«Ποίηση του αδυνάτου»

Πίνοντας σε ένα μπαρ με έναν καλό φίλο, προσπαθήσαμε να απαριθμήσουμε τα ωραιότερα κείμενα με αντικείμενο τον έρωτα. Το διανοητικό αυτό πείραμα, δυστυχώς, δεν κράτησε, για πολύ, αφού σύντομα απέτυχε παταγωδώς• τα εν λόγω κείμενα είναι προφανώς αναρίθμητα (δόκιμα, νουβέλες, ποιήματα, θεατρικά κτλ.). Αν κάτι όμως, πραγματικά καταφέραμε μέσα από αυτόν τον διάλογο, αυτό δεν ήταν άλλο από την έγερση του παρακάτω διπλού ερωτήματος. Ποια είναι η σημασία του έρωτα -και κυρίως του ρομαντικού έρωτα- στη σημερινή μεταμοντέρνα κουλτούρα; Έχει κάποιο νόημα το “to fall in love” ή μήπως ο στερημένος ρίσκου, όπως τον χαρακτηρίζει ο Βεργέτης , “ντεκαφεινέ” έρωτας με νομικά “προφυλακτικά” είναι η σημερινή “πραγματικότητα”;

Ο Ιβάν Τουργκιένιεφ στην αυτοβιογραφική του νουβέλα που φέρει τον τίτλο ‘’Ο Πρώτος Έρωτας’’, περιγράφει τον δικό του πρώτο έρωτα και τη σχέση του πατέρα του με το ερώμενο πρόσωπο. Εκ πρώτης όψεως το βιβλίο έχει όλα τα χαρακτηριστικά του ρομαντικού έρωτα: η έντονη παρουσία της φύσης , το μοτίβο του ανεκπλήρωτου έρωτα, τα έντονα αισθήματα ζήλιας και φυσικά το θάνατο.

Μολονότι στην ιστορία της λογοτεχνίας έχουν υπάρξει πολλά τέτοια κείμενα- ο «Βέρθερος» του Γκαίτε είναι το κατεξοχήν κείμενο-ο Τουργκιένιεφ, αντιθέτως, μοιάζει σα να βρίσκεται ένα βήμα μετά το θάνατο του Βέρθερου. Μας δείχνει την οπτική του έρωτα μετά τη πτώση (fall), μετά την τυχαία στιγμή. Στον «Πρώτο έρωτα» ο θάνατος επέρχεται, κατά το δοκούν, αλλά αυτή τη φορά όχι στον ίδιο τον ήρωα• ο θάνατος επέρχεται στους πραγματικούς εραστές της νουβέλας, στους οποίους πάντως σίγουρα δεν ανήκει ο Βλαντιμίρ Πετρόβιτς, αφού στην ουσία ο έρωτάς του είναι μιμητικός (μιμείται τον έρωτα του πατέρα του για τη Ζηναΐδα).

Ο αφηγηματικός μίτος ξεδιπλώνεται, λαμβάνοντας ως αφορμή μια συζήτηση μεταξύ ανδρών για τον πρώτο έρωτα, κάτι που μας παραπέμπει ευθύς αμέσως στο πλατωνικό « Συμπόσιο». Αν και Ρώσος, ο Τουργκένιεφ έχει φύγει από τη Ρωσία και έχει γνωρίσει τη ρομαντική παράδοση που κρατάει από το Ιπποτικό μυθιστόρημα του 17ου αιώνα, την οποία και ενσωματώνει, εντέχνως, με έναν τρόπο που δεν παύει να απαντά στην ιδιαίτερη πατρίδα του. Η ιστορία της τέχνης, είναι μια ιστορία γεμάτη από αντιθέσεις. Το εκάστοτε καλλιτεχνικό ρεύμα στέκεται απέναντι στο άλλο επιβεβαιώνοντας ταυτόχρονα τον εαυτό του και την ετερότητά του. Η διαμάχη που μαίνεται στην εποχή του Τουργκιένιεφ δεν είναι άλλη από αυτή του ρομαντισμού με τον κλασικισμό. Ο συγγραφέας, χωρίς ποτέ να επιλέγει ξεκάθαρα ανάμεσα στα δύο, φαίνεται να κατανοεί την αντίθεση των δύο αυτών ρευμάτων, αξιοποιώντας πότε το ένα και πότε το άλλο. Ενώ αρχικά υιοθετεί τη θεματική του ρομαντισμού κρατά κάποια απόσταση από τα παραδοσιακά κλισέ. Το ζενίθ της αντίθεσης έγκειται στον τρόπο που συνδυάζεται η φόρμα με το περιεχόμενο. Όπως προανέφερα, η θεματική είναι ρομαντική. Ο Τουργκένιεφ όμως, σκόπιμα αποφεύγει τις εκφραστικές υπερβολές, δίνοντας ,αντίθετα, σημασία στη συμμετρία, στην ισορροπία της φόρμας και στην αισθητική μορφή.

Σε αντίθεση με τα ψυχογραφικά πορτρέτα του Ντοστογιέφσκι, ο Τουργκιένιεφ χρωματίζει με ψυχρά χρώματα μια ολόκληρη εποχή, δημιουργώντας μια αντίστιξη ανάμεσα στην αισθητική του “πραγματικά” ωραίου της ζωής και την ασχήμια που έρχεται να (από)-καλύψει η λογοτεχνική αλήθεια. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Μπέκετ εμπνέεται από τη νουβέλα και γράφει την δική του «πρώτη αγάπη». Η ποιητική του μηδενισμού που καταλογίζουν στον Μπέκετ είναι η ποιητική της επιμονής, της διάρκειας. Κοινά σημεία με τη νουβέλα του Τουργκιένιεφ δε βρίσκουμε τόσο στο ύφος, όσο στη θεματική (έρωτας, θάνατος, σχέση με πατέρα, ζήλεια, διαμεσολαβημένη ερωτική εμπειρία).

Ο Μπαντιού τονίζει τι είναι αυτό που τον ενδιαφέρει στη περί έρωτος αντίληψη του Μπέκετ: είναι η διάρκεια, η επιμονή του έρωτα πέρα από τη ρομαντική τυχαία ερωτική συνάντηση. Στις «Ευτυχισμένες μέρες» επιλέγει ένα γηραιό ζευγάρι που παρά την ένδεια του επιμένει στον έρωτα. « Τι ευτυχισμένες μέρες που ήταν» και όντως ήταν αφού υπήρχε ο έρωτας. Αυτό που βλέπει ο Μπαντιού στον Μπέκετ -και που εγώ με τη σειρά μου εντοπίζω και στα ‘’Γράμματα στη Νόρα’’- είναι αυτό που ονομάζει “Σκηνή των Δύο”. Είναι η εμπειρία του κόσμου με βάση τη διαφορά των δύο, η παγίωση της τυχαίας συνάντησης στο χρόνο.

Εδώ μπορεί να γίνει κατανοητή η “χρησιμότητα” του ρομαντικού έρωτα στην αντίληψη που έχει ο Μπαντιού για τον σύγχρονο έρωτα. Ο έρωτας του Μπαντιού δεν αρνείται τον ρομαντικό έρωτα αλλά τον εμπεριέχει και τον επανα-επινοεί στη διάρκεια του χρόνου. Δέχεται τη τραγική τυχαία ρομαντική συνάντηση, αλλά δε μένει στη σκηνοθεσία της συνάντησης, τον ενδιαφέρει η διάρκεια.

Με έναν τρόπο επιβεβαιώνει τον Πεσσόα, καθώς και τον Μπροχ ,μιας και ο έρωτας από τη μια συνιστά τη μορφή σκέψης που αποζητά Πεσσόα και από την άλλη φαίνεται πως χρειάζεται τη μεγαλοφυΐα που επιζητά ο Μπροχ. Επειδή ο έρωτας «δεν είναι μια δυνατότητα αλλά η διάβαση του αδυνάτου» . Ακολουθεί τους νόμους των χαοτικών φαινομένων του μεταμοντέρνου. Όπως σχολιάζει ευφυώς ο Δημήτρης Βεργέτης: “ο έρωτας είναι μια ρωγμή πάνω στο ναρκισσιστικό κέλυφος του Εγώ και πάνω στον αυτισμό της απόλαυσης”. Είναι αυτό που έρχεται να καλύψει το φανταστικό κενό της επαναλαμβανόμενης σεξουαλικής πράξης. Βρισκόμαστε αντιμέτωποι με τον αποδομημένο από τη σεξουαλικότητα έρωτα. Αυτό που μας καλεί ο Μπαντιού -μέσω του Ρεμπώ- να κάνουμε είναι να επανεφεύρουμε τον έρωτα. Γιατί μην ξεχνάμε, πως ο έρωτας είναι γιος της Πενίας και του Πόρου και «πρέπει να τον επινοήσουμε απ΄την αρχή, γνωστό αυτό».

Σε αυτή την επινόηση από την αρχή χρειαζόμαστε όλη τη ποιητική του έρωτα για να γεφυρώσουμε το κενό των υποκειμενικών απολαύσεων και να γνωρίσουμε τον έρωτα του Μπαντιού. Έτσι στη διάρκεια του χρόνου ανακαλύπτουμε εκ νέου βιβλία όπως “Ο πρώτος έρωτας” του Τουργκένιεφ. Μας δίνουν την ιστορική συνέχεια της ψηλάφησης του έρωτα και τεχνάσματα προς μελλοντική χρήση.

 

«Το Κορίτσι του Τραίνου» – Πώλα Χόκινς

Μετά το «Κορίτσι που Εξαφανίστηκε», ξεκίνησε ένα νέο κύμα αστυνομικών θρίλερ να αποκτά αντίκρισμα στο κοινό. Γυναίκες ηρωίδες, με τα δικά της θέματα η κάθε μια, όλες τους με ένα μυστήριο να τις περιβάλει και μέσα από την αφήγηση τους να οδηγούμαστε κι εμείς στην επίλυση του γρίφου. Σε αυτή την κατηγορία μπορεί να κολλήσει εύκολα και το «Κορίτσι του Τραίνου» της Πώλα Χόκινς, στο οποίο η Ρέιτσελ, μια γυναίκα με την περισσότερο από άστατη προσωπική της ζωή, μπλέκεται σε ένα μυστήριο εξαφάνισης όταν παρακολουθεί κάτι μέσα από το τραίνο και την ταράζει, ενώ ταυτόχρονα παρακολουθούμε και τις ζωές δύο ακόμη γυναικών που συνδέονται με την πρωταγωνίστρια.

Η αλήθεια είναι πως είχα το βιβλίο στην βιβλιοθήκη μου και με περίμενε για καιρό, όμως μέχρι τώρα λόγω φόρτου δεν είχα ούτε την διάθεση ούτε τον χρόνο να το ξεκινήσω. Όμως πριν από μερικές μέρες κυκλοφόρησε το τρέιλερ της μεταφοράς του βιβλίου στον κινηματογράφο, με πρωταγωνίστρια την Emily Blunt («Sicario») και σκηνοθέτη τον Tate Taylor («The Help»). Το τρέιλερ μου τράβηξε αρκετά το ενδιαφέρον, θυμίζοντας μου σε σημεία το «Κορίτσι που Εξαφανίστηκε», μια σύγκριση που με μια πρώτη ματιά μας περνάει από το μυαλό. Και κάπως έτσι έβαλα το βιβλίο στο πρόγραμμα μου, επιφυλακτικά, και ξεκίνησα το διάβασμα.

Περιττό να πω πως μέσα σε τρεις μέρες είχα ολοκληρώσει το βιβλίο και το είχα επιστρέψει στην βιβλιοθήκη. Και είναι αλήθεια πως ήταν απ’ τα βιβλία που απλά μέτραγα τον χρόνο μέχρι να το ξαναπιάσω, να προχωρήσω ένα κεφάλαιο και να δω παρακάτω. Γι’ αυτό φταίνε πολλά πράγματα. Από την μια πλευρά το γράψιμο ήταν αξιόλογο, απλό και απέριττο, χωρίς να προσπαθεί να εντυπωσιάσει τον αναγνώστη και, από την άλλη, η δομή του έργου ήταν τέτοια που θα έκανε πολλούς νέους συγγραφείς να ζηλέψουν. Χωρισμένο σε τρεις οπτικές πρώτου προσώπου (αντί για μια βολική τριτοπρόσωπη αφήγηση), βλέπουμε διαφορετικά πράγματα κάθε φορά από τον κάθε χαρακτήρα – κάποιες φορές και την ίδια σκηνή από τις δυο της πλευρές – ενώ ταυτόχρονα μας δίνεται και η δυνατότητα να χαλαρώσουμε λίγο από την βασική πλοκή του έργου και να παρακολουθήσουμε μια πιο ήπια αλλά εξίσου σημαντική για το έργο σκηνή, προσδίδοντας έτσι και σε κάθε χαρακτήρα διαφορετικό προφίλ και ψυχισμό, εμπλουτίζοντας το βιβλίο και όχι βαραίνοντας το.

Και αυτοί χαρακτήρες ήταν πολύ πλούσιοι. Τρεις γυναίκες «ηρωίδες» μόνο και μόνο επειδή τυχαίνει να είναι αυτές οι αφηγήτριες, όλες τους άκρως προβληματικές και απρόβλεπτες. Οι περισσότεροι «ήρωες» στο σύγχρονο αστυνομικό – ή θρίλερ, αν προτιμάς – είναι σκοτεινοί και σχεδόν αντιπαθείς, κατά συνθήκη ήρωες του βιβλίου επειδή μπλέχθηκαν κάπου και κάπως πρέπει να σωθούν, μπας και βρουν την λύτρωση. Και, ενώ αυτή η μόδα δεν φαίνεται να ξεπερνιέται, ταυτόχρονα δεν φαίνεται και να ξεφτίζει ή να παύει να δουλεύει, και ας έχουμε ανάγκη από πιο «καλούς» ήρωες.

Αν όμως υπάρχει ένα σημαντικό πρόβλημα με το βιβλίο είναι η έλλειψη ισορροπίας μεταξύ των θηλυκών και των αρσενικών χαρακτήρων. Όχι επειδή είναι ανεπαρκείς οι πρώτοι, αντίθετα φτάνουν και περισσεύουν, όμως το βιβλίο σε πολλά σημεία μοιάζει μονοδιάστατο και πολλοί άνδρες αναγνώστες δεν θα βρουν κάποιον να ταυτιστούν, όπως μπόρεσαν στο «Κορίτσι που Εξαφανίστηκε» χάρη στον άνδρα συν-πρωταγωνιστή και αφηγητή. Επιπλέον αρνητικό χαρακτηριστικό αποτελούν και κάποιες ανατροπές στην ιστορία που εν τέλει δείχνουν προβλέψιμες και ελάχιστα εφευρετικές.

Παρ’ όλα αυτά τα ελαττώματα του, όμως, το «Κορίτσι του Τραίνου» είναι ένα αρκετά καλό θρίλερ και ταυτόχρονα ένα εξαιρετικό πρώτο δείγμα γραφής της συγγραφέως του, η οποία φαίνεται πως ήρθε για να μείνει. Δεν συγκρίνεται εύκολα με το «Κορίτσι που Εξαφανίστηκε» (που ήταν άλλωστε και το τρίτο βιβλίο της Τζίλιαν Φλυν), όμως είναι μια αξιόλογη πρόταση για όσους ψάχνουν ένα καλό ψυχολογικό θρίλερ , γεμάτο αγωνία και που δεν θα θέλουν να το αφήσουν στιγμή από τα χέρια τους.

Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός.

«Η εποχή των θαυμάτων» (αυτοβιογραφικά και άλλα)

Η εποχή της τζαζ, η χαμένη γενιά των Αμερικάνων λογοτεχνών, η δεκαετία του ’20. Μια δεκαετία που για πολλούς απαντούσε στη λέξη παράδεισος. Η γενιά των Ε.Ε.Κάμινγκς,  Ε. Χέμινγουεϊ, Β. Τόμσον και φυσικά του Σκοτ Φιτζέραλντ, κύριο εκπρόσωπο αυτής της γενιάς, που πρώτη η Γερτρούδη Στάιν αποκάλεσε « χαμένη γενιά». Ήταν αυτοί που έπεσαν στη παγίδα του χρόνου, αυτοί που έμειναν νέοι για μεγάλο διάστημα.

Ο προσωπικός μύθος του Φιτζέραλντ δομήθηκε, με τον από μικρή ηλικία αλκοολισμό του, τον ιδεαλισμό της εποχής του, το θάρρος και την απλότητα. Θαύμασε τον Χέμινγουεϊ, σε σημείο να τον θεωρεί «τη μόνη αυθεντική μεγαλοφυΐα της γενιάς του». Ο άμετρος αυτός θαυμασμός, πολλές φορές σε βάρος του δικού του ταλέντου, δε θα μπορούσε να μην έχει ψυχολογικά αίτια και την ανάλογη επίδραση στο έργο του.

b8437
Εκδόσεις Printa

Με το να εναποθέτει το ταλέντο μιας  γενιάς σε ένα άτομο, αυτόματα το στερούταν ο ίδιος, απάλλασσε τον εαυτό του από το ‘χρέος’ της δημιουργίας σπουδαίων έργων  (αυτά θα τα έκανε ο Έρνεστ) και έχοντας απωθήσει τις όποιες ενοχές, μπορούσε πλέον να στοχεύσει σε μια άλλη χρησιμοθηρική λογοτεχνία.

Όπως γράφει ο G. Westcott  «όχι μόνο έλεγε, αλλά νομίζω πραγματικά πίστευε πως ο Χέμινγουεϊ ήταν ασυναγώνιστος και πολύ σπουδαιότερος του. Από τη στιγμή που ο Χέμινγουεϊ άρχισε να δημοσιεύει, πολύ λίγη σημασία είχε ίσως, τι θα έγραφε ή τι θα παρέλειπε να γράψει ο ίδιος. Ένιωθε ελεύθερος να γράφει μόνο για τα χρήματα και να ζει για τη χαρά της ζωής, αν κάτι τέτοιο είναι δυνατόν»

Η αδυναμία να αναγνωρίσει το ταλέντο του σε καμία περίπτωση δε στερεί τη λογοτεχνική σημασία των μεγάλων του έργων. Μέχρι το θάνατό του στα σαράντα τέσσερα, δημοσίευσε τέσσερα μυθιστορήματα και πλήθος διηγημάτων. «Η εποχή των θαυμάτων», ένα βιβλίο με δύο μέρη. Το πρώτο αποτελείται από αυτοβιογραφικά κείμενα και το δεύτερο περιλαμβάνει πέντε εξαιρετικές νουβέλες.

Στα αυτοβιογραφικά κείμενα εγκλωβίζει φωτογραφικά, την εποχή της τζαζ, των δυνατών προβολέων και των φώτων που τρεμοπαίζουν στο σκοτάδι, την εποχή των ωραίων νέων προσώπων και αυτών που πιστεύουν  πως αυτή η γενιών των νέων, είναι μια ψευδής αντανάκλαση, τα  ¨κάποια¨ ιδανικά του όλο αντιθέσεις Αμερικάνικου ονείρου. «Ήταν μια εποχή θαυμάτων, μια εποχή τέχνης, ήταν μια εποχή υπερβολής, και ήταν μια εποχή σάτιρας». Μέχρι η τζαζ να εξασφαλίσει τη θέση που έχει σήμερα, σήμαινε πρώτα σεξ (είχε συνδεθεί με τη σεξουαλική απελευθέρωση), έπειτα χορό και τέλος μουσική, ταυτίστηκε με μια κατάσταση συνεχούς νευρικού ερεθισμού των μεγαλουπόλεων.

Ο πόλεμος σημάδεψε αυτή τη γενιά. Το 1917 ο Φιτζέραλντ κατατάχθηκε στον αμερικάνικο στρατό. Το απραγματοποίητο όνειρο του να βρεθεί στα χαρακώματα είναι διάχυτο στο έργο του. Έχει μια ρομαντική, ίσως ιδεαλιστική ιδέα του πολέμου και όπως τονίζει ο Westcott « πόλεμος δε σημαίνει μόνο να πεθαίνεις αλλά και να σκοτώνεις», μια λεπτομέρεια που μάλλον ο Φιτζέραλντ απωθούσε πεισματικά.

Τα αυτοβιογραφικά αυτά κείμενα, έχουν πολλές αναφορές λογοτεχνικών αριστουργημάτων της εποχής, Οδυσσέας 1921, Ο Σεΐχης 1922, Το πράσινο καπέλο 1924, Ο εραστής της Λαίδης Τσάττερλυ 1928. Μια σειρά μυθιστορημάτων που όπως φαίνεται «αποκατέστησαν την αξιοπρέπεια του αντρικού φύλου, σε αντίθεση με τον Αμερικάνικο υπερ-άντρα». Ο οποίος για τη Στάιν «Δεν είναι μια αρκετά μεγάλη παραγγελία ώστε να χωρέσει τις διαστάσεις όλων των σημασιών που είχε η λέξη ‘άντρας’ στο παρελθόν; Ακούς εκεί, ‘υπερ-άντρας’!»

Όταν ο Φρόυντ και ο Γιούνγκ αντίκρισαν το λιμάνι της Αμερικής είπαν «που να ήξεραν ότι τους φέρνουμε την πανούκλα». Πράγματι η ψυχανάλυση  επηρέασε άμεσα τον μέσο Αμερικάνο, σε διαστάσεις πανούκλας! «Τα αζήτητα κορίτσια.., διάβαζαν Φρόυντ και ο Γιούνγκ  αναζητώντας τη διανοητική τους ανταμοιβή και επέστρεφαν κλαίγοντας στην καθημερινή φθορά».

Η βία ήταν μια καθημερινή κατάσταση, άνθιζε μαζί με την οικονομία, ήταν ένα τόσο ‘καλό’ δείγμα της αστικής πραγματικότητας. Η μοναξιά και η απόγνωση συνόδευαν την κρίση ταυτότητας που είχε πάρει μαζικές διαστάσεις, «άρχισα να ουρλιάζω γιατί είχα κάθε τι που ήθελα και ήξερα πως δε θα είμαι ποτέ πια τόσο ευτυχισμένος».

Σταδιακά άρχισαν να αφήνουν στην άκρη το ρόλο του παρατηρητή, υιοθετούσαν μια παθητική τάση εκείνου που τον παρατηρούν, με πρόσχημα τη διατήρηση μιας ήδη χαμένης αθωότητας. Επικρατούσε μια γενική νεύρωση που οδηγούσε σταθερά στην  υστερία. Η εποχή της τζαζ είχε την ‘τύχη’  να αποδομήσει τα σταθερά σημεία της γενιάς του ’20. Σύμβολα μεταβάλλονταν σε αναμνήσεις και κοινοτοπίες.

Αυτοβιογραφούμενος  ο Φιτζέραλντ τολμάει να (ανα)βαπτιστεί ‘Σπατάλη’. Εύκολα συνδέουμε αυτή την (ανα)γέννηση με τη Νιτσεϊκή σπατάλη λόγου των καλλιτεχνών. Τη μοναδική σπατάλη της γλώσσας. Ήταν πράγματι μια γενιά που δοκίμαζε τα όρια της γλώσσας, τα έσπαγε και δημιουργούσε κάτι ποιοτικά νέο.

Ο Φιτζέραλντ μέσα σε μια νύχτα, τη στιγμή της δημοσίευσης του πρώτου του μυθιστορήματος, έγινε από ερασιτέχνης, συγγραφέας. Έζησε την πραγμάτωση του ονείρου, με ότι αυτό συνεπάγεται.

Ένα από τα κείμενα είναι το «The crack-up». Με αυτό ολοκληρώνει το τρίτο στάδιο του προσωπικού του ραγίσματος. Το πρώτο ήταν με το «Ο Μεγάλος Γκάτσμπυ» και το επόμενο με το «Τρυφερή είναι η νύχτα». Το ράγισμα ολοκληρώνεται σωρευτικά από πλήθος αιτιών. Χρόνια υπερ-κόπωση, οικονομικά προβλήματα, εμπορική αποτυχία, αλκοολισμός, η ψυχική ασθένεια της γυναίκας του. Γραμμένο σε εξομολογητικό τόνο το κείμενο προσέλκυσε πάλι το αναγνωστικό ενδιαφέρον, αμφισβητώντας το βάθος του ραγίσματος. Όπως λέει ο ίδιος «το ράγισμα είναι για αυτούς που στα σαράντα τους διαπιστώνουν ότι το καπέλο του ταχυδακτυλουργού ήταν άδειο».

Λένε πως ο Φιτζέραλντ ήταν ο Γκάτσμπυ, καταχρηστικά μπορούμε να πούμε πως «το ράγισμα» είναι η γενιά του ΄20, η εποχή της τζαζ. Με ύφος εύκολο, εξομολογητικό, σε προσωπικό τόνο πολλές φορές (χρήση α΄ ενικού), γοητευτική έκφραση χωρίς περιττές φιοριτούρες κατάφερε να αποδώσει τις αντιφάσεις των ‘πραγματικοτήτων’ της εποχής του.

5 Απαγορευμένα Βιβλία

Με αφορμή την ταινία του «Deadpool» , την οποία δεν επιτρέπεται να την δουν παιδιά κάτω των13 χρονών και απαγορεύτηκε εντελώς στην Κίνα, έκανα μια μικρή έρευνα για τα βιβλία που είχαν την ίδια τύχη.

«Fifty Shades trilogy»

12442873_10205956608138708_366189359_n

Η τριλογία, η οποία γράφτηκε από την Erika Mitchell (εν αρχή στο κινητό της), μπαίνει στην κατηγορία “ερωτική λογοτεχνία” και είναι αφορμή για να πουν κάποιες κοπέλες »μου αρέσουν πολύ τα βιβλία». Ίσως είναι λίγο σκληρό, αλλά δεν στεναχωριέμαι ιδιαίτερα που απαγορεύτηκαν στην Μαλαισία. Ο λόγος της απαγόρευσης τους είναι τα σαδιστικά στοιχεία και η απειλή προς την ηθικότητα, αν και θα έπρεπε να είναι η καρκινογόνα λογοτεχνία.

«Φρανκενστάιν»

12804288_10205941145072141_1204890026_n

Πρόκειται για την γνωστή γοτθική και ρομαντική νουβέλα της Μαίρη Σέλεϊ, που εκδόθηκε το 1818 στην Αγγλία. Η ιστορία είναι ενός φοιτητή ανατομίας, του Βίκτορ Φρανκενστάιν, ο οποίος βρίσκει τρόπο να δίνει ζωή σε άψυχη ύλη μέσω της αλχημείας. Παρόλη την απήχηση που έχει το όνομα “Φρανκενστάιν” (λανθασμένα σαν το όνομα του τέρατος και όχι του δημιουργού), η πραγματική ιστορία του βιβλίου, η οποία είναι πολύ ενδιαφέρουσα, δεν είναι καθόλου γνωστή.

Το βιβλίο έχει απαγορευτεί στην Νότια Αφρική από το 1955, επειδή περιέχει άσεμνο και απρεπή περιεχόμενο.

«Κώδικας Ντα Βίντσι»

12804283_10205941139472001_659657681_n

Πρόκειται για το ενδιαφέρον βιβλίο (που μετά έγινε βαρετή και απογοητευτική ταινία) του Dan Brown, που αναφέρεται σε μία μυστική οργάνωση , που προστατεύει το Άγιο Δισκοπότηρο. Εκτός από την μυθοπλασία , υπάρχουν και πραγματικά γεγονότα, τα οποία προβληματίζουν τους αναγνώστες, καθώς μπαίνει στο μικροσκόπιο η αυθεντικότητα των όσων πιστεύουν οι άνθρωποι σε όλον τον κόσμο.

Το 2004 το βιβλίο απαγορεύτηκε στη Λίβανο, ύστερα από διαμαρτυρίες ηγετών της Καθολικής εκκλησίας , οι οποίοι το βρήκαν προσβλητικό για τον Χριστιανισμό.

«American Psycho»

12767382_10205941137151943_2141494372_n

Η γνωστή ταινία με τον Christian Bale στον ρόλο του παρανοϊκού γιάπη της Wall Street, για όσους δεν το γνωρίζουν, είναι βασισμένη στο βιβλίο του Brett Easton Ellis με τον ομώνυμο τίτλο. Το βιβλίο εκδόθηκε το 1991, είναι γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο και ο ήρωας μας διηγείται την όχι και τόσο συνηθισμένη ζωή του.

Από την αρχή το βιβλίο δέχτηκε σκληρή κριτική, η οποία το χαρακτήριζε σαν σαδιστικό, υποτιμητικό για τις γυναίκες και πορνογραφικό. Αναμενόμενο ήταν να υπάρχει και η αντίθετη γνώμη από τους αναγνώστες , έτσι γράφτηκαν πολλά άρθρα για το βιβλίο, κάτι που βοήθησε στην διαφήμιση και προβολή του.

Στην Αυστραλία και στην Νέα Ζηλανδία το βιβλίο απαγορεύεται να πουληθεί ή να δανειστεί από βιβλιοθήκες σε άτομα κάτω από 18 χρονών. Στο Κουίνσλαντ ( πολιτεία της Αυστραλίας ) είναι απαγορευμένο για όλες τις ηλικίες.

«Η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων»

12784252_10205941142752083_1464130974_n

Το κλασικό έργο παιδικής και φανταστικής λογοτεχνίας του Τσαρλς Λούτγουϊτζ Ντότζσον (Λιούις Κάρολ) κυκλοφόρησε σε πρώτη έκδοση το 1865. Μέχρι το πρώτο μισό του 20ου αιώνα αποτελούσε ίσως το διασημότερο βιβλίο του είδους του στον κόσμο. Όμως στο Χουνάν (επαρχία στη Νοτιοκεντρική Κίνα ) δεν έχει ιδιαίτερη σημασία που είναι αριστούργημα της παγκόσμιας παιδικής λογοτεχνίας.

Το βιβλίο είναι απαγορευμένο στο Χουνάν από το 1931, επειδή έχει ανθρωπομορφικά ζώα, τα οποία δρουν στο ίδιο επίπεδο περιπλοκότητας με τους ανθρώπους. Επιπλέον λόγος είναι η αντίληψη πως το να μιλούν τα ζώα στην ανθρώπινη γλώσσα είναι προσβολή για τους ανθρώπους και αυτό θα οδηγήσει τα παιδιά να θεωρούν τους ανθρώπους ίσους με τα ζώα, κάτι το οποίο θα ήταν »καταστροφικό».

«Τα δάκρυα του Θεού»… και της λογοτεχνίας

Χωρίς να θέλω να δικαιολογήσω την πράξη μου , θα πω πως όλοι σε κάποιο σημείο της ζωής μας κάναμε κάποιο φρικτό λάθος. Το δικό μου ήταν να διαβάσω το βιβλίο της Χρυσηίδας Δημουλίδου με όνομα «Τα δάκρυα του Θεού». Να σημειώσω ότι το συγκεκριμένο βιβλίο έχει πάρει σχετικά καλύτερες κριτικές από τα υπόλοιπα της ίδιας συγγραφέως.

Η ιστορία ξεκινάει το 1950 και βλέπουμε την ζωή μιας κοπέλας που αναγκάζεται, από τον άντρα που είναι ερωτευμένη, να ασκήσει το αρχαιότερο επάγγελμα στην Τρούμπα. Η ζωή της παίρνει την κάτω βόλτα, αλλά καταφέρνει να βρει μια ισορροπία, ταυτόχρονα κάνει και ένα παιδί, γιατί δεν γινόταν να υπάρχει κάποια πρωτοτυπία στην πλοκή και ακολουθούμε αυτήν την κοπέλα μέχρι τα γεράματα και τον θάνατο.

Η ιστορία, αν και χιλιογραμμένη, θα μπορούσε να είχε βάθος και ποιότητα, αλλά δεν θα βρούμε κάτι τέτοιο όσο προσεκτικά και αν κοιτάξουμε. Οι χαρακτήρες είναι επιφανειακοί, με ένα και μοναδικό επίπεδο, οι διάλογοι είναι απλοϊκοί, χωρίς την παραμικρή δόση προσπάθειας από την συγγραφέα και η πλοκή είναι άκρως προβλεπόμενη. Με άλλα λόγια βρίσκω αυτό το βιβλίο μονότονο και «στεγνό» από κάθε συγγραφική αρετή.

Όταν τελείωσα αυτό το βιβλίο έκανα μια μικρή έρευνα για την συγγραφέα και ανακάλυψα κάποια ενδιαφέροντα πράγματα που είχε πει κατά καιρούς. Δεν θα αναφερθώ στα ποικίλη θέματα με τα οποία τραβάει τα φώτα της δημοσιότητας, όπως τα δανικά βιβλία, αλλά σε κάποια σχόλια της πάνω στην συγγραφή.

Η ίδια λέει «Ουφ!!! αρκετά δουλέψαμε και σήμερα. Άλλες 22 σελίδες. Προχωράμε μια χαρά. Μου βγαίνει πολύ ερωτικός ο ΕΠΙΒΗΤΟΡΑΣ…» Ίσως αυτές οι προτάσεις να είναι πιο ενδιαφέρουσες από όλα τα βιβλία της, επειδή ο αριθμός σελίδων που λέει ότι έγραψε, για εμένα τουλάχιστον, είναι εξωφρενικός. Τα συμπεράσματα δικά σας…

«Σκέψου έναν αριθμό»: Η επιλογή σου, η ζωή σου, ο θάνατός σου

Από τον συγγραφέα John Verdon, που έγινε γνωστός εν μια νυκτί, έχουμε το αστυνομικό μυθιστόρημα «Σκέψου έναν αριθμό», το όποιο εκδόθηκε πρώτη φορά το 2010 και γνώρισε μεγάλη εισπρακτική επιτυχία. Ήταν το πρώτο του βιβλίο που δημοσιεύτηκε και όπως είπε και ο ίδιος, τον ώθησε η γυναίκα του να το γράψει.

Η ιστορία ξεκινά όταν ο Μαρκ, ένας παλιός συμμαθητής του αστυνομικού Dave Gurney επιθυμεί να τον συναντήσει ύστερα από χρόνια . Όταν έρχονται πρόσωπο με πρόσωπο, του δείχνει ένα περίεργο γράμμα από έναν άγνωστο αποστολέα. Ο άγνωστος Χ στο σημείωμα λέει ότι είδε τυχαία τον Μαρκ ύστερα από χρόνια και πως του ξύπνησε αναμνήσεις. Υποστηρίζει ότι τον ξέρει καλύτερα από τον καθένα και με σκοπό να του το αποδείξει, προτείνει να σκεφτεί έναν αριθμό ανάμεσα στο 1 και στο 1000.

Αυτό που τον τρομοκρατούσε ήταν ότι όταν άνοιξε τον μικρότερο φάκελο, που ήταν μαζί με το σημείωμα, είδε γραμμένο τον αριθμό που σκέφτηκε. Ύστερα από αυτό το γράμμα ακολούθησαν και άλλα με μικρά ποιήματα και αόριστους γρίφους, τα οποία έδειχναν την επιθετικότητα του αποστολέα προς τον Μαρκ, λόγω του αλκοολισμού του. Ο φόβος του αποδεικνύεται απόλυτα δικαιολογημένος, όταν βρίσκετε τελικά νεκρός. Ο φόνος του όμως δεν είναι ο μόνος που διαπράττει ο άγνωστος Χ, καθώς και άλλα θύματα εμφανίζονται, τα οποία έχουν συνδετικό κρίκο το μυστηριώδες γράμμα.

Οι έξυπνοι τρόποι των εγκλημάτων, τα ευφάνταστα στιχάκια και η πρωτότυπη ιστορία του, σίγουρα είναι αξία προσοχής, όπως και η δομημένη πλοκή του . Αντιθέτως, οι απλοί χαρακτήρες, οι μεγάλοι διάλογοι και οι εκτενείς και κουραστικές επεξηγήσεις, που επαναλαμβάνονται ανά τακτά διαστήματα, είναι από τα αδύναμα σημεία του βιβλίου.

«Ζαν Σαντέιγ»

Σε μια κατάσταση νωθρότητας που αγγίζει την απογοήτευση, ο Ζαν στην κοιλάδα ενός βουνού θυμάται τη θάλασσα. Η θάλασσα τον πάει σε μια άλλη εποχή, όπου μπορεί να χάνει χρόνο ονειροπολώντας. Παίρνει τον δρόμο του γυρισμού. Τώρα φαντάζει διαφορετικός. Αυτά που τον έπνιγαν πλέον δεν υπάρχουν, η μνήμη της θάλασσας ξέπλυνε το βάρος από τους ώμους του. Σχεδόν ανυπομονεί να γυρίσει. Περνάει από τις αφηρημένες ονειροπολήσεις μιας “άλλης πραγματικότητας”, στις  υλικές απολαύσεις των ονειροπολήσεων αυτών. Βρίσκεται σε έναν χωρίς τέλος διάλογο με τη μνήμη, πατώντας απαλά πάνω της, μπορεί να βιώσει τις απολαύσεις της “πραγματικότητας”.

Με την παραμικρή βία μπορούν όλα να διαλυθούν, μια παρατήρηση της μητέρας του, ή μια φωνή του πατέρα του, εύκολα τον ρίχνουν στην πεζότητα της πραγματικότητας.  Στην πρώτη αυτή ανάμνηση τονίζεται η τομή διάκρισης ανάμεσα στους ανθρώπους και τα πράματα. Οι άνθρωποι λειτουργούν αυτιστικά . Επικοινωνούν ο ένας στον άλλον ό,τι πιο βαρετό και κοινό έχουν. Ο άνθρωπος ανήκει στο πεπερασμένο. Πράγματα υπήρχαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν, πριν και μετά από αυτόν, αυτά κρατούν κάτι από εμάς . Με βάση αυτή τη διάκριση θα κατανοήσουμε γιατί τα πράγματα και όχι οι άνθρωποι λειτουργούν ως εφαλτήρια της μνήμης.

Απροσδιόριστα στο χρόνο ο Ζαν βρίσκεται στη θάλασσα του Βορρά, ταξιδεύοντας φτάνει στις ακτές της Βαλτικής. Βλέπει τη θάλασσα να ανεβαίνει στην άμμο «με πολύ μικρά μαργαριταρένια κύματα». Μια άγνωστη θάλασσα, ένα άγνωστο μέρος. Τα κύματα όμως του ήταν γνωστά. Ήταν τα ίδια αυτά κύματα που του ήταν τόσο οικεία, τα κύματα της Μάγχης. Τα ίδια κύματα θα μπορούσαν να αφρίζουν και να σκάνε πάνω σε οποιονδήποτε βράχο ή ακροθαλασσιά. Και θα ήταν πάλι τα ίδια κύματα, κουβαλώντας πάνω τους σαν στολίδι την ίδια ανάμνηση. Αυτήν η ανάμνηση που θα διατηρηθεί και μετά τον Ζαν.

Ο μοναδικός δρόμος προς την “αλήθεια”, είναι αυτός της φαντασίας. Ο παραμυθένιος κόσμος των αναμνήσεων, αγγίζει την τάξη του “πραγματικού”. Όταν ο Μπόρχες γράφει «Δεν υπάρχουν παράδεισοι, άλλοι από τους χαμένους παραδείσους.», εύκολα αναγνωρίζουμε τα λόγια του Προυστ. Αναγάγει τον “παράδεισο” σε έναν χαμένο χρόνο, με τον οποίο επικοινωνούμε μέσω της μνήμης και της φαντασίας.

Στο τρίτο κείμενο ο Ζαν βρίσκεται στη λίμνη της Γενεύης. Ανάμεσα σε αυτόν που την αντικρίζει σήμερα και αυτόν που την έβλεπε τότε, υπάρχει κάτι άλλο, μέσα σε αυτό το χώρο πλανάται η φαντασία. Η λίμνη πλέον χάνει την υπόσταση της ως τέτοια. Τώρα είναι η εικόνα «μιας ζωής βιωμένης καιρό τώρα». Προσωποποιεί και νοηματοδοτεί τη φαντασία την τοποθετεί «γύρω από ένα παρελθόν, όταν αυτό βρίσκεται εγκλωβισμένο σε ένα παρόν». Θέλει να αφήσει τη μνήμη να ανασύρει εικόνες από το ασυνείδητο και συνειρμικά να (ανα)κατασκευάσει το παρελθόν.

Ο Ζαν «χρειαζόταν την ανάμνηση, όχι ακριβώς την ανάμνηση αλλά τη μετάλλαξη της ανάμνησης σε μια άμεσα αισθητή πραγματικότητα». Μέσω αυτής δίνεται η αίσθηση πως αυτό που κάποτε είχε βιωθεί ζει ακόμα και συνεχίζει παράδοξα να υπάρχει. Παρελθόν και παρόν βρίσκονται σε μια συνεχή διάδραση, που δημιουργεί κάτι ποιοτικά νέο, έξω από τον χρόνο, ένα “νόημα” βουτηγμένο  στη φαντασία.

«Αλλά αυτές οι στιγμές μιας χαμένης εκ των προτέρων ευτυχίας γίνονται όλο και πιο σύντομες, όλο και πιο σπάνιες». Στο τέταρτο κείμενο αντιμετωπίζεται η φθορά του έρωτα. Η μουσική φράση της σονάτας του Σαιν-Σανς παίζει ξανά και ξανά τα χρόνια του έρωτα του Ζαν. Δέκα χρόνια μετά το τέλος του έρωτά του, ο Ζαν θα ακούσει την ίδια μουσική φράση. Η φράση διήρκεσε περισσότερο. Είχε ακούσει, είχε κρατήσει σιωπές και εξάρσεις. Τον μετέφερε πίσω. Δεν του θύμισε τη Φρανσουάζ, αλλά όλα τα μέρη στα οποία του είχε παίξει αυτή τη μουσική φράση. Μέσα σε όλα αυτά δε βρήκε πουθενά την επιθυμία να αγαπήσει ξανά.

Αυτά ήταν τέσσερα κείμενα του Ζαν Σαντέιγ, καλύτερα τέσσερεις αναμνήσεις του Ζαν Σαντέιγ. Ο Μαρσέλ Προυστ βυθίζει τον αφηγητή του στη σύγχυση των αναμνήσεων, εμφανίζει φευγαλέες σκέψεις, αληθινές απολαύσεις και προσπαθεί να κατανοήσει τη ζωή. Αν πούμε πως η πρώτη εμπειρία της ζωής είναι αυτή κατά τον Ηράκλειτο που προσπαθούμε να την αδράξουμε και να τη ζήσουμε, τότε η δεύτερη είναι αυτή που μας επιβάλει να την (ξανα)ζήσουμε μέσω της φαντασίας και της τέχνης. Έτσι δημιουργείται προσωπική και διαχρονική χροιά της ζωής.

Ο Προυστ ασχολήθηκε με το «Ζαν Σαντέιγ» από το 1895 μέχρι το 1900, από αυτό άντλησε και βασικές ιδέες, τοπία, καταστάσεις, ακόμα και ολόκληρη ανάπτυξη θεμάτων που βρίσκουμε στο «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο», ένα βιβλίο που έχει χαρακτηριστεί ως ένα από τα σημαντικότερα του 20ου αιώνα. Όπως λέει και η Λητώ Ιωακειμίδου «ενώ η συμβατική μνήμη κατά τον Προύστ , αγνοεί τις αισθήσεις, εδώ ένα οπτικό ερέθισμα, φέρνει στο φώς έναν ολόκληρο κόσμο, γιατί τον εμπεριέχει ήδη». Όπως τα σύγχρονα μυθιστορήματα έτσι και αυτό πραγματεύεται το χρόνο. Όχι το χρόνο που βρίσκουμε στις παλιές επιστήμες, τον κυκλικό αντιστρέψιμο χρόνο, αλλά το χρόνο κατά τον Μπερξόν βασιζόμενο στη μη αντιστρεψιμότητα, ένα χρόνο ποιοτικά νέο.

Το ύφος που βρίσκουμε στο «Ζαν Σαντέιγ» είναι αντιπροσωπευτικό του συγγραφέα και συμβάλει στην ολοκλήρωση του συγγραφικού του στόχου. Οι άκρως ποιητικές περιγραφές μεταφέρουν τον αναγνώστη στις εικόνες της μνήμης και σε όλους τους τόπους του Ζαν Σαντέιγ.

«Η μικρή Μπιζού»

Ένας αφηγητής που αφηγείται τις μνήμες μιας αφηγήτριας που θυμάται, μπλεγμένος χωροχρόνος, με απρόοπτες αλλαγές που σε μεταφέρουν από τη μνήμη στο παρόν και από το παρόν σε ένα κατασκευασμένο παρελθόν. Με φόντο το ημίφως του Παρισιού, τις αποβάθρες των τρένων, τα καφέ και τους τηλεφωνικούς θαλάμους, ο Πατρίκ Μοντιανό σκηνογραφεί ένα άψογο μυθιστόρημα.

Ο χρόνος της αφήγησης παραμένει πάντα άγνωστος, ποτέ δε δηλώνεται ξεκάθαρα, αφήνει ίχνη που επιτρέπουν στον αναγνώστη να τον ψηλαφίσει. Ο δεύτερος χρόνος, αυτός της δράσης, ο χρόνος που η μικρή Μπιζού συναντάει πρόσωπα και αναδομεί το παρελθόν. Έπειτα ο χρόνος της μνήμης, τότε που η Τερέζα έγινε η μικρή Μπιζού, η εποχή του κατεχόμενου Παρισιού.

Ένας συνεχής κύκλος, επαναλαμβάνει την ιστορία της μικρής Μπιζού (μέσα από το κοριτσάκι που ζει στο Δάσος της Βουλώνης). Θυμάται και (ανα)κατασκευάζει το δικό της παρελθόν. Κάνει μια επιστροφή στο παρελθόν περιφρονώντας τη διαδικασία επούλωσης τραυμάτων, τις περισσότερες φορές απλώς ανακαλύπτει καινούρια, βρίσκει έναν τρόπο εντοπισμών τους.

Είναι ακόμα το παιδί που περιμένει έξω από μια πόρτα, κλαίει απαρηγόρητο για κάτι που ξέχασαν να του εξηγήσουν, για το “γιατί” που δεν άκουσε ποτέ. Ένα παιδί που ακολουθεί μια γυναίκα με ένα κίτρινο φόρεμα, τη γυναίκα που του θυμίζει τη μητέρα του. Πλάθει τη στιγμή της συνάντησης, δημιουργεί τους διαλόγους και αφηγείται το παρελθόν.

Τη βλέπει πίσω από το τζάμι του τηλεφωνικού θαλάμου, φαντάζεται την φωνή της, ο ήχος ποτέ δε φτάνει στ’ αφτιά της, κυριαρχεί η σιωπή. Η ομιλία χάνεται στο ακουστικό του τηλεφώνου, παραμορφώνεται από το μέσο αλλά σε αυτή φτάνει μόνο η σιωπή μπροστά από το τζάμι.

Πίσω από τις αλλαγές του χρόνου, η ιστορία ακολουθεί έναν σταθερό κύκλο που βυθίζει τον αναγνώστη σε μια κατάσταση συνεχούς ανησυχίας, έναν φόβο για το φόβο, είναι ένας noir εφιάλτης, όπου το μόνο θύμα είναι αυτό που η μικρή Μπιζού προσπαθεί να κάνει στη μικρή Μπιζού.

Λίγο πριν κλείσει ο κύκλος -σπάει- ο χρόνος διαλύεται, παράγει. Κλίνει με την (ανα)γέννηση. Τοποθετεί την Τερέζα στην αρχή μιας τελείως διαφορετικής πορείας ενός ποιοτικά νέου χρόνου, ανεξάρτητο του προηγούμενου.

Η μνημοτεχνική είναι κύριο χαρακτηριστικό της γραφής του Μοντιανό. Η νοσταλγία στα βιβλία του εμφανίζεται ως μορφή μελαγχολίας. Η ατμόσφαιρα του κειμένου του είναι σχεδόν μεθυστική και η γραφή του σε πολλά σημεία ξεπερνάει τα όρια του πεζού λόγου και συνθέτει ποιητικές εικόνες.

Στο τέλος του βιβλίου υποπτεύομαι πως ο αναγνώστης θα έχει μια ικανοποιητική εξήγηση γιατί η Σουηδική ακαδημία επέλεξε να τιμήσει το 2014 τον Πατρίκ Μοντιανό με το βραβείο Νόμπελ. Ο εβδομηντάχρονος συγγραφέας μέχρι τότε παρέμενε άγνωστος στο αγγλόφωνο κοινό. Δεν έπαυε όμως να έχει πιστούς αναγνώστες και να θεωρείται δίκαια ένας από τους σημαντικότερους Γάλλους συγγραφείς. Είναι ένας δραστήριος συγγραφέας, το πρώτο του έργο το ολοκλήρωσε στα 23 και μέχρι σήμερα έχει γράψει 30 βιβλία εκ των οποίων τα 10 έχουν μεταφραστεί στα Ελληνικά.

«Δαιμονισμένη Ταξιαρχία» : Ο φόνος δεν ήταν ποτέ ξανά τόσο εύκολος

Είχατε ποτέ κάποιο όνειρο, το οποίο σαν έμοιαζε εκείνη την στιγμή τρομακτικά αληθινό; Αυτό συμβαίνει και στον αστυνόμο Decker, ο οποίος ξυπνάει τα βράδια φέροντας τις πληγές από τους εφιάλτες του. Ταυτόχρονα η νεκρή κοπέλα του αρχίζει να τον επισκέπτεται, άλλες φορές κάνοντας αισθητή την παρουσία της και άλλοτε όχι. Η πραγματικότητά του αρχίζει να κλονίζεται, καθώς και ο ίδιος απορεί αν χάνει τα λογικά του.

Συμπωματικά (ή όχι) εκείνο τον καιρό είναι στην μέση μιας πολύ περίεργης υπόθεσης ανθρωποκτονίας. Μια κοπέλα έχει δολοφονηθεί μέσα στο σπίτι της, με τον μόνο ύποπτο τον άνδρα της, ο οποίος ήταν μαζί της την στιγμή του θανάτου της και ισχυρίζεται, ότι ο υπαίτιος είναι ένας αόρατος εχθρός. Ένα κορίτσι με σύνδρομο Down είναι το μόνο άτομο, το οποίο βλέπει τον υποτιθέμενο δράστη, αλλά κανείς δεν την πιστεύει. Το δεύτερο θύμα της αόρατης δύναμης δεν αργεί να φανεί και πολύ σύντομα ακολουθεί και το τρίτο.

Αιματηρές σκηνές φρίκης, αινιγματικά σημειώματα στους τοίχους, ανεξήγητα περιστατικά και σκηνές πολέμου από μια άλλη εποχή συνοδεύουν μια άριστη πλοκή, ρεαλιστικούς διαλόγους και ολοκληρωμένους χαρακτήρες. Είναι ένα ευκολοδιάβαστο κείμενο με συνεχή ροή και επιτυγχάνει τον σκοπό του, ο οποίος είναι να μας ανατριχιάσει.

Ο τίτλος του βιβλίου είναι «Δαιμονισμένη Ταξιαρχία» («The Devil in Gray») και εκδόθηκε πρώτη φορά το 2004. Ο συγγραφέας δεν είναι άλλος από τον Graham Masterton, ο οποίος είναι από τους κορυφαίους στην λογοτεχνία τρόμου. Καταφέρνει άλλη μια φορά να μας κεντρίσει την προσοχή και να μας εξάψει το ενδιαφέρον, έτσι ώστε να συνεχίζουμε την ανάγνωση μέχρι να φτάσουμε στο τέλος του μυστηρίου.

«Κήποι από φως»: Η ζωή του Μάνη

«Τούτο το βιβλίο είναι αφιερωμένο στο Μάνη. Τη ζωή του θέλησε ν’ αφηγηθεί ή ό,τι  μπορεί κανείς να μαντέψει ακόμα από τη ζωή του, ύστερα από τόσους αιώνες ψεύδους και λησμονιάς». Αυτά είναι τα λόγια του ίδιου του συγγραφέα στο τέλος του βιβλίου του. Ο Αμίν Μααλούφ προσπαθεί με την πένα του, να ξεδιαλύνει αιώνες μύθων και ψεμάτων και να μας παρουσιάσει τη ζωή του Μάνη.

Με ύφος σχεδόν παραμυθιού μας μεταφέρει στην Κτησιφώντα, σε ένα φοινικόδασος δίπλα στα νερά του Τίγρη, στη Δέβ. Γνωρίζουμε τον Αρταξέρξη, τον εγγονό του Ορμίσδα και το γιό του Σαπώρ, ο οποίος θα γίνει αυτοκράτορας μετά τον θάνατο του Αρταξέρξη και θα λάβει σημαντικό ρόλο στη εξέλιξη της ζωής του Μάνη.

Ο Μάνης γιός του Παττίγκ γόνος Παρθικής αριστοκρατίας θα μεγαλώσει δίπλα στον Τίγρη μαζί με τους Ασπροντυμένους. Ποτέ δε θα γίνει όμως ένας από αυτούς. Όταν θα φύγει, τον ακολουθεί ο πατέρας του και γίνετε ο πιο πιστός μαθητής του. Η ιστορία του Μάνη, του γιού της Βαβυλώνας, ενός ζωγράφου, ενός γιατρού, ενός προφήτη αρχίζει στα πρώτα βήματα της Χριστιανικής εποχής. Περίπου δύο αιώνες μετά το θάνατο του Ιησού.

Εκείνη την εποχή, λίγοι πίστευαν σε ένα μόνο είδωλο και στην Περσική αυτοκρατορία οι θρησκείες ήταν δεκάδες. Ο γιατρός της Βαβυλώνας δεν καταδίκασε καμία, δίδασκε στους ανθρώπους την ισότητα, την αγάπη για το ωραίο, τις τέχνες και τα γράμματα. Τόνιζε πως όποιος τον ακολουθήσει. μπορεί να συνεχίσει να πιστεύει στο Θεό του.

Ο Αμίν Μααλούφ στις σελίδες του βιβλίου του μας καθιστά εύκολα, κατανοητά, δύσκολα νοήματα και γεγονότα. Το έργο του μεταφρασμένο σε 37 γλώσσες φωτίζει εποχές παλιές και ξεχασμένες. Ο ίδιος έχει γράψει πολλά αξιόλογα βιβλία μεγάλο μέρος των οποίων έγινε αμέσως μπεστ-σέλλερ.

Μέσα στο βιβλίο «Κήποι από φως» γνωρίζουμε τον Μάνη και τον ΜανιχαΪσμό, τους διωγμούς, τη ζωή του και τέλος τα βασανιστήρια και το θάνατό του. Χωρίς να προσβάλει καμία θρησκεία, χωρίς να προτείνει κανένα Θεό οδηγήθηκε στο θάνατο, γιατί απλά το όραμα του ήταν ανθρωπιστικό και τολμηρό για τα δεδομένα της εποχής.

«Ο Ηλίθιος»: Ο απόλυτος καλός άνθρωπος της εποχής του

Πόσο εύκολο μας είναι να χαρακτηρίσουμε κάποιον “ηλίθιο”, απλά και μόνο επειδή δε σκέπτεται ή δε δρα όπως εμείς; Ακόμα χειρότερα επειδή δεν είναι όπως εμείς, νομίζουμε ότι θα έπρεπε; Στη μακρά διάρκεια της ιστορίας οι ιδιαίτεροι άνθρωποι έχουν αντιμετωπιστεί με διαφορετικό, σκληρό και άσχημο τρόπο.

Ένας τέτοιος άνθρωπος είναι και ο ήρωας του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι στον «Ο Ηλίθιος». Ο αγαθός πρίγκιπας Μίσκιν είναι πολύ έξυπνος με περίσσια ευαισθησία. Ο Μίσκιν ενσαρκώνει τον τέλεια καλό και δίκαιο άνθρωπο της εποχής του, ο οποίος παραμένει δίκαιος στην αδικία, δε θυμώνει με τους άλλους, συγχωρεί χωρίς δεύτερη σκέψη και αγαπά τους ανθρώπους, πόσο μάλλον τα παιδιά (ο ίδιος ομολογεί πως είναι ένα παιδί). Μια τέτοια προσωπικότητα για να παραμείνει έτσι μέσα στην διαφθορά και την αδικία δεν θα μπορούσε παρά να ήταν “ηλίθιος”.

Ο ήρωας μας επιστρέφει από την Ελβετία, όπου είχε πάει για να γιατρέψει την ασθένεια του (ήταν ηλίθιος). Βρίσκεται στη Ρωσία και σύντομα γνωρίζει το στρατηγό Ιβάν Φιοντόροβιτς και την οικογένεια του. Ερωτεύεται την Ναστάζια Φιλίποβνα, που μόνο αυτός διακρίνει την θλίψη στο βλέμμα της και την αγαπά, όπως θα αγαπούσε κανείς ένα μικρό παιδί.

Η ιστορία εξελίσσεται με τέτοιον τρόπο, που η Ναστάζια αφήνει τον πρίγκιπα και εκείνος συνειδητοποιεί τον έρωτα του για την Αγλαΐα Ιβάνοβα κόρη του στρατηγού. Όπως ομολογεί και ο ίδιος, αγαπά και τις δυο αυτές διαφορετικές γυναίκες, με διαφορετικό τρόπο βέβαια την κάθε μια.

«Ο Ηλίθιος» είναι ένα από τα πιο πολυδιαβασμένα βιβλία και μεταφρασμένο σε δεκάδες γλώσσες. Είναι διαχρονικό με πλούσια νοήματα, το περιεχόμενό του είναι κοινωνικό, πολιτικό και θρησκευτικό πολλές φορές δε λείπουν και οι αναφορές για πολλά από τα γεγονότα που σημάδεψαν την τότε Ρωσία. Ο Ντοστογιέφσκι ψυχογραφεί σε βάθος τους ήρωες του, ξεδιπλώνοντας όλες τις πτυχές του χαρακτήρα τους. Εύλογα διαπιστώνουμε, πως δεν τον είχε χαρακτηρίσει άδικα ο Νίτσε ως τον καλύτερο ψυχογράφο.

Το βιβλίο έχει πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία. Ο συγγραφέας, όπως και ο ήρωάς του, ήταν επιληπτικοί. Επίσης, ένα θέμα που πραγματεύεται το βιβλίο, είναι αυτά που νιώθει ο μελλοθάνατος, όταν ξέρει ότι θα πεθάνει και ο Ντοστογιέφσκι είχε καταδικαστεί σε θάνατο και τελευταία στιγμή έλαβε χάρη. Τέλος, όπως λέει και ο ίδιος στο βιβλίο του, προσπαθεί να ανακαλύψει αποχρώσεις με ενδιαφέρον και αποκαλυπτική δύναμη ακόμα και στα “συνηθισμένα” πρόσωπα του έργου του. Κάτι που όπως βλέπουμε το πετυχαίνει άριστα. Όλα αυτά τα γνωρίσματα καθιστούν τον «Ηλίθιο» ένα από τα καλύτερα έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

«Μια ημέρα του Ιβάν Ντενίσοβιτς»: Το Νόμπελ που τάραξε τα λιμνάζοντα ύδατα της Σοβιετικής Ένωσης

Πώς μπορούν να λείπουν από τις βιβλιοθήκες των αναγνωστών τα Νόμπελ; Ένα από αυτά είναι το «Μια ημέρα του Ιβάν Ντενίσοβιτς» του Αλεξάντερ Σολζενίτσιν, το οποίο τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ το 1970. Είναι το πρώτο βιβλίο του συγγραφέα, που με αυτό έγινε παγκόσμια γνωστός.

Πρόκειται για ένα ημιαυτοβιογραφικό μυθιστόρημα καθώς και ο συγγραφέας ήταν 8 χρόνια σε στρατόπεδο εργασίας. Εκδόθηκε με την άδεια του ίδιου του Χρουστσόφ, δεν εκτίμησε όμως σωστά τον κίνδυνο που εγκυμονούσε η έκδοσή του. Οι αναγνώστες έσπευσαν να το προμηθευτούν, γιατί κατάλαβαν, πως σε λίγο καιρό θα απαγορευόταν η κυκλοφορία του.

Μέσα από το βιβλίο έγιναν γνωστές οι συνθήκες που επικρατούσαν στα στρατόπεδα εργασίας, που δεν μπορούσαν να χαρακτηριστούν παρά ως απάνθρωπες. Επίσης, έτσι δόθηκε βήμα σε όλους τους νεκρούς των Σταλινικών στρατοπέδων. Ο Α. Σολζενίτσιν, παρόλο που είναι πολιτικός συγγραφέας τα έργα του δε χάνουν τη λογοτεχνική τους αξία. Πολλοί τον παρομοίασαν με τον Ντοστογιέφσκι, αλλά μάλλον είχε περισσότερα κοινά με τον Τολστόι. Εμπλούτισε τη Ρώσικη γλώσσα και ώθησε άψογα τη λογοτεχνία.

Στο βιβλίο καταγράφεται αναλυτικά μια από τις ημέρες που πέρασε ο Ιβάν Ντενίσοβιτς ή Σουκώβ μέσα σε ένα ειδικό στρατόπεδο εργασίας. Ο Σουκώβ στο στρατόπεδο όπου βρέθηκε με την κατηγορία της προδοσίας, προσπαθεί να διατηρήσει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, κερδίζοντας έτσι την εσωτερική του ελευθερία. Η απανθρωπιά που χαρακτήριζε το σύστημα είναι φανερή στο έργο. Για αυτό και όταν βγήκε στη δημοσιότητα έφερε αμηχανία στους κομμουνιστές ανά τον κόσμο.

Ο Α. Σολζενίτσιν αντιδρά απέναντι στην ανελευθερία και στην δικτατορία του Στάλιν που προφανώς καμία σχέση δεν είχε με αυτήν που προλεταριάτου, η πολιτική του σκέψη και άποψη χρωματίζουν ολόκληρο το ανάγνωσμα.

Πέρα του ότι το βιβλίο είναι ένα σπουδαίο έργο τέχνης και ρίχνει φως σε μια εποχή, για την οποία επικρατούσε μεγάλη παραφιλολογία και ακόμα μεγαλύτερη άγνοια, το βιβλίο μας εντυπωσιάζει και για άλλα, πολύ πιο απλά πράγματα, τα οποία γεννούν εύλογους προβληματισμούς.

Το πιο απλό πράγμα για εμάς, το οποίο θεωρούμε και δεδομένο είναι το φαγητό που μάλλον δεν το εκτιμούμε όσο θα έπρεπε. Ο Ιβάν Ντενίσοβιτς μέσα στο στρατόπεδο έμαθε την αξία που έχει ένα γεύμα και δεν κάνουμε λόγο βέβαια για γκουρμέ πιάτα ή απολαυστικές μερίδες, αλλά για νερόσουπες με λίγη βρώμη και 200 γρ. ψωμί. Η ώρα του φαγητού ήταν η μόνη στιγμή που ένιωθε χαρούμενος και ότι μπορούσε να αντέξει όχι τα δικά μας καθημερινά προβλήματα αλλά πράγματα που αν τα σκεφτούμε τώρα μας φαίνονται αφύσικα και αποτρόπαια. Τότε μόνο ένιωθε ελεύθερος περισσότερο από την εποχή που ήταν πραγματικά ελεύθερος!

«Kick Ass»: Η διαφορετική ιστορία ενός σούπερ ήρωα

Ας ξεκινήσουμε με το ερώτημα, «τι θα γινόταν αν κάποιος αποφάσιζε να γίνει σούπερ ήρωας στον κόσμο μας ?». Σκεφτείτε πώς θα σας φαινόταν να περπατάει δίπλα σας κάποιος με πράσινη κολλητή στολή και μάσκα και τι θα συνέβαινε στην ζωή εκείνου του ανθρώπου στην συνέχεια.

Ολόκληρη η ιστορία του Kick-Ass ακροβατεί ανάμεσα στην φαντασία και στην πραγματικότητα. Ο Dave Lizewski είναι ένα συνηθισμένο αγόρι, που του αρέσουν τα κόμικς και αποφασίζει να γίνει σούπερ ήρωας. Παραγγέλνει λοιπόν, μια στολή από το e-Bay και ξεκινάει στην προπόνηση.

Όταν βαδίζει για πρώτη φορά ενάντια στο έγκλημα, το οποίο στην συγκεκριμένη περίπτωση είναι γκράφιτι, καταλήγει χτυπημένος, μαχαιρωμένος και πατημένος από ένα αμάξι. Αυτό όμως, δεν τον σταμάτησε και όταν μετά από μήνες ήταν σε θέση να ξαναπερπατήσει, βγήκε πάλι στους δρόμους. Όταν κάποιος τον τράβηξε βίντεο να σώζει έναν άντρα από ξυλοδαρμό έγινε γνωστός στον κόσμο.

Μετά από λίγο συναντά την Hit-Girl (Mindy McCready) , η οποία είναι μια 10χρονη δολοφόνος – σουπερ ήρωας. Εκείνη και ο πατέρας της, ο οποίος ονομάζεται  Big Daddy, είναι επίσης μασκοφόροι πολεμιστές του εγκλήματος. Μαζί θα αποκτήσουν έναν κοινό στόχο και θα συνεργαστούν για να τον καταρρίψουν, αλλά στην πορεία η κατάσταση θα ξεφύγει κατά πολύ από το σχέδιο.

pic1

Την επόμενη χρονιά όλα έχουν ανεβεί επίπεδο και τους βλέπουμε πολύ διαφορετικούς. Η Mindy τον προπονεί στην αρχή, αλλά μετά, για διάφορους λόγους, σταματά να πολεμά το έγκλημα. Προσπαθεί να ζήσει μια φυσιολογική ζωή και να προσαρμοστεί στο σχολείο της και ο Dave τη βοηθάει σε αυτό, αλλά το παρελθόν δεν τους αφήνει ήσυχους. Μπαίνουν σε μια ομάδα με άλλους υπερήρωες, οι οποίοι τους βοηθούν, αλλά οι αντίπαλοι φαίνονται αρκετά πιο δυνατοί.  Η κατάσταση κλιμακώνεται πολύ γρήγορα και σύντομα φεύγει από κάθε έλεγχο.

Στο τρίτο βλέπουμε τον Dave να σταματάει την εσωτερική του διαμάχη για το αν θα σταματήσει ή όχι να είναι υπερήρωας. Πλέον είναι αποφασισμένος να συνεχίσει, ενώ έχει δει και νοιώσει τις επιπτώσεις της απόφασής του. Η ιστορία αλλάζει πολύ, καθώς αρκετούς χαρακτήρες δεν τους βλέπουμε, κάποιοι έχουν πεθάνει και άλλοι έχουν μπει φυλακή. Δεν μπορώ να πω κάτι παραπάνω χωρίς να κάνω spoilers σε αυτούς που δεν έχουν διαβάσει το τέλος του δεύτερου.

Και στα τρία η ιστορία είναι αψεγάδιαστη, οι χαρακτήρες φαίνονται αληθινοί, με ξεκάθαρα κίνητρα και μπορούμε εύκολα να ταυτιστούμε με τα συναισθήματά τους. Η ιστορία κυλά ομαλά, με βάση την λογική, αλλά υπάρχουν πολλές στιγμές που μας σοκάρουν. Υπάρχει μια λεπτή γραμμή ανάμεσα στην βαρβαρότητα και το χιούμορ και εδώ βλέπουμε την τέλεια δοσολογία.

pic2

Πρέπει να ομολογήσω ότι προτιμώ λίγο τις ταινίες, επειδή είναι πιο αισιόδοξες. Στα κόμικς βλέπουμε πολύ άσχημα περιστατικά, τα οποία τα σκεφτόμουν για αρκετές μέρες αργότερα. Αυτό συμβαίνει επειδή είναι αρκετά ωμά και ρεαλιστικά (σαν του «Game of thrones»). Είναι μεν φαντασία, αλλά τα γεγονότα είναι αληθινά, όπως θα διαδραματιζόντουσαν στον πραγματικό κόσμο. Ο τόνος στις ταινίες είναι πιο ελαφρύς και χαίρομαι που δεν έβαλαν πχ. το τέλος του πρώτου κόμικ και τον ομαδικό βιασμό από το δεύτερο.

Το «Kick-Ass» έχει γραφτεί με έξυπνο τρόπο από τον Mark Millar (Ultimate X-Men, Ultimate Fantastic Four, Civil War, Wolverine: Old Man Logan, Secret Service, Jupiter’s Legacy ) και έχει σχεδιαστεί υπέροχα από τον John Romita Jr. (The Amazing Spider-Man, Iron Man, Uncanny X-Men, Superman).

Τα 5 καλύτερα βιβλία της Αγκάθα Κρίστι

Τα αστυνομικά μυθιστορήματα της Αγκάθα Κρίστι έχουν πουλήσει 1 δισεκατομμύριο αντίτυπα στα αγγλικά, και ένα ακόμη δισεκατομμύριο σε 103 άλλες γλώσσες. Είναι ευχάριστο να τα διαβάζουμε, γεμίζουν τα καλοκαιρινά μας απογεύματα και λόγω του μεγέθους τους δεν μας κουράζουν ποτέ. Η μακρινή εποχή είναι αυτό που πάντα μας κεντρίζει το ενδιαφέρον και το τέλος των υποθέσεων μας ξαφνιάζει και μας προβληματίζει στα περισσότερα βιβλία. Όπως έχει μαθευτεί από τον Μπράιαν Άλντις, η Αγκάθα Κρίστι πρώτα έγραφε τα βιβλία της μέχρι το τέλος και μετά αποφάσιζε ποιος είναι λιγότερο πιθανό να θεωρηθεί ύποπτος. Ύστερα έκανε μικρές αλλαγές στο κείμενο που τον ενοχοποιούσαν.

  1. «Πέντε μικρά γουρουνάκια» (Five Little Pigs)

Η ΚάρλαΛεμαρσάν, μια όμορφη κοπέλα, ζητά από τον Ηρακλή Πουαρό να ερευνήσει μια υπόθεση, έτσι ώστε να μπορέσει να μάθει την αλήθεια για τους γονείς της. Πρόκειται για την υπόθεση της μητέρας της, η οποία καταδικάστηκε πριν δεκαέξι χρόνια για την δολοφονία του άντρα της. Οι χαρακτήρες που εμπλέκονται με την ιστορία είναι πέντε, όπως υποπτευόμαστε και από τον τίτλο. Ο Ηρακλής Πουαρό θα δυσκολευτεί, διότι μετά από δεκαέξι χρόνια τα στοιχεία και οι μνήμες έχουν αλλοιωθεί . Έτσι, θα πρέπει να χρησιμοποιήσει στο έπακρο το μυαλό του, για να ανακαλύψει αν μια γυναίκα καταδικαστικέ άδικα.

  1. «Έγκλημα στο Νείλο» (Death on the Nile)

H Λινέτ Ρίτζγουεϊ, η οποία είναι μια πλούσια κληρονόμος και ο Σάιμον Ντόιλ είναι ένα νεόνυμφο ζευγάρι, που επέλεξαν να πάνε για ταξίδι του μέλιτος στην Αίγυπτο. Ο Σάιμον Ντόιλ, όμως είναι ο πρώην ερωμένος της καλύτερης φίλης της Λινέτ Ρίτζγουεϊ, της ξεπεσμένης αριστοκράτισσας Ζακλίν ντε Μπελφόρ. Η τελευταία τους ακολουθεί στην Αίγυπτο και τους στοιχειώνει τις μέρες τους και έτσι το ζευγάρι για να ξεφύγει από εκείνη, επιβιβάζεται σε ένα πολυτελές ατμόπλοιο. Εκεί βρίσκεται και ο Ηρακλής Πουαρό, ο οποίος θα αντιμετωπίσει μια από τις πιο σκοτεινές υποθέσεις της ζωής του, καθώς υπάρχει ένας μυστηριώδης δολοφόνος πάνω στο ατμόπλοιο.

11292797_10204559257405813_1178331848_n

  1. «Έγκλημα στο εξπρές Οριάν» (Murder on the Orient Express)

Ο Ηρακλής Πουαρό ευελπιστεί  ν’ απολαύσει τις διακοπές του στην Κωνσταντινούπολη, αλλά ένα επείγον τηλεγράφημα, τον καλεί να επιστρέψει αμέσως στην Αγγλία. Στο Όριαν Εξπρές βρίσκει έναν παλιό του φίλο, τον κύριο Μπούκ και έτσι, πιστεύει πως το ταξίδι δεν θα είναι και τόσο δυσάρεστο. Κάνει λάθος όμως, διότι στη συνέχεια ανακαλύπτει πως όλα τα βαγόνια είναι γεμάτα και έτσι αναγκάζεται να μοιραστεί μια καμπίνα με τον ‘Εκτωρ Μακ Κουήν. Η δεύτερη δυσάρεστη έκπληξη έρχεται όταν το τρένο ακινητοποιηθεί από τα χιόνια. Εκεί ο συνοδός του τρένου θα ανακαλύψει ένα πτώμα στον χώρο της κλινάμαξας και έτσι η εξιχνίαση ενός εγκλήματος ξεκινά.

  1. «Ποιός σκότωσε τον Ακρόιντ» (The Murder of Roger Ackroyd)

Η ιστορία εξιστορείτε από τον γιατρό του Κινγκς Αμποτ, το οποίο είναι ένα μικρό χωρίο της αγγλικής υπαίθρου. Όταν τη νύχτα της 16ης Σεπτεμβρίου η κ. Φέραρς πέθανε, όλοι πίστευαν ότι είναι αυτοκτονία. Η κ. Φέραρς είναι μια πλούσια χείρα, που ο άντρας της φημολογείται ότι είχε δολοφονηθεί. Μια σειρά εξελίξεων έχει ξεκινήσει και όλοι σταματούν να πιστεύουν πως πρόκειται για αυτοκτονία όταν βρίσκετε νεκρός και ο ΡοτζερΑκρουντ, ο οποίος αναμενόταν να παντρευτεί την κυρία Φέραρς.

  1. «Δέκα μικροί νέγροι» (And Then There Were None ή Ten Little Niggers ή Ten Little Indians)

Δέκα ξένοι προσκαλούνται από έναν άγνωστο αμφιτρύωνα στο πολυτελές σπίτι του στο νησί του Νέγρου. Ο οικοδεσπότης δεν εμφανίζεται, αλλά τους μιλάει η χαώδης φωνή του, η οποία εκτοξεύει κατηγορίες προς όλους τους καλεσμένους. Οι κατηγορίες μιλούν για φόνους που έχουν διαπράξει, αλλά δεν έχουν δει ποτέ το φως της δικαιοσύνης. Η ανησυχία και ο φόβος τους κυριεύει, όταν ένας από αυτούς βρίσκετε νεκρός. Ο δεύτερος φόνος δεν αργεί να γίνει και αυτό δεν θα είναι το τέλος. Ανακαλύπτουν ότι είναι οι μόνοι άνθρωποι πάνω στο νησί και πως είναι αδύνατο να φύγουν λόγω της απόστασης με την ξηρά και του κακού καιρού.

Θεωρείται το αριστούργημα της Αγκάθα Κρίστι, με πάνω από 100 χιλιάδες αντίτυπα να έχουν πωληθεί. Η πλοκή, το παρελθόν των χαρακτήρων, το μυστήριο και το αναπάντεχο τέλος το ανεβάζουν σε ένα άλλο επίπεδο.

«Σέρλοκ Χόλμς»: Ο εκκεντρικός θρύλος

Το 1887 εμφανίζεται στο περιοδικό ‘’The Strand’’ μια ιστορία με τίτλο «Σπουδή στο κόκκινο», η οποία παρουσίασε στον κόσμο τον Σέρλοκ Χόλμς, μέσα από τις αναμνήσεις του Τζον Γουάτσον. Οι ιδιότητες του ντεντέκτιβ και ο εκκεντρικός του χαρακτήρας κέντρισαν το ενδιαφέρον του αναγνωστικού κοινού της εποχής και ο Σερ Άρθουρ Κόναν Ντόυλ πήρε το μικρό ποσό των 25 λιρών.

Η μετέπειτα επιτυχία του ήρωα έκανε τον συγγραφέα να ασχοληθεί αποκλειστικά μαζί του, μα κάποια στιγμή τον σκότωσε. Φυσικά τον ανέστησε μετά από λίγα χρόνια, λόγω των αντιδράσεων του απαιτητικού κοινού του. Συνολικά υπάρχουν 4 μυθιστορήματα και 56 μικρές ιστορίες με τον Σέρλοκ Χόλμς.

Όταν διαβάζω τα βιβλία δεν μπορώ να μην σκέφτομαι κάποιον από τους ηθοποιούς που τον έχουν υποδυθεί. Σε άλλες σκηνές φαντάζομαι τον Jeremy Brett, σε άλλες τον Basil Rathbone, σε άλλες τον Jonny Lee Miller, πιο σπάνια τον Benedict Cumberbatch και πιο συχνά από όλους φαντάζομαι τον Robert Downey Jr. Δεν νομίζω πως κατάφερε κάποιος να συγκεντρώσει όλα τα στοιχεία του, μιας και είναι κάπως αντικρουόμενα το ένα με το άλλο.

11311762_10204537235175271_550097897_n

Ο Σέρλοκ Χόλμς είναι εξαιρετικός πυγμάχος και  ξιφομάχος, μπορεί να παλεύει με μαστίγιο, μπαστούνι και ραβδί, καθώς έχει και ένα περίστροφο. Ξέρει μία Αγγλική πολεμική τέχνη, η οποία κατάγεται από την Ιαπωνία, που τον είχε βοηθήσει να νικήσει τον Τζέιμς Μοριάρτυ. Σε ορισμένες καταστάσεις φαίνεται ξεκάθαρα πόσο πολύ φυσική δύναμη έχει. Όλα αυτά μας κάνουν να φανταζόμαστε κάποιον σωματώδη, αλλά η περιγραφή για το σώμα του δεν συμφωνεί με την λογική μας, καθώς είναι ψηλός, αδύνατος και με νευρώδη λεπτά δάχτυλα.

Οι συνήθειες του Σέρλοκ Χόλμς όπως το παίξιμο του βιολιού και το κάπνισμα έχουν χρησιμοποιηθεί συχνά στην οθόνη. Κάποιες άλλες, όπως η χρήση ναρκωτικών και η συνήθεια να τριγυρνά με την ρόμπα στο διαμέρισμά του φαίνονται σε πιο λίγα έργα. Το σήμα κατατεθέν του όμως , το κυνηγετικό καπέλο, του είχε αποδοθεί αδίκως, καθώς το είχε φορέσει μόνο σε μια ιστορία.

Η ανάγνωση των ιστοριών μπορεί να κάνει τον οποιοδήποτε να εθιστεί, καθώς διαβάζουμε περίπλοκες και ανεξήγητες υποθέσεις από μια μακρινή εποχή που αποτυπώνετε με κάθε λεπτομέρεια. Το τέλος κάθε ιστορίας πάντα με κάνει να σκεφτώ από την αρχή την υπόθεση και μετά να ξεκινήσω την επόμενη.

11349059_10204537234335250_1633714188_n

Η ώρα περνάει χωρίς να το καταλάβουμε όταν διαβάζουμε λέξεις από τον Κόναν Ντόιλ, ίσως επειδή έχει μια μοναδική ικανότητα να μας περνάει τα συναισθήματα των ηρώων χωρίς να πλατειάζει. Βλέπουμε επίσης, πως η ηθική της εποχής είναι πολύ διαφορετική από την δική μας, αλλά μπαίνουμε αμέσως στο κλίμα, δίχως να κουραστούμε.

Οι υποθέσεις του συχνά φαίνονται υπερβολικά αλλόκοτες και έξυπνες ακόμα και για την  σημερινή εποχή, που υπάρχουν τόσα αστυνομικά βιβλία και σειρές. Ο συγγραφέας σίγουρα ξέρει να υφαίνει το μυστήριο και να κρατά τους αναγνώστες καθηλωμένους όπως πολύ λίγοι. Ακόμα και αν είναι πολλές οι ιστορίες, δεν θα βρούμε κάτι ατελές και βεβιασμένο, αντιθέτως, όλα έχουν μεγάλη αναγνωστική αξία και διαβάζονται εύκολα πάνω από μια φορά.