Τρείς μέρες μουσικής, πολλών χρόνων αναμνήσεις…

Όταν το Σάββατο το βράδυ ρύθμιζα το ξυπνητήρι ώστε να ξυπνήσω την Κυριακή και να αρχίσω να ανηφορίζω με το αυτοκίνητο προς την Μαλακάσα, τίποτα δεν μπορούσε να με προδιαθέσει για το τι θα συνέβαινε τις επόμενες τρείς μέρες και το πως τρείς διαφορετικές μουσικές κουλτούρες θα συνέθεταν μια πανδαισία υναισθημάτων κι εντυπώσεων για μένα.Κυριακή punk και rock ‘n’ roll με τους Last Shadow Puppets, τους Dropkick Murphys κι άλλους αξιόλογους μουσικούς, Δευτέρα παραδοσιακή και ρεμπέτικη μουσική με τον πρύτανη του είδους Θανάση Παπακωνσταντίνου και Τρίτη psychedelic και indie rock με την ιέρεια PJ Harvey, τους εκρηκτικούς Brian Jonestown Massacre, τους ατμοσφαιρικούς Slowdive και άξιους αντιπροσώπους της ελληνικής indie rock σκηνής. Κι όμως, ανάμεσα σε αυτές τις 3 συναυλίες υπήρξε μια συνέχεια σαν τις εποχές του χρόνου. Ανοιξιάτικες μελωδίες και ιρλανδέζικη μπύρα παντού στο Rockwave, έναρξη του καλοκαιριού φυσικά με τον Θανάση στον ναό του Θέατρου Βράχων και κάτι από φθινοπωρινή μελαγχολία κι ένταση προερχόμενη από τις τελευταίες μέρες του καλοκαιριού στο πρωτοεμφανιζόμενο και γεμάτο προσδοκίες Release Festival. Στις επόμενες παραγράφους, δεν θα δεις να καταγράφονται απόψεις για την εμφάνιση όλων αυτών των καλλιτεχνών. Εξάλλου , όλοι οι άνθρωποι θα έχουν από μια κι η δική μου θα αποτελέσει απλά μια σταγόνα στον ωκεανό. Εδώ, θα καταγράψω τις εντυπώσεις μου για την ατμόσφαιρα των συναυλιών, για κάποια προβλήματα στην διοργάνωση ίσως και σίγουρα θα μιλήσουμε για πολλή, πολλή μουσική. So, let’s do this!!

Η αρχή προφανώς, θα γίνει με το Rockwave Festival και την φετινή εμπειρία μου. Η πρόσβαση φέτος ήταν αρκετά εύκολοτερη σε σχέση με πέρυσι κι ειδικά από την ανατολική πύλη την οποία και προτείνω για είσοδο στον συναυλιακό χώρο του Terra Vibe καθώς έχει άπλετο χώρο στάθμευσης κι είναι η πιο κοντινή στον κόμβο για την έξοδο στην Εθνική Οδό. Επίσης, ο έλεγχος στις τσάντες ήταν αρκετά ελαστικός οπότε μπορέσαμε να οργανώσουμε ένα μικρό πικνίκ στο γρασίδι του Terra Stage. Η αλήθεια είναι ότι δεν πρόλαβα τους Wish Upon A Star και τους Whereswilder αλλά δεν με πτόησε αυτό το γεγονός αφού τους έχω δει αμφότερους live σε supporting acts κι ελπίζω να τους ξαναδώ σύντομα σε headlining act αυτή τη φορά γιατί το αξίζουν μέχρι τελευταίας νότας. Έτσι, όπως γίνεται αντιληπτό, η μουσική μου εμπειρία άρχισε από τους The Callas και την άκρως αντισυμβατική ψυχοσύνθεση τους. Γυναίκες στα φωνητικά και στα κρουστά, άντρες στην ηλεκτρική κιθάρα και στο μπάσο κι ιδού μια συνταγή για σίγουρο ξεσηκωμό κι αισθησιασμό. Η Χρυσάνθη Τσουκαλά ήταν μοναδική στο τραγούδι της με την χροιά της να με εκπλήσσει άκρως ευχάριστα, η Μαριλένα Πετρίδου έδωσε τον καλύτερο της εαυτό και απογείωνε το μουσικό αποτέλεσμα της μπάντας με την δυναμικές που έδινε στα κομμάτια ενώ οι αδερφοί Ιονά ήταν καθηλωτικοί με την σκηνική τους παρουσία, προσδίδοντας τα απαραίτητα psychedelic στοιχεία. Καλύτερη στιγμή τους το τελευταίο κομμάτι της εμφάνισης τους στο οποίο άρχισαν να χτυπάνε τα όργανα στους ενισχυτές και στο πάτωμα προσπαθώντας να παίξουν με τους μικροφωνισμούς, γεγονός που ώθησε προς το καλύτερο την εντύπωση μου γι’αυτούς αν κι ο φιλικός μου περίγυρος ξίνισε λίγο γιατί η αλήθεια είναι ότι ο ήχος ήταν αρκετά υψηλών συχνοτήτων για ανθρώπινα ώτα. Ακολούθησαν οι Despite Everything στο Vibe Stage που έδωσαν πραγματικά  τα ρέστα τους κι άρχισαν την προθέρμανση του punk κοινού για την εμφάνιση των locos Turbonegro. Δεν θα μπω σε παραπάνω λεπτομέρειες παρά θα πω μόνο ότι ήταν αλάνθαστοι τόσο μουσικά όσο και στην επαφή τους με το κοινό καθώς ήταν διαχυτικοί κι αεικίνητοι χωρίς να γίνουν υπερβολικοί.

Εικονα 1

Επιστρέφοντας στο Terra Stage, είχα την ευχαρίστηση να δω ζωντανά ένα συγκρότημα που στοίχειωσε την εφηβεία μου με το Rock ‘n’ Roll Queen, τους ώριμους πλέον, Subways. Η setlist τους περιείχε τραγούδια από όλα τα άλμπουμ τους κι όλες τις φάσεις της μουσικής τους πορείας με το Kiss Kiss Bang Bang και το It’s A Party να ξεχωρίζουν σύμφωνα με την αισθητική μου. Το μενού της εμφάνισης αυτής περιείχε και stage diving του frontman Billy Lunn και crowd surf πάνω στο ξετρελαμένο κοινό το οποίο ανέδειξε ότι πρέπει να πονούσε πολύ αφού είχε κοκκινίσει όλο το σώμα του!! Γενικά ήταν μια εμφάνιση που έκανε το κοινό, που μέχρι εκείνη την ώρα άραζε στο γρασίδι του Terra Stage, να προσεγγίσει την σκηνή και να χορέψει πολύ περισσότερο απ’ότι με τους Last Shadow Puppets. Στιγμές όπως το Sit Down all you greek του Billy (θύμισε λίγο Smack my Bitch Up αυτό και νοστάλγησα το περασμένο καλοκαίρι) και το δίστιχο Είσαι ο Ηλίας (αντί για ήλιος), είσαι μοναδική για το ρεφρέν του Rock ‘n’ Roll Queen, που με έκανε να νιώσω λίγο badass, θα μου μείνουν αξέχαστες για αρκετό καιρό σίγουρα.

Εικονα 2

Η συνέχεια επήλθε στο Vibe Stage με το συγκρότημα που είχα θέσει δεύτερο σε σειρά προτεραιότητας να δω, μετά τους Dropkick Murphys, οι κατά πολλούς ανισόρροποι Turbonegro. Το να αρχίσω να εκθειάζω την εμφάνιση τους είναι ίσως περιττό και σίγουρα μεροληπτικό από μέρος μου. Αξίζει όμως, να τονίσω ότι η αμφίεση τους πάνω στη σκηνή κι η σεξουαλικότητα τους κέρδιζαν τις εντυπώσεις από την πρώτη στιγμή και μπορούσαν να σε κάνουν να νομίζεις ότι ήταν μια από τις μεγαλύτερες βρετανικές μπάντες punk ενώ έμαθα ύστερα ότι είναι από την Νορβηγία, χώρα στην οποία μεσουρανεί το εχθρικό metal. Οι σημαίες των ελληνικών fan clubs του συγκροτήματος κυμάτιζαν αγέρωχες ενώ τα γεμάτα patch τζιν γιλέκα και σορτσάκια έδιναν κι έπαιρναν ανάμεσα στο γεμάτο χαρακτήρα κοινό. Γενικά, διαπίστωσα ότι το κοινό του Vibe Stage ήταν πιο στοχευμένο κι απαιτητικό για τις punk μπάντες που θα έπαιζαν σε σχέση με το κοινό του Terra Stage που ήταν λίγο ευκαιριακό και λίγο σε mood «Ήμουν κι εγώ στο Rockwave”.

Σιγά-σιγά ερχόταν η ώρα των Suede κι όλοι ανυπομονούσαν για να ακούσουν τον Brett Anderson να μας ταξιδεύει με τη φωνή του στο συμπαντικό συναπάντημα της εσωτερικής μελαγχολίας με την δύναμη που κρύβει κάθε άνθρωπος μέσα του. Μια λέξη αρκεί για να περιγράψει αυτό που άκουσα . Απογοήτευση. Είδα μια επανάληψη της περσινής εμφάνισης των Black Angels με εξαίρεση ότι η προσπάθεια των Suede να δώσουν τον καλύτερο τους εαυτό ήταν υπεράνθρωπη. Ο Brett είχε γονατίσει από το δεύτερο τραγούδι αλλά μάταιη η προσπάθεια. Λίγο ο ήχος που ήταν μετριότατος, φαινόμενο που δεν παρατήρησα στα υπόλοιπα συγκροτήματα, λίγο το ότι κανένα φυσικό ή τεχνητό εμπόδιο δεν μπορούσε να εγκλωβίσει τον ήχο του συγκροτήματος ο οποίος είναι ξεκάθαρα ατμοσφαιρικός και κατάλληλος για κλειστούς χώρους, λίγο κι ο αέρας που αλλοίωνε την απόδοση του ήχου στο κοινό, μέσω των ηχείων, «όλα στραβά γινήκανε κι όλα ήταν χάλια” (ήδη ανυπομονεί να βγεί ο Θανάσης από μέσα μου).

Εικονα 3

Και τώρα Dropkick Murphys και τα μυαλά στα κάγκελα. Σαν παρέα δεν μπήκαμε καν στον κόπο να παρακολουθήσουμε μέχρι τέλους τους Suede και πήγαμε να πιάσουμε θέση για να απολαύσουμε τον ποταμό που ερχόταν από την Αμερική αλλά αναβλύζει από ιρλανδέζικες πηγές και λεγόταν Dropkick Legends, θα μπορούσα να πω. Είπαν τα πάντα με τις εναλλαγές από το punk στην ατμόσφαιρα ιρλανδέζικης πάμπ να είναι απολαυστικότατες και να μας κάνουν να ξελαρυγγιαζόμαστε σε κάθε κομμάτι. Βέβαια, υπήρχαν κι οι κλασσικοί ηλίθιοι που σπρώχνονταν σε ανύποπτες στιγμές ανάμεσα στο ουδέτερο κοινό κι όχι στους φανατικούς μπροστινούς αλλά συγχωρούνται γιατί «Ουδέν χείρον της βλακείας πέραν της δειλίας”.Η καλύτερη στιγμή τους ήταν σίγουρα όταν ανέβασαν στην σκηνή εκατοντάδες κορίτσια και τα έσπασαν με το Kiss me , I’m Shitfaced και το κλασσικό I’m Shipping Up to Boston αν κι εμένα θα μου μείνει ανεξίτηλη στο μυαλό η εικόνα όλου του κοινού να αγκαλιάζεται και να κουνιέται αμυδρά δεξιά κι αριστερά με το συγκλονιστικό Forever. Όσον αφορά την μουσική τους, υπήρξαν κάποια μικρά λαθάκια στο ακορντεόν και την ηλεκτρική κιθάρα αλλά ήταν αμυδρά μπροστά στην ικανοποίηση που ένιωσε το ελληνικό κοινό αλλά κι η ίδια η μπάντα. Μαγευτικές ενορχηστρώσεις, απίστευτα φωνητικά κι ένα είναι το σίγουρο: Μπορεί οι Dropkick Murphys να ήρθαν για πρώτη φορά στην εικοσαετή καριέρα τους στην χώρα μας αλλα «The Boys will be Back” και μάλιστα αρκετά σύντομα.

Εικονα 4 (1)

Το τέλος της βραδιάς επιφύλασσε τους headliners του Terra Stage κι ίσως του Rockwave Festival γενικά, τους Last Shadow Puppets. Ήταν η πιο άρτια εμφάνιση μουσικά με τα έγχορδα να δίνουν μια άλλη αίγλη στα κομμάτια των frontmen Alex Turner και Miles Kane. Και ναι, εννοείται ότι κι οι δυο είναι rock stars, απλά ο ένας προσέφερε περισσότερο στην επαφή με το κοινό (Alex),ενώ ο άλλος οργάνωνε όλη την μπάντα κι έδινε τον καλύτερο εαυτό του μουσικά (Miles).

Το live των TLSP είχε τα θετικά κι αρνητικά του στοιχεία. Στα θετικά συγκαταλέγεται το ότι είπαν ίσο, περίπου, αριθμό τραγουδιών από τον πρώτο και δεύτερο δίσκο τους και το ότι παρουσίασαν μια εξαιρετική διασκευή του 505 των Arctic Monkeys αναβιώνοντας την τότε ηχογράφηση του κομματιού όπου είχε παίξει κιθάρα ο Miles, στις πρώτες του στιγμές μουσικής συνύπαρξης με τον Alex Turner. Επίσης, το setlist τους τελείωσε με το Meeting Place που είναι το αγαπημένο μου τραγούδι από την μπάντα κι έτσι έστρεψα την πλάτη μου στην σκηνή για να φύγω αρκετά ευχαριστημένος. Τα αρνητικά στοιχεία του live ήταν η υπερβολική θεατρικότητα του Alex Turner, γεγονός που θα απέδιδα είτε στην απέλπιδα προσπάθεια του να κρύψει την κούραση του από την εξουθενωτική περιοδεία είτε στην χρήση ουσιών, κατανάλωση αλκοόλ και γενικά στην απεύθυνση του σε πράγματα που εκθέτουν το άτομο του στα μάτια του κοινού του. Το ξεκουμπωμένο πουκάμισο και το αρκετά έξυπνο τρολάρισμα του με τα burgers δεν μπορούσε να σώσει με τίποτα την κατάσταση κι όλοι περίμεναν τις στιγμές που θα τραγουδήσει και θα ασχοληθεί με την μουσική του , στις οποίες ήταν απίστευτα καλός και δεν μπορούσες να πάρεις τα μάτια σου από πάνω του με τίποτα. To bromance μεταξύ Kane και Turner έκανε λίγο πιο σκανδαλιάρικο το live με την απορία όλων να είναι αν φιλήθηκαν τελικά στο άκρως αισθησιακό Bad Habits. Κάποιοι θα πουν ότι το live δεν ήταν αρκετά ξεσηκωτικό κι ότι περίμεναν να είναι πιο χορευτική η ατμόσφαιρα. Αυτοί είναι οι τύποι «Ήμουν κι εγώ στο Rockwave” που αναφέραμε και παραπάνω κι οποίοι μάλλον δεν είχαν ακούσει τίποτα άλλο εκτός από το Aviation και το Standing Next to Me, όποτε δεν θα ασχοληθώ περαιτέρω. Η αποχώρηση από τον συναυλιακό χώρο έγινε εν μέσω φλογών που πετάχτηκαν από την σκηνή και πολλών κομφετί που μάλλον είχαν ξεμείνει από πέρυσι και δεν είναι δυνατόν να πετάμε τίποτα σε περίοδο οικονομικής κρίσης!

Από την νύχτα της Κυριακής, έχοντας πάντα το ανικανοποίητο στοιχείο όσον αφορά την μουσική, σκεφτόμουν την επόμενη μέρα και το τι θα γίνει στο Θέατρο Βράχων όταν ακουστούν οι πρώτες νότες του Πεχλιβάνη. Βλέπεις, οι προσδοκίες μου για αυτό το live του Θανάση ήταν τεράστιες αναλογιζόμενος τις στιγμές που είχα ζήσει στις προηγούμενες συναυλίες του κι έγιναν ακόμα μεγαλύτερες όταν έμαθα ότι αυτή η συναυλία ήταν sold out. Αφού έφτασα στο Θέατρο «Μελίνα Μερκούρη”από μια διαδρομή που έχω σιχαθεί να κάνω τόσες φορές που έχω πάει εκεί αλλά πάντα με οδηγεί σε αξέχαστες εμπειρίες, έκανα το λάθος να προσπαθήσω να παρκάρω στους χώρους στάθμευσης του Βράχων. Πολύ κακή επιλογή, αποφύγετε το χωρίς δισταγμό.

Με τα νεύρα μου να έχουν χτυπήσει κόκκινο με όλη την αναμονή, μπήκα στον συναυλιακό χώρο και το σκηνικό μου έφτιαξε άκρως την διάθεση. Το Θέατρο ήταν γεμάτο ήδη από τις 20:30 και το φόντο της σκηνής είχε διακοσμηθεί από τρεις τεράστιους ανεμόμυλους σαν κι αυτούς που κρατούσαμε μικροί όταν στο άλλο χέρι ήταν το γλειφιτζούρι – κοκοράκι. Ανάμεσα στα μουσικά όργανα ήταν διασκορπισμένοι κι άλλοι μικρότεροι ανεμόμυλοι κι όλοι άρχισαν να γυρίζουν όταν εμφανίστηκε στην σκηνή ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου κι η επί χρόνια μουσική παρέα του. Εγώ εν τω μεταξύ, δυσκολεύτηκα λίγο να βρω την δικιά μου παρέα αλλά η κλασσική τακτική του σηκώματος του χεριού από τον ψηλότερο απέδωσε τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Οι πρώτες νότες του Σαν Αστραπή, όταν το Βράχων ήταν κατάμεστο πια, σήμαναν και την αρχή μιας νύχτας που έμελλε να μην είναι σαν όλες τις άλλες. Θα ήταν η νύχτα που θα άρχιζε το καλοκαίρι για όλους τους παρευρισκόμενους και κανείς δεν θα ξέφευγε από την μέθη του, είτε κυριολεκτικά είτε μεταφορικά.

Ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου έδωσε τον καλύτερο του εαυτό καθώς αρχίζει και πλησιάζει το τέλος ή έστω η παύση των ζωντανών εμφανίσεων του το οποίο έχει δρομολογήσει σε έναν χρόνο από τώρα. Κατάφερε να πει τα καλύτερα κομμάτια από όλες τις δισκογραφικές δουλειές του αν και προφανώς όλοι θα είχαν στο μυαλό τους ένα τραγούδι που δεν μπόρεσε να πει. Εμένα ας πούμε, μου έλειψε απίστευτα σε σχέση με πέρυσι το Φορτίνο Σαμάνο που είναι ένα από τα αγαπημένα μου τραγούδια και εξιστορεί τις τελευταίες στιγμές ενός αξιοσημείωτου ανθρώπου, ενός ήρωα κατά την γνώμη μου, ενός υπολοχαγού του Εμίλιο Ζαπάτα που είχε μεγαλύτερη ψυχή από εκείνον. Το μόνο αρνητικό της συναυλίας ήταν μια απρόσμενη παρατήρηση του Θανάση στην μέση του Διάφανου για το ξύλο που έπεφτε στο κοινό δείχνοντας να μην κατανοεί εκείνη την στιγμή την ψυχοσύνθεση των θεατών οι οποίοι χόρευαν και σπρώχνονταν στα πλαίσια του πνεύματος αλληλεγγύης που μεταδίδουν τα τραγούδια του Θανάση κι όχι με το σκεπτικό να διοχετεύσουν την οργή τους για τα δεινά της καθημερινότητας. Εξάλλου, για αυτόν τον λόγο πάμε κι ακούμε τον Παπακωνσταντίνου, για να ξεχάσουμε ότι μας προκαλεί πονοκέφαλο και να περάσουμε καλά όλοι μεταξύ μας, γνωστοί κι άγνωστοι. Φωνές που ακούστηκαν σε διάφορα site για το ότι τους ενόχλησε το πλήθος των φωτοβολίδων και τους θύμισε οπαδική συνάθροιση μου προκάλεσαν τουλάχιστον γέλιο κι απορία για το αν έχουν πάει σε συναυλία του Θανάση την τελευταία δεκαετία. Η «καινούργια μεταγραφή”, σύμφωνα με τα λεγόμενα του Θανάση, ο Αλέξανδρος Κούστας, μάγεψε με την ερμηνεία του σε όλα τα τραγούδια κι ειδικά η ορθότητα της φωνής του στο Όνειρο και στην Αγρύπνια θύμιζε ηχογράφηση σε στούντιο. Μικρή έκπληξη αποτέλεσε και το ότι παίχτηκαν live, μετά από πολλά χρόνια, οι Άγιοι οι οποίοι τραγουδήθηκαν δεόντως από το κοινό.

Το τέλος της βραδιάς έφτασε απρόσμενα γρήγορα κι αρχίσαμε να κατηφορίζουμε,γεμάτοι ιδρώτα και ό,τι υγρό αιωρήθηκε κατά καιρούς στο live, προς τα αυτοκίνητα μας. Κι αφού η διάθεση είχε φτάσει στο ζενίθ, δεν υπήρχε κάτι καλύτερο από την τρίτη μέρα του Release Athens και τις ψυχεδελικές κι άκρως μελαγχολικές μελωδίες της PJ Harvey και των Brian Jonestown Massacre.

Εξαιτίας της εξάντλησης από την προηγούμενη μέρα και της έντονης βροχόπτωσης που συνέβη το μεσημέρι της Τρίτης, δεν μπορούσα να φύγω νωρίς από το σπίτι κι έτσι δεν πρόλαβα τους The Noise Figures και τους Closer. Έμαθα από έναν φίλο βέβαια ότι οι μεν πρώτοι ήταν απίστευτοι, γεγονός που διαβεβαιώνει ότι μια μπάντα δυο ατόμων μπορεί να μεγαλουργήσει αν έχει όρεξη και ταλέντο όπως οι Black Keys κι οι ανερχόμενοι αστέρες Royal Blood, ενώ οι δε δεύτεροι έκαναν λίγη βαβούρα και δεν ευνόησε πολύ τον ήχο τους ο ανοικτός χώρος. Τον εμπιστεύομαι σίγουρα γιατί είναι πολύ καλός γνώστης της psychedelic μουσικής αλλά δεν θα ενστερνιστώ την άποψη του για να μην επηρεάσω αρνητικά κανέναν από εσάς.

Εικονα 5

Έτσι, το live άρχισε για μένα με τους ατμοσφαιρικούς Slowdive και με το ομώνυμο τραγούδι τους. Κατάφεραν να καλύψουν ένα αρκετά μεγάλο μέρος της δισκογραφίας τους και να συνεπάρουν το κοινό με την σκηνική τους εμφάνιση. Η Rachel Goswell κατάφερε να είναι αέρινη αλλά κι ουσιαστική στα φωνητικά της συνάμα ενώ η χροιά του Neil Halstead μπορούσε να συνεπάρει στη στιγμή σε μια δαιδαλώδη διαδρομή ανάμεσα στα συναισθήματα σου. Η καλύτερη στιγμή τους ήταν όταν ερμήνευσαν το Souvlaki Space Station, που ξεσήκωσε σε απίστευτο βαθμό το κοινό λόγω δυναμικής αλλά και λόγω τίτλου, προφανέστατα και δεν τον άφησε να ηρεμήσει μέχρι το τέλος. Η εμφάνιση των Slowdive ανέβασε σίγουρα ψηλά τον πήχη για τα μεγάλα ονόματα του live, ειδικά από την στιγμή που τελείωσαν με την ξεχωριστή διασκευή τους στο Golden Hair του Syd Barett, του ιδρυτικού μέλους των Pink Floyd κι ενός μουσικού που είχε να προσφέρει πολλά στην τέχνη του αλλά η αρρώστια της ψυχής του δεν τον άφησε. Οι τελευταίες νότες αφέθηκαν να παίζονται για πολλή ώρα κι άρχισε να αυξάνεται ο ρυθμός τους μέχρι το σημείο του να χορεύουμε dubstep από κάτω λες κι είχαμε μείνει ακόμα στο mood των Chinese Man, που είχαν προηγηθεί μερικές μέρες κι είχαν αφήσει το στίγμα τους στο φεστιβάλ.

Εικονα 6

Οι οθόνες της σκηνής πρόβαλλαν τα αρχικά BJM κι όλοι ετοιμάζονταν για μια εμφάνιση που τελικά αποδείχτηκε από τις καλύτερες που έχω δει επί ελληνικού εδάφους. Ίσως έφταιγε κι η παρέα, αφού είχαμε πάει πιο πολύ για τους Brian Jonestown Massacre παρά για την PJ κι όταν βγήκαν αρχίσαμε να αλαλάζουμε σαν τρελοί που έτσι κι αλλιώς ήμασταν με τόσες μπύρες (ή και χωρίς)!! Ο ήχος τους ήταν άψογος με όλα τα γράμματα κεφαλαία με τον Anton Newcombe να τρολάρει συνεχώς το κοινό και να παραμένει πάντα χαλαρός καπνίζοντας μανιωδώς και λέγοντας μας ότι είναι μια κακή συνήθεια που πρέπει να αποφεύγουμε. Αυτός κι ο Rob Campanella στο ντέφι έδιναν έναν ασυνήθιστο τόνο στην σκηνική παρουσία της μπάντας, με το αισθησιακό κούνημα του δεύτερου να κάνει το κοινό να παραληρεί σε κάθε κομμάτι. Δεν νομίζω να χρειάζονται περισσότερα λόγια για αυτούς τους τύπους, δεν ήταν απλά το ορεκτικό για την PJ Harvey αλλά το κυρίως πιάτο μιας αντισυμβατικότατης μουσικής βραδιάς. Μόνο που αυτή η νύχτα προέβλεπε δυο τέτοια πιάτα.

Εικόνα 7

Κατά τις 22:25, ήταν η ώρα της ιέρειας του alternative κι indie rock να λάμψει στην σκηνή του Release. Η Polly Jean Harvey κι η μπάντα της βγήκαν με βηματισμό παρέλασης και τα κρουστά να δημιουργούν μια ατμόσφαιρα που προδιέθετε για κάτι μεγαλειώδες. Κι αυτή ήταν η αλήθεια. Η PJ βγήκε με το αέρινο φόρεμα της και τα υπέροχα μαλλιά της να θυμίζουν ξωτικό από το Lord of the Rings κι ανάγκασε όλους τους θεατές-ακροατές να μην μπορούν να αποσπάσουν την προσοχή τους από εκείνη. Η φωνή της στην καλύτερη φάση της αφού έχει δουλέψει απίστευτα τις πολύ ψηλές της κι οι χαμηλές της εξακολουθούν να είναι ανατριχιαστικές ειδικά όταν κάνει αυτό το χαρακτηριστικό της vibrato. Εγώ είμαι της άποψης ότι πρέπει πάντα να υποστηρίζει ο κάθε καλλιτέχνης την νέα δουλειά του οπότε ευχαριστήθηκα που άκουσα πολλά από τα τραγούδια του νέου της δίσκου να τα λέει και μάλιστα πολύ καλύτερα από τον ίδιο τον δίσκο. Το σκηνικό με το οικόσημο της ήταν λιτό και επιβλητικό την ίδια στιγμή ενώ οι μουσικοί της ήταν προσεκτικά διαλεγμένοι έτσι ώστε να παίζουν πολλά όργανα και να της δίνουν την δυνατότητα να ενορχηστρώνει όπως θέλει τα κομμάτια της. Σίγουρα, δεν πρέπει να παραλείψω ότι όλοι οι μουσικοί ήταν εκνευριστικά καλοί κι ας έκανε κάποια λάθη ο κύριος σαξοφωνίστας στο σόλο του στο The Glorious Land. Ο φόβος βέβαια να παίξει λίγα από τα παλιά της δεν επιβεβαιώθηκε κι ευτυχώς διότι δεν θα άντεχα την γκρίνια ενός κυρίου που στεκόταν δίπλα μου και το έπαιζε παντογνώστης με ατάκες του στυλ «Εγώ την ακολουθώ από τις αρχές της” και «Ήμουν στην πρώτη συναυλία της στο Rockwave και δεν θα είναι ποτέ ξανά έτσι” κι άλλα παρόμοια λόγια εμπειρίας. Ακούσαμε αρκετά κομμάτια από την παλιά της δισκογραφία με το σκοτεινό To Bring You My Love, το River Anacostia που ερμηνεύθηκε χορωδιακά από όλους που βρίσκονταν πάνω στην σκηνή και το απόλυτο A Perfect Day Elise να ξεχωρίζουν στις καρδιές μας.

Φύγαμε υπερπλήρεις από αυτό το live αφού δεν υπήρχε τίποτα που να χάλασε την διάθεση μας πέρα από την έξοδο από τον συναυλιακό χώρο που ήταν ολίγον Γολγοθάς. Όταν γύρισα σπίτι, το πρώτο που σκέφτηκα ήταν ότι δεν θα έχω σύντομα την ευκαιρία να απολαύσω τόσους καλούς καλλιτέχνες μέσα σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα κι ειδικά εν Ελλάδι. Μόλις όμως άρχισαν όλα τα γεγονότα που περιέγραψα να γίνονται αναμνήσεις, κατάλαβα ότι η ομορφιά των στιγμών δεν βρισκόταν μόνο στην μουσική αλλά και στους ανθρώπους με τους οποίους πέρασα αυτές τις ώρες της ζωής μου.

Έτσι, όλα τα λόγια που ειπώθηκαν προηγουμένως δεν θα είχαν καμία αξία χωρίς εσάς, τρελοί μου φίλοι, που δεν θα σας αναφέρω ονομαστικά γιατί μας βλέπουν κι άνθρωποι που μας ξέρουν αλλά ξέρετε ποιοί είστε οπότε μηντραπείτε που άρχισα τα καλά λόγια, που δεν τα έχω κι εύκολα, ή κρυφτείτε γιατί θα σας βρω και θα σας αρπάξω για τις επόμενες συναυλίες που θέλω να πάω, σαν ένας άλλος Liam Neeson. Κι επειδή τα πολλά λόγια είναι φτώχεια και το λέω εγώ που δεν τσιγκουνεύομαι σε αυτά, ήταν τρείς μέρες μουσικής χωρίς εσάς αλλά ήταν πολλών χρόνων αναμνήσεις με εσάς!

Sivert Høyem : Ο ραψωδός του καταθλιπτικού μας «είναι» επιστρέφει στην Ελλάδα

Στο άκουσμα της είδησης, ότι ο Sivert Høyem έρχεται για άλλη μια φορά στην χώρα μας, εκστασιάστηκα. Όλες αυτές οι αναμνήσεις από τα εφηβικά και πρώιμα φοιτητικά μου χρόνια που αναλογιζόμουν σωστά και λάθη υπό τις μελωδίες των Madrugada, που συντρόφευε τις μεταμεσονύκτιες αϋπνίες μου μέσα από τα επεισόδια της «10ης Εντολής»  και του

«Κόκκινου Κύκλου», σειρές από τις οποίες η μουσική των Madrugada και των 16 Horsepower έγινε γνωστή στο ευρύ κοινό και συνδέθηκε έντονα στον νου όλων ως η υπόκρουση των εγκληματικών και συναισθηματικά φορτισμένων σκηνών του Πάνου Κοκκινόπουλου . Κι αν την πρώτη φορά που εμφανίστηκαν οι Madrugada στο «Ρόδον» , πριν 15 χρόνια, ήταν πρακτικά αδύνατο να είμαι εκεί ( ήμουν μόλις 5 ετών γάρ ), πριν από σχεδόν 2 χρόνια ήμουν αρκετά μεγαλύτερος ώστε να θαυμάσω το μεγαλείο αυτού του καλλιτέχνη να ξεδιπλώνεται πάνω στην σκηνή του Stage Volume 1, ενός συναυλιακού χώρου που πρόλαβε να φέρει πολλά κορυφαία ονόματα στον μόλις έναν χρόνο που λειτούργησε χωρίς αυτό να σημαίνει ότι μπορούσε να τα  υποστηρίξει .

Φέτος ο Sivert πραγματοποιεί το καθιερωμένο mini tour του στην Ελλάδα , όπως κάθε φορά που επισκέπτεται την χώρα μας και κάνει  στάσεις  στο Principal Club Theater στη Θεσσαλονίκη στις 21 Απριλίου , στο Lab Art στον Βόλο στις 22 Απριλίου, στο Piraeus Academy στην Αθήνα στις 23 και 24 Απριλίου και στο Cine Studio στο Ηράκλειο Κρήτης στις 25 Απριλίου. Η διπλή ημερομηνία, φυσικά, στην Αθήνα δεν οφείλεται σε κάποια ειδική μεταχείριση του κοινού του λεκανοπεδίου της Αττικής αλλά στην εξάντληση των εισιτηρίων της εμφάνισης του Σαββάτου και στην θέληση του Sivert να ικανοποιήσει όλους όσους θέλουν να τον ακούσουν σε παλιές και νέες μελωδίες. Εξάλλου αυτά ήταν τα στοιχεία που τον έκαναν αγαπητό στο ελληνικό κοινό, η αμοιβαία αγάπη κι η συνεχής δουλειά του για να παρουσιάζει καινούργια κομμάτια και να ανακαλύπτει καινούργιες πτυχές του μουσικού και μη εαυτού του. Ας πάμε να δούμε ποιά ήταν η πορεία του στον χρόνο και πως κατάφερε να γίνει ένας εκ των κορυφαίων ερμηνευτών και χαρακτηριστικότερων χροιών της παγκόσμιας μουσικής σκηνής.

13059725_10207588697028249_57202962_n

Ο Sivert Høyem γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Νορβηγία. Η μητέρα του ήταν η  Jørun Drevland, μια από τις σημαντικότερες πολιτικούς της νορβηγικής επικράτειας η οποία διετέλεσε για πολλά χρόνια βουλευτής και πρότεινε η πόλη που την εξέλεξε, η Sortland, να βαφτεί όλη στα χρώματα του μπλε, ώστε να αποτελεί ένα αξιοθέατο τέχνης, γεγονός που επετεύχθη και βοήθησε στην τουριστική ανάπτυξη του τόπου. Άξιο αναφοράς είναι ότι σπούδασε ιστορία στο πανεπιστήμιο του Όσλο την ίδια περίοδο που έκανε τα πρώτα του «μουσικά βήματα» με τους Madrugada .

Οι Madrugada άρχισαν να δημιουργούνται το 1993 στο Stokmarknes και πήραν την τελικη τους μορφή το 1995, όταν κι ο κιθαρίστας της μπάντας Robert Burås εισχώρησε στο συγκρότημα κι η μπάντα μετακόμισε στο Όσλο για να αρχίσει τις πρόβες και την σύνθεση του πρώτου της μουσικού

παραμυθιού . Η μουσική αυτού του συγκροτήματος καταφέρνει να σε  ταξιδεύει  σε μακρινούς τόπους, εκτός κι εντός της ψυχής σου όπως τα παραμύθια εξάπτουν την φαντασία των μικρών παιδιών ώστε να δημιουργήσουν τις δικές τους ευτυχισμένες ουτοπίες. Τα σκοτεινά και γεμάτα μυστήριο riffs των πρώτων δυο άλμπουμ της μπάντας, του «Industrial Silence» και του «The Nightly Disease»,  ανέδειξαν το ταλέντο και την ευφυΐα του Robert ενώ οι υπόκωφες και συνάμα δυναμικές μπασογραμμές τους, με χαρακτηριστικότερη αυτή του τέλους του «Higher», έκαναν κατανοητό σε όλους ότι οι Madrugada είχαν ένα μέλος που έδινε οποιαδήποτε χροιά ήθελε στα κομμάτια τους κι αυτό το μέλος δεν ήταν άλλος από τον μπασίστα της μπάντας , τον Frode Jacobsen.

Το συγκρότημα συνέχισε την καλή δουλειά και ανταμείφθηκε για αυτή με τον κόσμο σε όλη την Ευρώπη να συρρέει για να δει τον Sivert και την παρέα του να φτιάχνουν την μοναδική ατμόσφαιρα των δυο προαναφερθέντων δίσκων . Εκείνη την περίοδο , ήρθαν για πρώτη φορά στην χώρα μας κι έτυχαν αποθέωσης ανάλογης του νορβηγικού κοινού , της γενέτειρας τους. Η

«Αυγή»  του 2002 τους βρίσκει σε μια αναζήτηση νέων μουσικών κατευθύνσεων και…. ντράμερ καθώς ο Lauvland Pettersen τους αφήνει . Αποφασίζουν, λοιπόν, με το τρίτη τους δισκογραφική δουλειά , το «Grit» , να κινηθούν σε πιο «σκληροτράχηλα» κι   «πειραματικά μονοπάτια» όσον αφορά τον ήχο τους, με συνοδοιπόρο στα κρουστά, πλέον, τον Simen Vangen. Αυτός ο δίσκος είναι ο προσωπικά αγαπημένος μου από τους Madrugada καθώς συνδυάζει δυναμικές μελωδικές γραμμές του μπάσου και της ηλεκτρικής κιθάρας, απίστευτο drumming από τον Vangen στον μοναδικό δίσκο που τα κρουστά ήταν λίγο πιο πολύπλοκα με πολύ καλή χρήση του hi-hat και γεμάτα τρέλα brake, πράγμα σπάνιο για κομμάτια της συγκεκριμένης μπάντας και την βαθιά μελαγχολική του Sivert που είναι  όπλο  για κάθε μουσικό είδος.

Τότε οι Madrugada προσπάθησαν να κάνουν ένα δυναμικό μπάσιμο στην βρετανική σκηνή και να καθιερωθούν αλλά απέτυχαν αφού ήταν αρκετά χαλαροί   ακόμα στο παίξιμο τους για τα punk και hard rock ‘n’ roll πρότυπα του μουσικού κοινού της Μεγάλης Βρετανίας.

Εκείνη την χρονική περίοδο, η μπάντα άρχισε μια ανοδική πορεία που δεν σταμάτησε ποτέ μέχρι τον ξαφνικό θάνατο του Robert μέσα στο διαμέρισμα του στο Όσλο, ένα γεγονός που δεν θα μπορέσουν να ξεπεράσουν ποτέ ο Sivert κι ο Frode και θα διαλύσουν την μπάντα έναν χρόνο αργότερα, μετά την κυκλοφορία του τελευταίου τους άλμπουμ με τίτλο το όνομα του συγκροτήματος και την περιοδεία τους σε όλη την Ευρώπη με ένα playlist γεμάτο με παλαιότερα κομμάτια τους και διασκευές αγαπημένων κομματιών του  Robert Burås . Madrugada τέλος λοιπόν και η εικόνα που θα μας αφήσουν είναι φωτεινή σε ένα  σκοτεινό  κάδρο, ακριβώς όπως είναι ο ορίζοντας νωρίς το πρωί , όταν εμφανίζεται αυτό που στα ισπανικά και στα πορτογαλικά σημαίνει  Μadrugada  .

Ο Sivert είχε αρχίσει την σόλο καριέρα παράλληλα με την μουσική του πορεία στους Madrugada και το 2004 θα κυκλοφορήσει το πρώτο του σόλο άλμπουμ με τίτλο  «Ladies and Gentlemen of the Opposition», ένας δίσκος που θα περιλαμβάνει αποκλειστικά δικές του συνθέσεις με τις οποίες θα αρχίσει να διηγείται διάφορα περιστατικά της ζωής του καθώς, όπως έχει πει σε πολλές συνεντεύξεις του, γράφει αυτοβιογραφικά και σύμφωνα με τα εκάστοτε ερεθίσματα του. Μάλιστα, θα φτιάξει και την δική του μπάντα, τους The Volunteers και το 2006 θα κυκλοφορήσουν την πρώτη τους δισκογραφική δουλειά, το «Exiles» . Όπως γίνεται κατανοητό, ο Sivert ψαχνόταν με διάφορα μουσικά project κι η παραγωγικότητα του θα φτάσει στο ζενίθ τις χρονιές 2009-2012 , χρονικό διάστημα μέσα στο οποίο θα κυκλοφορήσει δυο προσωπικά του άλμπουμ, το «Moon Landing» και το «Long Slow Distance» , ένα διπλό άλμπουμ με τίτλο «The Best of Madrugada» που θα περιέχει ένα νέο τραγούδι το οποίο θα ονομάζεται

«All This Wanting To Be Free» και θα είναι αφιερωμένο στον αδικοχαμένο  Robert Burås και πολλά singles από τα οποία θα ξεχωρίσει το «Prisoner of the Road» , ένα κομμάτι αφιερωμένο στους μετανάστες καθ’ομολογία του ίδιου του καλλιτέχνη. Το 2012 θα αποχωρήσει από τους Volunteers και 2 χρόνια αργότερα θα θέσει σε κυκλοφορία το πιο σκληρό και ηλεκτρονικό-progressive σόλο δίσκο του, το «Endless Love .

Φέτος, επιστρέφει στην Ελλάδα για να παρουσιάσει την ολοκαίνουργια δισκογραφική δουλειά του που φέρει τον τίτλο «Lioness» κι έχει αποσπάσει ως τώρα τις καλύτερες κριτικές ως το πιο άρτιο και «φωτεινό» άλμπουμ του  Sivert Høyem στα χρόνια της σόλο καριέρας του. Από τον δίσκο ξεχωρίζει το «Sleepwalking Man» που σε κερδίζει από την πρώτη στιγμή με τις μαγικές μελωδίες του τσέλου και του βιολιού, το «The Boss Bossa Nova» που καταφέρνει να είναι με έναν μοναδικό τρόπο ταυτόχρονα το πιο γρήγορο και μελαγχολικό τραγούδι του δίσκου θυμίζοντας λίγο από Leonard Cohen, έναν καλλιτέχνη που θαυμάζει και προσπαθεί να ενστερνιστεί ο Sivert και το «The Riviera of Hades» που αποτελεί μια συνέχεια του «Prisoner of the Road» και μιλά για μια, κατά έναν τρόπο, αιματοβαμμένη ακτή σαν αυτές που κατέληγαν οι πρόσφυγες από την Σοβιετική Ένωση την περίοδο της δικτατορίας του Στάλιν, σαν αυτές που καταλήγουν τώρα οι πρόσφυγες που «ξεριζώθηκαν» από τα σπίτια τους εξαιτίας του πολέμου στην Συρία και γενικότερα στην Μέση Ανατολή.

13078202_10207588707188503_1232357995_o

Με αφετηρία, λοιπόν, την Θεσσαλονίκη και τερματισμό στο Ηράκλειο, ο  Sivert Høyem θα κάνει αυτό που ξέρει καλύτερα από όλους στην παγκόσμια μουσική σκηνή, θα απομονωθεί στους

κόσμους  του μυαλού του και θα προσπαθήσει να μας παρασύρει μέσα τους μέσω των αισθαντικών μουσικών του και των ποιητικών στίχων του. Αυτό που μας μένει είναι να δώσουμε το χέρι μας και πάνω απ’ όλα την ψυχή μας σε αυτόν τον καλλιτέχνη και να αφεθούμε σε ένα ταξίδι στο δικό του και δικό μας συναισθηματικό χάος!!!

* Opening act για τις συναυλίες της Αθήνας θα είναι ο τραγουδοποιός Remi & the road , ένας Έλληνας καλλιτέχνης ο οποίος κινείται  ανάμεσα σε country , folk , bluegrass και rock ‘n’ roll μουσικές εδώ και 5 χρόνια μαγεύοντας το κοινό του με τις μελωδικές ιστορίες των ταξιδιών του ανά τον κόσμο και θυμίζοντας έναν μουσικό του δρόμου σε συνεχή αναζήτηση των  «θέλω» του. Τα opening acts για τις υπόλοιπες εμφανίσεις του Sivert δεν είχαν ανακοινωθεί μέχρι την στιγμή που γράφονταν οι παραπάνω γραμμές.

 

 

 

Info

Πού; Principal Club Theater, Γεωρ. Ανδρέου 56, Θεσσαλονίκη, τηλ. : 231 042 8088

Lab Art, Ζάχου και Βότση γωνία ( Πολυχώρος Τσαλαπάτα ), Βόλος, τηλ. : 2421 403454

Piraeus Academy 117 , Πειραιώς 117, Αθήνα, τηλ.: 210 8820426

Cine Studio, Λεωφόρος Ικάρου κι Ηροδότου 177,  Ηράκλειο Κρήτης, τηλ. : 281 082 3813

Η προπώληση συνεχίζεται στα 25 ευρώ για Αθήνα και Θεσσαλονίκη, στα 20 ευρώ για τον Βόλο και στα 18 ευρώ για Ηράκλειο Κρήτης

Προπώληση : Ηλεκτρονικά στα www.viva.gr και www.ticketpro.gr , τηλεφωνικά στο 11876 και στα καταστήματα Public και Ιανός ( για όλες τις πόλεις )

Στα καταστήματα Musicland ( Tickethouse ), Stereodisc , Rover και Nephilim ( για Θεσσαλονίκη )

Στα καταστήματα Bruno Coffee Store ( Δημητριάδος με Τοπάλη ), Seven Spots, Tender Bar κι Illusion Store ( για Βόλο )

Στο κατάστημα Ticket House, Πανεπιστημίου 42 (εντός της στοάς), τηλ.: 210 3608 366

( για Αθήνα )

Στα καταστήματα Βιβλιοπωλείο Ελευθερουδάκης , Οδός 1821 αρ. 10 , Κέντρο , Πολυχώρος Τεχνόπολις , Λ. Ανδρέα Παπανδρέου 116 , Αμουδάρα , Πολυτεχνείο Καφέ , Οδός Ψαρομιλίγκων 8 , Κέντρο ( για Ηράκλειο Κρήτης )

Πήγαμε: Βέβηλο με Βαβυλώνα και TsekosFee στο Piraeus 117 Academy

Το περασμένο Σάββατο στο Piraeus Academy, συνέβη η επάνοδος του άσωτου υιού της hip hop και της low bap, του “Βέβηλου, Βέβαιου, Βάνδαλου, Βάσιμου” Θανάση. Ο Θανάσης, ή αλλιώς “Βέβηλος” είναι από τους πρωτεργάτες της έκρηξης του ρεύματος της low bap, ανήκοντας στους ιστορικούς Βαβυλώνα, αλλά και στους δικούς του Omerta. Προσωπικά, τον θεωρώ ως τον καλύτερο καλλιτέχνη της συγκεκριμένης σκηνής, καθώς δεν έχει αποκλίνει ποτέ από τις απόψεις του και τις ιδέες που πρεσβεύουν οι ρίμες που ξεστομίζει αυτός κι οι υπόλοιποι της hip hop σκηνής. Επίσης, παρά τις δυσκολίες που αντιμετώπισε με χρόνιες καταχρήσεις ναρκωτικών και 8ετή φυλάκιση για ένοπλες ληστείες, ποτέ δεν τα παράτησε και συνέχισε να κάνει αυτό που αγαπά \, να μιλάει για την σάπια πολιτική και την κοινωνική εξέγερση μέσα από τα κομμάτια του, μακριά πλέον από ουσίες κι όλα τα λάθη του παρελθόντος, που όπως έχει πει ο ίδιος δεν θα τα επαναλάβει αλλά δεν θα είχε μάθει την ζωή χωρίς αυτά. Ο Βέβηλος λοιπόν, δούλεψε αρκετά εδώ και 4 χρόνια και το Σάββατο μας παρουσίασε τον νέο του δίσκο με τίτλο «Το Βιβλίο των Ηρώων του δρόμου» μαζί με φίλους, που τον στήριξαν σε αυτή τη δισκογραφική προσπάθεια, όπως οι DJs MCD και Κύρος, ο Τσέκος μαζί με το σχήμα του κι ο Παράφρων, άλλο ένα ιστορικό κι αμετανόητο μέλος των Βαβυλώνα.

Μπαίνοντας στον χώρο της συναυλίας ο κόσμος ήταν γύρω στα 1000 άτομα, ενώ αργότερα πρέπει να αυξήθηκε στα 1500-1600 άτομα. Το πρώτο πράγμα που μου τράβηξε την προσοχή όταν είδα την σκηνή, ήταν ένα συρματόπλεγμα, το οποίο είχε ξεδιπλωθεί στο μπροστινό μέρος της και υπέθεσα ότι ήταν για λίγη προστασία από τα πυρομαχικά του κοινού, αλλά στην συνέχεια παρατήρησα τις κάλτσες παιδιών, τα σακίδια, τα παπούτσια που ήταν απλωμένα πάνω του κι έτσι φάνηκε ότι ήταν μέρος του σόου που ετοίμαζε ο Βέβηλος. Το Piraeus Academy, όπως έχω ξαναπεί, είναι από τους καλύτερους συναυλιακούς χώρους της Ελλάδας, λόγω του κεκλιμένου δαπέδου που διαθέτει και το οποίο επιτρέπει στον καθένα να έχει σχετικά καθαρό οπτικό πεδίο για το τι συμβαίνει πάνω στην σκηνή αλλά και κάτω απ’ αυτήν, ενώ τα 2 μπαρ που ήταν ανοιχτά στο πίσω μέρος του χώρου εξυπηρέτησαν ικανοποιητικά τον κόσμο που προσήλθε στο live.

Όλα άρχισαν με έναν παρατεταμένο χτύπο καρδιάς από τα ηχεία ο οποίος διήρκησε 5 λεπτά. Στις 9 η ώρα ακριβώς ο Βέβηλος βγήκε στην σκηνή υπό τις ιαχές του κοινού και την μελωδία του «Dungeon Sound» των Gramatik που προλόγισε το έναυσμα αυτής της συναυλίας με το ομώνυμο τραγούδι με τον δίσκο, «Το Βιβλίο των Ηρώων του δρόμου».

Τα καπνογόνα κι οι φωτοβολίδες βγήκαν και το τραγούδι για τους Ήρωες του δρόμου άρχισε για τα καλά.

pic1

Η συνέχεια δόθηκε με το «Φύλαγε με» όπου ο Βέβηλος έφερε έναν κόφτη από τα backstage κι άρχισε να κόβει τα σύρματα, όπως λέει και το τραγούδι, ώστε πλέον να έρθει πιο κοντά με τον κόσμο κυριολεκτικά αλλά και να μεταδώσει το μήνυμα της θέλησης των μεταναστών για μια νέα ζωή ενάντια σε αυτούς που ονειρεύονται φράχτες και στρατόπεδα συγκέντρωσης που τα ονομάζουν “hot spots”, γιατί τα αγγλικά ακούγονται πιο ωραία στους δυνάστ…συγνώμη , στους δανειστές μας. Το κόψιμο των συρμάτων συνεχίστηκε με το κομμάτι – ταυτότητα του Βέβηλου, το «V for Vevilos» κι ακολούθησε η εμφάνιση του Παράφρωνα στην σκηνή κι η αναδρομή στο παρελθόν και στα κοινωνικά διηγήματα – τραγούδια των Βαβυλώνα. Η αρχή έγινε με το «Φαινόμενο», μιλώντας για ένα κλασσικό τύπο ανθρώπου που βασίλευσε την εποχή της ψευδοευημερίας στην Ελλάδα, ενώ το επόμενο κομμάτι ήταν το αποτέλεσμα της πιο πρόσφατης συνεργασίας του Βέβηλου με τον Παράφρωνα, το «Mc’s μέχρι τα μπούνια».

Η σκηνική παρουσία των δυο καλλιτεχνών ήταν άκρως αντιπροσωπευτική της σάτιρας που ασκεί το τραγούδι στους τύπους που κάνουν hip hop μόνο στα ρούχα χωρίς να ζουν με τον τρόπο που πρεσβεύει το είδος που υπηρετούν. Ευτράπελο της στιγμής το striptease του Παράφρωνα, το οποίο ο Βέβηλος παρομοίασε με την κλασσική εμφάνιση του Μηδενιστή, μόνο που ο Παράφρων είναι πιο ωραίος, όπως τόνισε κι ο Θανάσης. Η αναδρομή στα έπη των Βαβυλώνα συνεχίστηκε με το «Μην πείς κουβέντα» και με έναν ύμνο της low bap, το κομμάτι του «Παράφρων». Και τι άλλο θα μπορούσε να είναι το επόμενο τραγούδι μετά το «Παράφρων» εκτός από το «Βέβηλος», που περιλαμβάνει τους όρκους ανεξαρτησίας κι αποστασιοποίησης των Βαβυλώνα από το mainstream hip hop και το οποίο παρουσιάστηκε με διαφορετική λούπ μελωδία από την πρωτότυπη στο live αυτό, πιο ατμοσφαιρική κι επιβλητική. Στη συνέχεια, ο Βέβηλος έμεινε πάλι μόνος του στην σκηνή και έφτυσε με σειρά τις ρίμες από τον «Δρόμο», τον «Εθισμό» και το «Όταν θα φύγω». Στο τελευταίο, το πάθος του κόσμου ήταν απίστευτο κι έγινε ακόμα μεγαλύτερο και πιο πληθωρικό όταν ο Τσέκος βγήκε στην σκηνή κι είχε έρθει η ώρα για ένα από τα πιο αγαπημένα κομμάτια του κοινού σε αυτόν τον δίσκο, το «Με λένε δρόμο». Κάτω από την σκηνή έγινε χαμός σε πλαίσια που δεν είχα δει σε άλλη συναυλία εκτός από την φετινή των Prodigy. Η εικόνα του βίντεο μιλάει από μόνη της…

Τα μικρόφωνα δόθηκαν πλέον στον Τσέκο και στον Fee οι οποίοι έκαναν μια παρένθεση με τρία τραγούδια τους από τον νέο και μοναδικό τους δίσκο με τίτλο «Tarantula». Ξεχώρισε ο «Άσπρος λωτός» για τις ηλεκτρικές κιθάρες του και ο «Άνθρακας» για την δυναμική των στίχων του και το μαγευτικό του λούπ.

Και μετά «Μήνυμα στο μπουκάλι», άναμμα φωτοβολίδας από τον Βέβηλο και η ενέργεια του κόσμου πάλι στο ζενίθ, για ένα άκρως ερωτικό κομμάτι μέσα στον κυκεώνα των κοινωνικοπολιτικών στίχων του Θανάση. Όπως και στο βιντεοκλίπ , έτσι και στο live ακολούθησε το τραγούδι «Λευτεριά». Η διαφορά ήταν ότι μετά το τέλος του συγκεκριμένου κομματιού υπήρξε ένα αριστοτεχνικό scratching από τους DJs MCD και Κύρο, το οποίο συνοδεύτηκε από λόγια φυλακισμένων για τις συνθήκες υγιεινής στις φυλακές, καθώς και για την σωματική και ψυχική καταστολή των κρατουμένων με ξύλο κι ενέσεις αλοπερτίνης, όπως λέει ο Βέβηλος ή αλοπεριδόλης, όπως λέγεται επιστημονικά. Το τέλος στο συγκεκριμένο στιγμιότυπο δόθηκε με το γνωστό σύνθημα σε όλους για την δύναμη του πάθους για ελευθερία έναντι της κράτησης σε άθλιες φυλακές δήθεν σωφρονισμού. Το επόμενο κομμάτι έμελλε να είναι το «Όσο πιστεύω στο hip hop», ένα από τα κομμάτια του δίσκου του που μιλάει για την εμπειρία του στην φυλακή και το πώς το hip hop κι οι αξίες που πρεσβεύει τον βοήθησαν να μην μπει στο τρυπάκι της επιστροφής στα σκληρά ναρκωτικά και στις ληστείες και να συνεχίσει στον δρόμο της εξέγερσης για καλύτερη ζωή μέσα κι έξω από το κελί. Το τέλος στην μοναχική ύπαρξη του Βέβηλου στην σκηνή επήλθε με το κομμάτι «Άμεση δράση», ένα τραγούδι το οποίο είπε μόνος του αφού “ο άλλος πήγε με το Ποτάμι”, όπως είπε κοροϊδευτικά, αλλά και με μια δόση πικρίας ο Θανάσης για τον Xray ή κατά κόσμον Νικήτα Κλύντ. Ο κόσμος ήταν φανερό ότι συμμεριζόταν τα συναισθήματα του Βέβηλου για τον Νικήτα και το εκδήλωσε με εμπαιγμούς για το πρόσωπο του κι αποθέωση για τον Θανάση.

Και κάπως έτσι ήρθε η ώρα ο Παράφρων να επιστρέψει στην σκηνή υπό τους ήχους του «Nique La Police», αφού τα scrathes έδιναν τον ρυθμό για το πιο ανατρεπτικό τραγούδι των Βαβυλώνα, την «Πολισμανία», ένα κομμάτι που μιλάει για τις εναλλακτικές πηγές εισοδήματος των μπάτσων πριν ακόμα όλα αυτά αποδειχθούν κι εξαλειφθούν (ή και όχι…). Ακολούθησαν με την σειρά ο «Αλήτης στην Χώρα των Θαυμάτων», η «Πουτάνα γκλαμουριά», το «Δωμάτιο με Θέα», όπου συνέβη πανικός κι ο Παράφρων έδωσε ρέστα με την παραστατικότητα του και τον hip hop τρόπο αφήγησης αυτής της ιστορίας, ενώ το κύκνειο άσμα του Παράφρωνα για αυτή τη συναυλία ήταν το «Άντε και γαμήσου», με τα πιο παθιασμένα από αυτά να προορίζονται για τον Xray και τους χρυσαυγίτες και πανταχού φασίστες.

Έτσι, το live άρχισε να οδεύει προς το τέλος του κι αφού ο Βέβηλος ράπαρε με περίσσειο θράσος κι ένταση το «Μίσος» κι ο κόσμος απάντησε με συνθήματα κατά των δολοφόνων χρυσαυγιτών, ήρθε η σειρά του «Ooh la la la» και των απαγορεύσεων εισόδου στα live και στη ζωή μας όλων αυτών που αποτελούν τα κακώς κείμενα της καθημερινότητας μας.

Μετά, θα ακολουθήσει ένα κομμάτι που μιλάει για την πολυπολιτισμικότητα των πολυκατοικιών του κέντρου και για την κατάσταση που επικρατεί και δεν θυμίζει σε καμία περίπτωση αυτά που λένε τα πογκρόμ μίσους των φασιστών, το τραγούδι με τίτλο «Το κορίτσι μου κοιμάται ήσυχο». Το κομμάτι «Σας χαιρετώ» θα ακολουθήσει σαν αρχή του τέλους της συναυλίας κι η επανάληψη του τραγουδιού «Μήνυμα στο μπουκάλι» θα μοιάσει αναπόφευκτη , με τον κόσμο να ραπάρει σύσσωμος με τον Θανάση και μερικά άτομα να ανάβουν μικρά βεγγάλικά, όπως φαίνεται και στο παρακάτω βίντεο.

Ο Βέβηλος σήμανε το τέλος του live αφιερώνοντας στο κοινό που βρέθηκε στο Piraeus Academy και το οποίο τον στηρίζει εδώ και χρόνια, με το κομμάτι «Κράτα λίγο αγάπη», ένα τραγούδι που μιλάει για τα καλά αλλά και τα λάθη που κάνει αυτός που αγαπά και αγαπιέται.

Μακάρι να είχα κάτι να προσάψω σε αυτή την συναυλία αλλά όλα ήταν σχεδόν ιδανικά. Ο Βέβηλος, ο Παράφρων, ο Dj MCD, ο Dj Κύρος, οι Tsekosfee ήταν όλοι άψογοι τόσο στην ερμηνεία, όσο και στην σκηνική παρουσία και στο πάθος τους πάνω στη σκηνή. Ο ήχος ήταν αψεγάδιαστος, ο συναυλιακός χώρος παρείχε ικανοποιητικά τα ποτά κι όλα όσα έπρεπε για ομαλή διεξαγωγή της συναυλίας ενώ το κοινό ήταν ψημένο για ρίμες και εξέγερση μέσω της μουσικής έναντι σε ό,τι μας βασανίζει κάθε στιγμή. Ίσως θα ήθελα να ειπωθούν περισσότερα κομμάτια από Βαβυλώνα, όπως και μια μερίδα του κόσμου που φώναζε για το «Τζίφος στο Ημίφως».

pic2

Συνοπτικά, ήταν ένα δείγμα του τι μπορεί να κάνει και να εξωτερικεύσει, μέσω των κομματιών του, το hip hop και low bap ρεύμα. Νομίζω ότι θα έπρεπε να γίνονται περισσότερες συναυλίες από τους καλλιτέχνες του είδους, επιθυμία που εξέφρασε κι ο κόσμος με την ιαχή του στο τέλος του live περί “Low Bap, Low Bap, Low Bap…”. Το ποιός ή ποιοί φταίνε για την κατάντια αυτού του μουσικού είδους σε “υπό εξαφάνιση” δεν μπορώ και δεν θέλω να το πω εγώ από την στιγμή που ο Βέβηλος έχει μιλήσει…

Φωτογραφίες από: Panagiotis Maidis

Βίντεο Live Κομματιών από: GREEK HIP HOP EVENTS

Πήγαμε: Puta Volcano – Angry Boy Jester στο An club

Την περασμένη άνοιξη, το Rockwave Festival υποδέχτηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα τους Black Keys σε ένα από τα σημαντικότερα live του 2015. Εκτός λοιπόν, από τους Black Keys, που ήταν υπέρ του δέοντος μέτριοι και τους Black Angels, που είναι πολύ καλοί στο μουσικό είδος που υπηρετούν (psychedelic rock), αλλά η ακουστική του χώρου τους αδίκησε κατάφορα, εμφανίστηκαν στην σκηνή και 3 ελληνικά συγκροτήματα. Κι αν οι 1000mods είναι μια αρκετά αναγνωρισμένη μπάντα που μας εκπλήσσει κάθε φορά με τα live της, όπως το τελευταίο τους στο Piraeus Academy 117, οι Puta Volcano κι οι Big Noise Attack ήταν δυο συγκροτήματα που μας εξέπληξαν ευχάριστα με την παρουσία τους στο φεστιβάλ. Έτσι αποφάσισα να πάω να ακούσω τους Puta και σε ένα δικό τους live και να αποτυπώσω τις σκέψεις μου και τα συναισθήματα μου σχετικά με αυτά που άκουσα από τις μπάντες κι αφουγκράστηκα από τον κόσμο.

12540463_10206797157280250_1799582466_n

Οι πόρτες άνοιγαν 20.30 και εμείς βρεθήκαμε στο An club περίπου εκείνη την ώρα. Ο κόσμος ήταν ελάχιστος και 21.00 η ώρα θα έβγαιναν οι Angry Boy Jester, το supporting act της συναυλίας για το οποίο θα μιλήσουμε αναλυτικά παρακάτω. Η έλλειψη κοινού προκάλεσε μια μεγάλη καθυστέρηση, της έκτασης της 1 ώρας και 10 λεπτών μέχρι να βγει το συγκρότημα. Το ακόμα πιο εξοργιστικό ήταν ότι αν ο κόσμος που βρισκόταν έξω από το An κατά τις 21.30 έμπαινε μέσα εκείνη την στιγμή, το live πιθανότατα θα άρχιζε σε μερικά λεπτά. Το γεγονός αυτό έδειξε μια έλλειψη συναυλιακής συμπεριφοράς από το κοινό, όσον αφορά την τυπικότητα στο πρόγραμμα και μια γενικότερη νοοτροπία του στυλ “Κάτσε να πιούμε την μπύρα μας και μπαίνουμε”, που δεν είναι κακό αν συμβαίνει με 50 άτομα σε συναυλιακό χώρο χωρητικότητας 3000 ατόμων. αλλά είναι κάκιστο και τουλάχιστον αγενές για μουσική σκηνή που χωράει 600 άτομα το πολύ. Γενικά, η προσέλευση του κόσμου έφτασε τα 500 άτομα, νούμερο φυσιολογικό για μια συναυλία τέτοιου βεληνεκούς, αν κι ο ήχος που απόδωσαν οι δυο μπάντες άξιζε τον πενταπλάσιο κόσμο. Για το An, τα λόγια είναι περιττά καθώς αποτελεί την ιστορικότερη μουσική σκηνή της Αθήνας και ωθεί το κοινό σε υψηλά επίπεδα ενέργειας, με τον ήχο να είναι πληθωρικός και τα συγκροτήματα να βρίσκονται σε απόσταση μιας ανάσας από τον κόσμο.

Στις 22.10 λοιπόν, βγήκαν στην σκηνή οι Angry Boy Jester, μια μπάντα που κατάφερε να παίξει απίστευτα καλό rock ‘n’ roll για τα περίπου 40 λεπτά που διήρκησε το playlist τους. Θα ήθελα πάρα πολύ να σας πω με λεπτομέρειες για το κάθε κομμάτι που έπαιξαν, αλλά ήταν το παρθενικό τους live και τα κομμάτια τους δεν είχαν κάποιον οριστικό τίτλο παρά μόνο κάποια ονόματα που σκαρφίζονταν εκείνη την στιγμή τα μέλη του γκρουπ. O The Saint στα φωνητικά και την κιθάρα, όπως και το Rendezvous Boy μαζί με τους Sonic Waste στο μπάσο, τον Gus Boggar στην σολιστική κιθάρα και τον Nues στα τύμπανα ταρακούνησαν για τα καλά το An club, με τα riffs τους και τις grunge μελωδίες τους. Τα φωνητικά του The Saint ήταν πολύ ατμοσφαιρικά και ξεχωριστά για την χροιά τους, ενώ η ενέργεια κι ο χειρισμός του κοινού από όλα τα μέλη της μπάντας έδειξε ότι είχαν μεγάλη εμπειρία από live, επιβεβαιώνοντας εν μέρει με αυτόν τον τρόπο, ότι αποτελούν μέλη από διάφορες Αθηναϊκές μπάντες όπως οι Semen of the Sun, οι Yellow Devil Sauce κ.α. Η ροή του playlist τους ήταν απίστευτα καλή και κανείς δεν κατάλαβε πότε τέλειωσε το supporting act τους. Απέδωσαν γεμάτο ήχο, με τον Sonic Waste να είναι καθηλωτικός με τις μπασογραμμές του και το στύλ του που παρέπεμπε σε μέλος μπάντας της βόρειας Καλιφόρνιας και τον Nues να δίνει τον ρυθμό και να ξεσηκώνει το κοινό με τα σπασίματά του.

12506979_10206794166485482_828472998_n

Το μόνο αρνητικό της όλης τους εμφάνισης ήταν η τόσο μεγάλη καθυστέρηση της, καθώς δεν φάνηκε να θέλουν να παίξουν για τους τυπικούς θεατές τους, γεγονός κατανοητό, αφού καμία μπάντα δεν θέλει να κάνει live μπροστά σε 50 άτομα. Περιμένουμε την πρώτη τους δισκογραφική δουλειά το ερχόμενο φθινόπωρο εκτός απρόοπτου και την επόμενη εμφάνιση τους για να τα σπάσουμε μαζί τους.

Κι αν η πρόγευση της βραδιάς ήταν οι τόσο δυναμικοί Angry Boy Jester, τι να πούμε για τους Puta Volcano; Εντυπωσιακά καλοί στο psychedelic stoner με desert και folk επιρροές, ξεσηκωτικοί και σαν σύνολο και σαν μουσικοί, με την συνολική σκηνική τους παρουσία να σε παρασέρνει, γεγονός που σπάνια συνέβη στην συναυλία του Σαββάτου και με οδηγεί σταδιακά σε ένα συμπέρασμα για το κοινό της συγκεκριμένης συναυλίας. (Δεν θα πω κάτι ακόμα γιατί μπορεί να το μετανιώσω!). Η αρχή έγινε με το «Zombie» κι ο Alex P. άρχισε να παίζει το ύπουλο riff του κομματιού και να μας προϊδεάζει για μια προσωπικά πολύ καλή δική του μέρα, αφού το σόλο του ήταν συγκλονιστικά ίδιο με αυτό της ηχογράφησης του κομματιού και το άλλαξε λίγο προς το καλύτερο.

12506894_10206794182725888_1370499730_n

Η συνέχεια δόθηκε σε λίγο πιο folk μονοπάτια με τον Stephen S. να δίνει τον rock ‘n’ roll ρυθμό και την Luna να ξεστομίζει τις πρώτες λέξεις από το «Rockability», ενώ ακολούθησε, όπως και στο πρώτο ολοκληρωμένο άλμπουμ του συγκροτήματος, το psychedelic «Burn The Rest», με το κοινό να αρχίζει να ζεσταίνεται και την μπάντα να ξεπερνά το αρχικό μούδιασμα, που έχει κάθε σχετικά καινούργιο μουσικό σχήμα στις πρώτες του νότες μπροστά στον κόσμο. Αφού λοιπόν, μεσολάβησε το «Black sand», δείχνοντας σε όλους μας ότι οι Puta Volcano μπορούν να παίξουν rock ‘n’ roll stoner με την ίδια ευκολία που πειραματίζονται στο desert rock (ο Μπάμπης από τους Planet of Zeus, που βρισκόταν στο κοινό, πρέπει να ήταν αρκετά υπερήφανος για την stoner γενιά που ακολουθεί), η μπάντα έπαιξε ένα κομμάτι από αυτά που θα περιέχονται στο δεύτερο άλμπουμ τους και έγινε κατανοητό από το σύνολο των θεατών – ακροατών ότι το γκρουπ ετοιμάζει πολύ ωραία πράγματα στην νέα του δισκογραφική δουλειά.

Κάπου εδώ, θα αλλάξω παράγραφο, διότι συνέβηκε η μια από τις δυο καλύτερες στιγμές της βραδιάς, καθώς οι Puta Volcano απένειμαν φόρο τιμής στον δάσκαλο της metal rock σκηνής, τον υπερμέγιστο Lemmy Kilmister, παίζοντας το «Ace of Spades» σε μια καινοτόμο εκτέλεση που ήταν πολύ λιτή, αλλά κι αρκετά ξεσηκωτική για το κοινό. Στην εμφάνιση του συγκροτήματος σε αυτό το κομμάτι, εντύπωση προκάλεσε ότι η Luna διάβαζε τα λόγια από το χαρτί, γεγονός το οποίο δεν νομίζω να ξενέρωσε κανέναν, διότι οι Puta σπάνια παίζουν διασκευές κι ίσως αποφάσισαν να παίξουν το μουσικό σήμα – κατατεθέν των Motorhead την τελευταία στιγμή, μαθαίνοντας ότι το βράδυ του Σαββάτου θα γινόταν η κηδεία του Lemmy. Στην συνέχεια μεσολάβησαν τα κομμάτια «Indri», «Await» και «Indigos and Vulgars», τα οποία ερμηνεύτηκαν εξαιρετικά από την Luna, με τα φωνητικά της να θυμίζουν κάτι από Ινδιάνικες και Κέλτικες μουσικές και χροιές ενώ εκτελέστηκαν από τους υπόλοιπους μουσικούς σχεδόν αλάνθαστα.

12539948_10206794188566034_189559134_n

Το τέλος έφτανε σιγά – σιγά και είχε έρθει η σειρά των δυο πιο γνωστών κι ίσως καλύτερων κομματιών να ακουστούν , του «Raindance» και του «The Sun». Ο “χορός της βροχής” έδωσε φτερά στον κόσμο, ο οποίος χοροπηδούσε ασταμάτητα, χωρίς βέβαια να εκπέμπει την αναμενόμενη ενέργεια που έδινε το κομμάτι, κάτι το οποίο συνέβη με τον επακόλουθο “χορό του ήλιου”, που δεν γίνεται να μην σε συνεπάρει. Στο τέλος του «The Sun» ο μπασίστας της μπάντας , Bookies έσπασε μαζί με τον Stephen S. το drum set, αλλά αυτό δεν στάθηκε εμπόδιο στο συγκρότημα στο να κάνει ένα μικρό encore, παίζοντας το «Fou» όταν το κοινό ζητούσε με μια φωνή κι άλλο, κι άλλο…!!

Συνολικά, οι Puta Volcano δικαίωσαν τις προσδοκίες εμού και όλου του υπόλοιπου κόσμου για ένα από τα πιο δυνατά live τους, πριν μπουν στο στούντιο για την ηχογράφηση της δεύτερης δισκογραφικής δουλειάς τους. ενώ ξεχωριστά η Luna ήταν καθηλωτική, έχοντας τα καλύτερα γυναικεία φωνητικά που έχω ακούσει ποτέ σε ελληνική κι ίσως ευρωπαϊκή μπάντα, ενώ ο Alex P. έδωσε τον καλύτερο του εαυτό σε αυτό το live, σε σχέση με όσα έχω δει ή έχω ακούσει, εκτελώντας άψογα τα μέρη του και σολάροντας πληθωρικά, όπως ξαναείπα και πλουραλιστικά, όσον αφορά τα effects και τις τεχνικές παιξίματος του. Ο Bookies ήταν μια τρελή προσωπικότητα πάνω στην σκηνή με άπειρη ενέργεια και αντιπροσωπευτικές μπασογραμμές του stoner με τον Stephen S. να δημιουργεί με τον προαναφερόμενο ένα απόλυτα ταιριαστό ντουέτο, το οποίο βάζει τις βάσεις για την δυναμική της μπάντας και την αύρα που αποπνέει. Το μόνο αρνητικό του γκρουπ, αν εξαιρέσουμε κάποια προβλήματα στον ήχο που μόνο το συγκρότημα δεν φταίει, ήταν τα αδικαιολόγητα μεγάλα κενά ανάμεσα στα κομμάτια που προκαλούσαν αρκετή αμηχανία ανάμεσα στους Puta και το κοινό και δεν δικαιολογούνται για μια μπάντα που παίζει σε επαγγελματικό επίπεδο και θέλει να παρασύρει στην δίνη της μουσικής της το κοινό , μέσω της σειράς των κομματιών της.

12498696_10206794172085622_231294649_n

Αν μπορούσα να κάνω μια σύνοψη για την συναυλία αυτή σε μια φράση θα ήταν ότι είδα δυο από τις καλύτερες εμφανίσεις συγκροτημάτων το τελευταίο διάστημα μπροστά σε ένα (ναι, θα το πω…) από τα χειρότερα μουσικά κοινά που έχω έρθει αντιμέτωπος ποτέ. Παρ’ όλα αυτά, ήταν ένα πολύ αξιόλογο live και ένας ιδανικός τρόπος για να περάσεις ένα Σαββατόβραδο του νέου χρόνου. Γι’ αυτό, ψάξτε που είναι το επόμενο live των δυο μπαντών, εντός ή εκτός Αττικής, κι αν μπορείτε, προτείνω να πάτε χωρίς δεύτερη σκέψη!

* Η χρονιά που πέρασε τελείωσε με τον χειρότερο τρόπο καθώς, έφυγε για την γειτονιά των ρέμπελων της ρόκ ο Lemmy Kilmister, ο frontman των Motorhead και μια από τις μεγαλύτερες μορφές της μέταλ, όπως την ξέρουμε σήμερα και μας έμαθε ο ίδιος. Όμως, και το 2016 έκανε το ντεμπούτο του με έναν σοκαριστικό θάνατο, αυτόν του David Bowie, του ανθρώπου – πολυμηχάνημα στην μουσική, στην ηλικία των 69 ετών κι ενώ είχε κυκλοφορήσει την καινούργια του δισκογραφική δουλειά. Η μουσική κοινότητα πενθεί για τον χαμό αυτών των 2 μουσικών αλλά πάνω απ’ όλα ανθρώπους σαν κι εμάς, με τα πάθη τους , τις εξαρτήσεις τους από ουσίες και πρόσωπα, αλλά και με την ψυχή τους γεμάτη από ζωή, που θα τους κάνει πάντα να υπάρχουν γύρω μας. R.I.P Lemmy , R.I.P. David και νομίζω ότι ούτε ένας μήνας δεν θα είναι ίδιος χωρίς εσάς…

 

Πήγαμε: 1000mods – Godsleep στο Πειραιώς Academy 117

1056869_10206655645982556_641978920_n

Είχαμε καιρό να φύγουμε μπροστά από τις οθόνες και τα κείμενα μουσικής, ώστε να πάμε να δούμε ένα live και να γράψουμε γι’ αυτό. Έτσι, το Σάββατο, αποφασίσαμε να πάμε να τα σπάσουμε με τους 1000mods και τους Godsleep και να αφήσουμε στην άκρη τις ώρες αναζήτησης πληροφοριών και γραψίματος ενός αφιερώματος για αυτές τις μπάντες . Παρ’ όλα αυτά, αξίζει να αναφέρουμε ότι οι δυο μπάντες που θα εμφανίζονταν στην σκηνή το βράδυ του Σαββάτου, είναι δυο από τις κορυφαίες μπάντες στον χώρο του stoner rock στην Ελλάδα αλλά και παγκοσμίως, με πολυάριθμες εμφανίσεις σε μεγάλα φεστιβάλ και μουσικές σκηνές της Ευρώπης και της Αμερικής.

Ας αρχίσουμε λοιπόν, μιλώντας για τον συναυλιακό χώρο, ο οποίος είναι νεοσύστατος κι έχει τις βάσεις να γίνει η πρώτη μουσική σκηνή, που πληρεί όλες τις προϋποθέσεις των αντίστοιχων σύγχρονων ευρωπαϊκών χώρων. Συγκεκριμένα, το δάπεδο του Πειραιώς Academy έχει κλίση, γεγονός που δίνει την δυνατότητα στο θεατή να βλέπει με κάθε λεπτομέρεια, τι συμβαίνει πάνω στη σκηνή, ακόμα κι αν βρίσκεται στις πίσω ζώνες του χώρου. Επίσης , διαθέτει 4 (!) μπαρ, τα οποία εξυπηρετούν ακατάπαυστα το κοινό και δεν προκαλείται σύγχυση κι ουρές, μεγαλύτερες κι απ’ αυτές της εισόδου, που ήταν φυσιολογικές. Μόνο μελανό σημείο της όλης υποδομής του χώρου ήταν ο πολύ μέτριος ως κακός ήχος, που προκάλεσε κάποιες παύσεις στο setlist των δυο συγκροτημάτων κι έναν μικρό περιορισμό της απόλαυσης του grunge της κιθάρας και του παλμού που έδιναν τα ντραμς. Θα μπορούσαν αυτά τα προβλήματα με τον ήχο να χρεωθούν στους προσωπικούς ηχολήπτες των μπαντών, αλλά από την στιγμή που τους 1000mods, τουλάχιστον, τους είχαμε ακούσει στο Rockwave πριν από κάποιους μήνες και είχαν εξαιρετικό ήχο σε έναν τεράστιο εξωτερικό χώρο, φαντάζεστε ότι η δυσκολία θα ήταν πολύ λιγότερη σε έναν μικρότερο εσωτερικό χώρο. Επιπροσθέτως, υπήρξαν κάποια μικρά προβλήματα κατά την έξοδο, καθώς ο κόσμος κατέληγε απευθείας πάνω στην Πειραιώς και είχε προκληθεί αρκετή κυκλοφοριακή συμφόρηση των αυτοκινήτων, αλλά και των θεατών που δεν είχαν που να σταθούν για να περιμένουν την εκάστοτε παρέα τους.

Η προσέλευση του κόσμου ήταν τεράστια για το live, αφού έφτασε περίπου τα 2.500 άτομα και ο χώρος γέμισε ασφυκτικά. Το γεγονός αυτό προκάλεσε έκπληξη στις μπάντες, αλλά και σε γνώστες του ελληνικού μουσικού κοινού, αφού το stoner rock δεν είναι από τα πιο ευρέως γνωστά είδη μουσικής στην Ελλάδα, αλλά φαίνεται ότι κερδίζει όλο και περισσότερους φίλους και φανατικούς.

Βέβαια, η κατάσταση δεν ήταν έτσι εξ’ αρχής, καθώς πολλοί θεατές ήρθαν κατά τις 21.15, μόνο για να δουν τους 1000mods. Έχασαν όμως, ένα από τα καλύτερα supporting acts που έχω δει ποτέ σε συναυλία, εξαιρώντας τα μεγάλα φεστιβάλ της χώρας μας. Ενέργεια, πάθος, απίστευτα brutal φωνητικά και μια πρωτόγνωρη δυναμική πάνω στην σκηνή, που την μετέφεραν με περίσσεια ευκολία στο κοινό που βρισκόταν από κάτω εκείνη την στιγμή. Αυτά ήταν τα στοιχεία που έκαναν τους Godsleep να ξεχωρίσουν και να πείσουν μεγάλο μέρος του κόσμου να τους ακολουθήσει στα επόμενα live – ταξίδια τους στον χώρο της stoner και του rock ‘n’ roll. Βγήκαν στην σκηνή στις 20.30 ακριβώς κι είχαν μπροστά τους 45 λεπτά για να ζεστάνουν το κοινό και να το κερδίσουν με την εμφάνιση τους. Ε και λοιπόν; Το κατάφεραν και με το παραπάνω, κερδίζοντας το χειροκρότημα μετά από κάθε κομμάτι τους, αλλά και στις παύσεις που προέκυψαν κατά τη διάρκεια του setlist τους και των ευχαριστιών τους στο κόσμο και στους 1000mods για τους λόγους που προαναφέραμε. Ο Kostas, ο τραγουδιστής του συγκροτήματος, ήταν μια προσωποποίηση του “Κατά τον δαίμονα εαυτού”, της επιγραφής του τάφου του Jim Morrison, καθώς η δύναμη της φωνής και των ασταμάτητων κινήσεων του πάνω στην σκηνή φαινόταν να μην έχει κάποιο τέλμα. Η κιθάρα είχε κάποια απίστευτα σόλο, με γρήγορους psychedelic ήχους και απευθείας μεταπτώσεις σε heavy stoner ρυθμούς στα ίδια σόλο, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την σολιστική γραμμή στο «The Call». Το μπάσο απλά έδωσε ρέστα, γεμίζοντας τον ήχο πάρα πολύ καλά και δίνοντας χαρακτηριστικές μπασογραμμές, εκεί που έπρεπε, ενώ τα ντραμς είχαν τρελή δυναμική, πολύ καλά σταματήματα και ξεκινήματα ξέφρενων ρυθμών, αν κι υπήρχαν αρκετά προβλήματα με την ακουστική των πιατινιών. Συμπερασματικά, θα συνιστούσα ανεπιφύλακτα στον καθένα να ακούσει την νέα και πρώτη τους δισκογραφική δουλειά με τίτλο «Thousand Sons of Sleep», ενώ αν με ρωτούσες ποιο είναι το όνομα που θα ήθελες να δεις άμεσα στο μέλλον σε ένα live, εντός των ελληνικών συνόρων, η απάντηση θα ήταν μονολεκτική: Godsleep.

Κατεβαίνουν οι Godsleep από την σκηνή κι η ώρα είναι 21.15 ακριβώς. Οι τεχνικοί ανεβαίνουν για να αρχίσει η ετοιμασία της σκηνής, ώστε να μπορέσουν να βγουν οι headliners της βραδιάς, 1000mods, ενώ την ίδια στιγμή, από τα ηχεία του συναυλιακού χώρου , ακούγονται κομμάτια από το «Drones», τον νέο δίσκο των Muse, γεγονός το οποίο απόλαυσα πραγματικά. Η ομάδα των τεχνικών της σκηνής τελικά καταφέρνει ένα μικρό θαύμα, καθώς παραδίδει το stage έτοιμο στις 21.40, μόνο 10 λεπτά αργότερα από την προκαθορισμένη ώρα εμφάνισης των Χιλιομοδίων.

Μετά από πέντε λεπτά λοιπόν, οι 1000mods βγαίνουν στην σκηνή της Πειραιώς Academy κι ο κόσμος παραληρεί για το μεγαλύτερο live των Χιλιομοδίων εν Ελλάδι για το 2015. Το έναυσμα για ένα ατελείωτο pit, το οποίο σταμάτησε μόνο με την λήξη της συναυλίας, δίνεται με το «Road to Burn» από τον πρώτο τους δίσκο, το «Super Van Vacation». Στη συνέχεια, ακολουθεί το «Claws», ένα από τα προσωπικά αγαπημένα μου κομμάτια, χάρη στην απόλυτα ταιριαστή εναλλαγή των ρυθμών και των riffs του, από τον δεύτερο και τελευταίο, προς το παρόν, δίσκο τους, το «Vultures». Το μοτίβο “ένα κομμάτι από τον πρώτο δίσκο, ένα από τον δεύτερο” δούλεψε για τα 4 πρώτα κομμάτια του setlist αφού μετά το «Claws», ακολούθησαν τα «7Flies» και «Big Beautiful». Η ροή όμως του live, απαιτούσε ένα κομμάτι, το οποίο θα ωθήσει τους πάντες να χορέψουν, ακόμα και τους όχι και τόσο μυημένους στην κατάσταση που επικρατεί στο κοινό, όταν πάνω στην σκηνή βρίσκονται τα Χιλιομόδια. Και κάπου εκεί, ακούστηκαν οι 4 νότες που έκαναν τους 1000mods γνωστούς σε όλη την Ελλάδα και σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης και της Αμερικής, το Ντο – Μι ύφεση – Μι ύφεση – Ντο της heavy ηλεκτρικής κιθάρας στο «Vultures». Σε αυτό το σημείο η συναυλία έφτασε στο ζενίθ της και δεν έπεσε ποτέ. Ακολούθησε το υπέρτατο «Low» και το «Track me», στο οποίο η μπάντα πέρασε μαεστρικά, με ένα καθηλωτικό σόλο της κιθάρας, δείχνοντας ότι, εκτός από αστείρευτο πάθος και ταλέντο, αυτοί οι τύποι έχουν και πληθώρα τεχνικής και μουσικής ευφυΐας. Στη συνέχεια, τα κρουστά και το μπάσο έδωσαν τον ξέφρενο ρυθμό του «Set me Free» και ο κόσμος άρχισε να κουνιέται αδιάκοπα και να δημιουργεί μια, καλώς εννοούμενη, ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα στον χώρο, που έδειχνε ότι αυτό το live δεν θα τελείωνε ποτέ ουσιαστικά για όσους ήταν εκεί. Η αντίθεση όμως, θα έρθει στα επόμενα δυο κομμάτια, καθώς οι 1000mods θα παίξουν το «Desert side of your Mind», μια ωδή στην εσωτερικότητα και στην παραμονή των ανθρώπων σε επίπονες καταστάσεις, κομμάτι το οποίο βρίσκεται στην παλιότερη δισκογραφική δουλειά τους, το EP «Blank Reality» του 2006 και μετά ένα καινούργιο κομμάτι τους, του οποίου δεν μάθαμε καν τον τίτλο, παρά μόνο φάνηκε να γίνεται δεκτό από τον κόσμο με μεγάλο ενθουσιασμό. Ακολούθησαν το «She» και το «Modesty», τα οποία ζέσταναν επαρκώς τα άκρα του κοινού, για να μπορέσει να ανταπεξέλθει στην εξής τριάδα κομματιών: «Vidage», «El Rollito» και «Super Van Vacation» στο encore. Όλοι οι θεατές – ακροατές έγιναν ένα κι άρχισαν να χορεύουν ξέφρενα μέχρι να κλείσει ο ήχος των 1000mods για τα καλά. Η συναυλία τελείωσε με ένα αρκετά ηχηρό αίτημα από το κοινό, για άλλο λίγο από Χιλιομόδια, αλλά οι φωνές μας δεν εισακούστηκαν. Αποχωρήσαμε υπό τους ήχους του «Smoke weed every day», που ήταν ό,τι πιο troll μπορούσαμε να ακούσουμε μετά μια stoner συναυλία και την ατμόσφαιρα να κατακλύζεται από γνώριμες μυρωδιές για τέτοια live.

12404370_10206655647062583_1600823797_n

Γενικά δεν υπάρχει κάποιο αρνητικό σχόλιο για τους 1000mods, καθώς ήταν άψογοι στα πάντα. Η τεχνική τους είναι αναγνωρισμένη από όλους τους μουσικούς αναλυτές του είδους και η παρουσία τους πάνω στην σκηνή βρίθει από ενέργεια και αυθορμητισμό. Στα υπέρ τους μπορεί να μετρηθεί και το ότι ευχαρίστησαν τον κόσμο 3 – 4 φορές που τους τίμησε με την πολυπληθή παρουσία του κι ότι τόνισαν, πώς χωρίς το κοινό τους, δεν θα είχαν μπορέσει να φτάσουν μέχρι εδώ, ενώ μας ευχήθηκαν καλές γιορτές συνοδευόμενες με την διάλυση τους drum set και των μικροφώνων.

Το live του Σαββάτου ήταν μια πολύ ωραία εμπειρία, για όποιον βρέθηκε στο Πειραιώς Academy κι έδειξε ότι οι 1000mods έχουν ανέβει επίπεδο και μπορούν να κυκλοφορήσουν την καλύτερη και πιο άρτια δισκογραφική δουλειά τους, στη “φάση”  που βρίσκονται τώρα. Ελπίζω όσοι ήσασταν στην συναυλία να περάσατε το ίδιο καλά με εμάς, ενώ σε εσάς που δεν ήρθατε, θα δώσω μια συμβουλή: Την επόμενη φορά που θα ακούσετε για live των 1000mods, να είστε οι πρώτοι που θα αγοράσετε εισιτήριο!

Ο Δεκέμβριος στην Ιστορία της Μουσικής

LONDON, ENGLAND - SEPTEMBER 21:  (L-R) John Paul Jones, Robert Plant and Jimmy Page of Led Zeppelin attend a press conference to announce Led Zeppelin's new live DVD Celebration day at 8 Northumberland Avenue on September 21, 2012 in London, England.  (Photo by Dave J Hogan/Getty Images)

2 Δεκεμβρίου 2012

Οι Led Zeppelin (Robert Plant, John Paul Jones και Jimmy Page) μεταξύ άλλων καλλιτεχνών, λαμβάνουν από τον Πρόεδρο των Η.Π.Α Barack Obama, το Kennedy Centre Honours σε δείπνο στον Λευκό Οίκο, για την συγκεκριμένη συνεισφορά τους στην Αμερικανική κουλτούρα και τις τέχνες. Σαν φόρο τιμής στο συγκρότημα ο Αμερικανός Πρόεδρος τόνισε ότι, όταν οι Jimmy Page, Robert Plant, John Paul Jones και John Bonham έκαναν το μπαμ στην μουσική σκηνή, στα τέλη των 60’s, ο κόσμος δεν ήταν προετοιμασμένος για κάτι τέτοιο, και διασκέδασε στο τέλος τις εντυπώσεις των παρευρισκομένων,ευχαριστώντας τα μέλη του συγκροτήματος, αφενός για την παρουσία τους στον Λευκό Οίκο, και αφετέρου για την ιστορία που άφησαν πίσω τους στα κατεστραμμένα και διαλυμένα δωμάτια των ξενοδοχείων, στην διάρκεια της καλλιτεχνικής τους πορείας.

roy

6 Δεκεμβρίου 1988

Ο Αμερικανός συνθέτης,τραγουδιστής και τραγουδοποιός Roy Orbinson πεθαίνει σε ηλικία 52 ετών από καρδιακή προσβολή. Το 1964 κυκλοφορεί το Νο.1 χιτ σε Αγγλία και Αμερική «Pretty Woman». Είχε στο ενεργητικό του περισσότερα από 20 Τοπ 40 χιτς στην Αμερική και 30 Τοπ 40 χιτς στην Αγγλία, μεταξύ των άλλων και τα «Only The Lonely» και «Crying». Δημιούργησε το πρώτο του συγκρότημα «The Wink Westeners» το 1949, ενώ το 1988 έφτασε στο Νο.21 στην Αγγλία, με το υπερσυγκρότημα «The Traveling Wildburys», αποτελούμενο από τους Bob Dylan, George Harrison, Jeff Lynne και Tom Petty. Ο Roy πέρασε από μεγάλες τραγωδίες στην ζωή του, αφού η πρώτη γυναίκα του Claudette πέθανε σε τροχαίο δυστύχημα, ενώ 2 από τους 3 γιους του πέθαναν σε πυρκαγιά. To «Pretty Woman» συμπεριλήφθηκε το 1990 στο soundtrack της oμώνυμης ταινίας με πρωταγωνιστές τους Richard Gere και Julia Roberts.

 

JimMorrison

8 Δεκεμβρίου 1943

Γεννιέται ο frontman των θρυλικών DOORS, στιχουργός και τραγουδιστής Jim Morrison, που μαζί τους είχαν τις δύο πολύ μεγάλες επιτυχίες στην Αμερική, το 1967 με το «Light My Fire» και το 1971 με το «Riders On The Storm». Λόγω της ιδιαίτερης προσωπικότητας και των ακραίων παραστάσεων που έδινε, κατατάχτηκε από πολύ μεγάλη μερίδα ανθρώπων σαν τον πιο χαρισματικό και πρωτοπόρο καλλιτέχνη στην ιστορία της ροκ μουσικής. Πέθανε από καρδιακή ανεπάρκεια στην μπανιέρα του ξενοδοχείου στο Παρίσι στις 3 Ιουλίου 1971. Ακόμα και σήμερα, ο θάνατός του αποτελεί ένα άλυτο μυστήριο αλλά και πλήθος αντιπαραθέσεων, καθώς δεν διενεργήθηκε αυτοψία στο σώμα του, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει επίσημη ανακοίνωση για τα αίτια του θανάτου του. Το 1991 η ζωή του, καθώς και του συγκροτήματος, γυρίστηκε σε ταινία από τον Oliver Stone με τον Val Kilmer στον κεντρικό ρόλο του Jim Morrison.

john-lennon

8 Δεκεμβρίου 1980

Μία από τις μεγαλύτερες προσωπικότητες του 20ου αιώνα και ένα από τα θρυλικά σκαθάρια (Βeatles) o John Lennon βρίσκεται νεκρός αφού πυροβολήθηκε 5 φορές από τον 25χρονο Mark Chapman έξω από το κτήριο Dacota στην Νέα Υόρκη, όπου διέμενε με την σύζυγό του Yoko Ono. O δολοφόνος του John τον παρακολουθούσε για πολλές μέρες έξω από το διαμέρισμα του. Το πρωινό της δολοφονίας του ο Chapman, καθώς ο John έβγαινε από το διαμέρισμά του, του ζήτησε ένα αυτόγραφο, και αφού το υπέγραφε σε ένα κομμάτι χαρτί, τον πυροβόλησε. Ο John δηλώθηκε νεκρός από ακατάσχετη αιμορραγία στις 11:30 τοπική ώρα.

adele21

20 Δεκεμβρίου 2012

Η 24χρονη Αdele, ανακηρύχθηκε σαν η καλύτερη καλλιτέχνης της χρονιάς σύμφωνα με το Billboard, ενώ το άλμπουμ της με τον τίτλο «21» αναδείχθηκε σαν το κορυφαίο άλμπουμ της χρονιάς, στην ετήσια ανασκόπηση του περιοδικού. Το «21» πήγε κατευθείαν στο No. 1 όταν κυκλοφόρησε το Μάρτιο του 2011 και δεν άφησε το top 10, μέχρι την έναρξη του Σεπτεμβρίου του 2012, όπου έμεινε για 24 εβδομάδες στην κορυφή.

James Brown - Tower of London

25 Δεκεμβρίου 2006

Ανήμερα τα Χριστούγεννα του 2006, ο “παππούς” της soul, James Brown, φεύγει από τη ζωή σε ηλικία 72 ετών, αφού διαγνώστηκε με έντονη πνευμονία. Την προηγούμενη ημέρα ο James, αφού επισκέφτηκε στην Ατλάντα τον οδοντίατρο του, του ανακοινώθηκε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, και τον παρέπεμψε σε ιατρική παρακολούθηση. Μερικές από τις πολύ μεγάλες επιτυχίες του ήταν μεταξύ των άλλων και τα: «Papa’s Got a Brand New Bag», «I Got You» (I Feel Good), «Get Up» (I Feel Like Being A Sex Machine). Παντρεύτηκε 4 φορές. Στα 16 του συνελήφθηκε για κλοπή και πέρασε 3 χρόνια στην φυλακή. Το 1988 συνελήφθηκε, γιατί οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα στα σύνορα της Τζώρτζια με την Νότια Καρολίνα.

Amy-Winehouse-3

26 Δεκεμβρίου 2007

Το 2ο άλμπουμ «Back To Black» της μίας και μοναδικής Amy Winehouse, ονομάστηκε σαν το πιο εμπορικό σε πωλήσεις του 2007. Το άλμπουμ, το οποίο κυκλοφόρησε στα τέλη του 2006, πούλησε περισσότερα από 1,5 εκατομμύρια αντίτυπα στην Αγγλία, κάνοντας το 5 φορές πλατινένιο και υποψήφιο για 6 Grammy, μεταξύ άλλων σαν το καλύτερο τραγούδι της χρονιάς.

pink-floyd-has-officially-broken-up

28 Δεκεμβρίου 2005

Oι Pink Floyd ψηφίστηκαν μετά από μία έρευνα δείγματος 58.000 ακροατών του ραδιοφωνικού σταθμού Planet Rock στην Αγγλία, σαν τους καλύτερους rock stars στην ιστορία. Την 2η θέση κατέλαβαν οι Led Zeppelin, την 3η οι Rolling Stones, την 4η οι The Who, την 5η οι AC/DC, την 6η οι U2, την 7η οι Guns N’ Roses, την 8η οι Nirvana, την 9η οι Bon Jovi και την 10η ο Jimmy Hendrix. Επίσης, οι ακροατές του ίδιου ραδιοφωνικού σταθμού, ανακήρυξαν την δεκαετία του ’70 σαν την χρυσή δεκαετία στην ιστορία της Rock μουσικής.

donna

31 Δεκεμβρίου 1948

Γεννιέται η μεγάλη ντίβα και βασίλισσα της disco Donna Summer (1977 UK No.1 single «I Feel Love», 1979 US No.1 & UK No.11 single «Hot Stuff» και πάνω από 25 τοπ 40 χιτς). Έφυγε από την ζωή στα 64 της χρόνια στις 17 Μαΐου του 2012, αφού διαγνώστηκε από καρκίνο στους πνεύμονες, χωρίς όμως να σχετιστεί από το κάπνισμα.

«Editors»: Το συγκρότημα – έκπληξη της βρετανικής σκηνής στην Ελλάδα για 2 πολλά υποσχόμενες συναυλίες

12319488_10206552064433082_922394692_n

Το καλοκαίρι του 2014, το Eject Music Festival είχε την ευχαρίστηση να φιλοξενήσει για δεύτερη φορά σε διάστημα 3 χρόνων τους Kasabian, μια από τις ιστορικότερες βρετανικές μπάντες της σύγχρονης μουσικής ιστορίας, με αρκετούς επιτυχημένους δίσκους στο παλμαρέ τους και ακόμα πιο ενδιαφέροντες πειραματισμούς στον ήχο κάθε άλμπουμ τους. Εκείνη την ημέρα του Ιουλίου, είχαμε λιώσει κάτω από τον καυτό ήλιο του Φαλήρου περιμένοντας την επανεμφάνιση των Kasabian, μετά την απίστευτη εμπειρία που είχαμε ζήσει πολλοί που βρισκόμασταν εκεί, όταν είχαν βρεθεί ως headliners σε μια συναυλία που θεωρείται από εμένα ως η κορυφαία στιγμή των James στην Ελλάδα. Τον ρόλο λοιπόν, να μας ζεστάνουν ακόμα περισσότερο είχαν αναλάβει οι White Lies κι οι απλά γνωστοί για εμένα, Editors. Κι αφού εμφανίζονται οι πρώτοι και μας ξεσηκώνουν για τα καλά, στις 6 παρά τέταρτο περίπου, έρχεται η στιγμή των Editors. Ο Tom Smith, τραγουδιστής του συγκροτήματος, εμφανίζεται με ένα δερμάτινο και γυαλιά ηλίου, δείχνοντας είτε πόσο κακή σχέση έχουν οι Βρετανοί με την αντίληψη του κλίματος που βρίσκονται, είτε ότι το χιούμορ του λαού της Αγγλίας μπορεί να φτάσει σε ακραία επίπεδα θερμοπληξίας. Και τώρα είναι η στιγμή που κανονικά θα άρχισα να πετάω σκόρπιες λέξεις και θα άρχιζα την διθυραμβική κριτική για να περιγράψω πόσο γ…έμισε αυτό το λάιβ το κοινό με συναισθήματα κι ενθουσιασμό. Σχεδόν 2 χρόνια αργότερα, οι Editors επιστρέφουν στον “τόπο του εγκλήματος” με την ευρύτερη έννοια καθώς έρχονται στην Ελλάδα για 2 συναυλίες στο Gazi Music Hall και στο Principal στις 4 και 5 Δεκεμβρίου, σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη αντίστοιχα. Πάμε λοιπόν, να δούμε κάποια πράγματα για το πώς έφτασαν να είναι μια από τις καλύτερες μπάντες της Μεγάλης Βρετανίας και τι πρέπει να περιμένουμε από εκείνους την Παρασκευή και το Σάββατο.

Κατ’ αρχήν, οι Editors αποτελούνται, όπως προαναφέρθηκε, από τον Tom Smith στα φωνητικά, την κιθάρα και το πιάνο, τον Russell Leetch στο μπάσο, το σίνθι και τα δεύτερα φωνητικά, τον Edward Lay στα ντράμς και γενικά τα κρουστά, τον Justic Lockey στην σολιστική ηλεκτρική κιθάρα και τον Elliott Williams στα πλήκτρα, στις υπόλοιπες κιθάρες αλλά και στα δεύτερα φωνητικά. Όπως πολλές βρετανικές μπάντες, έτσι κι οι Editors δημιουργήθηκαν μέσα σε μια τάξη πανεπιστημίου, όταν ο Tom κι ο Russell μαζί με τον πρώτο ντράμερ της μπάντας, τον Geraint Owen, αποφάσισαν ότι δεν τους ενδιαφέρει να ασχοληθούν με την τεχνολογία της μουσικής, την οποία και σπούδαζαν στο Στάφορντ, αλλά θέλουν να δημιουργήσουν μελωδίες και πρωτόγνωρους ήχους για τα μέχρι τότε grange δεδομένα της βρετανικής μουσικής. Αφού θα αλλάξουν πολλά ονόματα κατά τη διάρκεια διαμόρφωσης της μπάντας και πειραματισμών πάνω στις συνθέσεις τους, θα αντικαταστήσουν τον Owen με τον Lay, θα αρχίσουν να γίνονται γνωστοί από στόμα σε στόμα και θα πραγματοποιήσουν μια σειρά εμφανίσεων στο Μπέρμινγκχαμ. Σε μια από αυτές τις εμφανίσεις κι αφού έχουν στείλει σε διάφορες δισκογραφικές εταιρίες ένα demo με το πρώτο τους γνωστό και δουλεμένο τραγούδι, το «Bullets», εκπρόσωποι της Kitchenware Records θα τους υπογράψουν το πρώτο τους επαγγελματικό συμβόλαιο και το συγκρότημα θα μετονομαστεί σε Editors, όνομα που θα έχει ως πηγή έμπνευσης την φράση ενός παραγωγού της δισκογραφικής ότι “αυτοί οι τύποι θα γράψουν μια νέα ιστορία στην μουσική”.

Η επόμενη κίνηση του συγκροτήματος ήταν να κυκλοφορήσει, επίσημα πλέον, το κομμάτι «Bullets» σε μορφή single, με τον περιορισμό έκδοσης μόνο 1000 αντιγράφων. Μια συγκυρία με το ραδιόφωνο του BBC αλλά κι ο πρωτοποριακός ήχος του κομματιού θα οδηγήσουν στην εξάντληση του single την ημέρα της κυκλοφορίας του και την μεταπώληση του σε διάφορα sites ηλεκτρονικών αγορών ακόμα και 30 λίρες το αντίγραφο. Με ελάχιστο χρόνο να έχει μεσολαβήσει, θα κυκλοφορήσουν και δεύτερο single, με τίτλο «Munich», και θα ταράξουν τα λιμνάζοντα νερά της παγκόσμιας μουσικής βιομηχανίας, κατακτώντας πολλές κορυφές των τσάρτς ανά τον κόσμο κι υπογράφοντας συμβόλαιο με μια από τις πλέον επιτυχημένες δισκογραφικές εταιρίες, την Sony BMG. Βλέποντας όλη αυτήν την επιτυχία σε ό,τι κι αν κάνουν, οι Editors αποφασίζουν να δημιουργήσουν την πρώτη τους ολοκληρωμένη δισκογραφική δουλειά με τίτλο «The Back Room», το οποίο, μέσα όλο αυτό το κλίμα παραλυρήματος των Βρετανών για την μπάντα, θα κατακτήσει την δεύτερη θέση στα τσάρτς και θα γίνει πλατινένιο. Το συγκρότημα, την περίοδο εκείνη, θα συνεργαστεί με πολύ ποιοτικά ονόματα της βρετανικής και αμερικάνικης μουσικής, όπως οι Franz Ferdinard κι οι Stellastarr και θα επεκταθεί και στο μουσικό κοινό των Ηνωμένων Πολιτειών και του Καναδά, στο οποίο θα έχει μια απήχηση που θα κινηθεί σε μετριότατα επίπεδα, εξαιτίας της απόρριψης της πλειοψηφίας των Αμερικάνων σε οτιδήποτε είναι πρωτόγνωρο και σε αρκετά πειραματικό επίπεδο για τα ακούσματα τους. Παρ’ όλα αυτά, θα συμμετάσχουν σε 2 από τα μεγαλύτερα μουσικά φεστιβάλ της επικράτειας της Αμερικής, το Coachella και το Lollapalooza και θα δεχτούν εξαιρετικές αντιδράσεις και μεγάλο χειροκρότημα από το κοινό. Βέβαια, η όρεξη των Editors για περισσότερη δημιουργία μουσικής κι η πίεση των δισκογραφικών να παράγουν συνέχεια νέο υλικό, θα έχουν ως αποτέλεσμα την κυκλοφορία του single «All Sparks», το οποίο θα είναι αρκετά προχειρογραμμένο, κατά την ταπεινή μου άποψη και θα μπορούσε να δώσει λάθος εντυπώσεις στο κοινό του συγκροτήματος στο κατά πόσο δουλεύουν για να ικανοποιούν τις μουσικές ή τις χρηματικές ορέξεις τους. Αυτή η περίοδος που περιγράφηκε ήταν μια εποχή αναγνώρισης για τους Editors , ξαφνικής κι απρόσμενης επιτυχίας και πολλής μουσικής δουλειάς πάνω από όργανα και παρτιτούρες, επιστέγασμα της οποίας αποτέλεσε το άλμπουμ «The Back Room», το οποίο και παραθέτω προς ακρόαση όλων, αφού αξίζει άπειρα πολύ.

Η συνέχεια στην δισκογραφική πορεία της μπάντας θα έρθει μέσα από το επόμενο άλμπουμ τους, το «An End Has a Start», το οποίο θα κατακτήσει αμέσως την πρώτη θέση των βρετανικών τσάρτς και θα δώσει την ευκαιρία στους Editors να παίξουν για πρώτη φορά στο Glastonbury Festival, στην δεύτερη τη τάξει σκηνή του φεστιβάλ, το Other Stage. Θα ακολουθήσει η πρώτη τους περιοδεία στην Αυστραλία και την Νέα Ζηλανδία ενώ επιστρέφοντας στο Ηνωμένο Βασίλειο, θα ηχογραφήσουν μια αριστουργηματική διασκευή του «Lullaby» των Cure, η οποία θα είναι άκρως διαφορετική από το πρωτότυπο τραγούδι και σίγουρα πολύ πιο δυναμική και ψυχεδελική από την χαλαρή εκδοχή των Cure.

Στη συνέχεια, θα κυκλοφορήσουν κάποια κομμάτια από το «An End Has a Start» σαν ξεχωριστά σίνγκλ, που θα ωθήσουν το συγκρότημα να περιοδεύσει ξανά σε Ευρώπη, Αμερική και Καναδά, με την άποψη της εφημερίδας The Mail on Sunday, ότι οι Editors είναι η δεύτερη μεγαλύτερη βρετανική μπάντα της δεκαετίας 2000 -2010 μετά τους Arctic Monkeys, να σηκώνει θύελλα θετικών κι αρνητικών αντιδράσεων. Αυτή η αντίφαση απόψεων είναι ό,τι καλύτερο για μια μπάντα κι αυτό θα αποδειχθεί από την σωρεία εμφανίσεων κι αποθέωσης σε Βρετανία κι Ηνωμένες Πολιτείες, σε σημείο που θα παίξουν ξανά στο Glastonbury αλλά στην πρώτη τη τάξει σκηνή, το Pyramid Stage, ενώ θα περιοδεύσουν για 16 εμφανίσεις ως το κύριο support group των μεγάλων, μουσικά, R.E.M. Το «An End Has a Start» τελικά, θα αποδειχθεί η απαρχή μιας πορείας προς την κορυφή της παγκόσμιας μουσικής βιομηχανίας αλλά και το κύκνειο άσμα για τον ψυχεδελικό ήχο, τύπου Black Angels, για τον οποίο οι Editors ένιωσαν κορεσμό και θέλησαν να αλλάξουν, αδιαφορώντας για τα χρήματα της δοκιμασμένης συνταγής που είχαν στα χέρια τους.

Και κάπου εδώ έρχεται ο τρίτος δίσκος της μπάντας με τίτλο «In This Light and on This Evening» για να μας τους συστήσει έτσι όπως τους ξέρουμε και τους ακούμε σήμερα. Σε αυτό το άλμπουμ συναντάμε μια έκρηξη ηλεκτρονικών στοιχείων και δυνατών ρυθμικών samples, που οφείλεται σε πολύ μεγάλο βαθμό στον παραγωγό του δίσκου, Mark “Flood” Ellis, ο οποίος αποτελεί τον μετρ της ηλεκτρονικής μουσικής και του χειρισμού εκατοντάδων ήχων από synthesizers, έχοντας πραγματοποιήσει συνεργασίες με συγκροτήματα όπως οι Depeche Mode, οι U2 κι οι Killers. Κλασσικά, το άλμπουμ σχεδόν αμέσως μετά την κυκλοφορία του, ανεβαίνει στην πρώτη θέση των βρετανικών τσάρτς κι οι Editors θα αρχίσουν την γνωστή  πλέον, στους υποστηρικτές τους διαδικασία με την κυκλοφορία πολλών κομματιών του δίσκου σαν ξεχωριστά σίνγκλ. Εν τω μεταξύ, οι φανς του συγκροτήματος έχουν εκστασιαστεί με την στροφή 180 μοιρών που έκαναν οι Editors στον ήχο τους κι έχουν κυριευτεί από μια μανία να ζητούν συνέχεια καινούργια κομμάτια από την μπάντα. Φυσικά, οι Editors δεν θα χαλάσουν το χατίρι των υποστηρικτών τους και θα κυκλοφορήσουν μια συλλογή περιορισμένου αριθμού αντιτύπων, που θα περιέχει και τα 3 άλμπουμ τους, πλήθος φωτογραφιών και βίντεο από πρόβες και live τους, αλλά και κάποια ακυκλοφόρητα μέχρι τότε κομμάτια τους, όπως το «These Streets Are Still Home to Me» και μια άλλη εκδοχή του «The Weight of the World», το «Every Little Piece». Επίσης, έναν μήνα νωρίτερα, το συγκρότημα είχε ανακοινώσει ότι το ακυκλοφόρητο κομμάτι τους με τίτλο «No Sound But The Wind» θα περιλαμβάνεται στο soundtrack της ταινίας «The Twilight Saga : New Moon», βρισκόμενο ανάμεσα στις μαγευτικές και καθηλωτικές συνάμα συνθέσεις του Alexandre Desplat. Το «In This Light and on This Evening» είναι ο δίσκος, με τον οποίο οι Editors τόλμησαν να “αλλάξουν το ρου” της μουσικής τους πορείας και να μην βασιστούν αποκλειστικά σε ένα είδος μουσικής, αλλά να πειραματιστούν πάνω σε διάφορα όργανα και παντρέματα μελωδιών , διαδικασία που ακολουθούσαν πάντα, από την αρχή της καριέρας του. Ο δίσκος δεν υπάρχει ολόκληρος σε ένα βίντεο άρα θα διαλέξω το πιο δυναμικό κομμάτι του δίσκου και το καλύτερο κομμάτι από τα κομμένα που κυκλοφόρησαν αργότερα, το «Papillon» και το «This House is Full of Noise» αντίστοιχα.

Έτσι λοιπόν οι Editors, αφού έβαλαν τις ρόδες τους στον αεροδιάδρομο της επιτυχίας με τον προαναφερόμενο δίσκο, απογειώθηκαν για να πετάξουν προς την κορυφή του βουνού της μουσικής καταξίωσης με το επόμενο άλμπουμ τους, το «The Weight of Your Love». Τα λόγια είναι περιττά για αυτή τη δισκογραφική δουλειά της μπάντας. Απλά ο καλύτερος και πιο πετυχημένος δίσκος τους, ή ίσως ο καλύτερος και πιο πετυχημένος δίσκος τους μέχρι τον επόμενο, που τώρα αρχίζει και δίνει τα διαπιστευτήρια του, το «In Dream». Τα λόγια του Smith μας είχαν προϊδεάσει όλους, καθώς είχε ισχυριστεί ότι θα ήταν ένας δίσκος ακόμα πιο δυναμικός κι ηλεκτρονικός από τον προηγούμενο, με αρκετά groove και psychedelic στοιχεία. Τότε είχε μοιραστεί τον φόβο του, ότι μπορεί να έβγαζαν σε κάθε άλμπουμ τον ίδιο ήχο, γεγονός που δεν ήθελε να συμβεί σε καμία περίπτωση, καθώς είχε προηγηθεί ένας δίσκος που τους είχε δείξει καινούργια μουσικά μονοπάτια και τους είχε δώσει ένα υλικό που χρειάζονταν και στο οποίο μπορούσαν να χτίσουν την μετέπειτα δισκογραφική πορεία τους. Το μόνο μελανό σημείο εκείνης της περιόδου ήταν η αποχώρηση του Chris Urbanowicz, του βασικού κιθαρίστα του συγκροτήματος, εξαιτίας διαφορών του ίδιου και των υπόλοιπων μελών της μπάντας όσον αφορά τις κατευθύνσεις που θα ακολουθούσαν στα είδη μουσικής που θα έπαιζαν. Αυτό το συμβάν καθυστέρησε λίγο την κυκλοφορία του δίσκου, αλλά όπως αποδείχτηκε, ο Urbanowicz είχε άδικο που ήθελε να υποστηρίξουν τον πρώτο ήχο τους μέχρι τελικής πτώσης. Το «The Weight of Your Love» πούλησε εκατομμύρια αντίγραφα σε πολλές χώρες και ανέβηκε στην κορυφή των βρετανικών και πολλών άλλων ευρωπαϊκών τσάρτς μέσα σε μια εβδομάδα από την κυκλοφορία του. Όπως και στον προηγούμενο δίσκο, δεν υπάρχει βίντεο με ολόκληρο δίσκο οπότε θα παραθέσω 2 κορυφαία κομμάτια, ένα “κλισέ” κι ένα που ξεφεύγει γενικά από τα κλασσικά του συγκεκριμένου δίσκου.

Και πάμε να δούμε τι θα συμβεί την Παρασκευή και το Σάββατο!! Αρχικά, απ’ όσα έχουμε ακούσει μέχρι τώρα, το «In Dream». ίσως είναι ο πιο ατμοσφαιρικός δίσκος των Editors και αυτός που περιέχει την μεγαλύτερη ποικιλία μουσικών ειδών και στοιχείων. Φαντάζομαι το live να αρχίζει με την εισαγωγή από το «No Harm» και να ταράζει τα τύμπανα και τα στήθη όλων των θεατών – ακροατών με τα απίστευτα μπάσα της και να καταλήγει με το συναισθηματικά πλουραλιστικό και συνάμα δυναμικότατο «Forgiveness». Όσον αφορά το τι περιμένουμε από τους Editors, τα πράγματα είναι απλά. Λογικά, θα κάνουν ένα φαντασμαγορικό και προσεγμένο από κάθε πλευρά σόου, δυνατότητα που δίνει τόσο το Gazi Music Hall, όσο και το Principal, με τις τεράστιες οθόνες που διαθέτουν και τα γιγαντιαία banners που μπορούν να υποστηρίξουν. Οι δυο στάσεις τους στην Ελλάδα έρχονται κάπου στη μέση της περιοδεία τους, κάτι που σημαίνει ότι θα είναι στο καλύτερο σημείο της, καθώς θα έχουν ξεπεράσει το άγχος της πρώτης παρουσίασης του δίσκου τους μπροστά σε κοινό, αλλά δεν θα είναι κι ιδιαίτερα κουρασμένοι από τις συνεχείς εμφανίσεις τους σε όλη την Ευρώπη. Το σίγουρο πάντως, είναι ότι όποιος πάει να δει αυτές τις συναυλίες των Editors, θα φύγει έχοντας απολαύσει το live, έχοντας νιώσει αρκετά συναισθήματα να διαχέονται από μέσα του, όσο τραγουδάει μαζί με την μπάντα κάθε τραγούδι κι έχοντας ζήσει μια μοναδική εμπειρία που εφάμιλλη της μπορεί να βρεθεί μόνο στα μεγάλα φεστιβάλ του εξωτερικού. Μαζί τους στην συναυλία της Αθήνας, οι Cyanna Mercury με τραγούδια από τον πρώτο τους ολοκληρωμένο δίσκο, με τίτλο «Archetypes», και με παλιότερα τραγούδια τους να προκαλούν τεράστιο ενθουσιασμό στο κοινό κατά το άκουσμα τους. Καλούς χορούς και καλή διασκέδαση!!

 

Info

Πότε; 4 και 5 Δεκεμβρίου

Πού; Gazi Music Hall , Ιερά Οδός 7 , τηλ. 210 – 3428055

Principal Club Theater , Γεωρ. Ανδρέου 56 , τηλ. 2310 – 428088

Πόσο και πού;  33 ευρώ στην προπώληση και 35 ευρώ στο ταμείο για την Αθήνα

31 ευρώ στην προπώληση και 33 ευρώ στο ταμείο για την Θεσσαλονίκη

www.ticketarena.gr

Οι μεταπωλητές των εισιτηρίων χρεώνουν έξτρα χρέωση ανάλογα με το τιμολόγιο τους

10 ταινίες που πρέπει να δεις και να “ακούσεις”: Μέρος 2ο

Το είχαμε υποσχεθεί , ψάξαμε πολύ και μετά από αρκετή εκκαθάριση, επιστρέφουμε με άλλες 10 ταινίες που αξίζουν την προσοχή σας, όσον αφορά και την μουσική τους, εκτός από την σκηνοθεσία, το σενάριο και τις ερμηνείες που περιείχαν. Αυτή τη φορά, θα μιλήσουμε για λιγότερο γνωστές ταινίες, στις οποίες θα περιέχονται και πολλές επιλογές του ευρωπαϊκού και ασιατικού κινηματογράφου. Επειδή λοιπόν, τα πολλά λόγια είναι φτώχεια, ας περάσουμε στις 10 ταινίες του άρθρου, υπενθυμίζοντας για άλλη μια φορά κι ας γινόμαστε κουραστικοί, ότι η σειρά με την οποία θα τοποθετηθούν οι ταινίες είναι τυχαία και δεν καταδεικνύουν κάποια προτίμηση κι αρέσκεια.

12080952_10206245288483875_2052996418_n1. «Blade Runner»

Κι η αρχή γίνεται με ένα αριστούργημα επιστημονικής φαντασίας για την εποχή του (1982), το «Blade Runner», του εξαιρετικού Ρίντλεϋ Σκότ, με πρωταγωνιστές τον Χάρισον Φόρντ, τον Ρούτγκερ Χάουερ και την Σίν Γιάνγκ. Ο Σκότ, έχοντας ήδη σκηνοθετήσει εν έτη 1979 την καλύτερη και πιο ρεαλιστική ταινία με θέμα τους εξωγήινους, το πρώτο «Alien» , θα επιστρέψει με το «Blade Runner», όπου ο Φόρντ θα κάνει μια ευχάριστη στα μάτια του θεατή ερμηνεία, ενώ ο Χάουερ θα μας χαρίσει μια από τις καλύτερες ερμηνείες κακού στον παγκόσμιο κινηματογράφο, με την μεταπήδηση του σε ακραία συναισθήματα να συγκλονίζει. Το στοιχείο όμως, που θα απογειώσει την ταινία και θα δώσει μια άλλη, πιο σκοτεινή, διάθεση στα πλάνα της θα είναι η μουσική του Βαγγέλη Παπαθανασίου ή Vangelis. Αφού εντυπωσίασε με την δουλειά του στο «Chariots of Fire» του Χιού Χάντσον, θα συνθέσει μια από τις πιο καθηλωτικές μουσικές που έχουν ακουστεί ποτέ σε ταινία, με την ύπαρξη στοιχείων ηλεκτρονικής μουσικής να εντυπωσιάζει, καθώς τότε βρισκόταν στο ξεκίνημα του το συγκεκριμένο είδος. Όλα τα κομμάτια αυτής της μουσικής επένδυσης είναι απολύτως άρτια μουσικά και η χρήση του synthe και του σαξοφώνου δίνει μια άλλη “αίγλη” σε κομμάτια όπως το «Love Theme» και το «Blade Runner Blues».

https://www.youtube.com/watch?v=NvINebXAryg

2. «The Piano»

Αρχίσαμε με σπουδαία ηλεκτρονική μουσική του Vangelis, θα συνεχίσουμε με σπουδαία κλασσική μουσική του Μάικλ Νύμαν, ενός από τους μεγαλύτερους συνθέτες του εικοστού αιώνα. Ο Νύμαν έχει βραβευθεί εκατοντάδες φορές κι έχει στεφθεί ιππότης της Βρετανικής Βασιλείας για το έργο του. Στον κινηματογράφο έχει συμμετάσχει ως συνθέτης κι υπεύθυνος μουσικής στις περισσότερες από τις ταινίες του Πίτερ Γκριναγουέϊ, αλλά έμελλε να δημιουργήσει τις καλύτερες μελωδίες του για την ταινία «The Piano» της Τζέϊν Κάμπιον, μιας σκηνοθέτιδας της μεγάλης οθόνης. Η ερμηνεία του Χάρβεϊ Καϊτέλ αξίζει μεγάλη προσοχή για την αυστηρότητα και την βιαιότητα της, καθώς κι αυτή της Χόλι Χάντερ, που υποδύεται μια δασκάλα πιάνου ανίκανη να μιλήσει. Το κυρίαρχο όργανο στα κομμάτια του Νύμαν είναι το πιάνο, αφού έχει πολυετείς σπουδές σε αυτό αλλά δεν λείπουν και μελωδικές γραμμές από κλαρινέτο, βιολί, σαξόφωνο, τρομπέτα και κρουστά. Δυστυχώς, δεν υπάρχει σε βίντεο όλο το soundtrack της ταινίας, γι’ αυτό θα παραθέσω μόνο το κύριο μουσικό θέμα, αλλά όλα τα κομμάτια αξίζουν αμέριστη προσοχή.

3. «La Vita e Bella»

Όταν έκατσα να σκεφτώ για ταινίες του ευρωπαϊκού σινεμά που ξεχώρισαν για την μουσική τους και τα συναισθήματα που γεννούσαν μέσα από αυτή, οι σκέψεις δεν ήταν πολλές παρά μια, «La Vita e Bella». Σκηνοθέτης και πρωταγωνιστής αυτής ο Ρομπέρτο Μπενίνι, ο οποίος βραβεύτηκε για αυτή του την ερμηνεία με το βραβείο Όσκαρ Α’ Ανδρικού Ρόλου κι ο πανηγυρισμός του έμεινε ανεξίτηλος στην μνήμη όλων όσων παρευρίσκονταν στην βράβευση κι όσων την παρακολουθούσαν από τις οθόνες τους. Η ταινία βραβεύτηκε και με το Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης ταινίας, αλλά υπήρξε κι άλλη μια διάκριση για την ταινία, με τον ταλαντούχο συνθέτη Νίκολα Πιοβάνι να τιμάται με το Όσκαρ Καλύτερης Μουσικής σε δραματική ταινία. Ο Πιοβάνι κάνει εξαίρετη δουλειά πάνω στο κλασσικό αλλέγκρο στυλ, το οποίο διέπει την ιταλική μουσική κουλτούρα, ενώ πειραματίζεται και πάνω σε ανατολίτικα και τσιγγάνικα μονοπάτια, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το κομμάτι «L’ Uovo di Struzzo – Danza Etiope». Το γεγονός όμως, που εντυπωσιάζει πραγματικά είναι ότι χειρίζεται δυο (!!!) χαρακτηριστικές μελωδίες κι ανάλογα με τα συναισθήματα και το ύφος που θέλει να προσδώσει στις σκηνές της ταινίας, αλλάζει ενορχήστρωση και ρυθμό, δημιουργώντας απίστευτες αντιθέσεις σε κομμάτια που έχουν την ίδια μελωδία, όπως το «Abbiamo Vinto», όπου η μελωδία παίζεται με λατέρνα και το «Arriva il Carro Armato», όπου έχει βάλει την μουσική να παίζεται με τρομπέτες κι από πίσω κρουστά παρέλασης.

4. «Underground»

Η τρίτη συνεργασία ενός από τους καλύτερους ευρωπαίους σκηνοθέτες της κινηματογραφικής ιστορίας, του Εμίρ Κουστουρίτσα κι ενός από τους πρεσβευτές της βαλκανικής μουσικής και του σκα ανά την υφήλιο, του Γκόραν Μπρέγκοβιτς έμελλε να είναι κι αυτή που θα απέδιδε το καλύτερο και πιο ολοκληρωμένο αποτέλεσμα. Μετά τον «Καιρό των Τσιγγάνων», όπου το «Ederlezi» άφησε εποχή ως το πιο διαδεδομένο κομμάτι του Μπρέγκοβιτς και το χολιγουντιανό  «Arizona Dream» με πρωταγωνιστή τον Τζόνυ Ντέπ, ο Εμίρ Κουστουρίτσα θα σκηνοθετήσει μια ιστορία παραλόγου και ακραίων καταστάσεων με τίτλο «Underground» κι ο Μπρέγκοβιτς θα συνθέσει το δεύτερο γνωστότερο κομμάτι της πλούσιας μουσικής καριέρας του, το «Kalashnikov». Αυτό το κομμάτι ταιριάζει απόλυτα στην ταινία, καθώς ο πρωταγωνιστής παράγει παράνομα όπλα στους υπονόμους του Βελιγραδίου κατά την διάρκεια του δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά και μετά από αυτόν, αφού κανείς δεν του έχει πει ότι έχει τελειώσει!! Γενικά, το σύνολο των μελωδιών της ταινίας είναι αρκετά ξεσηκωτικές και σου δημιουργούν μια τάση για ατελείωτο χορό, με τα χάλκινα πνευστά να παίζουν αριστοτεχνικά τις μουσικές γραμμές τους και να σου μεταφέρουν αδιαμφισβήτητα αυτό το κλίμα συνεχούς μπερδέματος του πρωταγωνιστή σε πολύπλοκες καταστάσεις. Βέβαια δεν λείπουν και τα παραδοσιακά κρουστά, όπως το τουμπερλέκι και το νταούλι αλλά και τα έγχορδα, όπως το βιολί και το τσέλο, τα οποία προσδίδουν ένα κύρος και μια θλίψη στις στιγμές της ταινίας όπου απαιτείται. Τέλος, συναντάμε κι άλλα είδη εκτός από την balkan, όπως τανγκό και μπλούζ που αποδίδονται εξαίρετα, σύμφωνα πάντα με τις επιθυμίες του Μπρέγκοβιτς, οι οποίες τον οδηγούν στην διακριτική διοχέτευση στοιχείων βαλκανικής μουσικής, ακόμα και σε αυτά τα είδη. Άξιο αναφοράς είναι ότι το «Underground», με όπλο τον συνδυασμό καινοτόμου σεναρίου, μαεστρικής σκηνοθεσίας και ιδανικής μουσικής, κατάφερε να κερδίσει τον Χρυσό Φοίνικα στο Φεστιβάλ των Καννών της χρονιά κυκλοφορίας του, το 1995.

5. «Amores perros»

Ο μεξικάνικος κινηματογράφος χαρακτηριζόταν από την έξαρση βίας και παρανομίας στις ταινίες του και μόνο από αυτό. Όλα αυτά άλλαξαν με την έλευση και την καθιέρωση ενός θαυματοποιού της μεγάλης οθόνης, του Αλεχάντρο Γκονζάλεζ Ινιαρρίτου. Αυτός ο καλλιτέχνης του σινεμά έδειξε ότι η μεξικανική κοινότητα σφύζει από ταλέντο και δυνατότητα προσφοράς στην 7η τέχνη, επιλέγοντας αποκλειστικά σχεδόν, Μεξικανούς και γενικά Λατίνους συνεργάτες για την πρώτη του ταινία μεγάλου μήκους με τίτλο «Χαμένες Αγάπες». Η σκηνοθεσία του Ινιαρρίτου είναι αριστουργηματική, με ωραίες εναλλαγές πλάνων σε παρελθόν και παρόν, σε σημείο που χάνεσαι χρονικά και εξακολουθείς με έναν μαγικό τρόπο να καταλαβαίνεις την ταινία, ενώ οι ερμηνείες των πρωτοεμφανιζόμενων, στην πλειοψηφία, ηθοποιών που επιλέγει ο Ινιαρρίτου είναι άκρως ρεαλιστικές και συναισθηματικές, με αποτέλεσμα να σε συνεπαίρνουν στην δίνη της υπόθεσης της ταινίας. Για την μουσική δεν χρειάζονται πολλές λέξεις, αφού ο ήχος παρακάτω θα μιλήσει από μόνος του. Με τον Γκουστάβο Σανταολάγια να επιμελείται όλη την μουσική της ταινίας και να μαζεύει τους καλύτερους μουσικούς της Λατινικής Αμερικής, τα είδη που ακούγονται είναι από φλαμένγκο, μέχρι progressive ska κι από ατμοσφαιρικές μπαλάντες με κλασσική κιθάρα μέχρι hip hop. Κι όλα αυτά τα είδη κατ’ αποκλειστικότητα σχεδόν, στην ισπανική γλώσσα και στις διαλέκτους της, ανάλογα με την χώρα του κάθε ερμηνευτή και συγκροτήματος. Στην συνέχεια, ο Σανταολάγια μετατράπηκε στον μόνιμο συνεργάτη του Ινιαρρίτου στην μουσική και συνεχίζουν ακόμα αυτή την συνύπαρξη εικόνας κι ήχου που συνθέτουν ιδανικά, με αποκορύφωμα την κοινή δουλειά τους στο «Babel». Για κακή μας τύχη βέβαια, το soundtrack της ταινίας αποτελείται από 2 μέρη, εκ των οποίων το ένα έχει αποκλειστεί από τον ιστότοπο του youtube λόγω πνευματικών δικαιωμάτων. Οπότε παρακάτω παραθέτουμε το δεύτερο μέρος και σας διαβεβαιώνω ότι αξίζει η αναζήτηση του πρώτου μέρους σε κάποια άλλη ιστοσελίδα.

6. «Naked»

Στο νούμερο 6 του άρθρου, έρχεται η στιγμή της εμφάνισης του πάντοτε ποιοτικού, σε όλα τα σκέλη των ταινιών του, βρετανικού κινηματογράφου. Εκπρόσωπος της βρετανικής κινηματογραφικής κουλτούρας είναι το «Naked», ένα εξαιρετικό, ανθρωπιστικό δράμα του Μάικ Λί, το οποίο έχει χαρακτηριστεί ως η βιαιότερη και σκληρότερη δουλειά του συγκεκριμένου σκηνοθέτη. Πρωταγωνιστές αυτής της φιλμογραφικής “σημαίας” του βρετανικού σινεμά είναι ο αξιολογότατος Ντέϊβιντ Θιούλις κι η Λέσλεϊ Σάρπ, καθώς και η εξαιρετική Κάτριν Κάρτλιτζ, η οποία δυστυχώς, από το 2002 και ύστερα, δεν βρίσκεται πλέον κοντά μας. Η μουσική της ταινίας είναι μαγευτική και προσδίδει το κάτι παραπάνω στην αισθητική της, ενώ διευκολύνει την απόδοση της αντίληψης που έχουν οι πρωταγωνιστές για τις καταστάσεις που συμβαίνουν γύρω τους. Ο Άντριου Ντίκσον έχει δημιουργήσει μια πληθώρα συνθέσεων με πιάνο, βιολί, τσέλο, αλλά και άρπα, ένα όργανο που συναντάται σπάνια ως σολιστικό σε κλασσικές παρτιτούρες, διατηρώντας κι ανεβάζοντας τον πήχη από την πρώτη του γνωστή μουσική  δουλειά σε ταινία, με το «Μυστικό της Vera Drake» και το «Όλα ή τίποτα» να δικαιώνουν τις προσδοκίες όλων, όσον αφορά τις μελωδίες τους. Τέλος, είναι σημαντικό να αναφέρουμε ότι ο Μάικ Λί κι ο Ντέϊβιντ Θιούλις τιμήθηκαν από το Φεστιβάλ των Καννών με το βραβείο του καλύτερου ηθοποιού και καλύτερου σκηνοθέτη αντίστοιχα για το 1993.

7. «The Beautiful Country»

Ο Χάνς Πίτερ Μόλλαντ, μετά το αξιολογότατο «Aberdeen», θα σκηνοθετήσει μια ιστορίας ζωής κι επιβίωσης ενός αγοριού, το οποίο θα αρχίσει ένα ταξίδι από το Βιετνάμ έως την Αμερική, με την ελπίδα να βρει τον χαμένο πατέρα του. Πολλοί θα σκεφτείτε ότι είναι άλλη μια χιλιοπαιγμένη ιστορία στο σινεμά, αλλά εδώ ισχύει το κλασσικό “Τα πράγματα δεν είναι όπως φαίνονται”. Οι εικόνες που παρουσιάζονται μέσω της ταινίας, είναι σαγηνευτικές, ενώ οι ηθοποιοί πραγματοποιούν αξιοπρόσεκτες ερμηνείες, δείχνοντας ότι ο ασιατικός κινηματογράφος δεν έχει να ζηλέψει σε τίποτα από τον εκατομμυριούχο αμερικάνικο. Και σε όλα αυτά, προστίθεται η ατμοσφαιρική και άκρως γοητευτική, για τα ώτα των ακροατών, μουσική του Ζμπιγνκνιέ Πράϊζερ, ενός από τους μόνιμους συνεργάτες τόσο του Μόλλαντ, όσο και του μεγάλου Κριστόφ Κισλόφσκι (Η μουσική του Πράϊζερ στην σειρά του Κισλόφσκι, τον «Δεκάλογο», βρίσκεται σε άλλο επίπεδο, όσον αφορά την επιβλητικότητα της). Το soundtrack αποτελείται από μελωδίες που διεγείρουν το συναίσθημα του κάθε θεατή της ταινίας, γεγονός που επιτυγχάνεται με την χρήση του πιάνου, του βιολιού και της κλασσικής κιθάρας για κύρια όργανα και επικεφαλείς μιας αποστολής να σε αρπάξουν από το χέρι και να σε ταξιδέψουν από τα πολύχρωμα ποτάμια του Βιετνάμ, στις στέπες της Βόρειας Μογγολίας και από τις πολυπληθείς πόλεις της Κίνας, στους πολυτελείς δρόμους της Νέας Υόρκης. Είναι ίσως η μόνη από τις ταινίες του αφιερώματος, που δεν είχα δει και συνιστώ ανεπιφύλακτα να της δώσετε μια ευκαιρία.

8 . «Pi»

Στο νούμερο 8  θα βρούμε μια πολύ ιδιαίτερη ταινία για έναν παρανοϊκό μαθηματικό (λες κι οι υπόλοιποι διαφέρουν!!! χεχεχε), ο οποίος ψάχνει έναν αλγόριθμο ο οποίος θα μπορεί να ξεκλειδώσει και να αποκαλύψει όλα τα επιστημονικά πρότυπα, στα οποία βασίζεται η διαμόρφωση της φύσης. Σκηνοθέτης της ταινίας είναι ο πάντα ανατρεπτικός και ολίγον καταθλιπτικός Ντάρεν Αρονόφσκι, ο οποίος κάνει εξαιρετική δουλειά στην ασπρόμαυρη οθόνη, χωρίς να σε κουράζει λόγω μη συνήθειας του ματιού του θεατή σε αυτή. Το φιλμ θα έχει ως πρωταγωνιστές τον Σόν Γκουλέτ, γνωστό κι από ένα μικρό ρόλο του στην επόμενη ταινία του Αρονόφσκι, το «Ρέκβιεμ για ένα όνειρο» και τον αγαπημένο ηθοποιό του Ντάρεν Αρονόφσκι, καθώς έχουν συνεργαστεί σε όλες τις κινηματογραφικές δουλειές του , τον Μάρκ Μαργκόλις. Το αποκορύφωμα όμως, στην ταινία είναι η τρελή μουσική της. Ο Κλίντ Μανσέλ, σε συνεργασία σε κάποια κομμάτια με τους Massive Attack, θα γράψει ένα ψυχεδελικό soundtrack, επηρεασμένος από το καλπαζόμενο progressive κίνημα της εποχής, το οποίο θα περιέχει dubstep και drum ‘n bass στοιχεία και θα σε παρασύρουν σε έναν ατελείωτο χορό και μια συνεχή λειτουργία του εγκεφάλου, ταυτιζόμενος πλέον με τον πρωταγωνιστή. Όπως γίνεται αντιληπτό, η μουσική έχει συντεθεί εξ’ ολοκλήρου στον υπολογιστή και στο synth με κάποιες εξαιρέσεις ηλεκτρικής κιθάρας, κλασσικών εγχόρδων και φυσικών ντράμς. Τα λόγια είναι περιττά στην συγκεκριμένη περίπτωσηm αφού αν ακούσετε ένα από τα κομμάτια του «Pi» , θα καταλάβετε την πρωτοπορία του Μανσέλ.

9. «L’ Intouchables»

Πριν από 2 χρόνια, υπήρξε ένα από αυτά τα βράδια που βρίσκεσαι μόνος σου στο σπίτι κι αποφασίζεις να ακούσεις μουσική και να δεις τηλεόραση, μέχρι να εκνευριστείς και να την κλείσεις, γεγονός που μου παίρνει συνήθως περίπου 10 λεπτά. Εκείνη την νύχτα όμως, έπεσα πάνω σε μια γαλλική ταινία, ίσως ένα από τα αριστουργήματα της σύγχρονης γαλλικής φιλμογραφίας , τους «Άθικτους». Η ιστορία ενός πολύ πλούσιου επιχειρηματία, ο οποίος μένει ανάπηρος μετά από ένα ατύχημα κι ενός νέου άντρα που ψάχνει για κοινωνική εργασία, σαν ποινή για κάποια μικροαδικήματα έμελλε να με κρατήσει σχεδόν 2 ώρες μπροστά από την τηλεόραση. Η ταινία δείχνει δυο εντελώς διαφορετικούς, στον χαρακτήρα και στην νοοτροπία, ανθρώπους, οι οποίοι βρίσκουν έναν κοινό κώδικα επικοινωνίας και αποδεικνύουν ότι αυτός που είπε ότι “Αν δεν μπορείς να αλλάξεις κάτι, τουλάχιστον διασκέδασε το!!” είχε απόλυτο δίκιο. Οι σκηνοθέτες – σεναριογράφοι κάνουν εκπληκτική δουλειά και σωστή διαχείριση της αναπηρίας του πρωταγωνιστή, χωρίς ίχνος οίκτου και μοιρολατρείας, ενώ οι πρωταγωνιστές εντυπωσιάζουν με τις γεμάτες αυθορμητισμό κι ενέργεια ερμηνείες τους. Κι αν τα ονόματα των συντελεστών δεν είναι γνωστά και καταξιωμένα σε υψηλές θέσεις του παγκόσμιου κινηματογράφου, το όνομα του υπεύθυνου της μουσικής της ταινίας είναι πασίγνωστο, μιας και πρόκειται για έναν από τους μεγαλύτερους συνθέτες του προηγούμενου κι αυτού του αιώνα. Ο Ludovico Einaudi, με όπλο το πιάνο του και το αστείρευτο ταλέντο του, μας προσφέρει μια πανδαισία μελωδιών και μουσικών ειδών και μας αφήνει στήλες άλατος με το πόσο ταιριάζει η μουσική του στα πλάνα των Ολιβιέ Νακάς και Έρικ Τολεδάνο. Εκτός από τις δικές του συνθέσεις, ο Einaudi περιλαμβάνει στο soundtrack της ταινίας και διασκευές του σε κομμάτια άλλων καλλιτεχνών, όπως το «You Goin’ Miss your Candyman» του Terry Callier και το «Feeling Good» της Nina Simone, δείχνοντας ότι οι μεγάλοι μουσικοί εκτιμούν γενικά την καλή μουσική κι όχι μόνο την δική τους μουσική.

 10 . «Once upon a time in America»

Για το τέλος αφήσαμε, αν όχι τον καλύτερο, σίγουρα τον συνθέτη που βρίσκεται σε κάθε αφιέρωμα που μιλάει για μουσικές ταινιών. Έτσι , θα κλείσουμε με τον “μαέστρο” της μεγάλης οθόνης, τον υπερταλαντούχο Έννιο Μορρικόνε. Για τη μουσική του δεν χρειάζονται συστάσεις, αφού για άλλη μια φορά, είναι άκρως επιβλητικός κι ατμοσφαιρικός ταυτόχρονα. Όμως, στο «Κάποτε στην Αμερική», χρησιμοποιεί πολύ περισσότερο τα πνευστά κι ιδιαίτερα το κλαρινέτο και το φλάουτο για να επιτύχει μια πιο τζάζ και μπλούζ χροιά στις μελωδίες του, ώστε να ταιριάζουν στο στιλ και την κουλτούρα του Μανχάτταν της δεκαετίας του ’50, σε αντίθεση με την αγριότητα της μουσικής του «Κάποτε στην Δύση». Ο σκηνοθέτης της ταινίας, Σέρτζιο Λεόνε , αποδίδει ιδανικά το κλίμα της εποχής της ποτοαπαγόρευσης και της ελεύθερης οπλοκατοχής και μας αφηγείται την ιστορία ενός γκάνγκστερ και την αλλαγή του σε σχέση με αυτά που ονειρευόταν στα παιδικά του χρόνια. Ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο είναι πάρα πολύ καλός σε αυτή του την ερμηνεία, ενώ ο Τζέϊμς Γούντς εντυπωσιάζει με το κύρος και την ευστροφία που εξωτερικεύει μέσω του ρόλου του. Το συμπέρασμα από όλα αυτά είναι ότι πρόκειται για μια καθηλωτική ταινία κι αξίζουν τα εύσημα σε όλους τους συντελεστές της.

Αυτές ήταν, ίσως , οι κορυφαίες 20 ταινίες που πρέπει να δει και να “ακούσει” ο καθένας (έχουμε και το προηγούμενο αφιέρωμα: http://hashmag.gr/culture/music/40506/). Σίγουρα, οι παραλείψεις θα είναι αρκετές διότι η τέχνη είναι ένα αστείρευτο πηγάδι αισθητικής, μουσικής, εικόνων, συναισθημάτων και ρεαλιστικών ή μη καταστάσεων. Η αρέσκεια μας είναι καθαρά ένα υποκειμενικό αντικείμενο, οπότε θεωρούμε σεβαστό να μην συμφωνούν όλοι με τις επιλογές μας στο κινηματογραφικό και μουσικό παλμαρέ. Περιμένουμε τις προτάσεις σας ώστε να δημιουργήσουμε, αν είναι δυνατόν, κι ένα τρίτο μέρος του αφιερώματος και να τους ευχαριστήσουμε όλους. Ευχόμαστε λοιπόν, καλή θέαση κι ακρόαση των ταινιών και καλό ταξίδι στα συναισθήματα και στις σκέψεις που θα σας δημιουργήσουν!

Ο Νοέμβριος στην Ιστορία της Μουσικής

bryan-adams

5 Νοεμβρίου 1959

Γεννιέται ο Καναδός κιθαρίστας, τραγουδιστής και συνθέτης Bryan Adams. Ο Brian Adams έφτασε στο Νο.11 στην Αγγλία το 1985 με το σούπερ χιτ «Run To You», το 1991 με το Νο.1 σε Αγγλία και Αμερική (Everything I Do), «I Do It For You», με το οποίο παρέμεινε 16 εβδομάδες στο Νο.1 στην Αγγλία, συν 15 ακόμα Top 40 χιτς στην Αγγλία και 3 Νο.1 άλμπουμ στην Αγγλία.

TINA

26 Νοεμβρίου 1939

Γεννιέται η Annie Mae Bullock, ή όπως την αγάπησαν εκατομμύρια θαυμαστών ανά τον κόσμο Tina Turner, Ike & Tina Turner, (1966 UK No.3  «River Deep Mountain High», 1971 US No.4 «Proud Mary»), και σαν σόλο καρριέρα (1984 UK No.3 και US No.1 «What’s Love Got To Do With It», συν 25 ακόμα UK Top 40 σινγκλ).

Jimi-Hendrix

27 Νοεμβρίου 1942

Γεννιέται ο χαρισματικός ρόκερ Jimi Hendrix, ο οποίος είχε το 1967 το Νο.6 στην Αγγλία  «Hey Joe», το 1970 το Νο.1 επίσης στην Αγγλία «Voodoo Chile», και το 1968 το Νο.1 στην Αμερική και Νο.6 στην Αγγλία «Electric Ladyland». Ο Hendrix, ο οποίος θεωρείται σαν ο μεγαλύτερος κιθαρίστας στην ιστορία της μουσικής, έδωσε το δυναμικό του παρόν το 1967 στο Monterey Pop Festival, στο ένα και μοναδικό Woodstock Festival το 1969, και το 1970 στο Isle of Wight Festival. Πέθανε στις 18 Σεπτεμβρίου 1970.

Ο Οκτώβριος στην Ιστορία Της Μουσικής

sting

2 Οκτωβρίου 1951 

Γεννιέται ο Gordon Summer, ή όπως τον ξέρουν εκατομμύρια άνθρωποι σε ολόκληρο τον κόσμο σαν «Sting», τραγουδιστής και στιχουργός των «The Police», με τους οποίους έπιασαν την κορυφή σε Αγγλία και Αμερική το 1983, με το κλασσικό και διαχρονικό πια, «Every Breath You Take», συν 4 ακόμα Νο.1 χιτς στην Αγγλία. Σαν σόλο καριέρα έφτασε μέχρι το Νο.15 στην Αγγλία με το «Englishman In New York», συν 15 ακόμα Τοπ 40 χιτς στην πατρίδα του.

john lennon

9 Οκτωβριου 1940

Γεννιέται ο John Lennon, τραγουδιστής, στιχουργός και κιθαρίστας των θρυλικών σκαθαριών «The Beatles», οι οποίοι πούλησαν περισσότερα από 20 εκ. αντίτυπα παγκοσμίως το διάστημα 1962 έως το 1970, και κυκλοφόρησαν περισσότερα Νο.1 χιτς στην Αγγλία και στην Αμερική από κάθε άλλο συγκρότημα. Το 1967, το άλμπουμ τους «Sgt. Pepper’s» ήταν το άλμπουμ με τις περισσότερες πωλήσεις στην Αγγλία όλων των εποχών. Στις 9 Οκτωβρίου του 1990 το «Imagine» του Lennon έπαιζε ασταμάτητα σε περισσότερες από 130 χώρες γιορτάζοντας (αν ζούσε) τα 50α του γενέθλια. Δολοφονήθηκε στην Νέα Υόρκη καθοδόν για το σπίτι του μετά από ηχογράφηση από τον Mark Chapman, θαυμαστή των σκαθαριών, στις 8 Δεκεμβρίου 1980.

Simon

27 Οκτωβρίου 1958

Γεννιέται ο Simon Le Bon, τραγουδιστής του συγκροτήματος φαινόμενο των 80’ς Duran Duran, o οποίος μαζί τα υπόλοιπα μέλη του γκρούπ έπιασαν την κορυφή στην Αγγλία του 1983 με το «Is There Something I Should Know» συν 25 ακόμα Τοπ 40 χιτς στην Αγγλία. Το 1984 το «The Reflex» καρφώθηκε στο Νο.1 στο Billboard. O Simon ήταν επίσης μέλος, αλλά και τραγουδιστής στο παράλληλο με τους Duran Duran σχήμα του, «Arcadia», με τους οποίους έφτασε μέχρι το Νο. 7 στην Αγγλία το 1985 με το «Election Day».

10 ταινίες που πρέπει να δεις και να “ακούσεις”

Τα συστατικά της επιτυχίας για μια ταινία είναι σίγουρα η πρωτότυπη και μαεστρική σκηνοθεσία , το προσεγμένο κι ανατρεπτικό σενάριο, οι καλοδουλεμένες και γεμάτες πάθος ερμηνείες, τα εντυπωσιακά και αληθοφανή εφέ, η ποιοτική και με άποψη φωτογραφία κ.α. Αυτό όμως που μπορεί να απογειώσει ένα φιλμ και να το κάνει να ξεχωρίσει, είναι η μουσική, με την οποία θα ντύσει ο σκηνοθέτης τα πλάνα του, το γνωστό κι ως soundtrack μιας ταινίας. Κι αν για κάποιες μεγάλες παραγωγές, όπως «Οι Πειρατές της Καραϊβικής» κι ο «Νονός», οι συνθέσεις που ακούγονται έχουν γίνει ταυτόσημες με την ταινία κι έχουν μείνει στην ιστορία, εμείς θα μιλήσουμε για γνωστές ταινίες, οι οποίες χαρακτηρίζονται ελάχιστα από την μουσική τους αλλά το soundtrack τους αξίζει πολύ μεγαλύτερη προσοχή. Σε αυτό το σημείο πρέπει να γίνει ξεκάθαρο ότι η σειρά των ταινιών δεν δείχνει κάποια προτίμηση, παρά μόνο μια καταγραφή των αριστουργημάτων που έχουν ακουστεί κατά καιρούς στην “μεγάλη οθόνη” (αν και το νούμερο 10 είναι ίσως από τις καλύτερες μουσικές που έχουν υπάρξει σε ταινία, αλλά και μια από τις προσωπικά αγαπημένες μου ταινίες).

12080952_10206245288483875_2052996418_n1. «Life of Pi»

Μια συγκλονιστική ιστορία για την σχέση ενός δεκαεξάχρονου Ινδού εφήβου με μια τίγρη της Βεγγάλης, μετά από ένα ναυάγιο στο οποίο είναι ο μόνος επιζών. Η ταινία είναι βασισμένη στο ομώμυνο μυθιστόρημα του Γιαν Μαρτέλ κι αποτελεί μια από τις καλύτερες σκηνοθετικές δουλειές του Ανγκ Λι, με την θέαση της σε 3D προβολή να είναι μια ξεχωριστή εμπειρία για τον καθένα. Η μουσική έχει συντεθεί από τον Μάικλ Ντέινα, ο οποίος βραβεύτηκε με Όσκαρ Μουσικής για αυτή την ταινία και περιέχει δικές του συνθέσεις αλλά και διασκευές γνωστών κομματιών τα οποία διέπονται από το ινδικό στοιχείο. Οι μελωδίες εκτελούνται από όργανα, όπως το μεταλλόφωνο, το ξυλόφωνο και το πιάνο, αλλά και παραδοσιακά όργανα της Ινδίας όπως το σιτάρ, το σάροντ και το ταμπούρα.

2. «Leon : The Professional»

Ένας Ιταλός εκτελεστής συμβολαίων θανάτου που ζει στην Νέα Υόρκη, ένας διεφθαρμένος αστυνομικός που κάνει μεγαλεμπόριο ναρκωτικών, ένα ατίθασο κορίτσι που ζει στην αδιαφορία και κακοποίηση των γονιών της. Αυτοί οι τρεις χαρακτήρες θα μπλεχτούν σε μια ιστορία δράσης, πόνου και αγάπης, με τον Ζαν Ρενό σε μια από τις καλύτερες ερμηνείες της καριέρας του, την Νάταλι Πόρτμαν σε ηλικία 13 ετών να παίζει εξαίσια έναν πολύ απαιτητικό ρόλο, δείχνοντας ότι έχει μεγάλο ταλέντο, το οποίο αναζητούμε όλοι ακόμα στην ώριμη φάση της υποκριτικής της και τον Γκάρι Όλντμαν να μας καθηλώνει με τα ξεσπάσματα θυμού κι ειρωνείας του. Σκηνοθέτης αυτού του αριστουργήματος, ο Λούκ Μπεσσόν , γνωστός για το «Πέμπτο Στοιχείο» και το «Απέραντο γαλάζιο», πραγματοποιώντας άρτια διαχείριση πλάνων και μουσικής επένδυσης τους. Η σύνθεση της μουσικής ανατέθηκε στον Ερίκ Σερρά, μόνιμο συνεργάτη του Μπεσσόν στις ταινίες του. Αυτός έκανε εξαιρετική δουλειά με την επιλογή του «Shape of my Heart» του Sting στους τίτλους τέλους να σε ωθεί να δεις μέχρι και τους κομπάρσους!!

3. «Truman Show»

Το «Truman Show» αποτελεί ένα έργο υψηλής αισθητικής, το οποίο έχει ως στόχο να σατιρίσει την παράνοια της Αμερικής με τα σόου εγκλεισμού σε ένα σπίτι, τύπου “Big Brother”, αλλά και να ταρακουνήσει την πουριτανή κοινωνία των Η.Π.Α. για τα καλούπια στα οποία ζουν. Καταπληκτική ερμηνεία του Τζίμ Κάρεϊ σε έναν ρόλο κομμένο και ραμμένο στα μέτρα του, καθώς απαιτούσε κωμικά στοιχεία αλλά και την απαραίτητη δραματική υπόσταση του χαρακτήρα, στην οποία ανταπεξήλθε εξαίρετα. Μαεστρική σκηνοθεσία του Πίτερ Γουίαρ, καταφέρνοντας να μας παρουσιάσει την ταινία σαν τηλεοπτικό σόου, όπως και ήταν, ενώ στην μουσική o Μπούρκχαρντ Ντόλβιτς κι ο πάντα πρωτοπόρος Φίλιπ Γκλάς απλά μεγαλουργούν με τα «Storm» και  «Truman Sleeps» να ξεχωρίζουν. Το πιάνο που παίζει ο Γκλάς είναι συγκλονιστικό ενώ ο μινιμαλισμός κι οι διακυμάνσεις που χαρακτηρίζουν την όλη μουσική της ταινίας ξεχωρίζουν.

4. «The Prestige»

Δυο κορυφαίοι ταχυδακτυλουργοί προσπαθούν να αλληλοεξοντωθούν με μαγικά κόλπα που επινοούν, αλλά κι άλλες ακραίες μεθόδους, στοχεύοντας στην κορυφή του θεάματος, η οποία χωράει μόνο έναν. Κορυφαίες ερμηνείες από δυο από τους καλύτερους ηθοποιούς της γενιάς τους, τον Χιού Τζάκμαν και τον Κρίστιαν Μπέιλ, οι οποίοι εκπλήσσουν με την ευφυΐα τους ως Ρόμπερτ Άνγκερ κι Άλφρεντ Μπόρντεν αντίστοιχα, αλλά και με το πάθος και τη δίψα τους για καταξίωση. Άξια αναφοράς είναι, επίσης, η ερμηνεία του Μάικλ Κέιν, ενώ σκηνοθέτης αυτής της καθηλωτικής ταινίας, όπως γίνεται κατανοητό κι από τα ονόματα των ηθοποιών που έχουν προαναφερθεί, είναι ο επιβλητικός στις ταινίες του, Κρίστοφερ Νόλαν. Υπεύθυνος για την επινόηση της πλουραλιστικής μουσικής που ντύνει τα πλάνα του Νόλαν, είναι ο συνθέτης Ντέιβιντ Τζουλιάν, ενώ ο μόνιμος συνεργάτης του Νόλαν στις μουσικές που επενδύουν τα έργα του, ο Χάνς Ζίμμερ έχει τον ρόλο του διευθυντή παραγωγής της μουσικής, γεγονός που καταδεικνύεται αν συγκρίνεις το soundtrack του «The Prestige» με αυτό του «Inception». Τα στοιχεία που παρατηρούμε σε γενικές γραμμές στην μουσική της ταινίας είναι το συμφωνικό στυλ που την διέπει με βιολιά, τσέλα και πλήθος πνευστών να δίνουν μια εντύπωση, ότι οι ήχοι αυτοί ήρθαν για να μείνουν και το χαρακτηριστικό μοτίβο για κάθε ταινία του Νόλαν, με τις διακυμάνσεις ψυχολογίας και δυναμικής να δίνουν και να παίρνουν στην μουσική, όπως και σε όλα τα υπόλοιπα επίπεδα της ταινίας.

5. «Zodiac»

 Η πραγματική ιστορία ενός κατά συρροή δολοφόνου στο Σαν Φραντσίσκο του ’68, έγινε ταινία από τον εξαιρετικό φιλμογράφο Ντέιβιντ Φίντσερ, με τον άκρως ταλαντούχο Τζέικ Τζίλενχαλ να κάνει μια αξιολογότατη ερμηνεία και τον Ρόμπερτ Ντάουνι Τζούνιορ να έχει μια αναλαμπή υποκριτικής, πριν καταλήξει να κάνει ρόλους μανιέρας ενός κυνικού κι αστείου χαρακτήρα, όπως είναι και στην πραγματικότητα. Η ταυτότητα του Zodiac παραμένει ακόμα και τώρα ένας άλυτος γρίφος, αν και πολλοί έχουν ισχυριστεί ότι ήταν κάποιο συγγενικό τους πρόσωπο ή φίλος τους. Το «Zodiac» μπορεί να μην έχει μείνει στην ιστορία του κινηματογράφου ως αριστούργημα, σαν το «Fight Club» και το «Seven» αλλά χαρακτηρίζεται, όπως και τα προαναφερόμενα, από εξαίσια και πρωτότυπη μουσική. O βραβευμένος με Όσκαρ Ντέιβιντ Σάιρ έγινε γνωστός για την μουσική του σε αυτή την ταινία και όχι άδικα, καθώς έχει συνθέσει μία από τις καλύτερες μελωδίες τρόμου στο σινεμά και έχει κάνει θαυμάσιες και καίριες επιλογές σε κομμάτια της δεκαετίας του ’60 και του ’70, περιλαμβάνοντας καλλιτέχνες όπως ο Ρέι Τσάρλς, ο Ντόνοβαν, ο Μάρβιν Γκέι, ο Μάιλς Ντέιβις, o Κάρλος Σαντάνα κι οι κορυφαίοι, εκείνη την εποχή, Eric Burdon and the Animals. Βλέποντας τα ονόματα των καλλιτεχνών, καταλαβαίνετε ότι οι rock ‘n roll και τζάζ μουσικές δεσπόζουν στο soundtrack του «Zodiac» και καταφέρνουν με το παραπάνω τον στόχο τους, να μας μεταφέρουν στο κλίμα του Σαν Φραντσίσκο του ’60, με τα υπόγεια μπαρ και έναν πιανίστα να στέκεται και να παίζει ώρες κάτω από έναν προβολέα που φωτίζει εκείνον και την ψυχή του. Επιπροσθέτως περιλαμβάνονται και ορχηστρικές μουσικές ώστε να καλύψουν μουσικά σκηνές που απαιτούν μυστήριο, τρόμο και δράση.

6. «The Wolf of Wall Street»

Άλλη μια ταινία βασισμένη σε πραγματική ιστορία, σε αυτή του Τζόρνταν Μπέλφορτ, ενός χρηματιστή που κατάφερε να φτάσει από ένα μικρό γραφείο στην Wall Street, να γίνει ο διευθυντής της μεγαλύτερης χρηματιστηριακής εταιρίας της Αμερικής, μέσα από τα μονοπάτια της διαφθοράς και της απόλυτης κερδοσκοπικής παράνοιας. Η ερμηνεία του Λεονάρντο Ντι Κάπριο συγκαταλέγεται μέσα στις 3 καλύτερες της καριέρας του και με άξιο συμπαραστάτη τον συμπρωταγωνιστή του Τζόνα Χίλ, δημιουργούν ένα από τα πιο τρελά και πανούργα δίδυμα αντρών της μεγάλης οθόνης. Ο σκηνοθέτης που ανέλαβε να μεταφέρει στον κινηματογράφο αυτή την απίστευτη ιστορία ζωής, ήταν ο Μάρτιν Σκορσέζε και τα κατάφερε περίφημα, κερδίζοντας μια υποψηφιότητα για Όσκαρ Σκηνοθεσίας για το δημιούργημα του. Πίσω από την μουσική της ταινίας, δεν βρίσκεται ένας συγκεκριμένος άνθρωπος αλλά μια πολυμελής ομάδα ειδικών στην μίξη και την διαμόρφωση των κομματιών σε σχέση με τα πλάνα του φιλμ. Στον «Λύκο της Wall Street» μπορείς να ακούσεις από groove και country κομμάτια, όπως το «Smokestack Lightning» και το «Dust my Broom», μέχρι post rock και hip hop μουσικές σαν το «Mrs. Robinson» και το «Black Skinhead». Από την ποικιλία αυτή μουσικών ειδών γίνεται κατανοητό, ότι το μυστικό της επιτυχίας ενός soundtrack είναι να αποτελείται από αξιόλογα και ποιοτικά τραγούδια τα οποία κουμπώνουν ιδανικά στις σκηνές που τοποθετούνται και απογειώνουν το επιθυμητό οπτικοακουστικό αποτέλεσμα, γεγονός που συμβαίνει και με το παραπάνω στην συγκεκριμένη ταινία, χωρίς να περιέχει μακρόσυρτες και μονότονες μελωδίες.

7. «Django Unchained»

Κι ήρθε η στιγμή να μιλήσουμε σε αυτό το άρθρο για τον καλύτερο σκηνοθέτη της γενιάς του κι έναν από τους καλύτερους όλων των εποχών, τον μαέστρο του αιματηρού σινεμά, τον άνθρωπο που κατάφερε να κάνει τον Τζόν Τραβόλτα ηθοποιό, τον ανατρεπτικό και καινοτόμο Κουέντιν Ταραντίνο. Το 2012, ο Ταραντίνο κυκλοφόρησε το «Django: Ο Τιμωρός», μια ιστορία εκδίκησης ενός σκλάβου προς τους δουλεμπόρους ψυχών της Νότιας Αμερικής  και τους ανθρώπους που κακομεταχειρίζονταν τους υπόλοιπους μετανάστες και μη που ήλπιζαν σε μια καλύτερη ζωή. Ο πρωταγωνιστής Τζέϊμι Φόξ κάνει πιθανότατα την καλύτερη ερμηνεία της καριέρας του, αν και την παράσταση κλέβουν οι δευτεραγωνιστές  Κρίστοφερ Βάλτς, ο οποίος βραβεύτηκε από την Ακαδημία στην κατηγορία του Β’ Ανδρικού Ρόλου, Λεονάρντο Ντι Κάπριο κι ο αγαπημένος ηθοποιός και καλλιτεχνικός εραστής του Κουέντιν Ταραντίνο, Σάμιουελ Λ. Τζάκσον. Ξεχωριστή θέση στην ταινία λαμβάνει η μουσική της, που χαρακτηρίζεται από country και blues στοιχεία τα οποία θυμίζουν Νότια Αμερική την εποχή του Εμφυλίου. Αυτό εξάλλου, είναι και το ζητούμενο, καθώς πετυχαίνει άριστα την δημιουργία του κλίματος εκείνης της χρονικής περιόδου. Μεγάλο μερίδιο αυτής της επιτυχίας έχουν τα κομμάτια δυο εξαιρετικών καλλιτεχνών, του Έννιο Μορικόνε, o οποίος έχει γράψει το πιο χαρακτηριστικό soundtrack γουέστερν ταινίας στο  «Ο καλός , ο κακός κι ο άσχημος» και του Λουίς Μπακάλοφ, που είναι εξαιρετικός στην ερμηνεία των τραγουδιών του έχοντας μια ιδιαίτερη και μεστή χροιά. Βέβαια, δεν λείπουν επιρροές από νεότερα είδη μουσικής όπως groove και dub hip hop, με ενδεικτικό παράδειγμα το κομμάτι «Unchained» των Τζέϊμς Μπράουν και Τούπακ . Άξιος αναφοράς είναι κι ο Brother Dege, που ερμήνευσε το καλύτερο, κατά την γνώμη μου, κομμάτι της ταινίας, το «Too old to die young».

https://www.youtube.com/watch?v=uyx3T3neIDY

8. «Drive»

Ο σκηνοθέτης μιας από τις αγαπημένες μου ταινίες, του «Bronson», ο αρκετά ελπιδοφόρος κινηματογραφιστής Νίκολας Γουίντινγκ Ρέφν, δημιούργησε στα ίδια βίαια και αιμοβόρα πλαίσια με το αριστούργημα που προαναφέρθηκε, το «Drive». Στον πρωταγωνιστικό ρόλο βρέθηκε ο σκληρός και οξύθυμος Ράϊαν Γκόσλινγκ, ξεχνώντας τον ρομαντικό και γλυκανάλατο εαυτό του στο «Ημερολόγιο» και παίρνοντας την απόφαση να ακολουθήσει μια πιο σοβαρή κι εκλεκτική καριέρα. Από αυτό το νούμερο που βρισκόμαστε και για τα επόμενα δυο, πρέπει να ξεχάσουμε είδη μουσικής που προηγήθηκαν και τοποθετούνται χρονικά στις δεκαετίες του ’50 και του ’60, αφού θα ακούσουμε dubstep , progressive, electronic, drum ‘n bass αλλά και πολύ καλό rock. O Κλίφ Μαρτίνες κι ο Kavinsky ανέλαβαν την μουσική επένδυση του φιλμ κι εντυπωσίασαν με την δουλειά τους, καθώς κατάφεραν να συνδυάσουν την επιβλητικότητα της μουσικής του Μαρτίνες με τον ηλεκτρονικό ήχο του Kavinsky και να δώσουν την εντύπωσης μιας συνεχούς (μανιο)καταδίωξης του πρωταγωνιστή. Τη διαφορά κάνει το κομμάτι «Rubber Head», λόγω του καταπληκτικού ρυθμού του και το κομμάτι «Oh my love» της Ρίζ Ορτολάνι, που είναι και το μόνο που κινείται στα είδη του blues και του jazz από το soundtrack της ταινίας.

9. «Sin City»

Τρείς σκηνοθέτες που έχουν ειδικότητα στην δράση και στο αίμα, ο Φράνκ Μίλλερ, γνωστός για το graphic novel των «300», ο Ρόμπερτ Ροντρίγκεζ , διακριθέντας για τα «Machete»κι ο Κουέντιν Ταραντίνο, γνωστός για σχεδόν όλες τις ταινίες του, συνδημιούργησαν την ταινία «Sin City», η οποία αποτέλεσε το σήμα κατατεθέν και αριστούργημα για τους δυο πρώτους φιλμογράφους κι ένα παράσημο για την εξαιρετική δουλειά του Ταραντίνο στην απόδοση της ταινίας σε ασπρόμαυρα χρώματα κι εκλάμψεις πιο ζωντανών χρωμάτων, πατώντας στα χνάρια των «Kill Bill». Οι ερμηνείες των ηθοποιών ήταν όλες αρτιότατες, με αυτές των Μίκυ Ρούρκ και Κλάιβ Όουεν να ξεχωρίζουν λίγο περισσότερο. Όσο για την μουσική, τα ονόματα των Τζόν Ντέμπνεϊ και Γκρέμ Ρεβέλλ εμπνέουν απόλυτη εμπιστοσύνη, αν σκεφτείς ότι έχουν κερδίσει 43 διεθνή βραβεία για τις συνθέσεις τους και τις μουσικές παραγωγές τους στον κινηματογράφο. Το soundtrack της ταινίας είναι άκρως ατμοσφαιρικό, θυμίζοντας στο έπακρο ασπρόμαυρες ταινίες τύπου «Casablanca», ενώ δεν λείπουν κι οι ορχηστρικές μουσικές του Ρόμπερτ Ροντρίγκεζ, που έχει και τον ρόλο του συνθέτη στην ταινίας συμπληρώνοντας το τρίο της ηχητικής πανδαισίας. Το στυλ του συνόλου της μουσικής της ταινίας σπάει από το ξεσηκωτικό και drum ‘n bass κομμάτι των Fluke, «Absurd».

10. «The Crow»

Τελευταία ταινία από τις δέκα που νομίζουμε πως πρέπει να δει και να ακούσει ο καθένας, είναι το αριστούργημα του σκηνοθέτη του άκρως ανατρεπτικού «Dark City», Άλεξ Πρόγιας και το “κύκνειο άσμα” του αδικοχαμένου ηθοποιού Μπράντον Λι, η ταινία «The Crow» ή ελληνιστί  «Το κοράκι» . Η ιστορία είναι εμπνευσμένη από το ομώνυμο λογοτεχνικό έργο του Έντγκαρ Άλαν Πόε κι αφηγείται την ιστορία του Έρικ Ντρέιβεν, ο οποίος δολοφονήθηκε βάναυσα μαζί με την αρραβωνιαστικιά του και γυρίζει στη ζωή για να εκδικηθεί τον δολοφόνο. Ο Μπράντον Λι όμως , χτυπήθηκε από την “κατάρα του κορακιού” και πέθανε κατά την διάρκεια των γυρισμάτων, καθώς ο συμπρωταγωνιστής του Μάικλ Μάσσι, σε μια σκηνή βιασμού της αγαπημένης του Μπράντον στην ταινία, τον πυροβόλησε με ένα όπλο που είχε μια πραγματική σφαίρα στην θαλάμη, εν αγνοία όλων των παρευρισκομένων στο γύρισμα. Παρά το όλο αυτό τραγικό γεγονός, η ταινία αποτελεί ένα διαμάντι του σύγχρονου κινηματογράφου κι ερέθισμα για μελέτη του αυτοκαταστροφικού και καταθλιπτικού ύφους του Πόε. Επίσης, το φίλμ αυτό καταδεικνύει μια πιο σκοτεινή προοπτική στην σκηνοθεσία και στην αντιμετώπιση των πλάνων, γεγονός που οφείλεται αρκετά και στην μουσική που ντύνει το συγκεκριμένο δημιούργημα. Το soundtrack ανέλαβε και πάλι ο Γκρέμ Ρεβέλλ, που συναντήσαμε και στο «Sin City» κι ο οποίος κάνει μια εξαιρετική δουλειά, παίρνοντας τα δικαιώματα για τραγούδια, όπως το «Burn» των Cure, το «Darkness» των Rage Against the Machine, το εξαιρετικό «Color me Once» των Violent Femmes, αλλά και πιο μέταλ επιλογές σαν το «Milquetoast» των Helmet και το τρελό «The Badge», ενός εκ των πρωτεργατών της επιτυχίας της μέταλ σε ευρύτερο κοινό, των Pantera. Για μένα, είναι μια από τις καλύτερες μουσικές, που έχουν ακουστεί σε ταινία, χωρίς να έχει αναλάβει κάποιος την σύνθεση κομματιών αποκλειστικά για αυτήν και πρέπει όλοι να δώσετε λίγη προσοχή στα νοήματα που εξάγονται από αυτήν κι αντιπροσωπεύουν με τελειότητα την πλοκή του έργου.

Τελειώνοντας αυτό το άρθρο, θα ήθελα να ξανατονίσω ότι η σειρά των ταινιών είναι τυχαία και δεν φανερώνει κάποια προσωπική προτίμηση και να πω ότι ο στόχος του ήταν να δείξει ότι η μουσική αποτελεί σημαντικότατο μέρος μιας ταινίας κι ευθύνεται για την απόδοση των συναισθημάτων μαζί με τις ερμηνείες των ηθοποιών. Ελπίζω να βρήκατε καίριες τις επιλογές μας κι υποσχόμαστε και δεύτερο μέρος του άρθρου, με περισσότερες ταινίες και μουσικές του ευρωπαϊκού κι αμερικάνικου κινηματογράφου, καθώς δεν χωρούσαν όλα όσα σκεφτήκαμε κι όσα βρήκαμε κατά την αναζήτηση μας. Καλή ακρόαση και καλή διασκέδαση!

«Villagers of Ioannina City»: Όταν η stoner συνάντησε το ηπειρώτικο μοιρολόι

Μπαίνοντας πριν από 2 χρόνια, στην αρχική σελίδα γνωστού και κουτσομπολίστικου μέσου κοινωνικής δικτύωσης, ένας φίλος μου είχε ανεβάσει ένα τραγούδι που λεγόταν «Ti Kako», από ένα συγκρότημα, που το έβλεπα για πρώτη φορά, τους κοντοχωριανούς μου Villagers of Ioannina City. Από τη μια το εξώφυλλο του δίσκου που απεικόνιζε ένα εγκαταλελειμμένο και σχεδόν κατεστραμμένο αυτοκίνητο στα βουνά των Ζαγοροχωρίων και από την άλλη το άκρως καινοτόμο και περίεργο όνομα της μπάντας, με τράβηξαν να ακούσω το κομμάτι. Ακούω μια εισαγωγή η οποία χαρακτηρίζεται έντονα από psychedelic και stoner στοιχεία, είδη μουσικής που βρίσκονταν στην κορυφή των ακουσμάτων μου τότε. Και ξαφνικά το σοκ!! Στο 23ο δευτερόλεπτο του κομματιού μπαίνει ένα απίστευτα καλό και βιρτουόζικο σόλο από κλαρίνο, το οποίο ταίριαζε απόλυτα με τα ρυθμικά των ντραμς και τις μελωδικές γραμμές της ηλεκτρικής κιθάρας, που ακούγονταν από πίσω. Εκείνη την στιγμή πάτησα pause στο βίντεο για να συνειδητοποιήσω τι είχα μόλις ακούσει και να αρχίσω να ευγνωμονώ τον φίλο μου, για αυτόν τον νέο μουσικό ορίζοντα που μου άνοιξε αναπάντεχα. Στην συνέχεια, άκουσα και τα υπόλοιπα τραγούδια του δίσκου με το όνομα «Riza», ένα άλμπουμ το οποίο κυκλοφόρησε τον Απρίλιο του 2014 κι αποτελεί την πρώτη και μοναδική, προς το παρόν, ολοκληρωμένη δισκογραφική δουλειά των VIC, μαζί με ένα πολύ πετυχημένο EP.

eikona

Οι Villagers of Ioannina City δημιουργήθηκαν το 2007 κι έδειξαν από την αρχή της πορείας τους, ότι έχουν όλα τα εφόδια να καταξιωθούν στην ελληνική ρόκ σκηνή, δίπλα σε ονόματα όπως οι Planet of Zeus κι οι πιο κοντά στο στύλ των VIC, 1000mods. Το 2009 όμως, έκαναν μια κίνηση – κλειδί για την πορεία της μπάντας και την διαφοροποίηση της από το πλήθος ελληνικών συγκροτημάτων, εισάγοντας το κλαρίνο στην σύνθεση του γκρουπ. Έτσι, κατάφεραν να δημιουργήσουν κάτι πρωτάκουστο, με την κυριολεκτική σημασία της λέξεως, το οποίο και προσέφεραν στο ελληνικό μουσικό κοινό. Όπως καταλαβαίνετε, δεν μπαίνω καν στην διαδικασία να διαχωρίσω τους Έλληνες ακροατές και μουσικόφιλους, διότι ίσως οι VIC είναι οι πρώτοι καλλιτέχνες εν Ελλάδι που κατόρθωσαν να ενώσουν στις συναυλίες τους, τους “ροκάδες” με τα μακριά μαλλιά για άπειρο headbanging, με τους τύπους που γουστάρουν την παραδοσιακή μουσική και τις ρίζες τους κι ακούνε Θανάση Παπακωνσταντίνου και Σωκράτη Μάλαμα.

Ψάχνοντας λοιπόν, λίγο περισσότερο για τους Villagers συνειδητοποίησα ότι η πλειοψηφία των κομματιών τους είναι διασκευές παλιών παραδοσιακών τραγουδιών και μοιρολογιών από την γενέτειρα της παραδοσιακής μουσικής με βασικό όργανο το κλαρίνο, την Ήπειρο. Το γεγονός αυτό με εξέπληξε ευχάριστα καθώς οι VIC είχαν πραγματοποιήσει κάτι πάρα πολύ δύσκολο, να περάσουν τον ήχο τους μέσα από την μουσική του τόπου τους και να μην τους καταπιεί η πληθωρικότητά της, καταλήγοντας να παράγουν μια βαβούρα. Σημαντικό ρόλο σε αυτό έπαιξε ο Νίκος Αγγούσης με το κλαρίνο του, αφού προσέδωσε πρωτοτυπία στην μουσική του συγκροτήματος και εξέφρασε συναισθήματα νοσταλγίας και περηφάνιας για τα χώματα του τόπου του , τα οποία και μετέδωσε στο κοινό της μπάντας.

Οι Villagers of Ioannina City έχουν περιοδεύσει κατά καιρούς σε όλη την Ελλάδα, ενώ έχουν πραγματοποιήσει εμφανίσεις και στην Αλβανία, δείχνοντας με αυτόν τον τρόπο ότι οι άνθρωποι που ζουν στα βουνά της Ηπείρου, κοντά στα σύνορα, είναι κι αυτοί Ηπειρώτες και κατά μια έννοια συμπατριώτες και σίγουρα συνάνθρωποι μας. Εκτός από τον Νίκο Αγγούση στο κλαρίνο και στα δεύτερα φωνητικά που προαναφέρθηκε, τα υπόλοιπα μέλη του συγκροτήματος είναι ο Αλέξης Καραμέτης στην φωνή και στην ηλεκτρική κιθάρα, ο Άκης Ζώης στο μπάσο, ο Αχιλλέας Ράδης στα πλήκτρα, ο Άρης Γιαννόπουλος στα ντραμς κι ο Κώστας Λάζος στην γκάιντα. Κι επειδή είπαμε πολλά πράγματα για το κλαρίνο, τόσο ο Αλέξης έχει μια ανατριχιαστική φωνή για το είδος που τραγουδούν καθώς είναι συνάμα “σκληρή” και γεμάτη με παραδοσιακά γυρίσματα όσο κι οι υπόλοιποι προσφέρουν ανεκτίμητα στοιχεία στον ήχο της μπάντας, με το μπάσο και τα ντραμς να παρασέρνουν με την δυναμικότητα τους και την διαχείριση της διακύμανσης της, με τα πλήκτρα να προσδίδουν μια πρωτόγνωρη ατμοσφαιρικότητα στην δομή και στο ηχόχρωμα των τραγουδιών και τη γκάιντα να εμπλουτίζει το παραδοσιακό στοιχείο.

Την Παρασκευή λοιπόν, 25 Σεπτεμβρίου, οι Villagers of Ioannina City θα πραγματοποιήσουν την τελευταία καλοκαιρινή τους εμφάνιση για το 2015 στην Τεχνόπολη του Δήμου Αθηναίων. Η βραδιά θα περιλαμβάνει πολλούς καλεσμένους και φίλους του συγκροτήματος, ενώ θα την ανοίξουν το πολυφωνικό συγκρότημα Πλειάδες, με την αρμονία των φωνών τους πάνω σε παραδοσιακά τραγούδια της Θράκης και της Μακεδονίας να ξεχωρίζει και η θρυλική Vavoura Band, με την ψυχεδέλεια και την μελωδική γραμμή της ηλεκτρικής κιθάρας σε μονοπάτια ταξιμιού να την διακρίνει. Κλείνοντας, ας ακούσουμε ένα κομμάτι από το πολύ πετυχημένο EP, που περιλάμβανε το «Karakolia», μια διασκευή του ρεμπέτικου τραγουδιού «Τουτ’ οι μπάτσοι που ‘ρθαν τώρα» κι ας πάμε να τιμήσουμε με την παρουσία μας μια μπάντα, που τάραξε τα νερά της ελληνικής μουσικής και καταφέρνει σε κάθε ζωντανή εμφάνιση της να παρασέρνει το κοινό σε ατελείωτο χορό. Σπεύσατε για εισιτήρια!

Info

Που; «Τεχνόπολις»  Δήμου Αθηναίων, Πειραιώς 100, Γκάζι, τηλ. 210 – 3475518, 210 – 3453548

Πως; Μετρό: Στάση «Κεραμεικός», Τρόλεϊ: 21, Στάση «Φωταέριο»

Λεωφορεία: 049, 815, 838, 914, Β18, Γ18 Στάση «Φωταέριο»

Η προπώληση συνεχίζεται στα 10 ευρώ αυτή τη στιγμή. Στο ταμείο η τιμή θα διαμορφωθεί στα 12 ευρώ.

Προπώληση: τηλεφωνικά στο 11876, στα καταστήματα Public, Seven Spots, Παπασωτηρίου, Ιανός, Reload, Media Markt κι online αγορές στο www.viva.gr

Ο Σεπτέμβριος στην Ιστορία Της Μουσικής

Freddie

5 Σεπτεμβρίου 1946

Γεννιέται ο Freddie Mercury τραγουδιστής των Queen, (1975 No.1 στην Αγγλία με το «Bohemian Rhapsody») και επίσης No.1 το 1991 πάλι στην Αγγλία, συν 40 ακόμα Τοπ επιτυχίες στην Αγγλία. Ενδεικτικά αναφέρουμε το 1980 No.1 χιτ στην Αμερική «Crazy Little Thing Called Love». Σαν σόλο καριέρα το 1987 με το No. 4 στην Αγγλία ‘The Great Pretender’.Ο Freddie πέθανε στις 24 Νοεμβρίου 1991 από βρόχο-πνευμονία στα 45 του χρόνια, μία μέρα μετά την δημόσια ανακοίνωσή του ότι ήταν φορέας του ιού HIV (AIDS).

amywinehouse190615

14 Σεπτεμβρίου 1983

Το φαινόμένο της ερμηνείας και ο άνθρωπος που κατάφερε και παντρέψει διαφορετικά είδη μουσικής μεταξύ τους βλέπει για πρώτη φορά το φως. Ο λόγος για την αείμνηστη Amy Winehouse. Ό,τι και να γραφτεί για εκείνη είναι πάρα μα πάρα πολύ λίγο. Το 2007 το άλμπουμ της «Back To Black» σκαρφαλώνει στο Νο.1 στην Αγγλία, ενώ ένα χρόνο πριν το σίνγκλ «Rehab» φτάνει έως το Νο.6 στην Αγγλία. Η Αmy βρέθηκε νεκρή στο σπίτι της στο Λονδίνο στις 24 Ιουλίου 2011 στα 27 της χρόνια, χτυπημένη με αυτό που λέμε «Η κατάρα των 27” , από υπερβολική χρήση αλκοόλ. Πριν λίγους μήνες βγήκε στις αίθουσες ένα φιλμ με θέμα την ζωή της. Ο τίτλος του ήταν «AMY» ή αλλιώς «Amy: The Girl Behind the Name». Πρόσφατα στο Νότιο Λονδίνο στήθηκε και το χάλκινο άγαλμα της στο φυσικό της μέγεθος με το οποίο θα γιόρταζε τα 31 της γενέθλια.

Bruce

23 Σεπτεμβρίου 1949

Γεννιέται ο “The Boss” Bruce Springsteen, o οποίος σημείωσε παγκόσμια επιτυχία το 1985 με το «Dancing In The Dark», με το οποίο έφτασε στο Νο.2 στην πατρίδα του τις Η.Π.Α και στο Νο.4 στην Αγγλία. Συμμετείχε και εκείνος με την σειρά του στους USA For Africa, ερμηνεύοντας με την βραχνάδα της φωνής που τον διακρίνει το «We Are The World» από την χρονιά του 1985. Το 1994 ξαναχτυπάει στα charts με το «Streets of Philadelphia», το οποίο συμπεριλήφθηκε στο soundtrack της ταινίας «Streets of Philadelphia» με πρωταγωνιστή τον Tom Hanks. To σίνγκλ έφτασε μέχρι το Νο.2 στην Αγγλία. Τα πιο δημοφιλή και επιτυχημένα του άλμπουμ ήταν «Born Ιn Τhe U.S.A», και «Born Τo Run».  Συνολικά, μέχρι την στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, έχει πουλήσει περισσότερα από 65 εκ. αντίτυπα μονάχα στην Αμερική και περισσότερα από 145 εκ. παγκόσμια.

«Γιάννης Αγγελάκας»: Ο ποιητής της ελληνικής μουσικής

Στις 5 Μαΐου του 2015, ο Θάνος Ανεστόπουλος ανακοίνωσε μέσω ανάρτησης του σε σελίδα κοινωνικής δικτύωσης ότι δίνει μια σκληρή μάχη άνευ όρων με τον καρκίνο, τονίζοντας παρ ‘όλα αυτά ότι θα συνεχίσει να παλεύει δυνατά σαν μαχητής. Έτσι, κάλεσε τα υπόλοιπα μέλη των Διάφανων Κρίνων να δώσουν μια τελευταία συναυλία στις 10 Σεπτεμβρίου για την αγάπη και την ζωή, παροτρύνοντας το κοινό τους “να ζει την κάθε ημέρα του σαν να ήταν η τελευταία του”, λόγια του ίδιου του Θάνου στην ανάρτηση για την ασθένεια του. Μαζί λοιπόν, με τα Διάφανα Κρίνα θα εμφανιστούν οι Last Drive, o ευρηματικότατος Αλκίνοος Ιωαννίδης, καθώς κι ο αγαπημένος μου Έλληνας καλλιτέχνης και πάντα πρωτοπόρος, όπως έχουν πει σατυρικά και συνάμα με σεβασμό οι Χατζηφραγκέτα, Γιάννης Αγγελάκας.

Ο Αγγελάκας είναι από τους τραγουδοποιούς που δεν χρειάζεται πολύς χρόνος για να τον αναγνωρίσεις καθώς έχει μια ιδιαίτερη και μοναδική χροιά, έναν μοναδικό τρόπο να ερμηνεύει τα τραγούδια του και ένα άκρως επιβλητικό κι ανέμελο παρουσιαστικό. Πίσω όμως, από αυτή την εμφάνιση κρύβεται ένας άκρως συνεργάσιμος άνθρωπος και αγαπητός όσο λίγοι στον χώρο της μουσικής. Η πρώτη φορά που τον άκουσα ήταν στο Rockwave Festival του 2013, σε μια χρονιά που λίγα ονόματα ξεχώρισαν και γράφτηκε ίσως η πιο μελανή σελίδα στην ιστορία του Rockwave και του προφίλ του, η εμφάνιση της μετριότατης και χλιαρής Lana Del Rey. Ο Γιάννης, μαζί με τον Θανάση Παπακωνσταντίνου, το Λεωνίδα Μπαλάφα, τον Σωκράτη Μάλαμα κι άλλους ντόπιους μουσικούς λειτούργησαν ως μια άκρως καλή πρόγευση για το τι θα επακολουθούσε με Saxon και Kreator. Εκείνη την βραδιά εντυπωσιάστηκα από τον Αγγελάκα, όσον αφορά την εκτέλεση των κομματιών του από τις Τρύπες με μπαγλαμαδάκι και κιθάρα αλλά και την αστείρευτη ενέργεια του, αφού εμφανίστηκε μισή ώρα μετά τα μεσάνυχτα.

Από τότε άρχισα να κυνηγάω κάθε εμφάνιση του εντός Αττικής μέχρι μια Τετάρτη, 17 του Σεπτέμβρη, όπου ανακοίνωσε ότι θα διαλύσουν το υπάρχον ψυχεδελικό σχήμα και θα αρχίσει να δουλεύει κάτι καινούργιο. Έτσι έληξε η συνεργασία του, τουλάχιστον πάνω στην σκηνή, με τον απίστευτο και “θρύλο” της μουσικής Ντίνο Σαδίκη, έναν άνθρωπο που αποτελούσε το δεξί χέρι του Αγγελάκα και το μόνο που τον ξεπερνούσε σε τρέλα και ενέργεια. Ο άνθρωπος – κλειδί όμως, για να βγαίνει όλο αυτό το αποτέλεσμα στις εμφανίσεις του Γιάννη ήταν ένας από τους καλύτερους μουσικούς της γενιάς του στην Ελλάδα κι ίσως σε όλη την Ευρώπη, ο Νίκος Βελιώτης. Άρχισε να συνεργάζεται με τον Αγγελάκα το 2004 κι από τότε δε χωρίσανε ποτέ μουσικά . Γράψανε μαζί πολλά κομμάτια όπως «Οι ανάσες των λύκων», το «Όπως ξυπνούν οι εραστές», το «Θέλω να είμαι η μουσική» κ.α. Αυτός στεκόταν πάντα δίπλα στον Γιάννη με την κιθάρα του κι εμείς μαγευόμασταν από την απλότητα, αλλά και την ταυτόχρονη πληρότητα της μουσικής τους.

Γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη το 1959 και δημιούργησε μαζί με τον Γιώργο Καρρά τις Τρύπες, ένα συγκρότημα που εισήγαγε την alternative rock και την punk rock μουσική με ελληνικό στίχο στα ακούσματα των νέων των δεκαετιών του ’80 και του ’90. Το τέταρτο άλμπουμ της μπάντας με τίτλο «Εννιά πληρωμένα τραγούδια» ήταν αυτό που την έκανε γνωστή σε όλη την Ελλάδα. Κάπως έτσι, άρχισαν να γεμίζουν στάδια σε όλη την χώρα και να κάνουν περιοδείες σε όλη την Ευρώπη. Όπως όλα τα συγκροτήματα, τα μέλη των Τρυπών γνώριζαν, όπου κι αν πήγαιναν, την αποθέωση κι εκείνοι είχαν αρχίσει τις διάφορες καταχρήσεις ώστε να αντεπεξέρχονται στις προσδοκίες του κοινού τους. Κάπου εκεί ο Αγγελάκας φοβήθηκε την αλλαγή της προσωπικότητας του και την καταβαράθρωση του ταπεινού τρόπου συμπεριφοράς του πάνω στη σκηνή. Δεν ήθελε να γίνει ούτε ο “Έλληνας Jim Morrison” ούτε ο “Έλληνας Mick Jagger”. Το μόνο που ήθελε είναι να γράφει μαζί με τους υπόλοιπους τη μουσική που θέλει, να εμπνέεται μέσα από την συνεργασία τους και να γράφει όλο και περισσότερα . Σταδιακά λοιπόν, άρχισε να αποστασιοποιείται από την μπάντα και να ψάχνει τί θέλει και με ποιούς το θέλει. Το 2001 οι Τρύπες διαλύονται κι ο Αγγελάκας βρίσκεται μόνος του πλέον, να πειραματιστεί και να αρχίσει να ονειρεύεται ξανά στιχάκια και μουσικέ . Έναν χρόνο πριν συμμετείχε σε συναυλίες του Θανάση Παπακωνσταντίνου και στον δίσκο του με τίτλο «Βραχνός Προφήτης», με την ερμηνεία του στο «Όταν χαράζει» να ξεχωρίζει και να καταδεικνύει το εύρος των ειδών μουσικής που μπορεί να υποστηρίξει με την φωνή του.

τρυπεςΤο 2003, θα πρωταγωνιστήσει και θα γράψει την μουσική στην ταινία «Ο χαμένος τα παίρνει όλα» του Νίκου Νικολαϊδη, η οποία θα βραβευτεί με Βραβείο Σκηνοθεσίας και Βραβείο Φωτογραφίας στα Κρατικά Βραβεία Κινηματογράφου του 2002. Είχαν προηγηθεί οι συμμετοχές του Γιάννη στις ταινίες «Η εποχή των δολοφόνων», όπου την μουσική έγραψαν οι Τρύπες, και στο «Χώμα και νερό», στην οποία έπαιξε έναν μικρό ρόλο κι έγραψε την μουσική μαζί με τον Γιώργο Χριστιανάκη και τον Ασκληπιό Ζαμπέτα, πρώην μέλος των Τρυπών.

Τον επόμενο χρόνο λοιπόν, θα κάνει το πρώτο σημαντικό βήμα για την δημιουργία μιας νέας προσωπικής του καριέρας κι ενός νέου μουσικού προφίλ, ιδρύοντας την δισκογραφική εταιρία alltogethernow. Όπως είπε κι αργότερα ο ίδιος ο Αγγελάκας, ίδρυσε αυτή την εταιρία “για να προστατέψει το έργο των μουσικών και το εσωτερικό τους περιβάλλον”, αφού οι απόψεις του για τις δισκογραφικές και τα κυκλώματα της μουσικής είναι οι χείριστες κι ένιωθε ότι θα διαβρωθεί αυτό που ήθελε να πετύχει μουσικά, από τις απαιτήσεις και τις τσέπες τους, που θέλουν να είναι συνέχεια γεμάτες με χρήμα. Έτσι, το 2005 θα αρχίσει την συνεργασία με τον Νίκο Βελιώτη και θα δημιουργήσουν τον δίσκο «Οι ανάσες των λύκων» με τον Νίκο να παίζει τσέλο τόσο ατονικά και μελωδικά ταυτόχρονα που καταφέρνει να πετύχει πρωτόγνωρες αρμονίες με την φωνή του Γιάννη. Τον ίδιο χρόνο θα κυκλοφορήσει κι ο δίσκος με τίτλο «Ο Γιάννης Αγγελάκας κι οι Επισκέπτες» όπου παίρνει σάρκα κι οστά η δισκογραφική συνεργασία του με τον Ντίνο Σαδίκη και το όνειρο που είχε για συμμετοχή πολλών πνευστών και κρουστών οργάνων στην μουσική του θα έρθουν να το εκπληρώσουν οι Επισκέπτες, με μια από τις πληρέστερες μουσικές επενδύσεις στους στίχους του Αγγελάκα. Αυτό το άλμπουμ θα περιλαμβάνει 2 κομμάτια που θα γίνουν σταθμοί στην καριέρα του καλλιτέχνη μας , το «Αιρετικό» και το «Σιγά μην κλάψω», με το δεύτερο μάλιστα να χαίρει ενός απίστευτου dub mix από τον Στέφανο Λαζαρινό και τον Βασίλη Μπαχαρίδη, δυο πρώην συνεργατών του Γιάννη Αγγελάκα από το συγκρότημα Altzheimer Beat. Δυο χρόνια αργότερα, θα κυκλοφορήσει τον δεύτερο δίσκο του με τον Νίκο Βελιώτη με τίτλο «Πότε θα φτάσουμε εδώ» και θα αναλάβει την επιμέλεια και την παραγωγή του δίσκου του Ψαραντώνη με τίτλο «Να ‘χεν η θάλασσα βουνά».

Το 2009 θα έρθει η ώρα της μέγιστης καταξίωσης του Γιάννη Αγγελάκα στον χώρο της σύνθεσης soundtrack ταινιών, καθώς θα χτυπήσει το τηλέφωνο του και στην άλλη άκρη θα είναι ένας από τους μεγαλύτερους Έλληνες σκηνοθέτες και καταξιωμένος παγκοσμίως, ο Παντελής Βούλγαρης που θα του ζητήσει να γράψει εξ ‘ ολοκλήρου την μουσική για την ταινία του με τίτλο «Ψυχή Βαθιά». Ο Γιάννης είχε ενδοιασμούς τότε, διότι δεν μπορούσε να γράψει ξεχωριστά μουσικά μοτίβα για κάθε ήρωα, παρά μια ενιαία μουσική που θα αναπαράγεται σε όλη την ταινία και θα δημιουργεί ένα κλίμα ανάλογο των συναισθημάτων κάθε σκηνής. Αυτή η ιδέα άρεσε στον Βούλγαρη κι η συνεργασία προχώρησε με διθυραμβικές κριτικές για τη ταινία και την μουσική της, αποσπώντας μάλιστα και το Βραβείο Καλύτερης Μουσικής Επένδυσης από την Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου. Την ίδια χρονιά θα δημιουργήσει μαζί με τον Ντίνο Σαδίκη, τον Στάθη Αραμπατζή και τον Τίτο Καργιωτάκη, πρώην μέλος των Altzheimer Beat, τους «Γιάννης Αγγελάκας 3» και θα περιοδεύσουν σε όλη την Ελλάδα καθιστοί, αλλά γεμάτοι τρέλα κι ενέργεια. Κάπως έτσι θα κλείσει ένας κύκλος και θα αρχίσει να ανοίγει ένας άλλος, αυτός της «Γελαστής Ανηφόρας».

Το 2013, μέσα στην Μεγάλη Εβδομάδα, θα κυκλοφορήσει η νέα , “αιρετική” δισκογραφική δουλειά, στην οποία θα συμμετέχουν όλοι οι συνεργάτες του Γιάννη Αγγελάκα, από την στιγμή που άρχισε την σόλο καριέρα του. Το «Σαράβαλο» θα ξεχωρίσει αμέσως από τον δίσκο κι από κοντά το «Γλέντι» κι οι «Τηλεντρόγκες» θα δείξουν ότι ο Γιάννης εισήγαγε και νέες καινοτομίες στην μουσική του, με τα dub και τα παραδοσιακά στοιχεία να είναι άκρως “ευδιάκριτα”.

Άξιο αναφοράς είναι ότι ο Γιάννης Αγγελάκας έχει γράψει δυο ποιητικές συλλογές με μη μελοποιημένους, στην πλειοψηφία, στίχους του με πιο πετυχημένη και δημοφιλή αυτή με τίτλο «Πως τολμάς και νοσταλγείς τσόγλανε;» μετά το «Σάλια , μισόλογα και τρύπιοι Στίχοι». Επίσης, έχει κυκλοφορήσει κι ένα βιβλίο το 2000 με τίτλο «Για την καρδιά ενός κτήνους 1985 – 2000», που περιέχει όλους τους στίχους του, καθώς και συνεντεύξεις του.

Ο Γιάννης Αγγελάκας γεννήθηκε από την μουσική του, μεγάλωσε με τη μουσική του και δεν θα πεθάνει ποτέ όσο έχουμε την μουσική του. Ζει μέσα από τα τραγούδια του κι αφήνει ιστορία με τις γεμάτες πάθος εμφανίσεις του. Όμως τώρα, σκέφτομαι ότι αυτά τα λόγια θα ταίριαζαν και σε έναν άλλο μεγάλο μουσικό της ροκ σκηνής, τον Θάνο Ανεστόπουλο. Κι αν ο Γιάννης δεν έχει κανένα θέμα με την υγεία του κι όλοι ευχόμαστε να μην έχει ποτέ, ο Θάνος παλεύει ώστε ο καρκίνος να μην κατασπαράξει τα οστά του αλλά πάνω απ’ όλα την γεμάτη μουσικότητα καρδιά του. Ελάτε λοιπόν, να στηρίξουμε τον Θάνο Ανεστόπουλο στην προσπάθεια του και να χαρούμε την επανεμφάνιση του Γιάννη με το νέο του ηλεκτρακουστικό σχήμα διότι οι «Μέρες Αργίας» δεν έχει έρθει η ώρα να αρχίσουν για αυτούς τους 2 ανθρώπους!

Αντί επιλόγου, θα σας παραθέσω ένα τετράστιχο του Γιάννη Αγγελάκα από ένα μαγικό τραγούδι, που προέρχεται από την άξια νοσταλγίας εποχή των Τρυπών και αποδεικνύεται σύγχρονο της τωρινής πολιτικής κατάστασης της χώρας:

Έχω έναν ήλιο χλωμό στην φορμόλη

μια καρδιά που διψάει σαν καμμένο χωράφι

Και περιφέρομαι από πόλη σε πόλη

με ένα κεφάλι γεμάτο χρυσάφι

Info

Τοποθεσία : «Τεχνόπολις» Δήμου Αθηναίων: Πειραιώς 100, Γκάζι, τηλ. επικοινωνίας 210 3475518, 210 3453548  Οι πόρτες ανοίγουν στις 20.00

Τιμές εισιτηρίων: 10€ προπώληση, 12€ ταμείο

Σημεία προπώλησης: Ticket House και καταστήματα Public, Seven Spots, ΙΑΝΟΣ, Media Markt, Reload Stores, online www.viva.gr

Με τη συμπαράσταση της Τεχνόπολης του Δήμου Αθηναίων.

Πρόσβαση: Μετρό: Σταθμός «Κεραμεικός», Τρόλεï: No. 21 (από Ομόνοια), Στάση «Φωταέριο», Λεωφορεία: 049, 815, 838, 914, Β18, Γ18, Στάση «Φωταέριο»

«Manu Chao»: Ο τραγουδοποιός της «επανάστασης» των ηθών και των ιδεών

Βλέποντας φωτογραφίες από το Rockwave Festival του 2008, είδα κόσμο να στέκεται να ακούσει την μουσική ακόμα και στην μέση του δρόμου και το Terra Vibe Park να έχει κατακλυστεί από κόσμο ασφυκτικά. Το κοινό εκείνη τη χρονιά, ήταν τόσο μεγάλο που δεν χωρούσε στον χώρο του Terra Stage κι είχε καταλάβει και αρκετό χώρο στο Vibe Stage, όπου εκείνη τη μέρα έπαιζαν μπάντες του Schoolwave Festival. Ο κύριος λόγος όλης αυτής της κοσμοσυρροής ήταν ένας: η εμφάνιση του ξεσηκωτικού Manu Chao σε αυτό το φεστιβάλ. Το πάρτυ που ακολούθησε ήταν τόσο αναμενόμενο, όσο κι αυτό που θα ακολουθήσει την ερχόμενη Τρίτη με την επανεμφάνιση του μετά από 7 χρόνια στην ίδια σκηνή. Ο Manu Chao είναι μια ιδιάζουσα περίπτωση καλλιτέχνη, αλλά και ανθρώπου, ένας σύγχρονος Bob Marley θα μπορούσα να πω, ένας τύπος που, μέσα από τα τραγούδια του  σου λέει να ζήσεις όχι σύμφωνα με το πως “πρέπει”, αλλά με το πως θέλεις. Ας δούμε λοιπόν, την πορεία του στη μουσική, αλλά και στη ζωή του, καθώς οι 2 αυτές έννοιες έχουν αμφίδρομη σχέση στην περίπτωση του.

Ο Manu Chao γεννήθηκε στο Παρίσι αλλά μεγάλωσε στα προάστια του. Έχει ισπανική καταγωγή αφού κι οι δυο του γονείς είναι Ισπανοί, οι οποίοι εγκατέλειψαν την Ισπανία, υπό την απειλή της θανατικής καταδίκης του πατέρα του Manu, Ramόn Chao, στην περίοδο της δικτατορίας του Φράνκο. Ο πατέρας του ήταν δημοσιογράφος και συγγραφέας, με υψηλές γνωριμίες στον χώρο της λογοτεχνίας της μουσικής και γενικά της διανόησης. Έτσι, ο Manu περιτριγυριζόταν από τέτοιου είδους ανθρώπους, καθώς μεγάλωνε κι αποκόμισε πολλές και θαυμάσιες εμπειρίες από αυτούς, οι οποίες αποτέλεσαν εμπνεύσεις για την σύνθεση και στιχουργία πλήθους μετέπειτα τραγουδιών του.

Η πρώτη του κίνηση στα μουσικά δρώμενα ήταν να ιδρύσει μαζί με άλλους μουσικούς το συγκρότημα Hot Pants, μια μπάντα η οποία έπαιζε rockabilly με ισπανικούς και αγγλικούς στίχους. Η πορεία της δεν ήταν μεγάλη σε διάρκεια αλλά πρόλαβε να βγάλει ένα demo με τον τίτλο «Mala Vida», ένα τραγούδι που έμελλε να στιγματίσει τον Chao και να γίνεται χαμός κάθε φορά που το παίζει live μαζί με τα συγκροτήματα που τον συνοδεύουν κατά καιρούς. Στη συνέχεια , κυκλοφόρησαν το πρώτο τους άλμπουμ αλλά δεν είχε καμία επιτυχία εξαιτίας της έκλειψης της εναλλακτικής σκηνής στο Παρίσι. Έτσι ο Manu Chao, με τον αδερφό του Antoine Chao και άλλους φίλους, έφτιαξαν το συγκρότημα Los Carayos, στο οποίο διατήρησαν τα rockabilly και punk στοιχεία των Hot Pants. Το συγκεκριμένο γκρουπ αποτέλεσε μια ιδέα, στην οποία εντάχθηκαν διάφοροι μουσικοί και κυκλοφόρησε 4 άλμπουμ σε διάστημα 7 χρόνων μέχρι να διαλυθεί λόγω των διαφορετικών επιθυμιών των μουσικών πάνω στα είδη που έπαιζαν.

Ταυτόχρονα όμως με το παραπάνω πρότζεκτ, το 1987, τα αδέρφια Chao σκέφτηκαν να ιδρύσουν μια μπάντα η οποία θα μπορούσε να καλύπτει όλα τα είδη μουσικής. Μοιράστηκαν λοιπόν, την ιδέα τους με τον ξάδερφο τους Santiago Casariego κι έφτιαξαν τους καινοτόμους Mano Negra. Εκείνη την χρονική περίοδο είχαν αρκετά οικονομικά προβλήματα κι άρχισαν να παίζουν στο μετρό. Αυτή τους η ενασχόληση ήταν “σχολείο” για τους ίδιους, σύμφωνα με τα λεγόμενα του Manu Chao, καθώς άνθρωποι όλων των ηλικιών από διάφορες χώρες περνούσαν από μπροστά τους στο μετρό κι εκείνοι ένιωθαν υποχρεωμένοι να τους ευχαριστήσουν όλους, παίζοντας πολλά διαφορετικά είδη μουσικής. Η πρώτη δισκογραφική δουλειά του συγκροτήματος ήταν να επανακυκλοφορήσουν μια πιο reggae punk έκδοση του «Mala Vida», η οποία έγινε μεγάλη επιτυχία στην Γαλλία. Μάλιστα, το ασπρόμαυρο –παρακαλώ- βιντεοκλίπ του τραγουδιού είναι γεμάτο με νοήματα σε σχέση με την πολιτική και κοινωνία, σατιρίζοντας την αστυνομία, την αναίτια καταστολή, τον θεσμό του γάμου κ.α.

Έτσι, ο Manu κι η παρέα του αποφάσισαν την ένταξη τους στο δυναμικό της μεγάλης δισκογραφικής Virgin Records και την κυκλοφορία του πρώτου τους άλμπουμ με τίτλο «Patchanka»το 1989. Ο δίσκος γνώρισε πολλή μεγάλη επιτυχία στην Ευρώπη και στην Λατινική Αμερική, φθάνοντας στο νούμερο 5 των charts σε Ολλανδία, Γερμανία, Ιταλία και Κολομβία. Παρόλα αυτά, αυτός ο δίσκος αλλά και γενικά η μουσική του Manu δεν κατάφεραν ποτέ να κατακτήσουν το Ηνωμένο Βασίλειο και τις Ηνωμένες Πολιτείες, φαινόμενο το οποίο περιορίστηκε κάπως στην περιοδεία των Mano Negra στην Νότια Αμερική το 1992. Ίσως να έφταιγε και να φταίει ακόμη το καπιταλιστικό σύστημα που επικρατεί στις 2 αυτές χώρες, το οποίο δεν πρεσβεύει την δύναμη της θέλησης στη ζωή αλλά το πρότυπο του επιτυχημένου οικογενειάρχη ανθρώπου, που αποτελεί μια βιτρίνα προσωπικοτήτων με πολλά απωθημένα και ένστικτα. Για να επανέλθω στα της μουσικής, το «Cargo Tour» πραγματοποιήθηκε σε μια σκηνή, που είχε στηθεί πάνω σε ένα καράβι και περιόδευσε σε όλα τα λιμάνια της Νότιας Αμερικής. Αυτή όμως , δεν ήταν η μόνη φορά που οι Mano Negra έπαιξαν μουσική μέσα σε μεταφορικό μέσο, αφού έναν χρόνο αργότερα γύρισαν όλη την Κολομβία με ένα τρένο που είχε αποσυρθεί, ονόματι «Ice Express».  Παρόλη την πρωτοτυπία που είχαν αυτές οι εμφανίσεις, οι τριβές που σημειώθηκαν κατά τη διάρκεια τους, εξαιτίας της 24ωρης κοινής ύπαρξης όλων των συντελεστών στον ίδιο χώρο, ήταν αναπόφευκτες. Το αποτέλεσμα ήταν να εγκαταλείψουν το συγκρότημα ο Antoine Chao κι άλλα πολλά μέλη του, λίγο πριν την κυκλοφορία του δεύτερου και τελευταίου δίσκου τους με τίτλο «Casa Babylon». Από τον δίσκο αυτόν ξεχώρισαν το ομώνυμο του δίσκου καθώς και το «Viva Zapata», το οποίο ήταν αρκετά δυναμικό κι έδειξε την ταύτιση του Manu Chao με τους Zapatistas και τον αρχηγό και δημόσιο εκφραστή των πεποιθήσεων τους, Υποδιοικητή Marcos. Επίσης, το άλμπουμ αυτό έδειξε ότι οι Mano Negra είχαν πλέον το δικό τους ύφος, διαμορφωμένο σύμφωνα με διάφορες τοπικές μουσικές της Ευρώπης, της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής, στις οποίες έχουν προστεθεί στοιχεία της punk, της reggae και της rock μουσικής. Αξίζει να σημειωθεί ότι η ιστορικός μουσικής Vivien Goldman υποστήριξε ότι κάποιος Manu Chao είναι αυτός που όρισε και πρωτόπαιξε σωστά την punk μουσική κι ότι ήταν ένας από τους πιο punk καλλιτέχνες που είχε ακούσει.

Ο Manu τελικά , διέλυσε τους Mano Negra, αφού η προσπάθεια του να τους μεταφέρει στην Μαδρίτη “κόλλησε” σε κάποια νομικά προβλήματα με τους υπόλοιπους μουσικούς. Παρόλα αυτά, ο Chao εγκαταστάθηκε στην Ισπανία και με κάποιους συνεργάτες του από τους Mano Negra, δημιούργησαν τους Radio Bemba Sound System, οι οποίοι πήραν το όνομα τους από το σύστημα επικοινωνίας που χρησιμοποιούσαν στην Sierra Maestra οι επαναστάτες του Κάστρο και του Τσε Γκεβάρα στην επανάσταση της Κούβας. Ο σκοπός του συγκροτήματος ήταν να παράγει ένα νέο είδος μουσικής το οποίο θα μπερδεύει τις μουσικές του δρόμου με διάφορους πολιτισμούς και τις παραδοσιακές μελωδίες τους. Για την επίτευξη αυτού του στόχου, οι RBSS ταξίδεψαν σε όλη την Κεντρική και Νότια Αμερική για αρκετά χρόνια, ηχογραφώντας κατά τη διάρκεια της διαδρομής τους διάφορα τραγούδια – ιδέες τους. Το αποτέλεσμα όλων αυτών των ηχογραφήσεων ήταν ακριβώς αυτό που ήθελε ο Manu Chao, με τα punk και alternative στοιχεία να μην υφίστανται πλέον και τους ήχους του δρόμου να καταδεικνύονται . Η μουσική που παρήγαγε το γκρουπ ήταν πολύ διαφορετική από αυτή των Mano Negra, ακόμα και στους στίχους, που στην πλειοψηφία τους ήταν ισπανικοί με πολύ λίγα γαλλικά στοιχεία, γεγονός που χαροποίησε τους πάντες που συμμετείχαν σε αυτό το πρότζεκτ. Έτσι, τα τραγούδια έγιναν ένας δίσκος που κυκλοφόρησε το 1998 με τον τίτλο «Cladestino», υπό το όνομα του Manu Chao σαν σόλο δίσκος. Το άλμπουμ αυτό κατάφερε να πουλήσει πάνω από 5 εκατομμύρια αντίτυπα σε όλο τον κόσμο και τραγούδια, όπως το «Bongo Bong» και το ομώνυμο του δίσκου έγιναν τεράστιες επιτυχίες στην Γαλλία, με κορυφαία επιτυχία του άλμπουμ την απόσπαση του βραβείου ως Καλύτερο Άλμπουμ του Κόσμου στα βραβεία Victoires de la Musique το 1999. Συγκεκριμένα, τα κομμάτια «Bongo Bong» και «Je ne t’aime plus» είναι πολύ ιδιαίτερα, διότι περιέχουν την ίδια περίπου ενορχήστρωση κι έχουν τον ίδιο ακριβώς ρυθμό, ενώ το πρώτο έχει χρησιμοποιήσει στίχους από την παλαιότερη επιτυχία των Mano Negra , «King of Bongo», γεγονός που αποτελεί συνήθεια του Manu Chao στα κομμάτια που στιχουργεί. Επίσης, τα 2 αυτά κομμάτια έχουν διασκευαστεί με επιτυχία από δυο μεγάλους Βρετανούς ερμηνευτές, τον Robbie Williams και τον Lily Allen. Στα ίδια περίπου βήματα, κυμάνθηκε και το δεύτερο άλμπουμ του Manu Chao, το «Prόxima Estaciόn : Esperanza», με μόνη διαφορά τις μεγαλύτερες επιρροές από την παραδοσιακή μουσική της Καραϊβικής. Αυτός ο δίσκος είχε τεράστια επιτυχία στη Γαλλία, κυρίως λόγω του «Me gustas tu», ένα τραγούδι το οποίο στην Ελλάδα έγινε σύνθημα στα χείλη όλων των θαυμαστών και μη του Chao, το καλοκαίρι του 2001. Τα επόμενα 2 χρόνια θα ακολουθήσουν άλλες 2 δισκογραφικές δουλειές, μια live και μια αποκλειστικά στη γαλλική γλώσσα , το «Siberie m’ etait contee», με τον Manu να επιστρέφει στα μονοπάτια των πρώτων χρόνων της καριέρας του.

11733327_10205767844188066_1533867183_n

To 2004, ο Chao θα συνεργαστεί με τους Amadou & Mariam και θα δημιουργήσουν τον δίσκο «Dimanche a Bamako». Σε αυτό το άλμπουμ θα περιέχεται το «Me Llaman Calle», ένα μαγευτικό κομμάτι πάνω στον ρυθμό φλαμένγκο των Jose Manuel Gamboa και Carlos Herrero, με τη φωνή του Manu να μην έχει καμία σχέση με οτιδήποτε είχαμε ακούσει απ’ αυτόν μέχρι τώρα. Το τραγούδι θα περιέχεται στο soundtrack ενός αριστουργήματος της ισπανικής φιλμογραφίας, την ταινία «Princesas», την οποία συνιστώ στον καθένα να την δει έστω μια φορά. Την ίδια περίοδο, το περιοδικό Τime θα κατατάξει το συγκεκριμένο μουσικό ποίημα στα 10 καλύτερα τραγούδια του 2007, ενώ θα αποσπάσει κι ένα βραβείο Goya, ως το καλύτερο τραγούδι σε ταινία για την ίδια χρονιά.

Και μετά έρχεται το κεφάλαιο του «Radiolina», ένας δίσκος που θα απογειώσει την καριέρα του Manu Chao. Οι λόγοι της απογείωσης πολλοί με κυριότερους την κυκλοφορία του άλμπουμ, για πρώτη φορά στην καριέρα του Manu, σε παγκόσμια εμβέλεια κι η συμμετοχή του «La Trampa» στο soundtrack της βιογραφικής ταινίας για τον Armando Marantona του μεγάλου Σέρβου σκηνοθέτη Emir Kusturica. Στον δίσκο αυτόν θα συμμετέχει  ο Tonino Carotone, καθώς κι ο καταπληκτικός τρομπετίστας  Angelo Mancini. Η επιτυχία του άλμπουμ θα έχει ως αποτέλεσμα την συμμετοχή του Manu Chao και των Radio Bemba Sound System σε ένα από τα μεγαλύτερα φεστιβάλ του κόσμου, το Coachella, αφού είχε προηγηθεί η εμφάνιση τους ως headliners στο Lollapalooza Festival, το 2006. Σε αυτό το φεστιβάλ αναπτύχθηκε κι η φιλία του Chao με τους Thievery Corporation, η οποία λειτούργησε ευεργετικά για τα “αυτιά” μας αλλά και για την μουσική γενικότερα, αποτελώντας την δεύτερη σημαντικότερη φιλία του Manu μετά τους τρελούς κι εξίσου με αυτόν punk, Gogol Bordello.

O Manu Chao λοιπόν, έρχεται στην χώρα μας με μεγάλη διάθεση να παρασύρει το κοινό στον ρυθμό του και να τους μιλήσει για την αξία της ζωής και της αγάπης, την αποποινικοποίηση των ναρκωτικών, την ζωή στα παγκόσμια γκέτο και τον σεβασμό στους πρόσφυγες και στους μετανάστες, σε μια χώρα που περνάει μια περίοδο κρίσης ταυτότητας και νόμιμου φασισμού. Μια βαθιά πολιτικοποιημένη προσωπικότητα θα πατήσει το πόδι της για δεύτερη φορά στo Terra Stage του Rockwave Festival και θα δείξει, πως η μουσική μπορεί να ζήσει και να “παρτάρει” χωρίς την παγκοσμιοποίηση και την εμπορευματοποίηση, παρά μόνο με ψυχή και πάθος για αυτήν. Εμείς δεν έχουμε να κάνουμε τίποτα άλλο από το να υπακούσουμε στις διαταγές για συνειδητοποίηση και χορό του «King of the Bongo»!!!

Info

Τιμές εισιτηρίων

 Αυτή τη στιγμή βρισκόμαστε στην τελική φάση όπου η τιμή έχει διαμορφωθεί στα 18 ευρώ

Σημεία Προπώλησης

Αθήνα: Ticket house, Πανεπιστημίου 42 (εντός της στοάς), τηλ. 210 – 3608366

Θεσσαλονίκη: Ticket house, Πλατεία Αριστοτέλους 5

Musicland, Μητροπόλεως 102, τηλ. 2310 – 264880

Rover Bar, Σαλαμίνος 6, Λαδάδικα, τηλ. 2310 – 544304

Online αγορές ή αγορές με πιστωτική κάρτα, 24 ώρες / 24ωρο:

www.ticketpro.gr / www.tickethouse.gr