Catch Me If You Can – Δικαίωμα στο όνειρο

Mία φορά κι έναν καιρό, ο Leonardo DiCaprio δεν κυνηγούσε απεγνωσμένα το όσκαρ. Ναι, είναι αλήθεια, υπήρχε και η περίοδος που δεν έπαιζε συνέχεια παρόμοιους μεγαλεπήβολους ρόλους ώστε να ικανοποιήσει τον εγωισμό του και να κατακτήσει το πολυπόθητο αγαλματίδιο. Η εμμονή του αυτή έχει καταντήσει κουραστική, ενώ έχω βαρεθεί να τον βλέπω να παριστάνει τον διεφθαρμένο πλούσιο γυναικά, παίζοντας κατά κάποιον τρόπο τον εαυτό του, με το lifestyle που ακολουθεί να τον προδίδει.
Φωτο1 (3)
 
Πριν πέσεις να με φας εσύ σκληροπυρηνικέ/ή φαν του Jack από τον «Τιτανικό», να τονίσω ότι όσο και να υπερβάλλω με τα αρνητικά του στοιχεία, στην ουσία τον εκτιμώ αρκετά σαν ηθοποιό, πόσο μάλλον όταν έχει ως είδωλο τον κορυφαίο Jack Nicholson. Για να αποδείξω αυτή μου την εκτίμηση μάλιστα, η ταινία που προτείνω αυτή τη φορά είναι το «Catch Me If You Can» του 2002, όπου, εντελώς συμπτωματικά, ο Leo ενσαρκώνει έναν διεφθαρμένο πλούσιο γυναικά. Τι; Τυχαίο θα είναι.
 
Για την ακρίβεια, η ταινία βασίζεται στην αληθινή ιστορία του Jordan Belfort του Frank Abagnale Jr, που διαδραματίζεται στην περιπετειώδη δεκαετία του ’60, κυρίως μεταξύ Αμερικής και Γαλλίας. Ο Frank Jr(DiCaprio) λοιπόν είναι ένας ενθουσιώδης 17χρονος, που έχει ως αδιάβλητο πρότυπο τον πατέρα του (Christopher Walken), ο οποίος δείχνει πως έχει διαμορφώσει την ιδανική οικογένεια, με τη γυναίκα του να φαίνεται απόλυτα ερωτευμένη μαζί του, ενώ η περιουσία του αν μη τι άλλο δεν περνά απαρατήρητη. Δεν περνά απαρατήρητη όμως και από την εφορία, που όταν ανακαλύπτει ότι ο Frank Abagnale (έχει το ίδιο όνομα με το γιο) φοροδιαφεύγει, τον «γδύνει», κυριολεκτικά και μεταφορικά.
Φωτο2 (4)
 
 Όπως όμως εξαφανίστηκαν τα χρήματα, τα σπίτια, τα κοσμήματα και τα ακριβά ρούχα, με τον ίδιο τρόπο σταδιακά χάθηκε και ο έρωτας με τη γυναίκα του, καθώς εκείνη τον παράτησε χωρίς ιδιαίτερες αναστολές. Τότε, ο μικρός Frank κλήθηκε να διαλέξει με ποιον από τους δύο γονείς θα μείνει, αλλά αντί αυτού, προτίμησε να το σκάσει και να δημιουργήσει τη δική του ζωή. Στην πορεία της αναζήτησης του, ανακάλυψε πως έχει ένα μοναδικό ταλέντο: πλαστογραφεί αριστοτεχνικά. Μπορεί να πλαστογραφήσει ταυτότητες, διπλώματα, πτυχία, επιταγές. Έτσι, εμφανίζεται σε διαφορετικές περιοχές ως επιτυχημένος πιλότος, γιατρός, δικηγόρος, έχοντας παράλληλα αποκτήσει μεγάλη περιουσία από τις πλαστές επιταγές. Η επιτυχία του στο γυναικείο φύλο εκτοξεύεται, καθώς γεμίζει αυτοπεποίθηση και γοητεία, αλλά, δυστυχώς για αυτόν, παράλληλα γοητεύει και το FBI. Συγκεκριμένα, γίνεται έμμονη ιδέα στον πράκτορα Carl Hanratty (Tom Hanks) και ξεκινά ένα ανελέητο κυνηγητό, το οποίο αποτελεί τη βάση της ταινίας.
Φωτο3 (3)
 
 Ο Frank Jr λοιπόν βρίσκεται σε ένα διαρκές τρέξιμο, αλλάζοντας συνεχώς ονόματα, δραστηριότητες και πόλεις, ενώ ο Carl αξιοποιεί κάθε στοιχείο ώστε να φτάσει όλο και πιο κοντά στη σύλληψη του. Η σχέση μεταξύ τους ξεκινά κυριαρχούμενη από μια μεγάλη αντιπαλότητα, αλλά καταλήγει ως μια σχέση θαυμασμού, κυρίως από τον Carl προς τον Frank, καθώς οι δεξιότητες του είναι μοναδικές. Οι δυο τους εκπροσωπούν διαφορετικούς κόσμους, καθώς από τη μια εκφράζεται ο νεανικός ενθουσιασμός, η σπιρτάδα και η γρήγορη και έξυπνη σκέψη, ενώ από την άλλη η ωριμότητα, το πλάνο και η σοβαρότητα.
Αυτό το «πιάσε με αν μπορείς» που λέει εμμέσως ο Frank στον Carl είναι το στοιχείο που «ζωντανεύει» την ταινία. Η ταχεία εναλλαγή προσώπων και καταστάσεων προσδίδει ρυθμό, αμεσότητα και ζωντάνια στο φιλμ, με αποτέλεσμα να μη βαρεθείς ποτέ. Η προσέγγιση θυμίζει κινούμενα σχέδια, με την έννοια των πολλών μικρών γεγονότων που εμφανίζονται στα πλαίσια ενός μεγάλου, παρουσιάζοντας κωμικές εν μέρει καταστάσεις και αντιδράσεις (τα κινούμενα σχέδια Tom and Jerry είναι παράδειγμα γρήγορης εναλλαγής κωμικών καταστάσεων – τέτοιου είδους προγράμματα ονομάζονται χαρακτηριστικά  «slapstick«).
Φωτο4 (1)
 
 Στην σκηνοθεσία δεσπόζει το όνομα του Steven Spielberg, που εκτός από ταινίες αριστουργήματα, είναι και ειδικός σε blockbusters και ευχάριστες ταινίες δράσης. Δε θα μπορούσε να μην αποδώσει τα μέγιστα και στο «Catch Me If You Can«, καθώς εκτός από την ιδιαίτερη εικόνα και την όμορφη αναπαράσταση της δεκαετίας του ’60 στη μεγάλη οθόνη, δίνει ιδιαίτερο βάρος και στην ανάπτυξη των χαρακτήρων και των σχέσεων τους. Δε δημιουργεί μόνο μια ταινία για λαϊκή κατανάλωση με ελαφριά υπόθεση και αστείες σκηνές, αλλά στέκεται και αναλύει τη σχέση πατέρα – γιου, τις συνέπειες ενός χωρισμού στην οικογένεια, την αυθόρμητη αγάπη και τον έρωτα, αλλά και τους ισχυρούς δεσμούς φιλίας.
 
 Ο DiCaprio ταιριάζει απόλυτα στο ρόλο που του έχει ανατεθεί. Μάλιστα, παρά το γεγονός ότι ενσαρκώνει έναν παράνομο, καταφέρνει εύκολα να κερδίσει τη συμπάθεια του κοινού, που μάλλον προτιμά να μη συλληφθεί ποτέ ο Fran Jr από το FBI. Ο Tom Hanks, πριν ακόμα βρεθεί η καριέρα του σε ελεύθερη πτώση, παίζει εξαιρετικά το ρόλο του κολλημένου πράκτορα, δίνοντας στο χαρακτήρα του «καρτουνίστικο» προφίλ, αλλά και το απαραίτητο βάθος. Ιδιαίτερη μνεία αξίζει στον Christopher Walken, που μεταδίδει τα συναισθήματα της πατρικής αγάπης τόσο ρεαλιστικά και ανθρώπινα, ενώ ευχάριστη έκπληξη αποτελεί η παρουσία του Martin Sheen (αν και μόνο το γεγονός ότι έφερε τον Charlie Sheen στον κόσμο είναι αρκετό για να δοξάζεται επ’ άπειρον).
Φωτο5 (1)
 
 Εν ολίγοις, το «Catch Me If You Can» αποτελεί μια εκκεντρική και σίγουρα αξιόλογη ταινία, που δεν καταλαβαίνεις πότε πέρασε η ώρα και τελείωσε. Είναι ένα μικρό παραμύθι, που σε ταξιδεύει σε μια άλλη, διαφορετική εποχή, με έναν πρωταγωνιστή που άσχετα από τις μεθόδους που χρησιμοποιεί, έχει ένα μεγάλο χάρισμα: μπορεί και ονειρεύεται.

 

Pleasantville – Μια προοδευτική νότα

Δεν περίμενα ποτέ ότι θα προτείνω ταινία στην οποία πρωταγωνιστεί ο Tobey Maguire. Ο τύπος είναι ο μεγαλύτερος κλάψας που υπάρχει. Στις περισσότερες παραγωγές που έχει συμμετάσχει είναι ο ρομαντικούλης, ο υπερευαίσθητος, αυτός που γίνεται έρμαιο των υπολοίπων και ο θεατής υποτίθεται πρέπει να τον λυπηθεί και να τον συμπονέσει. Όχι, ούτε θα λυπηθώ για αυτόν, ούτε θα νιώσω άσχημα, γιατί μάντεψε: τον απεχθάνομαι. Tobey Maguire, σε σιχαίνομαι. Πώς να συμπαθήσει κάποιος αυτόν εδώ τον άνθρωπο;
Φωτο1 (2)
 
 
Ας προσπεράσω όμως το μίσος για τον πρωταγωνιστή. Το «Pleasantville«, λοιπόν, αποτελεί μια όμορφη και έξυπνη ιδέα. Η υπόθεση βρίσκει δύο αδέρφια στη δεκαετία του ’90 να ζουν την εφηβεία τους με ελαφρώς διαφορετική προσέγγιση. Ο David είναι ο σπασίκλας του σχολείου, που ντρέπεται να μιλήσει σε κοπέλες, είναι κλεισμένος στον εαυτό του και είναι ο μεγαλύτερος θαυμαστής της ασπρόμαυρης σειράς Pleasantville, μιας τυπικής αμερικανικής σειράς της δεκαετίας του ’50 (μάντεψε ποιος ηθοποιός τον ενσαρκώνει). Αντίθετα η αδερφή του, Jennifer (Reese Witherspoon) είναι έξω καρδιά, κοινωνική, έχει πέραση στα αγόρια και ζει τη ζωή της με έναν αν μη τι άλλο ευχάριστο τρόπο.
 
 
Ένα βράδυ όμως θα έρθουν τα πάνω κάτω. Ο David περιμένει με αγωνία να ξεκινήσει ο μαραθώνιος ερωτήσεων της σειράς «Pleasantville» για τον οποίο έχει προετοιμαστεί πυρετωδώς (ναι, αυτή είναι η ζωή του) και η Jennifer έχει καλέσει ένα αγόρι σπίτι της για να περάσουν τη νύχτα μαζί. Μετά από μια διαφωνία που είχαν, σπάνε κατά λάθος το τηλεκοντρόλ της τηλεόρασης και δε μπορούν να αλλάξουν κανάλι. Τότε, εμφανίζεται από το πουθενά στην πόρτα τους ένας μεγάλος σε ηλικία «ηλεκτρολόγος», που τους δίνει ένα νέο, περίεργο τηλεκοντρόλ. Τα παιδιά χρησιμοποιούν το κοντρόλ επί τόπου, και, ω του θαύματος, βρίσκονται ξαφνικά μέσα στην τηλεόραση, μέσα στον κόσμο του «Pleasantville«.
Φωτο2 (3)
 
 
Τι εστί όμως «Pleasantville«; Όπως η συντριπτική πλειοψηφία των προγραμμάτων της δεκαετίας του ’50 στην Αμερική, έτσι και το «Pleasantville» ακολουθεί πιστά μια σειρά από στερεότυπα και προκαταλήψεις. Έτσι, ο άντρας ως πατριαρχική μορφή είναι αυτός που εργάζεται και φέρνει χρήματα σπίτι, ενώ η γυναίκα είναι απλά εκεί για να τον περιμένει καρτερικά, να τον περιποιηθεί και να έχει έτοιμο το φαγητό του. Οι έφηβοι εννοείται πως δε συνάπτουν ερωτικές σχέσεις μεταξύ τους και βολεύονται με πλατωνικούς έρωτες και με πιασμένα χεράκια, ενώ όλα κυλούν ομαλά και ήρεμα, χωρίς να διαμαρτυρηθεί ποτέ κανείς για τίποτα. Είναι βέβαια όλοι τους λευκοί, τηρώντας πιστά τη ρατσιστική προπαγάνδα της εποχής και οι πολιτικές κουβέντες απουσιάζουν σχεδόν ολοκληρωτικά, εκτός αν αναφέρονται στον εκθειασμό του αμερικανικού έθνους.
 
 
Οι έφηβοι που μας αφορούν, μέσα από το μαγικό τηλεκοντρόλ, πήραν τη θέση των δύο εφήβων πρωταγωνιστών της σειράς, μελών μιας καθωσπρέπει οικογένειας. Όπως είναι λογικό, δε μπορούν να ταιριάξουν στην οπισθοδρομική κοινωνία με τίποτα, ιδιαίτερα η Jennifer (ο David στην αρχή εντάσσεται κάπως ομαλά). Παρά την αντίθετη γνώμη του αδερφού της, η Jennifer ξεκινά να αναστατώνει την επαρχιακή πόλη Pleasantville, καθώς μεταφέρει τους δικούς της κανόνες, σπάζοντας τα δεσμά της καταπίεσης. Αυτό σημαίνει ότι βγαίνει ραντεβού, έχει σεξουαλικές επαφές χωρίς ταμπού, διδάσκει στους υπολοίπους πώς είναι να περνάς όμορφα, μεταδίδει σιγά σιγά αισθήματα έρωτα και αγάπης που οι υπόλοιποι κάτοικοι – ηθοποιοί της σειράς δεν είχαν ξανανιώσει ποτέ.
Φωτο3 (2)
 
 
Στο κόλπο μπαίνει σιγά σιγά και ο David, που μαζί με την αδερφή του πραγματοποιούν κατά έναν τρόπο μια κοινωνική επανάσταση. Εξεγείρονται ενάντια σε κάθε μορφή καταπίεσης, μοιράζονται τις γνώσεις τους, ενώ σταδιακά μαζεύουν τον κόσμο με το πλευρό τους. Αυτό είναι εμφανές τόσο από τη διάθεση του κόσμου, όσο και από το γεγονός ότι σταδιακά μπαίνει χρώμα σε έναν ασπρόμαυρο κόσμο. Και δε το λέω μεταφορικά, πραγματικά όσοι άνθρωποι απελευθερώνονται αποκτούν χρώμα, όπως το ίδιο συμβαίνει με μερικά σημεία της περιοχής και κάποια αντικείμενα. Σε ένα ασπρόμαυρο περίγυρο αυτό δεν αργεί να γίνει αντιληπτό, και προκαλούνται έτσι άμεσες αντιδράσεις, στοιχείο που δεν υπήρχε ποτέ πριν, αλλά απαραίτητο για την οικοδόμηση μιας υγειούς κοινωνίας.
Φωτο4
 
 
Έχω αποκαλύψει ήδη αρκετά στοιχεία της πλοκής (το πρωτότυπο σενάριο γραμμένο από τον Gary Ross), όμως προς το παρόν θέλω να σταθώ στην ιδιαιτερότητα της ιδέας. Η ταινία πάνω από όλα είναι μια έμμεση καταγγελία, μια κοινωνική σάτιρα, που ενώ στέκεται στα πρότυπα μιας άλλης εποχής, καταδικάζει συμπεριφορές που ακόμα υπάρχουν και δηλητηριάζουν τον κόσμο γύρω μας. Οι ρατσιστικές και σεξιστικές αντιλήψεις, οι ταμπέλες και τα «πρέπει» στις ερωτικές σχέσεις, η άγνοια, η έλλειψη μόρφωσης, η χειραγώγηση του λαού, δυστυχώς δε σχετίζονται τόσο με εποχές και τοπικιστικά κριτήρια. Ωστόσο, το σημαντικό είναι ότι όπως στην ταινία η Jennifer και ο David δίνουν «χρώμα» στη ζωή των κατοίκων του «Pleasantville» και γκρεμίζουν τους κανόνες που συγκρατούσαν σε μίζερα πλαίσια τη ζωή τους, έτσι και ο καθένας μπορεί να βάλει τη δική του πινελιά στη ζωή του, μοιράζοντας ελπίδα και ξεφεύγοντας από αναχρονιστικές αντιλήψεις και απαρχαιωμένες νοοτροπίες.
 
 
Στα υπόλοιπα χαρακτηριστικά της ταινίας, ο Gary Ross σκηνοθετεί εκπληκτικά και παραδίδει μαγικές εικόνες στο θεατή. Ειδικά στις στιγμές όπου το χρώμα μπαίνει κατά τόπους στο ασπρόμαυρο φόντο, εκτός της αλληγορίας και των εννοιών που υποβόσκουν, καθαρά σαν φωτογραφία, το αποτέλεσμα είναι πανέμορφο. Η υπερβολή απουσιάζει, όλα εμφανίζονται με μέτρο, σαν ένας καλοφτιαγμένος πίνακας ζωγραφικής.
Φωτο5
 
 
Ένα επιπλέον αξιοπρόσεκτο στοιχείο, είναι ότι παρότι τυπικά πρωταγωνιστές είναι ο Maguire και η Witherspoon, στην ουσία οι περισσότεροι ηθοποιοί μοιράζονται σχεδόν ισόποσα μερίδιο επιρροής στην ταινία. Αυτό συμβαίνει διότι από τη μία ο Maguire προφανώς δεν έχει την προσωπικότητα και την ικανότητα να επιβληθεί με την παρουσία του, από την άλλη η Witherspoon έχει αδικαιολόγητα μικρότερο χρόνο συμμετοχής στο δεύτερο μισό της ταινίας, αν και εξαιρετικά συμπαθητική και ικανή στο ρόλο της. Μερικοί από τους υπολοίπους που ξεχωρίζουν είναι ο William H. Macy στο ρόλο του αυταρχικού πατέρα, η Joan Allen στο ρόλο της καταπιεσμένης συζύγου, ο εκπληκτικός Jeff Daniels ως ένας ψήστης με καλλιτεχνικές ανησυχίες και ο J.T. Walsh ως ο φασίστας δήμαρχος.
Φωτο6
 
 
Το «Pleasantville» λοιπόν είναι πάνω από όλα μια ταινία που βάζει σε σκέψεις. Σκέψεις για την κοινωνία στην οποία ζεις, αλλά και σκέψεις για εσένα τον ίδιο. Είσαι διατεθειμένος να βάλεις «χρώμα» στη ζωή σου, ή ζεις κλεισμένος σε προκαταλήψεις που σε κρατούν πίσω; Δες την ταινία και προβληματίσου.

Rocky Balboa – Πρωταθλητής στις καρδιές μας

Κι όμως, δεν αναφέρομαι στο θρυλικό «Rocky» του 1976, που είχε σαρώσει τα όσκαρ και είχε μεταμορφώσει σε αστέρα του Hollywood τον σχετικά άσημο μέχρι τότε Sylvester Stallone. Το «Rocky Balboa» αποτελεί την έκτη (!) και τελευταία συνέχεια των ταινιών «Rocky», που προβλήθηκε το 2006 και έκλεισε ιδανικά ένα έπος που έγραψε κινηματογραφική ιστορία.

 

Είναι αλήθεια πως τα sequels είναι κατά κανόνα χειρότερα από τις original ταινίες, αν και υπάρχουν ορισμένες τρανταχτές εξαιρέσεις, όπως η δεύτερη ταινία του «Νονού» («The Godfather: part II»). Αυτό τον κανόνα επιβεβαιώνουν εν μέρει οι συνέχειες του «Rocky», οι οποίες δε διεκδικούν δάφνες ποιότητας, αλλά κανείς δε μπορεί να αμφισβητήσει ότι είναι ο ορισμός του pure entertainment. Όλα τα sequels, με το «Rocky IV» να ξεχωρίζει σε αυτό τον τομέα, προσφέρονται ξεκάθαρα μόνο για ψυχαγωγικούς σκοπούς, είναι απόλυτα διασκεδαστικές και σπάνε κάθε ρεκόρ αδρεναλίνης. Το «Rocky Balboa» όμως ξεφεύγει από τα τετριμμένα της σειράς, πλησιάζοντας περισσότερο την ταινία έναρξης της στο ύφος, χωρίς να αποκλείει και τα στοιχεία αγνής και απρόσκοπτης ευχαρίστησης.

 

Φωτο1

 

Ποια είναι όμως η υπόθεση της έκτης ταινίας «Rocky»? Από τις πρώτες σκηνές γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι πολλά έχουν αλλάξει σε σχέση με παλαιότερα. Ο Rocky, διανύοντας την πέμπτη δεκαετία της ζωής του (αν και ο Stallone ήταν ακριβώς 60 ετών το 2006), έχει αποσυρθεί από την ενεργό δράση και διευθύνει πλέον ένα εστιατόριο, το οποίο έχει το όνομα της γυναίκας του (Adrian’s). Αυτό είναι το πρώτο στοιχείο που δίνεται στο θεατή και αφορά στο θάνατο της, ο οποίος επιβεβαιώνεται λίγο αργότερα, με το Rocky να την επισκέπτεται στο νεκροταφείο. Αν είσαι και εσύ fan της σειράς, καταλαβαίνεις πόσο μεγάλο πλήγμα είναι ο θάνατος της Adrian, με τη φράση του Rocky «Υo Adrian, I did it» να είναι χαρακτηριστική του κλίματος των ταινιών και της πολυεπίπεδης σχέσης του ζευγαριού (ένα δάκρυ κυλά, r.i.p. Adrian).

 

Φωτο2

 

Στο μεταξύ ο γιος του Rocky, Robert Balboa Jr ( Milo Ventimiglia ) έχει μεγαλώσει, προσπαθεί να ανεξαρτητοποιηθεί, αλλά το όνομα του πατέρα του τον στοιχειώνει και σύμφωνα με τον ίδιο δε του επιτρέπει να χαράξει το δρόμο του, έχοντας μια μεγάλη «σκιά» από πάνω του. Η κατάσταση χειροτερεύει για αυτόν, όταν μετά από έναν αγώνα που έγινε μέσω υπολογιστή μεταξύ του Rocky και του νυν πρωταθλητή Mason Dixon ( Antonio Tarver ), ο Rocky βγήκε νικητής. Η διαφήμιση που ακολούθησε ήταν μεγάλη, με αποτέλεσμα να κανονιστεί ένας πραγματικός αγώνας μεταξύ των δύο παλαιστών, με το Rocky να επιστρέφει στη δράση για μια τελευταία παράσταση.

 

Εντάξει, δε διεκδικεί και όσκαρ σεναρίου, αλλά ξεφεύγει λίγο από τα εντελώς πεζά προηγούμενα Rocky και εξυπηρετεί τους σκοπούς της ταινίας πλήρως, καθώς αποδίδεται με πολύ ιδιαίτερο ύφος. Η έμφαση δε δίνεται στους αγώνες και στις μπουνιές του πρωταγωνιστή, αλλά στην ψυχική του κατάσταση μετά το χαμό της γυναίκας του, στη μοναξιά που τόσο φοβάται, στην πολυτάραχη σχέση με το γιο του. O Rocky παρουσιάζεται ως ένας άνθρωπος διαλυμένος εσωτερικά, με τόση θλίψη μέσα του, που μόνο μέσα από την εργασία και τις αναμνήσεις καταφέρνει να ανταπεξέρχεται. Τα συναισθήματα που κρύβει μέσα του όμως τον ταλανίζουν και έχει ανάγκη να ξεσπάσει.

 

ROCKY BALBOA

 

Φαίνεται οξύμωρο σε μια ταινία που ο πρωταγωνιστής είναι ένας πρώην επιτυχημένος μποξέρ, να είναι ο ίδιος αυτός που νιώθει «χτυπημένος» από τη μοίρα. Ωστόσο, η ψυχική του δύναμη είναι τέτοια, που δε σταματά ποτέ να παλεύει, δε σταματά ποτέ να προσπαθεί, δε τα παρατά. Άλλωστε, σε ένα μυθικό πραγματικά λόγο που απευθύνει στο γιο του έξω από το Adrian’s, αναφέρει χαρακτηριστικά ότι στη ζωή δεν έχει σημασία πόσο δυνατά χτυπάς, αλλά πόσα δυνατά χτυπήματα αντέχεις να δεχθείς και να προχωράς, έτσι μόνο πετυχαίνεις. Δε χρειάζεται να επιρρίπτεις ευθύνες δεξιά και αριστερά, σε κανέναν εκτός από τον εαυτό σου. Τι να γράψω εγώ τώρα μετά από αυτά τα λόγια του Rocko? Αν δεις τη σκηνή και δεν ανατριχιάσεις υπάρχει πρόβλημα.

 

Επειδή όμως μιλάμε για Rocky, δε γίνεται να λείπει και ο τομέας της ψυχαγωγίας. Ακόμα και αν υπάρχει σε αρκετά μικρότερο βαθμό, είναι εκεί για να θυμίσει για τελευταία φορά πώς είναι η αληθινή κινηματογραφική διασκέδαση. Η προπόνηση και ο αγώνας κινούνται στα υψηλά στάνταρ των ταινιών, ενώ φυσικά τις σκηνές συντροφεύει η θρυλική μουσική του Bill Conti, με το «Gonna Fly Now» να καλεί το θεατή να ανέβει μαζί με το Rocky στα γνωστά πλέον σκαλιά και να υψώσει τη γροθιά του.

 

Ο Sylvester Stallone, κατά κόσμον Sly, δίνει μια συγκινητική ερμηνεία, και πώς να μη το κάνει άλλωστε.

 

Φωτο4

 

Οι ταινίες Rocky αποτελούν τεράστιο κομμάτι της ζωής του, πλέον είναι σαν να παίζει τον εαυτό του, χωρίς να προσποιείται. Έχοντας γράψει και το σενάριο αλλά και αναλαμβάνοντας τη σκηνοθεσία, πραγματοποιεί το ιδανικό κλείσιμο της σειράς, μεταφέροντας όλο το συναίσθημα του στην ταινία, που είναι ουσιαστικά μια κατάθεση ψυχής. Στα 60 του, έχει ενέργεια και όρεξη που πολλοί νεότεροι θα ζήλευαν και δε δυσκολεύεται να το βγάλει στη μεγάλη οθόνη. Από κοντά, ο χαρισματικός Paulie ( Burt Young), που τον έχει ακολουθήσει σε όλα τα Rocky και δε θα μπορούσε να λείπει. Αρκετά καλός και ο Milo Ventimiglia, που ενστερνίζεται την ψυχολογία του γιου ενός σταρ και κάνει εμφανείς τους προβληματισμούς του.

 

Με λίγα λόγια, το «Rocky Balboa» δεν είναι κανένα αριστούργημα. Είναι όμως μια ταινία που έχει γυριστεί με πολλή όρεξη και μεράκι και σημαίνει πολλά παραπάνω από τα χρήματα για τον πρωταγωνιστή της. Είναι ένα μάθημα συμπεριφοράς, καθώς προωθεί την ψυχική και εσωτερική δύναμη ως κινητήριο μοχλό της εξέλιξης και της επιτυχίας. Έχει λάθη, έχει κλισέ και βαρετές ίσως για τους μη γνώστες της σειράς στιγμές, αλλά πάνω από όλα είναι ανθρώπινη και αυτό είναι το σημαντικότερο προτέρημα της. Κάποιες φορές, τα αληθινά αισθήματα υπερτερούν της ποιότητας, ακόμα και αν αυτή υπάρχει σε μεγάλο βαθμό.

 

Φωτο5

 

Αν είσαι φανατικός της σειράς, στους τίτλους τέλους θα έχεις δακρύσει. Αν πάλι δεν είσαι, σίγουρα ο Sly αξίζει το χρόνο σου, δώσε του μια ευκαιρία και αν κολλήσεις, μετά άλλες πέντε ταινίες είναι εκεί για να γεμίσουν το χρόνο σου.

Groundhog Day – Σταματώντας το χρόνο

O Bill Murray είναι μια ιδιάζουσα περίπτωση καλλιτέχνη. Έχει ιδιαίτερο στυλ, είναι ψαγμένος, προσπαθεί να ξεφεύγει από τα καθιερωμένα. Κάποιοι τον λατρεύουν για τις ιδιαιτερότητες του, άλλοι τον σνομπάρουν. Κανείς όμως δε μπορεί να αμφισβητήσει ότι ο Murray ξεχειλίζει από ταλέντο, ότι είναι χαρισματικός και ιδιοφυής. Είναι συγκλονιστικός σε δραματικούς ρόλους, (Lost in Translation – μέχρι και τη Johansson έκανε να φαίνεται ηθοποιάρα δίπλα του), αλλά είναι κυρίως γνωστός για τις κωμικές στιγμές του, με τους Ghostbusters να αποτελούν το πιο εμπορικό δείγμα της καλοπροαίρετης «τρέλας» που κουβαλάει. Τρέλα που διοχέτευσε σε προσεκτικά επιλεγμένες δουλειές, όντας τελειομανής και απαιτητικός.

 

Φωτο1

 

Η αλήθεια είναι πως το χιούμορ του είναι λίγο περίεργο. Δεν εμπεριέχει τις υπερβολές του Will Ferrell, ούτε όμως είναι στο άλλο άκρο της σοβαροφάνειας. Μάλλον ακροβατεί κάπου ανάμεσα σε αυτά τα είδη, έχοντας βρει τη χρυσή τομή και δημιουργώντας στην ουσία μια δική του, ξεχωριστή «σχολή» γέλιου. Αν μη τι άλλο, αυτό το γεγονός τον καθιστά μοναδικό, καθώς έχει αφήσει το δικό του λιθαράκι στην ιστορία της κωμωδίας. Η κορυφαία κωμική στιγμή του για μένα εντοπίζεται στη «Μέρα της Μαρμότας» («Groundhog Day»), μια ταινία που δυστυχώς στη χώρα μας δεν έχει προβληθεί αρκετά, με αποτέλεσμα να είναι σχετικά άγνωστη στο ευρύ κοινό.

H μέρα της Μαρμότας λοιπόν, είναι εκείνη η μέρα που στην επαρχιακή πόλη Punxsutawney μαθαίνουν από τη μαρμότα τους, τη μασκότ της περιοχής, την πρόγνωση του καιρού για την ερχόμενη χρονιά. Ο μετεωρολόγος – ρεπόρτερ Phil Connors (Bill Murray) είναι αυτός στον οποίο έχει ανατεθεί η κάλυψη της εκδήλωσης, κάτι που μόνο ευχαρίστηση δεν του προσφέρει. Με τη χειρότερη διάθεση που θα μπορούσε να έχει, προσπαθεί να κάνει τη δουλειά του όσο πιο τυπικά γίνεται, δείχνοντας φανερά ενοχλημένος, ενώ συνοδοιπόροι σε μια από τις πιο άσχημες μέρες της ζωής του είναι η γοητευτική ρεπόρτερ Rita (Andie MacDowell) και ο Larry (Chris Elliot), ένας χαζούλης καμεραμάν που επιχειρεί να της την πέσει απεγνωσμένα.

 

Φωτο2

 

Αφού με τα χίλια ζόρια ολοκληρώνει την εργασία που του είχε ανατεθεί, ο Phil ξεκινά για να φύγει από το Punxsutawney, όμως μια χιονοθύελλα του χαλάει τα σχέδια. Αναγκάζεται έτσι να μείνει για ένα βράδυ σε αυτή την περιοχή που σιχαίνεται, με ανθρώπους που δε χωνεύει, σε ένα ξενοδοχείο που δε γουστάρει καθόλου. Γενικότερα, μια όχι και τόσο ιδανική ατμόσφαιρα, που τουλάχιστον σκέφτεται ότι θα αφήσει πίσω του την επόμενη μέρα. Έλα όμως που αυτό δε θα συμβεί. Όχι γιατί θα τον κρατήσουν με το ζόρι, ή δε θα μπορεί να αποχωρήσει λόγω των καιρικών φαινομένων ξανά. Αυτά είναι τετριμμένα και κοινότυπα για αυτή την ταινία. Αυτό που συμβαίνει, είναι ο Phil να ξυπνάει το πρωί και όλα να είναι ξανά τα ίδια. Ξαφνικά και χωρίς λόγο, είναι καταδικασμένος να ζει τη μέρα της μαρμότας ξανά και ξανά. Κανείς δε τον θυμάται, κανείς δεν καταλαβαίνει τι τους λέει, όλα επαναλαμβάνονται και είναι σαν να ξεκινά από το μηδέν κάθε μέρα, εγκλωβισμένος στο ίδιο χρονικό πλαίσιο.

Κάπου εκεί αρχίζουν οι καλύτερες σκηνές του «Groundhog Day». Ο Phil μετά το σοκ του πρώτου καιρού, συνειδητοποιεί ότι αν και είναι καταδικασμένος να ξαναζεί τη χειρότερη μέρα της ζωής του, μπορεί να επωφεληθεί από αυτό. Πώς? Αρχικά δε χρειάζεται να περιορίζει καθόλου τον εαυτό του, όντας απολύτως ελεύθερος να κάνει ό,τι θέλει χωρίς επιπτώσεις. Μπορεί να φάει όσο επιθυμεί χωρίς να παχύνει, μπορεί να συλληφθεί από την αστυνομία χωρίς να μείνει στη φυλακή, μπορεί να την πέσει σε όσες γυναίκες θέλει, χρησιμοποιώντας τις πληροφορίες που του δίνουν ώστε να τους την ξαναπέσει την επόμενη μέρα και να τις ρίξει πιο εύκολα.

 

Φωτο3

 

Ο Biil Murray πραγματικά δίνει ρέστα. Είναι ένα κοινό μοτίβο στην καριέρα του να ενσαρκώνει ρόλους χαρακτήρων που είναι κομπλεξικοί, μισάνθρωποι, εγωπαθείς όπως στην περίπτωση μας ο Phil. Όμως, είναι τρομερό το γεγονός ότι στη «Μέρα της Μαρμότας» παρότι κάνει εμφανείς όλες αυτές τις αρνητικές πτυχές της προσωπικότητας του, όντας ξεκάθαρα ένας αχώνευτος τύπος, καταφέρνει να κάνει το κοινό να τον συμπαθήσει. Μάλλον όχι απλά να τον συμπαθήσει, αλλά να τον λατρέψει. Άλλωστε, σταδιακά ο χαρακτήρας του μεταστρέφεται ελαφρώς, ανακαλύπτοντας μέσα από την περιπέτεια του ηθικές αξίες και πτυχές του εαυτού του που ούτε ο ίδιος δε γνώριζε ότι υπήρχαν. Οι υπόλοιπες ερμηνείες παρότι είναι όλες αξιόλογες, υποσκιάζονται από το μεγαλείο του Murray.

 

Φωτο4

 

Το σημαντικότερο πλεονέκτημα της ταινίας όμως όσο και αν φαίνεται περίεργο δεν είναι ο Murray. Είναι το εξαιρετικά πρωτότυπο σενάριο της, το οποίο μάλιστα έχει επιμεληθεί ο Harold Ramis (έταιρος Ghostbuster), που επίσης σκηνοθετεί μαεστρικά την ταινία. Είναι πανέξυπνο, είναι πρωτοποριακό, κινείται σε άλλο επίπεδο. Προκαλεί το γέλιο με έξυπνα αστεία, έχει ευθείς και άμεσους διαλόγους, είναι δυναμικό και ευέλικτο. Η κεντρική ιδέα βέβαια είναι όλα τα λεφτά: να ζει κάποιος την ίδια μέρα ξανά και ξανά, κάνοντας ό,τι εκείνος επιθυμεί, χωρίς καμία συνέπεια στη ζωή του. Ο Phil στην ουσία είναι ένας εν δυνάμει Θεός, που διαμορφώνει τον «κόσμο» του πλέον με τον τρόπο που θέλει, ενώ ταυτόχρονα δεν είναι δυνατό να γεράσει. Δε θα μπορούσε να μη βραβευτεί ο Ramis για αυτό το σενάριο, το οποίο βέβαια πολλοί επιχείρησαν να αντιγράψουν τα επόμενα χρόνια, με πιο πρόσφατη προσπάθεια το «Edge of Tomorrow» στο οποίο πρωταγωνιστεί ο Tom Cruise.

 

Φωτο5

 

Εν κατακλείδι, αν ψάχνεις μια κωμωδία που θα σε κάνει να γελάσεις μέχρι δακρύων αλλά και ταυτόχρονα θα σε προβληματίσει, η «Μέρα της Μαρμότας» είναι ιδανική για σένα. Είναι μια από τις καλύτερες ταινίες που έχουν γυριστεί, ξεφεύγοντας από τα πλαίσια της συμβατικής σκέψης και αναζητώντας νέους πνευματικούς διαδρόμους, με τον Bill Murray στο ερμηνευτικό ζενίθ του. Τι άλλο να ζητήσει κανείς?

The Shining – Ο τρόμος στα καλύτερα του

Η «Λάμψη» αποτελεί μια ταινία σταθμό στην ιστορία της έβδομης τέχνης, ειδικότερα στον χώρο των φιλμ τρόμου. Πώς άλλωστε να μη ξεχωρίζει μια ταινία όταν μεταξύ των συντελεστών της βρίσκονται τα ονόματα του Stanley Kubrick, του Stephen King και του Jack Nicholson? Συγκεκριμένα, το σενάριο είναι βασισμένο στην ομώνυμη νουβέλα του Stephen King, του «βασιλιά» των τρομακτικών ιστοριών. Ο Stanley Kubrick, όντας σκηνοθέτης και σεναριογράφος, επιθυμούσε να επαναδιαμορφώσει σχεδόν ολοκληρωτικά το πλαίσιο της υπόθεσης, κάτι που τον έφερε σε ρήξη με τον King που φυσικά ήθελε να μεταφερθεί πιστά το βιβλίο. Εν τέλει, η λύση βρέθηκε κάπου στη μέση, καθώς ενώ χρησιμοποιήθηκε το βασικό μοτίβο πλοκής του King, ο Kubrick πρόσθεσε ορισμένα δικά του στοιχεία και άλλαξε κάποια άλλα. Το αποτέλεσμα ήταν η ταινία να έχει σαφή σχέση με το βιβλίο, αλλά να διατηρεί έναν αυτόνομο, μοναδικό χαρακτήρα.

 

Η ιστορία είναι σχετικά απλή: ο Jack Torrance (Jack Nicholson) ορίζεται ως επιστάτης στο Overlook Hotel, ένα ξενοδοχείο κάπου στα βουνά του Colorado, για τη χειμερινή περίοδο. Μετακομίζει λοιπόν εκεί μαζί με τη γυναίκα του Wendy (Shelley Duvall) και το γιο τους Danny (Danny Lloyd). Το πρόβλημα είναι ότι αυτό το ξενοδοχείο κρύβει μια κάπως μακάβρια ιστορία πίσω του, καθώς ο προηγούμενος επιστάτης είχε αυτοκτονήσει, αφού πρώτα είχε φροντίσει να σκοτώσει τη γυναίκα του και τα δύο κοριτσάκια του. Σα να μην έφτανε αυτό, το ξενοδοχείο είναι χτισμένο πάνω σε ένα ινδιάνικο νεκροταφείο (ο King έχει φετίχ με τα νεκροταφεία). Όπως γίνεται αντιληπτό η υπόθεση προϊδεάζει για ένα κοινότυπο θρίλερ, με το στοιχειωμένο ξενοδοχείο να είναι το επίκεντρο της εξέλιξης της.

 

Φωτο1

 

Έλα όμως που δεν έχει καμία σχέση με τις υπόλοιπες προβλέψιμες ταινίες του είδους. Όχι μόνο ο Kubrick δε χρησιμοποιεί στερεότυπα και κλισέ, αλλά επαναπροσδιορίζει τον όρο «ψυχολογικό θρίλερ», δίνοντας ποικίλες πτυχές και εμφανίζοντας αλληγορίες και μεταφορές που ακόμα και σήμερα αναλύονται από τους fans της ταινίας (και όχι μόνο). Από την πρώτη σκηνή μάλιστα καταλαβαίνεις ότι κάτι θα πάει στραβά, ότι τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται. Όσο περνάει η ώρα ενισχύεται μια υποθάλπουσα ανησυχία και σε κυριεύει η αίσθηση του απροσδόκητου, η ίδια αίσθηση που ανατριχιάζει μέχρι το τέλος της ταινίας.

 

Το βασικό κομμάτι της υπόθεσης κινείται γύρω από τον ψυχισμό του Jack. Ο Kubrick παρουσιάζει με καθηλωτικό τρόπο τη σταδιακή μεταστροφή του πρωταγωνιστή, που μέσα από την απόλυτη απομόνωση και τη νευρωτική μοναξιά οδηγείται στην τρέλα και την παράνοια. Ο Jack αρχίζει να το χάνει και μαζί του το χάνει και ο θεατής, καθώς η ταινία σε απορροφά τόσο πολύ που προσπαθώντας να μπεις στο μυαλό του Jack, κάπου ξεκινάς να τον συμπονάς. Ναι, συμπονάς ένα παρανοϊκό που κυνηγά να σκοτώσει όλη του την οικογένεια, οπότε κατά έναν τρόπο ο Kubrick έχει πετύχει το σκοπό του.

 

Φωτο2

 

Βέβαια εκτός της απομόνωσης και της ατομικής ψυχολογίας του ανθρώπου ως κοινωνικού όντος, υπάρχουν και κάποιοι άλλοι παράγοντες που επηρεάζουν αρνητικά τον Jack. Σε αυτούς ανήκουν τα φαντάσματα που βλέπει και τον κατευθύνουν εμμέσως και το περιβάλλον του ξενοδοχείου που είναι άμεσα συνδεδεμένο με το ινδιάνικο νεκροταφείο. Είναι όμως υπαρκτά όλα αυτά ή αποκυήματα της φαντασίας του? Είναι όντως εκεί και τον οδηγούν στην τρέλα ή επειδή του έχει ήδη στρίψει τα δημιουργεί ο ίδιος στο μυαλό του? Όλα τα ενδεχόμενα είναι πιθανά, πόσο μάλλον όταν τα στοιχειά τα βλέπει ακόμα και ο γιος του, ο οποίος να μη ξεχάσω να αναφέρω ότι έχει κάποιες υπερφυσικές πνευματικές ικανότητες (ένα από τα πολλά παιδιά που στις ταινίες των δεκαετιών 80′ και 90′ είχαν ανάλογες ικανότητες, ανεξήγητα πάντα – μόδα ήταν και πέρασε).

 

Φωτο3

 

Και τη στιγμή που ο θεατής είναι πιο μπερδεμένος από ποτέ, ανάμεσα σε δύο πραγματικότητες, αναζητώντας την αλήθεια και το ψέμμα, ακολουθούν κάποιες από τις πιο τρομακτικές σκηνές που έχουν γυριστεί. Τρομακτικές όχι επειδή είναι βίαιες, γεμάτες αίμα και υπερβολές (όχι ότι αυτά απουσιάζουν), αλλά διότι βασίζονται στην ανθρώπινη αδυναμία, στην πιθανότητα κατάρρευσης και στην έυθραυστη πνευματική υγεία. Έχει «κτιστεί» με τέτοιο τρόπο η ένταση γύρω από αυτούς τους άξονες σε όλη τη διάρκεια της ταινίας, που το άγχος περιβάλλει αδίστακτα το θεατή, καθιστώντας τον έρμαιο των ορέξεων του Kubrick. Κλασσικός Kubrick, δε στέκεται στο φαίνεσθαι, αλλά δημιουργεί μια ατμόσφαιρα που σε κάνει να αναρρωτιέσαι ποιον πρέπει να φοβάσαι, που βρίσκεται, πότε θα χτυπήσει. Εκείνα που πρέπει σίγουρα να φοβάσαι πάντως και ακόμα με στοιχειώνουν είναι αυτά τα δύο μικρά κοριτσάκια:

 

Φωτο4

 

Εκτός όμως της ανθρώπινης προσωπικότητας, αναλύονται και άλλες θεματικές. Επί παραδείγματι, το ινδιάνικο νεκροταφείο δίνει αφορμές για αντιρατσιστικά μηνύματα, ενώ η κοινωνική σάτιρα είναι κάτι παραπάνω από εμφανής. Πραγματικά, υπάρχουν τόσες πολλές μικρές λεπτομέρειες, που τα αλληγορικά μηνύματα δεν είναι δυνατό να αναλυθούν σε ένα κείμενο, ενώ όπως είναι φυσικό, επιδέχονται διαφορετικές ερμηνείες από τον καθένα.

 

Η «Λάμψη» αποτελεί την πρώτη ταινία στην οποία ο Kubrick χρησιμοποίησε τη Steadicam, χαρίζοντας μας μερικές πρωτοποριακές και ιδιαίτερες σκηνές. Κατάφερε να «χειραγωγήσει» τον τρόμο, να τον κάνει εργαλείο του και να τον μοιράσει αργά και βασανιστικά στο κοινό. Οι διάλογοι του σεναρίου είναι εξαιρετικοί και αποφεύγουν τις χολλυγουντιανές συνήθεις εκφράσεις, καθώς είναι φυσικοί και ρεαλιστικοί. Ιδιαίτερη μνεία αξίζει να δωθεί στη μουσική επένδυση, που είναι υποβλητική και δένει εκπληκτικά με την αριστοτεχνική φωτογραφία, συμπλέοντας με το κλίμα πανικού και αλλοφροσύνης.

 

Φωτο5

 

Ωστόσο, τίποτα από όσα έχω αναφέρει δε θα μπορούσε να μετουσιωθεί σε πράξη αν δεν υπήρχε ο Jack Nicholson. Χωρίς αμφιβολία, πρόκειται για μια από τις καλύτερες στιγμές της καριέρας του, πίσω ίσως μόνο από τη «Φωλιά του Κούκου». Διαχειρίζεται την παραφροσύνη και την πνευματική αρρώστια τόσο άνετα, που σε βάζει σε σκέψεις για την ψυχική του υγεία εκτός ρόλου. Το βλέμμα του, οι εκφράσεις του, οι κινήσεις του, είναι αψεγάδιαστα, μελετημένα μέχρις εσχάτων. Η ερμηνεία του έθεσε νέα μέτρα και σταθμά για ανάλογους ρόλους, καθιστώντας τον πρότυπο, χωρίς βέβαια να καταφέρει κανείς ποτέ να τον πλησιάσει. Τέτοιοι χαρακτήρες, όπως αυτός του Jack Torrance, είναι ιδιαίτερα απαιτητικοί και ισορροπούν σε τεντωμένο σχοινί, καθώς αν δεν ερμηνευτούν σωστά μπορεί να προκαλέσουν εντελώς αντίθετα αποτελέσματα, ακόμα και γέλιο. Προκλήσεις σαν κι αυτή βέβαια είναι παιχνίδι για τον Jack Nicholson, έναν εκ των κορυφαίων ηθοποιών όλων των εποχών, ένα ιερό «τοτέμ», που ήδη μας έχει λείψει, όντας ανενεργός τα τελευταία χρόνια. Επιπρόσθετα, ο μικρός Danny είναι αρκετά αξιοπρεπής στο ρόλο του μεταδίδοντας τον παιδικό του φόβο, ενώ η Shelley Duvall είναι δεδομένων των απαιτήσεων μέτρια, δίνοντας μια αδύναμη ερμηνεία.

 

Φωτο6

 

«Here’s Johnny» αναφωνεί ο Jack Nicholson με πεταγμένα τα μάτια έξω και με ένα τσεκούρι στο χέρι. Δε νομίζω πως χρειάζεται να πω κάτι επιπλέον εγώ για να δεις αυτή την ταινία, η σχιζοφρένεια είναι εκεί, έτοιμη να σε αγκαλιάσει. Αντέχεις να την αντιμετωπίσεις?

 

Truman Show – Το σκηνικό μιας ζωής

Ο Jim Carrey είναι ένας αμφιλεγόμενος ηθοποιός. Μάλλον ο όρος που του αρμόζει περισσότερο είναι «παρεξηγημένος». Κάποιοι τον λατρεύουν, άλλοι λατρεύουν να τον μισούν. Οι περισσότεροι όμως που είναι αρνητικά προκατειλημμένοι απέναντι του έχουν στο μυαλό τους τον Carrey του «Ace Ventura», της «Μάσκας», του «Ηλίθιου και Πανηλίθιου» (αρρωσταίνω με αυτή την ταινία, τρελαίνομαι). Σέβομαι όπως και να έχει το γεγονός ότι οι γκριμάτσες, οι μορφασμοί και τα τραβηγμένα αστεία δε γίνεται να αρέσουν σε όλους. Όμως, ο Carrey δεν έχει ασχοληθεί μόνο με τέτοιες ταινίες, και είναι τουλάχιστον ατυχές το γεγονός ότι η πλειοψηφία του κόσμου τον συνδέει αποκλειστικά με την αμερικάνικη χαζοκομωδία. Ίσως έχει αδικήσει και ο ίδιος τον εαυτό του, έχοντας δώσει μεγαλύτερη έμφαση στην καριέρα του στο εύκολο χρήμα, αλλά όταν αποφάσιζε να πρωταγωνιστήσει σε σοβαρή ταινία, το μοναδικό ταλέντο του ξεχώριζε αμέσως. Παραδείγματα? «Eternal Sunshine of the Spotless Mind», «Man on the Moon» και φυσικά «Truman Show».

 

Φωτο1

 

Στο Truman Show λοιπόν ενσαρκώνει τον Truman Burbank, ένα συνηθισμένο τύπο, που ζει φυσιολογικά, σε μια τυπική παραθαλάσσια πόλη στο Seahaven Island, όπου ποτέ δε συμβαίνει κάτι αξιοσημείωτο. Όλα είναι όμορφα, καθαρά, βαρετά. Ο ίδιος πηγαίνει κάθε μέρα για δουλειά σε ένα ασφαλιστικό γραφείο, ενώ μετά τον περιμένει σπίτι η γυναίκα του και καμιά φορά ο κολλητός του με μερικές μπύρες. Γνωρίζει επιφανειακά κόσμο από τη γειτονιά, αλλά χωρίς να διατηρεί ουσιαστικές σχέσεις. Κάπως έτσι, ήρεμα, κυλάει η ζωή του και η καθημερινή του ρουτίνα. Ωστόσο δεν είναι χαρούμενος με την εξέλιξη των γεγονότων. Η μοναδική γυναίκα που είχε πραγματικά ερωτευτεί είχε φύγει ξαφνικά από την πόλη καιρό πριν, ενώ ο ίδιος, έχοντας δει τον πατέρα του να χάνει τη ζωή του σε ατύχημα με τη βάρκα του, φοβάται αρκετά το νερό ώστε να ταξιδέψει. Δε νιώθει ολοκληρωμένος, αισθάνεται πώς κάτι του λείπει, όμως τι είναι αυτό το «κάτι»?

 

Φωτο2

 

Κάπου εκεί ξεκινά να παρατηρεί μια σειρά από περίεργα γεγονότα που λαμβάνουν χώρα στην ήσυχη κατά τα άλλα πόλη του. Ένα αντικείμενο πέφτει από τον ουρανό που μοιάζει με τηλεοπτικό προβολέα, ένας περαστικός του θυμίζει τον πατέρα του, στο ραδιόφωνο ακούει ανεξήγητες παρεμβολές. Το παράξενο όμως είναι ότι μόνο ο ίδιος ενδιαφέρεται για όσα γίνονται, ενώ οι υπόλοιποι σπεύδουν να τον καθησυχάσουν. Τι κρύβεται πίσω από όλα αυτά? Την απάντηση δίνει ο Christof (Ed Harris), ο σκηνοθέτης μιας τηλεοπτικής εκπομπής που σκίζει και διατηρείται πολλά χρόνια στο προσκήνιο. Αυτή η εκπομπή, έχει ως πρωταγωνιστή τον φίλο μας τον Truman. Ο περίγυρος του, οι φίλοι του, η γυναίκα του, η πόλη που μένει, είναι όλα ψεύτικα και στημένα. Τίποτα από όσα έχει βιώσει από τη γέννηση του δεν ήταν αληθινό, όλα εξυπηρετούσαν ένα reality show. Ακόμα και ο ουρανός ελέγχεται τεχνητά, ενώ κάμερες υπάρχουν μέχρι και στον καθρέπτη του μπάνιου στο σπίτι του Truman. Όπως είναι αναμενόμενο, το σοκ για αυτόν είναι τεράστιο, ενώ πρέπει κάπως να δράσει και να ανατρέψει τα δεδομένα.

 

Φωτο3

 

Η ταινία αυτή κυκλοφόρησε το 1998, πριν ακόμα γίνουν μόδα στη χώρα μας τα reality shows και μετατρέψουν την τηλεόραση σε μεγαλύτερο σκουπίδι από ό,τι ήταν ήδη. Στην Αμερική ωστόσο ανάλογες εκπομπές βρίσκονταν ήδη σε έξαρση, με το φιλμ του Peter Weir να προκαλεί και να βάζει σε σκέψεις. Πραγματικά, η ιδέα ότι ολόκληρη η ζωή ενός ανθρώπου μπορεί να είναι στημένη για να εκπληρώσει τους σκοπούς τηλεοπτικής εκπομπής και να φέρει νούμερα και μεγάλη τηλεθέαση είναι τουλάχιστον ιδιοφυής. Μπορεί να πυροδοτήσει πολλές συζητήσεις, από την παραβίαση προσωπικών δεδομένων και την παρακολούθηση της καθημερινής ζωής μέχρι και τον παραλληλισμό του Christof με το θεό και κατά πόσο ο άνθρωπος (Truman) είναι ικανός να ακολουθήσει τη δική του πορεία ή να ακολουθήσει μια προδιαγεγραμμένη.

 

Φωτο4

 

Το σίγουρο είναι ότι το «Truman Show» βάζει σε σκέψεις. Προσωπικά, το βλέπω ως μια κοινωνική «κατακραυγή». Είναι μια έμμεση καταγγελία κατά του ελέγχου και των «πλαισίων» που κατά ανάγκην μας επιβάλλονται, είναι ένας ύμνος στη δύναμη της ανθρώπινης προσωπικότητας. Δείχνει πως το προσωπικό στίγμα και ο ιδιαίτερος χαρακτήρας κάθε ανθρώπου είναι αυτά που καθορίζουν το ποιόν και την πορεία της ζωής του, αν ο ίδιος έχει χτίσει τις προϋποθέσεις και τα θεμέλια για να στηριχθεί. Ωστόσο, επειδή πολλοί αδιαφορούν για αυτά τα θεμέλια και μάλλον «ξεχνιούνται», η ταινία λειτουργεί και ως μια επαγρύπνηση, που αφορά στη μεγαλύτερη προσοχή και στην αφοσίωση σε εποικοδομητικούς και φιλόδοξους στόχους.

 

Ο Jim Carrey δίνει ρεσιτάλ ερμηνείας, όντας εκφραστικός, συγκροτημένος, συναισθηματικός. Έχει βέβαια τις κωμικές στιγμές του για να ελαφρύνει το κοινωνικό – ψυχολογικό βαρύ κλίμα της ταινίας, αλλά ως επί το πλείστον κάνει το θεατή να δεθεί μαζί του και να συμπλεύσει με το χαρακτήρα του. Ο Ed Harris προσδίδει το δικό του (μικρό αλλά απολαυστικό) λιθαράκι με το ρόλο του Christof, ενώ και οι υπόλοιπες ερμηνείες από λιγότερο γνωστούς ηθοποιούς είναι παραπάνω από ικανοποιητικές. Η σκηνοθεσία του Peter Weir εμπεριέχει ακριβώς τα στοιχεία που χρειάζονται για να περιγράψει την περίπλοκη προσωπικότητα του Truman και να αποδώσει όσο το δυνατόν πειστικότερα τη στημένη ζωή του, ενώ το εκπληκτικό σενάριο ανήκει στον Andrew Niccol.

 

Φωτο5

 

Η επιτροπή των Όσκαρ εκείνη τη χρονιά σνόμπαρε τον Jim Carrey και το «Truman Show» και δεν απέδωσε τις τιμές που όφειλε. Δε χρειάζεται να πέσεις στην ίδια παγίδα. O Peter Weir δημιούργησε μια ταινία για σκεπτόμενους θεατές και εσύ, είσαι ένας από αυτούς.

Οι Απαράδεκτοι – Η παρέα που λατρέψαμε

Η πρόταση της στήλης αυτή τη φορά διαφέρει από το μοτίβο των ταινιών το οποίο έχει χρησιμοποιηθεί μέχρι στιγμής, για χάρη μιας ελληνικής σειράς. Για την ακρίβεια, για χάρη της καλύτερης ελληνικής σειράς που έχει ποτέ γυριστεί. Η αγαπημένη παρέα των «Απαράδεκτων» λοιπόν είναι εδώ για να μας θυμίσει μια διαφορετική, ιδιαίτερη εποχή και να μας γεμίσει με νοσταλγία και όμορφες αναμνήσεις.

Είναι γενικώς παραδεκτή αλήθεια ότι η ελληνική τηλεόραση πλέον είναι όχι απλά σιχαμερή και αποκρουστική, αλλά έχει φτάσει σε επίπεδα ξεφτίλας και παρακμής και καλό είναι να την αποφεύγεις αν σέβεσαι τον εαυτό σου. Ειδικότερα, στον τομέα της ψυχαγωγίας, είναι γεμάτη από αντιαισθητικές παραγωγές με ατάλαντους ηθοποιούς και σκηνοθέτες, εγχώριας ή ξένης (κυρίως τουρκικής) προέλευσης, που προσβάλλουν τη νοημοσύνη του θεατή και τεστάρουν τα νεύρα και την ψυχική του ηρεμία. Εν έτει 1991 όμως, η κατάσταση ήταν λίγο διαφορετική.

 

Φωτο1

 

 

Το Σεπτέμβριο του 1991 λοιπόν «οι Απαράδεκτοι» εμφανίζονται για πρώτη φορά στη μικρή οθόνη. Ήταν δημιούργημα της Δήμητρας Παπαδοπούλου, η οποία έδωσε τον καλύτερο της εαυτό για να παραδώσει ένα σενάριο γεμάτο αξέχαστες και διαχρονικές στιγμές. Πρωταγωνιστές της σειράς εκτός της ίδιας είναι ο Σπύρος Παπαδόπουλος, ο Βλάσσης Μπονάτσος και ο Γιάννης Μπέζος, ενώ ελαφρώς μικρότερους αλλά εξίσου σημαντικούς ρόλους έχουν ο Βασίλης Χαλακατεβάκης με τη Ρένια Λουιζίδου.

Ο Σπύρος λοιπόν, ένας διαφημιστής με αριστερές πεποιθήσεις είναι παντρεμένος με τη Δήμητρα, την κλασική ελληνίδα νοικοκυρά της δεκαετίας του ’90. Στον ίδιο όροφο μένουν δύο ξεχωριστοί φίλοι τους, ο Γιάννης με το Βλάσση, ενώ ιδιοκτήτης της πολυκατοικίας είναι ο Βασίλης, που δεν πολυσυμπαθούν. Περιστασιακά τους επισκέπτεται η Ρένια, η κοπέλα του Βλάσση. Τα σκηνικά στα οποία μπλέκει αυτή η παρέα είναι ξεκαρδιστικά και αποτελούν μια κωμική ερμηνεία των στερεοτύπων και των καταστάσεων που επικρατούσαν στην Ελλάδα εκείνη τη χρονική περίοδο, τα περισσότερα εκ των οποίων παραμένουν μέχρι σήμερα.

 

Φωτο2

 

Αξίζει όμως να αναφερθώ σε κάθε χαρακτήρα ξεχωριστά, γιατί ο καθένας βάζει το δικό του λιθαράκι για να χτιστεί αυτός ο «απαράδεκτος» μύθος. Ο Σπύρος αρχικά, αποτελεί το κλασσικό παράδειγμα Έλληνα αριστερού που θυμάται τις πεποιθήσεις του όποτε τον βολεύει, ενώ ο τρόπος ζωής του διαφοροποιείται από αυτές. Σχεδόν σε κάθε επεισόδιο τονίζει τη συμμετοχή του στο πολυτεχνείο, στο οποίο όμως μάλλον είχε μπει για να ρίξει τη Φώφη και όχι τη Χούντα! Η ατάκα του «τι έγινε ρε παιδιά» έχει γραφτεί στην ελληνική τηλεοπτική ιστορία με χρυσά γράμματα.

Ο Γιάννης Μπέζος ενσαρκώνει έναν Έλληνα ομοφυλόφιλο, κάτι πρωτοφανές για την τότε συντηρητική ελληνική κοινωνία. Ο ρόλος του ήταν πρωτοποριακός, σε καμία περίπτωση όμως προσβλητικός, καθώς μέσα από έξυπνες ατάκες αποτύπωνε με χιούμορ τις ιδιαιτερότητες του χαρακτήρα του. Ο Γιάννης ήταν ο πιο «ειρωνικός» απαράδεκτος, με τις δηλητηριώδεις ατάκες του να πέφτουν βροχή, έχοντας ως στόχο κυρίως τη Ρένια, που ο ίδιος αποκαλούσε αστροπελέκι.

 

Φωτο3

 

Η Δήμητρα Παπαδοπούλου είναι η μεγαλομανής Ελληνίδα, που έχει τεράστια ιδέα για τον εαυτό της και το σύζυγο της και ζητάει πάντα περισσότερα από όσα έχει. Ζηλεύει το Σπύρο με την παραμικρή αφορμή, συζητά σε βάθος με το Γιάννη, ενώ περνάει καλά με το Βλάσση. Φιλικά πάντα, αν και δεν ξέρεις καμιά φορά, όπως λέει και ο ίδιος.

Η Ρένια είναι η προσωποποίηση της χαζογκόμενας της δεκαετίας του ’90, με την ωραία εμφάνιση και το μυαλό κουκούτσι. Κατάγεται από τα εξωτικά Τρίκαλα και το όνομα της βγαίνει από το Ελισάβετ. Πάρα πολύ σχετικό, σύμφωνα με το Βλάσση. Συνήθως μένει απέξω από τα σχέδια των υπολοίπων, όπως και ο Χαλακατεβάκης, ο παραδοσιακός τσιφούτης συμφεροντολόγος’Ελληνας που δε τον γουστάρει κανείς. Εκτός βέβαια από εμάς τους θεατές, που τον λατρεύουμε.

 

Φωτο4

 

Άφησα τελευταίο το Βλάσση, γιατί του έχω ιδιαίτερη αδυναμία. Ο Βλάσσης Μπονάτσος παίζει απλά τον εαυτό του. Είναι αυθόρμητος, είναι αληθινός, είναι μοναδικός. Ξεχειλίζει από παιδική αθωότητα, από τσαχπινιά, είναι ο άνθρωπος που ο καθένας θα ήθελε να έχει στην παρέα του. Του αρέσει να γλεντάει, να περνάει καλά, να την πέφτει σε όποια κοπέλα βρει μπροστά του. Έχει μια ιδιαίτερη σχέση με το συγκάτοικο του το Γιάννη, αλλά είναι αγαπητός από όλους. Μπορεί να το παρακάνει κάποιες φορές, αλλά με το «καλά με συγχωρείς» που θα πει αμέσως μετά, δε γίνεται να του κρατήσεις κακία

 

Φωτο5

 

«Οι Απαράδεκτοι» είναι στην ουσία μια απεικόνιση της ελληνικής κοινωνίας μέσα από κωμικές καταστάσεις. Είναι ένας ειλικρινής «καθρέπτης», χωρίς καμία δόση ψευτιάς και υποκρισίας. Κάνουν έξυπνη σάτιρα με την ίδια ευκολία που προκαλούν άφθονο γέλιο. Οι ατάκες, οι διάλογοι, οι χαρακτήρες, είναι όλοι τόσο «αληθινοί», που νιώθεις ότι παρακολουθείς κομμάτι της καθημερινότητας σου. Οι δήθεν αντιμετωπίσεις και οι υπερβολικές ερμηνείες δεν είναι για αυτή τη σειρά. Εδώ, το μόνο που δεσπόζει είναι η αυθεντικότητα.

Μπες και εσύ λοιπόν σε αυτή την παρέα των «απαράδεκτων». Μην αφήσεις να σε επηρεάσει η χρονολογία, το χιούμορ τους ήταν χρόνια μπροστά και είναι άφθαρτο. Αυτά τα παιδιά, δημιούργησαν μια παρέα που δε θα χαθεί ποτέ και θα μας κρατάει συντροφιά όποτε τη χρειαστούμε. Γιατί «οι απαράδεκτοι» είναι κάτι παραπάνω από μια απλή σειρά. Είναι ένα σύμβολο αγνής φιλίας, μια υπενθύμιση ζωής.

Θα ήθελα να γράψω ολόκληρη πραγματεία πάνω στους «απαράδεκτους», αλλά νομίζω πως τα επεισόδια μιλούν από μόνα τους. Προς το παρόν, πάω για ποτό στου Λαμόγια, με το Βλάσση και τα άλλα παιδιά..

 

https://www.youtube.com/watch?v=TeNfBM1g-PQ

 

https://www.youtube.com/watch?v=WagtWCyhHDM

Léon – ένας θρίαμβος συναισθημάτων

To «Léon» ή αλλιώς «Léon: Τhe Professional» , αποτελεί μια ταινία σταθμό στην καριέρα του Jean Reno και το εφαλτήριο για την αξιόλογη πορεία της Natalie Portman στη μεγάλη οθόνη. Το είδος της δε μπορεί να προσδιοριστεί ξεκάθαρα, καθώς παρότι το βασικό μοτίβο πλησιάζει αυτό των θρίλερ αγωνίας, έχει εμφανή στοιχεία ψυχολογικών θρίλερ, ταινιών δράσης αλλά και σημεία που ξεχειλίζουν από χιούμορ, ενώ κάνουν εμφανή την παρουσία τους οι δραματικές στιγμές. Ξέρω, ήμουν διαφωτιστικός.
Η υπόθεση ξετυλίγεται γύρω από τη σχέση του Léon (Jean Reno) και της Mathilda (Natalie Portman). Ο Léon βγάζει τα προς το ζήν σκοτώνοντας κόσμο με χαρακτηριστική ψυχραιμία και μεγάλη μαεστρία, ενώ η Mathilda είναι ένα δωδεκάχρονο κορίτσι που επιθυμεί να ωριμάσει πρόωρα. Η οικογένεια της κάθε άλλο παρά συνηθισμένη είναι, με τον πατέρα της να εμπορεύεται ναρκωτικά, τη μητέρα της να είναι ελαφρών ηθών και την αδερφή της να είναι το κλασικό στερεότυπο της χαζής εγωίστριας μεγάλης αδερφής. Ο μόνος που συμπαθεί η Mathilda είναι ο μικρός της αδερφός, που την αγαπάει εξίσου. Οι ενέργειες όμως του πατέρα της οδηγούν στη δολοφονία της οικογένειας από διεφθαρμένους αστυνομικούς, εκτός από τη Mathilda που διαφεύγει και βρίσκει καταφύγιο στο σπίτι του Léon.
Φωτο1 (1)
Με αυτό τον τρόπο πραγματοποιείται η γνωριμία των πρωταγωνιστών, που θα μετουσιωθεί σε μια πολύ ισχυρή φιλία. Η Mathilda επιθυμεί διακαώς να εκδικηθεί για την οικογένεια της και θεωρεί πως ο Léon είναι ο ιδανικός άνθρωπος να τη βοηθήσει και να τη διδάξει τις δεξιότητες του επαγγέλματος του. Εκείνος αρχικά λαμβάνοντας υπόψιν την ηλικία της μικρής του φίλης είναι αρνητικός, στη συνέχεια σταδιακά οι αντιδράσεις του κάμπτονται, όχι όμως ολοκληρωτικά.
Ο Léon είναι ιδιαίτερος και περίπλοκος χαρακτήρας, με μεγάλο βάθος και ιστορικό που έχει επηρεάσει τη ψυχολογία του. Το παρελθόν του τον έχει οδηγήσει σε μια μοναχική ζωή, όπου μόνος φίλος του είναι το φυτό που περιποιείται στο διαμέρισμα του. Η σχέση του με τη Mathilda δίνει ξανά νόημα στη μουντή ζωή του, δίνοντας του το έναυσμα να εξωτερικεύσει τα αισθήματα που κρατούσε τόσο καιρό κρυμμένα μέσα του. Αναπτύσσει συναισθήματα για εκείνη που τον απελευθερώνουν και και του υπενθυμίζουν πόσο σημαντικές είναι οι ανθρώπινες σχέσεις.
 H Mathilda από την άλλη αναζητούσε απεγνωσμένα μια πατρική φιγούρα που να της δείξει την απαραίτητη προσοχή και φροντίδα, ασχέτως αν επιθυμεί να δείχνει αυτόνομη και ώριμη. Στο πρόσωπο του Léon βρίσκει ένα πρότυπο, έναν προστάτη, ίσως και έναν εραστή. Εραστή βέβαια όχι με τη σαρκική έννοια, αλλά με την έννοια του διάχυτου ερωτισμού, ο οποίος περιβάλλει την ταινία, μιας πλατωνικής αγάπης δύο ανθρώπων που οι συγκυρίες τους φέρνουν τόσο κοντά, αλλά ταυτόχρονα τόσο μακριά.
Φωτο2 (2)
Ο Jean Reno ενσαρκώνει αριστοτεχνικά τον Léon, κυριαρχούμενος από ένα λιτό λυρισμό. Είναι υπέροχος ο τρόπος με τον οποίο δείχνει ότι ο χαρακτήρας του κρύβει τόσα πολλά συναισθήματα και σκέψεις μέσα του αλλά δυσκολεύεται να τις εκφράσει. Παρουσιάζει μια βασανισμένη ψυχή που αναζητά να βρει το προσωπικό της ησυχαστήριο, να συνάψει ειρήνη με ό,τι την κατατρώει. Η πολυπλοκότητα της ανθρώπινης ψυχολογίας αποτυπώνεται ιδανικά μέσα από ένα πλαίσιο ωμού ρεαλισμού.
Δίπλα του στέκεται επάξια η Natalie Portman, αποτυπώνοντας το πορτραίτο ενός κοριτσιού που έχει μεγαλώσει προβληματικά. Υποστηρίζει το ρόλο της εξαιρετικά, μεταδίδοντας στο θεατή τη σύγχυση που επικρατεί στο μυαλό της Mathilda, τους προβληματισμούς της, την ανάγκη της για στήριξη και βοήθεια. Είναι δυναμική, είναι συγκινητική, είναι ξεχωριστή για την ηλικία της.
Μια ακόμη ερμηνεία όμως που αξίζει να επισημανθεί είναι αυτή του Gary Oldman, που στο ρόλο του διεφθαρμένου αστυνομικού Stansfield εξαντλεί τα (εκτενέστατα) όρια του ταλέντου του. Ο Stansfield, εκτός των άλλων είναι εθισμένος στα ναρκωτικά, σαδιστής και το κυριότερο παλαβός. Μάλλον όχι απλά παλαβός, θεότρελος. Αυτή την τρέλα όμως κάνει κτήμα του εύκολα ο Oldman και τη μοιράζει απλόχερα στο κοινό, κάνοντας το να σιχαθεί τον Stansfield, αλλά να αγαπήσει τον ίδιο.
Φωτο3 (1)
Η σκηνοθεσία του Luc Besson είναι αψεγάδιαστη. Παρά το γεγονός ότι εμβαθύνει στη σχέση των πρωταγωνιστών και αγγίζει ευαίσθητα και «βαριά» θέματα, φροντίζει τις κατάλληλες στιγμές να δώσει ρυθμό στην ταινία με γρήγορες σκηνές δράσης, ενώ δε λείπουν τα απαραίτητα comic reliefs, που ξεκουράζουν και χαλαρώνουν το θεατή. Την παράσταση ωστόσο κλέβει η επιβλητική μουσική υπόκρουση, με το «Shape of MyHeart» του Sting στους τίτλους τέλους να κλείνει ονειρικά τα 110 λεπτά του φιλμ.
Τα υπερβολικά εφέ, οι ακριβοπληρωμένοι εμπορικοί ηθοποιοί, οι κλισέ ατάκες απουσιάζουν από το «Léon«. Η ουσία της ταινίας συνοψίζεται στη σκηνή που ο Léon ανοίγει την πόρτα στη Mathilda. Η αθωότητα, η περιέργεια, η ανάγκη για αγάπη, η ανθρωπιά, είναι όλα εκεί μεταξύ άλλων. Ο «αληθινός» κινηματογράφος στα καλύτερα του, θριαμβεύει μέσα από την κάμερα του Besson. Μη το χάσεις..

 

Fifty Shades of Grey: Το πρώτο τρέιλερ

Πριν λίγη ώρα κυκλοφόρησε το τρέιλερ της πολυαναμενόμενης κινηματογραφικής μεταφοράς των βιβλίων της E.L. James Το 50 Shades of Grey, σύμφωνα με τη Universal, θα κυκλοφορήσει στις ΗΠΑ ανήμερα του Αγίου Βαλεντίνου.

Την Anna Steele υποδείεται η Dakota Johnson και ο Jamie Dornan του Once Upon a Time τον Christian Grey.

Η τριλογία του 50 Shades of Grey πούλησε πάνω από 100 εκατομμύρια αντίτυπα και έχει μεταφραστεί σε 50 γλώσσες.

Αnchorman – Ο θρύλος του Will Ferrell

Είναι καλοκαίρι. Το μόνο που σκέφτεσαι είναι οι διακοπές, η χαλάρωση, η παραλία. Προσπαθείς να ξεφύγεις από τα καθημερινά άγχη, έστω και για λίγο. Αυτό που έχεις ανάγκη λοιπόν είναι μια ταινία χωρίς βάθος, κρυμμένα νοήματα, μπερδεμένο σενάριο, περίπλοκους χαρακτήρες, κάτι που θα προκαλέσει αγνό και χωρίς ενοχές γέλιο. Ο Will Ferrell είναι εδώ για να σε σώσει, χαρίζοντας στην ανθρωπότητα το αριστούργημα «Anchorman: The Legend of Ron Burgundy».

 

Πριν όμως γίνουν οι απαραίτητες επεξηγήσεις για την ταινία, πρέπει να εστιάσουμε στην οντότητα Will Ferrell. Ο Ferrell είναι κάτι παραπάνω από ένας απλός ηθοποιός, είναι ιδέα, είναι η προσωποποίηση της χαζοαμερικάνικης κωμωδίας. Αυτή λοιπόν η θεότητα, έχει τη μοναδική ικανότητα να σε κάνει να γελάς μόνο και μόνο επειδή τον βλέπεις στην οθόνη. Δε χρειάζεται να μιλήσει, να εκφραστεί, να κάνει μορφασμούς. Είναι αστείος απλά επειδή υπάρχει, κάτι που σίγουρα αποτελεί ξεχωριστό ταλέντο. Μπορεί να μη του δίνει Όσκαρ και διακρίσεις, αλλά το γέλιο που προσφέρει απλόχερα δε μετριέται με αγαλματάκια.

Φωτο1

Μετά από αυτή τη μικρή – αλλά σημαντική – παρένθεση, ήρθε η στιγμή για την εξιστόρηση της υπόθεσης. Η ταινία λοιπόν διαδραματίζεται στην ανατρεπτική δεκαετία του 1970, στο San Diego, όπου ο πιο αγαπητός και αναγνωρισμένος παρουσιαστής ειδήσεων ακούει στο όνομα Ron Burgundy (Will Ferrell). Ο Ron αποτελεί μια εκκεντρική περσόνα, έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του, είναι γυναικάς, βασίζεται στην υπερβολή και δεν είναι το πιο κοφτερό μυαλό. Η δημοσιογραφική του ομάδα αποτελείται από αναλόγου βεληνεκούς άτομα, όπως ο παλαίμαχος παίκτης μπέηζμπολ, Champ Kind (David Koechner) που ασχολείται με τα αθλητικά, ο εξαιρετικά αγαπητός στις γυναίκες Brian Fantana (Paul Rudd) που έχει αναλάβει τα τρέχοντα ρεπορτάζ και ο διανοητικά καθυστερημένος Brick Tamland (Steve Carrell), που μεταδίδει, ή τουλάχιστον κάνει φιλότιμες προσπάθειες να μεταδώσει,  τον καιρό.

 

Την κυριαρχία και την ψυχική ηρεμία αυτού του ιδιαίτερου γκρουπ έρχεται να διαταράξει η Veronica Corningstone (Christina Applegate), που ορίζεται από το κανάλι του Ron ως συμπαρουσιάστρια και με την οποία ο ίδιος διατηρούσε σχέση. Σταδιακά, ενώ ο πρωταγωνιστής μας αναλώνεται στο να φλερτάρει, να πίνει και γενικά να καλοπερνάει χωρίς να ασχολείται τόσο με τη δουλειά του, η Veronica εκτοξεύει την καριέρα της. Έπειτα, μέσα από μια σειρά ενεργειών, επιτυγχάνει την απόλυση του Ron, γίνεται η ίδια κεντρική παρουσιάστρια και ο αγαπημένος μας φίλος βολοδέρνει προσπαθώντας απεγνωσμένα να ανακάμψει.

Φωτο2 (1)

Εκτός από την κεντρική υπόθεση, υπάρχουν αρκετές υπο-ιστορίες, όπως η αναφορά στην κόντρα με άλλους τηλεοπτικούς σταθμούς, για την παρουσίαση των οποίων επιστρατεύεται ένας καταιγισμός από απολαυστικά cameos. Οι Ben StillerJack BlackTim RobbinsVince VaughnDanny TrejoSeth Rogen, είναι μερικά μόνο από τα ονόματα που συμμετέχουν σε ξεκαρδιστικές σκηνές άσχετες με τη βασική ιστορία. Προσδίδουν στην ταινία ποικιλία και περισσότερο ενδιαφέρον, ενώ δείχνουν και οι ίδιοι ότι το διασκεδάζουν απόλυτα.

 

Οι ερμηνείες στο σύνολο τους είναι εξαιρετικές, με αυτές του Ferrell και του Carrell να ξεχωρίζουν. Ειδικά όταν οι δυο τους συνυπάρχουν στην ίδια σκηνή, τα αποτελέσματα μπορούν να προκαλέσουν γέλιο και στον πιο δύσπιστο και αρνητικά προκατειλημμένο θεατή. Η σκηνοθεσία του Adam McKay σίγουρα δεν είναι κάτι που αξίζει ιδιαίτερη μνεία, είναι ωστόσο επαρκής ώστε να στηρίξει το έξυπνο σενάριο, χωρίς να χρειάζεται κάτι εξεζητημένο. Οι διάλογοι που προσφέρει το σενάριο (το οποίο προσυπογράφει ο Will Ferrell) είναι πνευματώδεις, σφίζουν από «χαζό» χιούμορ και δεν κουράζουν ποτέ. Οι ατάκες πέφτουν βροχή και έγιναν γρήγορα μόδα στην Αμερική (και όχι μόνο), ενώ ακόμα, δέκα χρόνια μετά, εμφανίζονται συχνά στα κοινωνικά δίκτυα.

ANCHORMAN 2: THE LEGEND CONTINUES

Ναι, δεν είναι η καλύτερη ταινία που έχει γυριστεί ποτέ. Ίσως δεν είναι ούτε στις εκατό, ούτε στις πεντακόσιες καλύτερες. Είναι μια ταινία όμως που αποδέχεται τη φύση της, σέβεται τον εαυτό της και δεν επιδιώκει να διεκδικήσει διαπιστευτήρια  ποιότητας. Έχει δημιουργηθεί αποκλειστικά με σκοπό να προκαλέσει απενοχοποιημένο, αυθόρμητο γέλιο, μακριά από δήθεν προσωπεία κουλτούρας και καλλιτεχνικής «ανωτερότητας». Είναι «χαζή», είναι περήφανη για αυτό και το εκμεταλλέυεται στο έπακρο. Εκτοξεύει τη διάθεση στα ύψη και μας καλεί όλους να υποκλιθούμε στο μεγαλείο του Ron Burgundy. «Stay classy» μας λέει ο ίδιος στην αποφώνηση του δελτίου του, και είναι βέβαιο ότι θα ακολουθήσουμε τη συμβουλή του.

Stand By Me – Ένα ταξίδι στην αθωότητα

Ο περίφημος και πολυδιαβασμένος Stephen King, «βασιλιάς» των συγγραφέων ιστοριών τρόμου, με  αριστουργηματικές κινηματογραφικές μεταφορές, αποφάσισε το 1982 να γράψει ένα διαφορετικό βιβλίο, ένα βιβλίο μακριά από το συνηθισμένο του στυλ. Ο τίτλος αυτού, «The Body«, με την ταινία «Stand By Me«, τη μεταφορά του στον κινηματογράφο, να αποτελεί μια ωδή στην παιδική φιλία, την αθωότητα, τη νοσταλγία.
Nα «σταθούμε στο πλάι τους», λοιπόν, μας καλούν τέσσερα αγόρια που βρίσκονται στην αρχή της εφηβείας τους και αποφασίζουν να μπουν σε μια περιπέτεια που θα σφυρηλατήσει το χαρακτήρα και θα διαμορφώσει κομμάτι της προσωπικότητας τους. Οι GordieChrisTeddy και Vern, ζουν στο Castlerock του Oregon και το καλοκαίρι του 1959, μαθαίνουν τυχαία την τοποθεσία του άψυχου σώματος ενός παιδιού που αγνοούνταν για μέρες. Καθώς το παιδί αυτό ήταν στην ηλικία τους, θέλουν να ικανοποιήσουν την περιέργεια τους μα και να ανακηρυχθούν «τοπικοί ήρωες», αποφασίζουν να ξεκινήσουν ένα ταξίδι για την αναζήτηση του, ενώ ταυτόχρονα το ίδιο πράττει μια συμμορία από μεγαλύτερα αγόρια.
Φωτο1 (1)
Καθένας από τους τέσσερις πρωταγωνιστές έχει ξεχωριστή προσωπικότητα και διαφορετικό παρελθόν. Ο Gordie (Wil Wheaton) είναι τo «μυαλό» της παρέας, ο έξυπνος, αυτός που θα συνδυάσει στοιχεία για να βρει τη λύση και θα αποκαλύψει σταδιακά κρυμμένα στοιχεία του χαρακτήρα του. Ο Chris (River Phoenix), προερχόμενος από μια οικογένεια με κακή το λιγότερο φήμη, προσπαθεί να αφήσει το δικό του στίγμα δείχνοντας ότι μπορεί να γίνει ο «ηγέτης» της παρέας και να πάρει γενναίες αποφάσεις. Ο Teddy (Corey Feldman), κάπως εκκεντρικός, ξεχωρίζει από το παραμορφωμένο του αυτί, συνέπεια των ενεργειών του ψυχικά διαταραγμένου πατέρα του, τον οποίο όμως δε σταματά να εξυμνεί για την προσφορά του κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο Vern (Jerry O’Connell), είναι η «ψυχή» της παρέας, αυτός που θα κάνει τα περισσότερα αστεία και θα χαλαρώσει τους υπόλοιπους τις στιγμές που είναι απαραίτητο.
Με μια όμως κοινότυπη σχετικά ιστορία, που έχει αναπτυχθεί με παρόμοιο τρόπο ποικίλες φορές στον κινηματογράφο, τι είναι αυτό που κάνει τόσο ιδιαίτερη αυτή την ταινία και την καθιστά απαραίτητη προσθήκη στην ταινιοθήκη κάθε σινεφίλ;  Η απάντηση βρίσκεται στην εξέλιξη της πλοκής, που απομακρύνεται εντελώς από τα θρίλερ αγωνίας της σειράς. Για την ακρίβεια, εστιάζει σε κοινωνικές και ψυχολογικές προεκτάσεις με επίκεντρο την παιδική ηλικία, ξετυλίγοντάς τις μέσα σε μιαν αχλή μυστηρίου και περιπέτειας. Διαπραγματεύεται το ζήτημα της φιλίας με λεπτό και έντεχνο τρόπο, αναζητώντας ευαίσθητες πτυχές και δοκιμάζοντας τη σχέση των αγοριών σε ποικίλες καταστάσεις.
Φωτο2 (3)
Η ταύτιση με τους πρωταγωνιστές είναι αναπόφευκτη, καθώς τα παιδικά συναισθήματα αναδύονται ενστικτωδώς και απρόσκοπτα. Ποιος δεν ονειρεύτηκε, δεν κυνήγησε μια περιπέτεια, δεν αγάπησε παθολογικά, δε φοβήθηκε όταν ήταν μικρός; Οι παιδικές ανησυχίες, η αφέλεια, η φιλία που σήμαινε τόσα περισσότερα για όλους τότε, η ανεμελιά, η ευτυχία, η περιέργεια, η αθωότητα, η ανιδιοτέλεια, είναι όλα εκεί, φωνάζουν, προσκαλούν, αγκαλιάζουν το θεατή και προσδίδουν στην ταινία διαχρονικότητα και μια κλασική, απλουστευτική ομορφιά.
Ο Rob Reiner, υποτιμημένος και εξαιρετικός σκηνοθέτης, συμβάλλει στη δημιουργία ενός κλίματος νοσταλγίας με την ανάλαφρη και επικεντρωμένη στην ανάπτυξη των χαρακτήρων σκηνοθεσία του. Οι ηθοποιοί, δεδομένης της μικρής τους ηλικίας, αποδίδουν αρκετά καλά τις συναισθηματικές εναλλαγές και τη δυναμική του αντίστοιχου ρόλου τους, αλλά το σημαντικότερο είναι ότι προσδίδουν μια αίσθηση παιδικότητας και ψυχολογικής ταύτισης που δύσκολα συναντάς σε άλλη ταινία. Τη μυσταγωγία αυτή αισθημάτων έρχεται να ολοκληρώσει η υπέροχη μουσική υπόκρουση, βασισμένη στις δεκαετίες του 1950 και 1960, με το «Stand By Me» του Ben EKing να ξεχωρίζει.
Ο αθώος τρόπος με τον οποίο αντιλαμβάνεται τον κόσμο ένα μικρό παιδί, στην πορεία χάνεται σε άγχη, συμφέροντα, ίντριγκες. Η ουσιαστική αγάπη και η πραγματική φιλία αντικαθίστανται από επιφανειακές, εφήμερες σχέσεις. Για 89 λεπτά όμως, αφήστε την ταινία να σας οδηγήσει με γνώμονα τη νοσταλγία σε μια απόδραση από τη μίζερη πραγματικότητα των ενηλίκων, σε ένα παιδικό παραμύθι. Όταν αυτό τελειώσει, τα δάκρυα θα είναι εμφανή, η ανάμνηση όμως, γλυκιά και αθάνατη.

Intouchables

Η αλήθεια είναι πως πριν αποφασίσουμε οριστικά να δούμε το «Intouchables» ήταν διάχυτη η αρνητική προδιάθεση, καθώς δεν είμαστε και οι μεγαλύτεροι θαυμαστές του γαλλικού κινηματογράφου. Όντας, λοιπόν, το λιγότερο, έτοιμοι να γίνουμε επικριτικοί και να διαμαρτυρηθούμε για το παραμικρό ελάττωμα, η ταινία όχι απλά μας διέψευσε, αλλά μας μετέφερε  στο άλλο άκρο, στο άκρο της λατρείας προς αυτήν. Πόσο λάθος κάναμε στην αρχή…
H  υπόθεση αναφέρεται στην ιστορία του Philippe, ενός πλούσιου και διαννοούμενου  τετραπληγικού, ο οποίος επιθυμεί να προσλάβει κάποιον που θα αναλάβει την προσωπική του φροντίδα. Έχοντας μείνει απογοητευμένος από τους υποψηφίους, εμφανίζεται μπροστά του ο αφρικανικής καταγωγής Driss, που ενώ δε το είχε ως αρχικό σκοπό, πείθεται να τον αναλάβει. Η σχέση που αναπτύσσουν δύο .κατά τα φαινόμενα εντελώς αταίριαστοι χαρακτήρες. βρίσκεται στο επίκεντρο της, βασισμένης στην αληθινή ιστορία του Γάλλου εκατομμυριούχου Philippe Pozzo di Borgo, ταινίας.
Οι περισσότεροι από εσάς μάλλον έχετε ήδη αποθαρρυνθεί από το σενάριο και απορείτε για την επιλογή μας. Δε μπορείτε να φανταστείτε όμως, πώς μια ιστορία που εκ πρώτης όψεως διέρχεται από δραματικά στοιχεία, μπορεί να πυροδοτήσει τόσο αθώο, αβίαστο και ξεκαρδιστικό γέλιο. Το «Intouchables» είναι από αυτές τις ταινίες που ισορροπούν μαεστρικά μεταξύ δράματος και κωμωδίας, με την πλάστιγγα να γέρνει τελικά προς το δεύτερο σκέλος. Είναι ο ορισμός της «feel – good» ταινίας, που παρακολουθείται με άνεση ενώ ταυτόχρονα σε καθηλώνει.
Φωτο1
Το δίδυμο των σκηνοθετών (Olivier Nakache – Eric Toledano) θα ήταν τόσο απλό να πέσει στην παγίδα των στερεοτυπικών κλισέ που προβάλλονται, αλλά με έντεχνο και δημιουργικό τρόπο επιτυγχάνουν να τα χρησιμοποιήσουν υπέρ τους, δίνοντας μια δόση κοινωνικής σάτιρας και σαρκασμού της οπισθοδρομικής σκέψης στο έργο τους. Η σκηνοθεσία τους καθιερώνει ένα ατμοσφαιρικό πλαίσιο, το οποίο είναι «ζεστό» και φιλόξενο για τον θεατή, προσκαλώντας τον να γίνει μέλος ενός πιο ανθρώπινου και αντισυμβατικού κόσμου.
Η ανάπτυξη των χαρακτήρων των Philippe και Driss είναι υπέροχη, ενώ η χημεία τους πραγματικά ξεχωριστή. Ο Driss δίνει μια πιο ανθρώπινη νότα στη ζωή του τεχνοκράτη και ορθολογικού Philippe, που μέσα στην αρνητική ψυχολογία που έχει αποκτήσει εξαιτίας της αναπηρίας του, έχει τόσο ανάγκη. Δε διστάζει ακόμα και να αστειευτεί με την κατάσταση του, δίνοντας του με αυτό τον τρόπο τη μεγαλύτερη ευχαρίστηση που τόσο του είχε λείψει: την αντιμετώπιση ίσος προς ίσο. Η φιλία τους ωστόσο είναι αμφίδρομη, καθώς και ο Driss συνειδητοποιεί μέσα από την καθοδήγηση του Philippe δικές του δεξιότητες και δυνατότητες, που τόσο είχε υποτιμήσει, μαθαίνοντας να εκτιμά τον εαυτό του και να σέβεται τους γύρω του. Έτσι, ενώ η ταινία δεν απέχει από τη σκληρή και ρεαλιστική απεικόνιση της τετραπληγίας, τη χρησιμοποιεί ως μέσο για επαναπροσδιορισμό της ανθρώπινης προσωπικότητας και αξίας. Στέκεται στη διοχέτευση της ατομικής ζωτικότητας σε ουσιαστικά έργα προσφοράς, που επανακαθορίζουν τις ανθρώπινες σχέσεις θέτοντας νέα σταθμά και όρια. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι το μέσο εκπλήρωσης αυτής της πρόκλησης που θέτει το καλογραμμένο σενάριο της ταινίας είναι ένα: το γέλιο.
Φωτο2 (2)
Βέβαια, τίποτα από όλα αυτά δε θα ίσχυε αν οι ερμηνείες των δύο πρωταγωνιστών δεν έφθαναν σε υψηλά επίπεδα. Για την ακρίβεια, η απόδοση των χαρακτήρων του Driss και του Philippe από τους  Omar Sy καιFrançois Cluzet είναι συναρπαστική, όμορφη, συγκινητική. Στηρίζεται σε μια ανατρεπτική απλότητα που έχει ως γνώμονες την αγνή και ανθρώπινη προσέγγιση, χωρίς υπερβολές και και εκβίαση καταστάσεων. Σε αναγκάζουν να ταυτιστείς με αυτούς, να πονέσεις και να χαρείς, να γελάσεις και να ξεφύγεις και εσύ από τα όρια, να αναζητήσεις νέες, εποικοδομητικές πτυχές του εαυτού σου.
Μη ξεγελαστείτε λοιπόν από τα επιφανειακά χαρακτηριστικά της ταινίας και μην πέσετε στην παγίδα που πέσαμε εμείς πριν τη δούμε. Το «Intouchables» αποτελεί έναν ύμνο στην ανθρωπιά, την ανιδιοτελή αγάπη, το γέλιο, τη φιλία, την ευτυχία. Το πλατύ χαμόγελο που δε θα φεύγει με τίποτα από το πρόσωπο σας μετά το τέλος της ταινίας, είναι ανεκτίμητο.

 

The Usual Suspects

Ο Bryan Singer, πριν ασχοληθεί ενδελεχώς με εμπορικές ταινίες όπως οι Xmen, αποφάσισε το 1995 να ταλαντεύσει την πνευματική μας υγεία, σκηνοθετώντας τους «Συνήθεις Υπόπτους», ένα νέο-noir αστυνομικό θρίλερ που αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα «mindfucks» στην ιστορία του κινηματογράφου. Πραγματικά, ακόμα και μετά από δύο και τρεις θεάσεις, είναι δυνατό να εμφανίζονται νέα στοιχεία και λεπτομέρειες που πριν δεν είχαν υποπέσει στην αντίληψη του θεατή, ενώ οι ανατροπές (η τελευταία μεταξύ των κορυφαίων ανατροπών ever) σε καθηλώνουν και σε εκπλήσσουν κάθε φορά όπως την πρώτη.
 
Ποιοι όμως τελικά είναι αυτοί οι «Συνήθεις Ύποπτοι»; Ας ξεκινήσουμε από την αρχή. Στην πρώτη σκηνή της ταινίας παρακολουθούμε την φαινομενικά εν ψυχρώ εκτέλεση του ηθοποιού που ενσαρκώνει ο Dean Keaton, από κάποιον του οποίου τα χαρακτηριστικά σκοπίμως κρύβονται, πάνω σε ένα πλοίο το οποίο τυλίγεται στις φλόγες. Την επόμενη μέρα, ο Kevin Spacey ως Roger «Verbal» Kint ανακρίνεται από έναν πράκτορα του FBI με σκοπό την εξιχνίαση της υπόθεσης. Κάπου εκεί, με την εξιστόρηση των πεπραγμένων από τον Kint, γνωρίζουμε τους πέντε υπόπτους που θα μας απασχολούν για το υπόλοιπο της ταινίας. Μαθαίνουμε λοιπόν ότι προσάγονται  με το πρόσχημα μιας ληστείας φορτηγού, με στόχο όμως, όπως υποψιάζονται, τη χειραγώγηση τους για την εκπλήρωση ενός ανωτέρου σχεδίου, από τον εγκληματικό εγκέφαλο Keyzer Soze, γύρω από τον οποίο πλανάται ένας μύθος.
φωτο1
Ειδική αναφορά όμως πρέπει να γίνει στους χαρακτήρες μας, οι οποίοι είναι τόσο εργαλειακά ανορθολογικοί μεταξύ τους, τόσο αταίριαστοι και μη συνηθισμένοι, που εν τέλει αυτά ακριβώς τα στοιχεία είναι που συνεισφέρουν στην απολαυστική συνύπαρξη τους. Συγκεκριμένα, ο Gabriel Byrne (Dean Keaton) είναι ένας πρώην διεφθαρμένος αστυνομικός που προσπαθεί να αλλάξει τη ζωή του προς το καλύτερο (και πιο νόμιμο), ο Michael McManus (Stephen Baldwin) είναι ένας μικροεγκληματίας με επιπόλαιη και ανεξέλεγκτη προσωπικότητα, ο Fred Fenster (Benicio Del Toro) είναι ο Ισπανός συνέταιρος του McManus που μιλά με περίεργη προφορά, ενώ ο Todd Hockney (Kevin Pollak) είναι ένας ληστής που διαμορφώνει μια ιδιαίτερη αντιπάθεια για τον McManus. Αφήσαμε για το τέλος τον Roger «Verbal» Kint , που όπως αναφέραμε και προηγουμένως, ενσαρκώνεται από τον Kevin Spacey και αποτελεί έναν κατά τα φαινόμενα κουτσό και αφελή απατεώνα.
 
Οι ερμηνείες είναι αρκετά καλές, με αυτές του Keaton και του Spacey να ξεχωρίζουν. Για να είμαστε πιο δίκαιοι, με αυτή του Spacey να είναι χιλιόμετρα μπροστά από τις υπόλοιπες, σε έναν ρόλο που έχει δημιουργηθεί απολύτως στα μέτρα του και του έδωσε δίκαια το Όσκαρ Β’ ανδρικού ρόλου. Ο Spacey (που αυτή την περίοδο διαπρέπει με τη σειρά House Of Cards (όσοι δεν την έχετε ήδη παρακολουθήσει, κάντε το άμεσα) είναι αινιγματικός, μυστηριώδης, σε συνδυασμό με μια διάχυτη αφέλεια και άγνοια που υποθάλπει κρυμμένες πτυχές του χαρακτήρα του. Οι υπόλοιπες ερμηνείες δεν ξεχωρίζουν τόσο, όχι τόσο λόγω απόδοσης των ηθοποιών, όσο λόγω σεναρίου, καθώς αποφασίστηκε να μη δοθεί ιδιαίτερο βάρος στην εξέλιξη των υπόλοιπων χαρακτήρων.
φωτο2 (1)
Η σκηνοθεσία του Singer βασίζεται κυρίως στις αναδρομές στο παρελθόν (flashbacks), μέσα όμως από διαφορετικές οπτικές αντίληψης, με σκοπό να καταστήσει το θεατή έρμαιό του, να τον απορροφήσει και να τον αποπροσανατολίσει ώστε το σοκ των ανατροπών να ενισχύεται ακόμα περισσότερο. Αυτή η μη γραμμική αφήγηση και το εξεζητημένο μοντάζ συνδυάζονται με σκοτεινή και επιβλητική φωτογραφία που εστιάζει κυρίως σε κλειστούς χώρους, δίνοντας έτσι μια ατμοσφαιρική ταυτότητα στην ταινία.
 
Αυτός όμως που κλέβει την παράσταση είναι ο Christopher McQuarrie με το εκπληκτικό του σενάριο, για το οποίο όπως ήταν αναμενόμενο βραβεύτηκε με το Όσκαρ σεναρίου. Οι σφιχτοί και προσεγμένοι διάλογοι, η πληθώρα λεπτομερειών που δε γίνεται αντιληπτή με την πρώτη ματιά, τα δεκάδες μικρά στοιχεία που πρέπει να συνδέσει κάποιος για να φθάσει στην κατανόηση του τελικού αποτελέσματος πριν αυτό έρθει, το πέπλο μυστηρίου γύρω από το θρυλικό χαρακτήρα του Keyzer Soze, το κατά πολλούς κορυφαίο plot twist όλων των εποχών, είναι μερικοί μόνο λόγοι για τους οποίους το σενάριο του McQuarrie θα μνημονεύεται και θα αποτελεί πρότυπο για μελλοντικές ταινίες ανάλογου είδους.
 
Αν ακόμη δε σας έπεισα να παρακολουθήσετε τους «Usual Suspects«, σκεφτείτε πως αποτελεί μια πρόταση – πρόκληση για σας, όχι μόνο μια πρόταση ψυχαγωγίας. Είστε ικανοί να κατανοήσετε και να προβλέψετε αυτά που θα συμβούν ή θα πέσετε και εσείς θύμα του πανούργου Keyzer Soze? Άλλωστεόπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Kint, «The greatest trick the devil ever pulled was convincing the world he did not exist».



Reservoir Dogs

Ακούγοντας Quentin Tarantino, το μυαλό των περισσοτέρων, ειδικότερα όσων ανήκουν σε νεότερες γενιές, πηγαίνει σε ταινίες όπως Kill Bill 1 & 2, Pulp Fiction, ακόμα και το πρόσφατο – και σχετικά μέτριο – Django. Ωστόσο λίγοι θα επισημάνουν το ιστορικό και εμβληματικό σκηνοθετικό του ντεμπούτο, με την ταινία Reservoir Dogs του 1992. Το Reservoir Dogs μπορεί να χαρακτηριστεί ως αστυνομικό θρίλερ, με στοιχεία ψυχολογικής έντασης και αγωνίας. Αλλά αυτός ο χαρακτηρισμός είναι μόνο τυπικός, ώστε να έχετε την ελάχιστη ιδέα για την ταινία που θα παρακολουθήσετε, καθώς η ταινία αυτή μόνο συνηθισμένη δεν είναι.

Το βασικό θέμα της ταινίας , λοιπόν, φαινομενικά, είναι μια ληστεία που πήγε εντελώς στραβά. Όλα ξεκινούν όταν ο Joe, ένα αφεντικό του οργανωμένου εγκλήματος, μαζί με το γιο του, Eddie, αποφασίζουν να αναθέσουν τη ληστεία σε έξι ξένους μεταξύ τους εγκληματίες, οι οποίοι ενσαρκώνονται από τους Harvey Keitel, Michael Madsen, Steve Buscemi, Eddie Bunker, Tim Roth και τον ίδιο τον Tarantino, στο γνωστό μικρό ρόλο που απολαμβάνει να έχει στις ταινίες του. Ο Joe, έχοντας επαγγελματική σχέση με όλους, τους απαγορεύει να αποκαλύψουν οτιδήποτε για τους εαυτούς τους ο ένας στον άλλον, ώστε αν τους πιάσει η αστυνομία να μη μπορούν να δώσουν πληροφορίες, δίνοντας έτσι ψευδώνυμα βασισμένα σε χρώματα (Mr. White, Mr. Blonde, Mr. Pink, Mr. Blue κλπ). Το σχέδιο φαντάζει ιδανικό, αλλά η ληστεία αποτυγχάνει. Kάποιος μεταξύ των μελών είναι «καρφί», και κάπου εκεί ξεκινά πραγματικά η ταινία μας.

Ο Tarantino χρησιμοποιεί έντεχνα τη μέθοδο της μη γραμμικής αφήγησης, κάνοντας αναδρομές στο παρελθόν (flashbacks) οι οποίες λειτουργούν επεξηγηματικά και συμβάλλουν στην ομαλή ροή της ταινίας, ενώ σε καμία περίπτωση δεν υποβάλλουν σε σύγχυση το θεατή με σκοπό τη σπασμωδική συμπλήρωση ενός παζλ μπερδεμένων γεγονότων όπως π.χ. στο Memento του Nolan. Πέρα από τις αναδρομές όμως και τις τεχνικές μοντάζ, η σκηνοθεσία είναι πραγματικά εκπληκτική. Η πρώτη σκηνή, όπου οι – άγνωστοι μεταξύ τους – κακοποιοί συζητούν σε εστιατόριο για τη σημασία του «Like a Virgin», ενώ παράλληλα αναλύουν το θεσμό του φιλοδωρήματος είναι τουλάχιστον αριστουργηματικά γυρισμένη και σε προϊδεάζει για το ύφος της υπόλοιπης ταινίας. Έπειτα, ακολουθεί μια σειρά από απολαυστικές σκηνές, με αυτή του βασανισμού ενός αστυνομικού από τον Mr Blonde ,να ξεχωρίζει.

Mιλώντας για βασανισμούς, δε θα μπορούσε να λείπει από ταινία του Tarantino η βία και οι σκληρές εικόνες. Παρ’όλα αυτά, το στοιχείο που κάνει αυτή την ταινία να ξεχωρίζει από τις υπόλοιπες του ιδίου σκηνοθέτη είναι ότι η βία είναι ρεαλιστική, ωμή, προερχόμενη από ανθρώπινες αντιδράσεις, όχι από υπερβολικούς χαρακτήρες. Ο ρεαλισμός που προβάλλεται κόβει κυριολεκτικά την ανάσα. Είναι τρομερή η απεικόνιση της ανθρώπινης φύσης όταν αυτή φτάνει στα όρια της, από πλευράς φόβου, ψυχολογικής κατάρρευσης, έκρηξης θυμού.

Ιδιαίτερη αναφορά βέβαια αξίζει να κάνουμε στο εξαιρετικό cast, με ηθοποιούς που ταυτίστηκαν απόλυτα με τους ρόλους τους και ταίριαξαν ιδανικά στο ύφος και τη μορφή του φιλμ. Ο Tarantino καταφέρνει να αποσπάσει υπέροχες ερμηνείες από ηθοποιούς εκ των οποίων αρκετοί δεν είχαν ενσαρκώσει ξανά κεντρικούς ρόλους (εκτός των Keitel και Roth). Ο Keitel επιτυγχάνει να δώσει μια ανάσα στην τότε φθίνουσα πορεία του με την εξαίσια ερμηνεία του αντι-ήρωα Mr White, αλλά προσωπικά η αγαπημένη μας αποτύπωση χαρακτήρα είναι από τον Michael Madsen, o οποίος πηγαίνει την έννοια του ψυχοπαθή σε εντελώς άλλο επίπεδο

Καταλήγοντας, να τονίσουμε πως το στοιχείο που κάνει αυτή την πρώτη κινηματογραφική απόπειρα του Tarantino να ξεχωρίζει από τις υπόλοιπες είναι η αυθεντικότητα . Παρακολουθούμε μια ιστορία που ουδεμία σχέση έχει με τα γνωστά κλισέ του Hollywood, αποτελεί μια ωδή στην ωμή και άγρια ανθρώπινη υπόσταση και εμφανίζει αδυναμίες της που όλοι εντοπίζουμε, αλλά φοβόμαστε να παραδεχτούμε. Δείτε τη λοιπόν και κοιταχτείτε μετά στον καθρέπτη. Υπάρχει κρυμμένος βαθιά μέσα σας ένας Mr Blonde;

The Big Lebowski

Tι να πει, ή μάλλον καλύτερα, τι να γράψει κανείς για αυτή την ταινία. Το μόνο που θα επιθυμούσε κάποιος μετά τη θέαση της είναι να συναντήσει προσωπικά τους αδερφούς Coenκαι να τους σφίξει το χέρι δίνοντας τους συγχαρητήρια. Μάλλον όχι, να υποκλιθεί μπροστά τους και να τους ευχαριστήσει που δημιούργησαν αυτό το έργο τέχνης, με δάκρυα στα μάτια. Ναι, έχουμε μεγάλη αδυναμία στον Lebowskiκαι δεν το κρύβουμε.

Στο δια ταύτα όμως, πρωταγωνιστής της ταινίας είναι ο Jeffrey lewoskiLebowski, ο οποίος προτιμά να τον αποκαλούν “The Dude”, “His Dudeness”, “Duder”, ή ακόμη “El Duderino”. Ο Dude λοιπόν είναι η προσωποποίηση της άνεσης, είναι ο τύπος που δε θα αγχωθεί ποτέ για τίποτα, που θα ευχαριστηθεί τη ζωή στο έπακρο, που δεν ασχολείται με την άποψη των υπολοίπων για αυτόν. Αγαπάει να καπνίζει χόρτο, να αράζει στον καναπέ όλη μέρα, να πίνει White Russian, να παίζει bowling. Είναι ο τύπος που θα θέλαμε όλοι για φίλο και ενσαρκώνεται ιδανικά από τον Jeff Bridges, στον – με διαφορά – κορυφαίο ρόλο της καριέρας του.

Εκτός όμως από το φίλο μας, το δεινό είναι ότι υπάρχει και άλλος Jeffrey Lebowski, ο οποίος είναι ένας ανάπηρος βετεράνος πολέμου με μια σημαντική όμως ιδιαιτερότητα: είναι εκατομμυριούχος. Η απείρως μικρότερη γυναίκα του (την οποία ενσαρκώνει η Τara Reid – ναι, η Tara Reid του AmericanPie, πόσο καλύτερη μπορεί να γίνει η ταινία) έχει εμπλακεί σε μια υπόθεση που έχει δημιουργήσει μεγάλο χρέος, για το οποίο φυσικά δεν έχει ιδέα ο άντρας της. Τότε, αυτός στον οποίο χρωστά αποφασίζει να οργανώσει μια «επίσκεψη» στον Lebowski.

Όπως ίσως φαντάζεστε, οι κακοποιοί που είχε προσλάβει μπέρδεψαν τους Lebowski, μπαίνοντας στο σπίτι του Dude, όπου αφού είχαν μια εποικοδομητική ομολογουμένως συνομιλία, του κατούρησαν το χαλί. Καλά διαβάσατε, του κατούρησαν το αγαπημένο του χαλί και αυτός δε μπορούσε παρά να βρει τον εκατομμυριούχο Lebowskiκαι να ζητήσει εξηγήσεις. Πραγματικά, δε νομίζουμε ότι χρειάζεται να περιγράψουμε τα σουρεαλιστικά και ξεκαρδιστικά σκηνικά που ακολουθούν, γιατί αφενός θα σας δώσουμε περισσότερες πληροφορίες από όσες χρειάζεστε, αφετέρου είναι αδύνατο να αποτυπωθούν σε γραπτό λόγο.

Ιδιαίτερη αναφορά αξίζει να κάνουμε στους συνοδοιπόρους και φίλους του Dude, τους Walter (John Goodman) και Theodore (Steve Buscemi). Ο Walter αποτελεί έναν βετεράνο του Βιετνάμ, με κολλήματα και χοντρά (πάρα πολύ χοντρά) προβλήματα διαχείρισης του θυμού του, ενώ ο Theodore έχει θέματα κοινωνικής προσαρμοστικότητας, ενώ δεν είναι και ο πιο έξυπνος. Ο συνδυασμός τους μαζί με τον ηγέτη της παρέας Lebowski είναι τουλάχιστον απολαυστικός, ενώ οι ερμηνείες είναι εξαιρετικές με τους ηθοποιούς να σε ωθούν να γίνεις και εσύ μέλος αυτής της παρέας, παίζοντας bowlingμαζί τους. Το παζλ συμπληρώνουν ιδανικά οι μικροί αλλά άψογοι ρόλοι των Philip Seymour Hoffman, Julianne Moore, John Turturro.

Καταλήγοντας, η ταινία είναι από αυτές που λέμε ότι επιβάλλεται να δει όποιος σινεφίλ σέβεται τον εαυτό του. Αν δε την έχετε δει ποτέ (σοβαρά τώρα;) ή ακόμη και αν την έχετε ήδη παρακολουθήσει (αποτελεί τον ορισμό του replay value) τρέξτε να βρείτε την (εντυπωσιακή) bluray έκδοση και αφιερώστε ένα απόγευμα στον Duderino. Το ανατρεπτικό και γεμάτο γέλιο ταξίδι που θα σας προσφέρει το αξίζει με το παραπάνω, για αυτό φτιάξτε ένα WhiteRussianκαι μπείτε και εσείς στην παρέα του Dude. Άλλωστε όλους μια φράση μας ενώνει: “The Dudeabides”.