Βιβλίο

Το δισυπόστατο της καπιταλιστικής βίας στον Λαμπικά

[cresta-social-share]

Με το βιβλίο "Η βία; Ποια βία;" του Ζωρζ Λαμπικά, εγκαινιάζουν οι εκδόσεις Εκτός γραμμής την νέα τους σειρά με τίτλο Πολιτική. Με το μεταφραστικό εγχείρημα του Χρήστου Βαλλιάνου και του Τάσου Μπέτζελου μεταφέρονται για πρώτη φορά κείμενα του Γάλλου μαρξιστή φιλοσόφου στην ελληνική γλώσσα, επαναφέροντας το θεωρητικό του αποτύπωμα στο προσκήνιο. Στον τόμο περιλαμβάνονται, επίσης, πρόλογος και επίμετρο από τον Στάθη Κουβελάκη καθώς και ένα ευρετήριο κύριων ονομάτων προς διευκόλυνση του αναγνώστη.

Ο γάλλος κομμουνιστής Ζ. Λαμπικά (1930-2009) καθ' όλη την διάρκεια της ζωής του υποστήριξε έμπρακτα την φιλοσοφική του σκέψη με την ίδια την πολιτική του δράση. Στρατεύτηκε στην κομματική αριστερά με το Κ.Κ. Γαλλίας, συμμετείχε στον αντιαποικιακό αγώνα της Αλγερίας με τα δίκτυα του Εθνικού Μετώπου Απελευθέρωσης (FLN), έλαβε μέρος στους αγώνες του Μάη του '68 ενώ αργότερα δραστηριοποιήθηκε σε προσπάθειες ανασύνθεσης της ριζοσπαστικής Αριστεράς. Μετά από την απελευθέρωση του Αλγερίου, μάλιστα, δίδαξε φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο της Ναντέρ με την πολιτική του πράξη να ανατροφοδοτεί διαρκώς τον φιλοσοφικό του στοχασμό.

Με ένα σύνολο πολιτικών παρεμβάσεων που διατυπώθηκαν μετά από την τρομοκρατική επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου, κατά το διάστημα 2002-2008, επιχειρεί ο Λαμπικά να επικαιροποιήσει την θεωρητική του τοποθέτηση απέναντι στο φαινόμενο της βίας, που είχε άλλωστε εκφράσει ήδη από το περίφημο λήμμα «Βία» στο Κριτικό Λεξικό του Μαρξισμού. Πέρα από τα σύγχρονα παραδείγματα του φαινομένου που καταγράφει, επιχειρεί να αποδομήσει τον κυρίαρχο ιδεολογικό λόγο, που προτάσσει διαρκώς μία «αορατοποίηση» της βίας.

Για τον Γάλλο διανοητή, η βία «δεν μπορεί να θεωρηθεί έννοια». Βιώνεται μόνο εν καταστάσει και είναι αδύνατη η θέσπιση ενός μονοδιάστατου ορισμού πέρα και εκτός των κοινωνικών περιστάσεων. Αποφεύγει, δηλαδή, να προ-οριοθετήσει το κατά πόσο μία πράξη εντάσσεται στο σύνολο των επικαλούμενων ως βίαιων και να την κρίνει ως τέτοια. Κατανοεί αυτό που έχει διατυπωθεί και από τον Σλοβένο Σλάβοϊ Ζίζεκ στο Βία: έξι λοξοί στοχασμοί, ότι δηλαδή «η βία δεν αποτελεί άμεση ιδιότητα ορισμένων πράξεων» αλλά είναι ένα συγκυριακό προϊόν.

Διαμορφώνει, έτσι, ένα γενικότερο θεωρητικό πλαίσιο βάσει του οποίου καλεί τον αναγνώστη να δει την έννοια της βίας όπως είχε τεθεί ήδη από τον Μαρξ. Ως μία όψη, δηλαδή, της πραγματικότητας που αποτελεί a priori το μη ορατό κλειδί των κοινωνικών σχέσεων και πρακτικών στο καπιταλιστικό σύστημα. Από αυτό ακριβώς το σημείο πηγάζει για τον Λαμπικά το «ανέφικτο της μη βίας». Όπως και ο Χομπς στο υποθετικό «ως εάν» του κοινωνικού του συμβολαίου, Λεβιάθαν, είχε περιγράψει μία κατάσταση homo hominis lupus, έτσι και για τον Γάλλο μαρξιστή, το «αρχέγονο» της βίας καθιστά τον άνθρωπο άμεσα συνδεδεμένο με αυτήν, καθώς και με την οδύνη που προκαλεί.

Αντιτάσσεται, επομένως, στο δίπολο βίας-δύναμης που είχε  θέσει η Χ. Άρεντ στο Περί βίας, υπό τις τραυματικές συνθήκες κορύφωσης του Ψυχρού πολέμου. Για τον Λαμπικά, η βία δεν πρόκειται για το έσχατο, αναποτελεσματικό μέσο της κυρίαρχης τάξης που επιστρατεύεται αποκλειστικά και μόνο αφού έχει χαθεί το λαϊκό έρεισμα και η  δύναμή της, στην προσπάθεια διατήρησης της εξουσίας. Αντίθετα,  την αντιμετωπίζει ως δομική έννοια για τους πολιτικά κυρίαρχους, λόγω της ίδιας τους της φύσης, σε σημείο που να μην νοούνται χωρίς αυτήν.

Για τον Γάλλο μαρξιστή ισχύει το εξής θεωρητικό κατασκεύασμα. Σε πρωταρχικό επίπεδο, υπάρχει η βία του συστήματος και πρόκειται για αυτήν ακριβώς που βρίσκεται στα θεμέλια του φαινομένου και εκφράζεται πρώτη. Οι κυρίαρχες εξουσιαστικές τάξεις χρησιμοποιούν από την γένεση τους την «σιωπηλή βία» του καπιταλιστικού συστήματος, με έναν συγκεκαλυμμένο βέβαια τρόπο, μέσω του φαινόμενου της συσσώρευσης και του συμβολαίου εργασίας, μέσω της απαλλοτρίωσης και της ιδιοποίησης, μέσω γενικά των συγκρουσιακών σχέσεων που καλλιεργούν. Βέβαια, η αντικειμενική βία δε θεωρεί πως σταματάει εκεί. Διαρκώς, οι κυρίαρχοι στο καπιταλισμό επιστρατεύονται κατασταλτικές πρακτικές κάθε μορφής και ανεξαρτήτου κόστους, προκειμένου να εξασφαλίσουν την ομαλή αναπαραγωγή των υπαρχουσών κοινωνικών δομών. Φαίνεται, λοιπόν, να φέρνει τον πυρήνα της βίας στα διοικητικά και τα πολιτικά όργανα, στα ίδια, δηλαδή, πρόσωπα που καταφεύγουν με κάθε ευκαιρία στην αντιτρομοκρατική υστερία και στην θέσπιση ενός νομικού συστήματος για την προάσπισης της μη βίας. Για τον Λαμπικά, όμως, «το δίκαιο αναστέλλει το δίκαιο», καθώς αποτελεί αμιγώς ένα μέσο νομιμοποίησης των πρακτικών του συστήματος από το ίδιο το σύστημα. Ίσως να συμφωνούσε με την Ρόζα Λούξενμπουργκ, όταν αναρωτιόταν στο Βία και νομιμότητα «τι άλλο παρά βία είναι στην ουσία της η αστική νομιμότητα».

Κατά τον Γάλλο μαρξιστή, η απάντηση στην σφοδρότητα της συστημικής εξουσίας είναι η υποκειμενική βία, την οποία μάλιστα υπερασπίζεται απερίφραστα και δικαιώνει στην κάθε της μορφή. Θεωρεί ότι η βία για του κυριαρχούμενους δεν αποτελεί επιλογή παρά αναγκαίο μέσο λόγω της επιθετικότητας των κυρίαρχων τάξεων. Είναι η απελευθερωτική απόπειρα του καταπιεσμένου που αντιδράει στην ασύμμετρα μεγάλη επίθεση που δέχεται, με μία μορφή «αντιβίας».

Είναι ξεκάθαρο, λοιπόν, ότι απαγκιστρώνεται από το δίπολο βίας- μη βίας και διαμορφώνει το θεωρητικό του οικοδόμημα πάνω στο δισυπόστατο της έννοιας, που επιμερίζεται στην -χρονικά πρώτη- αντικειμενική της έκφανση και στην υποκειμενική που έπεται. Και εδώ ακριβώς είναι που δημιουργεί ρήγμα στο κυρίαρχο λόγο περί βίας σε σχέση με τους υπόλοιπους θεωρητικούς. Ο Λαμπικά όχι μόνο καταφέρνει να στοχαστεί συνολικά το φαινόμενο στις σύγχρονες καπιταλιστικές σχέσεις χωρίς να εγκλωβίζεται σε μία μορφή μοριακής βίας ανάμεσα στα άτομα, όπως ο Φουκώ, αλλά και αφήνει το θεωρητικό του αποτύπωμα προτάσσοντας χρονικά την συστημική βία έναντι της υποκειμενικής. Ακόμα και αν εντάσσεται στο γενικότερο αλτουσεριανό ρεύμα, είναι εκείνος που δεν περιορίζεται αποκλειστικά στην κατασταλτικό χαρακτήρα του κράτους και καταφέρνει να δομήσει μία ώριμη σκέψη της καπιταλιστικής βίας επί του πρακτέου πάνω στα πρώιμα σπέρματα του Αλτουσέρ.

Ο Λαμπικά, βέβαια, σπεύδει να αποσαφηνίσει ότι δεν εργαλειοποιεί την βία. Όσο και αν κατανοεί την αναγκαιότητά της στην σύγχρονη κοινωνία δεν την θεμιτοποιεί. Γνωρίζει πολύ καλά ότι μία συστηματική αποδοχή της θα κατέληγε στην άκριτη επανάληψή της, όχι ως μέσου αλλά τελικά ως αυτοσκοπού. Ο Λαμπικά παραμένει σταθερός στην άποψη ότι η βία οφείλει να μην είναι μόνο καταστροφική αλλά και να παράγει το καινούργιο πρόταγμα της κοινωνίας. Ήταν ο ίδιος ο Μαρξ που μίλαγε, άλλωστε, για την βία ως την «μαμή» για κάθε παλιά κοινωνία που εγκυμονεί μια νέα.

Ο Γάλλος θεωρητικός κλείνει το βιβλίο του με μία προτροπή προς τον αναγνώστη για να επικαιροποίησει την βασική ιδέα του τόμου στα δικά του καθημερινά δεδομένα. Ανοίγει έτσι έναν φασματικό διάλογο, λαμβάνοντας ως δεδομένο ότι το δομικό κοινό όλων των καπιταλιστικών περιστάσεων είναι η βία που ενέχουν και μέσω αυτού πρέπει να συγκρίνονται. Καλεί τον αναγνώστη να απαρνηθεί την κυρίαρχη ιδεολογία που «καταδικάζει την βία απ' όπου κι αν προέρχεται» και να στοχαστεί εκ νέου το συγκρουσιακό ζητούμενο υπό ένα νέο πρίσμα αμφισβήτησης.

 

* Ο Άγγελος Κλάδης είναι φοιτητής Δημοσιογραφίας στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών