4 προτάσεις για μια μικρή απόδραση

Σχεδόν όλοι μας έχουμε στιγμές μέσα στην καθημερινότητα, που θέλουμε να ταξιδεύσουμε κάπου μακριά, όπως όταν είμαστε στο μετρό, όταν κάνουμε ένα χαλαρό αφρόλουτρο, ή λίγη ώρα πριν κοιμηθούμε. Σε αυτές τις περιπτώσεις ιδανικό είναι ένα μικρό σε όγκο βιβλίο, που θα μας κάνει να ξεχαστούμε και θα μας ξεκουράσει. Εξάλλου ο αριθμός των σελίδων σε καμία περίπτωση δεν καθορίζει την ποιότητα ενός βιβλίου.

«Hide and Seek» – Φράνση Παπουτσάκη

Hide and Seek

Υπάρχουν στιγμές, που δεν ξεχωρίζουμε την πραγματικότητα από τον εφιάλτη και ελπίζουμε πως αυτά που αντικρίζουμε, είναι προϊόν της αρρωστημένης φαντασίας μας. Για τον Έρικ αυτή η αγωνία δεν θα σταματήσει από την ώρα που θα κάνει το μοιραίο λάθος και θα πατήσει σε άγνωστα χώματα.

Ο ήρωας μας είναι ένας ασυνήθιστος έφηβος, με διαφορετικά ενδιαφέροντα από τους συνομήλικούς του. Ένα καλοκαίρι, λίγες μέρες πριν τα γενέθλια του, πρότεινε στους φίλους του να παίξουν κρυφτό, αλλά όχι σαν εκείνο που έπαιζαν όταν ήταν παιδιά. Πήγαν στην περιοχή που τους απαγορευόταν, στα παλιά εγκαταλελειμμένα κτήρια μέσα στο δάσος και εκεί ξεκίνησε το παιχνίδι που επιθυμούσε ο Έρικ. Μέσα σε λίγα λεπτά η κατάσταση εξελίχτηκε απρόσμενα και εκείνος ο έφηβος που έδειχνε ενδιαφέρον στα σκοτεινά βιβλία, βρέθηκε να ζει μέσα σε αυτά και να φοβάται την πραγματικότητά του.

Μας παρουσιάζεται μια νέα συγγραφέας με όρεξη και μπορεί να υπάρχει ο φόβος του καινούργιου, αλλά νομίζω πως αυτή η ιστορία αξίζει την προσοχή μας. Είναι ένα βιβλίο υπερφυσικού τρόμου που μας κάνει να κρατάμε την ανάσα μας και στο τέλος να θέλουμε περισσότερο.

«21 ιστορίες και το κοράκι» – Έντγκαρ Άλαν Πόε

E.G Poe

Πρόκειται για μια συλλογή από μικρές αυτοτελής ιστορίες του Πόε χωρισμένες σε 7 θεματικές ενότητες. Αυτές είναι : 1. Τρόμος , 2. Φανταστικό, 3. Μυστήριο, 4. Περιπέτεια, 5. Επιστημονική Φαντασία, 6. Σάτιρα και 7. Το κοράκι. Η κάθε ιστορία είναι μοναδική και πάντα καταφέρνει να μας εξάψει το ενδιαφέρον και την περιέργεια. Πολλές ιστορίες είναι αλληγορικές και σχετίζονται με κάποιο συμβάν ή αντιλήψεις της εποχής του, οπότε είναι πολύ ενδιαφέρουσα η ανάγνωση των εισαγωγικών παραγράφων πριν την κάθε ιστορία.

«Βιολογικός μετανάστης» – Αρκάς

Arkas

Ο Αρκάς αυτήν την φορά μας παρουσιάζει ένα θεατρικό μονόπρακτο που έχει ως σκηνικό το εσωτερικό του ανθρώπινου σώματος. Οι ήρωές μας είναι το Συκώτι, η Χολή, ο Σπλήνας και το καινούργιο Νεφρό που μόλις μεταμοσχεύθηκε. Πάντα με χιούμορ μας παρουσιάζετε μια ιστορία που στον πυρήνα της βρίσκεται ο ρατσισμός και η ξενοφοβία.

ΝΕΦΡΟ: Τίποτα, απλώς περνάνε και λένε… Διάφορα… «Έξω οι ξένοι», «Γύρνα πίσω στο κουφάρι σου»… τέτοια… Και βρισιές (…)

ΣΥΚΩΤΙ: Ε, αν πουν και μια κουβέντα παραπάνω, δε χάλασε ο κόσμος… Να σκέφτεσαι ότι θα μπορούσες να είσαι σε πολύ χειρότερη κατάσταση.

ΝΕΦΡΟ: Τι εννοείς;

ΧΟΛΗ: Θα μπορούσες, εκτός από ξένος να είσαι και μαύρος, ή εβραίος.

«Το ταχυδρομείο» – Τσάρλς Μπουκόφσκι

cb

Δεν είναι το πρώτο έργο του Μπουκόφσκι που διαβάζω, οπότε είχα ήδη σχηματίσει γνώμη για εκείνον, η οποία δεν ήταν καθόλου καλή. Ξεκινώντας την ανάγνωση του «Ταχυδρομείου» αυτή η γνώμη έγινε ακόμη πιο ισχυρή και τον αντιπαθούσα ακόμη περισσότερο. Για κάποιον μυστήριο λόγω όμως, δεν μπορούσα να σταματήσω να διαβάζω και να κλείσω το βιβλίο. Έτσι, έγινε η ένοχη απόλαυσή μου και το διάβαζα χωρίς να με βλέπει κανείς…

Πρόκειται για ένα αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα , αφού ο Μπουκόφσκι, μέσα από τον Χένρι Τσινάσκι, καλύπτει ένα μεγάλο μέρος της ζωής του, όπου δούλευε στο ταχυδρομείο. Μέσα από τα μάτια του Χένρι, όπου είναι αλκοολικός, γυναικάς και τζογαδόρος, βλέπουμε έναν δυσλειτουργικό κρατικό Αμερικάνικο οργανισμό.

Η ωμή και κυνική γραφή του είναι εκείνη που το κάνουν εθιστικό, καθώς και τα σοκαριστικά περιστατικά που διαβάζουμε. Είναι ένα βιβλίο ρεαλιστικό και ειλικρινές, όπου ο συγγραφέας μας παρουσιάζει την κατάσταση, όπως ακριβώς την βλέπει, χωρίς ντροπή και αναστολές. Θα μπορούσα να το χαρακτηρίσω ως μια ανάσα ειλικρίνειας μέσα στον καθωσπρεπισμό.

«Το Άρωμα»: Ένα τρομακτικό παραμύθι για μεγάλους

Πριν λίγες μέρες  η τηλεόραση έπαιζε «Το Άρωμα», που πρόκειται για τη μεταφορά του ομώνυμου βιβλίου στη μεγάλη οθόνη. Η ταινία βέβαια, ήταν από αυτές που δεν απογοητεύουν τους αναγνώστες, αυτό όμως δεν αλλάζει το γεγονός πως η ταινία είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από το βιβλίο.  Υπάρχουν μερικοί λόγοι που θα κάνουν αυτούς που έχουν δει την ταινία να λατρέψουν το βιβλίο.

Το βιβλίο υπογράφει ο Γερμανός συγγραφέας Πάτρικ Ζυσκίντ το 1985, είναι ένα πολυδιαβασμένο μυθιστόρημα και αρκετά διαφορετικό. Παρά τη Γερμανική του καταγωγή ο συγγραφέας  επιλέγει τη Γαλλία για να σκηνοθετήσει το έργο του. Δε θα μπορούσε βέβαια, να βρει καλύτερο χώρο για ένα βιβλίο με τίτλο «Το Άρωμα».

Συγκεκριμένα επιλέγει το Παρίσι του 17ου αιώνα, εκεί  γεννιέται  ο ήρωας του βιβλίου Ζαν-Μπατίστ Γκρενούιγ, μέσα στα σκουπίδια της αγοράς. Ο Γκρενούιγ προκαλεί τρόμο από μωρό σε όσους έρχονται σε επαφή μαζί του. Πρώτα με την παντελή έλλειψη οσμής που έχει ο ίδιος και έπειτα με την απληστία, με την οποία μυρίζει το άρωμα των άλλων. Το χάρισμα της όσφρησης που έχει, είναι τόσο έντονο  που μπορεί να συγκρατεί όλες τις οσμές, να τις ξεχωρίζει και να τις επαναφέρει στη μνήμη του αναλλοίωτες όποτε θέλει.

Αφού περάσει από πολλές καταστάσεις, σταδιακά μυείται στην τέχνη της αρωματοποιίας και γίνεται ο καλύτερος αρωματοποιός. Μεθυσμένος από την τέχνη του αποφασίζει να δημιουργήσει το τέλειο άρωμα, με το οποίο θα επιβληθεί και θα μαγέψει τους ανθρώπους. Δε θα μπορούσε όμως αυτό να γίνει με τον σύνηθες τρόπο. Το άρωμα του πραγματώνεται από το άρωμα 25 νεαρών κοριτσιών. Ο  Ζαν-Μπατίστ Γκρενούιγ έχει μεταμορφωθεί σε έναν κατά συρροή δολοφόνο.

Ο συγγραφέας έχει δομήσει το βιβλίο του με φανταστικές περιγραφές, που σου εξάπτουν το ενδιαφέρον και σε ιντριγκάρουν. Επίσης, περιγράφει λεπτομερώς την ιστορία της αρωματοποιίας και τη διαδικασία κατασκευής αρωμάτων. Μέσω του ήρωά του, που αγγίζει την ψυχασθένεια, δείχνει μια άλλη πλευρά της ανθρώπινης φύσης, αυτήν την όχι και τόσο ευχάριστη, την σκοτεινή όψη του ανθρώπου.

Μέσα σε ένα μυθιστόρημα μπλέκονται το μαγευτικό παραμύθι, το φιλοσοφικό θρίλερ και η φαντασία που συναρπάζει, όλα αυτά δεμένα σφιχτά μεταξύ τους με τα αρώματα που ξεχειλίζουν από το βιβλίο. Είναι ένα βιβλίο που σίγουρα θα εκπλήξει με το αναπάντεχο τέλος του και θα κάνει τον αναγνώστη, να προσπαθεί να παρατηρεί με περισσότερο ενδιαφέρον τις οσμές γύρο του. Η μνήμη ενός αρώματος είναι η πιο δυνατή και μεθυστική ανάμνηση.

«Η ιστορία της Ο»

Στη Γαλλία του 1954 μια γαλλίδα, η Ντομινίκ Ορί  προκειμένου να αποδείξει στον εραστή της, Ζαν Πολάν που ήταν λάτρης του  Μαρκήσιου ντε Σαντ , ότι και μια γυναίκα μπορεί να γράψει ερωτική λογοτεχνία εξίσου καλά με έναν άντρα και όχι μόνο ροζ ανάλαφρες ιστορίες, αποφασίζει να γράψει το  «Η ιστορία της Ο».  Το βιβλίο αρχικά είχε την μορφή ερωτικών επιστολών προς τον αγαπημένο της και υπέγραφε με το ψευδώνυμο Πολίν Ρεάζ . Όταν ο εραστής της διάβασε τις επιστολές εντυπωσιάστηκε, επομένως την προτρέπει να εκδώσει βιβλίο και προωθεί την έκδοσή του, στο οποίο μάλιστα αναλαμβάνει να γράψει το εισαγωγικό σημείωμα.

Με το τέλος του βιβλίου, σου μένει μια λέξη ή καλύτερα ένα αίσθημα αξιοπρέπειας, προφανώς γιατί μια γυναίκα κατάφερε τότε πρώτη φορά να αποδώσει μια τέτοια ερωτική ιστορία αλλά και για την στάση της ίδια της Ο στο βιβλίο. Το βιβλίο είναι ένα από τα πιο γνωστά βιβλία ερωτικής λογοτεχνίας και γενικά από τα πιο πολυδιαβασμένα γαλλικά βιβλία. Η γραφή του είναι πολύ προσεγμένη, με πολλές λεπτομέρειες και προσεχτική επιλογή των λέξεων (για το είδος του δεν έχει καθόλου αισχρολογίες). Η Ντομινίκ Ορί έχει καταφέρει να περάσει στον αναγνώστη τα συναισθήματα, το πάθος και τον έρωτα της Ο προς τον εραστή της.

Όπως αναφέρετε και στα εισαγωγικά του βιβλίου, πόσες γυναίκες δεν έχουν πει στον σύντροφό τους « σου ανήκω», «για εσένα μπορώ να κάνω τα πάντα»; Η Ο λοιπόν, κάνει αυτές τις λέξεις πραγματικότητα. Προσφέρει το κορμί και την ψυχή της για να ευχαριστήσει τον εραστή της. Μέσα από αυτήν της την προσφορά και την εκμηδένιση του εαυτού της για την ικανοποίηση του εραστή της, η Ο λαμβάνει και η ίδια ευχαρίστηση.

Η Ο είναι μια Γαλλίδα φωτογράφος, ο εραστής της Ρενέ την πάει στο Ρουασί, έναν πύργο στον οποίο θα μείνει περίπου μισό μήνα για να εκπαιδευτεί και να γίνει πειθήνια ερωτική σύντροφος. Στην παραμονή της εκεί αντιμετωπίζει καταστάσεις νέες για αυτήν αλλά και συναισθήματα πολύ διαφορετικά από όσο περίμενε. Το μαστίγωμα, βιασμοί και οι ταπεινώσεις αποτελούν την καθημερινότητα του πύργου. Φεύγοντας από εκεί της δίνουν να φορέσει ένα δαχτυλίδι με το έμβλημα του Ρουασί που θα την κάνει αναγνωρίσιμη στους μυημένους στην μετέπιπτα καθημερινή της ζωή.

Επιστρέφοντας από το Ρουασί η Ο είναι ένας πραγματικά διαφορετικός άνθρωπος, έχουν αλλάξει τα πάντα πάνω της, από την εξωτερική της εμφάνιση μέχρι το ύφος της. Ο Ρενέ θα της γνωρίσει τον μεγάλο του ετεροθαλή αδερφό τον Σερ Στίβεν, σταδιακά ο Ρενέ απομακρύνεται από την Ο και ο Στίβεν γίνεται ο πραγματικός κυρίαρχός της. Η Ο τον ερωτεύεται και  πραγματικά ζει για αυτόν.

Όποιος έχει διαβάσει τη « Ζυστίν» του Σαντ, ίσως βρει ομοιότητες στο τέλος του βιβλίου, που δεν είναι απίθανο η συγγραφέας να επηρεάστηκε από αυτό. Για το τέλος είναι σκόπιμο να παραθέσω ένα απόσπασμα από τον τύπο για το βιβλίο. «Το παράδοξο της Ο είναι εκείνο της οραματίστριας η οποία πέθανε για να μην πεθάνει· είναι το μαρτύριο στο οποίο ο βασανιστής είναι συνένοχος με το θύμα. Αυτό το βιβλίο είναι η υπέρβαση του ίδιου του λόγου του, στο βαθμό που, από μόνο του, σπαράσσεται και αποσυνθέτει τη μαγεία του ερωτισμού στην υπέρτατη μαγεία του ακατόρθωτου.» Ζορζ Μπατάιγ, Nouvelle Revue Française.

«Χάρρυ Πόττερ»: Ένα μαγευτικό ταξίδι

Όποιες αμφιβολίες είχα για αυτήν την σειρά βιβλίων εξατμίστηκαν από την πρώτη σελίδα. Η J.K. Rowling έχει έναν ιδιαίτερο, μπορεί κάποιος να πει μαγικό, τρόπο να γράφει. Η ιστορία κυλά αβίαστα, ομαλά και δεν μας κουράζει ούτε μια στιγμή. Ένιωθα σαν να μου αποτυπώνονται στο υποσυνείδητο σεμινάρια συγγραφής και αγγλικών μαζί και δεν μπορούσα να σταματήσω την ανάγνωση. Όταν σταματάει να δουλεύει το μυαλό μου και δεν μπορώ να γράψω μια σωστή πρόταση ανοίγω ένα βιβλίο Χάρρυ Πόττερ και διαβάζω για να δω πόσο εύκολα προχωράνε οι σκηνές. Η J.K. Rowling το κάνει να φαίνεται παιχνιδάκι, ακόμα και αν στην πραγματικότητα είναι κοπιαστικό.

Τα βιβλία ακολουθούν τον μάγο Χάρρυ Πόττερ, από μικρό αγόρι μέχρι την ενηλικίωσή του, όταν γίνεται 17 χρονών. Κάθε χρόνο αυτός μαζί με τους δύο συνομήλικους φίλους του, την Ερμιόνη Γκρέιντζερ και τον Ρον Ουέσλι, μπλέκουν σε επικίνδυνες περιπέτειες. Κάθε φορά αντιμετωπίζουν διαφορετικές καταστάσεις, αλλά η κεντρική ιστορία είναι ο αγώνας μεταξύ του Χάρρυ Πόττερ και του κακού μάγου Βόλντεμορτ.

Στο πρώτο βιβλίο ο Χάρρυ γίνεται έντεκα χρονών και το ανάγνωσμα είναι κατάλληλο για παιδιά αυτής της ηλικίας, χωρίς να σημαίνει πως δεν μπορεί να το ευχαριστηθεί κάποιος πολύ μεγαλύτερος. Όσο περνούν τα χρόνια και βγαίνουν τα επόμενα βιβλία το κλίμα αλλάζει σιγά-σιγά και παρακολουθούμε τη σοβαρότητα να μεγαλώνει παράλληλα με την ηλικία των ηρώων. Οι καταστάσεις γίνονται πιο σκοτεινές, το παρασκήνιο περιπλέκεται και υπάρχουν συνέχεια και άλλοι παράμετροι. Το ίδιο φαινόμενο παρατηρούμε και στην γραφή. Στα πρώτα βιβλία είναι απλοϊκή και στην συνέχεια, με κάθε επόμενο βιβλίο, γίνεται πιο σύνθετη. Οι λόγοι φαντάζομαι είναι δύο. Το ότι θέλει να βηματίζει δίπλα-δίπλα με την ηλικία του αναγνώστη και ότι με κάθε βιβλίο εξελίσσεται και η ίδια.

Οι διαφορές ανάμεσα στις ταινίες και στα βιβλία δεν είναι δραματικές, αλλά είναι αξιοσημείωτες. Στα βιβλία υπάρχει μια πιο λογική σειρά δράσης-αντίδρασης και έτσι δικαιολογούνται πολύ περισσότερο οι πράξεις των πρωταγωνιστών. Υπάρχουν αρκετές μικρότερες ιστορίες που εξελίσσονται, όπως η προσπάθεια της Ερμιόνης για την απελευθέρωση των ξωτικών ή η ιδεολογία και οι πράξεις του Φένριρ Γκρέιμπακ. Επίσης, πολλές καταστάσεις πραγματοποιούνται αλλιώς στο βιβλίο, όπως η ιστορία του Χάρρυ με την Τζινι Ουεσλι, αλλά δεν επηρεάζουν την βασική πλοκή.

Κάποιες από τις αλλαγές τις βρήκα αρκετά ατυχείς, όπως το ότι στα βιβλία δεν εμπιστεύονται σε κανένα την ύπαρξη των Πεμπτουσιοτών, ακόμα και όταν τους το ζητάει κάποιος έμπιστος, όπως ο Λούπιν ή οι γονείς του Ρον. Έτσι, οι ήρωες είναι πολύ περισσότερο αποκομμένοι από τον κόσμο και οι περισσότεροι νομίζουν πως απλά κρύβονται. Επίσης το παρελθόν του Ντάμπλντορ ποτέ δεν αποκαλύπτεται στην τελευταία ταινία, ενώ στο πρώτο κομμάτι από τους «Κλήρους του Θανάτου» μας αφήνει υπονοούμενα, τα οποία δεν έχουν σχέση με την αλήθεια.

Για να ξαναγυρίσω στα βιβλία, θέλω να αναφέρω πόσο ολοκληρωμένα είναι. Φανταστείτε πως τα χέρια σας αγγίζουν το βιβλίο και νιώθετε αμέσως πως κρατάτε ένα κομμάτι αληθινής μαγείας. Δεν υπάρχει ούτε ένα μικρό ψεγάδι, ούτε στην πλοκή, ούτε στο βάθος των χαρακτήρων, ούτε στην γραφή, ούτε στην ίδια την ιστορία. Δεν είναι μόνο λόγο προώθησης η τεράστια επιτυχία και τα πολλά βραβεία των βιβλίων. Όλα εξηγούνται και δεν μένει καμία απορία.

Υπάρχουν πολλοί που λένε την γραφή της Rowling βαρετή και χαμηλού επιπέδου, αλλά δεν θα μπορούσα να διαφωνήσω περισσότερο. Είναι απλώς ανάλαφρη, χιουμοριστική και με πολύ καλό ρυθμό. Μην ξεχνάμε πως τα βιβλία προορίζονται κυρίως για μικρές ηλικίες, αλλά έχουν μεγάλο ενήλικο κοινό, κάτι το οποίο είναι προς τιμήν τους. Οι κριτικοί νομίζω της επιτέθηκαν, επειδή είδαν μια παιδική σειρά βιβλίων να «μεγαλώνει» ηλικιακά και να βρίσκεται ανάμεσα στο παιδικό , εφηβικό και ενήλικο κοινό, κάτι το οποίο δεν είναι συνηθισμένο. Μάλλον πιστεύουν πως είναι φλατ όλο αυτό το φόντο της επικής φαντασίας, το οποίο συμπληρώνεται με τέλεια ολοκληρωμένους χαρακτήρες σε ένα προσεγμένο πέπλο μυστηρίου και δράματος.

Όλα αυτά φυσικά είναι υποκειμενικά και όλοι καλώς κάνουν και εκθειάζουν τα επιχειρήματά τους πάνω στην γραφή της Rowling και για το αν βάζει πολλά επιρρήματα ή όχι, αλλά καταντάει γελοίο και θα καταντήσουμε να σχολιάζουμε το πόσο μεγάλα είναι τα ονόματα και να μετράμε τα κόμματα. Το θέμα είναι πόσο μας άγγιξε το βιβλίο, πόσο μας μίλησε και μας έκανε να αποδεχτούμε κάποια πράγματα, όπως την απομυθοποίηση των γονέων και των προτύπων μας και, στο τελευταίο βιβλίο, τον θάνατο. Είναι περίπλοκο και πολύπλευρο, αλλά φαίνεται τόσο απλό και περιποιημένο. Δημιουργεί συναισθήματα χαράς, ενθουσιασμού και λύπης τόσο εύκολα που δεν μπορώ παρά να το θαυμάσω.

«Ο αγαπημένος»

Οι περισσότεροι έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε άντρες μεγαλύτερους, ακόμα και αρκετά μεγαλύτερους από τις γυναίκες ή τις ερωμένες τους. Δεν τίθεται ζήτημα για την σεξουαλική απελευθέρωση του άντρα, γιατί ουσιαστικά δεν μπορείς να απελευθερώσεις τα «απελευθερωμένα». Τι γίνεται όμως όταν την θέση του άντρα παίρνει μια γυναίκα στη Γαλλία του των αρχών του 20ου αιώνα;

Την απάντηση μας την δίνει η Colette, Γαλλίδα συγγραφέας της κλασσικής Γαλλικής λογοτεχνίας, που ξεχώρισε μεταξύ των συγχρόνων της και τάχθηκε υπέρ της γυναικείας σεξουαλικότητας, αφού επηρεάστηκε  από τα διάχυτα της εποχής φεμινιστικά πιστεύω . Το μυθιστόρημα «ο αγαπημένος» είναι η εύλογη απάντηση στο ποια ήταν η θέση της γυναίκας εκείνης της εποχής.

Το μυθιστόρημα γραμμένο το 1920 πραγματεύεται τη σχέση της Λεά και του κατά πολλά χρόνια μικρότερου της Cheri. Η Λεά ντε Λυνβάλ είναι μια πλούσια γυναίκα που διατηρεί μακροχρόνια σχέση με τον γιο της φίλης της Φρέντ Πελού. Κάποτε όμως ο Cheri  αποφασίζει να παντρευτεί και αναπόφευκτα χωρίζουν . Αυτή βιώνει την απογοήτευση της, δραπετεύοντας από την αστική Γαλλία συντετριμμένη από την συνειδητοποίηση του χαμένου της έρωτα.

Αρκούν όμως λίγοι μήνες γάμου για να καταλάβει ο Cheri πως είχε βρει την ευτυχία στην αγκαλιά της ώριμης Λεά. Μετά την επιστροφή της, πάει να την βρει, στο σπίτι που τον είχε φιλοξενήσει και κακομάθει τόσα χρόνια και τον έκανε όπως έλεγε και η Λεά «αχάριστο μωρό» . Στους μήνες όμως της απουσίας της το «μωρό» μεγάλωσε. Μετά τη συγκινητική σκηνή της επανασύνδεσης ο Cheri καταλαβαίνει πως μαζί της θα είναι πάντα το  «αχάριστο μωρό». Αποφασίζει λοιπόν να γυρίσει στη ζωή που εγκατέλειψε το προηγούμενο βράδυ.

Με γραφή  που ταξιδεύει η Colette  περιγράφει τα ήθη και την κοινωνία της εποχής της, την αντιμετώπιση που είχε μια γυναίκα σαν τη Λεά καθώς και τις σκληρές αποχρώσεις του έρωτα. Το βιβλίο με την κυκλοφορία του δημιούργησε πολλές αντιδράσεις καθώς το θέμα του έρωτα μια γυναίκας με έναν κατά πολύ μικρότερο της άντρα αποτελούσε ταμπού και ήταν κατά της ηθικής της εποχής.

Αυτό που αναλύεται άριστα στο βιβλίο είναι η γυναικεία ψυχοσύνθεση και η αποφασιστικότητα που μπορεί να έχει μια γυναίκα ακόμα και στα 50. Η Λεά παρά το ερωτικό της δράμα δε χάνει την αξιοπρέπεια της και διεκδικεί σε όλη τη διάρκεια του βιβλίου τη δική της ελευθερία χωρίς να υπολογίζει την κοινή γνώμη.

«Η θεραπεία του Σοπενάουερ»

Μετά το « όταν έκλαψε ο Νίτσε», η αίσθηση που είχα, ήταν πως ήθελα και άλλο! Το πάντρεμα της φιλοσοφία με την ψυχανάλυση, μέσω της λογοτεχνίας, είναι κάτι πραγματικά μαγευτικό. Οπότε άρχισα να ψάχνω ένα βιβλίο στο ίδιο μοτίβο. Δεν άργησα να το βρω στα βιβλία του ίδιου συγγραφέα, Ίρβιν Γιάλομ. Και μάλλον αυτό που βρήκα ήταν ακόμα καλύτερο από το προηγούμενο.

Ο Γιάλομ αυτή τη φορά διάλεξε έναν άλλον πεσιμιστή φιλόσοφο του 19ου αιώνα, που όπως έχει ειπωθεί αν δεν υπήρχε αυτός και το έργο του, ο Νίτσε δεν θα είχε γίνει ο «Αντίχριστος». Το βιβλίο είναι « η θεραπεία του Σοπενάουερ» και όπως είναι αναμενόμενο από τον τίτλο, ο φιλόσοφος που αυτήν την φορά συνδυάζεται με την ψυχανάλυση, είναι ο Άρθουρ Σοπενάουερ.

Στο βιβλίο του για τον Νίτσε, είχε αναλύσει τη σχέση θεραπευτή-θεραπευόμενου, τώρα διαλέγει κάτι πιο σύνθετο, αποφασίζει να μας μυήσει στον κόσμο της ομαδικής ψυχοθεραπείας. Η προσπάθεια του συγγραφέα να διδάξει τους αναγνώστες του, είναι λιγότερο καλυμμένη από κάθε άλλη φορά και το αποτέλεσμα πραγματικά εκπλήσσει. Στο τέλος του βιβλίου, ο αναγνώστης έχει μια ολοκληρωμένη εικόνα για την θεωρία, τις μεθόδους και τα αποτελέσματα της ομαδικής ψυχοθεραπείας.

Η ψυχανάλυση όμως έχει φιλοσοφικές ρίζες, αυτό προσπαθεί να τονίσει και να δείξει και ο Γιάλομ. Οι ρίζες αυτές ανάγονται πρώτα στον Καντ και μετά στον Σοπενάουερ, του οποίου  κομμάτια της  ζωής και του έργου του διαβάζουμε στο βιβλίο του Γιάλομ. Λόγια του φιλοσόφου εισάγουν κάθε κεφάλαιο, υπάρχουν επίσης μερικά κεφάλαια στο βιβλίο που μιλούν για αυτόν. Περιγράφουν τα παιδικά του χρόνια, την σχέση με την μητέρα του και την μετέπειτα πορεία του.

Πως όμως σχετίζεται ο Σοπενάουερ με μια ιστορία που εκτυλίσσεται στην εποχή μας και με την ομαδική ψυχοθεραπεία;  Όταν ο ψυχαναλυτής Τζούλιους μαθαίνει πως έχει καρκίνο και πρόκειται να πεθάνει, άλλο ένα θέμα επομένως  που θίγεται στο βιβλίο είναι ο θάνατος, οι αλλαγές που προκαλεί στη ζωή και πως πρέπει να αντιμετωπίζεται, αποφασίζει να συναντήσει ξανά μερικούς παλιούς του ασθενείς. Επιλέγει τον Φίλιπ, που ήταν από αυτούς που δεν είχε καταφέρει να θεραπεύσει. Τον βρίσκει αλλαγμένο και παραδόξως θεραπευμένο. Πως όμως τα κατάφερε ο Φίλιπ και γιατί άλλαξε τόσο τη ζωή του;

Από τα χείλη του Φίλιπ δε φεύγει το όνομα Σοπενάουερ, αλλάζοντας δουλειά αποφασίζει να σπουδάσει φιλοσοφία, εκεί γνωρίζει τον Σοπενάουερ και μέσα από τα έργα του καταφέρνει να θεραπευτεί. Εκεί βρήκε την λύση και την ανακούφιση που δεν του είχε προσφέρει η ψυχανάλυση και θέλησε αυτό να το μοιραστεί και να προσφέρει και σε άλλους βοήθεια μέσω της φιλοσοφικής συμβουλευτικής. Ζητάει τότε από τον Τζούλιους να γίνει ο επόπτης του. Θα δεχθεί μόνο υπό τον όρο να έρθει στην ομάδα που κάνει ομαδική ψυχοθεραπεία.

Ο Φίλιπ ενώ είχε αντιμετωπίσει το πρόβλημα του μέσω της φιλοσοφίας, δεν είχε καταφέρει να γίνει ανθρώπινος και να δημιουργήσει σχέσεις με άλλους ανθρώπους. Αυτό ο Τζούλιους αποσκοπούσε να θεραπεύσει μέσω της ομάδας του. Για άλλη μια φορά ο Γιάλομ αποδεικνύει πως ξέρει να χειρίζεται πού καλά την πένα του και καθηλώνει τον αναγνώστη με το μυθιστόρημα του.

«Μεγάλες προσδοκίες»

Όσα βιβλία και να διαβάσεις, πολλές φορές διαφορετικών μεταξύ τους ειδών, η επιστροφή στα αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας είναι αναπόφευκτη, ορισμένες στιγμές. Θέλοντας και μη έρχονται στο δρόμο σου τέτοια βιβλία, που πρέπει οπωσδήποτε να έχεις διαβάσει. Από τα ονόματα των κλασικών δεν μπορεί να λείπει αυτό του Άγγλου μυθιστοριογράφου Τσαρλς Ντίκενς. Όπου τα βιβλία του έρχονταν τρίτα παγκοσμίως, μετά το Κεφάλαιο του Μαρξ και τη Βίβλο.

Διάλεξα λοιπόν ένα από τα πιο γνωστά έργα του Ντίκενς το «Μεγάλες προσδοκίες». Το βιβλίο εκδόθηκε από το 1860 μέχρι το 1861 σε συνέχειες, σε περιοδικό. Αυτή τη μέθοδο ακολουθούσε γενικά ο Ντίκενς να γράφει και να εκδίδει συγχρόνως. Ήταν από τους λίγους συγγραφείς που ζούσαν από τη δουλειά τους, ο οποίος μέχρι να γίνει γνωστός έγραφε ασταμάτητα, για να εξασφαλίσει την επιβίωσή του, αρχίζοντας ως δημοσιογράφος. Το πρώτο βιβλίο με το οποίο καταξιώθηκε ήταν το « Όλιβερ Τουίστ».

Το « Μεγάλες προσδοκίες» ,αναφέρεται στην Αγγλία της πρώτης βιομηχανικής εποχής. Εκεί ένα αγόρι, ο Πιπ ορφανός και από τους δύο γονείς είχε την «τύχη» να μεγαλώσει με το «χέρι» της αδερφής του. Η αδερφή του ήταν παντρεμένη με τον Τζο , το σιδερά. Το μέλλον του Πιπ όπως ήταν αναμενόμενο είχε προδιαγραφεί, όταν μεγάλωνε θα γινόταν μαθητευόμενος του Τζο και θα ακολουθούσε το επάγγελμά του σιδερά.

Η τύχη του Πιπ αλλάζει, όταν μαθαίνει ότι προορίζεται για κληρονόμος μια μεγάλης περιουσίας. Στέλνεται τότε στο Λονδίνο να γίνει κύριος, το όνομα όμως του ευεργέτη του μένει άγνωστο στο μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου. Τα παιδικά χρόνια του Πιπ σημαδεύονται από δύο γεγονότα, τα οποία επηρεάζουν και τη μετέπειτα πορεία του. Το ένα είναι η βοήθεια που προσέφερε σε έναν κατάδικο (του έφερε τρόφιμα και μια λίμα) και το άλλο η γνωριμία του με τη μις Χάβισαμ και την υιοθετημένη από αυτήν Εστέλλα.

Οι ανατροπές και οι αποκαλύψεις διαδέχονται η μια την άλλη στις σελίδες του βιβλίου. Ο Ντίκενς γράφει σε πρώτο πρόσωπο και πολλοί έχουν επισημάνει ότι μέσα από τους ήρωες του περιγράφει και δικές του εμπειρίες. Κύριο μοτίβο είναι η ύπαιθρος των χωρικών, μιας κατώτερης τάξης σε αντίθεση με την πόλη που ακμάζει. Οι κοινωνικές αναταραχές, η ανισότητα και οι κοινωνικές συγκρούσεις, που περιγράφονται αριστοτεχνικά στο βιβλίο, το καθιστούν κάτι παραπάνω από ένα απλό κοινωνικό μυθιστόρημα.

Διαβάζοντας το βιβλίο ο αναγνώστης έρχεται αντιμέτωπος με ποικιλία συναισθημάτων, με δυσκολία συγκρατεί τα δάκρυά του σε ένα « Πιπ φιλαράκο μου» του Τζο και είναι αδύνατο να μην αφήσει να του ξεφύγει ένα γέλιο στο έφυες χιούμορ του συγγραφέα. Ο Τζο και η Μπίντυ είναι χαρακτήρες που συγκινούν και προβάλλουν την καλοσύνη του απλού ανθρώπου, στην οποία πιστεύει ο Ντίκενς.

Ο Ντίκενς έχει χαρακτηριστεί από πολλούς ως εκφραστής της μεσαίας τάξης και από άλλους ενός προλεταριάτου. Ενώ ο ίδιος περιγράφει και κρίνει τη σκληρή πραγματικότητα και την ανισότητα που κυριαρχεί, δεν έρχεται να προτείνει καμία λύση. Ο Μαρξ είχε πει για τον Ντίκενς ότι « οι εύγλωττες σελίδες του έχουν προσφέρει πολύ περισσότερες αλήθειες από όλους μαζί τους επαγγελματίες πολιτικούς».

«Οι θλιμμένες πουτάνες της ζωής μου»

Στο βιβλίο «Η Κυρία με το Σκυλάκι» ο Τσέχωφ έχει την τελευταία του ευκαιρία να βιώσει, μέσα από τον Ντιμίτρι τον έρωτα και να ξεπεράσει τη μοναξιά του. Στο «Οι Θλιμμένες Πουτάνες της Ζωής μου» ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες δίνει την τελευταία ευκαιρία, σε έναν ενενηντάχρονο να ερωτευθεί. Επίσης με αυτό το βιβλίο κλίνει τον κύκλο της μοναξιάς που άρχισε με το μυθιστόρημα «Εκατό Χρόνια Μοναξιά». Χαρίζει με αυτό το προτελευταίο του βιβλίο ένα αισιόδοξο μήνυμα, ότι τα πράγματα μπορούν να αλλάξουν, η Λατινική Αμερική να βγει από τον απομονωτισμό της και ο καθένας να νικήσει τη δική του μοναξιά.

Επειδή λοιπόν για το «Η Κυρία με το Σκυλάκι» έχω γράψει, είναι καιρός να ασχοληθώ με το βιβλίο του Μάρκες. Ως γνωστόν ο Κολομβιανός νομπελίστας είναι ο κυριότερος εκπρόσωπος του «μαγικού ρεαλισμού», ένα κράμα δηλαδή του εξωπραγματικού με το καθημερινό. Σε αυτό το βιβλίο όμως συναντάμε έναν διαφορετικό ρεαλισμό. Έναν ρεαλισμό πάνω στον γεροντικό έρωτα. Ο γεροντικός έρωτας είναι ένα θέμα που έχει απασχολήσει τον συγγραφέα και στο «’Ερωτας στα Χρόνια της Χολέρας».

Ένα ακόμα ζήτημα του βιβλίου, που προϊδεάζει τον αναγνώστη από τον τίτλο του ακόμα, είναι ο αγοραίος έρωτας. Ένας ενενηντάχρονος καθηγητής ισπανικών, λατινικών και δημοσιογράφος , αποφασίζει να κάνει δώρο στον εαυτό του για τα ενενηκοστά του γενέθλια, ένα βράδυ έρωτα με μια παρθένα. Για αυτόν τον σκοπό επικοινωνεί με την παλιά του φίλη Ρόζα Καμπάρκας , ιδιοκτήτρια ενός παράνομου οίκου ανοχής, για να του βρει την κοπέλα που ζητάει. Μέχρι τότε ο καθηγητής δεν είχε νιώσει ποτέ του έρωτα, κρατούσε τις απαραίτητες αποστάσεις στις σχέσεις του με το άλλο φίλο, πληρώνοντας πάντα για αυτό που ήθελε ακόμα και με τις γυναίκες που δεν ήταν του επαγγέλματος.

Η φίλη του Ρόζα τον παίρνει τηλέφωνο και τον ενημερώνει, πως βρήκε αυτό που ήθελε. Είχε βρει μια δεκατετράχρονη παρθένα. Αυτός ερωτεύεται την μικρή Ντελγαδίνα (ψευδώνυμο που της έδωσε ο ίδιος), την συναντά τακτικά και πάντα κοιμισμένη, από την κούραση και τη βαλεριάνα. Την κοιτά καθώς κοιμάται, της μιλάει, της διαβάζει και ακούει μουσική διπλά στην κοιμισμένη μικρή. Δεν αντιστέκεται στην αλλαγή, γιατί άλλωστε να αντισταθεί σε μια ακίνδυνη κοιμισμένη μικρή; Δεν έχει πλέον πολλά να χάσει έτσι και αλλιώς. Η αλλαγή που βιώνει είναι ριζική, αλλάζει τρόπο γραφής στα κυριακάτικα άρθρα του, ξαναδιαβάζει παλιά βιβλία, άλλα τα απορρίπτει και άλλες φορές στρέφεται σε αυτά που είχε απορρίψει στο παρελθόν. Στη διάρκεια της μέρας φέρνει στο μυαλό του την Ντελγαδίνα, την φαντάζεται όπως την θέλει, την ντύνει ανάλογα με την εποχή που θέλει να την τοποθετήσει και αφήνεται με την φαντασία του να ζήσει μια ζωή που ποτέ δεν έζησε.

Να ζήσει τον έρωτα στα ενενήντα. Να βγει από μια προγραμματισμένη ρουτίνα. Να κάνει την αυτοκριτική του. Να συνειδητοποιήσει τα λάθη του. Το «Οι Θλιμμένες Πουτάνες της Ζωής μου» είναι ένα βιβλίο που από τον τίτλο του φαντάζει πως έχει σκληρό περιεχόμενο, είναι όμως ένα νοσταλγικό, αισιόδοξο βιβλίο, ένας ύμνος στον έρωτα.

«Τα πουλιά πεθαίνουν τραγουδώντας»

Πολλές φορές θες να διαβάσεις μια πολύ δυνατή, κλασική ρομαντική ιστορία, ένα βιβλίο που η μαμά σου και η θεία σου το έχουν διαβάσει από τρείς με τέσσερις φορές η καθεμία και σου περιγράφουν με μεγάλο ρεαλισμό τα δάκρυα που έριξαν πάνω τις σελίδες του βιβλίου. Πέρα λοιπόν από τις κατεστραμμένες από το κλάμα σελίδες περιμένεις και εσύ να δοκιμάσεις ανάλογα συναισθήματα. Αναφέρομαι στο βιβλίο «Τα πουλιά πεθαίνουν τραγουδώντας», ένα βιβλίο που έχει χαρακτηριστεί ως η απάντηση της Αυστραλίας στο «Όσα παίρνει ο άνεμος».

Το βιβλίο εκδόθηκε το 1977 και έγινε πολύ γρήγορα διεθνές μπεστ σέλερ, ενώ έχει μεταφραστεί σε περισσότερες από 20 γλώσσες. Πρόκειται για το δεύτερο βιβλίο της Αυστραλής συγγραφέως Κόλιν Μακάλοου, η οποία είναι ανάμεσα στα εκατό πρόσωπα που έχουν ανακηρυχτεί «Ζώντες Εθνικοί θησαυροί» της Αυστραλίας, είναι ακόμα μέλος της ακαδημίας επιστημών της Νέας Υόρκης. Δεν είναι δηλαδή μια τυχαία γυναίκα συγγραφέας που έγραψε μια απλή ερωτική ιστορία (το βιβλίο δεν είναι μια απλή ερωτική ιστορία) ,αλλά μια γυναίκα που γνωρίζει διακρίσεις στο χώρο των τεχνών και των επιστημών.

Η υπόθεση διαδραματίζεται στις αρχές του 1900, όταν  η οικογένεια  Κλήαρυ  μεταναστεύει από τη Νέα Ζηλανδία στην Αυστραλία στο αγρόκτημα της πλούσιας αδερφής του Πάντυ , που σχεδιάζει να τον αφήσει γενικό κληρονόμο της. Ο Πάντυ, η Φιόνα και τα επτά παιδιά τους συνεχίζουν να εργάζονται σκληρά και να αντιμετωπίζουν τις αντιξοότητες της πραγματικότητας και στη Ντρογκέτα. Καθοριστικό ρόλο στο βιβλίο έχει ο καθολικός ιερέας Ράλφ ντε Μπρικασάρ που έχει να αντιμετωπίσει τον απαγορευμένο έρωτα που δημιουργείται ανάμεσα σε αυτόν και τη μοναχοκόρη των Κλήαρυ Μάγκυ.

Παρόλο που κατά βάσει ανήκει  στη γυναικεία λογοτεχνία, δεν  περιγράφει απλώς την ερωτική ιστορία του ιερέα και της Μάγκυ αλλά τη ζωή ολόκληρης της οικογένειας, τα μυστικά και τα προβλήματα του καθένα. Σκιαγραφείται άριστα η σκληρή αγροτική ζωή στις αντιξοότητες της ηπείρου με τις μεγάλες ξηρασίες. Βλέπουμε και  τις αλλαγές που έφερε στις τύχες των ανθρώπων η μετανάστευση από την Ευρώπη στην Αμερική και την Αυστραλία. Πως άλλοι πέθαιναν δουλεύοντας για ένα κομμάτι ψωμί και άλλοι πλούτιζαν και σκλήραιναν.

Επίσης, ενώ το βιβλίο είναι πολυσέλιδο δε γίνεται καθόλου κουραστικό και διαβάζεται πολύ γρήγορα, με τις εξελίξεις να τρέχουν και να καθηλώνουν τον αναγνώστη. ‘Ένα τέτοιο βιβλίο δε θα μπορούσε να μη μεταφερθεί και στη μικρή οθόνη. Ο Ρίτσαρτ  Τσάμπερλιν υποδυόταν τον Ιερέα Ράλφ στη σειρά, ο οποίος έγινε «ο πρώτος καθολικός παπάς που έγινε παγκόσμιο sex symbol». Η Κόλιν Μακάλοου λοιπόν κατάφερε να δημιουργήσει μια πολύ ρομαντική ιστορία με πολλά ξεσπάσματα κλάματος, ένα βιβλίο που πρέπει να διαβάσουν οι νεότεροι και ξαναδιαβάζουν οι παλιοί.

«Βιβλίο Χωρίς Όνομα»

Για το βιβλίο αυτό οφείλω να πω πως όταν το είδα στο βιβλιοπωλείο το μίσησα.  Στην αρχή δεν ήθελα να το πάρω, ήμουν αποφασισμένη να το αφήσω, λόγο του ονόματος και της περίληψης από πίσω. Λέει πάνω «Ότι και να κάνεις μην διαβάσεις το βιβλίο χωρίς όνομα». Ήμουν σίγουρη πως ήταν μόνο διαφημιστικό τρικ και δεν ήθελα να δώσω λεφτά σε κάτι τέτοιο. Μου το πήρε δώρο όμως κάποιος και έτσι ευτυχώς το διάβασα. Το θέμα είναι πως το εξώφυλλο έχει λόγω που είναι έτσι… Προφανώς ήταν και κόλπο για πωλήσεις, αλλά αφού είδα τη μεγαλύτερη εικόνα δεν με ένοιαζε καθόλου το τρικ.

Η ιστορία διαδραματίζεται στην Σάντα Μοντέγκα , όπου εκεί εξελίσσεται το ατελείωτο κυνηγητό της πολύτιμης μπλε πέτρας με το όνομα «το μάτι της Σελήνης». Αυτή η μυστηριώδης πέτρα έχει χαθεί και μια σειρά από βάναυσους θανάτους φαίνεται να την ακολουθεί. Μέσα σε αυτό το τοπίο έχουμε έναν κυνηγό κεφαλών που ντύνεται σαν τον Έλβις, έναν μίζερο μπάρμαν, δύο αστυνομικούς με μυστικές προθέσεις, μια μυστηριώδη γυναίκα που είναι σε κώμα, ένα ερωτευμένο ζευγάρι απατεώνων, ένα μέντιουμ, δύο επικίνδυνους μοναχούς, έναν ψυχοπαθή σκοτεινό δολοφόνο με ένα ποτήρι Μπέρμπον στο χέρι και πολλούς άλλους.

Ο συγγραφέας του βιβλίου είναι άγνωστος. Οι περισσότεροι λένε πως το έχει γράψει ο Ταραντίνο, αλλά εγώ δεν αποκόμισα τέτοια εντύπωση. Δεν είναι αυτή η μόνη διαφωνία μου με τους υπόλοιπους, καθώς πιστεύω πως το μόνο μειονέκτημα είναι η μετάφραση στα ελληνικά. Θα μπορούσε να έχει γίνει πολύ καλύτερη δουλειά πάνω στην μεταφορά του κειμένου στη γλώσσα μας. Υπάρχουν φορές που καταλαβαίνω τι έγραφε ο συγγραφέας στη γλώσσα του και δεν μπορώ να καταλάβω γιατί το μετέφρασαν έτσι! Το χειρότερο είναι πως υπάρχει μια πολύ γνωστή φράση από ένα παλιό έργο και στη μετάφραση έχουν δώσει την ακριβώς αντίθετη σημασία.

Το βιβλίο στην αρχή θα γινόταν σε ύφος γουέστερν, αλλά στη συνέχεια αυτό ανατράπηκε και πέρασε στη δική μας χρονολογία, κρατώντας όμως όλα αυτά που μας αρέσουν από τις καουμπόικες ταινίες. Υπάρχει όλο το περιβάλλον των επικίνδυνων δολοφόνων, των βρώμικων κακόφημων μπαρ με τις μεγάλες μπάρες, των συνεχών θανάτων, της μυρωδιάς της ιδρωτίλας και των γρήγορων πιστολιών. Οι σκηνές των αιματηρών τοπίων και των αποκρουστικών πτωμάτων δεν είναι λίγες, αλλά συνδυάζονται πολύ πετυχημένα με το μαύρο χιούμορ του συγγραφέα.

Είναι δύσκολο να σε απορροφήσει τόσο ένα βιβλίο ώστε να ξεχάσεις ότι είναι ψέμα, αλλά ακόμα πιο δύσκολο είναι να σε ενθουσιάσει όσο θα σε ενθουσίαζε αν γινόταν σε εσένα. Υπήρχαν πολλές φορές που γελούσα μόνη μου στο λεωφορείο διαβάζοντάς το, που φώναξα «ΜΗ!!!»  κοιτώντας το σαν την τρελή και σχεδόν συνέχεια έβαζα το χέρι μου στις παρακάτω γραμμές κρύβοντάς τες, γιατί δεν μπορούσα να μην κοιτάξω τι θα γίνει στη συνέχεια.

Είναι ένα βιβλίο μυστηρίου – εγκλήματος- δράσης που με καθήλωσε και το προτείνω χωρίς σκέψη στους λάτρεις αυτής την κατηγορίας. Έχει έξυπνη πλοκή, πάρα πολλούς ολοκληρωμένους και ιδιαίτερους χαρακτήρες, απίστευτα καλογραμμένες σκηνές και μια γενική ατμόσφαιρα μπαρουτιού και αδρεναλίνης. Είναι έξυπνο, επιβλητικό και πάνω από όλα εθιστικό…

«Όταν έκλαψε ο Νίτσε»

Με αφορμή τις γιορτές των Χριστουγέννων είναι ευκαιρία να πιάσει ο καθενός εκείνο το βιβλίο που έχει καταχωνιάσει στη βιβλιοθήκη για «αργότερα», το βιβλίο που θέλει να καταλάβει και να απολαύσει ξεκούραστος και στο κρεβάτι. Είναι και μια ευκαιρία μέσα στις σελίδες του βιβλίου να βρει απαντήσεις σε παλιά ερωτήματα και να υποδεχθεί καινούρια, που θα αναζητήσει τις απαντήσεις τους στον καινούριο χρόνο.

Διάλεξα για αυτό το σκοπό, το βιβλίο του Ίρβιν Γιάλομ « Όταν έκλαψε ο Νίτσε». Πρόκειται για ένα διδακτικό μυθιστόρημα, το οποίο τιμήθηκε με το βραβείο commonwealth του καλύτερου μυθιστορήματος, 1992. Ο συγγραφέας είναι ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους εν ζωή της υπαρξιακής σχολής στην ψυχιατρική. Είναι καθηγητής ψυχιατρικής  στο πανεπιστήμιο του Στράτφορντ και τα λογοτεχνικά του βιβλία αποτελούν ιστορίες ψυχοθεραπείας.

Το βιβλίο πρωτοεκδόθηκε το 1992,  αλλά στην Ελλάδα έγινε ευρύτερα γνωστό μετά από μια δεκαετία, οπότε είναι σχετικά σύγχρονο για τα δικά μας δεδομένα. Ο χώρος του μυθιστορήματος είναι η Βιέννη του 19ου αιώνα. Όταν ο γνωστός γιατρός Γιόζεφ Μπόιερ βρίσκεται σε διακοπές με τη γυναίκα του, λαμβάνει ένα γράμμα από μια άγνωστη για αυτόν μέχρι στιγμής Λου Σαλομέ, στο οποίο του ζητά να τον συναντήσει. Στη συνάντησή τους η Λου του ζητά να βοηθήσει έναν φίλο της, τον Φρίντριχ Νίτσε.

Δεν είναι όμως η αρρώστια του σώματος που θέλει να γιατρέψει στο φίλο της αλλά την απόγνωση  και τις αυτοκτονικές τάσεις του Νίτσε. Και όλα αυτά χωρίς να τα καταλάβει ο ίδιος, γιατί θα αρνούταν οποιαδήποτε βοήθεια. Όταν ο Μπόιερ έρχεται σε επαφή με το Νίτσε, τον πείθει να δεχθεί να μπει στην κλινική και όσο αυτός θα προσπαθεί να γιατρέψει τη σωματική αρρώστια του Νίτσε, αυτός να τον βοηθήσει να θεραπεύσει την απόγνωση που προσποιείται πως έχει για να κάνει τον Νίτσε να ανοιχθεί και να φανερώσει τη δική του απόγνωση.

Μέσα από αυτή  τη σχέση ο Μπόιερ προσπαθεί να αντιστρέψει τους ρόλους θεραπευτή-θεραπευμένου και να γιατρέψει το Νίτσε. Με αυτό τον τρόπο ο Γιάλομ προσπαθεί να πετύχει ένα πάντρεμα της ψυχοθεραπείας με την υπαρξιακή φιλοσοφία. Όλα όμως αλλάζουν όταν μέσα από αυτή τη διαδικασία ο Μπόιερ συνειδητοποιεί ότι καταβάλλεται από αλλότριες σκέψεις και έχει πέσει σε ένα τέλμα. Πιστός φίλος του γιατρού είναι ο εικοσιεξάχρονος Ζίγκμουντ Φρόυντ, που του έχει μεγάλη εμπιστοσύνη και ζητά πολλές φορές τη συμβουλή του.

Το βιβλίο πολύ ανθρώπινο, πολύ αληθινό, όσα περιγράφει θα μπορούσαν εύκολα να έχουν γίνει με μια διαφορετική ζαριά της ιστορίας. Ενώ πραγματεύεται δύσκολα νοήματα, τα καθιστά ευκολονόητα, είναι διδακτικό και έρχεται αντιμέτωπο με ανησυχίες και ερωτήματα που μπορεί να έχει ο κάθε σκεπτόμενος άνθρωπος. Κύριοι πυλώνες του βιβλίου είναι η σχέση που διαμορφώνεται μεταξύ θεραπευτή και θεραπευμένου στην ψυχανάλυση και η σχέση της ψυχοθεραπείας με τη φιλοσοφία του Νίτσε.

Ο άνθρωπος που μέσα από τα έργα του ήθελε να θεραπεύσει ολόκληρη την εποχή του, γίνεται κατανοητός στις σελίδες του μυθιστορήματος. Είναι λοιπόν μια καλή αρχή για να αρχίσει κάποιος να διαβάζει και να κατανοεί το Νίτσε. Τέλος στη νέα έκδοση του βιβλίου έχουν προστεθεί δύο επιστολές που βρέθηκαν πρόσφατα και ένα σχόλιο του ίδιου του συγγραφέα στο οποίο τονίζει και πια γεγονότα σαν δρώμενα είναι αληθινά και ποια όχι.

Το δισυπόστατο της καπιταλιστικής βίας στον Λαμπικά

Με το βιβλίο «Η βία; Ποια βία;» του Ζωρζ Λαμπικά, εγκαινιάζουν οι εκδόσεις Εκτός γραμμής την νέα τους σειρά με τίτλο Πολιτική. Με το μεταφραστικό εγχείρημα του Χρήστου Βαλλιάνου και του Τάσου Μπέτζελου μεταφέρονται για πρώτη φορά κείμενα του Γάλλου μαρξιστή φιλοσόφου στην ελληνική γλώσσα, επαναφέροντας το θεωρητικό του αποτύπωμα στο προσκήνιο. Στον τόμο περιλαμβάνονται, επίσης, πρόλογος και επίμετρο από τον Στάθη Κουβελάκη καθώς και ένα ευρετήριο κύριων ονομάτων προς διευκόλυνση του αναγνώστη.

Ο γάλλος κομμουνιστής Ζ. Λαμπικά (1930-2009) καθ’ όλη την διάρκεια της ζωής του υποστήριξε έμπρακτα την φιλοσοφική του σκέψη με την ίδια την πολιτική του δράση. Στρατεύτηκε στην κομματική αριστερά με το Κ.Κ. Γαλλίας, συμμετείχε στον αντιαποικιακό αγώνα της Αλγερίας με τα δίκτυα του Εθνικού Μετώπου Απελευθέρωσης (FLN), έλαβε μέρος στους αγώνες του Μάη του ’68 ενώ αργότερα δραστηριοποιήθηκε σε προσπάθειες ανασύνθεσης της ριζοσπαστικής Αριστεράς. Μετά από την απελευθέρωση του Αλγερίου, μάλιστα, δίδαξε φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο της Ναντέρ με την πολιτική του πράξη να ανατροφοδοτεί διαρκώς τον φιλοσοφικό του στοχασμό.

Με ένα σύνολο πολιτικών παρεμβάσεων που διατυπώθηκαν μετά από την τρομοκρατική επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου, κατά το διάστημα 2002-2008, επιχειρεί ο Λαμπικά να επικαιροποιήσει την θεωρητική του τοποθέτηση απέναντι στο φαινόμενο της βίας, που είχε άλλωστε εκφράσει ήδη από το περίφημο λήμμα «Βία» στο Κριτικό Λεξικό του Μαρξισμού. Πέρα από τα σύγχρονα παραδείγματα του φαινομένου που καταγράφει, επιχειρεί να αποδομήσει τον κυρίαρχο ιδεολογικό λόγο, που προτάσσει διαρκώς μία «αορατοποίηση» της βίας.

Για τον Γάλλο διανοητή, η βία «δεν μπορεί να θεωρηθεί έννοια». Βιώνεται μόνο εν καταστάσει και είναι αδύνατη η θέσπιση ενός μονοδιάστατου ορισμού πέρα και εκτός των κοινωνικών περιστάσεων. Αποφεύγει, δηλαδή, να προ-οριοθετήσει το κατά πόσο μία πράξη εντάσσεται στο σύνολο των επικαλούμενων ως βίαιων και να την κρίνει ως τέτοια. Κατανοεί αυτό που έχει διατυπωθεί και από τον Σλοβένο Σλάβοϊ Ζίζεκ στο Βία: έξι λοξοί στοχασμοί, ότι δηλαδή «η βία δεν αποτελεί άμεση ιδιότητα ορισμένων πράξεων» αλλά είναι ένα συγκυριακό προϊόν.

Διαμορφώνει, έτσι, ένα γενικότερο θεωρητικό πλαίσιο βάσει του οποίου καλεί τον αναγνώστη να δει την έννοια της βίας όπως είχε τεθεί ήδη από τον Μαρξ. Ως μία όψη, δηλαδή, της πραγματικότητας που αποτελεί a priori το μη ορατό κλειδί των κοινωνικών σχέσεων και πρακτικών στο καπιταλιστικό σύστημα. Από αυτό ακριβώς το σημείο πηγάζει για τον Λαμπικά το «ανέφικτο της μη βίας». Όπως και ο Χομπς στο υποθετικό «ως εάν» του κοινωνικού του συμβολαίου, Λεβιάθαν, είχε περιγράψει μία κατάσταση homo hominis lupus, έτσι και για τον Γάλλο μαρξιστή, το «αρχέγονο» της βίας καθιστά τον άνθρωπο άμεσα συνδεδεμένο με αυτήν, καθώς και με την οδύνη που προκαλεί.

Αντιτάσσεται, επομένως, στο δίπολο βίας-δύναμης που είχε  θέσει η Χ. Άρεντ στο Περί βίας, υπό τις τραυματικές συνθήκες κορύφωσης του Ψυχρού πολέμου. Για τον Λαμπικά, η βία δεν πρόκειται για το έσχατο, αναποτελεσματικό μέσο της κυρίαρχης τάξης που επιστρατεύεται αποκλειστικά και μόνο αφού έχει χαθεί το λαϊκό έρεισμα και η  δύναμή της, στην προσπάθεια διατήρησης της εξουσίας. Αντίθετα,  την αντιμετωπίζει ως δομική έννοια για τους πολιτικά κυρίαρχους, λόγω της ίδιας τους της φύσης, σε σημείο που να μην νοούνται χωρίς αυτήν.

Για τον Γάλλο μαρξιστή ισχύει το εξής θεωρητικό κατασκεύασμα. Σε πρωταρχικό επίπεδο, υπάρχει η βία του συστήματος και πρόκειται για αυτήν ακριβώς που βρίσκεται στα θεμέλια του φαινομένου και εκφράζεται πρώτη. Οι κυρίαρχες εξουσιαστικές τάξεις χρησιμοποιούν από την γένεση τους την «σιωπηλή βία» του καπιταλιστικού συστήματος, με έναν συγκεκαλυμμένο βέβαια τρόπο, μέσω του φαινόμενου της συσσώρευσης και του συμβολαίου εργασίας, μέσω της απαλλοτρίωσης και της ιδιοποίησης, μέσω γενικά των συγκρουσιακών σχέσεων που καλλιεργούν. Βέβαια, η αντικειμενική βία δε θεωρεί πως σταματάει εκεί. Διαρκώς, οι κυρίαρχοι στο καπιταλισμό επιστρατεύονται κατασταλτικές πρακτικές κάθε μορφής και ανεξαρτήτου κόστους, προκειμένου να εξασφαλίσουν την ομαλή αναπαραγωγή των υπαρχουσών κοινωνικών δομών. Φαίνεται, λοιπόν, να φέρνει τον πυρήνα της βίας στα διοικητικά και τα πολιτικά όργανα, στα ίδια, δηλαδή, πρόσωπα που καταφεύγουν με κάθε ευκαιρία στην αντιτρομοκρατική υστερία και στην θέσπιση ενός νομικού συστήματος για την προάσπισης της μη βίας. Για τον Λαμπικά, όμως, «το δίκαιο αναστέλλει το δίκαιο», καθώς αποτελεί αμιγώς ένα μέσο νομιμοποίησης των πρακτικών του συστήματος από το ίδιο το σύστημα. Ίσως να συμφωνούσε με την Ρόζα Λούξενμπουργκ, όταν αναρωτιόταν στο Βία και νομιμότητα «τι άλλο παρά βία είναι στην ουσία της η αστική νομιμότητα».

Κατά τον Γάλλο μαρξιστή, η απάντηση στην σφοδρότητα της συστημικής εξουσίας είναι η υποκειμενική βία, την οποία μάλιστα υπερασπίζεται απερίφραστα και δικαιώνει στην κάθε της μορφή. Θεωρεί ότι η βία για του κυριαρχούμενους δεν αποτελεί επιλογή παρά αναγκαίο μέσο λόγω της επιθετικότητας των κυρίαρχων τάξεων. Είναι η απελευθερωτική απόπειρα του καταπιεσμένου που αντιδράει στην ασύμμετρα μεγάλη επίθεση που δέχεται, με μία μορφή «αντιβίας».

Είναι ξεκάθαρο, λοιπόν, ότι απαγκιστρώνεται από το δίπολο βίας- μη βίας και διαμορφώνει το θεωρητικό του οικοδόμημα πάνω στο δισυπόστατο της έννοιας, που επιμερίζεται στην -χρονικά πρώτη- αντικειμενική της έκφανση και στην υποκειμενική που έπεται. Και εδώ ακριβώς είναι που δημιουργεί ρήγμα στο κυρίαρχο λόγο περί βίας σε σχέση με τους υπόλοιπους θεωρητικούς. Ο Λαμπικά όχι μόνο καταφέρνει να στοχαστεί συνολικά το φαινόμενο στις σύγχρονες καπιταλιστικές σχέσεις χωρίς να εγκλωβίζεται σε μία μορφή μοριακής βίας ανάμεσα στα άτομα, όπως ο Φουκώ, αλλά και αφήνει το θεωρητικό του αποτύπωμα προτάσσοντας χρονικά την συστημική βία έναντι της υποκειμενικής. Ακόμα και αν εντάσσεται στο γενικότερο αλτουσεριανό ρεύμα, είναι εκείνος που δεν περιορίζεται αποκλειστικά στην κατασταλτικό χαρακτήρα του κράτους και καταφέρνει να δομήσει μία ώριμη σκέψη της καπιταλιστικής βίας επί του πρακτέου πάνω στα πρώιμα σπέρματα του Αλτουσέρ.

Ο Λαμπικά, βέβαια, σπεύδει να αποσαφηνίσει ότι δεν εργαλειοποιεί την βία. Όσο και αν κατανοεί την αναγκαιότητά της στην σύγχρονη κοινωνία δεν την θεμιτοποιεί. Γνωρίζει πολύ καλά ότι μία συστηματική αποδοχή της θα κατέληγε στην άκριτη επανάληψή της, όχι ως μέσου αλλά τελικά ως αυτοσκοπού. Ο Λαμπικά παραμένει σταθερός στην άποψη ότι η βία οφείλει να μην είναι μόνο καταστροφική αλλά και να παράγει το καινούργιο πρόταγμα της κοινωνίας. Ήταν ο ίδιος ο Μαρξ που μίλαγε, άλλωστε, για την βία ως την «μαμή» για κάθε παλιά κοινωνία που εγκυμονεί μια νέα.

Ο Γάλλος θεωρητικός κλείνει το βιβλίο του με μία προτροπή προς τον αναγνώστη για να επικαιροποίησει την βασική ιδέα του τόμου στα δικά του καθημερινά δεδομένα. Ανοίγει έτσι έναν φασματικό διάλογο, λαμβάνοντας ως δεδομένο ότι το δομικό κοινό όλων των καπιταλιστικών περιστάσεων είναι η βία που ενέχουν και μέσω αυτού πρέπει να συγκρίνονται. Καλεί τον αναγνώστη να απαρνηθεί την κυρίαρχη ιδεολογία που «καταδικάζει την βία απ’ όπου κι αν προέρχεται» και να στοχαστεί εκ νέου το συγκρουσιακό ζητούμενο υπό ένα νέο πρίσμα αμφισβήτησης.

 

Κρεβάτι στο «Μαύρο Χώμα»

Πολλές φορές όταν ήμασταν παιδιά πιστεύαμε πως θα βρίσκαμε κάτι το οποίο θα άλλαζε τα πάντα. Θέλαμε να κάνουμε κάτι το διαφορετικό, το απρόσμενο, αυτό που οι μεγάλοι πίστευαν ακατόρθωτο. Είναι μια ελπίδα γλυκιά και αθώα, μα για τον Στίβεν Λάμπ είναι η καταθλιπτική καθημερινότητά του.

Η ιστορία είναι ενός δωδεκάχρονου αγοριού, που ζει μέσα σε μια δυσλειτουργική οικογένεια, με προβλήματα που ξεκινούν πολλά χρόνια πίσω. Όταν ο θείος του ήταν έντεκα χρονών είχε πέσει θύμα ενός παιδόφιλου κατά συρροή δολοφόνου. Αυτό το γεγονός έκανε τόση ζημιά στην οικογένειά του, που ο μικρός ψάχνει συνεχώς το πτώμα του θείου του, που ποτέ δεν γνώρισε.

Κάθε μέρα σκάβει στον ατελείωτο χερσότοπο, κοντά στο σπίτι του, στον οποίο ήταν θαμμένα τα υπόλοιπα θύματα. Πιστεύει πως αν βρει το πτώμα του θείου του η οικογένειά του θα δώσει επιτέλους ένα τέλος και θα ξεκινήσουν να ζουν σαν κανονικοί άνθρωποι. Μέσα στην απελπισία του αποφασίζει να γράψει γράμμα στον δολοφόνο, ο οποίος είναι στην φυλακή εκτελώντας την ποινή του. Μέσα στο γράμμα δεν αποκαλύπτει τίποτα για την ταυτότητά του και έτσι ένα παιχνίδι ανάμεσα σε αυτούς τους δύο ξεκινά.

Το διαφορετικό που έχει αυτό το βιβλίο είναι ότι μας δείχνει την ιστορία και μέσα από τα μάτια του δολοφόνου. Δεν τον παρουσιάζει σαν σατανική ιδιοφυία με το τέλειό του σχέδιο για να εξαπολύσει το κακό. Μας τον δείχνει ρεαλιστικά και αυτό σημαίνει πως έχει αδυναμίες, ευαισθησίες, ιδιοτροπίες, πάθη και ηλίθιες ιδέες. Αηδιάζει με το σάλιο και θέλει να είναι το κελί του καθαρό, αλλά βλέπει τα παιδιά ως αντικείμενα μιας χρήσης και μπορεί να τα χειραγωγεί τέλεια. Η Belinda Bauer μας δείχνει έναν πραγματικό άνθρωπο με πολύ κοινότυπες ιδέες ανάμεσα στις δολοφονικές του ορμές και πιστεύω πως ο ολοκληρωμένος του χαρακτήρας είναι αυτός που τον κάνει τόσο τρομαχτικό, γιατί θα μπορούσε να είναι ο γείτονας της διπλανής πόρτας.

Οι χαρακτήρες, οι διάλογοι, οι σχέσεις και τα συναισθήματα είναι τόσο ρεαλιστικά, που θα πιστέψετε πως είναι όντως η αφήγηση ενός αγοριού. Συνήθως όταν υπάρχει ένα παιδί για πρωταγωνιστής καταλήγει να έχει περισσότερες γνώσεις από ότι θα ήταν λογικό, αλλά εδώ δεν βλέπουμε κάτι τέτοιο. Φαντάζετε πως αν βρει τον θείο του η γιαγιά του θα σταματήσει να κοιτάει έξω από το παράθυρο, η μαμά του θα τον αγαπήσει και όλα θα αλλάξουν. H Belinda Bauer έχει αδιαμφισβήτητα ταλέντο στο να σκιαγραφεί την προσωπικότητα ενός ατόμου τέτοιας ηλικίας.

Η ιστορία που μας παρουσιάζεται είναι μίζερη και στενάχωρη και ίσως για αυτό να είναι τόσο αληθινή. Το περιβάλλον αυτό βέβαια δεν θα έπρεπε μας εκπλήσσει, αφού τα βιβλία της χαρακτηρίζονται από τον θάνατο της αθωότητας και το «Μαύρο Χώμα» δεν αποτελεί εξαίρεση.

«Λέων ο Αφρικανός»

Η ανατολή είναι πάντα ο καλύτερος προορισμός, όταν όμως το ταξίδι περνάει από την ανατολή στη δύση, η πορεία δε μπορεί παρά να είναι συγκλονιστική. Από τη Γρανάδα στη Φεζ, από εκεί στο Κάιρο και από το Κάιρο στη Ρώμη. Με τέσσερις βασικούς σταθμούς ξεδιπλώνεται ένα ολόκληρο ταξίδι στις σελίδες του βιβλίου του Αμίν Μααλούφ.

Ο Λιβανέζος συγγραφέας στο βιβλίο « Λέων ο Αφρικανός» ζωγραφίζει τη ζωή του Αλ Χασάν Μοχάμεντ Αλ Βαζάν γιο του Μοχάμεντ γεννημένο στη Γρανάδα και βαπτισμένο στην Ρώμη ως Λέων, με το καθοριστικό προσδιορισμό ο Αφρικανός. Η Γρανάδα των παιδικών του χρόνων ήταν αυτή του 16ου αιώνα, πριν γίνει Ισπανική όταν ήταν ακόμα των Αράβων. Ζει μια παιδική ηλικία όπως κάθε μικρό αγόρι μουσουλμανικής καταγωγής. Η ζωή όμως δε του επιφυλάσσει το ίδιο μέλλον με κάθε αγόρι της Γρανάδας. Τον μεταφέρει από το ένα μέρος στο άλλο και τον φέρνει σε επαφή  με εξέχουσες προσωπικότητες. Η ζωή του όλη ένα ταξίδι στη βόριο Αφρική και τη Μεσόγειο.

Με την κατάληψη της Γρανάδας από τους Ισπανούς ο Χασάν βρίσκεται στην Φεζ, εκεί μεγαλώνει. Κερδίζει χρήματα ως έμπορος. Ούτε σε αυτόν τον τόπο όμως είναι γραμμένο να μείνει. Εξορίζεται από τη Φεζ και βρίσκει τον νέο του τόπο στο Κάιρο. Εκεί θα μείνει μερικά χρόνια, όμως το ταξίδι δεν έχει τελειώσει ακόμα. Πέφτει θύμα πειρατών και ο μορφωμένος Γραναδίνος προσφέρεται στον Πάπα Λέοντα Ι σαν δώρο.

Στη Ρώμη βαπτίζεται από Παπικό χέρι, ερωτεύεται ξανά και αποχτά τον πρώτο του γιό. Με την καθοδήγηση του Πάπα μορφώνεται περεταίρω, μαθαίνει και άλλες γλώσσες και αρχίζει το συγγραφικό του έργο. Από σκλάβος γίνεται πάλι ελεύθερος, για να βρεθεί πάλι φυλακισμένος και να πάρει τον δρόμο της επιστροφής.

Ο Λέων περνάει από τη μια ζωή στην άλλη, από την μια χώρα στην άλλη. Αλλάζει ονόματα, γυναίκες και θρησκεία, μένοντας όμως πάντα ο ίδιος. Ο Αμίν Μααλούφ μέσα από το βιβλίο μας πληροφορεί για τις συνήθειες και τα έθιμα αυτού του τόσο άγνωστου στο δυτικό πολιτισμό ανατολικού χώρου. Μας βοηθάει να κατανοήσουμε όσο μπορούμε τη μουσουλμανική θρησκεία και το πως αυτή επηρεάζει ολόκληρη τη ζωή των πιστών της.

Αυτό το τόσο ταξιδευτικό και ευκολοδιάβαστο βιβλίο έχει βραβευθεί με το βραβείο Γαλλό-αραβικής φιλίας το 1986 και έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες. Αν και πολύ ενδιαφέρον και καλογραμμένο, με πολλά ενημερωτικά στοιχεία, δεν εμβαθύνει σε κανένα θέμα και πολλές φορές απλώς αναφέρει σημαντικά πρόσωπα χωρίς να τα εξετάσει περαιτέρω . Βρίσκουμε επίσης ελάχιστα ψυχογραφικά χαρακτηριστικά.

Ο «Λέων ο Αφρικανός’ όμως είναι ένα σπουδαίο  και ευχάριστο ταξίδι, με ξεναγό μια προσωπικότητα που αμφισβητεί τα πάντα, « όταν όλος ο κόσμος προσχωρεί στην ίδια γνώμη, εγώ δραπετεύω: η αλήθεια είναι σίγουρα αλλού», και οδηγό τη μοίρα, ο αναγνώστης ανακαλύπτει τα σουκ της Φεζ, τον Βόσπορο και τις αυλές του Βατικανού.

«Περί έρωτος και άλλων δαιμόνων»

«Αυτή τον ρώτησε εάν ήταν αλήθεια, πως ο έρωτας μπορεί τα πάντα να κάνει. Είναι αλήθεια, απάντησε αυτός, αλλά καλά θα κάνεις να μην το πιστέψεις» Με αυτόν τον τρόπο ο πατέρας της δωδεκάχρονης, αριστοκράτισσας, Σιέρβα Μαρίας  απάντησε στην απορία της. Πολλές φορές, αυτό που πιστεύουμε, επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό αυτό που νιώθουμε.

Από κάθε βιβλίο κάτι μας μένει. Πέρα από τη γενική ιστορία και το νόημα του βιβλίου, υπάρχει πάντα μια εικόνα, μια φράση, ένας διάλογος που γυρίζει μέσα στο μυαλό μας απαιτώντας προσοχή. Από το «Περί έρωτος και άλλων δαιμόνων» του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, συγκράτησα την παραπάνω φράση. Ο πατέρας όμως της Σιέρβα Μαρία, μάλλον λησμόνησε να της εξηγήσει, πως ο έρωτας είναι ελπίδα. Πως θες – δε θες θα πιστέψεις πως μπορεί τα πάντα να κάνει.

Ο συγγραφέας του βιβλίου είναι ένας από τους κυριότερους εκπροσώπους του λογοτεχνικού ρεύματος του «μαγικού ρεαλισμού», ένας  Κολομβιανός Νομπελίστας που δεν άφησε ανεπηρέαστο κανέναν αναγνώστη του. Ο Μάρκες, εκπρόσωπος της ισπανόφωνης λογοτεχνίας πέθανε τον Απρίλιο του 2014, άφησε όμως πίσω του, το μεγαλύτερο κομμάτι του εαυτού του, τα βιβλία του.

Τη Σιέρβα Μαρία λοιπόν, σε έναν περίπατο τη δάγκωσε ένα σκυλί, το οποίο αποδείχθηκε πως είχε λύσσα. Τότε άρχισαν και τα προβλήματα για την άτυχη κοπέλα. Όντας μεγαλωμένη από ιθαγενείς, αφού ήταν εγκαταλελειμμένη από τους γονείς της, είχε μια πρωτόγονη συμπεριφορά, που σε συνδυασμό με τη συνήθεια της να λέει ψέματα, οδήγησαν τον πατέρα της στην απόφαση να την κλείσει σε μοναστήρι, για να τη σώσει.

Εκεί συμπεράνανε πως η κοπέλα ήταν δαιμονισμένη, μια λύση που έδιναν εκείνη την εποχή σε ότι δε καταλάβαιναν. Να «σώσει» την Σιέρβα Μαρία ανέλαβε η Ιερά Εξέταση. Οι μέθοδοι ήταν γνωστές, βασανιστήρια και εξορκισμοί, από τους οποίους λίγοι επιβίωναν. Στο μοναστήρι της Σάντα Κλάρα που βρισκόταν, ο επίσκοπος ανέθεσε στον προστατευόμενο του ιερέα Κηγετάνο, τη σωτηρία της.

Ο ιερέας την ερωτεύτηκε. Αλλά τι τύχη θα μπορούσε να έχει ένας ιερέας και μια δαιμονισμένη; Ο Μάρκες μας απαντά αριστοτεχνικά, μπλέκοντας το πραγματικό με το φανταστικό, με εικόνες ονειρικές μας περιγράφει την πραγματικότητα του 17ου αιώνα, θίγοντας θέματα που απασχολούν μεγάλο μέρος του κόσμου.

Σε πολλά σημεία το βιβλίο θυμίζει ακόμα και παραμύθι, με έναν δικό του τρόπο σου περνάει το μήνυμα που θέλει ο συγγραφέας και σε παρασύρει στις δικές σου σκέψεις, στο τέλος καταλήγεις να διαβάζεις άπληστα μέχρι να δεις το βιβλίο να τελειώνει, τότε όμως εύχεσαι να είχες ένα ακόμα κεφάλαιο.