«Ποίηση του αδυνάτου»

Πίνοντας σε ένα μπαρ με έναν καλό φίλο, προσπαθήσαμε να απαριθμήσουμε τα ωραιότερα κείμενα με αντικείμενο τον έρωτα. Το διανοητικό αυτό πείραμα, δυστυχώς, δεν κράτησε, για πολύ, αφού σύντομα απέτυχε παταγωδώς• τα εν λόγω κείμενα είναι προφανώς αναρίθμητα (δόκιμα, νουβέλες, ποιήματα, θεατρικά κτλ.). Αν κάτι όμως, πραγματικά καταφέραμε μέσα από αυτόν τον διάλογο, αυτό δεν ήταν άλλο από την έγερση του παρακάτω διπλού ερωτήματος. Ποια είναι η σημασία του έρωτα -και κυρίως του ρομαντικού έρωτα- στη σημερινή μεταμοντέρνα κουλτούρα; Έχει κάποιο νόημα το “to fall in love” ή μήπως ο στερημένος ρίσκου, όπως τον χαρακτηρίζει ο Βεργέτης , “ντεκαφεινέ” έρωτας με νομικά “προφυλακτικά” είναι η σημερινή “πραγματικότητα”;

Ο Ιβάν Τουργκιένιεφ στην αυτοβιογραφική του νουβέλα που φέρει τον τίτλο ‘’Ο Πρώτος Έρωτας’’, περιγράφει τον δικό του πρώτο έρωτα και τη σχέση του πατέρα του με το ερώμενο πρόσωπο. Εκ πρώτης όψεως το βιβλίο έχει όλα τα χαρακτηριστικά του ρομαντικού έρωτα: η έντονη παρουσία της φύσης , το μοτίβο του ανεκπλήρωτου έρωτα, τα έντονα αισθήματα ζήλιας και φυσικά το θάνατο.

Μολονότι στην ιστορία της λογοτεχνίας έχουν υπάρξει πολλά τέτοια κείμενα- ο «Βέρθερος» του Γκαίτε είναι το κατεξοχήν κείμενο-ο Τουργκιένιεφ, αντιθέτως, μοιάζει σα να βρίσκεται ένα βήμα μετά το θάνατο του Βέρθερου. Μας δείχνει την οπτική του έρωτα μετά τη πτώση (fall), μετά την τυχαία στιγμή. Στον «Πρώτο έρωτα» ο θάνατος επέρχεται, κατά το δοκούν, αλλά αυτή τη φορά όχι στον ίδιο τον ήρωα• ο θάνατος επέρχεται στους πραγματικούς εραστές της νουβέλας, στους οποίους πάντως σίγουρα δεν ανήκει ο Βλαντιμίρ Πετρόβιτς, αφού στην ουσία ο έρωτάς του είναι μιμητικός (μιμείται τον έρωτα του πατέρα του για τη Ζηναΐδα).

Ο αφηγηματικός μίτος ξεδιπλώνεται, λαμβάνοντας ως αφορμή μια συζήτηση μεταξύ ανδρών για τον πρώτο έρωτα, κάτι που μας παραπέμπει ευθύς αμέσως στο πλατωνικό « Συμπόσιο». Αν και Ρώσος, ο Τουργκένιεφ έχει φύγει από τη Ρωσία και έχει γνωρίσει τη ρομαντική παράδοση που κρατάει από το Ιπποτικό μυθιστόρημα του 17ου αιώνα, την οποία και ενσωματώνει, εντέχνως, με έναν τρόπο που δεν παύει να απαντά στην ιδιαίτερη πατρίδα του. Η ιστορία της τέχνης, είναι μια ιστορία γεμάτη από αντιθέσεις. Το εκάστοτε καλλιτεχνικό ρεύμα στέκεται απέναντι στο άλλο επιβεβαιώνοντας ταυτόχρονα τον εαυτό του και την ετερότητά του. Η διαμάχη που μαίνεται στην εποχή του Τουργκιένιεφ δεν είναι άλλη από αυτή του ρομαντισμού με τον κλασικισμό. Ο συγγραφέας, χωρίς ποτέ να επιλέγει ξεκάθαρα ανάμεσα στα δύο, φαίνεται να κατανοεί την αντίθεση των δύο αυτών ρευμάτων, αξιοποιώντας πότε το ένα και πότε το άλλο. Ενώ αρχικά υιοθετεί τη θεματική του ρομαντισμού κρατά κάποια απόσταση από τα παραδοσιακά κλισέ. Το ζενίθ της αντίθεσης έγκειται στον τρόπο που συνδυάζεται η φόρμα με το περιεχόμενο. Όπως προανέφερα, η θεματική είναι ρομαντική. Ο Τουργκένιεφ όμως, σκόπιμα αποφεύγει τις εκφραστικές υπερβολές, δίνοντας ,αντίθετα, σημασία στη συμμετρία, στην ισορροπία της φόρμας και στην αισθητική μορφή.

Σε αντίθεση με τα ψυχογραφικά πορτρέτα του Ντοστογιέφσκι, ο Τουργκιένιεφ χρωματίζει με ψυχρά χρώματα μια ολόκληρη εποχή, δημιουργώντας μια αντίστιξη ανάμεσα στην αισθητική του “πραγματικά” ωραίου της ζωής και την ασχήμια που έρχεται να (από)-καλύψει η λογοτεχνική αλήθεια. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Μπέκετ εμπνέεται από τη νουβέλα και γράφει την δική του «πρώτη αγάπη». Η ποιητική του μηδενισμού που καταλογίζουν στον Μπέκετ είναι η ποιητική της επιμονής, της διάρκειας. Κοινά σημεία με τη νουβέλα του Τουργκιένιεφ δε βρίσκουμε τόσο στο ύφος, όσο στη θεματική (έρωτας, θάνατος, σχέση με πατέρα, ζήλεια, διαμεσολαβημένη ερωτική εμπειρία).

Ο Μπαντιού τονίζει τι είναι αυτό που τον ενδιαφέρει στη περί έρωτος αντίληψη του Μπέκετ: είναι η διάρκεια, η επιμονή του έρωτα πέρα από τη ρομαντική τυχαία ερωτική συνάντηση. Στις «Ευτυχισμένες μέρες» επιλέγει ένα γηραιό ζευγάρι που παρά την ένδεια του επιμένει στον έρωτα. « Τι ευτυχισμένες μέρες που ήταν» και όντως ήταν αφού υπήρχε ο έρωτας. Αυτό που βλέπει ο Μπαντιού στον Μπέκετ -και που εγώ με τη σειρά μου εντοπίζω και στα ‘’Γράμματα στη Νόρα’’- είναι αυτό που ονομάζει “Σκηνή των Δύο”. Είναι η εμπειρία του κόσμου με βάση τη διαφορά των δύο, η παγίωση της τυχαίας συνάντησης στο χρόνο.

Εδώ μπορεί να γίνει κατανοητή η “χρησιμότητα” του ρομαντικού έρωτα στην αντίληψη που έχει ο Μπαντιού για τον σύγχρονο έρωτα. Ο έρωτας του Μπαντιού δεν αρνείται τον ρομαντικό έρωτα αλλά τον εμπεριέχει και τον επανα-επινοεί στη διάρκεια του χρόνου. Δέχεται τη τραγική τυχαία ρομαντική συνάντηση, αλλά δε μένει στη σκηνοθεσία της συνάντησης, τον ενδιαφέρει η διάρκεια.

Με έναν τρόπο επιβεβαιώνει τον Πεσσόα, καθώς και τον Μπροχ ,μιας και ο έρωτας από τη μια συνιστά τη μορφή σκέψης που αποζητά Πεσσόα και από την άλλη φαίνεται πως χρειάζεται τη μεγαλοφυΐα που επιζητά ο Μπροχ. Επειδή ο έρωτας «δεν είναι μια δυνατότητα αλλά η διάβαση του αδυνάτου» . Ακολουθεί τους νόμους των χαοτικών φαινομένων του μεταμοντέρνου. Όπως σχολιάζει ευφυώς ο Δημήτρης Βεργέτης: “ο έρωτας είναι μια ρωγμή πάνω στο ναρκισσιστικό κέλυφος του Εγώ και πάνω στον αυτισμό της απόλαυσης”. Είναι αυτό που έρχεται να καλύψει το φανταστικό κενό της επαναλαμβανόμενης σεξουαλικής πράξης. Βρισκόμαστε αντιμέτωποι με τον αποδομημένο από τη σεξουαλικότητα έρωτα. Αυτό που μας καλεί ο Μπαντιού -μέσω του Ρεμπώ- να κάνουμε είναι να επανεφεύρουμε τον έρωτα. Γιατί μην ξεχνάμε, πως ο έρωτας είναι γιος της Πενίας και του Πόρου και «πρέπει να τον επινοήσουμε απ΄την αρχή, γνωστό αυτό».

Σε αυτή την επινόηση από την αρχή χρειαζόμαστε όλη τη ποιητική του έρωτα για να γεφυρώσουμε το κενό των υποκειμενικών απολαύσεων και να γνωρίσουμε τον έρωτα του Μπαντιού. Έτσι στη διάρκεια του χρόνου ανακαλύπτουμε εκ νέου βιβλία όπως “Ο πρώτος έρωτας” του Τουργκένιεφ. Μας δίνουν την ιστορική συνέχεια της ψηλάφησης του έρωτα και τεχνάσματα προς μελλοντική χρήση.

 

Μία άποψη για τις νέες Mainstream ταινίες με αφορμή το «Suicide Squad»

Εδώ και κάποια χρόνια βλέπουμε σειρές ταινιών, οι οποίες βασίζονται καθαρά στο εμπoρικό κομμάτι του κινηματογράφου και του ίντερνετ, όπου ας μη γελιόμαστε, όποιος τις βλέπει δε το κάνει με βάση τα παραδοσιακά κινηματογραφικά γούστα, αλλά γιατί τις διαφημίσεις από αυτές τις ταινίες τις βλέπει παντού.

Τέτοιες ταινίες είναι το «Suicide Squad» που κυκλοφόρησε τελευταία, οι σειρές της DC ή της Marvel, το «50 Shades of Grey» και άλλες πολλές. Σίγουρα κάποιες ταινίες είναι αξιόλογες, αλλά άλλες, όπως το 50 shades, ας πούμε, είναι η απόλυτη ξεφτίλα του κινηματογράφου. Πρώτη φορά στη ζωή μου, πραγματικά λυπήθηκα την ώρα που αφιέρωσα ώστε να δω την ταινία.

Το όλο θέμα όμως είναι, ότι όσο τέτοιες ταινίες κάνουν τζίρο εκατομμυρίων και οι παραγωγοί είναι ικανοποιημένοι, τόσο θα βγαίνουν περισσότερες. Γιατί αν δει κάποιος το «Suicide Squad» χωρίς να έχει πέσει θύμα των διαφημίσεων που υποσυνείδητα αποτύπωναν στο μυαλό του την άποψη πως η ταινία είναι καλή “μιας και τόσος κόσμος πήγε να το δει”, τότε βάζω στοίχημα ότι δε θα εντυπωσιαζόταν ιδιαίτερα ούτε από τα εφέ, ούτε από τις ατέλειες στο σενάριο. Ο κινηματογράφος βασίζεται στην μαγεία μουσικής , σεναρίου και εικόνας. Οι ταινίες τελευταία είναι γεμάτες από εφέ, CGI και mainstreamιλα. Θαρρώ, πως μια τέτοια κατάσταση δεν “χορταίνει” κανέναν φίλο του κινηματογράφου. Κάθε νέα υπερβολική μόδα στο οτιδήποτε, αργά ή γρήγορα καταντάει γραφική, από το σινεμά έως την προτίμηση στα κινητά.

Πιστεύω πως ίσως έχει έρθει η ώρα, να ξεφύγουμε από την έτοιμη αποδοχή και από την έτοιμη διασκέδαση. Οι υπάρχουσες τάσεις οδηγούν μόνο στην διαμόρφωση ανθρώπων χωρίς βούληση, οι οποίοι υπακούν στην γνώμη του υπεύθυνου διαφημίσεων της εκάστοτε εταιρείας. Ίσως όλα αυτά φαίνονται υπερβολικά, όμως λείπουν οι μέρες (τις οποίες ως νέος έζησα ψάχνοντας σε μια μεταγενέστερη εποχή), όπου ο καθένας έβρισκε τις προτιμήσεις του και δοκίμαζε να μπει τυχαία σε μια αίθουσα να δει τον σκηνοθέτη και την ταινία, επειδή το επέλεξε αυτός και όχι γιατί μέχρι και το σαμπουάν του είχε πάνω διαφήμιση.

image2

5 ταινίες που επιβάλλεται να δεις

«Pulp Fiction»

image2

Το αριστούργημα του Ταραντίνο, μια ταινία που ενέπνευσε γενιές σκηνοθετών μετά την κυκλοφορία της (1994), στην πραγματικότητα δεν μπορεί να προσδιοριστεί αναφορικά με το είδος. Περιπέτεια δεν την λες, καθώς οι σκηνές πραγματικής δράσης στην ταινία είναι μετρημένες στα δάκτυλα του ενός χεριού. Δράμα από την άλλη δεν την λες, δεν υπάρχει κλάμα και οδυρμός και βλέποντας την δεν νιώθεις ιδιαίτερη λύπη. Στην πραγματικότητα η ταινία είναι λίγο από όλα, είναι Ταραντίνο. Οι ερμηνείες των ηθοποιών από την άλλη έχουν μείνει στην ιστορία αλλά και στο ίντερνετ ,από το “I dare you , I double dare you [email protected]” του Jewells (aka Samuel Jackson), έως τον μονόλογο για τις άβολες σιωπές της Mia Wallace (aka Uma Thurman). Το καστ της ταινίας περιλαμβάνει ονόματα  όπως η Uma Thurman, ο John Travolta, ο Samuel Jackson, ο Bruce Willis και ο Harvey Keitel, ενώ σε ένα μικρό μέρος παίζει και ο ίδιος ο σκηνοθέτης ο Quentin Tarantino. Είναι μια ξεχωριστή ταινία που δεν εστιάζει στο να αποδώσει κάποιο μάθημα ή συμπέρασμα, αλλά στο να αναδείξει την μαγεία του κινηματογράφου, μέσα από την σκηνοθεσία και τους ηθοποιούς.

«Fight Club»

fightclub

Το γνωστό και ίσως πλέον mainstream «Fight Club», είναι πραγματικά μια ταινία που αλλάξει τον τρόπο σκέψης σου. Οι ανατρεπτικές ερμηνείες των Brad Pitt, Edward Norton και Helena Bonham Carter, αλλάζουν τα τότε δεδομένα του κινηματογράφου. Αυτό το ψυχεδελικό έργο θα σε βάλει σε σκέψεις για την ζωή σου, ακόμα και σήμερα το 2016, 17 ολόκληρα χρόνια μετά το έτος κυκλοφορίας του. Είναι μια ταινία που ανεξαρτήτως προτίμησης, την οποία ο καθένας πρέπει να έχει δει. Δεν θα αποκαλύψω τίποτα για την πλοκή του έργου, γιατί πρώτoν θα σας το χαλάσω και δεύτερον, “the first rule of fight club is: you do not talk about fight club.

«Dead Poets Society» ή «Carpe Diem»

image4

Μία ταινία σταθμός στον παγκόσμιο κινηματογράφο είναι ο «Κύκλος των Χαμένων Ποιητών». O Robin Williams στο ρόλο του εναλλακτικού καθηγητή, αναλαμβάνει να κάνει το μάθημα της Αγγλικής Γλώσσας και Ποίησης σε ένα αυστηρό σχολείο αρρένων όπου αποκλειστικός στόχος όλων είναι να περάσουν στο Harvard ή το Yale, ώστε να γίνουν επιτυχημένοι άνθρωποι. Στην ταινία επικρατεί η αυστηρότητα και η καταπίεση του εκπαιδευτικού, αλλά και γενικότερα του παιδαγωγικού συστήματος των παρελθόντων ετών. Ο Καθηγητής Κίτινγκ, (Robin Williams) με την εναλλακτική διδασκαλία του, εμπνέει τους μαθητές του να ακολουθήσουν τα πραγματικά όνειρα, αλλά και να αδράξουν την ημέρα, μην αφήνοντας δευτερόλεπτο να περάσει ανεκμετάλλευτο. Καταπληκτική ταινία που αναδεικνύει την ουσία της γνώσης και αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο χειρίζεσαι τις αποφάσεις και τον χρόνο σου.

«Marley and me»

marley-me-wallpaper-marley-and-me-2008-5807697-1292-916

Θες να κλάψεις σαν πεντάχρονο που του αποκεφάλισαν την Barbie? Αυτή είναι η ταινία σου, με πρωταγωνιστές την Jenifer Aniston και τον Owen Wilson και φυσικά το λαμπραντόρ τους, τον Marley, που τους κάνει την ζωή κόλαση. Η ταινία αναδεικνύει με μοναδικό τρόπο την αγάπη μιας οικογένειας για τον σκύλο τους, ακόμα και αν είναι ατίθασος, ενώ ταυτόχρονα πραγματικά συγκινεί, εξαιτίας της ταύτισης πολλών θεατών με τις καταστάσεις και τα συναισθήματα του έργου. Η καλύτερη ταινία για φιλόζωους που πραγματικά μου τσάκισε την καρδιά.

«American History X»

maxresdefault

Σε μία Αμερική που μαστίζεται από τον ρατσισμό, η ταινία «Μαθήματα αμερικάνικης ιστορίας Χ» έρχεται την εποχή κυκλοφορίας της (1998), να ανατρέψει τα δεδομένα απεικονίζοντας την ζωή ενός νεοναζί, τον οποίο υποδύεται ο Edward Norton (πρωταγωνιστεί επίσης στο «Fight Club») . Ο  φανατικός Dereck Vinyard, αρχηγός συμμορίας, βρίσκεται μέσα στην φυλακή μετά την δολοφονία εγχρώμων έξω από το σπίτι του. Όμως, με την βοήθεια ενός έγχρωμου δασκάλου του από το λύκειο, καταφέρνει να αλλάξει τον τρόπο ζωής του, μεταβάλλοντας ριζοσπαστικά  τον τρόπο αντίληψής του, καταρρίπτοντας κάθε ρατσιστική διάθεση, ώστε να αποτρέψει τον αδελφό του από το να επαναλάβει τα λάθη του.

Οι παραπάνω ταινίες αποτελούν προσωπική επιλογή αναφορικά με τον ρόλο και τη συνεισφορά τους στον κινηματογράφο, ανακαλύψτε τες μόνοι σας και καλή προβολή!

 

 

 

Το «Stranger Things» Δεν σε Αφήνει να Πατήσεις Pause

Είδαμε Καταβροχθίσαμε τη νέα σειρά του Netflix μέσα σε δύο μόλις μέρες, και, έχουμε να πούμε κάποια πραγματάκια γι’ αυτήν.

Παρόλο που η νέα τηλεοπτική σειρά του Netflix, δεν έχει συμπληρώσει ούτε δύο εβδομάδες από την ημέρα που έγινε διαθέσιμη στην πλατφόρμα του δημοφιλούς streamingservice, έχει καταφέρει πολύ γρήγορα να γίνει το νέο talk of the town στους κύκλους των θεατών. Ο λόγος για το «Stranger Things» των αδελφών Duffer, μια σειρά που εκτυλίσσεται σε επαρχιακή πόλη στην Indiana της Αμερικής των 80′s, την οποία δεν μπορείς εύκολα να κατατάξεις σε ένα συγκεκριμένο είδος με σιγουριά. Ακροβατεί ανάμεσα στο scifi, στο θρίλερ, στο δράμα, έχει στοιχεία μυστηρίου, θεωρίες συνομωσίας, 80′s αισθητική, είναι αγωνιώδης και πολλές φορές αστεία, αλλά στον πυρήνα της, είναι μια horrorσειρά. Η εξέλιξη της ιστορίας πυροδοτείται από την ξαφνική εξαφάνιση ενός νεαρού αγοριού, την οποία ακολουθεί μια σειρά από «παράξενα πράγματα» όπως μαρτυρά και ο τίτλος της.

Στο φανταστικό χωριό Hawkins λοιπόν, της Indiana, το μακρινό 1983, ο μόλις 12 ετών Will Buyers (Noah Schnapp), καθώς επιστρέφει στο σπίτι του μετά από επιτραπέζιο άραγμα με τους geek φίλους του, μπαίνει κατά λάθος σε ένα δάσος και ξαφνικά εξαφανίζεται από προσώπου γης. Το επόμενο πρωί μαθαίνονται τα νέα για το silver alert του Will, και έτσι ξεκινάει μια αλυσιδωτή αλληλουχία περιέργων περιστατικών, που πραγματικά γίνονται όλο και πιο περίεργα όσο κυλούν τα επεισόδια, σε μια κλιμάκωση που δεν σε αφήνει να ξεκολλήσεις τη μούρη σου απ’ την οθόνη.

Επειδή το «Stranger Things» -εκτός από επική ωδή στις παλιές horror movies της δεκαετίας του 80΄, στον Stephen King, στον Steven Spielberg, στον Guillermo del Toro και σε πολλούς άλλους δημιουργούς του συγκεκριμένου είδους- αποτελεί μια μαεστρική συρραφή πολλών διαφορετικών ταινιών μαζί, πρέπει να ξετυλίξουμε το κουβάρι με τη σειρά.

13633483_10209847979977358_316053808_o

Πρώτα, παρακολουθούμε την απελπισμένη μάνα του Will, Joyce, της άψογης, όπως πάντα, Winona Ryder. Η Joyce, περνάει μια ελαφριά κρίση μέσης ηλικίας, είναι χωρισμένη γυναίκα, μεγαλώνει δύο αγόρια μόνη της ενώ παράλληλα δουλεύει, και μέσα σε όλα αυτά, χάνει και τον μικρότερο γιο της, με αποτέλεσμα, δικαιολογημένα να φλιπάρει. Ο σερίφης του χωριού, Jim Hopper, του τίμιου David Harbour, ενώ αρχικά φαίνεται να μην τον νοιάζει τίποτα γενικά (χαρακτηριστική η σκηνή που μπαίνει στο τμήμα το πρωί και όταν του λέει η υπάλληλος ότι εξαφανίστηκε ένα αγοράκι, αυτός λέει κάτι σε φάση «κάτσε ρε παιδί μου, βάλε ένα καφέ να πιούμε πρώτα να ανοίξει το μάτι μας και το συζητάμε»), τελικά καταλήγει να είναι ένας από τους πιο καταλυτικούς χαρακτήρες, και η σειρά τον ανταμείβει με ένα ωραίο backstory που δικαιολογεί την τωρινή του κατάντια. Επίσης, έχουμε την ιστορία ενός μικρού κοριτσιού, που, την ώρα που εξαφανίζεται ο Will, αυτή εμφανίζεται απ’ το πουθενά και χώνεται στο geek παρεάκι του Will. Ο χαρακτήρας του κοριτσιού αυτού, που τον υποδύεται η Millie Bobby Brown σε μια ερμηνευτική αποκάλυψη (οι εκφράσεις του προσώπου της είναι εκπληκτικές), καταλαβαίνεις ήδη από τα ρούχα της, το κούρεμά της και το όνομά της ότι δεν είναι ένα συνηθισμένο κοριτσάκι, καθώς, φοράει κάτι νοσοκομειακές πιτζάμες, είναι κουρεμένη σε στυλ γουλί χρυσαυγίτη και τη λένε Eleven (το έχει και τατουάζ στο χέρι). Η Eleven (που είναι ξεκάθαρη αναφορά στο «E.T.» και στο «Firestarter») επικοινωνεί με μεμονωμένες λέξεις χωρίς συντακτικό και έχει το μόνιμο ύφος του χαμένου στο διάστημα, που κοιτάζει λες και ανακαλύπτει τον κόσμο για πρώτη φορά.

photo2

Μιας και πιάσαμε την κατηγορία των πολύ καλών child actors, ευκαιρία είναι να αναφερθούμε στους φοβερούς κολλητούς του Will (κι άλλη αναφορά -η παρέα τους και οι περιπέτειές τους θυμίζουν «Goonies» και «Stand By Me»), που είναι όλοι ένας και ένας. Από τη μία, έχουμε τον ντροπαλό και καθωσπρέπει  Mike Wheeler του Finn Wolfhard, απ’ την άλλη τον χαρισματικό commando Lucas Sinclair του Caleb Mclaughlin, ενώ συμπληρώνει την τριάδα ο υπέροχος Gaten Matarazzo ως Dustin Henderson, που παραδόξως είναι εξαιρετικά έξυπνος, σοφός, και ώριμος, κάτι που δεν φαίνεται με την πρώτη ματιά. Τα παιδιά αυτά έκαναν εξαιρετική δουλεία και οι σκηνές τους αποτελούν την ψυχή του «Stranger Things».

photo3

Βέβαια, η σειρά, αφού έχει πλέξει όλα αυτά τα διαφορετικά storylines με τις διακλαδώσεις που θα μπορούσαν να σταθούν από μόνα τους σαν ανεξάρτητη ταινία το καθένα, δεν σταματάει εκεί, αλλά μας δίνει και την δική της εκδοχή στο teen angst της δεκαετίας του 80′ με ένα άτυπο κλείσιμο ματιού στο «Freaks and Geeks». Η αδερφή του Mike, NancyWheeler της Natalia Dyer, είναι η καλύτερη μαθήτρια (geeks) και κάτι σαν πριγκίπισσα του λυκείου, που πάει και μπλέκει με τον αλητάκο Steve Harrington (freaks), ενώ ταυτόχρονα τη γουστάρει ο weirdo μεγάλος αδερφός του Will, Jonathan Buyers (Charlie Heaton).

Μ’ αυτά και μ’ αυτά, ξεφύγαμε με την περιγραφή της ιστορίας, οπότε σταματάω εδώ για να μην γίνει κάνα spoiler. Όπως θα έχεις ήδη καταλάβει, το «Stranger Things» είναι μια σειρά επηρεασμένη από όλο το κλίμα και την αισθητική των 80′s horror ταινιών, από τις οποίες έχει δανειστεί πράγματα και με τις αναφορές που κάνει (έμμεσες ή άμεσες) είναι σαν να τις ευχαριστεί με το δικό της τρόπο. Οι αδερφοί Duffer σεβάστηκαν απόλυτα το legacy της εποχής και δημιούργησαν μια ξεχωριστή σειρά που το συνεχίζει επάξια.

Το να κάτσω να σου αραδιάσω τις υπόλοιπες αναφορές σε ταινίες και δημιουργούς όπως στο «The Thing», στο «Under The Skin», στο «A Nightmare on Elm Street» και στον JohnCarpenter, δεν έχει νόημα, αυτές μπορείς εύκολα να τις βρεις σε κάποια λίστα στο internet. Ούτε το να σου αναλύσω περεταίρω το πόσο καλή και εθιστική είναι ή πόσο τέλεια έχει χωρέσει τόσες πολλές ταινίες σε μια ενιαία τηλεοπτική σειρά για να πειστείς. Τα σχόλια, άλλωστε, των δύο masters of horror νομίζω αρκούν:

photo4

photo5

Υ.Γ.: Καλή η φάση των οκτώ επεισοδίων, δεν κουράζει καθόλου και δεν έχει ούτε μία περιττή σκηνή.

Τρείς μέρες μουσικής, πολλών χρόνων αναμνήσεις…

Όταν το Σάββατο το βράδυ ρύθμιζα το ξυπνητήρι ώστε να ξυπνήσω την Κυριακή και να αρχίσω να ανηφορίζω με το αυτοκίνητο προς την Μαλακάσα, τίποτα δεν μπορούσε να με προδιαθέσει για το τι θα συνέβαινε τις επόμενες τρείς μέρες και το πως τρείς διαφορετικές μουσικές κουλτούρες θα συνέθεταν μια πανδαισία υναισθημάτων κι εντυπώσεων για μένα.Κυριακή punk και rock ‘n’ roll με τους Last Shadow Puppets, τους Dropkick Murphys κι άλλους αξιόλογους μουσικούς, Δευτέρα παραδοσιακή και ρεμπέτικη μουσική με τον πρύτανη του είδους Θανάση Παπακωνσταντίνου και Τρίτη psychedelic και indie rock με την ιέρεια PJ Harvey, τους εκρηκτικούς Brian Jonestown Massacre, τους ατμοσφαιρικούς Slowdive και άξιους αντιπροσώπους της ελληνικής indie rock σκηνής. Κι όμως, ανάμεσα σε αυτές τις 3 συναυλίες υπήρξε μια συνέχεια σαν τις εποχές του χρόνου. Ανοιξιάτικες μελωδίες και ιρλανδέζικη μπύρα παντού στο Rockwave, έναρξη του καλοκαιριού φυσικά με τον Θανάση στον ναό του Θέατρου Βράχων και κάτι από φθινοπωρινή μελαγχολία κι ένταση προερχόμενη από τις τελευταίες μέρες του καλοκαιριού στο πρωτοεμφανιζόμενο και γεμάτο προσδοκίες Release Festival. Στις επόμενες παραγράφους, δεν θα δεις να καταγράφονται απόψεις για την εμφάνιση όλων αυτών των καλλιτεχνών. Εξάλλου , όλοι οι άνθρωποι θα έχουν από μια κι η δική μου θα αποτελέσει απλά μια σταγόνα στον ωκεανό. Εδώ, θα καταγράψω τις εντυπώσεις μου για την ατμόσφαιρα των συναυλιών, για κάποια προβλήματα στην διοργάνωση ίσως και σίγουρα θα μιλήσουμε για πολλή, πολλή μουσική. So, let’s do this!!

Η αρχή προφανώς, θα γίνει με το Rockwave Festival και την φετινή εμπειρία μου. Η πρόσβαση φέτος ήταν αρκετά εύκολοτερη σε σχέση με πέρυσι κι ειδικά από την ανατολική πύλη την οποία και προτείνω για είσοδο στον συναυλιακό χώρο του Terra Vibe καθώς έχει άπλετο χώρο στάθμευσης κι είναι η πιο κοντινή στον κόμβο για την έξοδο στην Εθνική Οδό. Επίσης, ο έλεγχος στις τσάντες ήταν αρκετά ελαστικός οπότε μπορέσαμε να οργανώσουμε ένα μικρό πικνίκ στο γρασίδι του Terra Stage. Η αλήθεια είναι ότι δεν πρόλαβα τους Wish Upon A Star και τους Whereswilder αλλά δεν με πτόησε αυτό το γεγονός αφού τους έχω δει αμφότερους live σε supporting acts κι ελπίζω να τους ξαναδώ σύντομα σε headlining act αυτή τη φορά γιατί το αξίζουν μέχρι τελευταίας νότας. Έτσι, όπως γίνεται αντιληπτό, η μουσική μου εμπειρία άρχισε από τους The Callas και την άκρως αντισυμβατική ψυχοσύνθεση τους. Γυναίκες στα φωνητικά και στα κρουστά, άντρες στην ηλεκτρική κιθάρα και στο μπάσο κι ιδού μια συνταγή για σίγουρο ξεσηκωμό κι αισθησιασμό. Η Χρυσάνθη Τσουκαλά ήταν μοναδική στο τραγούδι της με την χροιά της να με εκπλήσσει άκρως ευχάριστα, η Μαριλένα Πετρίδου έδωσε τον καλύτερο της εαυτό και απογείωνε το μουσικό αποτέλεσμα της μπάντας με την δυναμικές που έδινε στα κομμάτια ενώ οι αδερφοί Ιονά ήταν καθηλωτικοί με την σκηνική τους παρουσία, προσδίδοντας τα απαραίτητα psychedelic στοιχεία. Καλύτερη στιγμή τους το τελευταίο κομμάτι της εμφάνισης τους στο οποίο άρχισαν να χτυπάνε τα όργανα στους ενισχυτές και στο πάτωμα προσπαθώντας να παίξουν με τους μικροφωνισμούς, γεγονός που ώθησε προς το καλύτερο την εντύπωση μου γι’αυτούς αν κι ο φιλικός μου περίγυρος ξίνισε λίγο γιατί η αλήθεια είναι ότι ο ήχος ήταν αρκετά υψηλών συχνοτήτων για ανθρώπινα ώτα. Ακολούθησαν οι Despite Everything στο Vibe Stage που έδωσαν πραγματικά  τα ρέστα τους κι άρχισαν την προθέρμανση του punk κοινού για την εμφάνιση των locos Turbonegro. Δεν θα μπω σε παραπάνω λεπτομέρειες παρά θα πω μόνο ότι ήταν αλάνθαστοι τόσο μουσικά όσο και στην επαφή τους με το κοινό καθώς ήταν διαχυτικοί κι αεικίνητοι χωρίς να γίνουν υπερβολικοί.

Εικονα 1

Επιστρέφοντας στο Terra Stage, είχα την ευχαρίστηση να δω ζωντανά ένα συγκρότημα που στοίχειωσε την εφηβεία μου με το Rock ‘n’ Roll Queen, τους ώριμους πλέον, Subways. Η setlist τους περιείχε τραγούδια από όλα τα άλμπουμ τους κι όλες τις φάσεις της μουσικής τους πορείας με το Kiss Kiss Bang Bang και το It’s A Party να ξεχωρίζουν σύμφωνα με την αισθητική μου. Το μενού της εμφάνισης αυτής περιείχε και stage diving του frontman Billy Lunn και crowd surf πάνω στο ξετρελαμένο κοινό το οποίο ανέδειξε ότι πρέπει να πονούσε πολύ αφού είχε κοκκινίσει όλο το σώμα του!! Γενικά ήταν μια εμφάνιση που έκανε το κοινό, που μέχρι εκείνη την ώρα άραζε στο γρασίδι του Terra Stage, να προσεγγίσει την σκηνή και να χορέψει πολύ περισσότερο απ’ότι με τους Last Shadow Puppets. Στιγμές όπως το Sit Down all you greek του Billy (θύμισε λίγο Smack my Bitch Up αυτό και νοστάλγησα το περασμένο καλοκαίρι) και το δίστιχο Είσαι ο Ηλίας (αντί για ήλιος), είσαι μοναδική για το ρεφρέν του Rock ‘n’ Roll Queen, που με έκανε να νιώσω λίγο badass, θα μου μείνουν αξέχαστες για αρκετό καιρό σίγουρα.

Εικονα 2

Η συνέχεια επήλθε στο Vibe Stage με το συγκρότημα που είχα θέσει δεύτερο σε σειρά προτεραιότητας να δω, μετά τους Dropkick Murphys, οι κατά πολλούς ανισόρροποι Turbonegro. Το να αρχίσω να εκθειάζω την εμφάνιση τους είναι ίσως περιττό και σίγουρα μεροληπτικό από μέρος μου. Αξίζει όμως, να τονίσω ότι η αμφίεση τους πάνω στη σκηνή κι η σεξουαλικότητα τους κέρδιζαν τις εντυπώσεις από την πρώτη στιγμή και μπορούσαν να σε κάνουν να νομίζεις ότι ήταν μια από τις μεγαλύτερες βρετανικές μπάντες punk ενώ έμαθα ύστερα ότι είναι από την Νορβηγία, χώρα στην οποία μεσουρανεί το εχθρικό metal. Οι σημαίες των ελληνικών fan clubs του συγκροτήματος κυμάτιζαν αγέρωχες ενώ τα γεμάτα patch τζιν γιλέκα και σορτσάκια έδιναν κι έπαιρναν ανάμεσα στο γεμάτο χαρακτήρα κοινό. Γενικά, διαπίστωσα ότι το κοινό του Vibe Stage ήταν πιο στοχευμένο κι απαιτητικό για τις punk μπάντες που θα έπαιζαν σε σχέση με το κοινό του Terra Stage που ήταν λίγο ευκαιριακό και λίγο σε mood «Ήμουν κι εγώ στο Rockwave».

Σιγά-σιγά ερχόταν η ώρα των Suede κι όλοι ανυπομονούσαν για να ακούσουν τον Brett Anderson να μας ταξιδεύει με τη φωνή του στο συμπαντικό συναπάντημα της εσωτερικής μελαγχολίας με την δύναμη που κρύβει κάθε άνθρωπος μέσα του. Μια λέξη αρκεί για να περιγράψει αυτό που άκουσα . Απογοήτευση. Είδα μια επανάληψη της περσινής εμφάνισης των Black Angels με εξαίρεση ότι η προσπάθεια των Suede να δώσουν τον καλύτερο τους εαυτό ήταν υπεράνθρωπη. Ο Brett είχε γονατίσει από το δεύτερο τραγούδι αλλά μάταιη η προσπάθεια. Λίγο ο ήχος που ήταν μετριότατος, φαινόμενο που δεν παρατήρησα στα υπόλοιπα συγκροτήματα, λίγο το ότι κανένα φυσικό ή τεχνητό εμπόδιο δεν μπορούσε να εγκλωβίσει τον ήχο του συγκροτήματος ο οποίος είναι ξεκάθαρα ατμοσφαιρικός και κατάλληλος για κλειστούς χώρους, λίγο κι ο αέρας που αλλοίωνε την απόδοση του ήχου στο κοινό, μέσω των ηχείων, «όλα στραβά γινήκανε κι όλα ήταν χάλια» (ήδη ανυπομονεί να βγεί ο Θανάσης από μέσα μου).

Εικονα 3

Και τώρα Dropkick Murphys και τα μυαλά στα κάγκελα. Σαν παρέα δεν μπήκαμε καν στον κόπο να παρακολουθήσουμε μέχρι τέλους τους Suede και πήγαμε να πιάσουμε θέση για να απολαύσουμε τον ποταμό που ερχόταν από την Αμερική αλλά αναβλύζει από ιρλανδέζικες πηγές και λεγόταν Dropkick Legends, θα μπορούσα να πω. Είπαν τα πάντα με τις εναλλαγές από το punk στην ατμόσφαιρα ιρλανδέζικης πάμπ να είναι απολαυστικότατες και να μας κάνουν να ξελαρυγγιαζόμαστε σε κάθε κομμάτι. Βέβαια, υπήρχαν κι οι κλασσικοί ηλίθιοι που σπρώχνονταν σε ανύποπτες στιγμές ανάμεσα στο ουδέτερο κοινό κι όχι στους φανατικούς μπροστινούς αλλά συγχωρούνται γιατί «Ουδέν χείρον της βλακείας πέραν της δειλίας».Η καλύτερη στιγμή τους ήταν σίγουρα όταν ανέβασαν στην σκηνή εκατοντάδες κορίτσια και τα έσπασαν με το Kiss me , I’m Shitfaced και το κλασσικό I’m Shipping Up to Boston αν κι εμένα θα μου μείνει ανεξίτηλη στο μυαλό η εικόνα όλου του κοινού να αγκαλιάζεται και να κουνιέται αμυδρά δεξιά κι αριστερά με το συγκλονιστικό Forever. Όσον αφορά την μουσική τους, υπήρξαν κάποια μικρά λαθάκια στο ακορντεόν και την ηλεκτρική κιθάρα αλλά ήταν αμυδρά μπροστά στην ικανοποίηση που ένιωσε το ελληνικό κοινό αλλά κι η ίδια η μπάντα. Μαγευτικές ενορχηστρώσεις, απίστευτα φωνητικά κι ένα είναι το σίγουρο: Μπορεί οι Dropkick Murphys να ήρθαν για πρώτη φορά στην εικοσαετή καριέρα τους στην χώρα μας αλλα «The Boys will be Back» και μάλιστα αρκετά σύντομα.

Εικονα 4 (1)

Το τέλος της βραδιάς επιφύλασσε τους headliners του Terra Stage κι ίσως του Rockwave Festival γενικά, τους Last Shadow Puppets. Ήταν η πιο άρτια εμφάνιση μουσικά με τα έγχορδα να δίνουν μια άλλη αίγλη στα κομμάτια των frontmen Alex Turner και Miles Kane. Και ναι, εννοείται ότι κι οι δυο είναι rock stars, απλά ο ένας προσέφερε περισσότερο στην επαφή με το κοινό (Alex),ενώ ο άλλος οργάνωνε όλη την μπάντα κι έδινε τον καλύτερο εαυτό του μουσικά (Miles).

Το live των TLSP είχε τα θετικά κι αρνητικά του στοιχεία. Στα θετικά συγκαταλέγεται το ότι είπαν ίσο, περίπου, αριθμό τραγουδιών από τον πρώτο και δεύτερο δίσκο τους και το ότι παρουσίασαν μια εξαιρετική διασκευή του 505 των Arctic Monkeys αναβιώνοντας την τότε ηχογράφηση του κομματιού όπου είχε παίξει κιθάρα ο Miles, στις πρώτες του στιγμές μουσικής συνύπαρξης με τον Alex Turner. Επίσης, το setlist τους τελείωσε με το Meeting Place που είναι το αγαπημένο μου τραγούδι από την μπάντα κι έτσι έστρεψα την πλάτη μου στην σκηνή για να φύγω αρκετά ευχαριστημένος. Τα αρνητικά στοιχεία του live ήταν η υπερβολική θεατρικότητα του Alex Turner, γεγονός που θα απέδιδα είτε στην απέλπιδα προσπάθεια του να κρύψει την κούραση του από την εξουθενωτική περιοδεία είτε στην χρήση ουσιών, κατανάλωση αλκοόλ και γενικά στην απεύθυνση του σε πράγματα που εκθέτουν το άτομο του στα μάτια του κοινού του. Το ξεκουμπωμένο πουκάμισο και το αρκετά έξυπνο τρολάρισμα του με τα burgers δεν μπορούσε να σώσει με τίποτα την κατάσταση κι όλοι περίμεναν τις στιγμές που θα τραγουδήσει και θα ασχοληθεί με την μουσική του , στις οποίες ήταν απίστευτα καλός και δεν μπορούσες να πάρεις τα μάτια σου από πάνω του με τίποτα. To bromance μεταξύ Kane και Turner έκανε λίγο πιο σκανδαλιάρικο το live με την απορία όλων να είναι αν φιλήθηκαν τελικά στο άκρως αισθησιακό Bad Habits. Κάποιοι θα πουν ότι το live δεν ήταν αρκετά ξεσηκωτικό κι ότι περίμεναν να είναι πιο χορευτική η ατμόσφαιρα. Αυτοί είναι οι τύποι «Ήμουν κι εγώ στο Rockwave» που αναφέραμε και παραπάνω κι οποίοι μάλλον δεν είχαν ακούσει τίποτα άλλο εκτός από το Aviation και το Standing Next to Me, όποτε δεν θα ασχοληθώ περαιτέρω. Η αποχώρηση από τον συναυλιακό χώρο έγινε εν μέσω φλογών που πετάχτηκαν από την σκηνή και πολλών κομφετί που μάλλον είχαν ξεμείνει από πέρυσι και δεν είναι δυνατόν να πετάμε τίποτα σε περίοδο οικονομικής κρίσης!

Από την νύχτα της Κυριακής, έχοντας πάντα το ανικανοποίητο στοιχείο όσον αφορά την μουσική, σκεφτόμουν την επόμενη μέρα και το τι θα γίνει στο Θέατρο Βράχων όταν ακουστούν οι πρώτες νότες του Πεχλιβάνη. Βλέπεις, οι προσδοκίες μου για αυτό το live του Θανάση ήταν τεράστιες αναλογιζόμενος τις στιγμές που είχα ζήσει στις προηγούμενες συναυλίες του κι έγιναν ακόμα μεγαλύτερες όταν έμαθα ότι αυτή η συναυλία ήταν sold out. Αφού έφτασα στο Θέατρο «Μελίνα Μερκούρη»από μια διαδρομή που έχω σιχαθεί να κάνω τόσες φορές που έχω πάει εκεί αλλά πάντα με οδηγεί σε αξέχαστες εμπειρίες, έκανα το λάθος να προσπαθήσω να παρκάρω στους χώρους στάθμευσης του Βράχων. Πολύ κακή επιλογή, αποφύγετε το χωρίς δισταγμό.

Με τα νεύρα μου να έχουν χτυπήσει κόκκινο με όλη την αναμονή, μπήκα στον συναυλιακό χώρο και το σκηνικό μου έφτιαξε άκρως την διάθεση. Το Θέατρο ήταν γεμάτο ήδη από τις 20:30 και το φόντο της σκηνής είχε διακοσμηθεί από τρεις τεράστιους ανεμόμυλους σαν κι αυτούς που κρατούσαμε μικροί όταν στο άλλο χέρι ήταν το γλειφιτζούρι – κοκοράκι. Ανάμεσα στα μουσικά όργανα ήταν διασκορπισμένοι κι άλλοι μικρότεροι ανεμόμυλοι κι όλοι άρχισαν να γυρίζουν όταν εμφανίστηκε στην σκηνή ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου κι η επί χρόνια μουσική παρέα του. Εγώ εν τω μεταξύ, δυσκολεύτηκα λίγο να βρω την δικιά μου παρέα αλλά η κλασσική τακτική του σηκώματος του χεριού από τον ψηλότερο απέδωσε τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Οι πρώτες νότες του Σαν Αστραπή, όταν το Βράχων ήταν κατάμεστο πια, σήμαναν και την αρχή μιας νύχτας που έμελλε να μην είναι σαν όλες τις άλλες. Θα ήταν η νύχτα που θα άρχιζε το καλοκαίρι για όλους τους παρευρισκόμενους και κανείς δεν θα ξέφευγε από την μέθη του, είτε κυριολεκτικά είτε μεταφορικά.

Ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου έδωσε τον καλύτερο του εαυτό καθώς αρχίζει και πλησιάζει το τέλος ή έστω η παύση των ζωντανών εμφανίσεων του το οποίο έχει δρομολογήσει σε έναν χρόνο από τώρα. Κατάφερε να πει τα καλύτερα κομμάτια από όλες τις δισκογραφικές δουλειές του αν και προφανώς όλοι θα είχαν στο μυαλό τους ένα τραγούδι που δεν μπόρεσε να πει. Εμένα ας πούμε, μου έλειψε απίστευτα σε σχέση με πέρυσι το Φορτίνο Σαμάνο που είναι ένα από τα αγαπημένα μου τραγούδια και εξιστορεί τις τελευταίες στιγμές ενός αξιοσημείωτου ανθρώπου, ενός ήρωα κατά την γνώμη μου, ενός υπολοχαγού του Εμίλιο Ζαπάτα που είχε μεγαλύτερη ψυχή από εκείνον. Το μόνο αρνητικό της συναυλίας ήταν μια απρόσμενη παρατήρηση του Θανάση στην μέση του Διάφανου για το ξύλο που έπεφτε στο κοινό δείχνοντας να μην κατανοεί εκείνη την στιγμή την ψυχοσύνθεση των θεατών οι οποίοι χόρευαν και σπρώχνονταν στα πλαίσια του πνεύματος αλληλεγγύης που μεταδίδουν τα τραγούδια του Θανάση κι όχι με το σκεπτικό να διοχετεύσουν την οργή τους για τα δεινά της καθημερινότητας. Εξάλλου, για αυτόν τον λόγο πάμε κι ακούμε τον Παπακωνσταντίνου, για να ξεχάσουμε ότι μας προκαλεί πονοκέφαλο και να περάσουμε καλά όλοι μεταξύ μας, γνωστοί κι άγνωστοι. Φωνές που ακούστηκαν σε διάφορα site για το ότι τους ενόχλησε το πλήθος των φωτοβολίδων και τους θύμισε οπαδική συνάθροιση μου προκάλεσαν τουλάχιστον γέλιο κι απορία για το αν έχουν πάει σε συναυλία του Θανάση την τελευταία δεκαετία. Η «καινούργια μεταγραφή», σύμφωνα με τα λεγόμενα του Θανάση, ο Αλέξανδρος Κούστας, μάγεψε με την ερμηνεία του σε όλα τα τραγούδια κι ειδικά η ορθότητα της φωνής του στο Όνειρο και στην Αγρύπνια θύμιζε ηχογράφηση σε στούντιο. Μικρή έκπληξη αποτέλεσε και το ότι παίχτηκαν live, μετά από πολλά χρόνια, οι Άγιοι οι οποίοι τραγουδήθηκαν δεόντως από το κοινό.

Το τέλος της βραδιάς έφτασε απρόσμενα γρήγορα κι αρχίσαμε να κατηφορίζουμε,γεμάτοι ιδρώτα και ό,τι υγρό αιωρήθηκε κατά καιρούς στο live, προς τα αυτοκίνητα μας. Κι αφού η διάθεση είχε φτάσει στο ζενίθ, δεν υπήρχε κάτι καλύτερο από την τρίτη μέρα του Release Athens και τις ψυχεδελικές κι άκρως μελαγχολικές μελωδίες της PJ Harvey και των Brian Jonestown Massacre.

Εξαιτίας της εξάντλησης από την προηγούμενη μέρα και της έντονης βροχόπτωσης που συνέβη το μεσημέρι της Τρίτης, δεν μπορούσα να φύγω νωρίς από το σπίτι κι έτσι δεν πρόλαβα τους The Noise Figures και τους Closer. Έμαθα από έναν φίλο βέβαια ότι οι μεν πρώτοι ήταν απίστευτοι, γεγονός που διαβεβαιώνει ότι μια μπάντα δυο ατόμων μπορεί να μεγαλουργήσει αν έχει όρεξη και ταλέντο όπως οι Black Keys κι οι ανερχόμενοι αστέρες Royal Blood, ενώ οι δε δεύτεροι έκαναν λίγη βαβούρα και δεν ευνόησε πολύ τον ήχο τους ο ανοικτός χώρος. Τον εμπιστεύομαι σίγουρα γιατί είναι πολύ καλός γνώστης της psychedelic μουσικής αλλά δεν θα ενστερνιστώ την άποψη του για να μην επηρεάσω αρνητικά κανέναν από εσάς.

Εικονα 5

Έτσι, το live άρχισε για μένα με τους ατμοσφαιρικούς Slowdive και με το ομώνυμο τραγούδι τους. Κατάφεραν να καλύψουν ένα αρκετά μεγάλο μέρος της δισκογραφίας τους και να συνεπάρουν το κοινό με την σκηνική τους εμφάνιση. Η Rachel Goswell κατάφερε να είναι αέρινη αλλά κι ουσιαστική στα φωνητικά της συνάμα ενώ η χροιά του Neil Halstead μπορούσε να συνεπάρει στη στιγμή σε μια δαιδαλώδη διαδρομή ανάμεσα στα συναισθήματα σου. Η καλύτερη στιγμή τους ήταν όταν ερμήνευσαν το Souvlaki Space Station, που ξεσήκωσε σε απίστευτο βαθμό το κοινό λόγω δυναμικής αλλά και λόγω τίτλου, προφανέστατα και δεν τον άφησε να ηρεμήσει μέχρι το τέλος. Η εμφάνιση των Slowdive ανέβασε σίγουρα ψηλά τον πήχη για τα μεγάλα ονόματα του live, ειδικά από την στιγμή που τελείωσαν με την ξεχωριστή διασκευή τους στο Golden Hair του Syd Barett, του ιδρυτικού μέλους των Pink Floyd κι ενός μουσικού που είχε να προσφέρει πολλά στην τέχνη του αλλά η αρρώστια της ψυχής του δεν τον άφησε. Οι τελευταίες νότες αφέθηκαν να παίζονται για πολλή ώρα κι άρχισε να αυξάνεται ο ρυθμός τους μέχρι το σημείο του να χορεύουμε dubstep από κάτω λες κι είχαμε μείνει ακόμα στο mood των Chinese Man, που είχαν προηγηθεί μερικές μέρες κι είχαν αφήσει το στίγμα τους στο φεστιβάλ.

Εικονα 6

Οι οθόνες της σκηνής πρόβαλλαν τα αρχικά BJM κι όλοι ετοιμάζονταν για μια εμφάνιση που τελικά αποδείχτηκε από τις καλύτερες που έχω δει επί ελληνικού εδάφους. Ίσως έφταιγε κι η παρέα, αφού είχαμε πάει πιο πολύ για τους Brian Jonestown Massacre παρά για την PJ κι όταν βγήκαν αρχίσαμε να αλαλάζουμε σαν τρελοί που έτσι κι αλλιώς ήμασταν με τόσες μπύρες (ή και χωρίς)!! Ο ήχος τους ήταν άψογος με όλα τα γράμματα κεφαλαία με τον Anton Newcombe να τρολάρει συνεχώς το κοινό και να παραμένει πάντα χαλαρός καπνίζοντας μανιωδώς και λέγοντας μας ότι είναι μια κακή συνήθεια που πρέπει να αποφεύγουμε. Αυτός κι ο Rob Campanella στο ντέφι έδιναν έναν ασυνήθιστο τόνο στην σκηνική παρουσία της μπάντας, με το αισθησιακό κούνημα του δεύτερου να κάνει το κοινό να παραληρεί σε κάθε κομμάτι. Δεν νομίζω να χρειάζονται περισσότερα λόγια για αυτούς τους τύπους, δεν ήταν απλά το ορεκτικό για την PJ Harvey αλλά το κυρίως πιάτο μιας αντισυμβατικότατης μουσικής βραδιάς. Μόνο που αυτή η νύχτα προέβλεπε δυο τέτοια πιάτα.

Εικόνα 7

Κατά τις 22:25, ήταν η ώρα της ιέρειας του alternative κι indie rock να λάμψει στην σκηνή του Release. Η Polly Jean Harvey κι η μπάντα της βγήκαν με βηματισμό παρέλασης και τα κρουστά να δημιουργούν μια ατμόσφαιρα που προδιέθετε για κάτι μεγαλειώδες. Κι αυτή ήταν η αλήθεια. Η PJ βγήκε με το αέρινο φόρεμα της και τα υπέροχα μαλλιά της να θυμίζουν ξωτικό από το Lord of the Rings κι ανάγκασε όλους τους θεατές-ακροατές να μην μπορούν να αποσπάσουν την προσοχή τους από εκείνη. Η φωνή της στην καλύτερη φάση της αφού έχει δουλέψει απίστευτα τις πολύ ψηλές της κι οι χαμηλές της εξακολουθούν να είναι ανατριχιαστικές ειδικά όταν κάνει αυτό το χαρακτηριστικό της vibrato. Εγώ είμαι της άποψης ότι πρέπει πάντα να υποστηρίζει ο κάθε καλλιτέχνης την νέα δουλειά του οπότε ευχαριστήθηκα που άκουσα πολλά από τα τραγούδια του νέου της δίσκου να τα λέει και μάλιστα πολύ καλύτερα από τον ίδιο τον δίσκο. Το σκηνικό με το οικόσημο της ήταν λιτό και επιβλητικό την ίδια στιγμή ενώ οι μουσικοί της ήταν προσεκτικά διαλεγμένοι έτσι ώστε να παίζουν πολλά όργανα και να της δίνουν την δυνατότητα να ενορχηστρώνει όπως θέλει τα κομμάτια της. Σίγουρα, δεν πρέπει να παραλείψω ότι όλοι οι μουσικοί ήταν εκνευριστικά καλοί κι ας έκανε κάποια λάθη ο κύριος σαξοφωνίστας στο σόλο του στο The Glorious Land. Ο φόβος βέβαια να παίξει λίγα από τα παλιά της δεν επιβεβαιώθηκε κι ευτυχώς διότι δεν θα άντεχα την γκρίνια ενός κυρίου που στεκόταν δίπλα μου και το έπαιζε παντογνώστης με ατάκες του στυλ «Εγώ την ακολουθώ από τις αρχές της» και «Ήμουν στην πρώτη συναυλία της στο Rockwave και δεν θα είναι ποτέ ξανά έτσι» κι άλλα παρόμοια λόγια εμπειρίας. Ακούσαμε αρκετά κομμάτια από την παλιά της δισκογραφία με το σκοτεινό To Bring You My Love, το River Anacostia που ερμηνεύθηκε χορωδιακά από όλους που βρίσκονταν πάνω στην σκηνή και το απόλυτο A Perfect Day Elise να ξεχωρίζουν στις καρδιές μας.

Φύγαμε υπερπλήρεις από αυτό το live αφού δεν υπήρχε τίποτα που να χάλασε την διάθεση μας πέρα από την έξοδο από τον συναυλιακό χώρο που ήταν ολίγον Γολγοθάς. Όταν γύρισα σπίτι, το πρώτο που σκέφτηκα ήταν ότι δεν θα έχω σύντομα την ευκαιρία να απολαύσω τόσους καλούς καλλιτέχνες μέσα σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα κι ειδικά εν Ελλάδι. Μόλις όμως άρχισαν όλα τα γεγονότα που περιέγραψα να γίνονται αναμνήσεις, κατάλαβα ότι η ομορφιά των στιγμών δεν βρισκόταν μόνο στην μουσική αλλά και στους ανθρώπους με τους οποίους πέρασα αυτές τις ώρες της ζωής μου.

Έτσι, όλα τα λόγια που ειπώθηκαν προηγουμένως δεν θα είχαν καμία αξία χωρίς εσάς, τρελοί μου φίλοι, που δεν θα σας αναφέρω ονομαστικά γιατί μας βλέπουν κι άνθρωποι που μας ξέρουν αλλά ξέρετε ποιοί είστε οπότε μηντραπείτε που άρχισα τα καλά λόγια, που δεν τα έχω κι εύκολα, ή κρυφτείτε γιατί θα σας βρω και θα σας αρπάξω για τις επόμενες συναυλίες που θέλω να πάω, σαν ένας άλλος Liam Neeson. Κι επειδή τα πολλά λόγια είναι φτώχεια και το λέω εγώ που δεν τσιγκουνεύομαι σε αυτά, ήταν τρείς μέρες μουσικής χωρίς εσάς αλλά ήταν πολλών χρόνων αναμνήσεις με εσάς!

4 +1 Τηλεοπτικές Σειρές που σε κάνουν να νιώθεις οικεία

Σε αυτό το άρθρο θα παρουσιάσουμε κάποια παραδείγματα σειρών, που όταν τις βλέπεις, νιώθεις ότι μιλάς με έναν παλιό σου φίλο. Ή αλλιώς, they make you feellike home.

Πριν γίνει το μεγάλο μπαμ με τις αμερικάνικες τηλεοπτικές σειρές, με το binge watching, με το «House of Cards», το «Game of Thrones», το Netflix και όλα αυτά, ζούσαμε μια άλλη, πιο αγνή τηλεοπτική εποχή. Ήταν μια μεταβατική περίοδος, κατά την οποία το πρώτο φλερτ με αμερικάνικες σειρές είχε ήδη γίνει, με το «Prison Break» και το «Lost» (που προβλήθηκαν στα ελληνικά κανάλια), και αρχίσαμε να ψαχνόμαστε για περισσότερο.

Τότε το ελληνικό κοινό δεν ήταν τόσο εξοικειωμένο με τις ξένες σειρές, και σπάνια κάποιος θα ξεκινούσε μια επειδή την διάβασε κάπου. Υπήρχε μια λίστα, που λίγο πολύ ήταν κοινή για όλους, η οποία περιλάμβανε σειρές που παρακολουθούσε ο στενός κοινωνικός σου κύκλος, και μεταδιδόταν μέσω word of mouth. Σε αντίθεση με την σημερινή εποχή, που χάρη στα socialmedia ξέρεις ποιες σειρές είναι οι καλές και ποιες αξίζει να δεις, τότε, απλά έβλεπες αυτές που έβλεπαν και οι φίλοι σου. Μάλιστα, επειδή εκείνη την εποχή οι συνδέσεις στο internet δεν ήταν τόσο γρήγορες και δεν κατεβάζαμε μανιωδώς υλικό όπως σήμερα, συνήθως τη σειρά την έπαιρνες μέσω σκληρού δίσκου (!) από κάποιον άλλο. Αυτός ο άλλος σου την πρότεινε, την είχε έτοιμη, κατεβασμένη + με υπότιτλους, οπότε κατά κάποιο τρόπο ήταν ο «πρεσβευτής» της σειράς στην παρέα σου.

Αυτές λοιπόν οι σειρές, ήταν η πρώτη «καθαρή» επαφή με την ξένη τηλεόραση, όπως την ξέρουμε σήμερα, καθώς, με αυτές απέκτησες το συνήθειο να κάθεσαι μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες μπροστά από την οθόνη του υπολογιστή ή του laptop σου, και αυτές σε έκαναν τον τηλεοπτικό καταναλωτή που είσαι σήμερα.

Τέτοιες, είναι οι σειρές που έχουν ριζώσει μέσα σου, όχι μόνο επειδή έχεις παρακολουθήσει τα επεισόδιά τους ξανά και ξανά (άλλο και τούτο, τώρα τις βλέπουμε το πολύ μια φορά και πάμε στην επόμενη, ενώ τότε τις ξαναβλέπαμε και δύο και τρεις φορές απ’ την αρχή), αλλά επειδή αποτέλεσαν την πρώτη σου επαφή με το μέσο. Ακόμα και σήμερα, όταν δεν έχεις τι να δεις, ή όταν θες να θυμηθείς τα παλιά, καταφεύγεις σε μια από αυτές τις σειρές, που θα σου προξενήσουν μια ζεστασιά, ίσως γιατί σε συνδέουν με έναν παλιότερο εαυτό σου. Δεν θα τις βαρεθείς ποτέ. Είναι οι σειρές που, με το που ακούσεις την πρώτη νότα του opening song, θα νιώσεις ένα ρίγος συγκίνησης. Σίγουρα, το μεγαλύτερο ατού τους είναι η νοσταλγία, γιατί αυτό είναι το συναίσθημα που σε κάνουν να νιώθεις όταν τις παρακολουθείς. Είναι σαν να συναντάς μετά από καιρό έναν παλιό σου φίλο. Έχετε πολλά να πείτε, αλλά αυτό που σας νοιάζει κυρίως είναι να θυμηθείτε τα παλιά, να σκαλίσετε τις αναμνήσεις του παρελθόντος, τότε που το χαρακτηριστικό σας γνώρισμα ήταν η ανεμελιά και η ανυπαρξία ευθυνών.

Για αυτές τις σειρές θα μιλήσουμε σήμερα. Εννοείται πως η κάθε λίστα είναι προσωπική, και βασισμένη στις εμπειρίες του καθενός, αλλά όλο και κάποιες θα είναι κοινές:

1. «How I Met Your Mother»

Σειρά φαινόμενο. Οι περισσότεροι νομίζω ξεκινήσαμε με αυτή. Ήταν η αρχή των πάντων. Σηματοδότησε μια νέα εποχή για τον Έλληνα θεατή. Αντικειμενικά, μέχρι την 5η σαιζόν ήταν ένα εξαιρετικό sitcom που δημιουργούσε το ιδανικό παρεΐστικο κλίμα για να την παρακολουθήσεις. Βασισμένη στο καλό χιούμορ, την καλογραμμένη αφήγηση και τους στενούς φιλικούς δεσμούς μεταξύ των πρωταγωνιστών του, το «HIMYM», όπως το αποκαλούσαμε οι περισσότεροι, ήταν αυτό που μας «μύησε» στον τηλεοπτικό κόσμο των ξένων σειρών. Η σειρά πήρε την κάτω βόλτα από ένα σημείο και έπειτα, αλλά ελάχιστοι την παράτησαν. Όταν έχεις δεθεί τόσο πολύ με κάποιους χαρακτήρες, δύσκολα τους αποχωρίζεσαι, ακόμα και αν σε απογοητεύουν. Σε ενδιαφέρει, θες να μάθεις τι θα απογίνουν, επειδή είναι κομμάτια του εαυτού σου.

2. «Friends»/ «Τα Φιλαράκια»

Βασικά, ξέχνα το. Όλα αυτά που ανέφερα για το HIMYM, ισχύουν και για το «Friends». Αυτή είναι η πρώτη σειρά που είδαμε όλοι. Η πιο παρεΐστικη, η πιο αστεία, γενικώς, η καλύτερη. Απλά η επαφή ήταν διαφορετική. Ενώ το HIMYM ήταν αυτό που μας άνοιξε την πόρτα για τις υπόλοιπες σειρές, το «Friends» ήταν αυτό που προϋπήρχε από πάντα. Όλοι το βλέπαμε διάσπαρτα τα Σαββατοκύριακα στο Star (πολλοί το βλέπουμε ακόμα) από τότε που θυμόμαστε τον εαυτό μας. Απλά κάποια στιγμή, όταν οι σειρές είχαν μπει για τα καλά στη ζωή μας, συνειδητοποιήσαμε ότι ποτέ δεν έχουμε δει το «Friends», κανονικά, από την αρχή μέχρι το τέλος.  Και το κάναμε. Και το «Friends» ξαφνικά, επανήλθε στη μόδα. Οι χαρακτήρες Rachel,Monica, Phoebe, Chandler, Ross, Joey, είναι δικοί σου άνθρωποι, οικείοι, νιώθεις σαν να τους ξέρεις χρόνια. Άλλωστε, η συναισθηματική βαρύτητα που υπάρχει στην ατμόσφαιρα της τελευταίας σκηνής τα λέει όλα. Δεν μπορείς να μην δακρύσεις.

3. «Scrubs»

Τώρα περνάμε στις πιο προσωπικές επιλογές. To «Scrubs» λίγοι το είδαν, πολλοί το αγάπησαν. Είναι η πιο αστεία σειρά σε σύγκριση με τις υπόλοιπες της λίστας, αλλά ταυτόχρονα και η πιο συναισθηματική. Κατά τη διάρκεια του κάθε επεισοδίου, σε περνούσε από ένα roller coasterσυναισθημάτων, με πολύ κλάμα, είτε προερχόταν από το χιούμορ, είτε από τη συγκίνηση. Το «Scrubs» είχε στο οπλοστάσιό του εξαιρετικούς σεναριογράφους, που από τη μία έγραφαν τα πιο ηλίθια αστεία, και από την άλλη σου παρέδιδαν μαθήματα ζωής που θα θυμάσαι για πάντα.

4. «Entourage»

Τελευταία και πιο αγαπημένη επιλογή. Η απόλυτη feelgood σειρά, ειδικά για αντροπαρέες. Κουβαλώντας τον χαρακτηρισμό «Sex and the City for Men», το «Entourage» για 8 σαιζόν + 1 ταινία που βγήκε πέρυσι, ήταν η σειρά που θα έβαζες να δεις όταν ήθελες να χαλαρώσεις και να ξεχαστείς. Μια υπέροχη κουστωδία 4 παιδικών φίλων, από τους οποίους, ο ένας γίνεται αστέρας του Hollywood. Η σειρά καταπιάνεται με τα καμώματα τις παρέας, καθ’ όλες τις φάσεις που μπορεί να περάσει η καριέρα ενός διάσημου ηθοποιού, όμορφες και άσχημες. Πρόκειται για μια κωμωδία, η οποία δεν είναι και τόσο αστεία, αλλά περνάς πραγματικά ευχάριστα όσο τη βλέπεις, αφού στην οθόνη σου παρακολουθείς μια παρέα αντρών να περνάει καλά στο Χόλιγουντ ενώ παράλληλα  στη θέση της ονειρεύεσαι τη δική σου, -το bromance στα καλύτερά του.

BONUS: «Freaks and Geeks»

Η σειρά του Judd Apatow που γέννησε όλες τις αμερικάνικες κωμικές ταινίες που βλέπουμε σήμερα. Το «Freaks and Geeks» δεν είναι η παραδοσιακή sitcom εκείνης της εποχής που λέγαμε νωρίτερα, αλλά όταν την δεις, θα καταλάβεις γιατί βρίσκεται στη λίστα. Καταπιάνεται με δύο διαφορετικές, όμως κλασσικές παρέες ενός σχολείου. Τα «φυτά» και οι «μάγκες». Το «Freaks and Geeks» είναι μια εξαιρετικά καλογραμμένη σειρά, με άριστες ερμηνείες από τους νεαρούς ηθοποιούς, που σε κάνουν να ταυτίζεσαι και σου δημιουργούν μια γλυκιά νοσταλγία για τα σχολικά σου χρόνια και ταυτόχρονα μια μελαγχολία για το πόσο μακριά είναι όλα αυτά και το πόσο μεγάλωσες.

«Captain America: Civil War» – Η Μεγάλη Μάχη

Φέτος είναι η χρονιά που οι μεγαλύτεροι υπερήρωες απ’ όλους έρχονται ο ένας αντιμέτωπος με τον άλλο, όμως αυτή την φορά δεν κονταροχτυπιούνται μόνο στα ταμία. Ο Batman και ο Superman παίξανε το –μέτριο– ξύλο τους στο «Batman V.Superman: Dawn of Justice», ενώ τηλεοπτικά ο Daredevil και ο Punisher λύσανε –επιτυχώς– τις διαφωνίες τους στο «Daredevil» του Netflix. Τώρα όμως είναι η σειρά ενός άλλου event μάχης μεταξύ των αγαπημένων σας ηρώων, του Captain America και του Iron Man στο «Captain America: Civil War».

Μετά τα γεγονότα και τις καταστροφές που προκλήθηκαν στις προηγούμενες ταινίες της Marvel, ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών υποβάλει στους Avengers ένα σύμφωνο κατά το οποίο οι τελευταίοι θα είναι όργανα της τάξεις υπό την αιγίδα του ΟΗΕ, στον οποίο και θα λογοδοτούν προκειμένου να μην επαναληφθούν τραγωδίες με τόσους αμάχους νεκρούς. Όσοι υπερήρωες δεν συμφωνούν είτε θα απομακρύνονται από την ενεργή δράση είτε, σε περίπτωση που δεν απομακρυνθούν, θα θεωρούνται εκτός νόμου. Όπως είναι αναμενόμενο, ανάμεσα στους ήρωες οι απόψεις διίστανται, με τον Tony Stark/Iron Man (Robert Downey Jr.) να τάσσεται υπέρ του συμφώνου και τον Steve Rogers/Captain America (Chris Evans) να τάσσεται κατά. Όμως η σταγόνα που ξεχειλίζει το ποτήρι είναι μια πράξη για την οποία κύριος υπεύθυνος θεωρείται ο Bucky Barnes (Sebastian Stan), ο καλύτερος φίλος του Captain America, γνωστός και ως Winter Soldier, στρέφοντας τους αγαπημένους μας ήρωες τον έναν απέναντι στον άλλο και μετατρέποντας τους φίλους σε εχθρούς.

Captain-America-and-Iron-Man-in-Captain-America-Civil-War

Ως προς το σενάριο, η ταινία έχει το ατού μερικών εξαιρετικών και πραγματικά καλογραμμένων χαρακτήρων που οι ίδιοι φαίνονται να κατευθύνουν την πλοκή. Εδώ έχουμε έναν ηρωικό Captain America που έχει σαν αδυναμία την πίστη και την αγάπη προς τους φίλους του, πράγμα που του δίνει κίνητρο να μην αποδεχθεί το σύμφωνο μόνο και μόνο επειδή το βλέπει σαν μια καταπίεση της ελευθερίας της ομάδας του. Και στον αντίποδα έχουμε έναν Tony Stark που θέλει να ξεγράψει τα λάθη του παρελθόντος και να λυτρωθεί από τις τύψεις των θανάτων τόσων αθώων που αισθάνεται πως τον βαραίνουν, βάζοντας έτσι ένα στοπ στην παντοδυναμία του για το κοινό καλό.

Το σενάριο δεν επικεντρώνεται τόσο στην έννοια ενός Εμφυλίου ανάμεσα στους υπερήρωες αλλά σε μια κατάσταση που και οι δύο πλευρές έχουν δίκιο και ταυτόχρονα δεν μπορούν να συμβιβαστούν στο αντίθετο, βάζοντας έτσι και τον ίδιο τον θεατή στο δίλημμά «ποια πλευρά να διαλέξω» και χωρίς να τον κατευθύνει σε κάποια επιλογή, πράγμα που σε λίγες ταινίες πετυχαίνει. Βέβαια, μιας και ο Captain America των αδερφών Russo έχει μια τάση στο κατασκοπικό θρίλερ, υπάρχει ταυτόχρονα και κάποιος επιπλέον «κακός» που παίζει ρόλο στην ιστορία, καθώς προσπαθεί να εκμεταλλευτεί  την κατάσταση του εμφυλίου σε όφελος του, τον Zemo (Daniel Brühl). Αν και ο χαρακτήρας του δεν φαίνεται αρκετά καλοδουλεμένος σε σχέση με άλλους του έργου, η ανάμειξη του στην ιστορία είναι καθοριστική και αναπόφευκτη.

Για την σύγκρουση στρατολογούνται πολλοί από τους γνωστούς μας υπερήρωες: στην πλευρά του Iron Man οι War Machine (Don Chaedle), Black Widow (Scarlett Johanson), και Vision (Paul Bettany), ενώ στην πλευρά του Captain America βρίσκουμε τους Falcon (Antony Mackie), Hawkeye (Jeremy Renner), Scarlett Witch (Elizabeth Olsen), Ant-Man (Paul Rudd) και τονBucky. Όμως δύο νέα πρόσωπα κάνουν την εμφάνιση τους στο προσκήνιο (στο πλευρό του Iron Man), με βασικότερο τον Νιγηριανό πρίγκηπα T’Challa και υπερήρωα Black Panther (Chadwick Boseman) στην πρώτη του κινηματογραφική εμφάνιση. Ο νέος ήρωας έχει πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία και ο Boseman φαίνεται αρκετά ταλαντούχος ώστε να μας κάνει να περιμένουμε πως και πως την δική του αποκλειστική ταινία μέσα στο 2017.

captain-america-civil-war-07

Και από την άλλη έχουμε έναν καινούργιο Spider-Man με το πρόσωπο του νεαρού Tom Holland. Πολύ τον περιμέναμε, κυρίως για να δούμε τι θα κάνει η Marvel με τον χαρακτήρα που μέχρι τώρα είχε η Sony στα χέρια της και το αποτέλεσμα ήταν πέντε ταινίες που όμως καμία δεν φαινόταν να πιάνει πλήρως τον χαρακτήρα όπως ήταν στα κόμικς. Ε λοιπόν, αυτή την φορά φαινόμαστε να είμαστε στον καλύτερο δρόμου που θα μπορούσαμε να βρεθούμε: ο Tom Holland είναι ένας εξαιρετικός Spider-Man, έχοντας τον παιδιάστικο χαρακτήρα του ήρωα μα και ταυτόχρονα την εξυπνάδα του, χωρίς να χάσει μάλιστα την ευκαιρία να κλέψει την παράσταση στο σύντομο διάστημα που εμφανίζεται. Πολλοί μιλάνε για τον καλύτερο Spider-Man στην οθόνη, χωρίς να έχουν απόλυτο άδικο.

Πολλοί επίσης είναι αυτοί που μιλάνε για την καλύτερη ταινία «Captain America», ενώ ακόμη κάποια ακόμη μιλούν για την καλύτερη ταινία Marvel, πράγμα που ειπώθηκε και για την προηγούμενη ταινία του ομώνυμου ήρωα, το «Winter Soldier». Την εκρηκτική συνταγή και τότε την εκτέλεσαν οι σκηνοθέτες-αδερφοί Russo, φέρνοντας στο τραπέζι έναν νέο και αρκετά διαφορετικό Captain America με περισσότερο ενδιαφέρον από αυτό ενός «προσκόπου». Και εδώ κάνουν παπάδες έχοντας στα χέρια τους περισσότερους χαρακτήρες και ήρωες για να παίξουν μαζί τους, γυρίζοντας μάλιστα την ταινία με τέτοιο τρόπο που να κουμπώνει αισθήτικά με τις υπόλοιπες, λες και όλες τις γύρισε ο ίδιος άνθρωπος. Και τα καταφέρνουν εξαιρετικά καλά σε αυτό, αλλά για κάποιον που δεν έχει ξαναδεί ταινία της σειράς η ταινία δεν θα έχει τόσο μεγάλο αντίκτυπο όσο σ’ έναν μεγάλο φαν, δεμένο με τους χαρακτήρες.

Εν κατακλείδι, το «Captain America: Civil War» αποδεικνύει πως η μονομαχία δύο μεγάλων υπερηρώων μπορεί να είναι κάτι παραπάνω από ένα ματς ανάδειξης του δυνατότερου των δύο, χωρίς ποτέ να προδίδει το κοινό σε θέαμα και ουσία και συχνά δίνοντας του και περισσότερα απ’ όσα ζητάει. Είναι μια ταινία που όλοι μπορούν να απολαύσουν, ανεξάρτητα με το αν είναι φαν του franchise ή όχι, με χαρά στην αγαπημένη τους αίθουσα σινεμά!

Πέρασε ένας χρόνος

‘Τι κάνει ένα άτομο, άνθρωπο;

Τι κάνει μια οικογένεια, γένος;

Τι κάνει ένα σπίτι, εστία;

Τι κάνει μια συνήθεια, παράδοση;’

Τόπος δράσης: Ένα σπίτι

Χρόνος δράσης: 20ος αιώνας

Πρόσωπα: Άνθρωποι μνήμες

Υπάρχουν κάποια πράγματα πέρα από κάθε λογική που οι άνθρωποι συνεχίζουν να κάνουν ακόμα και σήμερα. Κάποιοι από πεποίθηση, άλλοι από φόβο αλλά οι περισσότεροι από ένα συλλογικό ασυνείδητο που είναι χαραγμένο στο DNA τους. Τι σχέση μπορεί να έχει ένας άνθρωπος που έζησε στις αρχές του 20ου αιώνα με κάποιον που ζει σήμερα. Ποιες μνήμες, ποιες ιστορίες τον ακολουθούν; Ποιες παραδόσεις τον καθορίζουν; πιστεύει σε αυτές ή όχι;

Ο μύθος και η παράδοση πολλές φορές γίνονται βίωμα, μια συνήθεια που ακολουθείται πιστά χωρίς κανείς να σκέφτεται από που προέρχεται, ένα στοιχειό που μας κυνηγάει – και κάποιες φορές το κυνηγάμε – και καθορίζει συμπεριφορές ή και ολόκληρες ζωές. Ένας άνθρωπος πριν φτάσει να γίνει άτομο, είναι συλλογικότητα, είναι μνήμη· η μνήμη του λαού του, η μνήμη των προγόνων του, οι μύθοι, οι παραδόσεις και τα στοιχειά που κουβαλάει.

Επτά νέοι ηθοποιοί, με όχημα την ελληνική παράδοση και την ελληνική ιστορία του 20ου αιώνα, γίνονται αφηγητές-επισκέπτες επί σκηνής σε μια προσπάθεια να συσχετίσουν, πιθανώς να ταυτιστούν και τελικά να ανακαλύψουν τι είναι αυτό που τους στοιχειώνει σήμερα.

Με εργαλείο μια έρευνα που ξεκίνησε το καλοκαίρι του 2015 και βασίστηκε σε Έλληνες ποιητές και πεζογράφους, καταγεγραμμένες μαρτυρίες και την προφορική παράδοση -όπως αυτή σώζεται μέσα από το δημοτικό τραγούδι αλλά και τις ιστορίες που μεταφέρονται από γενιά σε γενιά κατέγραψαν οι ηθοποιοί μέσω συνεντεύξεων σε διάφορα μέρη της Ελλάδας και δούλεψαν για τη δημιουργία μιας παράστασης (devised theatre). Σκοπός αλλά και πρόκληση για αυτούς είναι να αναδείξουν τα στοιχεία εκείνα που μπορεί να μας ενώνουν σε μια κοινή ρίζα πέρα από το χώρο και το χρόνο.

13055672_220530821656476_1165342399926903136_o 12525542_208718076171084_2772776923759931993_o

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ

 

Σκηνοθεσία, Δραματουργική Σύνθεση :

Ναταλία Στυλιανού

 

Φωτισμοί, Σκηνικά, Κοστούμια, Μουσική :

 Η ομάδα

 

Φωτογραφίες :

Γιώργος Πανηγυρόπουλος

 

Ανιχνεύουν και ερμηνεύουν οι :

Δήμητρα Δρακοπούλου

Δημήτρης Κακαβούλας

Ιάκωβος Μηνδρινός

Σεμίνα Πανηγυροπούλου

Θαλής Πολίτης

Θεοδόσης Σκαρβέλης

Αγγελική Στρατή

 

Οργάνωση παραγωγής

Λία Κίκερη

 

Παραγωγή: Έως-art

 

12970884_216504605392431_6163769462876852126_o 12970941_216504488725776_1116705600128372143_o

ΜΕΡΕΣ ΚΑΙ ΩΡΕΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΩΝ

 

Από Πέμπτη 19 Μαΐου για 14 παραστάσεις

 

Κάθε μέρα (εκτός Τρίτης)

στις 21:00

Θυάμιδος 9, Κολωνός

(σταθμός Λαρίσης)

 

Απαραίτητη η κράτηση θέσεων στα τηλέφωνα: 694-762.90.55 και  697-237.91.92

 

Είσοδος ελεύθερη με προαιρετική συνεισφορά

 

 

Περισσότερες πληροφορίες: https://www.facebook.com/peraseenasxronos/?fref=ts&__mref=message

«Το Κορίτσι του Τραίνου» – Πώλα Χόκινς

Μετά το «Κορίτσι που Εξαφανίστηκε», ξεκίνησε ένα νέο κύμα αστυνομικών θρίλερ να αποκτά αντίκρισμα στο κοινό. Γυναίκες ηρωίδες, με τα δικά της θέματα η κάθε μια, όλες τους με ένα μυστήριο να τις περιβάλει και μέσα από την αφήγηση τους να οδηγούμαστε κι εμείς στην επίλυση του γρίφου. Σε αυτή την κατηγορία μπορεί να κολλήσει εύκολα και το «Κορίτσι του Τραίνου» της Πώλα Χόκινς, στο οποίο η Ρέιτσελ, μια γυναίκα με την περισσότερο από άστατη προσωπική της ζωή, μπλέκεται σε ένα μυστήριο εξαφάνισης όταν παρακολουθεί κάτι μέσα από το τραίνο και την ταράζει, ενώ ταυτόχρονα παρακολουθούμε και τις ζωές δύο ακόμη γυναικών που συνδέονται με την πρωταγωνίστρια.

Η αλήθεια είναι πως είχα το βιβλίο στην βιβλιοθήκη μου και με περίμενε για καιρό, όμως μέχρι τώρα λόγω φόρτου δεν είχα ούτε την διάθεση ούτε τον χρόνο να το ξεκινήσω. Όμως πριν από μερικές μέρες κυκλοφόρησε το τρέιλερ της μεταφοράς του βιβλίου στον κινηματογράφο, με πρωταγωνίστρια την Emily Blunt («Sicario») και σκηνοθέτη τον Tate Taylor («The Help»). Το τρέιλερ μου τράβηξε αρκετά το ενδιαφέρον, θυμίζοντας μου σε σημεία το «Κορίτσι που Εξαφανίστηκε», μια σύγκριση που με μια πρώτη ματιά μας περνάει από το μυαλό. Και κάπως έτσι έβαλα το βιβλίο στο πρόγραμμα μου, επιφυλακτικά, και ξεκίνησα το διάβασμα.

Περιττό να πω πως μέσα σε τρεις μέρες είχα ολοκληρώσει το βιβλίο και το είχα επιστρέψει στην βιβλιοθήκη. Και είναι αλήθεια πως ήταν απ’ τα βιβλία που απλά μέτραγα τον χρόνο μέχρι να το ξαναπιάσω, να προχωρήσω ένα κεφάλαιο και να δω παρακάτω. Γι’ αυτό φταίνε πολλά πράγματα. Από την μια πλευρά το γράψιμο ήταν αξιόλογο, απλό και απέριττο, χωρίς να προσπαθεί να εντυπωσιάσει τον αναγνώστη και, από την άλλη, η δομή του έργου ήταν τέτοια που θα έκανε πολλούς νέους συγγραφείς να ζηλέψουν. Χωρισμένο σε τρεις οπτικές πρώτου προσώπου (αντί για μια βολική τριτοπρόσωπη αφήγηση), βλέπουμε διαφορετικά πράγματα κάθε φορά από τον κάθε χαρακτήρα – κάποιες φορές και την ίδια σκηνή από τις δυο της πλευρές – ενώ ταυτόχρονα μας δίνεται και η δυνατότητα να χαλαρώσουμε λίγο από την βασική πλοκή του έργου και να παρακολουθήσουμε μια πιο ήπια αλλά εξίσου σημαντική για το έργο σκηνή, προσδίδοντας έτσι και σε κάθε χαρακτήρα διαφορετικό προφίλ και ψυχισμό, εμπλουτίζοντας το βιβλίο και όχι βαραίνοντας το.

Και αυτοί χαρακτήρες ήταν πολύ πλούσιοι. Τρεις γυναίκες «ηρωίδες» μόνο και μόνο επειδή τυχαίνει να είναι αυτές οι αφηγήτριες, όλες τους άκρως προβληματικές και απρόβλεπτες. Οι περισσότεροι «ήρωες» στο σύγχρονο αστυνομικό – ή θρίλερ, αν προτιμάς – είναι σκοτεινοί και σχεδόν αντιπαθείς, κατά συνθήκη ήρωες του βιβλίου επειδή μπλέχθηκαν κάπου και κάπως πρέπει να σωθούν, μπας και βρουν την λύτρωση. Και, ενώ αυτή η μόδα δεν φαίνεται να ξεπερνιέται, ταυτόχρονα δεν φαίνεται και να ξεφτίζει ή να παύει να δουλεύει, και ας έχουμε ανάγκη από πιο «καλούς» ήρωες.

Αν όμως υπάρχει ένα σημαντικό πρόβλημα με το βιβλίο είναι η έλλειψη ισορροπίας μεταξύ των θηλυκών και των αρσενικών χαρακτήρων. Όχι επειδή είναι ανεπαρκείς οι πρώτοι, αντίθετα φτάνουν και περισσεύουν, όμως το βιβλίο σε πολλά σημεία μοιάζει μονοδιάστατο και πολλοί άνδρες αναγνώστες δεν θα βρουν κάποιον να ταυτιστούν, όπως μπόρεσαν στο «Κορίτσι που Εξαφανίστηκε» χάρη στον άνδρα συν-πρωταγωνιστή και αφηγητή. Επιπλέον αρνητικό χαρακτηριστικό αποτελούν και κάποιες ανατροπές στην ιστορία που εν τέλει δείχνουν προβλέψιμες και ελάχιστα εφευρετικές.

Παρ’ όλα αυτά τα ελαττώματα του, όμως, το «Κορίτσι του Τραίνου» είναι ένα αρκετά καλό θρίλερ και ταυτόχρονα ένα εξαιρετικό πρώτο δείγμα γραφής της συγγραφέως του, η οποία φαίνεται πως ήρθε για να μείνει. Δεν συγκρίνεται εύκολα με το «Κορίτσι που Εξαφανίστηκε» (που ήταν άλλωστε και το τρίτο βιβλίο της Τζίλιαν Φλυν), όμως είναι μια αξιόλογη πρόταση για όσους ψάχνουν ένα καλό ψυχολογικό θρίλερ , γεμάτο αγωνία και που δεν θα θέλουν να το αφήσουν στιγμή από τα χέρια τους.

Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός.

Sivert Høyem : Ο ραψωδός του καταθλιπτικού μας «είναι» επιστρέφει στην Ελλάδα

Στο άκουσμα της είδησης, ότι ο Sivert Høyem έρχεται για άλλη μια φορά στην χώρα μας, εκστασιάστηκα. Όλες αυτές οι αναμνήσεις από τα εφηβικά και πρώιμα φοιτητικά μου χρόνια που αναλογιζόμουν σωστά και λάθη υπό τις μελωδίες των Madrugada, που συντρόφευε τις μεταμεσονύκτιες αϋπνίες μου μέσα από τα επεισόδια της «10ης Εντολής»  και του

«Κόκκινου Κύκλου», σειρές από τις οποίες η μουσική των Madrugada και των 16 Horsepower έγινε γνωστή στο ευρύ κοινό και συνδέθηκε έντονα στον νου όλων ως η υπόκρουση των εγκληματικών και συναισθηματικά φορτισμένων σκηνών του Πάνου Κοκκινόπουλου . Κι αν την πρώτη φορά που εμφανίστηκαν οι Madrugada στο «Ρόδον» , πριν 15 χρόνια, ήταν πρακτικά αδύνατο να είμαι εκεί ( ήμουν μόλις 5 ετών γάρ ), πριν από σχεδόν 2 χρόνια ήμουν αρκετά μεγαλύτερος ώστε να θαυμάσω το μεγαλείο αυτού του καλλιτέχνη να ξεδιπλώνεται πάνω στην σκηνή του Stage Volume 1, ενός συναυλιακού χώρου που πρόλαβε να φέρει πολλά κορυφαία ονόματα στον μόλις έναν χρόνο που λειτούργησε χωρίς αυτό να σημαίνει ότι μπορούσε να τα  υποστηρίξει .

Φέτος ο Sivert πραγματοποιεί το καθιερωμένο mini tour του στην Ελλάδα , όπως κάθε φορά που επισκέπτεται την χώρα μας και κάνει  στάσεις  στο Principal Club Theater στη Θεσσαλονίκη στις 21 Απριλίου , στο Lab Art στον Βόλο στις 22 Απριλίου, στο Piraeus Academy στην Αθήνα στις 23 και 24 Απριλίου και στο Cine Studio στο Ηράκλειο Κρήτης στις 25 Απριλίου. Η διπλή ημερομηνία, φυσικά, στην Αθήνα δεν οφείλεται σε κάποια ειδική μεταχείριση του κοινού του λεκανοπεδίου της Αττικής αλλά στην εξάντληση των εισιτηρίων της εμφάνισης του Σαββάτου και στην θέληση του Sivert να ικανοποιήσει όλους όσους θέλουν να τον ακούσουν σε παλιές και νέες μελωδίες. Εξάλλου αυτά ήταν τα στοιχεία που τον έκαναν αγαπητό στο ελληνικό κοινό, η αμοιβαία αγάπη κι η συνεχής δουλειά του για να παρουσιάζει καινούργια κομμάτια και να ανακαλύπτει καινούργιες πτυχές του μουσικού και μη εαυτού του. Ας πάμε να δούμε ποιά ήταν η πορεία του στον χρόνο και πως κατάφερε να γίνει ένας εκ των κορυφαίων ερμηνευτών και χαρακτηριστικότερων χροιών της παγκόσμιας μουσικής σκηνής.

13059725_10207588697028249_57202962_n

Ο Sivert Høyem γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Νορβηγία. Η μητέρα του ήταν η  Jørun Drevland, μια από τις σημαντικότερες πολιτικούς της νορβηγικής επικράτειας η οποία διετέλεσε για πολλά χρόνια βουλευτής και πρότεινε η πόλη που την εξέλεξε, η Sortland, να βαφτεί όλη στα χρώματα του μπλε, ώστε να αποτελεί ένα αξιοθέατο τέχνης, γεγονός που επετεύχθη και βοήθησε στην τουριστική ανάπτυξη του τόπου. Άξιο αναφοράς είναι ότι σπούδασε ιστορία στο πανεπιστήμιο του Όσλο την ίδια περίοδο που έκανε τα πρώτα του «μουσικά βήματα» με τους Madrugada .

Οι Madrugada άρχισαν να δημιουργούνται το 1993 στο Stokmarknes και πήραν την τελικη τους μορφή το 1995, όταν κι ο κιθαρίστας της μπάντας Robert Burås εισχώρησε στο συγκρότημα κι η μπάντα μετακόμισε στο Όσλο για να αρχίσει τις πρόβες και την σύνθεση του πρώτου της μουσικού

παραμυθιού . Η μουσική αυτού του συγκροτήματος καταφέρνει να σε  ταξιδεύει  σε μακρινούς τόπους, εκτός κι εντός της ψυχής σου όπως τα παραμύθια εξάπτουν την φαντασία των μικρών παιδιών ώστε να δημιουργήσουν τις δικές τους ευτυχισμένες ουτοπίες. Τα σκοτεινά και γεμάτα μυστήριο riffs των πρώτων δυο άλμπουμ της μπάντας, του «Industrial Silence» και του «The Nightly Disease»,  ανέδειξαν το ταλέντο και την ευφυΐα του Robert ενώ οι υπόκωφες και συνάμα δυναμικές μπασογραμμές τους, με χαρακτηριστικότερη αυτή του τέλους του «Higher», έκαναν κατανοητό σε όλους ότι οι Madrugada είχαν ένα μέλος που έδινε οποιαδήποτε χροιά ήθελε στα κομμάτια τους κι αυτό το μέλος δεν ήταν άλλος από τον μπασίστα της μπάντας , τον Frode Jacobsen.

Το συγκρότημα συνέχισε την καλή δουλειά και ανταμείφθηκε για αυτή με τον κόσμο σε όλη την Ευρώπη να συρρέει για να δει τον Sivert και την παρέα του να φτιάχνουν την μοναδική ατμόσφαιρα των δυο προαναφερθέντων δίσκων . Εκείνη την περίοδο , ήρθαν για πρώτη φορά στην χώρα μας κι έτυχαν αποθέωσης ανάλογης του νορβηγικού κοινού , της γενέτειρας τους. Η

«Αυγή»  του 2002 τους βρίσκει σε μια αναζήτηση νέων μουσικών κατευθύνσεων και…. ντράμερ καθώς ο Lauvland Pettersen τους αφήνει . Αποφασίζουν, λοιπόν, με το τρίτη τους δισκογραφική δουλειά , το «Grit» , να κινηθούν σε πιο «σκληροτράχηλα» κι   «πειραματικά μονοπάτια» όσον αφορά τον ήχο τους, με συνοδοιπόρο στα κρουστά, πλέον, τον Simen Vangen. Αυτός ο δίσκος είναι ο προσωπικά αγαπημένος μου από τους Madrugada καθώς συνδυάζει δυναμικές μελωδικές γραμμές του μπάσου και της ηλεκτρικής κιθάρας, απίστευτο drumming από τον Vangen στον μοναδικό δίσκο που τα κρουστά ήταν λίγο πιο πολύπλοκα με πολύ καλή χρήση του hi-hat και γεμάτα τρέλα brake, πράγμα σπάνιο για κομμάτια της συγκεκριμένης μπάντας και την βαθιά μελαγχολική του Sivert που είναι  όπλο  για κάθε μουσικό είδος.

Τότε οι Madrugada προσπάθησαν να κάνουν ένα δυναμικό μπάσιμο στην βρετανική σκηνή και να καθιερωθούν αλλά απέτυχαν αφού ήταν αρκετά χαλαροί   ακόμα στο παίξιμο τους για τα punk και hard rock ‘n’ roll πρότυπα του μουσικού κοινού της Μεγάλης Βρετανίας.

Εκείνη την χρονική περίοδο, η μπάντα άρχισε μια ανοδική πορεία που δεν σταμάτησε ποτέ μέχρι τον ξαφνικό θάνατο του Robert μέσα στο διαμέρισμα του στο Όσλο, ένα γεγονός που δεν θα μπορέσουν να ξεπεράσουν ποτέ ο Sivert κι ο Frode και θα διαλύσουν την μπάντα έναν χρόνο αργότερα, μετά την κυκλοφορία του τελευταίου τους άλμπουμ με τίτλο το όνομα του συγκροτήματος και την περιοδεία τους σε όλη την Ευρώπη με ένα playlist γεμάτο με παλαιότερα κομμάτια τους και διασκευές αγαπημένων κομματιών του  Robert Burås . Madrugada τέλος λοιπόν και η εικόνα που θα μας αφήσουν είναι φωτεινή σε ένα  σκοτεινό  κάδρο, ακριβώς όπως είναι ο ορίζοντας νωρίς το πρωί , όταν εμφανίζεται αυτό που στα ισπανικά και στα πορτογαλικά σημαίνει  Μadrugada  .

Ο Sivert είχε αρχίσει την σόλο καριέρα παράλληλα με την μουσική του πορεία στους Madrugada και το 2004 θα κυκλοφορήσει το πρώτο του σόλο άλμπουμ με τίτλο  «Ladies and Gentlemen of the Opposition», ένας δίσκος που θα περιλαμβάνει αποκλειστικά δικές του συνθέσεις με τις οποίες θα αρχίσει να διηγείται διάφορα περιστατικά της ζωής του καθώς, όπως έχει πει σε πολλές συνεντεύξεις του, γράφει αυτοβιογραφικά και σύμφωνα με τα εκάστοτε ερεθίσματα του. Μάλιστα, θα φτιάξει και την δική του μπάντα, τους The Volunteers και το 2006 θα κυκλοφορήσουν την πρώτη τους δισκογραφική δουλειά, το «Exiles» . Όπως γίνεται κατανοητό, ο Sivert ψαχνόταν με διάφορα μουσικά project κι η παραγωγικότητα του θα φτάσει στο ζενίθ τις χρονιές 2009-2012 , χρονικό διάστημα μέσα στο οποίο θα κυκλοφορήσει δυο προσωπικά του άλμπουμ, το «Moon Landing» και το «Long Slow Distance» , ένα διπλό άλμπουμ με τίτλο «The Best of Madrugada» που θα περιέχει ένα νέο τραγούδι το οποίο θα ονομάζεται

«All This Wanting To Be Free» και θα είναι αφιερωμένο στον αδικοχαμένο  Robert Burås και πολλά singles από τα οποία θα ξεχωρίσει το «Prisoner of the Road» , ένα κομμάτι αφιερωμένο στους μετανάστες καθ’ομολογία του ίδιου του καλλιτέχνη. Το 2012 θα αποχωρήσει από τους Volunteers και 2 χρόνια αργότερα θα θέσει σε κυκλοφορία το πιο σκληρό και ηλεκτρονικό-progressive σόλο δίσκο του, το «Endless Love .

Φέτος, επιστρέφει στην Ελλάδα για να παρουσιάσει την ολοκαίνουργια δισκογραφική δουλειά του που φέρει τον τίτλο «Lioness» κι έχει αποσπάσει ως τώρα τις καλύτερες κριτικές ως το πιο άρτιο και «φωτεινό» άλμπουμ του  Sivert Høyem στα χρόνια της σόλο καριέρας του. Από τον δίσκο ξεχωρίζει το «Sleepwalking Man» που σε κερδίζει από την πρώτη στιγμή με τις μαγικές μελωδίες του τσέλου και του βιολιού, το «The Boss Bossa Nova» που καταφέρνει να είναι με έναν μοναδικό τρόπο ταυτόχρονα το πιο γρήγορο και μελαγχολικό τραγούδι του δίσκου θυμίζοντας λίγο από Leonard Cohen, έναν καλλιτέχνη που θαυμάζει και προσπαθεί να ενστερνιστεί ο Sivert και το «The Riviera of Hades» που αποτελεί μια συνέχεια του «Prisoner of the Road» και μιλά για μια, κατά έναν τρόπο, αιματοβαμμένη ακτή σαν αυτές που κατέληγαν οι πρόσφυγες από την Σοβιετική Ένωση την περίοδο της δικτατορίας του Στάλιν, σαν αυτές που καταλήγουν τώρα οι πρόσφυγες που «ξεριζώθηκαν» από τα σπίτια τους εξαιτίας του πολέμου στην Συρία και γενικότερα στην Μέση Ανατολή.

13078202_10207588707188503_1232357995_o

Με αφετηρία, λοιπόν, την Θεσσαλονίκη και τερματισμό στο Ηράκλειο, ο  Sivert Høyem θα κάνει αυτό που ξέρει καλύτερα από όλους στην παγκόσμια μουσική σκηνή, θα απομονωθεί στους

κόσμους  του μυαλού του και θα προσπαθήσει να μας παρασύρει μέσα τους μέσω των αισθαντικών μουσικών του και των ποιητικών στίχων του. Αυτό που μας μένει είναι να δώσουμε το χέρι μας και πάνω απ’ όλα την ψυχή μας σε αυτόν τον καλλιτέχνη και να αφεθούμε σε ένα ταξίδι στο δικό του και δικό μας συναισθηματικό χάος!!!

* Opening act για τις συναυλίες της Αθήνας θα είναι ο τραγουδοποιός Remi & the road , ένας Έλληνας καλλιτέχνης ο οποίος κινείται  ανάμεσα σε country , folk , bluegrass και rock ‘n’ roll μουσικές εδώ και 5 χρόνια μαγεύοντας το κοινό του με τις μελωδικές ιστορίες των ταξιδιών του ανά τον κόσμο και θυμίζοντας έναν μουσικό του δρόμου σε συνεχή αναζήτηση των  «θέλω» του. Τα opening acts για τις υπόλοιπες εμφανίσεις του Sivert δεν είχαν ανακοινωθεί μέχρι την στιγμή που γράφονταν οι παραπάνω γραμμές.

 

 

 

Info

Πού; Principal Club Theater, Γεωρ. Ανδρέου 56, Θεσσαλονίκη, τηλ. : 231 042 8088

Lab Art, Ζάχου και Βότση γωνία ( Πολυχώρος Τσαλαπάτα ), Βόλος, τηλ. : 2421 403454

Piraeus Academy 117 , Πειραιώς 117, Αθήνα, τηλ.: 210 8820426

Cine Studio, Λεωφόρος Ικάρου κι Ηροδότου 177,  Ηράκλειο Κρήτης, τηλ. : 281 082 3813

Η προπώληση συνεχίζεται στα 25 ευρώ για Αθήνα και Θεσσαλονίκη, στα 20 ευρώ για τον Βόλο και στα 18 ευρώ για Ηράκλειο Κρήτης

Προπώληση : Ηλεκτρονικά στα www.viva.gr και www.ticketpro.gr , τηλεφωνικά στο 11876 και στα καταστήματα Public και Ιανός ( για όλες τις πόλεις )

Στα καταστήματα Musicland ( Tickethouse ), Stereodisc , Rover και Nephilim ( για Θεσσαλονίκη )

Στα καταστήματα Bruno Coffee Store ( Δημητριάδος με Τοπάλη ), Seven Spots, Tender Bar κι Illusion Store ( για Βόλο )

Στο κατάστημα Ticket House, Πανεπιστημίου 42 (εντός της στοάς), τηλ.: 210 3608 366

( για Αθήνα )

Στα καταστήματα Βιβλιοπωλείο Ελευθερουδάκης , Οδός 1821 αρ. 10 , Κέντρο , Πολυχώρος Τεχνόπολις , Λ. Ανδρέα Παπανδρέου 116 , Αμουδάρα , Πολυτεχνείο Καφέ , Οδός Ψαρομιλίγκων 8 , Κέντρο ( για Ηράκλειο Κρήτης )

«The People v. O.J. Simpson»: Η τέλεια απεικόνιση του σήμερα

Πως μια σειρά ανθολογίας για αληθινά εγκλήματα καταφέρνει να σχολιάσει τη σημερινή εποχή μέσα από τη ‘δίκη του αιώνα’.

Σου προτείναμε να τη δεις πριν ακόμα αρχίσει να προβάλλεται. Τώρα, λίγο παραπάνω από δύο μήνες μετά, η σειρά ανθολογίας του FX, «American Crime Story», ολοκλήρωσε την πρώτη σαιζόν της, και χωρίς κανέναν ενδοιασμό μπορούμε να πούμε πως είναι μια από τις καλύτερες σειρές του 2016.

Ο Ryan Murphy, συνδημιουργός του «American Horror Story» (και σεναριογράφος σε πολλές γνωστές σειρές, μεταξύ άλλων και τα «Nip/Tuck», «Glee» και «Scream Queens»), πρόσθεσε άλλη μια επιτυχημένη σειρά στο ενεργητικό του, σε ρόλο παραγωγού και σκηνοθέτη αυτή τη φορά. Το σενάριο για την πρώτη σαιζόν της σειράς, που βασίζεται στο βιβλίο του Jeffrey Toobin «The Run of His Life», ανέλαβαν οι Scott Alexander και Larry Karaszewski, δύο μάστερ των βιογραφικών ταινιών της δεκαετίας του 90΄(«Ed Wood», «The People vs. Larry Flynt» και «Man on the Moon»).

Η σαιζόν «The People v. O.J. Simpson» καταγράφει τη ‘δίκη του αιώνα’ όπως συχνά αποκαλείται, δηλαδή τη δίκη του διάσημου ποδοσφαιριστή ράγκμπι του NFL, Orenthal James Simpson που κατηγορήθηκε το 1994 για τη διπλή δολοφονία της πρώην γυναίκας του, Nicole Brown Simpson και του σερβιτόρου Ronald Lyle Goldman. Παρόλο που η σειρά έκανε μια ομολογουμένως άψογη δουλειά (όπως έχει δηλώσει και η ίδια η Marcia Clark σε συνεντεύξεις επανειλημμένα), στην απεικόνιση της δίκης, των κεντρικών προσώπων και των γενικότερων ιστορικών γεγονότων, ο σκοπός της όμως δεν ήταν απλά να αναβιώσει αυτή την αληθινή ιστορία. Μέσα από αυτό το γεγονός και αυτή τη δίκη, το «American Crime Story» κατάφερε να σχολιάσει/κριτικάρει τη σημερινή εποχή που ζούμε, όσον αφορά τα media, την ποπ κουλτούρα, την πολιτική ορθότητα  και τη γενικότερη κουλτούρα του ‘φαίνεσθαι’ που χαρακτηρίζει τη σημερινή κοινωνία.

photo1
Ray Mickshaw/FX

Αρχικά να ξεκαθαρίσουμε ότι το κείμενο αυτό περιέχει spoilers για τη σειρά αλλά, φαντάζομαι δεν θεωρούνται spoilers εφόσον πρόκειται για πραγματικά γεγονότα που όλοι ξέρουμε την έκβασή τους. Στις 3 Οκτωβρίου του 1995 ο O. J. Simpson κρίθηκε αθώος από τους ενόρκους του δικαστηρίου, μετά από μια δίκη που κράτησε σχεδόν έναν ολόκληρο χρόνο και καθήλωσε ένα ολόκληρο έθνος στις τηλεοράσεις του, όπως καθήλωσε και εμάς η απεικόνισή της, 21 χρόνια μετά, στο FX. Ο κατηγορούμενος αθωώθηκε, παρόλο που όλα τα στοιχεία ήταν αδιάσειστα και αποδείκνυαν την ξεκάθαρη ενοχή του στο έγκλημα. Η Marcia Clark, βασική εισαγγελέας της δίκης, μάζεψε και παρουσίασε στους ενόρκους όλες αυτές τις αποδείξεις της ενοχής του Simpson. Εν ολίγοις, Ο Simpson είχε γνωστή προϊστορία βίαιων επιθέσεων κατά της Nicole, τρίχες του Simpson και ίνες από το αμάξι του βρέθηκαν στον τόπο του εγκλήματος και πάνω στα ρούχα του Goldman,  αίμα του Simpson βρέθηκε στον τόπο του εγκλήματος και στο αμάξι του, ένα γάντι που ήταν στον τόπο του εγκλήματος ήταν ζευγάρι με ένα άλλο που βρέθηκε στο σπίτι του Simpson, οι πατημασιές στον τόπο του εγκλήματος ταίριαζαν με τα πόδια και τα παπούτσια του Simpson, ενώ και ο ίδιος ενοχοποίησε τον εαυτό του, πρώτα αντιδρώντας περίεργα στο τηλεφώνημα που τον ενημέρωνε για τη δολοφονία της πρώην γυναίκας του, και έπειτα, τρέχοντας να ξεφύγει από τη σύλληψη του με το περιβόητο άσπρο Bronco αμάξι του.

Τώρα, σωστά θα αναρωτιέσαι, πως γίνεται να αθωώθηκε ο κατηγορούμενος με τόσες ξεκάθαρες αποδείξεις εναντίον του; Κι όμως, αυτό έγινε γιατί οι ακριβοί δικηγόροι που προσέλαβε ο Simpson για την υπεράσπισή του, είχαν μια πολύ καλύτερη ιστορία να πουν για τον κόσμο, η οποία έβγαζε πιο πολύ νόημα από την ιστορία που εξυπηρετούσαν τα στοιχεία. Βασιζόμενοι στο συναίσθημα, στην προπαγάνδα, στο παιχνίδι με τα media και σε περιστασιακά γεγονότα, κατάφεραν να χτίσουν μια υπόθεση που δημιούργησε στους ενόρκους βάσιμες αμφιβολίες για την ενοχή του Simpson, οι οποίες στη συνέχεια κατάφεραν να τον αθωώσουν. Η ίδια η σειρά, αποφεύγει με μαεστρία να πάρει θέση στο ερώτημα αν ο Simpson είναι ένοχος ή όχι, και δεν χρειάζεται κιόλας, αφού όλα τα στοιχεία είναι εκεί. Σημασία άλλωστε δεν έχουν τα στοιχεία και η αλήθεια, αλλά η μεγάλη εικόνα, η πιο ενδιαφέρουσα και ιντριγκαδόρικη οπτική, το τι θα πει ο κόσμος τέλος πάντων.

photo2
Ray Mickshaw/FX

Η ομάδα υπεράσπισης του Simpson, αποτελείται από δικηγορικούς αστέρες, όπως είναι ο Robert Shapiro (John Travolta) και ο Johnnie Cochran (του φανταστικού Courtney B. Vance), οι οποίοι ξέρουν να παίζουν το παιχνίδι των media και των εντυπώσεων, σε αντίθεση με την κατηγορούσα αρχή των Marcia Clark (καταπληκτική Sarah Paulson) και Chris Darden (Sterling K. Brown) που βασίζονται αποκλειστικά στα στοιχεία. Ο Johnnie Cochran, μεγαλοδικηγόρος, γνωστός για το πάθος του στην υπεράσπιση κατηγορούμενων μαύρου χρώματος, και για την πίστη του ότι η αστυνομία του Los Angeles αποτελείται από ρατσιστές και διεφθαρμένους αστυνομικούς, είναι ο τέλειος άνθρωπος γι’ αυτό το ρόλο. Χάρη στον Cochran, η υπόθεση του Simpson πήρε μυθικές διαστάσεις, αφού συνδέθηκε με θέματα όπως ο ρατσισμός και η διαφθορά της αστυνομίας και του δικαστικού συστήματος. Ξαφνικά, ο O.J Simpson παρουσιάστηκε ως το αδικημένο θύμα- μέλος της μειονότητας που ενοχοποιήθηκε από τους ρατσιστές αστυνομικούς του LAPD. Έγινε σύμβολο ως προστάτης της μαύρης κοινότητας και θύμα ρατσισμού, ενώ συνέβαινε ακριβώς το αντίθετο. Ο Simpson ήταν ένας πετυχημένος και πλούσιος σελέμπριτι που έμενε στην ακριβή του βίλα, παντρεύτηκε μια λευκή ξανθιά γυναίκα, έκανε παρέα με λευκούς, διοργάνωνε pool party με τα φιλαράκια του από το LAPD και σε καμία περίπτωση δεν είχε δείξει διάθεση να γίνει υπέρμαχος των δικαιωμάτων των μαύρων. Τι σημασία έχουν όμως αυτά; Αφού οι μαύροι όντως ενοχοποιούνται άδικα εδώ και δεκαετίες από την αστυνομία και βιώνουν το ρατσισμό καθημερινά στο πετσί τους, ε, το ίδιο θα συνέβη και σε αυτή την περίπτωση. Βγάζει νόημα, ταιριάζει, μια τέτοια ιστορία αδικίας και ρατσισμού πουλάει πιο πολύ, δημιουργεί μεγαλύτερο ντόρο και γίνεται ευκολότερα θέμα λαϊκής κατανάλωσης.

THE PEOPLE v. O.J. SIMPSON: AMERICAN CRIME STORY "Conspiracy Theories" Episode 107 (Airs Tuesday, March 15, 10:00 pm/ep) -- Pictured: (l-r) Sterling K. Brown as Christopher Darden, Cuba Gooding, Jr. as O.J. Simpson. CR: Ray Mickshaw/FX
Ray Mickshaw/FX

Η Marcia Clark, παρόλο που είχε όλα αυτά τα στοιχεία στη διάθεσή της, μπορεί να πει κανείς ότι ήταν άτυχη στην δίκη, καθώς βρέθηκε αντιμέτωπη με δύο άριστους χειραγωγούς των media, την ώρα που αυτή δεν ήξερε και δεν ήταν έτοιμη για τέτοια δημοσιότητα, οπότε λογικό ήταν να τη φάνε ζωντανή. Ήταν πραγματικά άτυχη, γιατί παρά το γεγονός ότι ο Simpson διέπραξε το φόνο και είχε τα στοιχεία για να το υποστηρίξει, διάφορα άλλα τυχαία περιστατικά εδραίωσαν τη θεωρία του Cochran στη συνείδηση του κόσμου.

Η εμβληματική σκηνή με το γάντι, ή η εμπλοκή του ρατσιστή ντεντέκτιβ Mark Fuhrman στην υπόθεση, είναι από τα περιστατικά που κάνουν «τζιζ», ή αλλιώς, που σήμερα θα χαρακτηρίζαμε με τη λέξη «viral». Αυτά τα περιστατικά λειτούργησαν σαν βόμβα, που όταν έσκασε, τύφλωσε τον κόσμο, τραβώντας του την προσοχή από τα αληθινά γεγονότα.

Τώρα βλέπεις ποια είναι σύνδεση της σειράς με την σημερινή ποπ κουλτούρα έτσι; Φαντάσου, ότι ούτε τις σκηνές με τις μικρές Kardashian δεν χρειάστηκε να αναφέρω. Άλλο κεφάλαιο αυτό, όπως άλλο κεφάλαιο είναι και ο σχολιασμός των εκπληκτικών ερμηνειών, των διαλόγων και της σκηνοθεσίας της σειράς, που αν το ξεκινήσω τώρα δεν θα τελειώσει ποτέ αυτό το κείμενο.

Δεν πειράζει, άλλη φορά.

Daredevil – Η 2η Σαιζόν στο Netflix

Το κινηματογραφικό σύμπαν της Marvel είναι αναμφίβολα ο βασιλιάς του κινηματογράφου αυτή τη στιγμή. Με 13 ταινίες στο ενεργητικό της (η πιο πρόσφατη το κοντινό μας πλέον «Captain America: Civil War») και περισσότερα από 9 δις στα ταμεία της, η εταιρία έχει κάνει τρελές δουλειές και ταυτόχρονα καταφέρνει να δίνει στους φαν των κόμικς αυτό που θέλουν.

Και αυτό τώρα τελευταία έχει αρχίσει να γίνεται με τηλεοπτικές σειρές, ξεκινώντας από το «Agents of S.H.I.E.L.D.» στο ABC. Όμως όλα αυτά φαίνονταν πολύ «μαλακά» έργα σε πολλούς, γι’ αυτό και η εταιρία προχώρησε σε μια καρποφόρα συνεργασία με το Netflix, η οποία έφερε πιο σκοτεινές ιστορίες στο προσκήνιο, κάπως μακριά από τους μεγάλους και δυνατούς ήρωες, στα προάστια της Νέας Υόρκης. Αυτές οι σειρές είναι τα «Daredevil» και «Jessica Jones», ενώ αργότερα θα ακολουθήσουν οι «Luke Cage» και «Iron Fist», σχηματίζοντας στη συνέχεια την crossover «Defenders».

Και μέχρι στιγμής το πείραμα έχει πετύχει. Η σκοτεινή και βίαιη προσέγγιση τόσο του «Daredevil» όσο και της «Jessica Jones» έδωσαν την ευκαιρία στην εταιρία να ακουμπήσει πιο ώριμες ιστορίες και θεματολογίες, ενώ στο κοινό δόθηκε η δυνατότητα να κάνει ένα διάλειμμα από τους πιο φανταχτερούς και συνάμα επιφανειακότερους κινηματογραφικούς μύθους. Και η επιτυχία αυτών των σειρών ήταν τέτοια ώστε να ανανεωθούν και οι δύο από το Netflix για νέες περιπέτειες σε νέες σαιζόν. Σήμερα, λοιπόν, σας παρουσιάζουμε την επική επιστροφή του «Daredevil».

Marvel's Daredevil
Marvel’s Daredevil

Ξεκινώ λέγοντας πως ο τυφλός δικηγόρος Ματ Μέρντοκ είναι ένας από τους πιο αγαπημένους μου χαρακτήρες της Marvel (και ο μοναδικός της που μπόρεσα να ακολουθήσω και κάπως στα κόμικς). Ένας πολύ ανθρώπινος υπεράνθρωπος, με ελαττώματα και αδυναμίες, ο οποίος όμως πάντα καταφέρνει να βγαίνει από πάνω και να είναι ο Άνθρωπος Χωρίς Φόβο, μιας και τα χημικά που του στέρησαν την όραση του όξυναν τις υπόλοιπες αισθήσεις. Στην πρώτη σαιζόν τον συναντήσαμε στο πρόσωπο του Charlie Cox να απεικονίζεται σχεδόν τέλεια, κάνοντας μας να ξεχάσουμε τον κάτω του μετρίου προηγούμενο Daredevil (και εξαιρετικό νέο Batman πλέον) Ben Affleck. Και μαζί του ήρθαν οι εξαιρετικοί Elden Henson στο ρόλο του συνεργάτη του Φόγκυ Νέλσον και την Deborah Ann Wool στον ρόλο της γραμματέως τους και πιθανού μελλοντικού του ειδυλλίου Κάρεν Πέιτζ, ενώ στον ρόλο του μεγάλου κακού Kingpin εμφανίστηκε ο  εξαιρετικός Vincent D’Onofrio και σε μικρότερο ρόλο η Rosario Dawson, κάνοντας εμφανίσεις και στη «Jessica Jones».

Με την νέα σαιζόν όμως δεν έχουμε Kingpin. Ο Daredevil πλέον θεωρείται ήρωας στο προάστιο του Hell’s Kitchen και κάθε βράδυ πολεμά το έγκλημα εκ νέου. Αυτή την φορά όμως δεν είναι η μεγάλη του πρόκληση ένας καινούργιος μεγάλος εχθρός, αλλά άλλες όψεις του ίδιου του του εαυτού και αυτού που κάνει: από την μια ο υπερβίαιος εκδικητής «Punisher» (Jon Bernthal), ο οποίος του δείχνει πως ο κανόνας του να μην σκοτώνει δεν φέρνει ποτέ μια απόλυτη νίκη, ενώ στον αντίποδα έχει την μυστηριώδη πρώην του Electra (Elodie Yung), η οποία μοιάζει με μια διέξοδο από την ζωή που ζει.

Αυτή η σαιζόν καταφέρνει να παντρέψει εξαιρετικά τα στοιχεία της αμφιβολίας και του φόβου, βγάζοντας στο φως πτυχές του Ματ που προσπαθούσε να αποφύγει και που τον φέρνουν σε συνεχή διλήμματα, ενώ ταυτόχρονα είναι εμφανείς οι προστριβές του με τα άτομα που αγαπά και θέλει να προστατέψει, κάνοντας όμως το ένα λάθος μετά το άλλο (από την πρώτη σαιζόν το ξέρουμε αυτό). Η ιστορία έχει συνεχή εξέλιξη και γλυτώνει την κοιλιά που συναντήσαμε στα τελευταία επεισόδια της περσινής σαιζόν (και της «Jessica Jones» αντίστοιχα), δίνοντας έτσι και την ευκαιρία στους υπόλοιπους χαρακτήρες να αντιδράσουν διαφορετικά και να εξελιχθούν, αποσπώντας εξαιρετικές ερμηνείες από τους παλιούς μας γνώριμους, χωρίς όμως να τους δίνει πολλά περισσότερα να κάνουν απ’ το να ασχολούνται με αυτά τα θέματα (εκτός ίσως από την Κάρεν, η οποία έχει και αυτή τα δικά της άλυτα μυστήρια και τον δικό της δρόμο που τραβάει).

daredevil-2

Οι εξαιρετικές νέες προσθήκες όμως είναι που κλέβουν την παράσταση. Αρχικά η Elodie Yung ως Electra έχει ίσως την καλύτερη πορεία ως χαρακτήρας για φέτος, γνωρίζοντας πολλά διαφορετικά στάδια ανάπτυξης και φέρνοντας συνεχώς κάτι νέο στο προσκήνιο, με μια πολύ καλή ερμηνεία που όμως επισκιάζεται, δυστυχώς, από τον σίφουνα του Jon Bernal ως «Punisher». Γιατί ο Bernal, παρότι είναι ο τέταρτος ηθοποιός που αναλαμβάνει τον ρόλο, κατά πάσα πιθανότητα είναι και ο καθοριστικότερος. Χωρίς ποτέ να είναι μονοδιάστατος, καταφέρνει να παντρέψει την δράση και την δυναμική των σκηνών δράσεις με μερικές από τις βαθύτερες σκηνές της σαιζόν, αν όχι της τηλεόρασης για φέτος, συνδυάζοντας τον ανδρισμό ενός Tom Hardy και την μοναχικότητα ενός Robert DeNiro στον θρυλικό «Ταξιτζή». Και είναι τόσο συγκλονιστικός που η ερμηνεία του είναι θα μπορούσε να βρεθεί και προτεινόμενη για Emmy, σ’ έναν τέλειο κόσμο πάντα.

Βέβαια, αυτό που όλοι θα λατρέψουν στη νέα σαιζόν είναι οι εξαιρετικές χορογραφίες των σκηνών δράσης. Από την μια επιστρέφουν οι βίαιες μάχες σώμα-με-σώμα της πρώτης σαιζόν, ενώ νέες προσθήκες είναι οι βίαιες συγκρούσεις του Punisher που είναι πιο μεθοδικές και πολεμικές από τις άλλες, φέρνοντας όμως παρόμοια ρίγη με αυτά των βιαιότερων σκηνών του «Walking Dead» κατά καιρούς. Και ναι, υπάρχει ένα αντίστοιχο μονοπλάνο μάχης σαν αυτό της πρώτης σαιζόν, όμως αυτή την φορά υπάρχει περισσότερη δράση, αγωνία και ένταση, δίνοντας νέες διαστάσεις στη δράση που βλέπουμε στην τηλεόραση.

Κλείνοντας, το «Daredevil» επιστρέφει σε μια σαιζόν καλύτερη από την προηγούμενη σε όλα τα επίπεδα, ειδικά στο ερμηνευτικό και σίγουρα σε μεγαλύτερο βάθος. Είναι μια must σειρά τόσο για τους λάτρεις της Marvel, όσο και για όλους όσους επιθυμούν να δουν καλή τηλεόραση. Κι ας είναι από τον υπολογιστή τους, στην συχνότητα ενός Netflix.

«Η εποχή των θαυμάτων» (αυτοβιογραφικά και άλλα)

Η εποχή της τζαζ, η χαμένη γενιά των Αμερικάνων λογοτεχνών, η δεκαετία του ’20. Μια δεκαετία που για πολλούς απαντούσε στη λέξη παράδεισος. Η γενιά των Ε.Ε.Κάμινγκς,  Ε. Χέμινγουεϊ, Β. Τόμσον και φυσικά του Σκοτ Φιτζέραλντ, κύριο εκπρόσωπο αυτής της γενιάς, που πρώτη η Γερτρούδη Στάιν αποκάλεσε « χαμένη γενιά». Ήταν αυτοί που έπεσαν στη παγίδα του χρόνου, αυτοί που έμειναν νέοι για μεγάλο διάστημα.

Ο προσωπικός μύθος του Φιτζέραλντ δομήθηκε, με τον από μικρή ηλικία αλκοολισμό του, τον ιδεαλισμό της εποχής του, το θάρρος και την απλότητα. Θαύμασε τον Χέμινγουεϊ, σε σημείο να τον θεωρεί «τη μόνη αυθεντική μεγαλοφυΐα της γενιάς του». Ο άμετρος αυτός θαυμασμός, πολλές φορές σε βάρος του δικού του ταλέντου, δε θα μπορούσε να μην έχει ψυχολογικά αίτια και την ανάλογη επίδραση στο έργο του.

b8437
Εκδόσεις Printa

Με το να εναποθέτει το ταλέντο μιας  γενιάς σε ένα άτομο, αυτόματα το στερούταν ο ίδιος, απάλλασσε τον εαυτό του από το ‘χρέος’ της δημιουργίας σπουδαίων έργων  (αυτά θα τα έκανε ο Έρνεστ) και έχοντας απωθήσει τις όποιες ενοχές, μπορούσε πλέον να στοχεύσει σε μια άλλη χρησιμοθηρική λογοτεχνία.

Όπως γράφει ο G. Westcott  «όχι μόνο έλεγε, αλλά νομίζω πραγματικά πίστευε πως ο Χέμινγουεϊ ήταν ασυναγώνιστος και πολύ σπουδαιότερος του. Από τη στιγμή που ο Χέμινγουεϊ άρχισε να δημοσιεύει, πολύ λίγη σημασία είχε ίσως, τι θα έγραφε ή τι θα παρέλειπε να γράψει ο ίδιος. Ένιωθε ελεύθερος να γράφει μόνο για τα χρήματα και να ζει για τη χαρά της ζωής, αν κάτι τέτοιο είναι δυνατόν»

Η αδυναμία να αναγνωρίσει το ταλέντο του σε καμία περίπτωση δε στερεί τη λογοτεχνική σημασία των μεγάλων του έργων. Μέχρι το θάνατό του στα σαράντα τέσσερα, δημοσίευσε τέσσερα μυθιστορήματα και πλήθος διηγημάτων. «Η εποχή των θαυμάτων», ένα βιβλίο με δύο μέρη. Το πρώτο αποτελείται από αυτοβιογραφικά κείμενα και το δεύτερο περιλαμβάνει πέντε εξαιρετικές νουβέλες.

Στα αυτοβιογραφικά κείμενα εγκλωβίζει φωτογραφικά, την εποχή της τζαζ, των δυνατών προβολέων και των φώτων που τρεμοπαίζουν στο σκοτάδι, την εποχή των ωραίων νέων προσώπων και αυτών που πιστεύουν  πως αυτή η γενιών των νέων, είναι μια ψευδής αντανάκλαση, τα  ¨κάποια¨ ιδανικά του όλο αντιθέσεις Αμερικάνικου ονείρου. «Ήταν μια εποχή θαυμάτων, μια εποχή τέχνης, ήταν μια εποχή υπερβολής, και ήταν μια εποχή σάτιρας». Μέχρι η τζαζ να εξασφαλίσει τη θέση που έχει σήμερα, σήμαινε πρώτα σεξ (είχε συνδεθεί με τη σεξουαλική απελευθέρωση), έπειτα χορό και τέλος μουσική, ταυτίστηκε με μια κατάσταση συνεχούς νευρικού ερεθισμού των μεγαλουπόλεων.

Ο πόλεμος σημάδεψε αυτή τη γενιά. Το 1917 ο Φιτζέραλντ κατατάχθηκε στον αμερικάνικο στρατό. Το απραγματοποίητο όνειρο του να βρεθεί στα χαρακώματα είναι διάχυτο στο έργο του. Έχει μια ρομαντική, ίσως ιδεαλιστική ιδέα του πολέμου και όπως τονίζει ο Westcott « πόλεμος δε σημαίνει μόνο να πεθαίνεις αλλά και να σκοτώνεις», μια λεπτομέρεια που μάλλον ο Φιτζέραλντ απωθούσε πεισματικά.

Τα αυτοβιογραφικά αυτά κείμενα, έχουν πολλές αναφορές λογοτεχνικών αριστουργημάτων της εποχής, Οδυσσέας 1921, Ο Σεΐχης 1922, Το πράσινο καπέλο 1924, Ο εραστής της Λαίδης Τσάττερλυ 1928. Μια σειρά μυθιστορημάτων που όπως φαίνεται «αποκατέστησαν την αξιοπρέπεια του αντρικού φύλου, σε αντίθεση με τον Αμερικάνικο υπερ-άντρα». Ο οποίος για τη Στάιν «Δεν είναι μια αρκετά μεγάλη παραγγελία ώστε να χωρέσει τις διαστάσεις όλων των σημασιών που είχε η λέξη ‘άντρας’ στο παρελθόν; Ακούς εκεί, ‘υπερ-άντρας’!»

Όταν ο Φρόυντ και ο Γιούνγκ αντίκρισαν το λιμάνι της Αμερικής είπαν «που να ήξεραν ότι τους φέρνουμε την πανούκλα». Πράγματι η ψυχανάλυση  επηρέασε άμεσα τον μέσο Αμερικάνο, σε διαστάσεις πανούκλας! «Τα αζήτητα κορίτσια.., διάβαζαν Φρόυντ και ο Γιούνγκ  αναζητώντας τη διανοητική τους ανταμοιβή και επέστρεφαν κλαίγοντας στην καθημερινή φθορά».

Η βία ήταν μια καθημερινή κατάσταση, άνθιζε μαζί με την οικονομία, ήταν ένα τόσο ‘καλό’ δείγμα της αστικής πραγματικότητας. Η μοναξιά και η απόγνωση συνόδευαν την κρίση ταυτότητας που είχε πάρει μαζικές διαστάσεις, «άρχισα να ουρλιάζω γιατί είχα κάθε τι που ήθελα και ήξερα πως δε θα είμαι ποτέ πια τόσο ευτυχισμένος».

Σταδιακά άρχισαν να αφήνουν στην άκρη το ρόλο του παρατηρητή, υιοθετούσαν μια παθητική τάση εκείνου που τον παρατηρούν, με πρόσχημα τη διατήρηση μιας ήδη χαμένης αθωότητας. Επικρατούσε μια γενική νεύρωση που οδηγούσε σταθερά στην  υστερία. Η εποχή της τζαζ είχε την ‘τύχη’  να αποδομήσει τα σταθερά σημεία της γενιάς του ’20. Σύμβολα μεταβάλλονταν σε αναμνήσεις και κοινοτοπίες.

Αυτοβιογραφούμενος  ο Φιτζέραλντ τολμάει να (ανα)βαπτιστεί ‘Σπατάλη’. Εύκολα συνδέουμε αυτή την (ανα)γέννηση με τη Νιτσεϊκή σπατάλη λόγου των καλλιτεχνών. Τη μοναδική σπατάλη της γλώσσας. Ήταν πράγματι μια γενιά που δοκίμαζε τα όρια της γλώσσας, τα έσπαγε και δημιουργούσε κάτι ποιοτικά νέο.

Ο Φιτζέραλντ μέσα σε μια νύχτα, τη στιγμή της δημοσίευσης του πρώτου του μυθιστορήματος, έγινε από ερασιτέχνης, συγγραφέας. Έζησε την πραγμάτωση του ονείρου, με ότι αυτό συνεπάγεται.

Ένα από τα κείμενα είναι το «The crack-up». Με αυτό ολοκληρώνει το τρίτο στάδιο του προσωπικού του ραγίσματος. Το πρώτο ήταν με το «Ο Μεγάλος Γκάτσμπυ» και το επόμενο με το «Τρυφερή είναι η νύχτα». Το ράγισμα ολοκληρώνεται σωρευτικά από πλήθος αιτιών. Χρόνια υπερ-κόπωση, οικονομικά προβλήματα, εμπορική αποτυχία, αλκοολισμός, η ψυχική ασθένεια της γυναίκας του. Γραμμένο σε εξομολογητικό τόνο το κείμενο προσέλκυσε πάλι το αναγνωστικό ενδιαφέρον, αμφισβητώντας το βάθος του ραγίσματος. Όπως λέει ο ίδιος «το ράγισμα είναι για αυτούς που στα σαράντα τους διαπιστώνουν ότι το καπέλο του ταχυδακτυλουργού ήταν άδειο».

Λένε πως ο Φιτζέραλντ ήταν ο Γκάτσμπυ, καταχρηστικά μπορούμε να πούμε πως «το ράγισμα» είναι η γενιά του ΄20, η εποχή της τζαζ. Με ύφος εύκολο, εξομολογητικό, σε προσωπικό τόνο πολλές φορές (χρήση α΄ ενικού), γοητευτική έκφραση χωρίς περιττές φιοριτούρες κατάφερε να αποδώσει τις αντιφάσεις των ‘πραγματικοτήτων’ της εποχής του.

«Batman V Superman» – Η Αυγή της Δικαιοσύνης

Η ταινία που όλοι περιμέναμε. Όχι μόνο επειδή το σύμπαν λατρεύει τον Batman (και ήθελε να δει τον Ben Affleck στο ρόλο, είτε για να γιουχάρει είτε για να χειροκροτήσει), ούτε επειδή όλοι περίμεναν τον Superman (Henry Cavill) στη συνέχεια του «Man of Steel» (λίγοι ήταν, και πάλι), ή επειδή αυτή θα είναι η πρώτη φορά που εμφανίζεται στην οθόνη η Wonder Woman (Gal Gadot) ή ακόμη και τον πρόλογο για μια «Justice League». Όχι. Αυτή την ταινία την περιμέναμε όλοι για να δούμε τους δύο διασημότερους ήρωες στην ιστορία των κόμικς να εμφανίζονται για πρώτη φορά ΜΑΖΙ στο πανί, την ίδια ιστορία και το ίδιο πλάνο. Τι τρέχει όμως με το «Batman V Superman» σαν τελικό αποτέλεσμα;

eikona1

Η ιστορία συνεχίζεται λίγο καιρό μετά από τα γεγονότα του «Man of Steel», όπου ο Superman μετά την καταστροφή της Μετρόπολις και τους θανάτους που ήρθαν με αυτήν είναι ένας αμφιλεγόμενος ήρωας. Και ανάμεσα σε όσους έχουν τσαντιστεί είναι και ο Bruce Wayne, γνωστός σε εμάς και ως Batman, ο οποίος έχασε κόσμο από την εταιρία του και βλέπει τον Superman σαν απειλή, όσο ταυτόχρονα ο τελευταίος αντιμετωπίζει τους προσωπικούς του δαίμονες, βλέποντας πώς η μάχη του για το καλό έχει πάντα κακές επιπτώσεις σε όλους. Και κάπου εκεί έρχεται η σύγκρουση μεταξύ των δύο, των οποίων οι διαφορές είναι πιο αισθητές από τα κοινά τους ιδανικά και το μόνο που καταφέρνουν είναι να τους φέρνουν αντιμέτωπους, σε μια μάχη που μόνο ο ένας μπορεί να κερδίσει.

Αυτή ακούγεται σαν μια ωραία ιστορία, η οποία με τον κατάλληλο χειρισμό θα μπορούσε να πει πολλά. Όμως είναι πολλά σημεία που οι σεναριογράφοι David S. Goyer (συμμέτοχος και στην τριλογία του Nolan) και Chris Terrio (Όσκαρ Σεναρίου στο «Argo») φαίνονται να χάνουν την μπάλα. Πρώτα απ’ όλα, η προσέγγιση τους είναι πολύ επιδερμική σε στιγμές, καθώς όλα φαίνονται να κινούνται υπερβολικά γρήγορα και δεν δίνεται ο απαραίτητος χρόνος στους χαρακτήρες να αναπνεύσουν και να διεκδικήσουν τον χρόνο τους στο έργο με αποτέλεσμα το τελικό σενάριο να αναλώνει μια ενδιαφέρουσα πλοκή τραβώντας την από τα μαλλιά και χωρίς να διασκεδάζει κανέναν. Κι έπειτα, στην προσπάθεια δημιουργίας ενός ευρύτατου κινηματογραφικού σύμπαντος της DC Comics (σαν αυτού της Marvel) βασίζεται σε πολύ αδύναμα θεμέλια (με μια μόνο ταινία, ενώ η Marvel χρειάστηκε πέντε για να προχωρήσει) και έτσι το αποτέλεσμα είναι βιαστικό, χωρίς να έχει εμφανείς στόχους και καταλήγοντας μόνο να το επιβαρύνει και να μην του προσθέτει.

eikona 2

Και αυτό το στοιχείο αποτελεί βαρίδι και στο ερμηνευτικό κομμάτι. Πολλά ταλέντα εμφανίζονται στο έργο, χωρίς όμως να αξιοποιούνται επαρκώς. Ο Perry White του Laurence Fishburne, ο Alfred του Jeremy Irons, η γερουσιαστής της Holly Hunter, ο τραυματίας Scoot McNairy, όμως και τα νέα μέλη της «Justice League» Aquaman (Jason Mamoa), Cyborg (Ray Fisher) και Flash (Ezra Miller, με κάπως μεγαλύτερη εμφάνιση απ’ τους άλλους), με τόσο μικρές εμφανίσεις φαίνονται εντελώς ανολοκλήρωτοι.  Και έπειτα έχουμε τα βασικότερα μέλη του καστ, ξεκινώντας απ’ όσους επιστρέφουν απ’ το Man of Steel». Η Amy Adams ως Lois Lane και ο Cavill σαν Superman. Η πρώτη αυτή τη φορά έχει να κάνει λίγα περισσότερα πράγματα απ’ το να κινδυνεύει (όχι πως δεν το κάνει) ή να μας κάνει να απορούμε για το πόσες δημοσιογράφοι είναι τόσο φωτογενείς και μπορούν ισορροπήσουν σε ψηλά τακούνια, ενώ ο Cavill εξακολουθεί να μοιάζει με τον Superman αλλά να μην πείθει ερμηνευτικά, βγάζοντας από μέσα του όλο αυτό που θα τραβήξει την συμπάθεια του κοινού στην αρχή αλλά όχι τον σεβασμό του. από τα νέα μέλη, η προσθήκη της Gal Gadot σαν Wonder Woman αποδεικνύεται εύστοχη επιλογή στο ρόλο αλλά δεν έχει τον απαραίτητο χρόνο για να μας δικαιολογήσει την παρουσία της. Ύστερα έχουμε τον Jesse Eisenberg στο ρόλο του κακού Lex Luthor, ο οποίος είναι αρκετά φλύαρος στο κείμενο – και υπερβολικός σε σημεία – όμως ο Eisenberg είναι αρκετά ταλαντούχος για να αφήσει τον χαρακτήρα να αναπνεύσει και να είναι ξεχωριστός. Και απ’ την άλλη έχουμε τον Ben Affleck σαν Batman, η επιλογή του οποίου θεωρήθηκε τόσο αμφιλεγόμενη με το που ανακοινώθηκε πριν σχεδόν τρία χρόνια. Κι όμως, τελικά ο Affleck ξεπερνά κάθε προσδοκία. Όχι μόνο γιατί παίζει καλά, αλλά επειδή ΓΙΝΕΤΑΙ ο Batman, βουλώνοντας  στόματα με την κατανόηση και τον σεβασμό που δίνει στο ρόλο. Μόνο αρνητικό του ίσως είναι πως δεν μας δείχνει πολύ την περσόνα του Bruce Wayne, όμως γι’ αυτό μάλλον θα περιμένουμε την ατομική ταινία Batman, που πρόκειται να σκηνοθετήσει ο ίδιος ο Affleck.

Στο τέλος όμως πραγματικός πρωταγωνιστής αναδεικνύεται ο σκηνοθέτης Zac Snyder, ο οποίος επενδύει όλη την ενέργεια του έργου σε εξαιρετικά, στυλιζαρισμένα κάδρα και άφθονη δράση (σε μικρότερη κλίμακα απ’ όση περιμέναμε), δημιουργώντας ένα έργο εξαιρετικής αισθητικής, με την γνωστή σκοτεινή φωτογραφία του Larry Fong και την επική μουσική των Hans Zimmer και Junkie XL, χάνοντας ίσως λίγο από τα ειδικά εφέ σε σημεία (ειδικά μέσω ενός χαρακτήρα full CGI). Όμως επειδή ένας άξιος πρωταγωνιστής δεν είναι τίποτα χωρίς το κατάλληλο κείμενο, κάπου ξεκινάνε τα προβλήματα. Ο Snyder φαίνεται περισσότερο να ποντάρει στην εικόνα καθ’ αυτή και λιγότερο να θέλει να πει κάτι βαθύτερο ή ακόμη και να διασκεδάσει, ακόμη και με τα πιο στυλιζαρισμένα και γρήγορα πλάνα της καριέρας του, στην προσπάθεια επανασύστασης αρκετών απ’ τους γνωστότερους ηρώων κόμικς. Και κάπου εδώ χάνεται μέρος της μαγείας, της έκπληξης και της προσμονής, δημιουργώντας ένα υπερφορτωμένο έργο που προσπαθεί να σημείο κατατεθέν μιας μυθικής συνάντησης και καταλήγει ένας μακροσκελής και φλύαρος πρόλογος μιας άλλης ιστορίας.

Το «Batman v Superman» δεν είναι κακή ταινία, απογοητεύει όμως γιατί σημαδεύει πολύ ψηλά και καταρρίπτεται πολύ γρήγορα. Μπορεί να έχει έναν εξαιρετικό Batman και ένα στόρι με περισσότερη ίντριγκα από το «Man of Steel», όμως χάνει στον τομέα του σεναρίου και της συνολικής ουσίας. Κανείς δεν θα περάσει άσχημα να την δει, όμως δεν θα φύγει και με κάτι πραγματικά αξιομνημόνευτο, πέρα ίσως απ’ το γεγονός πως η αγία τριάδα της DC είναι, επιτέλους, ολοκληρωμένη σ’ ένα κοινό πλάνο.

Το «Bloodline» επιστρέφει: Όλα όσα γνωρίζουμε για τη 2η σεζόν

Μπορεί να μην κουβαλάει τη φήμη του «House of Cards» ή του «Marvel’s Daredevil», αλλά όσοι το έχουν παρακολουθήσει, ξέρουν ότι το Bloodline έχει πάρει επάξια τη θέση του στη λίστα με τις ποιοτικότερες σειρές του Netflix.

Ναι, για όποιον δεν το κατάλαβε, τελικά η δεύτερη σεζόν της σειράς δεν προβλήθηκε την Κυριακή που μας πέρασε, όπως λέγαμε εδώ, αλλά πήρε μια μικρή παράταση δύο μηνών. Άργησε η παραγωγή; Δεν θέλανε να συμπέσει μαζί με τις καινούριες σεζόν του «House of Cards» και του «Daredevil» που κυκλοφόρησαν αυτό το μήνα; Ήθελαν να το φέρουν πιο κοντά στις ημερομηνίες για τα βραβεία Emmy; Κανείς δεν ξέρει, το σημαντικό που κρατάμε είναι ότι θα έρθει, γι’ αυτό πάμε να δούμε όλα τα στοιχεία που έχουν δοθεί στη δημοσιότητα για τη δεύτερη σεζόν.

photo1
© Netflix

Βασικά όχι, για να μην spoilαριστεί κανείς, πάμε καλύτερα πρώτα να πούμε δύο-τρία πραγματάκια για εκείνους που δεν την έχουν δει, και ύστερα (αφού θα έχουμε προειδοποιήσει για spoilers), θα μιλήσουμε με την ησυχία μας για τη δεύτερη σεζόν.

Το Bloodline λοιπόν, είναι ένα δράμα τοποθετημένο στα παραδεισένια νησιά Κις της Φλόριντα, όπου ζει και βασιλεύει η δημοφιλής οικογένεια των Rayburns, γνωστοί για το πολυτελές παραλιακό θέρετρο που λειτουργούν. Για την οικογένεια των Rayburns όλα είναι φαινομενικά τέλεια: Ο πατριαρχικός πατέρας Robert (Sam Shepard) και η μητέρα Sally (Sissy Spacek) επιτυχημένοι επιχειρηματίες, ο γιος-καμάρι της οικογένειας John (Kyle «Friday Night Lights» Chandler), η πιστή κόρη Meg (Linda Cardellini, ίσως τη θυμάσαι απ’ το «Freaks and Geeks») και ο θερμοκέφαλος μικρός γιος Kevin (Norbert Leo Butz). Τους Rayburns συμπληρώνει ο μεγαλύτερος γιος και μαύρο πρόβατο της οικογένειας, Danny (Ben Mendelsohn), ο προσωρινός ερχομός του οποίου δεν είναι για καλό. Ο Danny επιστρέφει στο πατρικό του και μαζί του θα φέρει στην επιφάνεια διάφορα τραγικά μυστικά και δαίμονες του παρελθόντος που θα έρθουν να ταράξουν τα νερά της φαινομενικά τέλειας οικογένειας.

photo2
© Netflix

Δεν θα πω παραπάνω γιατί όσο λιγότερα ξέρεις τόσο περισσότερο θα το απολαύσεις, αλλά το σενάριο του Bloodline είναι καταπληκτικό. Εκτός από τις εξελίξεις της ιστορίας, οι χαρακτήρες είναι εξαιρετικά καλογραμμένοι και οι οικογενειακοί δεσμοί και οι σχέσεις που έχουν μεταξύ τους, αριστουργηματικά αποτυπωμένες.

Ο ρεαλισμός του σεναρίου σε συνδυασμό με τις απίστευτες ερμηνείες, -ειλικρινά μοιάζει σαν οι ηθοποιοί να διαγωνίζονται για το ποιος θα παίξει καλύτερα, με ξεκάθαρο νικητή τον Mendelsohn- τη σεμιναριακή χρήση των flashbacksκαι τα πανέμορφα σκηνικά, αποτελούν μόνο λίγα από τα θετικά που ανεβάζουν τόσο ψηλά το επίπεδο αυτής της σειράς.

Το μόνο αρνητικό που θα μπορούσε να προσάψει κανείς στο Bloodline, είναι ότι κυλάει κάπως αργά η ιστορία, ειδικά προς τη μέση της σεζόν, αλλά σε έχει απορροφήσει τόσο πολύ από το πρώτο επεισόδιο, που πραγματικά δεν σε νοιάζει αν αργεί λίγο.

Με λίγα λόγια, βάλε και δες το Bloodline, θα σε συγκλονίσει.

photo3
© Netflix

Τώρα που ξεμπερδέψαμε με αυτό και απομείναμε αυτοί οι λίγοι που έχουμε δει τη σειρά, πάμε να δούμε τα στοιχεία και γενικά το τι γνωρίζουμε μέχρι στιγμής για τη δεύτερη σεζόν που έρχεται.

Προφανώς ακολουθούν SPOILERS.

Λίγο πριν τελειώσει η πρώτη σεζόν, και μετά το θάνατο του Danny (που ξέραμε από το πρώτο επεισόδιο), στοιχηματίζω ότι όλοι πιστεύατε (μαζί σας και εγώ) πως θα τελειώσει η σειρά, δεν θα υπάρξει άλλη σεζόν ή τουλάχιστον πως πρόκειται για σειρά ανθολογίας.

Πως άλλωστε να συνεχίσεις σε μια δεύτερη σεζόν, όταν ο πιο κεντρικός και αγαπημένος χαρακτήρας έχει πεθάνει; Ε λοιπόν, εκτός από το cliffhangerμε την εμφάνιση του άγνωστου γιου του Danny, στο τέλος της πρώτης σεζόν, ο οποίος λογικά θα μας απασχολήσει σε μεγάλο βαθμό στη δεύτερη, μαθαίνουμε πως στο ρόλο του Danny θα επιστρέψει κανονικά ο BenMendelsohn, αλλά μέσα από flashbacksαυτή τη φορά. Όπως δήλωσε σε συνέντευξη ο ένας εκ των δημιουργών της σειράς, Glenn Kessler (οι άλλοι δύο είναι ο Todd A. Kessler και ο Daniel Zelman), «Το DNAτης σειράς ασχολείται πάρα πολύ με το παρελθόν.

Θα μάθουμε περισσότερα για το παρελθόν του Danny και το πώς επηρέασε την οικογένεια του. Υπάρχει μια πολύ σημαντική ιστορία που θέλουμε να αφηγηθούμε και αυτή περιέχει μέσα τον Danny».

Οπότε θα έχουμε μπόλικο Danny, μην αγχώνεστε.

Απ’ την άλλη, ο άλλος νεκρός χαρακτήρας, ο πατέρας Robert, δεν θα εμφανιστεί πουθενά φέτος. Όλοι οι άλλοι κεντρικοί χαρακτήρες θα είναι ξανά εδώ, με το καστ να συμπληρώνουν δύο νέες προσθήκες, του John Leguizamo και της Andrea Riseborough. Επίσης, η δεύτερη σεζόν θα αποτελείται από 10 επεισόδια αυτή τη φορά, αντίθετα με την πρώτη που είχε διάρκεια 13 επεισοδίων.

Τέλος, τις προάλλες που το Netflix ανακοίνωσε την ημερομηνία της δεύτερης σεζόν (27 Μαΐου) τη συνόδευσε μαζί με μια μικρή σύνοψη για αυτά που πρόκειται να παρακολουθήσουμε.

© Netflix
© Netflix

«Η δεύτερη σεζόν ξεκινάει με την οικογένεια Rayburn καθώς προσπαθεί να κρύψει αυτό το αδιανόητο έγκλημα που διέπραξε. Μυστηριώδεις άγνωστοι από το παρελθόν του Danny κάνουν την εμφάνιση τους με επικίνδυνους σκοπούς. Οι αρχές φτάνουν κοντά στην εύρεση της αλήθειας σχετικά με το θάνατο του Danny.

Η άλλοτε αρμονικά δεμένη οικογένεια, τώρα έχει δηλητηριαστεί από τα γεγονότα και οι σχέσεις των μελών διακατέχονται από παράνοια και έλλειψη εμπιστοσύνης. Τα ψέματα εκτίθενται. Οι συμμαχίες προδίδονται. Οι σχέσεις καταστρέφονται. Βρισκόμενοι με την πλάτη στον τοίχο, οι καλοί άνθρωποι πρέπει να κάνουν κακά πράγματα…»