«Ο κολοσσός του Μαρουσίου»

Τα τελευταία χρόνια με έναυσμα την παγκόσμια οικονομική κρίση, η Ελλάδα ακολουθώντας το γενικό ρεύμα, μέρα με τη μέρα, βυθιζόταν όλο και πιο βαθειά στην κρίση. Η διαφορά όμως με τα περισσότερα κράτη είναι πως στην Ελλάδα η κρίση πήρε άλλες διαστάσεις και εξελίχτηκε  σε πολιτική, ανθρωπιστική και αξιακή.

Μέσα σε αυτά τα πλαίσια και με τη γενική κακολογία που επικρατεί ενάντια στη χώρα μας, θα ήταν πραγματικά ωφέλιμο να διαβαστεί ή να ξαναδιαβαστεί  «Ο  κολοσσός του Μαρουσίου» του Χένρυ Μίλλερ, για πολλούς λόγους. Δύο κύριοι, είναι να ακουστεί μια διαφορετική φωνή που δεν ψέγει, αλλά επαινεί την Ελλάδα και τους Έλληνες, ύστερα να μπορέσουμε να δούμε, να καταλάβουμε, τι έβλεπε και πως αντιλαμβανόταν εμάς και τη χώρα μας ο Μίλλερ.

Ο συγγραφέας μετά από τη μακρά διαμονή του στη Γαλλία με αφορμή το ξέσπασμα του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, αποφασίζει να ξεκινήσει ένα ακόμα ταξίδι, αυτή τη φορά στη δική μας Ελλάδα. Στην αρχή φιλοξενείται από το φίλο του, Άγγλο συγγραφέα Λόρεν Ντάρελ στην Κέρκυρα. Θα μείνει στην Ελλάδα περίπου έξι μήνες,  στη διάρκεια των οποίων θα επισκεφτεί πολλά μέρη και πολλές πόλεις της χώρας μας.

Σε αυτό το ταξίδι του , θα αγαπήσει την Ελλάδα και τους κατοίκους της, θα έρθει σε επαφή με κορυφαίες προσωπικότητες των γραμμάτων και των τεχνών της εποχής. Γίνεται στενός φίλος του Σεφέρη και του Κατσίμπαλη, για τον οποίο γράφει και το βιβλίο.

Ο Αμερικάνος συγγραφέας εκδίδει πρώτη φορά το βιβλίο το 1941, αφού επέστρεψε στη πατρίδα του, ενώ στην Ελλάδα εκδόθηκε πρώτη φορά το 1965. Ως συγγραφέας, εκτιμήθηκε κυρίως από τη γενιά συγγραφέων μπιτ και υπέστη μεγάλη λογοκρισία στην εποχή του.

¨Ο κολοσσός  του Μαρουσίου¨ είναι ένας ύμνος στην Ελλάδα και την Ελληνική κουλτούρα. Πιο συγκεκριμένα,  ο Μίλλερ έγραψε: «Κι όμως οι Άγγλοι, που θα είχαν εξαφανιστεί από προσώπου γης, αν είχαν τραβήξει όσα και οι Έλληνες κάνουν πως τους κοιτάζουν από ψηλά». Ακόμα θεωρεί πως άλλοι δε φτάνουν ούτε τη βρώμα από το νύχι του Έλληνα. Στο πρόσωπο ενός κρητικού βρίσκει έναν εν δυνάμει δικτάτορα με τέτοια πυγμή και αποφασιστικότητα που θα έκανε το Χίτλερ και το Μουσολίνι να φαντάζουν παιδιά μπρός του.

Αυτός ο Έλληνας και αυτή η Ελλάδα που μπόρεσε να αφουγκραστεί και να αγαπήσει ο Μίλλερ είμαστε εμείς; Και αν ναι, γιατί δεν ψάχνουμε μέσα μας να βρούμε αυτό που είδε και εκείνος  και να το έξωτερικεύσουμε;

«Η κυρία με το σκυλάκι»

Βλέποντας τη γνωστή ταινία «Σφραγισμένα Χείλη», αυτό που μου έμεινε δεν ήταν τόσο η ταινία, όσο το βιβλίο «Η κυρία με το σκυλάκι» του Άντον Τσέχωφ που διάβαζε ο έφηβος Μάικλ στη Χάνα και το πώς αυτή έμαθε να διαβάζει πάνω σε αυτό το βιβλίο.

Τον Τσέχωφ οι περισσότεροι τον γνωρίζουν μέσα από τα μεγάλα θεατρικά του έργα (ο Γλάρος), όμως έχει να επιδείξει αριστουργήματα και στο χώρο της λογοτεχνίας. «Η κυρία με το σκυλάκι» είναι ένα από αυτά, ίσως το αρτιότερο του, το οποίο συγκαταλέγεται στα διαμάντια της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Το ολιγοσέλιδο αυτό βιβλίο δημοσιεύθηκε το 1898, μόλις 4 χρόνια πριν τον θάνατό του.

Στις σελίδες του βρίσκουμε πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία. Όπως έχει γράψει και ο RogerGrenierο Τσέχωφ «ήθελε να ανακαλύψει τον λόγο της ιδιόμορφης ψυχρότητάς του». Βρισκόταν σε αναζήτηση του έρωτα, ¨η κυρία με το σκυλάκι¨ ίσως ήταν η τελευταία του ευκαιρία να τον βρει, τότε  παραδίδεται πρώτη φορά στον έρωτα μιας γυναίκας.

Ως γιατρός πονάει και συμπάσχει με τους ήρωές του, πρώτο του μέλημα είναι ο άνθρωπος, τον οποίο παρουσιάζει καθημερινό, ανθρώπινο χωρίς υπερβολές. Ήρωές του, ο Ντιμίτρι Γκούρωφ, ένας απλός φιλόλογος αστός, που βρίσκεται για διακοπές στη Γιάλτα, εκεί συναντά την Άννα Σεργκέεβνα, αριστοκράτισσα της επαρχίας ή απλώς την ¨κυρία με το σκυλάκι¨. Αυτός παραδέχεται ότι θεωρεί τις γυναίκες ανόητες αλλά μόνο στη συντροφιά τους νιώθει άνετα και χαρούμενος, χωρίς ωστόσο να έχει βρει ποτέ τον έρωτα. Αυτή βυθισμένη σε μια καθημερινότητα μιας ζωής που δεν διάλεξε, που απλά της έτυχε, βυθισμένη στις ενοχές και τις τύψεις , με μια συνεχή αγωνία πως ο Ντιμίτρι δε τη σέβεται.

Η Άννα αναγκάζεται να φύγει από τη Γιάλτα, μετά από ειδοποίηση του συζύγου της. Ο Ντιμίτρι με αφορμή την απουσία της συνειδητοποιεί τον έρωτα του και την αναζητά. Το τέλος είναι ανοιχτό. Ο κάθε αναγνώστης μπορεί  να πλάσει το δικό του, με βάση τον ψυχισμό του. Μπορεί να τους οδηγήσει στο γάμο ή στον οριστικό χωρισμό.

Πλούσιο σε εικόνες, συναισθήματα, νοήματα και συγχρόνως τόσο λιτό με απλές φράσεις να αποδίδουν την ουσία. Βλέπουμε να κυριαρχεί η μοναξιά πρώτα του Ντιμίτρι παντρεμένο  με μια γυναίκα που φοβάται και απατά, για να ξεφύγει από την πραγματικότητα, ύστερα  την Άννα με έναν άντρα που δεν αγαπά, με μια ζωή που δεν της ανήκει. Το τι γίνεται όταν δύο τόσο μόνοι άνθρωποι συναντιούνται μας απαντά ο Τσέχωφ ή μας αφήνει να απαντήσουμε εμείς.

Μέσα σε όλη αυτή την απλότητα και λιτότητα είναι γραμμένο αυτό το βιβλίο, ίσως αυτό να είναι και το νόημα της ζωής. Ο ίδιος ο συγγραφέας είναι ένας άνθρωπος χωρίς φιλοδοξίες, ένας ελεύθερος άνθρωπος που θεωρεί τα βιβλία του απλώς ψυχαγωγικά.