΟΥ ΜΗΚΟΥΣ
« Body Team 12»
« Chau, beyond the Lines»
« Claude Lanzmann: Spectres of the Shoah»
« A Girl in the River: The Price of Forgiveness»
« Last Day of Freedom» 

ΜΟΝΤΑΖ
«The Big Short»
«Mad Max: Fury Road»
«The Revenant»
«Spotlight»
«Star Wars: The Force Awakens» 

ΞΕΝΟΓΛΩΣΣΗ ΤΑΙΝΙΑ
«Embrace of the Serpent» (Κολομβία)
«Mustang» (Γαλλία)
«Son of Saul» (Ουγγαρία)
«Theeb» (Ιορδανία)
«A War» (Δανία 

ΜΑΚΙΓΙΑΖ
«Mad Max: Fury Road»
«The 100-Year-Old Man Who Climbed out the Window and Disappeared»
«The Revenant» 

ΜΟΥΣΙΚΗ
«Bridge of Spies»
«Carol»
«The Hateful Eight»
«Sicario»
«Star Wars: The Force Awakens»

ΤΡΑΓΟΥΔΙ
«Earned It» (Fifty Shades of Grey)
«Manta Ray» (Racing Extinction)
«Simple Song #3» (Youth)
«Til It Happens To You» (The Hunting Ground)
«Writing’s On The Wall» (Spectre)

ΜΟΝΤΑΖ ΗΧΗΤΙΚΩΝ ΕΦΕ
«Mad Max: Fury Road»
«Τhe Martian»
«The Revenant»
«Sicario»
«Star Wars: The Force Awakens»

ΗΧΟΣ
«Bridge of Spies»
«Mad Max: Fury Road»
«Τhe Martian»
«The Revenant»
«Star Wars: The Force Awakens»

ΟΠΤΙΚΑ ΕΦΕ
«Ex Machina»
«Mad Max: Fury Road»
«Τhe Martian»
«The Revenant»
«Star Wars: The Force Awakens»

ΜΙΚΡΟΥ ΜΗΚΟΥΣ ΚΙΝΟΥΜΕΝΩΝ ΣΧΕΔΙΩΝ
«Bear Story»
«Prologue»
«Sanjay’s Super Team»
«We Can’t Live without Cosmos»
«World of Tomorrow»

ΜΙΚΡΟΥ ΜΗΚΟΥΣ
«Ave Maria»
«Day One»
«Everything Will Be Okay (Alles Wird Gut)»
«Shok»
«Stutterer»

Πήγαμε: Puta Volcano – Angry Boy Jester στο An club

Την περασμένη άνοιξη, το Rockwave Festival υποδέχτηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα τους Black Keys σε ένα από τα σημαντικότερα live του 2015. Εκτός λοιπόν, από τους Black Keys, που ήταν υπέρ του δέοντος μέτριοι και τους Black Angels, που είναι πολύ καλοί στο μουσικό είδος που υπηρετούν (psychedelic rock), αλλά η ακουστική του χώρου τους αδίκησε κατάφορα, εμφανίστηκαν στην σκηνή και 3 ελληνικά συγκροτήματα. Κι αν οι 1000mods είναι μια αρκετά αναγνωρισμένη μπάντα που μας εκπλήσσει κάθε φορά με τα live της, όπως το τελευταίο τους στο Piraeus Academy 117, οι Puta Volcano κι οι Big Noise Attack ήταν δυο συγκροτήματα που μας εξέπληξαν ευχάριστα με την παρουσία τους στο φεστιβάλ. Έτσι αποφάσισα να πάω να ακούσω τους Puta και σε ένα δικό τους live και να αποτυπώσω τις σκέψεις μου και τα συναισθήματα μου σχετικά με αυτά που άκουσα από τις μπάντες κι αφουγκράστηκα από τον κόσμο.

12540463_10206797157280250_1799582466_n

Οι πόρτες άνοιγαν 20.30 και εμείς βρεθήκαμε στο An club περίπου εκείνη την ώρα. Ο κόσμος ήταν ελάχιστος και 21.00 η ώρα θα έβγαιναν οι Angry Boy Jester, το supporting act της συναυλίας για το οποίο θα μιλήσουμε αναλυτικά παρακάτω. Η έλλειψη κοινού προκάλεσε μια μεγάλη καθυστέρηση, της έκτασης της 1 ώρας και 10 λεπτών μέχρι να βγει το συγκρότημα. Το ακόμα πιο εξοργιστικό ήταν ότι αν ο κόσμος που βρισκόταν έξω από το An κατά τις 21.30 έμπαινε μέσα εκείνη την στιγμή, το live πιθανότατα θα άρχιζε σε μερικά λεπτά. Το γεγονός αυτό έδειξε μια έλλειψη συναυλιακής συμπεριφοράς από το κοινό, όσον αφορά την τυπικότητα στο πρόγραμμα και μια γενικότερη νοοτροπία του στυλ “Κάτσε να πιούμε την μπύρα μας και μπαίνουμε”, που δεν είναι κακό αν συμβαίνει με 50 άτομα σε συναυλιακό χώρο χωρητικότητας 3000 ατόμων. αλλά είναι κάκιστο και τουλάχιστον αγενές για μουσική σκηνή που χωράει 600 άτομα το πολύ. Γενικά, η προσέλευση του κόσμου έφτασε τα 500 άτομα, νούμερο φυσιολογικό για μια συναυλία τέτοιου βεληνεκούς, αν κι ο ήχος που απόδωσαν οι δυο μπάντες άξιζε τον πενταπλάσιο κόσμο. Για το An, τα λόγια είναι περιττά καθώς αποτελεί την ιστορικότερη μουσική σκηνή της Αθήνας και ωθεί το κοινό σε υψηλά επίπεδα ενέργειας, με τον ήχο να είναι πληθωρικός και τα συγκροτήματα να βρίσκονται σε απόσταση μιας ανάσας από τον κόσμο.

Στις 22.10 λοιπόν, βγήκαν στην σκηνή οι Angry Boy Jester, μια μπάντα που κατάφερε να παίξει απίστευτα καλό rock ‘n’ roll για τα περίπου 40 λεπτά που διήρκησε το playlist τους. Θα ήθελα πάρα πολύ να σας πω με λεπτομέρειες για το κάθε κομμάτι που έπαιξαν, αλλά ήταν το παρθενικό τους live και τα κομμάτια τους δεν είχαν κάποιον οριστικό τίτλο παρά μόνο κάποια ονόματα που σκαρφίζονταν εκείνη την στιγμή τα μέλη του γκρουπ. O The Saint στα φωνητικά και την κιθάρα, όπως και το Rendezvous Boy μαζί με τους Sonic Waste στο μπάσο, τον Gus Boggar στην σολιστική κιθάρα και τον Nues στα τύμπανα ταρακούνησαν για τα καλά το An club, με τα riffs τους και τις grunge μελωδίες τους. Τα φωνητικά του The Saint ήταν πολύ ατμοσφαιρικά και ξεχωριστά για την χροιά τους, ενώ η ενέργεια κι ο χειρισμός του κοινού από όλα τα μέλη της μπάντας έδειξε ότι είχαν μεγάλη εμπειρία από live, επιβεβαιώνοντας εν μέρει με αυτόν τον τρόπο, ότι αποτελούν μέλη από διάφορες Αθηναϊκές μπάντες όπως οι Semen of the Sun, οι Yellow Devil Sauce κ.α. Η ροή του playlist τους ήταν απίστευτα καλή και κανείς δεν κατάλαβε πότε τέλειωσε το supporting act τους. Απέδωσαν γεμάτο ήχο, με τον Sonic Waste να είναι καθηλωτικός με τις μπασογραμμές του και το στύλ του που παρέπεμπε σε μέλος μπάντας της βόρειας Καλιφόρνιας και τον Nues να δίνει τον ρυθμό και να ξεσηκώνει το κοινό με τα σπασίματά του.

12506979_10206794166485482_828472998_n

Το μόνο αρνητικό της όλης τους εμφάνισης ήταν η τόσο μεγάλη καθυστέρηση της, καθώς δεν φάνηκε να θέλουν να παίξουν για τους τυπικούς θεατές τους, γεγονός κατανοητό, αφού καμία μπάντα δεν θέλει να κάνει live μπροστά σε 50 άτομα. Περιμένουμε την πρώτη τους δισκογραφική δουλειά το ερχόμενο φθινόπωρο εκτός απρόοπτου και την επόμενη εμφάνιση τους για να τα σπάσουμε μαζί τους.

Κι αν η πρόγευση της βραδιάς ήταν οι τόσο δυναμικοί Angry Boy Jester, τι να πούμε για τους Puta Volcano; Εντυπωσιακά καλοί στο psychedelic stoner με desert και folk επιρροές, ξεσηκωτικοί και σαν σύνολο και σαν μουσικοί, με την συνολική σκηνική τους παρουσία να σε παρασέρνει, γεγονός που σπάνια συνέβη στην συναυλία του Σαββάτου και με οδηγεί σταδιακά σε ένα συμπέρασμα για το κοινό της συγκεκριμένης συναυλίας. (Δεν θα πω κάτι ακόμα γιατί μπορεί να το μετανιώσω!). Η αρχή έγινε με το «Zombie» κι ο Alex P. άρχισε να παίζει το ύπουλο riff του κομματιού και να μας προϊδεάζει για μια προσωπικά πολύ καλή δική του μέρα, αφού το σόλο του ήταν συγκλονιστικά ίδιο με αυτό της ηχογράφησης του κομματιού και το άλλαξε λίγο προς το καλύτερο.

12506894_10206794182725888_1370499730_n

Η συνέχεια δόθηκε σε λίγο πιο folk μονοπάτια με τον Stephen S. να δίνει τον rock ‘n’ roll ρυθμό και την Luna να ξεστομίζει τις πρώτες λέξεις από το «Rockability», ενώ ακολούθησε, όπως και στο πρώτο ολοκληρωμένο άλμπουμ του συγκροτήματος, το psychedelic «Burn The Rest», με το κοινό να αρχίζει να ζεσταίνεται και την μπάντα να ξεπερνά το αρχικό μούδιασμα, που έχει κάθε σχετικά καινούργιο μουσικό σχήμα στις πρώτες του νότες μπροστά στον κόσμο. Αφού λοιπόν, μεσολάβησε το «Black sand», δείχνοντας σε όλους μας ότι οι Puta Volcano μπορούν να παίξουν rock ‘n’ roll stoner με την ίδια ευκολία που πειραματίζονται στο desert rock (ο Μπάμπης από τους Planet of Zeus, που βρισκόταν στο κοινό, πρέπει να ήταν αρκετά υπερήφανος για την stoner γενιά που ακολουθεί), η μπάντα έπαιξε ένα κομμάτι από αυτά που θα περιέχονται στο δεύτερο άλμπουμ τους και έγινε κατανοητό από το σύνολο των θεατών – ακροατών ότι το γκρουπ ετοιμάζει πολύ ωραία πράγματα στην νέα του δισκογραφική δουλειά.

Κάπου εδώ, θα αλλάξω παράγραφο, διότι συνέβηκε η μια από τις δυο καλύτερες στιγμές της βραδιάς, καθώς οι Puta Volcano απένειμαν φόρο τιμής στον δάσκαλο της metal rock σκηνής, τον υπερμέγιστο Lemmy Kilmister, παίζοντας το «Ace of Spades» σε μια καινοτόμο εκτέλεση που ήταν πολύ λιτή, αλλά κι αρκετά ξεσηκωτική για το κοινό. Στην εμφάνιση του συγκροτήματος σε αυτό το κομμάτι, εντύπωση προκάλεσε ότι η Luna διάβαζε τα λόγια από το χαρτί, γεγονός το οποίο δεν νομίζω να ξενέρωσε κανέναν, διότι οι Puta σπάνια παίζουν διασκευές κι ίσως αποφάσισαν να παίξουν το μουσικό σήμα – κατατεθέν των Motorhead την τελευταία στιγμή, μαθαίνοντας ότι το βράδυ του Σαββάτου θα γινόταν η κηδεία του Lemmy. Στην συνέχεια μεσολάβησαν τα κομμάτια «Indri», «Await» και «Indigos and Vulgars», τα οποία ερμηνεύτηκαν εξαιρετικά από την Luna, με τα φωνητικά της να θυμίζουν κάτι από Ινδιάνικες και Κέλτικες μουσικές και χροιές ενώ εκτελέστηκαν από τους υπόλοιπους μουσικούς σχεδόν αλάνθαστα.

12539948_10206794188566034_189559134_n

Το τέλος έφτανε σιγά – σιγά και είχε έρθει η σειρά των δυο πιο γνωστών κι ίσως καλύτερων κομματιών να ακουστούν , του «Raindance» και του «The Sun». Ο “χορός της βροχής” έδωσε φτερά στον κόσμο, ο οποίος χοροπηδούσε ασταμάτητα, χωρίς βέβαια να εκπέμπει την αναμενόμενη ενέργεια που έδινε το κομμάτι, κάτι το οποίο συνέβη με τον επακόλουθο “χορό του ήλιου”, που δεν γίνεται να μην σε συνεπάρει. Στο τέλος του «The Sun» ο μπασίστας της μπάντας , Bookies έσπασε μαζί με τον Stephen S. το drum set, αλλά αυτό δεν στάθηκε εμπόδιο στο συγκρότημα στο να κάνει ένα μικρό encore, παίζοντας το «Fou» όταν το κοινό ζητούσε με μια φωνή κι άλλο, κι άλλο…!!

Συνολικά, οι Puta Volcano δικαίωσαν τις προσδοκίες εμού και όλου του υπόλοιπου κόσμου για ένα από τα πιο δυνατά live τους, πριν μπουν στο στούντιο για την ηχογράφηση της δεύτερης δισκογραφικής δουλειάς τους. ενώ ξεχωριστά η Luna ήταν καθηλωτική, έχοντας τα καλύτερα γυναικεία φωνητικά που έχω ακούσει ποτέ σε ελληνική κι ίσως ευρωπαϊκή μπάντα, ενώ ο Alex P. έδωσε τον καλύτερο του εαυτό σε αυτό το live, σε σχέση με όσα έχω δει ή έχω ακούσει, εκτελώντας άψογα τα μέρη του και σολάροντας πληθωρικά, όπως ξαναείπα και πλουραλιστικά, όσον αφορά τα effects και τις τεχνικές παιξίματος του. Ο Bookies ήταν μια τρελή προσωπικότητα πάνω στην σκηνή με άπειρη ενέργεια και αντιπροσωπευτικές μπασογραμμές του stoner με τον Stephen S. να δημιουργεί με τον προαναφερόμενο ένα απόλυτα ταιριαστό ντουέτο, το οποίο βάζει τις βάσεις για την δυναμική της μπάντας και την αύρα που αποπνέει. Το μόνο αρνητικό του γκρουπ, αν εξαιρέσουμε κάποια προβλήματα στον ήχο που μόνο το συγκρότημα δεν φταίει, ήταν τα αδικαιολόγητα μεγάλα κενά ανάμεσα στα κομμάτια που προκαλούσαν αρκετή αμηχανία ανάμεσα στους Puta και το κοινό και δεν δικαιολογούνται για μια μπάντα που παίζει σε επαγγελματικό επίπεδο και θέλει να παρασύρει στην δίνη της μουσικής της το κοινό , μέσω της σειράς των κομματιών της.

12498696_10206794172085622_231294649_n

Αν μπορούσα να κάνω μια σύνοψη για την συναυλία αυτή σε μια φράση θα ήταν ότι είδα δυο από τις καλύτερες εμφανίσεις συγκροτημάτων το τελευταίο διάστημα μπροστά σε ένα (ναι, θα το πω…) από τα χειρότερα μουσικά κοινά που έχω έρθει αντιμέτωπος ποτέ. Παρ’ όλα αυτά, ήταν ένα πολύ αξιόλογο live και ένας ιδανικός τρόπος για να περάσεις ένα Σαββατόβραδο του νέου χρόνου. Γι’ αυτό, ψάξτε που είναι το επόμενο live των δυο μπαντών, εντός ή εκτός Αττικής, κι αν μπορείτε, προτείνω να πάτε χωρίς δεύτερη σκέψη!

* Η χρονιά που πέρασε τελείωσε με τον χειρότερο τρόπο καθώς, έφυγε για την γειτονιά των ρέμπελων της ρόκ ο Lemmy Kilmister, ο frontman των Motorhead και μια από τις μεγαλύτερες μορφές της μέταλ, όπως την ξέρουμε σήμερα και μας έμαθε ο ίδιος. Όμως, και το 2016 έκανε το ντεμπούτο του με έναν σοκαριστικό θάνατο, αυτόν του David Bowie, του ανθρώπου – πολυμηχάνημα στην μουσική, στην ηλικία των 69 ετών κι ενώ είχε κυκλοφορήσει την καινούργια του δισκογραφική δουλειά. Η μουσική κοινότητα πενθεί για τον χαμό αυτών των 2 μουσικών αλλά πάνω απ’ όλα ανθρώπους σαν κι εμάς, με τα πάθη τους , τις εξαρτήσεις τους από ουσίες και πρόσωπα, αλλά και με την ψυχή τους γεμάτη από ζωή, που θα τους κάνει πάντα να υπάρχουν γύρω μας. R.I.P Lemmy , R.I.P. David και νομίζω ότι ούτε ένας μήνας δεν θα είναι ίδιος χωρίς εσάς…

 

«Η μικρή Μπιζού»

Ένας αφηγητής που αφηγείται τις μνήμες μιας αφηγήτριας που θυμάται, μπλεγμένος χωροχρόνος, με απρόοπτες αλλαγές που σε μεταφέρουν από τη μνήμη στο παρόν και από το παρόν σε ένα κατασκευασμένο παρελθόν. Με φόντο το ημίφως του Παρισιού, τις αποβάθρες των τρένων, τα καφέ και τους τηλεφωνικούς θαλάμους, ο Πατρίκ Μοντιανό σκηνογραφεί ένα άψογο μυθιστόρημα.

Ο χρόνος της αφήγησης παραμένει πάντα άγνωστος, ποτέ δε δηλώνεται ξεκάθαρα, αφήνει ίχνη που επιτρέπουν στον αναγνώστη να τον ψηλαφίσει. Ο δεύτερος χρόνος, αυτός της δράσης, ο χρόνος που η μικρή Μπιζού συναντάει πρόσωπα και αναδομεί το παρελθόν. Έπειτα ο χρόνος της μνήμης, τότε που η Τερέζα έγινε η μικρή Μπιζού, η εποχή του κατεχόμενου Παρισιού.

Ένας συνεχής κύκλος, επαναλαμβάνει την ιστορία της μικρής Μπιζού (μέσα από το κοριτσάκι που ζει στο Δάσος της Βουλώνης). Θυμάται και (ανα)κατασκευάζει το δικό της παρελθόν. Κάνει μια επιστροφή στο παρελθόν περιφρονώντας τη διαδικασία επούλωσης τραυμάτων, τις περισσότερες φορές απλώς ανακαλύπτει καινούρια, βρίσκει έναν τρόπο εντοπισμών τους.

Είναι ακόμα το παιδί που περιμένει έξω από μια πόρτα, κλαίει απαρηγόρητο για κάτι που ξέχασαν να του εξηγήσουν, για το “γιατί” που δεν άκουσε ποτέ. Ένα παιδί που ακολουθεί μια γυναίκα με ένα κίτρινο φόρεμα, τη γυναίκα που του θυμίζει τη μητέρα του. Πλάθει τη στιγμή της συνάντησης, δημιουργεί τους διαλόγους και αφηγείται το παρελθόν.

Τη βλέπει πίσω από το τζάμι του τηλεφωνικού θαλάμου, φαντάζεται την φωνή της, ο ήχος ποτέ δε φτάνει στ’ αφτιά της, κυριαρχεί η σιωπή. Η ομιλία χάνεται στο ακουστικό του τηλεφώνου, παραμορφώνεται από το μέσο αλλά σε αυτή φτάνει μόνο η σιωπή μπροστά από το τζάμι.

Πίσω από τις αλλαγές του χρόνου, η ιστορία ακολουθεί έναν σταθερό κύκλο που βυθίζει τον αναγνώστη σε μια κατάσταση συνεχούς ανησυχίας, έναν φόβο για το φόβο, είναι ένας noir εφιάλτης, όπου το μόνο θύμα είναι αυτό που η μικρή Μπιζού προσπαθεί να κάνει στη μικρή Μπιζού.

Λίγο πριν κλείσει ο κύκλος -σπάει- ο χρόνος διαλύεται, παράγει. Κλίνει με την (ανα)γέννηση. Τοποθετεί την Τερέζα στην αρχή μιας τελείως διαφορετικής πορείας ενός ποιοτικά νέου χρόνου, ανεξάρτητο του προηγούμενου.

Η μνημοτεχνική είναι κύριο χαρακτηριστικό της γραφής του Μοντιανό. Η νοσταλγία στα βιβλία του εμφανίζεται ως μορφή μελαγχολίας. Η ατμόσφαιρα του κειμένου του είναι σχεδόν μεθυστική και η γραφή του σε πολλά σημεία ξεπερνάει τα όρια του πεζού λόγου και συνθέτει ποιητικές εικόνες.

Στο τέλος του βιβλίου υποπτεύομαι πως ο αναγνώστης θα έχει μια ικανοποιητική εξήγηση γιατί η Σουηδική ακαδημία επέλεξε να τιμήσει το 2014 τον Πατρίκ Μοντιανό με το βραβείο Νόμπελ. Ο εβδομηντάχρονος συγγραφέας μέχρι τότε παρέμενε άγνωστος στο αγγλόφωνο κοινό. Δεν έπαυε όμως να έχει πιστούς αναγνώστες και να θεωρείται δίκαια ένας από τους σημαντικότερους Γάλλους συγγραφείς. Είναι ένας δραστήριος συγγραφέας, το πρώτο του έργο το ολοκλήρωσε στα 23 και μέχρι σήμερα έχει γράψει 30 βιβλία εκ των οποίων τα 10 έχουν μεταφραστεί στα Ελληνικά.

«Το Μεγάλο Σορτάρισμα»: Ένα έξυπνο φιλμ για την πτώση της Wall Street

Ο Άνταμ Μακ Κέι, που μας έχει συνηθίσει σε καφροκωμωδίες («Anchorman», «Μπάτσοι από τον Πάγκο»), μας παρουσιάζει τη νέα του ταινία, για την κρίση στις τράπεζες της Αμερικής – και κατ’ επέκταση σ’ όλου του κόσμου – το 2008, χρησιμοποιώντας ένα καστ μεγατόνων, με ονόματα όπως Κρίστιαν Μπέιλ, Μπραντ Πιτ, Ράιαν Κόσλιγνκ, Στιβ Καρέλ. Η ταινία τιτλοφορείται «Το Μεγάλο Σορτάρισμα» και προβάλλεται στις αίθουσες από την Πέμπτη, 7 Ιανουαρίου.

Τρεις διαφορετικές, μα παράλληλες ιστορίες, σχετικά με την αμερικάνικη κτηματομεσιτική φούσκα, που έσκασε το 2008. Κάποια χρηματιστηριακά outsiders, προβλέπουν αυτήν την αποτυχία της αμερικάνικης οικονομίας και κάνουν τα αδύνατα δυνατά για να “τα βάλουν” με τα συμφέροντα των τραπεζών.

Η ταινία λοιπόν, αφορά τράπεζες και χρηματιστήρια. Από την αρχή, έως το τέλος της. Σε τραβάει από τα μούτρα από το πρώτο λεπτό και σε αφήνει λίγο πριν τους τίτλους τέλους, βομβαρδίζοντάς με στοιχεία και ορολογίες, που δεν πρόκειται ποτέ να καταλάβεις πλήρως, ακόμα κι αν τη δεις τρεις τέσσερις φορές, συνεχόμενα…. Και πού ακριβώς είναι το ωραίο με αυτό;

εικόνα 1

Η επιτυχία της ταινίας έγκειται, στο ότι δε σε νοιάζει που δε καταλαβαίνεις όλους τους χρηματιστηριακούς όρους που ακούς. Σε έχει ήδη συνεπάρει το στόρι, ο γρήγορος ρυθμός, το άγχος του πως θα εξελιχθούν τα πράγματα. Επίσης, ο Άνταμ Μακ Κέι δε σε αφήνει μόνο στο αχανές πέλαγος των άγνωστων λέξεων σχετικά με τη λειτουργία της τράπεζας. Μέσω  επεξηγήσεων των ίδιων των χαρακτήρων, ή έξυπνων παρομοιώσεων κατά τη διάρκεια της ταινίας, ο αμερικάνος σκηνοθέτης, προσπαθεί να σε βάλει στο κλίμα. Εντάξει, δε γίνεσαι μέσα σε ένα δίωρο ο μεγαλύτερος χρηματιστής του κόσμου, μα τουλάχιστον παρακολουθείς το έργο, με όσο το δυνατόν λιγότερες απορίες.

Μιας και αναφερθήκαμε στον Μακ Κέι ξανά, πρέπει να πω ότι η σκηνοθεσία του είναι πανέξυπνη. Ενώ ένα τέτοιου είδους φιλμ θα έπρεπε να κουράζει από το πρώτο του λεπτό, στην προκειμένη περίπτωση κυλάει πολύ όμορφα. Προσθέτει μικρά πλάνα, τα οποία χώνονται αυθαίρετα στη ροή του έργου, για να ειρωνευτούν τις αμερικάνικες προτιμήσεις στον τρόπο ζωής, διασκέδασης, κτλ, ενώ παράλληλα, χρησιμοποιεί κάποια έξυπνα τρικς, όπως οι επεξηγήσεις των χαρακτήρων, που αναφέρθηκαν πιο πάνω, οι οποίες γίνονται με τον πρωταγωνιστή να κοιτάει στην κάμερα και να απευθύνεται άμεσα στο θεατή.

εικόνα 2

Πάμε να περάσουμε στις ερμηνείες, για τις οποίες έχουμε να πούμε πολλά, καθώς αποτελούν τον κύριο λόγο καθήλωσής μας μπροστά στην οθόνη. Καλύτερος όλων ο Κρίστιαν Μπέιλ, στο ρόλο του εκκεντρικού, μονόφθαλμου (ναι, καλά διάβασες, μονόφθαλμου) Michael Burry. Για μια ακόμα φορά, ο Μπέιλ μας χαρίζει μια εξαιρετική ερμηνεία και θα ήθελα πολύ να τον δω με το χρυσό αγαλματίδιου του Β’ Ανδρικού Ρόλου το Φεβρουάριο. Δεύτερος καλύτερος ο Στιβ Καρέλ. Ναι, ναι, είναι αυτός ο κωμικός, από τα «Νώε για μια Βδομάδα» και «40 Χρονών Παρθένος». Αυτός λοιπόν ο κωμικός, είναι ηθοποιάρα. Δες τον στο περσινό «Foxcatcher». Στο «Μεγάλο Σορτάριμα» τώρα, κάνει έναν στριφνό, μονίμως τσαντισμένο και ιδιότροπο χρηματιστή και το κάνει τόσο άψογα, που αμέσως ξεχνάς ότι είναι ο ίδιος, που έχει κάνει τόσους κάφρικους ρόλους στο παρελθόν.

Όσον αφορά τους υπόλοιπους, καλή δουλειά κάνει ο Ράιαν Γκόσλινγκ, όντας ο κύριος εκφωνητής και υπάλληλος μεγάλης τράπεζας, αν και μου πήρε κάποια ώρα για να αποφασίσω αν τελικά αποτελεί “μείον” για την όλη ταινία ή όχι. Έχουμε και Μπραντ Πιτ, ενσαρκώνοντας τον πρώην τραπεζικό Ben Rickert, ενώ αρκετά συμπαθητικοί είναι και οι Τζον Μαγκάρο («Carol», «Αλύγιστος») και Φιν Γουίτροκ («Αλύγιστος», «Νώε»), στους ρόλους των τυχοδιωκτών Charlie Geller και Jamie Shipley αντίστοιχα.

εικόνα 3

«Το Μεγάλο Σορτάρισμα» λοιπόν, είναι μια ταινία που θέλει να μας μιλήσει με κάπως πιο επιστημονικό τρόπο, για το τι έγινε το 2008 με τις τράπεζες, που άρχισαν να καταρρέουν όλες τους, από την Αμερική, ως την Ελλάδα. Όμως δε θέλει να σχολιάσει μόνο των χαμό τρισεκατομμυρίων δολαρίων. Σχολιάζει λίγο και τους ανθρώπους. Όχι τους μεγαλοκαρχαρίες, μα τους πιο απλούς, τους φτωχούς ανθρώπους. Αυτούς που χάσανε τα πάντα από τη μια στιγμή στην άλλη. Οι πρωταγωνιστές μας, από την μία ανακαλύπτουν πως η πρόβλεψή τους ήταν τελικά σωστή και βλέπουν τις μετοχές τους να εκτοξεύονται, μα συνάμα αντιλαμβάνονται τι αντίκτυπο θα έχει στην σ’ όλο τον κόσμο το γεγονός ότι είχαν δίκιο για την επερχόμενη κρίση. Κι εκεί είναι το σημείο, που τελικά η ταινία σε κερδίζει.

Αν μετά από όλο αυτό πειστήκατε ότι θέλετε να τη δείτε, θα πρότεινα καθαρό μυαλό και όσο το δυνατόν πιο αμείωτη προσοχή, κατά τη διάρκεια της προβολής. Η ταινία καταφέρνει με τον καλύτερο τρόπο να κεντρίσει το ενδιαφέρον, μα όπως και να το κάνουμε, οι ορολογίες είναι περίεργες και δύσκολες (για όσους δεν είναι στελέχη σε μεγάλες τράπεζες). Αυτά από μένα, καλή σας διασκέδαση!

«The Hateful Eight»: Αίμα στο χιόνι

Οι συστάσεις είναι περιττές στην περίπτωση του σκηνοθέτη Quentin Tarantino. Μέγας φίλος του κινηματογράφου, των καλογραμμένων διαλόγων και της βίας, ο Tarantino κατέχει την δική του ξεχωριστή φωνή στο χώρο και, ταυτόχρονα, έχει πάρει στα χέρια του το βιβλίο της ιστορίας του σινεμά και έχει γράψει μέσα το όνομα του με πρόφαση ταινίες σαν τα «Reservoir Dogs», «Pulp Fiction», «Kill Bill» και, πιο πρόσφατα, «Django Unchained». Είναι λογικό, επομένως, κάθε νέα ταινία του σκηνοθέτη να αποτελεί κινηματογραφικό γεγονός, ειδικά εφόσον ο ίδιος έχει πει πως θα «συνταξιοδοτηθεί» στις δέκα ταινίες.Το «HatefulEight» («Μισητοί Οκτώ» στα ελληνικά) είναι το δεύτερο γουέστερν του σκηνοθέτη μετά το «Django» και η όγδοή του ταινία.

Η πλοκή ακολουθεί τον κυνηγό επικηρυγμένων Τζον Ρουθ (Kurt Russel), ο οποίος μεταφέρει την κακοποιό Ντέιζι Ντόμεργκιου (Jennifer Jason Leigh) στην πόλη του Ρεντ Ροκ για να κρεμαστεί, λίγο καιρό μετά το πέρας του Αμερικάνικου Εμφυλίου. Στον δρόμο του και ενόψει χιονοθύελλας συναντά δύο ταξιδιώτες, τον Ταγματάρχη Μαρκίζ Γουόρεν (Samuel L. Jackson) και τον νέο σερίφη του Ρεντ Ροκ Κρις Μάνιξ (Walton Goggins). Όμως η καταιγίδα είναι τέτοια που οι τέσσερεις συνταξιδιώτες αναγκάζονται να σταματήσουν στο χάνι της Μίνυ, όπου εκεί βρίσκουν άλλους τέσσερεις ξένους, τον καουμπόι Τζο Κέιτζ (Michael Madsen), τον Εγγλέζο Οσγουάλντο Μόμπρεϊ (Tim Roth), τον Νότιο Στρατηγό Σμίδερς (Bruce Dern), και τον επιστάτη και αντικαταστάτη της Μίνυ Μπομπ τον Μεξικάνο (Demian Bachir). Όμως αυτοί οι οκτώ δεν εμπιστεύονται ο ένας τον άλλον (δικαιολογημένα) και όλοι ξέρουμε πως αυτό θα οδηγήσει σε μπελάδες, βία και πολύ, μα πολύ, αίμα.

pic1

Ο Tarantino φαίνεται να είναι ένας μεγάλος γνώστης του να βάζει συγκεκριμένους χαρακτήρες σε μια κατάσταση και να περιμένει να δει πως θα αντιδράσει ο καθένας, κάτι που κι εδώ πετυχαίνει. Άλλοτε μαύρη κωμωδία, άλλοτε πολιτική ταινία, άλλοτε μυστήριο της Αγκάθα Κρίστι και συνεχώς γουέστερν, το έργο κυλάει αργά και ίσως εξαντλητικά για κάποιους στην σχεδόν τρίωρη διάρκεια του, όπου υπάρχουν άφθονοι εκτενείς διάλογοι οι οποίοι ενώ σκιαγραφούν τόσο τους χαρακτήρες όσο και το πολιτικό υπόβαθρο της εποχής,, ταυτόχρονα φαίνονται να μην προσφέρουν και πολλά στην πλοκή και, αντίθετα, να την βαραίνουν. Όμως όλα αυτά μπορεί (ίσως) να τα νικήσει το αιματοβαμμένο δεύτερο μέρος του έργου, όπου συνεχώς συμβαίνει κάτι απρόσμενο και κρατάει τον θεατή καρφωμένο στη θέση του, περιμένοντας να δει τι θα γίνει στη συνέχεια.

Αλλά και στην καρέκλα του σκηνοθέτη ο Tarantino ακολουθεί την ρουτίνα του, δηλαδή την κλασική και ωραία υπερβολή του στην βία, την κίνηση και τους ηθοποιούς. Όμως εδώ κάνει τρομερή οικονομία στον χώρο του, περιορίζοντας τον κυρίως σε ένα σαλόνι βγαλμένο σαν από θεατρικό σανίδι. Η υπερβολή του εδώ τιθασεύεται κάπως, κυρίως επειδή αυτό εξυπηρετεί την βασική του και μεγάλη αναφορά στην ταινία «The Thing» του John Carpenter, της οποίας οι χαρακτήρες μένουν σ’ ένα μοναχικό καταφύγιο, αναμένοντας κάτι πολύ κακό να γίνει. Και έτσι δημιουργεί μια πραγματικά απειλητική ατμόσφαιρα, όπου κανείς δεν περιμένει από πού θα του έρθει και τι θα του έρθει.

pic2

Σε αυτό εξυπηρετεί και η φωτογραφία του Robert Richardson, η οποία είναι απόκοσμη και σχεδόν αποπνικτική, δίνοντας μας την αίσθηση τόσο του κρύου που βιώνουν οι «ήρωες» μας, όσο και την κλειστοφοβία μιας καμπίνας με ξένους που δεν μπορείς να εμπιστευτείς. Τα ειδικά εφέ-μακιγιάζ είναι κάτι που δεν μπορεί κανείς να παραβλέψει, με τον Graig Nicotero του «Walking Dead»και τον Howard Berger των «Evil Dead» να δίνουν πραγματικά τον καλύτερό τους εαυτό. Αυτός όμως που αξίζει μεγαλύτερη μνεία είναι ο μουσικοσυνθέτης Ennio Morricone, ο οποίος έκανε την μουσική των κλασικών σπαγγέτι γουέστερν«The Good, The Bad and The Ugly» και «Once Upon A Time in the West» (ΚΑΙ του «The Thing», παρακαλώ, του οποίου εδώ χρησιμοποιεί και κάποια αχρησιμοποίητα θέματα). Σαράντα χρόνια μετά το τελευταίο του γουέστερν, ο Morricone δείχνει πως ποτέ δεν το έχασε και πως σε ηλικία 87 εξακολουθεί να είναι ένας από τους καλύτερους συνθέτες στο σινεμά.

Όσο για τους χαρακτήρες, τα λόγια μπορούν να είναι πολλά αλλά ταυτόχρονα λίγα, μιας και θέλουμε να αποφύγουμε τα spoilers. Αυτό που μπορούμε να σας πούμε σίγουρα είναι πως οι όλοι οι χαρακτήρες ερμηνεύονται επάξια από τους ηθοποιούς τους, ειδικά οι χαρακτήρες των Kurt Russel, Samuel L. Jacksonκαι Jennifer Jason Leigh, δίνοντας ο καθένας το δικό του στίγμα στο έργο. Όμως μόνο η ερμηνεία της Leigh θα μείνει στην μνήμη μας χαραγμένη, ως μια ερμηνεία αυτούσια και όχι μόνο σαν μια σωστή αποτύπωση ενός καλογραμμένου χαρακτήρα. Μέσα σ’ όλα τα καλά του, όμως, κάτι που με ενόχλησε στο ήταν το γεγονός, πως δεν μ’ έκανε ποτέ να ενδιαφερθώ πραγματικά για τους χαρακτήρες και το ταξίδι τους. Όχι επειδή τους έλειπε κάτι και ήταν ανολοκλήρωτοι, αλλά κυρίως επειδή σχεδόν όλοι τους, ακόμη και οι «καλοί», ήταν τόσο «μισητοί» που δεν μπορούσες να δεθείς μαζί τους τόσο, όσο με τόσους άλλους ήρωες που ξεπήδησαν από το μυαλό του σκηνοθέτη.

Ανακεφαλαιώνοντας, το δεύτερο γουέστερν του Tarantino δεν μπορεί παρά να είναι επιτυχημένο, όλοι ξέρουμε πόσο καλός είναι στο είδος ύστερα από το «Django Unchained» του, ενώ ταυτόχρονα μας ανοίγει την όρεξη για πολλά ακόμη, μιας και κάθε του έργο είναι μοναδικό. Το «Hateful Eight» σίγουρα δεν είναι τέλειο, όμως επιβιώνει μέσα από τα λάθη του και χαράσσεται στην μνήμη. Μπορεί να μην είναι αυτό που πολλοί περιμένουν, αλλά πότε ήταν αυτό που περίμενες μια ταινία Tarantino; Την απάντηση την ξέρετε και, όσοι ικανοποιήστε από αυτήν, σίγουρα θα ικανοποιηθείτε και από την ταινία.