Σινεμά & TV

«The Hateful Eight»: Αίμα στο χιόνι

[star rating="80" type="percent"]

Quentin Tarantino, 187 λεπτά

[cresta-social-share]

Οι συστάσεις είναι περιττές στην περίπτωση του σκηνοθέτη Quentin Tarantino. Μέγας φίλος του κινηματογράφου, των καλογραμμένων διαλόγων και της βίας, ο Tarantino κατέχει την δική του ξεχωριστή φωνή στο χώρο και, ταυτόχρονα, έχει πάρει στα χέρια του το βιβλίο της ιστορίας του σινεμά και έχει γράψει μέσα το όνομα του με πρόφαση ταινίες σαν τα «Reservoir Dogs», «Pulp Fiction», «Kill Bill» και, πιο πρόσφατα, «Django Unchained». Είναι λογικό, επομένως, κάθε νέα ταινία του σκηνοθέτη να αποτελεί κινηματογραφικό γεγονός, ειδικά εφόσον ο ίδιος έχει πει πως θα «συνταξιοδοτηθεί» στις δέκα ταινίες.Το «HatefulEight» («Μισητοί Οκτώ» στα ελληνικά) είναι το δεύτερο γουέστερν του σκηνοθέτη μετά το «Django» και η όγδοή του ταινία.

Η πλοκή ακολουθεί τον κυνηγό επικηρυγμένων Τζον Ρουθ (Kurt Russel), ο οποίος μεταφέρει την κακοποιό Ντέιζι Ντόμεργκιου (Jennifer Jason Leigh) στην πόλη του Ρεντ Ροκ για να κρεμαστεί, λίγο καιρό μετά το πέρας του Αμερικάνικου Εμφυλίου. Στον δρόμο του και ενόψει χιονοθύελλας συναντά δύο ταξιδιώτες, τον Ταγματάρχη Μαρκίζ Γουόρεν (Samuel L. Jackson) και τον νέο σερίφη του Ρεντ Ροκ Κρις Μάνιξ (Walton Goggins). Όμως η καταιγίδα είναι τέτοια που οι τέσσερεις συνταξιδιώτες αναγκάζονται να σταματήσουν στο χάνι της Μίνυ, όπου εκεί βρίσκουν άλλους τέσσερεις ξένους, τον καουμπόι Τζο Κέιτζ (Michael Madsen), τον Εγγλέζο Οσγουάλντο Μόμπρεϊ (Tim Roth), τον Νότιο Στρατηγό Σμίδερς (Bruce Dern), και τον επιστάτη και αντικαταστάτη της Μίνυ Μπομπ τον Μεξικάνο (Demian Bachir). Όμως αυτοί οι οκτώ δεν εμπιστεύονται ο ένας τον άλλον (δικαιολογημένα) και όλοι ξέρουμε πως αυτό θα οδηγήσει σε μπελάδες, βία και πολύ, μα πολύ, αίμα.

pic1

Ο Tarantino φαίνεται να είναι ένας μεγάλος γνώστης του να βάζει συγκεκριμένους χαρακτήρες σε μια κατάσταση και να περιμένει να δει πως θα αντιδράσει ο καθένας, κάτι που κι εδώ πετυχαίνει. Άλλοτε μαύρη κωμωδία, άλλοτε πολιτική ταινία, άλλοτε μυστήριο της Αγκάθα Κρίστι και συνεχώς γουέστερν, το έργο κυλάει αργά και ίσως εξαντλητικά για κάποιους στην σχεδόν τρίωρη διάρκεια του, όπου υπάρχουν άφθονοι εκτενείς διάλογοι οι οποίοι ενώ σκιαγραφούν τόσο τους χαρακτήρες όσο και το πολιτικό υπόβαθρο της εποχής,, ταυτόχρονα φαίνονται να μην προσφέρουν και πολλά στην πλοκή και, αντίθετα, να την βαραίνουν. Όμως όλα αυτά μπορεί (ίσως) να τα νικήσει το αιματοβαμμένο δεύτερο μέρος του έργου, όπου συνεχώς συμβαίνει κάτι απρόσμενο και κρατάει τον θεατή καρφωμένο στη θέση του, περιμένοντας να δει τι θα γίνει στη συνέχεια.

Αλλά και στην καρέκλα του σκηνοθέτη ο Tarantino ακολουθεί την ρουτίνα του, δηλαδή την κλασική και ωραία υπερβολή του στην βία, την κίνηση και τους ηθοποιούς. Όμως εδώ κάνει τρομερή οικονομία στον χώρο του, περιορίζοντας τον κυρίως σε ένα σαλόνι βγαλμένο σαν από θεατρικό σανίδι. Η υπερβολή του εδώ τιθασεύεται κάπως, κυρίως επειδή αυτό εξυπηρετεί την βασική του και μεγάλη αναφορά στην ταινία «The Thing» του John Carpenter, της οποίας οι χαρακτήρες μένουν σ’ ένα μοναχικό καταφύγιο, αναμένοντας κάτι πολύ κακό να γίνει. Και έτσι δημιουργεί μια πραγματικά απειλητική ατμόσφαιρα, όπου κανείς δεν περιμένει από πού θα του έρθει και τι θα του έρθει.

pic2

Σε αυτό εξυπηρετεί και η φωτογραφία του Robert Richardson, η οποία είναι απόκοσμη και σχεδόν αποπνικτική, δίνοντας μας την αίσθηση τόσο του κρύου που βιώνουν οι «ήρωες» μας, όσο και την κλειστοφοβία μιας καμπίνας με ξένους που δεν μπορείς να εμπιστευτείς. Τα ειδικά εφέ-μακιγιάζ είναι κάτι που δεν μπορεί κανείς να παραβλέψει, με τον Graig Nicotero του «Walking Dead»και τον Howard Berger των «Evil Dead» να δίνουν πραγματικά τον καλύτερό τους εαυτό. Αυτός όμως που αξίζει μεγαλύτερη μνεία είναι ο μουσικοσυνθέτης Ennio Morricone, ο οποίος έκανε την μουσική των κλασικών σπαγγέτι γουέστερν«The Good, The Bad and The Ugly» και «Once Upon A Time in the West» (ΚΑΙ του «The Thing», παρακαλώ, του οποίου εδώ χρησιμοποιεί και κάποια αχρησιμοποίητα θέματα). Σαράντα χρόνια μετά το τελευταίο του γουέστερν, ο Morricone δείχνει πως ποτέ δεν το έχασε και πως σε ηλικία 87 εξακολουθεί να είναι ένας από τους καλύτερους συνθέτες στο σινεμά.

Όσο για τους χαρακτήρες, τα λόγια μπορούν να είναι πολλά αλλά ταυτόχρονα λίγα, μιας και θέλουμε να αποφύγουμε τα spoilers. Αυτό που μπορούμε να σας πούμε σίγουρα είναι πως οι όλοι οι χαρακτήρες ερμηνεύονται επάξια από τους ηθοποιούς τους, ειδικά οι χαρακτήρες των Kurt Russel, Samuel L. Jacksonκαι Jennifer Jason Leigh, δίνοντας ο καθένας το δικό του στίγμα στο έργο. Όμως μόνο η ερμηνεία της Leigh θα μείνει στην μνήμη μας χαραγμένη, ως μια ερμηνεία αυτούσια και όχι μόνο σαν μια σωστή αποτύπωση ενός καλογραμμένου χαρακτήρα. Μέσα σ’ όλα τα καλά του, όμως, κάτι που με ενόχλησε στο ήταν το γεγονός, πως δεν μ’ έκανε ποτέ να ενδιαφερθώ πραγματικά για τους χαρακτήρες και το ταξίδι τους. Όχι επειδή τους έλειπε κάτι και ήταν ανολοκλήρωτοι, αλλά κυρίως επειδή σχεδόν όλοι τους, ακόμη και οι «καλοί», ήταν τόσο «μισητοί» που δεν μπορούσες να δεθείς μαζί τους τόσο, όσο με τόσους άλλους ήρωες που ξεπήδησαν από το μυαλό του σκηνοθέτη.

Ανακεφαλαιώνοντας, το δεύτερο γουέστερν του Tarantino δεν μπορεί παρά να είναι επιτυχημένο, όλοι ξέρουμε πόσο καλός είναι στο είδος ύστερα από το «Django Unchained» του, ενώ ταυτόχρονα μας ανοίγει την όρεξη για πολλά ακόμη, μιας και κάθε του έργο είναι μοναδικό. Το «Hateful Eight» σίγουρα δεν είναι τέλειο, όμως επιβιώνει μέσα από τα λάθη του και χαράσσεται στην μνήμη. Μπορεί να μην είναι αυτό που πολλοί περιμένουν, αλλά πότε ήταν αυτό που περίμενες μια ταινία Tarantino; Την απάντηση την ξέρετε και, όσοι ικανοποιήστε από αυτήν, σίγουρα θα ικανοποιηθείτε και από την ταινία.

 

«The Hateful Eight»: Αίμα στο χιόνι
4.0Βαθμολογία