Μία άποψη για τις νέες Mainstream ταινίες με αφορμή το «Suicide Squad»

Εδώ και κάποια χρόνια βλέπουμε σειρές ταινιών, οι οποίες βασίζονται καθαρά στο εμπoρικό κομμάτι του κινηματογράφου και του ίντερνετ, όπου ας μη γελιόμαστε, όποιος τις βλέπει δε το κάνει με βάση τα παραδοσιακά κινηματογραφικά γούστα, αλλά γιατί τις διαφημίσεις από αυτές τις ταινίες τις βλέπει παντού.

Τέτοιες ταινίες είναι το «Suicide Squad» που κυκλοφόρησε τελευταία, οι σειρές της DC ή της Marvel, το «50 Shades of Grey» και άλλες πολλές. Σίγουρα κάποιες ταινίες είναι αξιόλογες, αλλά άλλες, όπως το 50 shades, ας πούμε, είναι η απόλυτη ξεφτίλα του κινηματογράφου. Πρώτη φορά στη ζωή μου, πραγματικά λυπήθηκα την ώρα που αφιέρωσα ώστε να δω την ταινία.

Το όλο θέμα όμως είναι, ότι όσο τέτοιες ταινίες κάνουν τζίρο εκατομμυρίων και οι παραγωγοί είναι ικανοποιημένοι, τόσο θα βγαίνουν περισσότερες. Γιατί αν δει κάποιος το «Suicide Squad» χωρίς να έχει πέσει θύμα των διαφημίσεων που υποσυνείδητα αποτύπωναν στο μυαλό του την άποψη πως η ταινία είναι καλή “μιας και τόσος κόσμος πήγε να το δει”, τότε βάζω στοίχημα ότι δε θα εντυπωσιαζόταν ιδιαίτερα ούτε από τα εφέ, ούτε από τις ατέλειες στο σενάριο. Ο κινηματογράφος βασίζεται στην μαγεία μουσικής , σεναρίου και εικόνας. Οι ταινίες τελευταία είναι γεμάτες από εφέ, CGI και mainstreamιλα. Θαρρώ, πως μια τέτοια κατάσταση δεν “χορταίνει” κανέναν φίλο του κινηματογράφου. Κάθε νέα υπερβολική μόδα στο οτιδήποτε, αργά ή γρήγορα καταντάει γραφική, από το σινεμά έως την προτίμηση στα κινητά.

Πιστεύω πως ίσως έχει έρθει η ώρα, να ξεφύγουμε από την έτοιμη αποδοχή και από την έτοιμη διασκέδαση. Οι υπάρχουσες τάσεις οδηγούν μόνο στην διαμόρφωση ανθρώπων χωρίς βούληση, οι οποίοι υπακούν στην γνώμη του υπεύθυνου διαφημίσεων της εκάστοτε εταιρείας. Ίσως όλα αυτά φαίνονται υπερβολικά, όμως λείπουν οι μέρες (τις οποίες ως νέος έζησα ψάχνοντας σε μια μεταγενέστερη εποχή), όπου ο καθένας έβρισκε τις προτιμήσεις του και δοκίμαζε να μπει τυχαία σε μια αίθουσα να δει τον σκηνοθέτη και την ταινία, επειδή το επέλεξε αυτός και όχι γιατί μέχρι και το σαμπουάν του είχε πάνω διαφήμιση.

image2

5 ταινίες που επιβάλλεται να δεις

«Pulp Fiction»

image2

Το αριστούργημα του Ταραντίνο, μια ταινία που ενέπνευσε γενιές σκηνοθετών μετά την κυκλοφορία της (1994), στην πραγματικότητα δεν μπορεί να προσδιοριστεί αναφορικά με το είδος. Περιπέτεια δεν την λες, καθώς οι σκηνές πραγματικής δράσης στην ταινία είναι μετρημένες στα δάκτυλα του ενός χεριού. Δράμα από την άλλη δεν την λες, δεν υπάρχει κλάμα και οδυρμός και βλέποντας την δεν νιώθεις ιδιαίτερη λύπη. Στην πραγματικότητα η ταινία είναι λίγο από όλα, είναι Ταραντίνο. Οι ερμηνείες των ηθοποιών από την άλλη έχουν μείνει στην ιστορία αλλά και στο ίντερνετ ,από το “I dare you , I double dare you [email protected]” του Jewells (aka Samuel Jackson), έως τον μονόλογο για τις άβολες σιωπές της Mia Wallace (aka Uma Thurman). Το καστ της ταινίας περιλαμβάνει ονόματα  όπως η Uma Thurman, ο John Travolta, ο Samuel Jackson, ο Bruce Willis και ο Harvey Keitel, ενώ σε ένα μικρό μέρος παίζει και ο ίδιος ο σκηνοθέτης ο Quentin Tarantino. Είναι μια ξεχωριστή ταινία που δεν εστιάζει στο να αποδώσει κάποιο μάθημα ή συμπέρασμα, αλλά στο να αναδείξει την μαγεία του κινηματογράφου, μέσα από την σκηνοθεσία και τους ηθοποιούς.

«Fight Club»

fightclub

Το γνωστό και ίσως πλέον mainstream «Fight Club», είναι πραγματικά μια ταινία που αλλάξει τον τρόπο σκέψης σου. Οι ανατρεπτικές ερμηνείες των Brad Pitt, Edward Norton και Helena Bonham Carter, αλλάζουν τα τότε δεδομένα του κινηματογράφου. Αυτό το ψυχεδελικό έργο θα σε βάλει σε σκέψεις για την ζωή σου, ακόμα και σήμερα το 2016, 17 ολόκληρα χρόνια μετά το έτος κυκλοφορίας του. Είναι μια ταινία που ανεξαρτήτως προτίμησης, την οποία ο καθένας πρέπει να έχει δει. Δεν θα αποκαλύψω τίποτα για την πλοκή του έργου, γιατί πρώτoν θα σας το χαλάσω και δεύτερον, “the first rule of fight club is: you do not talk about fight club.

«Dead Poets Society» ή «Carpe Diem»

image4

Μία ταινία σταθμός στον παγκόσμιο κινηματογράφο είναι ο «Κύκλος των Χαμένων Ποιητών». O Robin Williams στο ρόλο του εναλλακτικού καθηγητή, αναλαμβάνει να κάνει το μάθημα της Αγγλικής Γλώσσας και Ποίησης σε ένα αυστηρό σχολείο αρρένων όπου αποκλειστικός στόχος όλων είναι να περάσουν στο Harvard ή το Yale, ώστε να γίνουν επιτυχημένοι άνθρωποι. Στην ταινία επικρατεί η αυστηρότητα και η καταπίεση του εκπαιδευτικού, αλλά και γενικότερα του παιδαγωγικού συστήματος των παρελθόντων ετών. Ο Καθηγητής Κίτινγκ, (Robin Williams) με την εναλλακτική διδασκαλία του, εμπνέει τους μαθητές του να ακολουθήσουν τα πραγματικά όνειρα, αλλά και να αδράξουν την ημέρα, μην αφήνοντας δευτερόλεπτο να περάσει ανεκμετάλλευτο. Καταπληκτική ταινία που αναδεικνύει την ουσία της γνώσης και αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο χειρίζεσαι τις αποφάσεις και τον χρόνο σου.

«Marley and me»

marley-me-wallpaper-marley-and-me-2008-5807697-1292-916

Θες να κλάψεις σαν πεντάχρονο που του αποκεφάλισαν την Barbie? Αυτή είναι η ταινία σου, με πρωταγωνιστές την Jenifer Aniston και τον Owen Wilson και φυσικά το λαμπραντόρ τους, τον Marley, που τους κάνει την ζωή κόλαση. Η ταινία αναδεικνύει με μοναδικό τρόπο την αγάπη μιας οικογένειας για τον σκύλο τους, ακόμα και αν είναι ατίθασος, ενώ ταυτόχρονα πραγματικά συγκινεί, εξαιτίας της ταύτισης πολλών θεατών με τις καταστάσεις και τα συναισθήματα του έργου. Η καλύτερη ταινία για φιλόζωους που πραγματικά μου τσάκισε την καρδιά.

«American History X»

maxresdefault

Σε μία Αμερική που μαστίζεται από τον ρατσισμό, η ταινία «Μαθήματα αμερικάνικης ιστορίας Χ» έρχεται την εποχή κυκλοφορίας της (1998), να ανατρέψει τα δεδομένα απεικονίζοντας την ζωή ενός νεοναζί, τον οποίο υποδύεται ο Edward Norton (πρωταγωνιστεί επίσης στο «Fight Club») . Ο  φανατικός Dereck Vinyard, αρχηγός συμμορίας, βρίσκεται μέσα στην φυλακή μετά την δολοφονία εγχρώμων έξω από το σπίτι του. Όμως, με την βοήθεια ενός έγχρωμου δασκάλου του από το λύκειο, καταφέρνει να αλλάξει τον τρόπο ζωής του, μεταβάλλοντας ριζοσπαστικά  τον τρόπο αντίληψής του, καταρρίπτοντας κάθε ρατσιστική διάθεση, ώστε να αποτρέψει τον αδελφό του από το να επαναλάβει τα λάθη του.

Οι παραπάνω ταινίες αποτελούν προσωπική επιλογή αναφορικά με τον ρόλο και τη συνεισφορά τους στον κινηματογράφο, ανακαλύψτε τες μόνοι σας και καλή προβολή!

 

 

 

Το «Stranger Things» Δεν σε Αφήνει να Πατήσεις Pause

Είδαμε Καταβροχθίσαμε τη νέα σειρά του Netflix μέσα σε δύο μόλις μέρες, και, έχουμε να πούμε κάποια πραγματάκια γι’ αυτήν.

Παρόλο που η νέα τηλεοπτική σειρά του Netflix, δεν έχει συμπληρώσει ούτε δύο εβδομάδες από την ημέρα που έγινε διαθέσιμη στην πλατφόρμα του δημοφιλούς streamingservice, έχει καταφέρει πολύ γρήγορα να γίνει το νέο talk of the town στους κύκλους των θεατών. Ο λόγος για το «Stranger Things» των αδελφών Duffer, μια σειρά που εκτυλίσσεται σε επαρχιακή πόλη στην Indiana της Αμερικής των 80′s, την οποία δεν μπορείς εύκολα να κατατάξεις σε ένα συγκεκριμένο είδος με σιγουριά. Ακροβατεί ανάμεσα στο scifi, στο θρίλερ, στο δράμα, έχει στοιχεία μυστηρίου, θεωρίες συνομωσίας, 80′s αισθητική, είναι αγωνιώδης και πολλές φορές αστεία, αλλά στον πυρήνα της, είναι μια horrorσειρά. Η εξέλιξη της ιστορίας πυροδοτείται από την ξαφνική εξαφάνιση ενός νεαρού αγοριού, την οποία ακολουθεί μια σειρά από «παράξενα πράγματα» όπως μαρτυρά και ο τίτλος της.

Στο φανταστικό χωριό Hawkins λοιπόν, της Indiana, το μακρινό 1983, ο μόλις 12 ετών Will Buyers (Noah Schnapp), καθώς επιστρέφει στο σπίτι του μετά από επιτραπέζιο άραγμα με τους geek φίλους του, μπαίνει κατά λάθος σε ένα δάσος και ξαφνικά εξαφανίζεται από προσώπου γης. Το επόμενο πρωί μαθαίνονται τα νέα για το silver alert του Will, και έτσι ξεκινάει μια αλυσιδωτή αλληλουχία περιέργων περιστατικών, που πραγματικά γίνονται όλο και πιο περίεργα όσο κυλούν τα επεισόδια, σε μια κλιμάκωση που δεν σε αφήνει να ξεκολλήσεις τη μούρη σου απ’ την οθόνη.

Επειδή το «Stranger Things» -εκτός από επική ωδή στις παλιές horror movies της δεκαετίας του 80΄, στον Stephen King, στον Steven Spielberg, στον Guillermo del Toro και σε πολλούς άλλους δημιουργούς του συγκεκριμένου είδους- αποτελεί μια μαεστρική συρραφή πολλών διαφορετικών ταινιών μαζί, πρέπει να ξετυλίξουμε το κουβάρι με τη σειρά.

13633483_10209847979977358_316053808_o

Πρώτα, παρακολουθούμε την απελπισμένη μάνα του Will, Joyce, της άψογης, όπως πάντα, Winona Ryder. Η Joyce, περνάει μια ελαφριά κρίση μέσης ηλικίας, είναι χωρισμένη γυναίκα, μεγαλώνει δύο αγόρια μόνη της ενώ παράλληλα δουλεύει, και μέσα σε όλα αυτά, χάνει και τον μικρότερο γιο της, με αποτέλεσμα, δικαιολογημένα να φλιπάρει. Ο σερίφης του χωριού, Jim Hopper, του τίμιου David Harbour, ενώ αρχικά φαίνεται να μην τον νοιάζει τίποτα γενικά (χαρακτηριστική η σκηνή που μπαίνει στο τμήμα το πρωί και όταν του λέει η υπάλληλος ότι εξαφανίστηκε ένα αγοράκι, αυτός λέει κάτι σε φάση «κάτσε ρε παιδί μου, βάλε ένα καφέ να πιούμε πρώτα να ανοίξει το μάτι μας και το συζητάμε»), τελικά καταλήγει να είναι ένας από τους πιο καταλυτικούς χαρακτήρες, και η σειρά τον ανταμείβει με ένα ωραίο backstory που δικαιολογεί την τωρινή του κατάντια. Επίσης, έχουμε την ιστορία ενός μικρού κοριτσιού, που, την ώρα που εξαφανίζεται ο Will, αυτή εμφανίζεται απ’ το πουθενά και χώνεται στο geek παρεάκι του Will. Ο χαρακτήρας του κοριτσιού αυτού, που τον υποδύεται η Millie Bobby Brown σε μια ερμηνευτική αποκάλυψη (οι εκφράσεις του προσώπου της είναι εκπληκτικές), καταλαβαίνεις ήδη από τα ρούχα της, το κούρεμά της και το όνομά της ότι δεν είναι ένα συνηθισμένο κοριτσάκι, καθώς, φοράει κάτι νοσοκομειακές πιτζάμες, είναι κουρεμένη σε στυλ γουλί χρυσαυγίτη και τη λένε Eleven (το έχει και τατουάζ στο χέρι). Η Eleven (που είναι ξεκάθαρη αναφορά στο «E.T.» και στο «Firestarter») επικοινωνεί με μεμονωμένες λέξεις χωρίς συντακτικό και έχει το μόνιμο ύφος του χαμένου στο διάστημα, που κοιτάζει λες και ανακαλύπτει τον κόσμο για πρώτη φορά.

photo2

Μιας και πιάσαμε την κατηγορία των πολύ καλών child actors, ευκαιρία είναι να αναφερθούμε στους φοβερούς κολλητούς του Will (κι άλλη αναφορά -η παρέα τους και οι περιπέτειές τους θυμίζουν «Goonies» και «Stand By Me»), που είναι όλοι ένας και ένας. Από τη μία, έχουμε τον ντροπαλό και καθωσπρέπει  Mike Wheeler του Finn Wolfhard, απ’ την άλλη τον χαρισματικό commando Lucas Sinclair του Caleb Mclaughlin, ενώ συμπληρώνει την τριάδα ο υπέροχος Gaten Matarazzo ως Dustin Henderson, που παραδόξως είναι εξαιρετικά έξυπνος, σοφός, και ώριμος, κάτι που δεν φαίνεται με την πρώτη ματιά. Τα παιδιά αυτά έκαναν εξαιρετική δουλεία και οι σκηνές τους αποτελούν την ψυχή του «Stranger Things».

photo3

Βέβαια, η σειρά, αφού έχει πλέξει όλα αυτά τα διαφορετικά storylines με τις διακλαδώσεις που θα μπορούσαν να σταθούν από μόνα τους σαν ανεξάρτητη ταινία το καθένα, δεν σταματάει εκεί, αλλά μας δίνει και την δική της εκδοχή στο teen angst της δεκαετίας του 80′ με ένα άτυπο κλείσιμο ματιού στο «Freaks and Geeks». Η αδερφή του Mike, NancyWheeler της Natalia Dyer, είναι η καλύτερη μαθήτρια (geeks) και κάτι σαν πριγκίπισσα του λυκείου, που πάει και μπλέκει με τον αλητάκο Steve Harrington (freaks), ενώ ταυτόχρονα τη γουστάρει ο weirdo μεγάλος αδερφός του Will, Jonathan Buyers (Charlie Heaton).

Μ’ αυτά και μ’ αυτά, ξεφύγαμε με την περιγραφή της ιστορίας, οπότε σταματάω εδώ για να μην γίνει κάνα spoiler. Όπως θα έχεις ήδη καταλάβει, το «Stranger Things» είναι μια σειρά επηρεασμένη από όλο το κλίμα και την αισθητική των 80′s horror ταινιών, από τις οποίες έχει δανειστεί πράγματα και με τις αναφορές που κάνει (έμμεσες ή άμεσες) είναι σαν να τις ευχαριστεί με το δικό της τρόπο. Οι αδερφοί Duffer σεβάστηκαν απόλυτα το legacy της εποχής και δημιούργησαν μια ξεχωριστή σειρά που το συνεχίζει επάξια.

Το να κάτσω να σου αραδιάσω τις υπόλοιπες αναφορές σε ταινίες και δημιουργούς όπως στο «The Thing», στο «Under The Skin», στο «A Nightmare on Elm Street» και στον JohnCarpenter, δεν έχει νόημα, αυτές μπορείς εύκολα να τις βρεις σε κάποια λίστα στο internet. Ούτε το να σου αναλύσω περεταίρω το πόσο καλή και εθιστική είναι ή πόσο τέλεια έχει χωρέσει τόσες πολλές ταινίες σε μια ενιαία τηλεοπτική σειρά για να πειστείς. Τα σχόλια, άλλωστε, των δύο masters of horror νομίζω αρκούν:

photo4

photo5

Υ.Γ.: Καλή η φάση των οκτώ επεισοδίων, δεν κουράζει καθόλου και δεν έχει ούτε μία περιττή σκηνή.

4 +1 Τηλεοπτικές Σειρές που σε κάνουν να νιώθεις οικεία

Σε αυτό το άρθρο θα παρουσιάσουμε κάποια παραδείγματα σειρών, που όταν τις βλέπεις, νιώθεις ότι μιλάς με έναν παλιό σου φίλο. Ή αλλιώς, they make you feellike home.

Πριν γίνει το μεγάλο μπαμ με τις αμερικάνικες τηλεοπτικές σειρές, με το binge watching, με το «House of Cards», το «Game of Thrones», το Netflix και όλα αυτά, ζούσαμε μια άλλη, πιο αγνή τηλεοπτική εποχή. Ήταν μια μεταβατική περίοδος, κατά την οποία το πρώτο φλερτ με αμερικάνικες σειρές είχε ήδη γίνει, με το «Prison Break» και το «Lost» (που προβλήθηκαν στα ελληνικά κανάλια), και αρχίσαμε να ψαχνόμαστε για περισσότερο.

Τότε το ελληνικό κοινό δεν ήταν τόσο εξοικειωμένο με τις ξένες σειρές, και σπάνια κάποιος θα ξεκινούσε μια επειδή την διάβασε κάπου. Υπήρχε μια λίστα, που λίγο πολύ ήταν κοινή για όλους, η οποία περιλάμβανε σειρές που παρακολουθούσε ο στενός κοινωνικός σου κύκλος, και μεταδιδόταν μέσω word of mouth. Σε αντίθεση με την σημερινή εποχή, που χάρη στα socialmedia ξέρεις ποιες σειρές είναι οι καλές και ποιες αξίζει να δεις, τότε, απλά έβλεπες αυτές που έβλεπαν και οι φίλοι σου. Μάλιστα, επειδή εκείνη την εποχή οι συνδέσεις στο internet δεν ήταν τόσο γρήγορες και δεν κατεβάζαμε μανιωδώς υλικό όπως σήμερα, συνήθως τη σειρά την έπαιρνες μέσω σκληρού δίσκου (!) από κάποιον άλλο. Αυτός ο άλλος σου την πρότεινε, την είχε έτοιμη, κατεβασμένη + με υπότιτλους, οπότε κατά κάποιο τρόπο ήταν ο «πρεσβευτής» της σειράς στην παρέα σου.

Αυτές λοιπόν οι σειρές, ήταν η πρώτη «καθαρή» επαφή με την ξένη τηλεόραση, όπως την ξέρουμε σήμερα, καθώς, με αυτές απέκτησες το συνήθειο να κάθεσαι μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες μπροστά από την οθόνη του υπολογιστή ή του laptop σου, και αυτές σε έκαναν τον τηλεοπτικό καταναλωτή που είσαι σήμερα.

Τέτοιες, είναι οι σειρές που έχουν ριζώσει μέσα σου, όχι μόνο επειδή έχεις παρακολουθήσει τα επεισόδιά τους ξανά και ξανά (άλλο και τούτο, τώρα τις βλέπουμε το πολύ μια φορά και πάμε στην επόμενη, ενώ τότε τις ξαναβλέπαμε και δύο και τρεις φορές απ’ την αρχή), αλλά επειδή αποτέλεσαν την πρώτη σου επαφή με το μέσο. Ακόμα και σήμερα, όταν δεν έχεις τι να δεις, ή όταν θες να θυμηθείς τα παλιά, καταφεύγεις σε μια από αυτές τις σειρές, που θα σου προξενήσουν μια ζεστασιά, ίσως γιατί σε συνδέουν με έναν παλιότερο εαυτό σου. Δεν θα τις βαρεθείς ποτέ. Είναι οι σειρές που, με το που ακούσεις την πρώτη νότα του opening song, θα νιώσεις ένα ρίγος συγκίνησης. Σίγουρα, το μεγαλύτερο ατού τους είναι η νοσταλγία, γιατί αυτό είναι το συναίσθημα που σε κάνουν να νιώθεις όταν τις παρακολουθείς. Είναι σαν να συναντάς μετά από καιρό έναν παλιό σου φίλο. Έχετε πολλά να πείτε, αλλά αυτό που σας νοιάζει κυρίως είναι να θυμηθείτε τα παλιά, να σκαλίσετε τις αναμνήσεις του παρελθόντος, τότε που το χαρακτηριστικό σας γνώρισμα ήταν η ανεμελιά και η ανυπαρξία ευθυνών.

Για αυτές τις σειρές θα μιλήσουμε σήμερα. Εννοείται πως η κάθε λίστα είναι προσωπική, και βασισμένη στις εμπειρίες του καθενός, αλλά όλο και κάποιες θα είναι κοινές:

1. «How I Met Your Mother»

Σειρά φαινόμενο. Οι περισσότεροι νομίζω ξεκινήσαμε με αυτή. Ήταν η αρχή των πάντων. Σηματοδότησε μια νέα εποχή για τον Έλληνα θεατή. Αντικειμενικά, μέχρι την 5η σαιζόν ήταν ένα εξαιρετικό sitcom που δημιουργούσε το ιδανικό παρεΐστικο κλίμα για να την παρακολουθήσεις. Βασισμένη στο καλό χιούμορ, την καλογραμμένη αφήγηση και τους στενούς φιλικούς δεσμούς μεταξύ των πρωταγωνιστών του, το «HIMYM», όπως το αποκαλούσαμε οι περισσότεροι, ήταν αυτό που μας «μύησε» στον τηλεοπτικό κόσμο των ξένων σειρών. Η σειρά πήρε την κάτω βόλτα από ένα σημείο και έπειτα, αλλά ελάχιστοι την παράτησαν. Όταν έχεις δεθεί τόσο πολύ με κάποιους χαρακτήρες, δύσκολα τους αποχωρίζεσαι, ακόμα και αν σε απογοητεύουν. Σε ενδιαφέρει, θες να μάθεις τι θα απογίνουν, επειδή είναι κομμάτια του εαυτού σου.

2. «Friends»/ «Τα Φιλαράκια»

Βασικά, ξέχνα το. Όλα αυτά που ανέφερα για το HIMYM, ισχύουν και για το «Friends». Αυτή είναι η πρώτη σειρά που είδαμε όλοι. Η πιο παρεΐστικη, η πιο αστεία, γενικώς, η καλύτερη. Απλά η επαφή ήταν διαφορετική. Ενώ το HIMYM ήταν αυτό που μας άνοιξε την πόρτα για τις υπόλοιπες σειρές, το «Friends» ήταν αυτό που προϋπήρχε από πάντα. Όλοι το βλέπαμε διάσπαρτα τα Σαββατοκύριακα στο Star (πολλοί το βλέπουμε ακόμα) από τότε που θυμόμαστε τον εαυτό μας. Απλά κάποια στιγμή, όταν οι σειρές είχαν μπει για τα καλά στη ζωή μας, συνειδητοποιήσαμε ότι ποτέ δεν έχουμε δει το «Friends», κανονικά, από την αρχή μέχρι το τέλος.  Και το κάναμε. Και το «Friends» ξαφνικά, επανήλθε στη μόδα. Οι χαρακτήρες Rachel,Monica, Phoebe, Chandler, Ross, Joey, είναι δικοί σου άνθρωποι, οικείοι, νιώθεις σαν να τους ξέρεις χρόνια. Άλλωστε, η συναισθηματική βαρύτητα που υπάρχει στην ατμόσφαιρα της τελευταίας σκηνής τα λέει όλα. Δεν μπορείς να μην δακρύσεις.

3. «Scrubs»

Τώρα περνάμε στις πιο προσωπικές επιλογές. To «Scrubs» λίγοι το είδαν, πολλοί το αγάπησαν. Είναι η πιο αστεία σειρά σε σύγκριση με τις υπόλοιπες της λίστας, αλλά ταυτόχρονα και η πιο συναισθηματική. Κατά τη διάρκεια του κάθε επεισοδίου, σε περνούσε από ένα roller coasterσυναισθημάτων, με πολύ κλάμα, είτε προερχόταν από το χιούμορ, είτε από τη συγκίνηση. Το «Scrubs» είχε στο οπλοστάσιό του εξαιρετικούς σεναριογράφους, που από τη μία έγραφαν τα πιο ηλίθια αστεία, και από την άλλη σου παρέδιδαν μαθήματα ζωής που θα θυμάσαι για πάντα.

4. «Entourage»

Τελευταία και πιο αγαπημένη επιλογή. Η απόλυτη feelgood σειρά, ειδικά για αντροπαρέες. Κουβαλώντας τον χαρακτηρισμό «Sex and the City for Men», το «Entourage» για 8 σαιζόν + 1 ταινία που βγήκε πέρυσι, ήταν η σειρά που θα έβαζες να δεις όταν ήθελες να χαλαρώσεις και να ξεχαστείς. Μια υπέροχη κουστωδία 4 παιδικών φίλων, από τους οποίους, ο ένας γίνεται αστέρας του Hollywood. Η σειρά καταπιάνεται με τα καμώματα τις παρέας, καθ’ όλες τις φάσεις που μπορεί να περάσει η καριέρα ενός διάσημου ηθοποιού, όμορφες και άσχημες. Πρόκειται για μια κωμωδία, η οποία δεν είναι και τόσο αστεία, αλλά περνάς πραγματικά ευχάριστα όσο τη βλέπεις, αφού στην οθόνη σου παρακολουθείς μια παρέα αντρών να περνάει καλά στο Χόλιγουντ ενώ παράλληλα  στη θέση της ονειρεύεσαι τη δική σου, -το bromance στα καλύτερά του.

BONUS: «Freaks and Geeks»

Η σειρά του Judd Apatow που γέννησε όλες τις αμερικάνικες κωμικές ταινίες που βλέπουμε σήμερα. Το «Freaks and Geeks» δεν είναι η παραδοσιακή sitcom εκείνης της εποχής που λέγαμε νωρίτερα, αλλά όταν την δεις, θα καταλάβεις γιατί βρίσκεται στη λίστα. Καταπιάνεται με δύο διαφορετικές, όμως κλασσικές παρέες ενός σχολείου. Τα «φυτά» και οι «μάγκες». Το «Freaks and Geeks» είναι μια εξαιρετικά καλογραμμένη σειρά, με άριστες ερμηνείες από τους νεαρούς ηθοποιούς, που σε κάνουν να ταυτίζεσαι και σου δημιουργούν μια γλυκιά νοσταλγία για τα σχολικά σου χρόνια και ταυτόχρονα μια μελαγχολία για το πόσο μακριά είναι όλα αυτά και το πόσο μεγάλωσες.

«Captain America: Civil War» – Η Μεγάλη Μάχη

Φέτος είναι η χρονιά που οι μεγαλύτεροι υπερήρωες απ’ όλους έρχονται ο ένας αντιμέτωπος με τον άλλο, όμως αυτή την φορά δεν κονταροχτυπιούνται μόνο στα ταμία. Ο Batman και ο Superman παίξανε το –μέτριο– ξύλο τους στο «Batman V.Superman: Dawn of Justice», ενώ τηλεοπτικά ο Daredevil και ο Punisher λύσανε –επιτυχώς– τις διαφωνίες τους στο «Daredevil» του Netflix. Τώρα όμως είναι η σειρά ενός άλλου event μάχης μεταξύ των αγαπημένων σας ηρώων, του Captain America και του Iron Man στο «Captain America: Civil War».

Μετά τα γεγονότα και τις καταστροφές που προκλήθηκαν στις προηγούμενες ταινίες της Marvel, ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών υποβάλει στους Avengers ένα σύμφωνο κατά το οποίο οι τελευταίοι θα είναι όργανα της τάξεις υπό την αιγίδα του ΟΗΕ, στον οποίο και θα λογοδοτούν προκειμένου να μην επαναληφθούν τραγωδίες με τόσους αμάχους νεκρούς. Όσοι υπερήρωες δεν συμφωνούν είτε θα απομακρύνονται από την ενεργή δράση είτε, σε περίπτωση που δεν απομακρυνθούν, θα θεωρούνται εκτός νόμου. Όπως είναι αναμενόμενο, ανάμεσα στους ήρωες οι απόψεις διίστανται, με τον Tony Stark/Iron Man (Robert Downey Jr.) να τάσσεται υπέρ του συμφώνου και τον Steve Rogers/Captain America (Chris Evans) να τάσσεται κατά. Όμως η σταγόνα που ξεχειλίζει το ποτήρι είναι μια πράξη για την οποία κύριος υπεύθυνος θεωρείται ο Bucky Barnes (Sebastian Stan), ο καλύτερος φίλος του Captain America, γνωστός και ως Winter Soldier, στρέφοντας τους αγαπημένους μας ήρωες τον έναν απέναντι στον άλλο και μετατρέποντας τους φίλους σε εχθρούς.

Captain-America-and-Iron-Man-in-Captain-America-Civil-War

Ως προς το σενάριο, η ταινία έχει το ατού μερικών εξαιρετικών και πραγματικά καλογραμμένων χαρακτήρων που οι ίδιοι φαίνονται να κατευθύνουν την πλοκή. Εδώ έχουμε έναν ηρωικό Captain America που έχει σαν αδυναμία την πίστη και την αγάπη προς τους φίλους του, πράγμα που του δίνει κίνητρο να μην αποδεχθεί το σύμφωνο μόνο και μόνο επειδή το βλέπει σαν μια καταπίεση της ελευθερίας της ομάδας του. Και στον αντίποδα έχουμε έναν Tony Stark που θέλει να ξεγράψει τα λάθη του παρελθόντος και να λυτρωθεί από τις τύψεις των θανάτων τόσων αθώων που αισθάνεται πως τον βαραίνουν, βάζοντας έτσι ένα στοπ στην παντοδυναμία του για το κοινό καλό.

Το σενάριο δεν επικεντρώνεται τόσο στην έννοια ενός Εμφυλίου ανάμεσα στους υπερήρωες αλλά σε μια κατάσταση που και οι δύο πλευρές έχουν δίκιο και ταυτόχρονα δεν μπορούν να συμβιβαστούν στο αντίθετο, βάζοντας έτσι και τον ίδιο τον θεατή στο δίλημμά «ποια πλευρά να διαλέξω» και χωρίς να τον κατευθύνει σε κάποια επιλογή, πράγμα που σε λίγες ταινίες πετυχαίνει. Βέβαια, μιας και ο Captain America των αδερφών Russo έχει μια τάση στο κατασκοπικό θρίλερ, υπάρχει ταυτόχρονα και κάποιος επιπλέον «κακός» που παίζει ρόλο στην ιστορία, καθώς προσπαθεί να εκμεταλλευτεί  την κατάσταση του εμφυλίου σε όφελος του, τον Zemo (Daniel Brühl). Αν και ο χαρακτήρας του δεν φαίνεται αρκετά καλοδουλεμένος σε σχέση με άλλους του έργου, η ανάμειξη του στην ιστορία είναι καθοριστική και αναπόφευκτη.

Για την σύγκρουση στρατολογούνται πολλοί από τους γνωστούς μας υπερήρωες: στην πλευρά του Iron Man οι War Machine (Don Chaedle), Black Widow (Scarlett Johanson), και Vision (Paul Bettany), ενώ στην πλευρά του Captain America βρίσκουμε τους Falcon (Antony Mackie), Hawkeye (Jeremy Renner), Scarlett Witch (Elizabeth Olsen), Ant-Man (Paul Rudd) και τονBucky. Όμως δύο νέα πρόσωπα κάνουν την εμφάνιση τους στο προσκήνιο (στο πλευρό του Iron Man), με βασικότερο τον Νιγηριανό πρίγκηπα T’Challa και υπερήρωα Black Panther (Chadwick Boseman) στην πρώτη του κινηματογραφική εμφάνιση. Ο νέος ήρωας έχει πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία και ο Boseman φαίνεται αρκετά ταλαντούχος ώστε να μας κάνει να περιμένουμε πως και πως την δική του αποκλειστική ταινία μέσα στο 2017.

captain-america-civil-war-07

Και από την άλλη έχουμε έναν καινούργιο Spider-Man με το πρόσωπο του νεαρού Tom Holland. Πολύ τον περιμέναμε, κυρίως για να δούμε τι θα κάνει η Marvel με τον χαρακτήρα που μέχρι τώρα είχε η Sony στα χέρια της και το αποτέλεσμα ήταν πέντε ταινίες που όμως καμία δεν φαινόταν να πιάνει πλήρως τον χαρακτήρα όπως ήταν στα κόμικς. Ε λοιπόν, αυτή την φορά φαινόμαστε να είμαστε στον καλύτερο δρόμου που θα μπορούσαμε να βρεθούμε: ο Tom Holland είναι ένας εξαιρετικός Spider-Man, έχοντας τον παιδιάστικο χαρακτήρα του ήρωα μα και ταυτόχρονα την εξυπνάδα του, χωρίς να χάσει μάλιστα την ευκαιρία να κλέψει την παράσταση στο σύντομο διάστημα που εμφανίζεται. Πολλοί μιλάνε για τον καλύτερο Spider-Man στην οθόνη, χωρίς να έχουν απόλυτο άδικο.

Πολλοί επίσης είναι αυτοί που μιλάνε για την καλύτερη ταινία «Captain America», ενώ ακόμη κάποια ακόμη μιλούν για την καλύτερη ταινία Marvel, πράγμα που ειπώθηκε και για την προηγούμενη ταινία του ομώνυμου ήρωα, το «Winter Soldier». Την εκρηκτική συνταγή και τότε την εκτέλεσαν οι σκηνοθέτες-αδερφοί Russo, φέρνοντας στο τραπέζι έναν νέο και αρκετά διαφορετικό Captain America με περισσότερο ενδιαφέρον από αυτό ενός «προσκόπου». Και εδώ κάνουν παπάδες έχοντας στα χέρια τους περισσότερους χαρακτήρες και ήρωες για να παίξουν μαζί τους, γυρίζοντας μάλιστα την ταινία με τέτοιο τρόπο που να κουμπώνει αισθήτικά με τις υπόλοιπες, λες και όλες τις γύρισε ο ίδιος άνθρωπος. Και τα καταφέρνουν εξαιρετικά καλά σε αυτό, αλλά για κάποιον που δεν έχει ξαναδεί ταινία της σειράς η ταινία δεν θα έχει τόσο μεγάλο αντίκτυπο όσο σ’ έναν μεγάλο φαν, δεμένο με τους χαρακτήρες.

Εν κατακλείδι, το «Captain America: Civil War» αποδεικνύει πως η μονομαχία δύο μεγάλων υπερηρώων μπορεί να είναι κάτι παραπάνω από ένα ματς ανάδειξης του δυνατότερου των δύο, χωρίς ποτέ να προδίδει το κοινό σε θέαμα και ουσία και συχνά δίνοντας του και περισσότερα απ’ όσα ζητάει. Είναι μια ταινία που όλοι μπορούν να απολαύσουν, ανεξάρτητα με το αν είναι φαν του franchise ή όχι, με χαρά στην αγαπημένη τους αίθουσα σινεμά!

«The People v. O.J. Simpson»: Η τέλεια απεικόνιση του σήμερα

Πως μια σειρά ανθολογίας για αληθινά εγκλήματα καταφέρνει να σχολιάσει τη σημερινή εποχή μέσα από τη ‘δίκη του αιώνα’.

Σου προτείναμε να τη δεις πριν ακόμα αρχίσει να προβάλλεται. Τώρα, λίγο παραπάνω από δύο μήνες μετά, η σειρά ανθολογίας του FX, «American Crime Story», ολοκλήρωσε την πρώτη σαιζόν της, και χωρίς κανέναν ενδοιασμό μπορούμε να πούμε πως είναι μια από τις καλύτερες σειρές του 2016.

Ο Ryan Murphy, συνδημιουργός του «American Horror Story» (και σεναριογράφος σε πολλές γνωστές σειρές, μεταξύ άλλων και τα «Nip/Tuck», «Glee» και «Scream Queens»), πρόσθεσε άλλη μια επιτυχημένη σειρά στο ενεργητικό του, σε ρόλο παραγωγού και σκηνοθέτη αυτή τη φορά. Το σενάριο για την πρώτη σαιζόν της σειράς, που βασίζεται στο βιβλίο του Jeffrey Toobin «The Run of His Life», ανέλαβαν οι Scott Alexander και Larry Karaszewski, δύο μάστερ των βιογραφικών ταινιών της δεκαετίας του 90΄(«Ed Wood», «The People vs. Larry Flynt» και «Man on the Moon»).

Η σαιζόν «The People v. O.J. Simpson» καταγράφει τη ‘δίκη του αιώνα’ όπως συχνά αποκαλείται, δηλαδή τη δίκη του διάσημου ποδοσφαιριστή ράγκμπι του NFL, Orenthal James Simpson που κατηγορήθηκε το 1994 για τη διπλή δολοφονία της πρώην γυναίκας του, Nicole Brown Simpson και του σερβιτόρου Ronald Lyle Goldman. Παρόλο που η σειρά έκανε μια ομολογουμένως άψογη δουλειά (όπως έχει δηλώσει και η ίδια η Marcia Clark σε συνεντεύξεις επανειλημμένα), στην απεικόνιση της δίκης, των κεντρικών προσώπων και των γενικότερων ιστορικών γεγονότων, ο σκοπός της όμως δεν ήταν απλά να αναβιώσει αυτή την αληθινή ιστορία. Μέσα από αυτό το γεγονός και αυτή τη δίκη, το «American Crime Story» κατάφερε να σχολιάσει/κριτικάρει τη σημερινή εποχή που ζούμε, όσον αφορά τα media, την ποπ κουλτούρα, την πολιτική ορθότητα  και τη γενικότερη κουλτούρα του ‘φαίνεσθαι’ που χαρακτηρίζει τη σημερινή κοινωνία.

photo1
Ray Mickshaw/FX

Αρχικά να ξεκαθαρίσουμε ότι το κείμενο αυτό περιέχει spoilers για τη σειρά αλλά, φαντάζομαι δεν θεωρούνται spoilers εφόσον πρόκειται για πραγματικά γεγονότα που όλοι ξέρουμε την έκβασή τους. Στις 3 Οκτωβρίου του 1995 ο O. J. Simpson κρίθηκε αθώος από τους ενόρκους του δικαστηρίου, μετά από μια δίκη που κράτησε σχεδόν έναν ολόκληρο χρόνο και καθήλωσε ένα ολόκληρο έθνος στις τηλεοράσεις του, όπως καθήλωσε και εμάς η απεικόνισή της, 21 χρόνια μετά, στο FX. Ο κατηγορούμενος αθωώθηκε, παρόλο που όλα τα στοιχεία ήταν αδιάσειστα και αποδείκνυαν την ξεκάθαρη ενοχή του στο έγκλημα. Η Marcia Clark, βασική εισαγγελέας της δίκης, μάζεψε και παρουσίασε στους ενόρκους όλες αυτές τις αποδείξεις της ενοχής του Simpson. Εν ολίγοις, Ο Simpson είχε γνωστή προϊστορία βίαιων επιθέσεων κατά της Nicole, τρίχες του Simpson και ίνες από το αμάξι του βρέθηκαν στον τόπο του εγκλήματος και πάνω στα ρούχα του Goldman,  αίμα του Simpson βρέθηκε στον τόπο του εγκλήματος και στο αμάξι του, ένα γάντι που ήταν στον τόπο του εγκλήματος ήταν ζευγάρι με ένα άλλο που βρέθηκε στο σπίτι του Simpson, οι πατημασιές στον τόπο του εγκλήματος ταίριαζαν με τα πόδια και τα παπούτσια του Simpson, ενώ και ο ίδιος ενοχοποίησε τον εαυτό του, πρώτα αντιδρώντας περίεργα στο τηλεφώνημα που τον ενημέρωνε για τη δολοφονία της πρώην γυναίκας του, και έπειτα, τρέχοντας να ξεφύγει από τη σύλληψη του με το περιβόητο άσπρο Bronco αμάξι του.

Τώρα, σωστά θα αναρωτιέσαι, πως γίνεται να αθωώθηκε ο κατηγορούμενος με τόσες ξεκάθαρες αποδείξεις εναντίον του; Κι όμως, αυτό έγινε γιατί οι ακριβοί δικηγόροι που προσέλαβε ο Simpson για την υπεράσπισή του, είχαν μια πολύ καλύτερη ιστορία να πουν για τον κόσμο, η οποία έβγαζε πιο πολύ νόημα από την ιστορία που εξυπηρετούσαν τα στοιχεία. Βασιζόμενοι στο συναίσθημα, στην προπαγάνδα, στο παιχνίδι με τα media και σε περιστασιακά γεγονότα, κατάφεραν να χτίσουν μια υπόθεση που δημιούργησε στους ενόρκους βάσιμες αμφιβολίες για την ενοχή του Simpson, οι οποίες στη συνέχεια κατάφεραν να τον αθωώσουν. Η ίδια η σειρά, αποφεύγει με μαεστρία να πάρει θέση στο ερώτημα αν ο Simpson είναι ένοχος ή όχι, και δεν χρειάζεται κιόλας, αφού όλα τα στοιχεία είναι εκεί. Σημασία άλλωστε δεν έχουν τα στοιχεία και η αλήθεια, αλλά η μεγάλη εικόνα, η πιο ενδιαφέρουσα και ιντριγκαδόρικη οπτική, το τι θα πει ο κόσμος τέλος πάντων.

photo2
Ray Mickshaw/FX

Η ομάδα υπεράσπισης του Simpson, αποτελείται από δικηγορικούς αστέρες, όπως είναι ο Robert Shapiro (John Travolta) και ο Johnnie Cochran (του φανταστικού Courtney B. Vance), οι οποίοι ξέρουν να παίζουν το παιχνίδι των media και των εντυπώσεων, σε αντίθεση με την κατηγορούσα αρχή των Marcia Clark (καταπληκτική Sarah Paulson) και Chris Darden (Sterling K. Brown) που βασίζονται αποκλειστικά στα στοιχεία. Ο Johnnie Cochran, μεγαλοδικηγόρος, γνωστός για το πάθος του στην υπεράσπιση κατηγορούμενων μαύρου χρώματος, και για την πίστη του ότι η αστυνομία του Los Angeles αποτελείται από ρατσιστές και διεφθαρμένους αστυνομικούς, είναι ο τέλειος άνθρωπος γι’ αυτό το ρόλο. Χάρη στον Cochran, η υπόθεση του Simpson πήρε μυθικές διαστάσεις, αφού συνδέθηκε με θέματα όπως ο ρατσισμός και η διαφθορά της αστυνομίας και του δικαστικού συστήματος. Ξαφνικά, ο O.J Simpson παρουσιάστηκε ως το αδικημένο θύμα- μέλος της μειονότητας που ενοχοποιήθηκε από τους ρατσιστές αστυνομικούς του LAPD. Έγινε σύμβολο ως προστάτης της μαύρης κοινότητας και θύμα ρατσισμού, ενώ συνέβαινε ακριβώς το αντίθετο. Ο Simpson ήταν ένας πετυχημένος και πλούσιος σελέμπριτι που έμενε στην ακριβή του βίλα, παντρεύτηκε μια λευκή ξανθιά γυναίκα, έκανε παρέα με λευκούς, διοργάνωνε pool party με τα φιλαράκια του από το LAPD και σε καμία περίπτωση δεν είχε δείξει διάθεση να γίνει υπέρμαχος των δικαιωμάτων των μαύρων. Τι σημασία έχουν όμως αυτά; Αφού οι μαύροι όντως ενοχοποιούνται άδικα εδώ και δεκαετίες από την αστυνομία και βιώνουν το ρατσισμό καθημερινά στο πετσί τους, ε, το ίδιο θα συνέβη και σε αυτή την περίπτωση. Βγάζει νόημα, ταιριάζει, μια τέτοια ιστορία αδικίας και ρατσισμού πουλάει πιο πολύ, δημιουργεί μεγαλύτερο ντόρο και γίνεται ευκολότερα θέμα λαϊκής κατανάλωσης.

THE PEOPLE v. O.J. SIMPSON: AMERICAN CRIME STORY "Conspiracy Theories" Episode 107 (Airs Tuesday, March 15, 10:00 pm/ep) -- Pictured: (l-r) Sterling K. Brown as Christopher Darden, Cuba Gooding, Jr. as O.J. Simpson. CR: Ray Mickshaw/FX
Ray Mickshaw/FX

Η Marcia Clark, παρόλο που είχε όλα αυτά τα στοιχεία στη διάθεσή της, μπορεί να πει κανείς ότι ήταν άτυχη στην δίκη, καθώς βρέθηκε αντιμέτωπη με δύο άριστους χειραγωγούς των media, την ώρα που αυτή δεν ήξερε και δεν ήταν έτοιμη για τέτοια δημοσιότητα, οπότε λογικό ήταν να τη φάνε ζωντανή. Ήταν πραγματικά άτυχη, γιατί παρά το γεγονός ότι ο Simpson διέπραξε το φόνο και είχε τα στοιχεία για να το υποστηρίξει, διάφορα άλλα τυχαία περιστατικά εδραίωσαν τη θεωρία του Cochran στη συνείδηση του κόσμου.

Η εμβληματική σκηνή με το γάντι, ή η εμπλοκή του ρατσιστή ντεντέκτιβ Mark Fuhrman στην υπόθεση, είναι από τα περιστατικά που κάνουν «τζιζ», ή αλλιώς, που σήμερα θα χαρακτηρίζαμε με τη λέξη «viral». Αυτά τα περιστατικά λειτούργησαν σαν βόμβα, που όταν έσκασε, τύφλωσε τον κόσμο, τραβώντας του την προσοχή από τα αληθινά γεγονότα.

Τώρα βλέπεις ποια είναι σύνδεση της σειράς με την σημερινή ποπ κουλτούρα έτσι; Φαντάσου, ότι ούτε τις σκηνές με τις μικρές Kardashian δεν χρειάστηκε να αναφέρω. Άλλο κεφάλαιο αυτό, όπως άλλο κεφάλαιο είναι και ο σχολιασμός των εκπληκτικών ερμηνειών, των διαλόγων και της σκηνοθεσίας της σειράς, που αν το ξεκινήσω τώρα δεν θα τελειώσει ποτέ αυτό το κείμενο.

Δεν πειράζει, άλλη φορά.

Daredevil – Η 2η Σαιζόν στο Netflix

Το κινηματογραφικό σύμπαν της Marvel είναι αναμφίβολα ο βασιλιάς του κινηματογράφου αυτή τη στιγμή. Με 13 ταινίες στο ενεργητικό της (η πιο πρόσφατη το κοντινό μας πλέον «Captain America: Civil War») και περισσότερα από 9 δις στα ταμεία της, η εταιρία έχει κάνει τρελές δουλειές και ταυτόχρονα καταφέρνει να δίνει στους φαν των κόμικς αυτό που θέλουν.

Και αυτό τώρα τελευταία έχει αρχίσει να γίνεται με τηλεοπτικές σειρές, ξεκινώντας από το «Agents of S.H.I.E.L.D.» στο ABC. Όμως όλα αυτά φαίνονταν πολύ «μαλακά» έργα σε πολλούς, γι’ αυτό και η εταιρία προχώρησε σε μια καρποφόρα συνεργασία με το Netflix, η οποία έφερε πιο σκοτεινές ιστορίες στο προσκήνιο, κάπως μακριά από τους μεγάλους και δυνατούς ήρωες, στα προάστια της Νέας Υόρκης. Αυτές οι σειρές είναι τα «Daredevil» και «Jessica Jones», ενώ αργότερα θα ακολουθήσουν οι «Luke Cage» και «Iron Fist», σχηματίζοντας στη συνέχεια την crossover «Defenders».

Και μέχρι στιγμής το πείραμα έχει πετύχει. Η σκοτεινή και βίαιη προσέγγιση τόσο του «Daredevil» όσο και της «Jessica Jones» έδωσαν την ευκαιρία στην εταιρία να ακουμπήσει πιο ώριμες ιστορίες και θεματολογίες, ενώ στο κοινό δόθηκε η δυνατότητα να κάνει ένα διάλειμμα από τους πιο φανταχτερούς και συνάμα επιφανειακότερους κινηματογραφικούς μύθους. Και η επιτυχία αυτών των σειρών ήταν τέτοια ώστε να ανανεωθούν και οι δύο από το Netflix για νέες περιπέτειες σε νέες σαιζόν. Σήμερα, λοιπόν, σας παρουσιάζουμε την επική επιστροφή του «Daredevil».

Marvel's Daredevil
Marvel’s Daredevil

Ξεκινώ λέγοντας πως ο τυφλός δικηγόρος Ματ Μέρντοκ είναι ένας από τους πιο αγαπημένους μου χαρακτήρες της Marvel (και ο μοναδικός της που μπόρεσα να ακολουθήσω και κάπως στα κόμικς). Ένας πολύ ανθρώπινος υπεράνθρωπος, με ελαττώματα και αδυναμίες, ο οποίος όμως πάντα καταφέρνει να βγαίνει από πάνω και να είναι ο Άνθρωπος Χωρίς Φόβο, μιας και τα χημικά που του στέρησαν την όραση του όξυναν τις υπόλοιπες αισθήσεις. Στην πρώτη σαιζόν τον συναντήσαμε στο πρόσωπο του Charlie Cox να απεικονίζεται σχεδόν τέλεια, κάνοντας μας να ξεχάσουμε τον κάτω του μετρίου προηγούμενο Daredevil (και εξαιρετικό νέο Batman πλέον) Ben Affleck. Και μαζί του ήρθαν οι εξαιρετικοί Elden Henson στο ρόλο του συνεργάτη του Φόγκυ Νέλσον και την Deborah Ann Wool στον ρόλο της γραμματέως τους και πιθανού μελλοντικού του ειδυλλίου Κάρεν Πέιτζ, ενώ στον ρόλο του μεγάλου κακού Kingpin εμφανίστηκε ο  εξαιρετικός Vincent D’Onofrio και σε μικρότερο ρόλο η Rosario Dawson, κάνοντας εμφανίσεις και στη «Jessica Jones».

Με την νέα σαιζόν όμως δεν έχουμε Kingpin. Ο Daredevil πλέον θεωρείται ήρωας στο προάστιο του Hell’s Kitchen και κάθε βράδυ πολεμά το έγκλημα εκ νέου. Αυτή την φορά όμως δεν είναι η μεγάλη του πρόκληση ένας καινούργιος μεγάλος εχθρός, αλλά άλλες όψεις του ίδιου του του εαυτού και αυτού που κάνει: από την μια ο υπερβίαιος εκδικητής «Punisher» (Jon Bernthal), ο οποίος του δείχνει πως ο κανόνας του να μην σκοτώνει δεν φέρνει ποτέ μια απόλυτη νίκη, ενώ στον αντίποδα έχει την μυστηριώδη πρώην του Electra (Elodie Yung), η οποία μοιάζει με μια διέξοδο από την ζωή που ζει.

Αυτή η σαιζόν καταφέρνει να παντρέψει εξαιρετικά τα στοιχεία της αμφιβολίας και του φόβου, βγάζοντας στο φως πτυχές του Ματ που προσπαθούσε να αποφύγει και που τον φέρνουν σε συνεχή διλήμματα, ενώ ταυτόχρονα είναι εμφανείς οι προστριβές του με τα άτομα που αγαπά και θέλει να προστατέψει, κάνοντας όμως το ένα λάθος μετά το άλλο (από την πρώτη σαιζόν το ξέρουμε αυτό). Η ιστορία έχει συνεχή εξέλιξη και γλυτώνει την κοιλιά που συναντήσαμε στα τελευταία επεισόδια της περσινής σαιζόν (και της «Jessica Jones» αντίστοιχα), δίνοντας έτσι και την ευκαιρία στους υπόλοιπους χαρακτήρες να αντιδράσουν διαφορετικά και να εξελιχθούν, αποσπώντας εξαιρετικές ερμηνείες από τους παλιούς μας γνώριμους, χωρίς όμως να τους δίνει πολλά περισσότερα να κάνουν απ’ το να ασχολούνται με αυτά τα θέματα (εκτός ίσως από την Κάρεν, η οποία έχει και αυτή τα δικά της άλυτα μυστήρια και τον δικό της δρόμο που τραβάει).

daredevil-2

Οι εξαιρετικές νέες προσθήκες όμως είναι που κλέβουν την παράσταση. Αρχικά η Elodie Yung ως Electra έχει ίσως την καλύτερη πορεία ως χαρακτήρας για φέτος, γνωρίζοντας πολλά διαφορετικά στάδια ανάπτυξης και φέρνοντας συνεχώς κάτι νέο στο προσκήνιο, με μια πολύ καλή ερμηνεία που όμως επισκιάζεται, δυστυχώς, από τον σίφουνα του Jon Bernal ως «Punisher». Γιατί ο Bernal, παρότι είναι ο τέταρτος ηθοποιός που αναλαμβάνει τον ρόλο, κατά πάσα πιθανότητα είναι και ο καθοριστικότερος. Χωρίς ποτέ να είναι μονοδιάστατος, καταφέρνει να παντρέψει την δράση και την δυναμική των σκηνών δράσεις με μερικές από τις βαθύτερες σκηνές της σαιζόν, αν όχι της τηλεόρασης για φέτος, συνδυάζοντας τον ανδρισμό ενός Tom Hardy και την μοναχικότητα ενός Robert DeNiro στον θρυλικό «Ταξιτζή». Και είναι τόσο συγκλονιστικός που η ερμηνεία του είναι θα μπορούσε να βρεθεί και προτεινόμενη για Emmy, σ’ έναν τέλειο κόσμο πάντα.

Βέβαια, αυτό που όλοι θα λατρέψουν στη νέα σαιζόν είναι οι εξαιρετικές χορογραφίες των σκηνών δράσης. Από την μια επιστρέφουν οι βίαιες μάχες σώμα-με-σώμα της πρώτης σαιζόν, ενώ νέες προσθήκες είναι οι βίαιες συγκρούσεις του Punisher που είναι πιο μεθοδικές και πολεμικές από τις άλλες, φέρνοντας όμως παρόμοια ρίγη με αυτά των βιαιότερων σκηνών του «Walking Dead» κατά καιρούς. Και ναι, υπάρχει ένα αντίστοιχο μονοπλάνο μάχης σαν αυτό της πρώτης σαιζόν, όμως αυτή την φορά υπάρχει περισσότερη δράση, αγωνία και ένταση, δίνοντας νέες διαστάσεις στη δράση που βλέπουμε στην τηλεόραση.

Κλείνοντας, το «Daredevil» επιστρέφει σε μια σαιζόν καλύτερη από την προηγούμενη σε όλα τα επίπεδα, ειδικά στο ερμηνευτικό και σίγουρα σε μεγαλύτερο βάθος. Είναι μια must σειρά τόσο για τους λάτρεις της Marvel, όσο και για όλους όσους επιθυμούν να δουν καλή τηλεόραση. Κι ας είναι από τον υπολογιστή τους, στην συχνότητα ενός Netflix.

«Batman V Superman» – Η Αυγή της Δικαιοσύνης

Η ταινία που όλοι περιμέναμε. Όχι μόνο επειδή το σύμπαν λατρεύει τον Batman (και ήθελε να δει τον Ben Affleck στο ρόλο, είτε για να γιουχάρει είτε για να χειροκροτήσει), ούτε επειδή όλοι περίμεναν τον Superman (Henry Cavill) στη συνέχεια του «Man of Steel» (λίγοι ήταν, και πάλι), ή επειδή αυτή θα είναι η πρώτη φορά που εμφανίζεται στην οθόνη η Wonder Woman (Gal Gadot) ή ακόμη και τον πρόλογο για μια «Justice League». Όχι. Αυτή την ταινία την περιμέναμε όλοι για να δούμε τους δύο διασημότερους ήρωες στην ιστορία των κόμικς να εμφανίζονται για πρώτη φορά ΜΑΖΙ στο πανί, την ίδια ιστορία και το ίδιο πλάνο. Τι τρέχει όμως με το «Batman V Superman» σαν τελικό αποτέλεσμα;

eikona1

Η ιστορία συνεχίζεται λίγο καιρό μετά από τα γεγονότα του «Man of Steel», όπου ο Superman μετά την καταστροφή της Μετρόπολις και τους θανάτους που ήρθαν με αυτήν είναι ένας αμφιλεγόμενος ήρωας. Και ανάμεσα σε όσους έχουν τσαντιστεί είναι και ο Bruce Wayne, γνωστός σε εμάς και ως Batman, ο οποίος έχασε κόσμο από την εταιρία του και βλέπει τον Superman σαν απειλή, όσο ταυτόχρονα ο τελευταίος αντιμετωπίζει τους προσωπικούς του δαίμονες, βλέποντας πώς η μάχη του για το καλό έχει πάντα κακές επιπτώσεις σε όλους. Και κάπου εκεί έρχεται η σύγκρουση μεταξύ των δύο, των οποίων οι διαφορές είναι πιο αισθητές από τα κοινά τους ιδανικά και το μόνο που καταφέρνουν είναι να τους φέρνουν αντιμέτωπους, σε μια μάχη που μόνο ο ένας μπορεί να κερδίσει.

Αυτή ακούγεται σαν μια ωραία ιστορία, η οποία με τον κατάλληλο χειρισμό θα μπορούσε να πει πολλά. Όμως είναι πολλά σημεία που οι σεναριογράφοι David S. Goyer (συμμέτοχος και στην τριλογία του Nolan) και Chris Terrio (Όσκαρ Σεναρίου στο «Argo») φαίνονται να χάνουν την μπάλα. Πρώτα απ’ όλα, η προσέγγιση τους είναι πολύ επιδερμική σε στιγμές, καθώς όλα φαίνονται να κινούνται υπερβολικά γρήγορα και δεν δίνεται ο απαραίτητος χρόνος στους χαρακτήρες να αναπνεύσουν και να διεκδικήσουν τον χρόνο τους στο έργο με αποτέλεσμα το τελικό σενάριο να αναλώνει μια ενδιαφέρουσα πλοκή τραβώντας την από τα μαλλιά και χωρίς να διασκεδάζει κανέναν. Κι έπειτα, στην προσπάθεια δημιουργίας ενός ευρύτατου κινηματογραφικού σύμπαντος της DC Comics (σαν αυτού της Marvel) βασίζεται σε πολύ αδύναμα θεμέλια (με μια μόνο ταινία, ενώ η Marvel χρειάστηκε πέντε για να προχωρήσει) και έτσι το αποτέλεσμα είναι βιαστικό, χωρίς να έχει εμφανείς στόχους και καταλήγοντας μόνο να το επιβαρύνει και να μην του προσθέτει.

eikona 2

Και αυτό το στοιχείο αποτελεί βαρίδι και στο ερμηνευτικό κομμάτι. Πολλά ταλέντα εμφανίζονται στο έργο, χωρίς όμως να αξιοποιούνται επαρκώς. Ο Perry White του Laurence Fishburne, ο Alfred του Jeremy Irons, η γερουσιαστής της Holly Hunter, ο τραυματίας Scoot McNairy, όμως και τα νέα μέλη της «Justice League» Aquaman (Jason Mamoa), Cyborg (Ray Fisher) και Flash (Ezra Miller, με κάπως μεγαλύτερη εμφάνιση απ’ τους άλλους), με τόσο μικρές εμφανίσεις φαίνονται εντελώς ανολοκλήρωτοι.  Και έπειτα έχουμε τα βασικότερα μέλη του καστ, ξεκινώντας απ’ όσους επιστρέφουν απ’ το Man of Steel». Η Amy Adams ως Lois Lane και ο Cavill σαν Superman. Η πρώτη αυτή τη φορά έχει να κάνει λίγα περισσότερα πράγματα απ’ το να κινδυνεύει (όχι πως δεν το κάνει) ή να μας κάνει να απορούμε για το πόσες δημοσιογράφοι είναι τόσο φωτογενείς και μπορούν ισορροπήσουν σε ψηλά τακούνια, ενώ ο Cavill εξακολουθεί να μοιάζει με τον Superman αλλά να μην πείθει ερμηνευτικά, βγάζοντας από μέσα του όλο αυτό που θα τραβήξει την συμπάθεια του κοινού στην αρχή αλλά όχι τον σεβασμό του. από τα νέα μέλη, η προσθήκη της Gal Gadot σαν Wonder Woman αποδεικνύεται εύστοχη επιλογή στο ρόλο αλλά δεν έχει τον απαραίτητο χρόνο για να μας δικαιολογήσει την παρουσία της. Ύστερα έχουμε τον Jesse Eisenberg στο ρόλο του κακού Lex Luthor, ο οποίος είναι αρκετά φλύαρος στο κείμενο – και υπερβολικός σε σημεία – όμως ο Eisenberg είναι αρκετά ταλαντούχος για να αφήσει τον χαρακτήρα να αναπνεύσει και να είναι ξεχωριστός. Και απ’ την άλλη έχουμε τον Ben Affleck σαν Batman, η επιλογή του οποίου θεωρήθηκε τόσο αμφιλεγόμενη με το που ανακοινώθηκε πριν σχεδόν τρία χρόνια. Κι όμως, τελικά ο Affleck ξεπερνά κάθε προσδοκία. Όχι μόνο γιατί παίζει καλά, αλλά επειδή ΓΙΝΕΤΑΙ ο Batman, βουλώνοντας  στόματα με την κατανόηση και τον σεβασμό που δίνει στο ρόλο. Μόνο αρνητικό του ίσως είναι πως δεν μας δείχνει πολύ την περσόνα του Bruce Wayne, όμως γι’ αυτό μάλλον θα περιμένουμε την ατομική ταινία Batman, που πρόκειται να σκηνοθετήσει ο ίδιος ο Affleck.

Στο τέλος όμως πραγματικός πρωταγωνιστής αναδεικνύεται ο σκηνοθέτης Zac Snyder, ο οποίος επενδύει όλη την ενέργεια του έργου σε εξαιρετικά, στυλιζαρισμένα κάδρα και άφθονη δράση (σε μικρότερη κλίμακα απ’ όση περιμέναμε), δημιουργώντας ένα έργο εξαιρετικής αισθητικής, με την γνωστή σκοτεινή φωτογραφία του Larry Fong και την επική μουσική των Hans Zimmer και Junkie XL, χάνοντας ίσως λίγο από τα ειδικά εφέ σε σημεία (ειδικά μέσω ενός χαρακτήρα full CGI). Όμως επειδή ένας άξιος πρωταγωνιστής δεν είναι τίποτα χωρίς το κατάλληλο κείμενο, κάπου ξεκινάνε τα προβλήματα. Ο Snyder φαίνεται περισσότερο να ποντάρει στην εικόνα καθ’ αυτή και λιγότερο να θέλει να πει κάτι βαθύτερο ή ακόμη και να διασκεδάσει, ακόμη και με τα πιο στυλιζαρισμένα και γρήγορα πλάνα της καριέρας του, στην προσπάθεια επανασύστασης αρκετών απ’ τους γνωστότερους ηρώων κόμικς. Και κάπου εδώ χάνεται μέρος της μαγείας, της έκπληξης και της προσμονής, δημιουργώντας ένα υπερφορτωμένο έργο που προσπαθεί να σημείο κατατεθέν μιας μυθικής συνάντησης και καταλήγει ένας μακροσκελής και φλύαρος πρόλογος μιας άλλης ιστορίας.

Το «Batman v Superman» δεν είναι κακή ταινία, απογοητεύει όμως γιατί σημαδεύει πολύ ψηλά και καταρρίπτεται πολύ γρήγορα. Μπορεί να έχει έναν εξαιρετικό Batman και ένα στόρι με περισσότερη ίντριγκα από το «Man of Steel», όμως χάνει στον τομέα του σεναρίου και της συνολικής ουσίας. Κανείς δεν θα περάσει άσχημα να την δει, όμως δεν θα φύγει και με κάτι πραγματικά αξιομνημόνευτο, πέρα ίσως απ’ το γεγονός πως η αγία τριάδα της DC είναι, επιτέλους, ολοκληρωμένη σ’ ένα κοινό πλάνο.

Το «Bloodline» επιστρέφει: Όλα όσα γνωρίζουμε για τη 2η σεζόν

Μπορεί να μην κουβαλάει τη φήμη του «House of Cards» ή του «Marvel’s Daredevil», αλλά όσοι το έχουν παρακολουθήσει, ξέρουν ότι το Bloodline έχει πάρει επάξια τη θέση του στη λίστα με τις ποιοτικότερες σειρές του Netflix.

Ναι, για όποιον δεν το κατάλαβε, τελικά η δεύτερη σεζόν της σειράς δεν προβλήθηκε την Κυριακή που μας πέρασε, όπως λέγαμε εδώ, αλλά πήρε μια μικρή παράταση δύο μηνών. Άργησε η παραγωγή; Δεν θέλανε να συμπέσει μαζί με τις καινούριες σεζόν του «House of Cards» και του «Daredevil» που κυκλοφόρησαν αυτό το μήνα; Ήθελαν να το φέρουν πιο κοντά στις ημερομηνίες για τα βραβεία Emmy; Κανείς δεν ξέρει, το σημαντικό που κρατάμε είναι ότι θα έρθει, γι’ αυτό πάμε να δούμε όλα τα στοιχεία που έχουν δοθεί στη δημοσιότητα για τη δεύτερη σεζόν.

photo1
© Netflix

Βασικά όχι, για να μην spoilαριστεί κανείς, πάμε καλύτερα πρώτα να πούμε δύο-τρία πραγματάκια για εκείνους που δεν την έχουν δει, και ύστερα (αφού θα έχουμε προειδοποιήσει για spoilers), θα μιλήσουμε με την ησυχία μας για τη δεύτερη σεζόν.

Το Bloodline λοιπόν, είναι ένα δράμα τοποθετημένο στα παραδεισένια νησιά Κις της Φλόριντα, όπου ζει και βασιλεύει η δημοφιλής οικογένεια των Rayburns, γνωστοί για το πολυτελές παραλιακό θέρετρο που λειτουργούν. Για την οικογένεια των Rayburns όλα είναι φαινομενικά τέλεια: Ο πατριαρχικός πατέρας Robert (Sam Shepard) και η μητέρα Sally (Sissy Spacek) επιτυχημένοι επιχειρηματίες, ο γιος-καμάρι της οικογένειας John (Kyle «Friday Night Lights» Chandler), η πιστή κόρη Meg (Linda Cardellini, ίσως τη θυμάσαι απ’ το «Freaks and Geeks») και ο θερμοκέφαλος μικρός γιος Kevin (Norbert Leo Butz). Τους Rayburns συμπληρώνει ο μεγαλύτερος γιος και μαύρο πρόβατο της οικογένειας, Danny (Ben Mendelsohn), ο προσωρινός ερχομός του οποίου δεν είναι για καλό. Ο Danny επιστρέφει στο πατρικό του και μαζί του θα φέρει στην επιφάνεια διάφορα τραγικά μυστικά και δαίμονες του παρελθόντος που θα έρθουν να ταράξουν τα νερά της φαινομενικά τέλειας οικογένειας.

photo2
© Netflix

Δεν θα πω παραπάνω γιατί όσο λιγότερα ξέρεις τόσο περισσότερο θα το απολαύσεις, αλλά το σενάριο του Bloodline είναι καταπληκτικό. Εκτός από τις εξελίξεις της ιστορίας, οι χαρακτήρες είναι εξαιρετικά καλογραμμένοι και οι οικογενειακοί δεσμοί και οι σχέσεις που έχουν μεταξύ τους, αριστουργηματικά αποτυπωμένες.

Ο ρεαλισμός του σεναρίου σε συνδυασμό με τις απίστευτες ερμηνείες, -ειλικρινά μοιάζει σαν οι ηθοποιοί να διαγωνίζονται για το ποιος θα παίξει καλύτερα, με ξεκάθαρο νικητή τον Mendelsohn- τη σεμιναριακή χρήση των flashbacksκαι τα πανέμορφα σκηνικά, αποτελούν μόνο λίγα από τα θετικά που ανεβάζουν τόσο ψηλά το επίπεδο αυτής της σειράς.

Το μόνο αρνητικό που θα μπορούσε να προσάψει κανείς στο Bloodline, είναι ότι κυλάει κάπως αργά η ιστορία, ειδικά προς τη μέση της σεζόν, αλλά σε έχει απορροφήσει τόσο πολύ από το πρώτο επεισόδιο, που πραγματικά δεν σε νοιάζει αν αργεί λίγο.

Με λίγα λόγια, βάλε και δες το Bloodline, θα σε συγκλονίσει.

photo3
© Netflix

Τώρα που ξεμπερδέψαμε με αυτό και απομείναμε αυτοί οι λίγοι που έχουμε δει τη σειρά, πάμε να δούμε τα στοιχεία και γενικά το τι γνωρίζουμε μέχρι στιγμής για τη δεύτερη σεζόν που έρχεται.

Προφανώς ακολουθούν SPOILERS.

Λίγο πριν τελειώσει η πρώτη σεζόν, και μετά το θάνατο του Danny (που ξέραμε από το πρώτο επεισόδιο), στοιχηματίζω ότι όλοι πιστεύατε (μαζί σας και εγώ) πως θα τελειώσει η σειρά, δεν θα υπάρξει άλλη σεζόν ή τουλάχιστον πως πρόκειται για σειρά ανθολογίας.

Πως άλλωστε να συνεχίσεις σε μια δεύτερη σεζόν, όταν ο πιο κεντρικός και αγαπημένος χαρακτήρας έχει πεθάνει; Ε λοιπόν, εκτός από το cliffhangerμε την εμφάνιση του άγνωστου γιου του Danny, στο τέλος της πρώτης σεζόν, ο οποίος λογικά θα μας απασχολήσει σε μεγάλο βαθμό στη δεύτερη, μαθαίνουμε πως στο ρόλο του Danny θα επιστρέψει κανονικά ο BenMendelsohn, αλλά μέσα από flashbacksαυτή τη φορά. Όπως δήλωσε σε συνέντευξη ο ένας εκ των δημιουργών της σειράς, Glenn Kessler (οι άλλοι δύο είναι ο Todd A. Kessler και ο Daniel Zelman), «Το DNAτης σειράς ασχολείται πάρα πολύ με το παρελθόν.

Θα μάθουμε περισσότερα για το παρελθόν του Danny και το πώς επηρέασε την οικογένεια του. Υπάρχει μια πολύ σημαντική ιστορία που θέλουμε να αφηγηθούμε και αυτή περιέχει μέσα τον Danny».

Οπότε θα έχουμε μπόλικο Danny, μην αγχώνεστε.

Απ’ την άλλη, ο άλλος νεκρός χαρακτήρας, ο πατέρας Robert, δεν θα εμφανιστεί πουθενά φέτος. Όλοι οι άλλοι κεντρικοί χαρακτήρες θα είναι ξανά εδώ, με το καστ να συμπληρώνουν δύο νέες προσθήκες, του John Leguizamo και της Andrea Riseborough. Επίσης, η δεύτερη σεζόν θα αποτελείται από 10 επεισόδια αυτή τη φορά, αντίθετα με την πρώτη που είχε διάρκεια 13 επεισοδίων.

Τέλος, τις προάλλες που το Netflix ανακοίνωσε την ημερομηνία της δεύτερης σεζόν (27 Μαΐου) τη συνόδευσε μαζί με μια μικρή σύνοψη για αυτά που πρόκειται να παρακολουθήσουμε.

© Netflix
© Netflix

«Η δεύτερη σεζόν ξεκινάει με την οικογένεια Rayburn καθώς προσπαθεί να κρύψει αυτό το αδιανόητο έγκλημα που διέπραξε. Μυστηριώδεις άγνωστοι από το παρελθόν του Danny κάνουν την εμφάνιση τους με επικίνδυνους σκοπούς. Οι αρχές φτάνουν κοντά στην εύρεση της αλήθειας σχετικά με το θάνατο του Danny.

Η άλλοτε αρμονικά δεμένη οικογένεια, τώρα έχει δηλητηριαστεί από τα γεγονότα και οι σχέσεις των μελών διακατέχονται από παράνοια και έλλειψη εμπιστοσύνης. Τα ψέματα εκτίθενται. Οι συμμαχίες προδίδονται. Οι σχέσεις καταστρέφονται. Βρισκόμενοι με την πλάτη στον τοίχο, οι καλοί άνθρωποι πρέπει να κάνουν κακά πράγματα…»

Game of Thrones: 5 στοιχεία του νέου τρέιλερ για την 6η σεζόν

Καθώς φτάνουμε σιγά σιγά στην πολυαναμενόμενη –για πολλούς λόγους- έκτη σεζόν, πάμε να δούμε μερικά στοιχεία που αποκαλύπτονται γι’ αυτήν από το τελευταίο τρέιλερ.

Προφανώς αυτό το κείμενο περιέχει spoilers, σοβαρέψου. Καλά, όχι ότι παίζει κανείς να spoilαριστεί για το «Game of Thrones», αφού το έχει δει όλος ο κόσμος. Πραγματικά, αυτή η σειρά είναι τόσο δημοφιλής που κάθε σεζόν αποτελεί πλέον ένα παγκόσμιο event, κατά το οποίο οι θεατές οργανώνουν με την παρέα τους πάρτυ για την προβολή κάθε καινούριου επεισοδίου. Το «Game of Thrones» το παρακολουθούν οι πάντες, είναι η τηλεοπτική σειρά που βλέπουν άνθρωποι που δεν βλέπουν τηλεοπτικές σειρές. Είναι η τηλεοπτική σειρά στην οποία κάνουν αναφορές οι άλλες τηλεοπτικές σειρές, ταινίες, άρθρα, βίντεο, εκπομπές για να κερδίσουν views. Είναι η τηλεοπτική σειρά που, ακόμα και αυτοί οι λίγοι εκλεκτοί που δεν την παρακολουθούν, ξέρουν περί τίνος πρόκειται, ξέρουν ποιος είναι ο Jon Snow, ποια η Khaleesi και ποια δύο αδέρφια έχουν ερωτική σχέση μεταξύ τους.

Η έκτη σεζόν που έρχεται στις οθόνες μας στις 24 Απριλίου από το HBO, έχει ιδιαίτερη σημασία, όχι γιατί ξεκινάει τόσο αργά συγκριτικά με άλλες χρονιές, αλλά γιατί, για πρώτη φορά, τα γεγονότα της σεζόν βασίζονται σε βιβλίο που δεν έχει κυκλοφορήσει ακόμα. Πιο συγκεκριμένα, το μεγαλύτερο μέρος της 6ης σεζόν βασίζεται στο 6ο βιβλίο του George RR Martin ‘A Song of Ice and Fire: «The Winds of Winter»’. Αυτό σημαίνει πως φέτος, κανείς δεν θα ξέρει τι συμβαίνει στη συνέχεια της ιστορίας, καθώς θεατές και αναγνώστες, θα γίνουν ταυτόχρονα μάρτυρες των εξελίξεων στα 7 Βασίλεια του Γουέστερος. Έτσι, λογικό είναι να υπάρχει ένας αέρας μυστηρίου γύρω από τα καινούρια επεισόδια, ο οποίος ενισχύεται από το γεγονός ότι φέτος είναι η πρώτη χρονιά που το HBO δεν θα μοιράσει αντίγραφα ούτε καν στα media και τους κριτικούς.

Είχαμε λοιπόν τον προηγούμενο μήνα ένα teaser για τη νέα σεζόν, που μας δείχνει τα κεφάλια σχεδόν όλων των κεντρικών χαρακτήρων, ζώντων και νεκρών, τοποθετημένα στα ράφια, σε εκείνο το μέρος όπου η Άρυα έκανε φασίνα πέρυσι.

Προβοκατόρικο teaser θα έλεγε κανείς, αφού προσπαθεί να μας σοκάρει δείχνοντας πεθαμένους τους χαρακτήρες που δεν έχουν πεθάνει ακόμα. Τι προσπαθεί να μας πει άραγε; Ότι όλοι κάποια στιγμή θα πεθάνουν; Χαίρω πολύ, είναι προφανές πως όλοι είναι θνητοί άνθρωποι και θα πεθάνουν αργά ή γρήγορα, άλλωστε είναι γνωστό ότι #valarmorghulis.

Τέλος πάντων, το κανονικό το τρέιλερ βγήκε πριν λίγες μέρες, και εκτός του ότι είναι ομολογουμένως πολύ καλό σπάζοντας ρεκόρ τηλεθέασης για το HBO, έχει και κάποια ενδιαφέροντα-αποκαλυπτικά στοιχεία μέσα για την καινούρια σεζόν. Πάμε να τα δούμε.

https://www.youtube.com/watch?v=CuH3tJPiP-U

1. Ο Snow είναι νεκρός

photo1_1

Το μεγάλο ερώτημα της 6ης σεζόν είναι το τι θα γίνει με τον Jon Snow, πέθανε τελικά για πάντα ή θα επιστρέψει; Το «Game of Thrones» ήδη από τα πρώτα δευτερόλεπτα του τρέιλερ έχει σε πλάνο το πτώμα του, συνοδευόμενο από την ατάκα «He’s gone», συνεχίζοντας την προπαγάνδα που τον θέλει νεκρό. Παιδιά, κανείς δεν σας πιστεύει.

2. Η Khaleesi είναι σκλάβα των Dothraki

photo 2_1Η Daenerys Targaryenβρίσκεται στο σημείο από όπου ξεκίνησε, 6 σεζόν πριν. Είναι περικυκλωμένη από μια στρατιά Dothraki, και αν κρίνουμε από το γεγονός ότι φοράει το ίδιο ρούχο, που φόραγε την τελευταία φορά που την είδαμε, και το ότι περπατάει στο πάτωμα, μάλλον είναι σκλάβα τους.

3. Η SansaStark και ο Theon Greyjoy ζουν

photo3_1

Την τελευταία φορά που τους είδαμε, κάνανε μια γενναία βουτιά από την κορυφή του εξωτερικού τείχους του Winterfell στο κενό. Παρόλο που κανείς δεν πίστεψε ότι θα μπορούσαν να πεθάνουν αυτοί οι δύο χαρακτήρες, στο τρέιλερ βλέπουμε δύο πολύ γρήγορα clips των δύο που επιβεβαιώνουν ότι είναι ζωντανοί και τρέχουν να ξεφύγουν από τον ψυχάκια τον Ramsey. Λες να γυρίσει επιτέλους η τύχη για την κακόμοιρη τη Sansa;

 4. Η Cersei είναι εδώ και θέλει βία

photo4_1Μετά τον γύρο της ντροπής (SHAME!) που έκανε στο τέλος της προηγούμενης σεζόν, η αγαπημένη μας bitch βασίλισσα σηκώνεται ξανά στα πόδια της, για να δηλώσει το παρών. Με τη φράση «I choose violence» και την ανάσταση του Ser Gregor Cleganeaka Το Βουνό, δεν υπάρχει αμφιβολία πως θα εκδικηθεί τους παππάδες που την ξεφτίλισαν.

5. Ο BranStark επιστρέφει και βρίσκεται απέναντι στον αρχηγό των White Walkers

photo5_1

Το παιδί-θαύμα του Ned, Bran Stark, που τον είχαμε χάσει τελείως στην προηγούμενη σεζόν, επιστρέφει τώρα, δύο χρόνια μετά, σαφώς μεγαλωμένος –μάλλον περνάει την εφηβεία του- και απέναντι στον τρομακτικό βασιλιά των White Walkers. Δεν ξέρουμε αν είναι κάποιο από τα συνηθισμένα οράματα του Bran, ή η πραγματικότητα, αλλά σίγουρα θέλουμε να μάθουμε.

Οι πέντε μεγάλες τηλεοπτικές επιστροφές του Μαρτίου

Κατά κάποιο τρόπο μπορείς να πεις πως αυτές οι σειρές επιστρέφουν και φέρνουν μαζί τους την άνοιξη.

Μάρτης λοιπόν, ο μήνας της άνοιξης, του ήλιου, των ανθισμένων φυτών, της αλλεργίας από τη γύρη, της επανόδου των κουνουπιών και κυρίως ο μήνας που φοράμε στο χέρι αυτό το ερυθρόλευκο βραχιολάκι που μας προστατεύει από όλα αυτά, το «μαρτάκι».

photo1(σόρι, αλλά έπρεπε)

Εκτός από αυτά που προαναφέρθηκαν, στο μήνα που διανύουμε επιστρέφουν και πέντε πολύ μεγάλες και δημοφιλείς σειρές, με τις καινούριες τους σεζόν, οπότε βλέποντάς τες, θα είναι κάπως σα να μπαίνει η άνοιξη.

Τέρμα όμως τα αστεία, πάμε να δούμε ποιες είναι οι πέντε καλύτερες τηλεοπτικές σειρές που έρχονται με καινούρια επεισόδια αυτό το μήνα, σε χρονολογική σειρά.

1. «House of Cards» 4η σεζόν

Παρασκευή 4 Μαρτίου, στο Netflix

Ξεκινάμε με τα βαριά όπλα. Η τέταρτη σεζόν του επικού πολιτικού δράματος σχεδόν έφτασε. Χωρίς να θέλουμε να κάνουμε σπόιλερ γι’ αυτούς που δεν έχουν δει την τρίτη, να πούμε μόνο πως στην νέα σεζόν περιμένουμε να δούμε τις εξελίξεις στη σχέση ανάμεσα στην Claire (Robin Wright) και στον Frank Underwood (Kevin Spacey), ενώ σύμφωνα με το ρεπορτάζ, στο καστ προστίθενται πολλά φρέσκα πρόσωπα. Φυσικά, η σειρά είναι του Netflix και αυτό σημαίνει πως την Παρασκευή δεν θα προβληθεί μόνο το πρώτο επεισόδιο, αλλά θα γίνει διαθέσιμη όλη η σεζόν κατευθείαν, για να μην χρειάζεται να περιμένεις κάθε βδομάδα για νέο υλικό.

2. «Bates Motel» 4η σεζόν

Δευτέρα 7 Μαρτίου, στο A&E

https://www.youtube.com/watch?v=wWheLZ3WUs4

Το prequel της εμβληματικής ταινίας του Alfred Hitchcock «Ψυχώ», που αγαπήθηκε σε μεγάλο βαθμό από το τηλεοπτικό κοινό, συνεχίζει επιτυχώς στην 4η σεζόν του. Η Vera Farmiga επιστρέφει στον υποψήφιο για Emmy ρόλο της Norma Bates και ο Freddie Highmore ως Norman Bates. Στην καινούρια σεζόν, όπως γίνεται κατανοητό και από το ανατριχιαστικό teaser, θα γίνουμε μάρτυρες της σταδιακής καθόδου του Norman προς την τρέλα και την παράνοια.

3. «The Americans» 4η σεζόν

Τετάρτη 16 Μαρτίου, στο FX

Αυτό το κατασκοπικό δράμα εποχής, για τους δύο ρώσους κατασκόπους που το παίζουν παντρεμένο ζευγάρι στη Βιρτζίνια της Ουάσινγκτον κατά την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου, επιστρέφει στις οθόνες μας για μια πολλά υποσχόμενη 4η σεζόν. Έχοντας χαρακτηριστεί πολλές φορές, ως ένα από τα ποιοτικότερα δράματα στην ιστορία της τηλεόρασης, το «The Americans» γίνεται κάθε χρόνο και καλύτερο, και είναι κρίμα που δεν έχει λάβει την αναγνώριση που του αξίζει.

4. «Daredevil» 2η σεζόν

Παρασκευή 18 Μαρτίου, στο Netflix

Η υπερηρωική σειρά της Marvel με μακράν την ομορφότερη φωτογραφία από όλες, μετά από μια αρκετά καλή πρώτη σεζόν, επιστρέφει για μια εκρηκτική δεύτερη, αν κρίνουμε από το trailer. Μαζί με το «Jessica Jones», οι δύο σειρές μπορεί να ασχολούνται με υπερήρωες, αλλά δεν μοιάζουν καθόλου με τις υπόλοιπες υπερηρωικές σειρές που κυκλοφορούν εκεί έξω, καθώς είναι πολύ πιο σκοτεινές, ρεαλιστικές και ανθρώπινες. Παρόλο που το μεγαλύτερo μέρος της επιτυχίας της πρώτης σεζόν ήταν ο απίστευτος villain Wilson Fisk του καταπληκτικού Vincent D’Onofrio, η δεύτερη αναμένεται εξίσου ενδιαφέρουσα λόγω της εισαγωγής των χαρακτήρων του Punisher και της Elektra.

5. «Bloodline» 2η σεζόν

Κυριακή 20 Μαρτίου, στο Netflix

Η προσωπική μου αγαπημένη σειρά του 2015 επανέρχεται στο Netflix για να μας προσφέρει στις 20 του μήνα το καλύτερο binge-watching που μπορείς να κάνεις. Αυτό το αριστουργηματικό οικογενειακό δράμα με το εκπληκτικό σενάριο και το ρεσιτάλ άψογων ερμηνειών, είναι πραγματικά από τις πιο υποτιμημένες σειρές που υπάρχουν. Η ιστορία της οικογένειας Rayburn μας καθήλωσε και ελπίζουμε να συνεχίσει να το κάνει στην επιστροφή της, παρόλο που σου έδινε την εντύπωση πως θα της ταίριαζε καλύτερα να είναι ανθολογίας. Όπως και να ‘χει, εμείς την περιμένουμε και ελπίζουμε τουλάχιστον φέτος η Χρυσή Σφαίρα να καταλήξει στα χέρια του Ben Mendelsohn, γιατί την αξίζει.

Βραβεία Όσκαρ 2016

Χαίρετε!

Όπως πέρυσι, έτσι και φέτος είμαστε εδώ για να καλύψουμε και τα φετινά βραβεία Όσκαρ. Η 88η απονομή των Όσκαρ λοιπόν, έλαβε τα ξημερώματα τέλος, αφήνοντας νικητές και ηττημένους. Στο hashmag, θα κάνουμε ανάλυση αυτών των βραβεύσεων, δίνοντας λίγο παραπάνω βάση στις 8 κύριες κατηγορίες (Ταινία, Σκηνοθεσία, Διασκευασμένο και Πρωτότυπο Σενάριο, Α’ και Β’ Γυναικέιος, Α’ και Β’ Ανδρικός), ενώ θα σχολιαστούν και οι υπόλοιπες κατηγορίες.

Πριν όμως ξεκινήσουμε, καλό θα ήταν να επισημάνω κάτι. Όλοι γνωρίζουμε ότι η Ακαδημία των Όσκαρ είναι μια “παράγκα”. Δεν είναι λίγες οι φορές που κερδισμένες βγαίνουν ταινίες, που ακολουθούν ένα συγκεκριμένο μοτίβο, καταλήγοντας όμως ξεχασμένες, διότι καταβάθος είναι κενές και δεν έχουν κάτι προσφέρουν, πέρα από ικανοποίηση στα κοινότυπα γούστα των κριτών της Ακαδημίας. Δεν είναι λίγοι οι καλλιτέχνες που έχουν αδικηθεί από τον συγκεκριμένο θεσμό (Stanley Kubrick, Alfred Hitchcock, Peter o’ Tool, Peter Sellers είναι κάποια ονόματα που μου έρχονται στο μυαλό χωρίς καν να μπω στον κόπο να σκεφτώ). Στην τελική όμως, κανένα Όσκαρ και κανένα βραβείο δεν κάνει τον καλλιτέχνη. Σημαντικότεροι κριτές όλων είναι ο χρόνος και το κοινό και άπαξ και καταφέρεις να κερδίσεις αυτούς τους δύο, χαλάλι τα χρυσά αγαλματίδια.

Όμως, μιας και πρόκειται για την πιο διαδεδομένη μορφή βράβευσης και οι περισσότεροι, σινεφίλ ή όχι, ασχολούνται έστω και λίγο με το “Ποιος το κέρδισε τελικά;” κάνουμε την απαραίτητη κάλυψη στις βραβεύσεις και μόνο στις βραβεύσεις (όχι σε θεματολογίες που θα σχολιαστούν σε πάνελ μεσημεριανής εκπομπής, τύπου “Ποιος φόρεσε τι;” Ποιος εμφανίστηκε με ποια;”, κλπ).

Ας περάσουμε στα βραβεία…

Β’ Ανδρικός Ρόλος

Oscar nominees for Best Supporting Actor are shown in this combination of file photos (L to R) Mark Rylance, Christian Bale, Tom Hardy, Sylvester Stallone and Mark Ruffalo

Ο νικητής: Από τις δυσκολότερες κατηγορίες, μαζί με αυτή του Β’ Γυναικείου. Και πώς να μην είναι άλλωστε, όταν σε μια κατηγορία έχεις τους Christian Bale, Mark Ruffalo και Tom Hardy σε εξαιρετικές ερμηνείες, έναν Sylvester Stalone, που οκ, έχει ένα ταβάνι, αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση το έχει φτάσει κι έναν θεατρο-κινηματογραφικό Mark Rylance, σε έναν πολύ καλό ρόλο στο «Bridge of Spies». Κάπως έτσι έγινε η πρώτη έκπληξη της βραδιάς. Το Όσκαρ πήγε στον Rylance και ανέτρεψε τα δεδομένα που έλεγαν πως, όπως και στις Χρυσές Σφαίρες, θα το έπαιρνε ο Stalone. Μακάρι να αρχίσουμε να τον βλέπουμε πιο συχνά στη μεγάλη οθόνη.

O ηττημένος: Θα ήθελα να γράψω Tom Hardy, μα θέλω να είμαι όσο πιο αντικειμενικός γίνεται, οπότε υποστηρίζω ότι ο μεγαλύτερος χαμένος είναι ο Mark Ruffalo. Κυρίως επειδή η ερμηνεία του στο «Spotlight» ήταν η καλύτερη του ως τώρα. Έχει μέλλον ακόμα να διεκδικήσει το χρυσό αγαλματίδιο, αλλά θα το προτιμούσα να το έπαιρνε τώρα.

Β’ Γυναικείος Ρόλος

Alicia Vikander

Η νικήτρια: Και το όνομα αυτής… Alicia Vikander! Δικαίωση στη δεύτερη πιο δύσκολη κατηγορία της βραδιάς, με την Vikander να φεύγει νικήτρια με την ερμηνεία της στο «Danish Girl», η οποία κατάφερε να καπελώσει την ερμηνεία του πρωταγωνιστή Eddie Redmayne, μην πω και όλη την ταινία. Πραγματικά μπράβο στην κοπέλα, η οποία νωρίτερα, μες στο 2015, είχε καταφέρει να προκαλέσει αίσθηση και με το ρόλο της στο «Ex- Machina».

Η ηττημένη: Πρέπει όντως να διαλέξω μόνο μία; Δύσκολο… Το μόνο που μπορώ να πω, είναι πως από τις τέσσερις συμπρωταγωνίστριες που περισσεύουν, οι τρεις άξιζαν το αγαλματίδιο σχεδόν ισάξια με την Vikander. Μιλάω για τις Kate Winslet, Rooney Mara και Jennifer Jason Leigh. Ναι, μόνο η McAdams μου φάνηκε αδιάφορη. Παρόλα αυτά θαρρώ πως η βράβευση ήταν δίκαια και κανείς δεν πρέπει να μένει παραπονεμένος.

Α’ Ανδρικός Ρόλος

pic3

Ο νικητής: And the Oscar goes to… ναι, ναι, σ’ αυτόν που όλοι περιμέναμε πήγε. Ο Leonardo DiCaprio πήρε αυτό που ήταν δικαιωματικά δικό του από το 1994, τότε που ήταν για πρώτη φορά υποψήφιος. Η βράβευση που όλοι όσοι ασχολούνται με το θεσμό περίμεναν, και που θα ξενέρωναν αν δεν συνέβαινε έτσι. Να σταθώ σε δυο σημεία. Πρώτον, η Ακαδημία το χρωστούσε στον DiCaprio, μα αυτό δε σημαίνει ότι του δόθηκε χαριστικά. Η ερμηνεία του στο «The Revenant» ήταν καλύτερη από τις άλλες υποψήφιες και μάλιστα από τις καλύτερες του ηθοποιού (ο Jordan Belford του «Wolf of Wall Street» δεν ξεπερνιέται εύκολα). Δεύτερον, ο DiCaprio έπρεπε να πάρει το χρυσό αγαλματίδιο. Δεν το είχε όμως καμία απολύτως ανάγκη…

Ο ηττημένος: Κανένας. Υπήρχε τεράστιο χάσμα μεταξύ του DiCaprio και των υπόλοιπων τεσσάρων, οπότε η μόνη απειλή για τον Leo ήταν τα τερτίπια της Ακαδημίας. Όχι ότι οι Cranston, Fassbender, Redmayne (τον Damon δε θέλω να τον αναφέρω καν) ήταν κακοί, αλλά ο νικητής έκανε (πάλι) την υπέρβαση. Αν ήμουν αναγκασμένος να επιλέξω έναν, θα επέλεγα Fassbender, αλλά είναι εξαιρετικό ταλέντο, θα το πάρει την επόμενη φορά…

Α’ Γυναικείος Ρόλος

Brie Larson

Η νικήτρια: Η νικήτρια μας έγινε γνωστή από τότε που κυκλοφόρησε στις αίθουσες το «Room». Η ομορφότερη παρουσία της βραδιάς, ονόματι Brie Larson, στέφθηκε δικαιωματικά νικήτρια στην κατηγορία του Α’ Γυναικείου Ρόλου, για μια από τις καλύτερες ερμηνείες τα τελευταία χρόνια (αναλυτικότερα δες εδώ), χωρίς να αφήνει παράπονο (φαντάζομαι) σε κανέναν. Μπράβο της και συγχαρητήρια για το ρόλο που έφερε εις πέρας, πράγμα που (ευτυχώς) την έκανε γνωστή στο ευρύ κοινό.

Η ηττημένη: Cate Blanchett. Εύκολα… Αλλά δυστυχώς βρέθηκε αντιμέτωπη με την ερμηνειάρα της από πάνω, οπότε όσο και να προσπαθούσε η Carol, δε θα κατάφερνε να πάρει το αγαλματίδιο. Δεν πειράζει. Δεν χρειάζονται βραβεύσεις για να αποδείξουν ότι η Blanchett είναι ηθοποιάρα. Ούτως ή άλλως το χει πάρει το Όσκαρ και δύο φορές ως τώρα.

Πρωτότυπο Σενάριο

pic5

Ο νικητής: «Spotlight». Τίμιο. Στόρι δυνατό των John McCarthy και Josh Singer, βασισμένο σε αληθινά γεγονότα, το οποίο σε κρατούσε καθ’ όλη τη διάρκεια ενός κατά τ’ άλλα καλού μα υπερεκτιμημένου φιλμ. Έξι υποψηφιότητες είχε η ιστορία των δημοσιογράφων από τη Βοστώνη, η πρώτη βράβευση μόλις ήρθε.

Ο ηττημένος: Θα έλεγα το «Ex- Machina», διότι ήταν μια πολύ ιδιαίτερη ιδέα για τον φόβο προς την εξέλιξη της Τεχνητής Νοημοσύνης. Βέβαια, λίγο το ότι ήταν πιο παλιά κυκλοφορία (αν δεν κάνω κάποιο τραγικό λάθος κυκλοφόρησε αρχές τους 2015), λίγο το ότι το νικητήριο «Spotlight» αναφερόταν σε πραγματική ιστορία, ε οι ελπίδες δεν ήταν και πάρα πολλές για να πούμε την αλήθεια…

Διασκευασμένο Σενάριο

pic6

Ο νικητής: Οι Adam McKay και Charles Randolf για την πανέξυπνη μεταφορά του βιβλίου του Michael Lewis για την πτώση των χρηματιστηρίων το 2008 (θες να μάθεις περισσότερα; Διάβασε εδώ), σε ένα σενάριο το οποίο πραγματικά σε τράβαγε από τα μούτρα και απαιτούσε την πλήρη προσοχή σου για να μη χάσεις τον μπούσουλα. Άλλη μία δίκαιη νίκη της βραδιάς, οι οποίες όσο πάει γίνονται πολλές και αγχώνομαι… μαλακία θα παιχθεί… για την Ακαδημία μιλάμε εξάλλου.

Ο ηττημένος: Οποιοδήποτε άλλο σενάριο πέρα του «Brooklyn», το οποίο προκαλούσε δάκρυα βαρεμάρας, θα μπορούσε να έχει βλέψεις για το χρυσό αγαλματίδιο, αλλά κακά τα ψέματα, το «Big Short» έπαιζε μόνο του σε αυτή την κατηγορία.

Σκηνοθεσία

pic7

Ο νικητής: Ναι ρε φίλε! Ναι. ναι, ναι, ναι! Inarritu πάρε τα Όσκαρ και φύγε! Ο μεξικανός κατάφερε για δεύτερη συνεχόμενη φορά (πράγμα σπάνιο) να πάρει το Όσκαρ Σκηνοθεσίας (πέρυσι είχε την τιμητική του για το «Birdman») για το «The Revenant» αυτή τη φορά. Ο Inarritu, όχι μόνο το άξιζε, μα αν περνούσε από το χέρι μου θα του το έδινα για κάθε του ταινία. Έχει καταφέρει να εισάγει στο Hollywood μια τσαχπινιά, μια τρέλα, μια σπιρτάδα, που χρόνια είχαμε να δούμε σε μη ευρωπαϊκό κινηματογράφο. Οι ταινίες του για πλήρη χώνεψη χρειάζονται δυο και τρεις προβολές, πράγμα που θυμίζει πονήματα παλιών μεγάλων κινηματογραφιστών. Άξιος!

Ο ηττημένος: Μεγάλος χαμένος της κατηγορίας, δεν μπορεί να είναι άλλος από τον δημιουργό του «Mad Max: Fury Road», George Miller. Μια ταινία που αγνοήθηκε στις μεγάλες κατηγορίες που ήταν υποψήφια, κι ένας σκηνοθέτης, ο οποίος κατάφερε κάτι που δεν το περίμενε κανείς. Ας ελπίσουμε τα sequel του “τρελού” Max να είναι στο ίδιο επίπεδο και να σηκώσει το τρόπαιο σε κάποια μελλοντική απονομή.

Ταινία

pic8

Ο νικητής: Και καθώς παρακολουθούσα τις βραβεύσεις, αισθανόμουν ένα αίσθημα δικαίωσης ως τώρα. Ο Dicaprio το πήρε, ο Inarritu κι η Larson όμοια, σε άλλες κατηγορίες είχαν βραβευθεί οι ταινίες που πίστευα πως άξιζαν, και είχα φτάσει σε σημείο να έχω ξεχάσει πως βλέπω τα Όσκαρ, μα μια τελετή που βραβεύει όντως τις ταινίες που αξίζουν. Ε, ήρθε λοιπόν η τελευταία βράβευση της βραδιάς για να με επιστρέψει στην πραγματικότητα. Το καλό μα όχι καλύτερο «Spotlight» βγήκε νικητής της μεγάλης βραδιάς. Γιατί η Ακαδημία πρέπει να βραβεύσει τους δικούς της. Αν μιλάς για αμερικάνους πολιτικούς/δημοσιογράφους/πράκτορες που πολεμούν το έγκλημα έχεις πάρει Όσκαρ. Τελείωσε. Πάνω που νόμιζα ότι θα άλλαζαν τα πράγματα με την περσινή νίκη του «Birdman»…

Ο ηττημένος: Δεν γίνεται να έχεις στην οχτάδα υποψηφίων ταινίες σαν το «The Revenant» και το «Mad Max» και να τα αγνοείς για ένα «Spotlight». Απλά δεν το κάνεις… εκτός κι αν είσαι η Ακαδημία. Δεν πειράζει… Σε λίγα χρόνια ο νικητής θα έχει ξεχαστεί και οι χαμένοι θα μνημονεύονται ως ταινιάρες!

Στις λοιπές βραβεύσεις, έχουμε μεγάλο νικητή των μη-αμερικάνικων διαμαντιών, ή αλλιώς της Ξενόγλωσσης Ταινίας, το αριστούργημα «Son of Saul», μια ταινία μόνη της στην κατηγορία, με λίγη κόντρα (μα όχι αρκετή) από το τούρκικο «Mustang». Μπράβο στον Lazlo Nemes και καλή του συνέχεια. Επίσης μόνο του στην κατηγορία του, ο νικητής στην κατηγορία Animation, «Inside Out» (το «Anomalisa» του Kaufman δεν αποδείχθηκε αρκετό για να αποτελέσει απειλή).

pic9

Να σταθώ τώρα σε δύο μεγάλους νικητές, για δύο μεγάλες κατηγορίες. Πρώτος ο Emmanuel Lubezki, ο οποίος κατάφερε για τρίτη συνεχόμενη χρονιά να κερδίσει το Όσκαρ Καλύτερης Φωτογραφίας (πρόπερσι για το «Gravity», πέρυσι για το «Birdman», φέτος για το «The Revenant»). Η συνεργασία του με τους συνμεξικανούς Cuaron και Inarritu αποδίδει καρπούς. Δεύτερος (και σημαντικότερος) ο 86χρονος συνθέτης Ennio Morricone με Όσκαρ Καλύτερης Μουσικής Επένδυσης! Πραγματικά το άξιζε για τη μουσική του στο «Hateful Eight», η οποία ανέβαζε επίπεδα την ταινία, όπως και το άξιζε βέβαια και σε παλιότερες δουλειές του που ήταν (ή δεν ήταν) υποψήφιος. Ο αγαπημένος συνθέτης που μας έκανε να λατρέψουμε τη μουσική των σπαγγέτι γουέστερν και συνεργάστηκε με το τέρας του κινηματογράφου Sergio Leone, πήρε σπίτι το βραβείο…

pic10

Ας περάσουμε σε αυτά που σάρωσε το «Mad Max» τα οποία είναι τα εξής: Καλύτερων Κουστουμιών, Καλύτερου Σχεδιασμού Παραγωγής, Καλύτερου Μακιγιάζ, Καλύτερου Μοντάζ (οι τύποι είχαν να επεξεργαστούν υλικό 10 ωρών!!), Καλύτερου Ηχητικού Μοντάζ, Καλύτερης Ηχητικής Μίξης. Τα άξιζε όλα αν θέλετε τη γνώμη μου και μπράβο του που τα πήρε!

Στα ειδικά εφέ βρίσκουμε το «Ex- Machina», το οποίο εκτόπισε τα «The Martian» (το οποίο έφυγε με άδεια χέρια… τι περιμένατε δηλαδή;), «The Revenant» και «Star Wars: The Force Awakens». Σωστή βράβευση και αυτή, καθότι το φιλμ φαινόταν τόσο αληθινό καθ’ όλη τη διάρκειά του.

pic11

Με Όσκαρ έφυγε και ο Sam Smith, για το τραγούδι που ερμήνευσε για το «Spectre», “The Writing’s on the Wall”, αν κι εγώ θα προτιμούσα να βραβευτεί το “Simple Song #3”, το οποίο ακούστηκε στο ξεχασμένο «Youth» του Sorrentino.

Τέλος, Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας Animation Μικρού Μήκους κέρδισε το «Bear Story», Καλύτερης Ταινίας Μικρού Μήκους το «Stutterer», ενώ Καλύτερου Ντοκιμαντέρ και Καλύτερου Ντοκιμαντέρ Μικρού Μήκους τα «Amy» (δικαιωματικά) και «A Girl In The River: The Price Of Forgiveness» αντίστοιχα.

Αυτά ήταν τα Όσκαρ για το 2016 κι εμείς στο hashmag μείναμε πιστοί στο ραντεβού μας για την ενημέρωσή σας σχετικά με αυτά. Ξενερωμένοι ή ικανοποιημένοι, ας παραδεχτούμε ότι ήταν μια καλή χρονιά βραβεύσεων, σε σχέση με τα ευτράπελα που έχουν γίνει άλλες φορές. Η Ακαδημία ξέρουμε ότι είναι αυτή που είναι και θα πάντα βραβεύει τις ταινίες που βραβεύει. Κρατάμε τα καλά. Ο Inarritu ξαναέφυγε με Όσκαρ. Ο Leo το πήρε επιτέλους. Αν και οι δυο τους δεν χρειάζονται κανένα βραβείο για να αποδείξουν το πόσα κιλά ταλέντο έχει ο καθένας τους. Προσωπικά περιμένω την επόμενη φορά που ο Tom Hardy θα είναι υποψήφιος. Ένας πραγματικά τρανός ηθοποιός, από τους καλύτερους της εποχής μας, έχει δώσει πολλά και μπορεί να δώσει ακόμα περισσότερα. Τελευταία άρχισε να γίνεται γνωστός στο ευρύ κοινό και πιστεύω πως ήρθε για να μείνει…

«Spotlight»: Η αλήθεια στο φως

Είναι γνωστή ιστορία να βλέπουμε ανάμεσα στις υποψηφιότητες των Όσκαρ πραγματικές ιστορίες, όπου οι καλοί αντιμετωπίζουν το σύστημα και εν τέλει τα καταφέρνουν, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Κάποιες φορές είναι αδέκαστοι δικηγόροι, άλλες αδιάφθοροι αστυνομικοί, συχνά χαρισματικοί πολιτικοί και συνηθέστερα δημοσιογράφοι. Τρανταχτό παράδειγμα τέτοιας ταινίας αποτελεί το πολιτικό θρίλερ «Όλοι οι Άνθρωποι του Προέδρου», όπου οι πρωταγωνιστές Robert Redford και Dustin Hoffman προσπαθούν να αποκαλύψουν την αλήθεια για το σκάνδαλο του Γουοτεργκέιτ, ταινία που απέσπασε και τέσσερα Όσκαρ (μεταξύ των οποίων σεναρίου). Είναι δύσκολο να ξεφύγει κάποιο έργο από αυτή την τυποποίηση, όπως επίσης δεν μπορούν και να ξεφύγουν από την μανία της Ακαδημίας να λατρεύει τέτοιου είδους ταινίες.

pic1

Προτού παρακολουθήσω το «Spotlight» του Tom McCarthy αναρωτιόμουν – δικαίως – αν σε αυτή την περίπτωση έχουμε να κάνουμε με μια τυπική οσκαρική ταινία ή με κάποιο ξεχωριστό έργο. Βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα, η ιστορία ακολουθεί μια ομάδα ερευνητών δημοσιογράφων που προσπαθούν να ξεσκεπάσουν την συγκάλυψη βιασμών ανηλίκων από την Καθολικοί Εκκλησία. Και εδώ βλέπουμε τους αγώνες και τις πιέσεις των ηρώων μας για να φτάσουν στην αλήθεια, βρίσκοντας και προσπερνώντας πάρα πολλά εμπόδια στον δρόμο τους.

Βλέποντας το έργο βλέπεις ένα συνολικό αποτέλεσμα που χαρακτηρίζεται από την απλότητά του. Η φωτογραφία είναι ταιριαστά μουντή, ενώ η μουσική είναι ήρεμη, χωρίς σκαμπανεβάσματα. Και η σκηνοθεσία του Tom McCarthy είναι μετρημένη, όμως πολύ συχνά είναι αργή και δεν παρουσιάζει κάτι ιδιαίτερο. Όσο και να μην λάτρεψα το «Carol», νομίζω πως ο σκηνοθέτης του Todd Haynes άξιζε περισσότερο την υποψηφιότητα της σκηνοθεσίας απ’ ότι ο McCarthy, και αυτό όχι γιατί ο τελευταίος έκανε κακή δουλειά, αλλά επειδή του έλειπε η κινηματογραφικότητα του πρώτου.

rachel-mcadams-mark-ruffalo-brian-dg-arcy-michael-keaton-and-joh

Πολύ καλύτερη δουλειά βλέπουμε τον McCarthy να κάνει στο σενάριο, παρέα με τον Josh Singer. Τόσο οι διάλογοι όσο και οι χαρακτήρες είναι καλογραμμένοι, όμως εν τέλει η αλήθεια που αποκαλύπτουν είναι αυτή που κερδίζει το ενδιαφέρον μας, φέρνοντας μας σε αμηχανία για τα συμβάντα που εξιστορούνται και σε θαυμασμό για τους ήρωες που τα έφεραν στο φως, υπενθυμίζοντας μας πως το επάγγελμα της δημοσιογραφίας κάποτε ήταν ηθικό και πως ακόμη μπορεί να είναι, βάζοντας την σωστή ενημέρωση μπροστά από κάθε τι, ακόμη και από τους ίδιους τους τους εαυτούς. Και ακόμη και αυτή την ταύτιση κατορθώνουν οι σεναριογράφοι, βάζοντας μπροστά απ’ όλα την ιστορία και τα γεγονότα και αφήνοντας μακριά λεπτομέρειες της οικιακής ζωής του καθενός ήρωα ή, τουλάχιστον, κρατώντας μόνο όσες συνδέονται με την πλοκή.

Κρίνοντας το έργο δεν μπορούμε όμως να αφήσουμε ασχολίαστες τις εξαιρετικές του ερμηνείες. Ξεκινώντας από τους δευτερεύοντες ρόλους, ο Liev Schreiber είναι πράγματι εξαιρετικός στο ρόλο του αρχισυντάκτη της εφημερίδας, ενσαρκώνοντας το χαρακτήρα του με σεμνότητα και μυστήριο, ενώ ο υφιστάμενος του John Slattery , συνοδευόμενοι από τους Stanley Tucci και Billy Crudup, που υποδύονται δύο επαγγελματίες δικηγόρους που είτε θα βοηθήσουν είτε θα εμποδίσουν την έρευνα. Όμως αυτοί που έχουν περισσότερη αξία είναι τα μέλη της δημοσιογραφικής ομάδας: Ο Michael Keaton είναι άνετος ως υπεύθυνος τους (παίζοντας ωραία αλλά χωρίς να πλησιάζει ελάχιστα τον ογκόλιθο ερμηνείας του «Birdman»), ενώ η Rachel McAdams έχει μια καλή ερμηνεία που όμως δεν δείχνει να στηρίζει επάξια την οσκαρική της υποψηφιότητα στο Β’ Γυναικείο. Αυτός που γίνεται εύκολα συμπαθής ήταν ο σχετικά άγνωστος Brian d’Arcy James στο ρόλο ενός οικογενειάρχη που, όσο περισσότερα μαθαίνει, τόσο περισσότερο φοβάται για την οικογένεια του, όμως η καλύτερη ερμηνεία ανήκει μακράν στον Mark Ruffalo, που ενσαρκώνει τον πιο πεισματάρη και δουλευταρά όλης της ομάδας στην καλύτερη ίσως ερμηνεία της καριέρας του (αδίκως στην κατηγορία του Β’ Ανδρικού).

Το «Spotlight» σήμερα είναι ένας από τους φιναλίστ των κυριακάτικων Όσκαρ, κουβαλώντας στην πλάτη του έξι υποψηφιότητες (ταινίας, σκηνοθεσίας, σεναρίου, β’ ανδρικού και γυναικείου ρόλου, μοντάζ) και πολλές επευφημίες τύπου «καλύτερη ταινία της χρονιάς». Αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, δε νομίζω πως αξίζει στο έργο αυτή η ταμπέλα. Σίγουρα ήταν ένα εξαιρετικό έργο, με εξαιρετικό σενάριο και ερμηνείες, όμως χωρίς πολλά περισσότερα να δώσει πέρα από την ιστορία θάρρους που αφηγείται. Όμως έχουμε να κάνουμε με μια ιστορία που αξίζει να μάθουμε και που μάλλον θα κερδίσει το βραβείο πρωτοτύπου σεναρίου που, ακόμη και αν δεν χαίρει της πρωτοτυπίας ενός «Inside Out» ή «Ex_Machina», είναι ένας ύμνος στην δημοσιογραφία και την δύναμη της, καθώς και σε όσους την ασκούν με λειτουργική ευλάβεια και σύνεση.

Αν αυτές είναι οι απαιτήσεις σας από το «Spotlight», τότε αυτή η ταινία είναι για εσάς.

«Vinyl»: Το σενάριο αγνοείται

Ύστερα από τα δύο πρώτα επεισόδια, οι ανεβασμένες προσδοκίες μας για τη σειρά του HBO από τους Martin Scorsese και Mick Jagger, τελικά δεν ανταμείφθηκαν.

photo1

Η νέα σειρά «Vinyl» επανενώνει το δίδυμο του «Broadwalk Empire», Martin Scorsese και Terence Winter, οι οποίοι μαζί με τον Mick Jagger σε θέση παραγωγού, φέρνουν στις οθόνες μας ένα τηλεοπτικό μουσικό δράμα για το rock ‘n’ roll της δεκαετίας του 70’ με πρωταγωνιστή τον Bobby Cannavale. Πρόκειται για ένα τεράστιο project με μεγάλα ονόματα και υψηλές απαιτήσεις, που μόνο ένα κανάλι σαν το HBO (ή και το Netflix) θα μπορούσε να αναλάβει. Λογικό είναι να ενθουσιάστηκες απλά διαβάζοντας τις παραπάνω προτάσεις, αλλά κράτα τις προσδοκίες σου μετριασμένες. Μερικές φορές, τα δυνατά ονόματα και οι ακριβές παραγωγές δεν είναι αρκετά για να πετύχει μια σειρά ή μια ταινία.

Πολλοί θεωρούν το «Vinyl» ως διάδοχο του «Mad Men», καθώς, εκτός του ότι και οι δύο σειρές ασχολούνται με μια συγκεκριμένη πεπερασμένη εποχή, το «Vinyl» ξεκινάει χρονικά ακριβώς μετά το πέρας των γεγονότων του «Mad Men»: Τον Αύγουστο του 1973, όπου ο Don Draper, έχει αντικατασταθεί από τύπους σαν τον Richie Finestra.

Ο Bobby Cannavale λοιπόν, υποδύεται όπως είπαμε τον Richie Finestra, μεγαλομέτοχο της δισκογραφικής εταιρείας American Century Records, ο οποίος μας παρουσιάζεται σε μια φάση που σε άλλη ανάγνωση θα μπορούσε να είναι και το happy end του. Ετοιμάζεται να πουλήσει την παρηκμασμένη και χρεωμένη εταιρεία του σε μια γερμανική πολυεθνική (Polygram) για να σωθεί. Μια σειρά όμως, που από πίσω έχει Scorsese και Jagger, δεν θα μπορούσε να ακολουθήσει αυτό τον ξενέρωτο δρόμο.

Ο Finestra βρίσκεται σε ένα ανήσυχο και ανικανοποίητο mood εξαιτίας των καλλιτεχνών που εκπροσωπεί η δισκογραφική του. Σίγουρα, κάποιοι από αυτούς πουλάνε δίσκους, αλλά στον Richie λείπει η αγάπη για τη μουσική, το πάθος, η έμπνευση, το rock ‘n’ roll, η Ουσία (κάτι που λείπει και από την ίδια τη σειρά). Σε ένα μουσικό και πνευματικό ταξίδι που κάνει, σε μια συναυλία των New York Dolls, αναγεννιέται μεταφορικά και κυριολεκτικά από τις στάχτες του, φτάνοντας στην συνειδητοποίηση που μας φέρνει στην τωρινή του κατάσταση. Νιώθοντας αποκομμένος από τον διψασμένο για δόξα νεότερο εαυτό του, ο οποίος μαεστρικά μας παρουσιάζεται μέσα από φλασμπακς, ξεκινάει μια διαδικασία αναγέννησης της δισκογραφικής του εταιρείας, με μοναδικό γνώμονα την αληθινή, γνήσια αγάπη για το rock ‘n’ roll.

photo2

Η σειρά του HBO τα κάνει σχεδόν όλα σωστά. Στον δίωρο πιλότο, που περισσότερο θύμιζε κάποιο μεγάλο event ταινίας παρά επεισόδιο τηλεοπτικής σειράς, απολαύσαμε εκπληκτικές ερμηνείες, άριστη σκηνοθεσία, πανέμορφη φωτογραφία, ροκ αναφορές και ακριβή απεικόνιση των κουστουμιών και του στυλ εκείνης της εποχής.

Η εποχή αποδίδεται τέλεια και φυσικά δεν λείπουν οι αναφορές που κλείνουν το μάτι στους φανς. Από τον Robert Plant, τον Peter Grant και την απόρριψη των άσημων τότε Abba, μέχρι την σκηνή με τον Bruce Lee και το «Enter the Dragon» στο δεύτερο επεισόδιο, το Vinyl είναι γεμάτο από την ροκ κουλτούρα της τότε εποχής. Το τρίπτυχο «sex, drugs και rock ‘n’ roll» παίζει κεντρικό ρόλο, ενώ εξαιρετικό είναι και το soundtrack με επιλογές όπως Velvet Underground, Led Zeppelin, Alice Cooper και New York Dolls να ξεχωρίζουν.

Παρόλα αυτά, παρακολουθώντας τη, νιώθεις ότι κάτι λείπει. Ότι δεν είναι όσο καλή όσο θα έπρεπε να είναι. Όπως προαναφέραμε, τα εμπλεκόμενα ονόματα της σειράς υπόσχονται σπουδαία πράγματα, αλλά μέχρι στιγμής, στα δύο πρώτα επεισόδια, δεν έχει καταφέρει να μας το αποδείξει. Πέρα από τα τεχνικά κομμάτια της παραγωγής, που αγγίζουν πολύ υψηλά επίπεδα,  το «Vinyl» χάνει σε ουσία.

Κατ’ αρχάς, η ίδια η βάση της ιστορίας του κεντρικού ήρωα, είναι χιλιοειπωμένη. Ένας λευκός μεσήλικας άνδρας περνάει κρίση επαγγελματικής και οικογενειακής ταυτότητας και προσπαθεί να επαναπροσδιορίσει και να βρει τον εαυτό του. Αυτό το σενάριο το έχουμε ξαναδεί ουκ ολίγες φορές, και μπορεί να πει κανείς ότι είναι σπατάλη να χρησιμοποιείς τόσα κινηματογραφικά και τηλεοπτικά ταλέντα για μια τέτοια κοινότυπη ιστορία. Ο Bobby Cannavale είναι φανταστικός στο ρόλο του Richie και αυτό το εισπράττεις από την πρώτη σκηνή της σειράς. Η αυθεντικότητα και η δυναμική που δίνει στο ρόλο σε κάνει να ξεχνιέσαι πολλές φορές. Η μόνη αμφιβολία έγκειται στο αν ο Cannavale μπορεί να κουβαλήσει έναν πρωταγωνιστικό ρόλο πάνω του, αφού μέχρι τώρα τον είχαμε δει μόνο σε δεύτερους και guest ρόλους.

photo3

Πάντως η κρίση μέσης ηλικίας που περνάει ο Richie δεν είναι καθόλου πιστευτή γιατί παρόλο που μας δείχνει τον χαρακτήρα του όταν ακόμα ήταν ένας ταπεινός bartender, δεν του χτίζει καθόλου το υπόβαθρο που χρειάζεται για να δικαιολογήσει το ξαφνικό ξέσπασμα που βλέπουμε. Αντ’ αυτού η σειρά μας σερβίρει μια αταίριαστη σκηνή δολοφονίας, προσθέτοντας αχρείαστα στοιχεία αστυνομικού μυστηρίου. Από την άλλη, οι σεναριογράφοι φαίνονται να δίνουν περισσότερο ενδιαφέρον στους περιφερειακούς χαρακτήρες. Έχουμε την γυναίκα του Richie (Olivia Wilde) που από μοντέλο του Andy Warhol μετατρέπεται σε μάνα και σπιτονοικοκυρά, την φιλόδοξη γραμματέα-βαποράκι Jamie (Juno Temple) που ανακαλύπτει μια πανκ μπάντα (της οποίας frontman είναι ο γιος του Mick Jagger), και ακόμα και τον επιφανειακά γελοίο με την περμανάντ Zak (Ray Romano), που αποκτάει και αυτός το δικό του story arc.

Το γεγονός όμως είναι ότι παρά τα αρνητικά, που η αλήθεια είναι πως δεν τα λες και ασήμαντα, το «Vinyl» βλέπεται. Σε οποιαδήποτε άλλη σειρά, το κακό γράψιμο θα έπαιζε καταστροφικό ρόλο, αλλά σε αυτήν εδώ, επισκιάζεται από τα υπόλοιπα «καλά» που κάνει. Με λίγα λόγια είναι μια σειρά Β’ διαλογής που  μας σερβίρεται από ανθρώπους Α’ διαλογής. Ας ελπίσουμε στη συνέχεια να αποκτήσει τον χαρακτήρα που του λείπει.

«Hail,Caesar» – Νοσταλγοί του παλιού Σινεμά

Στο σινεμά είναι πολλά ντουέτα που έχουν σκηνοθετήσει και έχουν κατά καιρούς βραβευτεί για τις δουλειές τους, όμως κανένα από αυτά δεν είναι τόσο διάσημο, δυναμικό και πρωτότυπο σαν αυτό των αδελφών Joel και Ethan Coen. Ευρέως (και Εβραίοι) γνωστοί απ’ το «Fargo», αγαπητοί από το «Big Lebowski» και βραβευμένοι με 3 Όσκαρ για το«No Country for Old Men», οι Coen με κάθε τους ταινία φιλοσοφούν την ζωή κατά καιρούς με μηδενιστικό τρόπο και συνεχώς με μακάβριο χιούμορ, χωρίς κάποια ταινία τους να έχει μια συγκεκριμένη ταμπέλα. Μετά, λοιπόν, από το αριστουργηματικό και υποτιμημένο «Inside Llewyn Davis» επιστρέφουν μια νέα κωμωδία τους, το «Hail, Caesar» («Χαίρε, Καίσαρ» στις αίθουσες, αν και το καταλάβατε και μόνοι σας αυτό).

pic1

Την δεκαετία του ’50, στην Χρυσή Εποχή του Χόλυγουντ, τα στούντιο αντιμετωπίζουν κάθε λογής προβλήματα: τα βίτσια κάθε σταρ, παράνομες εγκυμοσύνες, παράνομους κομμουνιστές, έλλειψη ταλέντου, έλλειψη ανθρωπιάς. Όμως υπάρχει ένας άνδρας αρκετά νηφάλιος και καλός, ώστε να μπορεί να διαβεί αυτόν τον δύσκολο δρόμο και να λύσει αυτά τα προβλήματα μένοντας αλώβητος στο τέλος. Μιλάμε προφανώς για τον Έντι Μάνιξ (ο Josh Brolin συμπαθής και σκληροτράχηλος ταυτόχρονα), του οποίου η κάθε μέρα είναι γεμάτη με τα προβλήματα του σετ και την προσπάθεια επίλυσης τους. Και έχει πολλά προβλήματα στην μια μέρα και κάτι που παρακολουθούμε, με κυριότερο και βασικότερο αυτό της απαγωγής του μεγάλου σταρ Μπερντ Γουίτλοκ (ο George Clooney ερμηνεύει για μια ακόμη φορά έναν  πολύ βλαμμένο χαρακτήρα για χάρη των Coen), αλλά ταυτόχρονα και τον προσωπικό του σταυρό που σέρνει μαζί του όπου και να πάει.

Στο δρόμο του ο Μάνιξ συναντάει πολλούς και διαφορετικούς περίεργους. Μια σταρ που είναι λιγότερο αθώα απ’ όσο δείχνει (μια όμορφη αλλά σκληρή Scarlett Johanson), ένας ευγενικός μα και ευέξαπτος σκηνοθέτης (ο Ralph Fiennes όπως τον ξέρουμε), ένας ηθοποιός-χορευτής-μοντέλο με κάποια μυστικά (ο Channing Tatum ξέρει να χορεύει), δύο δίδυμες και ανταγωνίστριες σκανδαλοθήρες ρεπόρτερς (η Tilda Swidson παίζει απλά για να χαίρεσαι που την βλέπεις), αλλά και έναν παντελώς ατάλαντο μα καλοπροαίρετο νεαρό σταρ (ο Alden Ehrenreich είναι πράγματι εξαιρετικός και έχει τα φόντα να λάμψει μελλοντικά). Και είναι λες και ο καθένας ζει στη δική του ταινία, όπως και ο ίδιος ο Μάνιξ αντίστοιχα μοιάζει να ζει μέσα σ’ ένα φιλμ νουάρ.

pic2

Όμως η ταινία δεν ανήκει σε κάποιο ξεκάθαρο είδος και αυτό φαίνεται να μας μπερδεύει και να μην έχει κάποιο συγκεκριμένο στόχο. Μπορεί να προμοτάρεται σαν κωμωδία, όμως το μαύρο χιούμορ της δεν προκαλεί πάντα γέλιο. Φαίνεται σα να παρακολουθούμε κάποια αστεία μικροεπεισόδια με πρωταγωνιστές μεγάλους σταρ, τα οποία όμως βρίσκονται στην ταινία για να την εξυπηρετήσουν στιλιστικά και όχι αφηγηματικά. Η ταινία πολλές φορές θέλει να εστιάσει στα διλήμματα του καλόκαρδου άνδρα που λέγεται Μάνιξ, ο οποίος προσπαθεί να διαφυλάξει την αγνότητα του Χόλυγουντ και συνεχώς αυτοθυσιάζεται για χάρη του, ενώ η καθημερινότητα του του επιφυλάσσει συνεχώς εκπλήξεις που μόνο η πίστη του στον Θεό τον κάνει να τα υπερπηδάει. Και αυτό φαίνεται να είναι ένα ενδιαφέρον μήνυμα χάρη στο οποίο η ταινία αποκτά ένα ενδιαφέρον. Η αποτυχημένη όμως ταμπέλα της κωμωδίας εντέλει υποβαθμίζει την αξία αυτής της παραβολής αντί να την σιγοντάρει και μειώνει τον δυναμισμό που θα μπορούσε να έχει το έργο σαν αποτέλεσμα.

Παρ’ όλα αυτά, όμως, το έργο όχι απλά βλέπεται αλλά είναι και τρομερά όμορφο. Πέρα από την ωραία αναπαράσταση της εποχής, οι Coen δημιουργούν ταυτόχρονα άλλες τρεις-τέσσερεις (ένα γουέστερν, δύο μιούζικαλ, ένα δράμα κι ένα θρησκευτικό έπος), όλες προσεγμένες σκηνοθετικά, εμπλουτισμένες με τις τεχνικές της εποχής που εκτυλίσσεται το έργο. Η καλλιτεχνική διεύθυνση είναι επίσης προσεγμένη και βοηθάει το έργο να μοιάζει σχεδόν χειροποίητο, σαφώς με την βοήθεια της φωτογραφίας του Roger Deakins, ο οποίος κουβαλάει δώδεκα συνεργασίες με τους Coen και το ρεκόρ για τις δεκατρείς του υποψηφιότητες για Όσκαρ χωρίς να έχει νικήσει ακόμη το βραβείο (και όλοι κλαίνε για DiCaprio, ξέρω ‘γω), ενώ ο Carter Burwell υπογράφει το νοσταλγικό σάουντρακ που δένει την συνταγή στο τέλος.

Εν ολίγοις, το «Χαίρε, Καίσαρ» δεν είναι από τις δυνατότερες ταινίες των Coen, αλλά αυτό δεν την καθιστά κακή. Η ταμπέλα της κωμωδίας σε συνδυασμό με την πνευματικότητα του πρωταγωνιστή φέρνει το έργο σε μια κρίση ταυτότητας, την οποία όμως ξεπερνούν ως ένα σημείο το εκλεκτό καστ και ο τεχνικός τομέας. Όσοι περιμένουν μια εξαιρετικά αστεία κωμωδία μπορεί να απογοητευτούν, όμως οι νοσταλγοί σινεφίλ θα απολαύσουν ένα καλαίσθητο ερωτικό γράμμα στο ν κινηματογράφο που τους λείπει. Μπορεί να μην είναι για όλους, όμως είναι μια ταινία άξια για να δοκιμάσετε.