«Captain America: Civil War» – Η Μεγάλη Μάχη

Φέτος είναι η χρονιά που οι μεγαλύτεροι υπερήρωες απ’ όλους έρχονται ο ένας αντιμέτωπος με τον άλλο, όμως αυτή την φορά δεν κονταροχτυπιούνται μόνο στα ταμία. Ο Batman και ο Superman παίξανε το –μέτριο– ξύλο τους στο «Batman V.Superman: Dawn of Justice», ενώ τηλεοπτικά ο Daredevil και ο Punisher λύσανε –επιτυχώς– τις διαφωνίες τους στο «Daredevil» του Netflix. Τώρα όμως είναι η σειρά ενός άλλου event μάχης μεταξύ των αγαπημένων σας ηρώων, του Captain America και του Iron Man στο «Captain America: Civil War».

Μετά τα γεγονότα και τις καταστροφές που προκλήθηκαν στις προηγούμενες ταινίες της Marvel, ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών υποβάλει στους Avengers ένα σύμφωνο κατά το οποίο οι τελευταίοι θα είναι όργανα της τάξεις υπό την αιγίδα του ΟΗΕ, στον οποίο και θα λογοδοτούν προκειμένου να μην επαναληφθούν τραγωδίες με τόσους αμάχους νεκρούς. Όσοι υπερήρωες δεν συμφωνούν είτε θα απομακρύνονται από την ενεργή δράση είτε, σε περίπτωση που δεν απομακρυνθούν, θα θεωρούνται εκτός νόμου. Όπως είναι αναμενόμενο, ανάμεσα στους ήρωες οι απόψεις διίστανται, με τον Tony Stark/Iron Man (Robert Downey Jr.) να τάσσεται υπέρ του συμφώνου και τον Steve Rogers/Captain America (Chris Evans) να τάσσεται κατά. Όμως η σταγόνα που ξεχειλίζει το ποτήρι είναι μια πράξη για την οποία κύριος υπεύθυνος θεωρείται ο Bucky Barnes (Sebastian Stan), ο καλύτερος φίλος του Captain America, γνωστός και ως Winter Soldier, στρέφοντας τους αγαπημένους μας ήρωες τον έναν απέναντι στον άλλο και μετατρέποντας τους φίλους σε εχθρούς.

Captain-America-and-Iron-Man-in-Captain-America-Civil-War

Ως προς το σενάριο, η ταινία έχει το ατού μερικών εξαιρετικών και πραγματικά καλογραμμένων χαρακτήρων που οι ίδιοι φαίνονται να κατευθύνουν την πλοκή. Εδώ έχουμε έναν ηρωικό Captain America που έχει σαν αδυναμία την πίστη και την αγάπη προς τους φίλους του, πράγμα που του δίνει κίνητρο να μην αποδεχθεί το σύμφωνο μόνο και μόνο επειδή το βλέπει σαν μια καταπίεση της ελευθερίας της ομάδας του. Και στον αντίποδα έχουμε έναν Tony Stark που θέλει να ξεγράψει τα λάθη του παρελθόντος και να λυτρωθεί από τις τύψεις των θανάτων τόσων αθώων που αισθάνεται πως τον βαραίνουν, βάζοντας έτσι ένα στοπ στην παντοδυναμία του για το κοινό καλό.

Το σενάριο δεν επικεντρώνεται τόσο στην έννοια ενός Εμφυλίου ανάμεσα στους υπερήρωες αλλά σε μια κατάσταση που και οι δύο πλευρές έχουν δίκιο και ταυτόχρονα δεν μπορούν να συμβιβαστούν στο αντίθετο, βάζοντας έτσι και τον ίδιο τον θεατή στο δίλημμά «ποια πλευρά να διαλέξω» και χωρίς να τον κατευθύνει σε κάποια επιλογή, πράγμα που σε λίγες ταινίες πετυχαίνει. Βέβαια, μιας και ο Captain America των αδερφών Russo έχει μια τάση στο κατασκοπικό θρίλερ, υπάρχει ταυτόχρονα και κάποιος επιπλέον «κακός» που παίζει ρόλο στην ιστορία, καθώς προσπαθεί να εκμεταλλευτεί  την κατάσταση του εμφυλίου σε όφελος του, τον Zemo (Daniel Brühl). Αν και ο χαρακτήρας του δεν φαίνεται αρκετά καλοδουλεμένος σε σχέση με άλλους του έργου, η ανάμειξη του στην ιστορία είναι καθοριστική και αναπόφευκτη.

Για την σύγκρουση στρατολογούνται πολλοί από τους γνωστούς μας υπερήρωες: στην πλευρά του Iron Man οι War Machine (Don Chaedle), Black Widow (Scarlett Johanson), και Vision (Paul Bettany), ενώ στην πλευρά του Captain America βρίσκουμε τους Falcon (Antony Mackie), Hawkeye (Jeremy Renner), Scarlett Witch (Elizabeth Olsen), Ant-Man (Paul Rudd) και τονBucky. Όμως δύο νέα πρόσωπα κάνουν την εμφάνιση τους στο προσκήνιο (στο πλευρό του Iron Man), με βασικότερο τον Νιγηριανό πρίγκηπα T’Challa και υπερήρωα Black Panther (Chadwick Boseman) στην πρώτη του κινηματογραφική εμφάνιση. Ο νέος ήρωας έχει πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία και ο Boseman φαίνεται αρκετά ταλαντούχος ώστε να μας κάνει να περιμένουμε πως και πως την δική του αποκλειστική ταινία μέσα στο 2017.

captain-america-civil-war-07

Και από την άλλη έχουμε έναν καινούργιο Spider-Man με το πρόσωπο του νεαρού Tom Holland. Πολύ τον περιμέναμε, κυρίως για να δούμε τι θα κάνει η Marvel με τον χαρακτήρα που μέχρι τώρα είχε η Sony στα χέρια της και το αποτέλεσμα ήταν πέντε ταινίες που όμως καμία δεν φαινόταν να πιάνει πλήρως τον χαρακτήρα όπως ήταν στα κόμικς. Ε λοιπόν, αυτή την φορά φαινόμαστε να είμαστε στον καλύτερο δρόμου που θα μπορούσαμε να βρεθούμε: ο Tom Holland είναι ένας εξαιρετικός Spider-Man, έχοντας τον παιδιάστικο χαρακτήρα του ήρωα μα και ταυτόχρονα την εξυπνάδα του, χωρίς να χάσει μάλιστα την ευκαιρία να κλέψει την παράσταση στο σύντομο διάστημα που εμφανίζεται. Πολλοί μιλάνε για τον καλύτερο Spider-Man στην οθόνη, χωρίς να έχουν απόλυτο άδικο.

Πολλοί επίσης είναι αυτοί που μιλάνε για την καλύτερη ταινία «Captain America», ενώ ακόμη κάποια ακόμη μιλούν για την καλύτερη ταινία Marvel, πράγμα που ειπώθηκε και για την προηγούμενη ταινία του ομώνυμου ήρωα, το «Winter Soldier». Την εκρηκτική συνταγή και τότε την εκτέλεσαν οι σκηνοθέτες-αδερφοί Russo, φέρνοντας στο τραπέζι έναν νέο και αρκετά διαφορετικό Captain America με περισσότερο ενδιαφέρον από αυτό ενός «προσκόπου». Και εδώ κάνουν παπάδες έχοντας στα χέρια τους περισσότερους χαρακτήρες και ήρωες για να παίξουν μαζί τους, γυρίζοντας μάλιστα την ταινία με τέτοιο τρόπο που να κουμπώνει αισθήτικά με τις υπόλοιπες, λες και όλες τις γύρισε ο ίδιος άνθρωπος. Και τα καταφέρνουν εξαιρετικά καλά σε αυτό, αλλά για κάποιον που δεν έχει ξαναδεί ταινία της σειράς η ταινία δεν θα έχει τόσο μεγάλο αντίκτυπο όσο σ’ έναν μεγάλο φαν, δεμένο με τους χαρακτήρες.

Εν κατακλείδι, το «Captain America: Civil War» αποδεικνύει πως η μονομαχία δύο μεγάλων υπερηρώων μπορεί να είναι κάτι παραπάνω από ένα ματς ανάδειξης του δυνατότερου των δύο, χωρίς ποτέ να προδίδει το κοινό σε θέαμα και ουσία και συχνά δίνοντας του και περισσότερα απ’ όσα ζητάει. Είναι μια ταινία που όλοι μπορούν να απολαύσουν, ανεξάρτητα με το αν είναι φαν του franchise ή όχι, με χαρά στην αγαπημένη τους αίθουσα σινεμά!

«Το Κορίτσι του Τραίνου» – Πώλα Χόκινς

Μετά το «Κορίτσι που Εξαφανίστηκε», ξεκίνησε ένα νέο κύμα αστυνομικών θρίλερ να αποκτά αντίκρισμα στο κοινό. Γυναίκες ηρωίδες, με τα δικά της θέματα η κάθε μια, όλες τους με ένα μυστήριο να τις περιβάλει και μέσα από την αφήγηση τους να οδηγούμαστε κι εμείς στην επίλυση του γρίφου. Σε αυτή την κατηγορία μπορεί να κολλήσει εύκολα και το «Κορίτσι του Τραίνου» της Πώλα Χόκινς, στο οποίο η Ρέιτσελ, μια γυναίκα με την περισσότερο από άστατη προσωπική της ζωή, μπλέκεται σε ένα μυστήριο εξαφάνισης όταν παρακολουθεί κάτι μέσα από το τραίνο και την ταράζει, ενώ ταυτόχρονα παρακολουθούμε και τις ζωές δύο ακόμη γυναικών που συνδέονται με την πρωταγωνίστρια.

Η αλήθεια είναι πως είχα το βιβλίο στην βιβλιοθήκη μου και με περίμενε για καιρό, όμως μέχρι τώρα λόγω φόρτου δεν είχα ούτε την διάθεση ούτε τον χρόνο να το ξεκινήσω. Όμως πριν από μερικές μέρες κυκλοφόρησε το τρέιλερ της μεταφοράς του βιβλίου στον κινηματογράφο, με πρωταγωνίστρια την Emily Blunt («Sicario») και σκηνοθέτη τον Tate Taylor («The Help»). Το τρέιλερ μου τράβηξε αρκετά το ενδιαφέρον, θυμίζοντας μου σε σημεία το «Κορίτσι που Εξαφανίστηκε», μια σύγκριση που με μια πρώτη ματιά μας περνάει από το μυαλό. Και κάπως έτσι έβαλα το βιβλίο στο πρόγραμμα μου, επιφυλακτικά, και ξεκίνησα το διάβασμα.

Περιττό να πω πως μέσα σε τρεις μέρες είχα ολοκληρώσει το βιβλίο και το είχα επιστρέψει στην βιβλιοθήκη. Και είναι αλήθεια πως ήταν απ’ τα βιβλία που απλά μέτραγα τον χρόνο μέχρι να το ξαναπιάσω, να προχωρήσω ένα κεφάλαιο και να δω παρακάτω. Γι’ αυτό φταίνε πολλά πράγματα. Από την μια πλευρά το γράψιμο ήταν αξιόλογο, απλό και απέριττο, χωρίς να προσπαθεί να εντυπωσιάσει τον αναγνώστη και, από την άλλη, η δομή του έργου ήταν τέτοια που θα έκανε πολλούς νέους συγγραφείς να ζηλέψουν. Χωρισμένο σε τρεις οπτικές πρώτου προσώπου (αντί για μια βολική τριτοπρόσωπη αφήγηση), βλέπουμε διαφορετικά πράγματα κάθε φορά από τον κάθε χαρακτήρα – κάποιες φορές και την ίδια σκηνή από τις δυο της πλευρές – ενώ ταυτόχρονα μας δίνεται και η δυνατότητα να χαλαρώσουμε λίγο από την βασική πλοκή του έργου και να παρακολουθήσουμε μια πιο ήπια αλλά εξίσου σημαντική για το έργο σκηνή, προσδίδοντας έτσι και σε κάθε χαρακτήρα διαφορετικό προφίλ και ψυχισμό, εμπλουτίζοντας το βιβλίο και όχι βαραίνοντας το.

Και αυτοί χαρακτήρες ήταν πολύ πλούσιοι. Τρεις γυναίκες «ηρωίδες» μόνο και μόνο επειδή τυχαίνει να είναι αυτές οι αφηγήτριες, όλες τους άκρως προβληματικές και απρόβλεπτες. Οι περισσότεροι «ήρωες» στο σύγχρονο αστυνομικό – ή θρίλερ, αν προτιμάς – είναι σκοτεινοί και σχεδόν αντιπαθείς, κατά συνθήκη ήρωες του βιβλίου επειδή μπλέχθηκαν κάπου και κάπως πρέπει να σωθούν, μπας και βρουν την λύτρωση. Και, ενώ αυτή η μόδα δεν φαίνεται να ξεπερνιέται, ταυτόχρονα δεν φαίνεται και να ξεφτίζει ή να παύει να δουλεύει, και ας έχουμε ανάγκη από πιο «καλούς» ήρωες.

Αν όμως υπάρχει ένα σημαντικό πρόβλημα με το βιβλίο είναι η έλλειψη ισορροπίας μεταξύ των θηλυκών και των αρσενικών χαρακτήρων. Όχι επειδή είναι ανεπαρκείς οι πρώτοι, αντίθετα φτάνουν και περισσεύουν, όμως το βιβλίο σε πολλά σημεία μοιάζει μονοδιάστατο και πολλοί άνδρες αναγνώστες δεν θα βρουν κάποιον να ταυτιστούν, όπως μπόρεσαν στο «Κορίτσι που Εξαφανίστηκε» χάρη στον άνδρα συν-πρωταγωνιστή και αφηγητή. Επιπλέον αρνητικό χαρακτηριστικό αποτελούν και κάποιες ανατροπές στην ιστορία που εν τέλει δείχνουν προβλέψιμες και ελάχιστα εφευρετικές.

Παρ’ όλα αυτά τα ελαττώματα του, όμως, το «Κορίτσι του Τραίνου» είναι ένα αρκετά καλό θρίλερ και ταυτόχρονα ένα εξαιρετικό πρώτο δείγμα γραφής της συγγραφέως του, η οποία φαίνεται πως ήρθε για να μείνει. Δεν συγκρίνεται εύκολα με το «Κορίτσι που Εξαφανίστηκε» (που ήταν άλλωστε και το τρίτο βιβλίο της Τζίλιαν Φλυν), όμως είναι μια αξιόλογη πρόταση για όσους ψάχνουν ένα καλό ψυχολογικό θρίλερ , γεμάτο αγωνία και που δεν θα θέλουν να το αφήσουν στιγμή από τα χέρια τους.

Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός.

Daredevil – Η 2η Σαιζόν στο Netflix

Το κινηματογραφικό σύμπαν της Marvel είναι αναμφίβολα ο βασιλιάς του κινηματογράφου αυτή τη στιγμή. Με 13 ταινίες στο ενεργητικό της (η πιο πρόσφατη το κοντινό μας πλέον «Captain America: Civil War») και περισσότερα από 9 δις στα ταμεία της, η εταιρία έχει κάνει τρελές δουλειές και ταυτόχρονα καταφέρνει να δίνει στους φαν των κόμικς αυτό που θέλουν.

Και αυτό τώρα τελευταία έχει αρχίσει να γίνεται με τηλεοπτικές σειρές, ξεκινώντας από το «Agents of S.H.I.E.L.D.» στο ABC. Όμως όλα αυτά φαίνονταν πολύ «μαλακά» έργα σε πολλούς, γι’ αυτό και η εταιρία προχώρησε σε μια καρποφόρα συνεργασία με το Netflix, η οποία έφερε πιο σκοτεινές ιστορίες στο προσκήνιο, κάπως μακριά από τους μεγάλους και δυνατούς ήρωες, στα προάστια της Νέας Υόρκης. Αυτές οι σειρές είναι τα «Daredevil» και «Jessica Jones», ενώ αργότερα θα ακολουθήσουν οι «Luke Cage» και «Iron Fist», σχηματίζοντας στη συνέχεια την crossover «Defenders».

Και μέχρι στιγμής το πείραμα έχει πετύχει. Η σκοτεινή και βίαιη προσέγγιση τόσο του «Daredevil» όσο και της «Jessica Jones» έδωσαν την ευκαιρία στην εταιρία να ακουμπήσει πιο ώριμες ιστορίες και θεματολογίες, ενώ στο κοινό δόθηκε η δυνατότητα να κάνει ένα διάλειμμα από τους πιο φανταχτερούς και συνάμα επιφανειακότερους κινηματογραφικούς μύθους. Και η επιτυχία αυτών των σειρών ήταν τέτοια ώστε να ανανεωθούν και οι δύο από το Netflix για νέες περιπέτειες σε νέες σαιζόν. Σήμερα, λοιπόν, σας παρουσιάζουμε την επική επιστροφή του «Daredevil».

Marvel's Daredevil
Marvel’s Daredevil

Ξεκινώ λέγοντας πως ο τυφλός δικηγόρος Ματ Μέρντοκ είναι ένας από τους πιο αγαπημένους μου χαρακτήρες της Marvel (και ο μοναδικός της που μπόρεσα να ακολουθήσω και κάπως στα κόμικς). Ένας πολύ ανθρώπινος υπεράνθρωπος, με ελαττώματα και αδυναμίες, ο οποίος όμως πάντα καταφέρνει να βγαίνει από πάνω και να είναι ο Άνθρωπος Χωρίς Φόβο, μιας και τα χημικά που του στέρησαν την όραση του όξυναν τις υπόλοιπες αισθήσεις. Στην πρώτη σαιζόν τον συναντήσαμε στο πρόσωπο του Charlie Cox να απεικονίζεται σχεδόν τέλεια, κάνοντας μας να ξεχάσουμε τον κάτω του μετρίου προηγούμενο Daredevil (και εξαιρετικό νέο Batman πλέον) Ben Affleck. Και μαζί του ήρθαν οι εξαιρετικοί Elden Henson στο ρόλο του συνεργάτη του Φόγκυ Νέλσον και την Deborah Ann Wool στον ρόλο της γραμματέως τους και πιθανού μελλοντικού του ειδυλλίου Κάρεν Πέιτζ, ενώ στον ρόλο του μεγάλου κακού Kingpin εμφανίστηκε ο  εξαιρετικός Vincent D’Onofrio και σε μικρότερο ρόλο η Rosario Dawson, κάνοντας εμφανίσεις και στη «Jessica Jones».

Με την νέα σαιζόν όμως δεν έχουμε Kingpin. Ο Daredevil πλέον θεωρείται ήρωας στο προάστιο του Hell’s Kitchen και κάθε βράδυ πολεμά το έγκλημα εκ νέου. Αυτή την φορά όμως δεν είναι η μεγάλη του πρόκληση ένας καινούργιος μεγάλος εχθρός, αλλά άλλες όψεις του ίδιου του του εαυτού και αυτού που κάνει: από την μια ο υπερβίαιος εκδικητής «Punisher» (Jon Bernthal), ο οποίος του δείχνει πως ο κανόνας του να μην σκοτώνει δεν φέρνει ποτέ μια απόλυτη νίκη, ενώ στον αντίποδα έχει την μυστηριώδη πρώην του Electra (Elodie Yung), η οποία μοιάζει με μια διέξοδο από την ζωή που ζει.

Αυτή η σαιζόν καταφέρνει να παντρέψει εξαιρετικά τα στοιχεία της αμφιβολίας και του φόβου, βγάζοντας στο φως πτυχές του Ματ που προσπαθούσε να αποφύγει και που τον φέρνουν σε συνεχή διλήμματα, ενώ ταυτόχρονα είναι εμφανείς οι προστριβές του με τα άτομα που αγαπά και θέλει να προστατέψει, κάνοντας όμως το ένα λάθος μετά το άλλο (από την πρώτη σαιζόν το ξέρουμε αυτό). Η ιστορία έχει συνεχή εξέλιξη και γλυτώνει την κοιλιά που συναντήσαμε στα τελευταία επεισόδια της περσινής σαιζόν (και της «Jessica Jones» αντίστοιχα), δίνοντας έτσι και την ευκαιρία στους υπόλοιπους χαρακτήρες να αντιδράσουν διαφορετικά και να εξελιχθούν, αποσπώντας εξαιρετικές ερμηνείες από τους παλιούς μας γνώριμους, χωρίς όμως να τους δίνει πολλά περισσότερα να κάνουν απ’ το να ασχολούνται με αυτά τα θέματα (εκτός ίσως από την Κάρεν, η οποία έχει και αυτή τα δικά της άλυτα μυστήρια και τον δικό της δρόμο που τραβάει).

daredevil-2

Οι εξαιρετικές νέες προσθήκες όμως είναι που κλέβουν την παράσταση. Αρχικά η Elodie Yung ως Electra έχει ίσως την καλύτερη πορεία ως χαρακτήρας για φέτος, γνωρίζοντας πολλά διαφορετικά στάδια ανάπτυξης και φέρνοντας συνεχώς κάτι νέο στο προσκήνιο, με μια πολύ καλή ερμηνεία που όμως επισκιάζεται, δυστυχώς, από τον σίφουνα του Jon Bernal ως «Punisher». Γιατί ο Bernal, παρότι είναι ο τέταρτος ηθοποιός που αναλαμβάνει τον ρόλο, κατά πάσα πιθανότητα είναι και ο καθοριστικότερος. Χωρίς ποτέ να είναι μονοδιάστατος, καταφέρνει να παντρέψει την δράση και την δυναμική των σκηνών δράσεις με μερικές από τις βαθύτερες σκηνές της σαιζόν, αν όχι της τηλεόρασης για φέτος, συνδυάζοντας τον ανδρισμό ενός Tom Hardy και την μοναχικότητα ενός Robert DeNiro στον θρυλικό «Ταξιτζή». Και είναι τόσο συγκλονιστικός που η ερμηνεία του είναι θα μπορούσε να βρεθεί και προτεινόμενη για Emmy, σ’ έναν τέλειο κόσμο πάντα.

Βέβαια, αυτό που όλοι θα λατρέψουν στη νέα σαιζόν είναι οι εξαιρετικές χορογραφίες των σκηνών δράσης. Από την μια επιστρέφουν οι βίαιες μάχες σώμα-με-σώμα της πρώτης σαιζόν, ενώ νέες προσθήκες είναι οι βίαιες συγκρούσεις του Punisher που είναι πιο μεθοδικές και πολεμικές από τις άλλες, φέρνοντας όμως παρόμοια ρίγη με αυτά των βιαιότερων σκηνών του «Walking Dead» κατά καιρούς. Και ναι, υπάρχει ένα αντίστοιχο μονοπλάνο μάχης σαν αυτό της πρώτης σαιζόν, όμως αυτή την φορά υπάρχει περισσότερη δράση, αγωνία και ένταση, δίνοντας νέες διαστάσεις στη δράση που βλέπουμε στην τηλεόραση.

Κλείνοντας, το «Daredevil» επιστρέφει σε μια σαιζόν καλύτερη από την προηγούμενη σε όλα τα επίπεδα, ειδικά στο ερμηνευτικό και σίγουρα σε μεγαλύτερο βάθος. Είναι μια must σειρά τόσο για τους λάτρεις της Marvel, όσο και για όλους όσους επιθυμούν να δουν καλή τηλεόραση. Κι ας είναι από τον υπολογιστή τους, στην συχνότητα ενός Netflix.

«Batman V Superman» – Η Αυγή της Δικαιοσύνης

Η ταινία που όλοι περιμέναμε. Όχι μόνο επειδή το σύμπαν λατρεύει τον Batman (και ήθελε να δει τον Ben Affleck στο ρόλο, είτε για να γιουχάρει είτε για να χειροκροτήσει), ούτε επειδή όλοι περίμεναν τον Superman (Henry Cavill) στη συνέχεια του «Man of Steel» (λίγοι ήταν, και πάλι), ή επειδή αυτή θα είναι η πρώτη φορά που εμφανίζεται στην οθόνη η Wonder Woman (Gal Gadot) ή ακόμη και τον πρόλογο για μια «Justice League». Όχι. Αυτή την ταινία την περιμέναμε όλοι για να δούμε τους δύο διασημότερους ήρωες στην ιστορία των κόμικς να εμφανίζονται για πρώτη φορά ΜΑΖΙ στο πανί, την ίδια ιστορία και το ίδιο πλάνο. Τι τρέχει όμως με το «Batman V Superman» σαν τελικό αποτέλεσμα;

eikona1

Η ιστορία συνεχίζεται λίγο καιρό μετά από τα γεγονότα του «Man of Steel», όπου ο Superman μετά την καταστροφή της Μετρόπολις και τους θανάτους που ήρθαν με αυτήν είναι ένας αμφιλεγόμενος ήρωας. Και ανάμεσα σε όσους έχουν τσαντιστεί είναι και ο Bruce Wayne, γνωστός σε εμάς και ως Batman, ο οποίος έχασε κόσμο από την εταιρία του και βλέπει τον Superman σαν απειλή, όσο ταυτόχρονα ο τελευταίος αντιμετωπίζει τους προσωπικούς του δαίμονες, βλέποντας πώς η μάχη του για το καλό έχει πάντα κακές επιπτώσεις σε όλους. Και κάπου εκεί έρχεται η σύγκρουση μεταξύ των δύο, των οποίων οι διαφορές είναι πιο αισθητές από τα κοινά τους ιδανικά και το μόνο που καταφέρνουν είναι να τους φέρνουν αντιμέτωπους, σε μια μάχη που μόνο ο ένας μπορεί να κερδίσει.

Αυτή ακούγεται σαν μια ωραία ιστορία, η οποία με τον κατάλληλο χειρισμό θα μπορούσε να πει πολλά. Όμως είναι πολλά σημεία που οι σεναριογράφοι David S. Goyer (συμμέτοχος και στην τριλογία του Nolan) και Chris Terrio (Όσκαρ Σεναρίου στο «Argo») φαίνονται να χάνουν την μπάλα. Πρώτα απ’ όλα, η προσέγγιση τους είναι πολύ επιδερμική σε στιγμές, καθώς όλα φαίνονται να κινούνται υπερβολικά γρήγορα και δεν δίνεται ο απαραίτητος χρόνος στους χαρακτήρες να αναπνεύσουν και να διεκδικήσουν τον χρόνο τους στο έργο με αποτέλεσμα το τελικό σενάριο να αναλώνει μια ενδιαφέρουσα πλοκή τραβώντας την από τα μαλλιά και χωρίς να διασκεδάζει κανέναν. Κι έπειτα, στην προσπάθεια δημιουργίας ενός ευρύτατου κινηματογραφικού σύμπαντος της DC Comics (σαν αυτού της Marvel) βασίζεται σε πολύ αδύναμα θεμέλια (με μια μόνο ταινία, ενώ η Marvel χρειάστηκε πέντε για να προχωρήσει) και έτσι το αποτέλεσμα είναι βιαστικό, χωρίς να έχει εμφανείς στόχους και καταλήγοντας μόνο να το επιβαρύνει και να μην του προσθέτει.

eikona 2

Και αυτό το στοιχείο αποτελεί βαρίδι και στο ερμηνευτικό κομμάτι. Πολλά ταλέντα εμφανίζονται στο έργο, χωρίς όμως να αξιοποιούνται επαρκώς. Ο Perry White του Laurence Fishburne, ο Alfred του Jeremy Irons, η γερουσιαστής της Holly Hunter, ο τραυματίας Scoot McNairy, όμως και τα νέα μέλη της «Justice League» Aquaman (Jason Mamoa), Cyborg (Ray Fisher) και Flash (Ezra Miller, με κάπως μεγαλύτερη εμφάνιση απ’ τους άλλους), με τόσο μικρές εμφανίσεις φαίνονται εντελώς ανολοκλήρωτοι.  Και έπειτα έχουμε τα βασικότερα μέλη του καστ, ξεκινώντας απ’ όσους επιστρέφουν απ’ το Man of Steel». Η Amy Adams ως Lois Lane και ο Cavill σαν Superman. Η πρώτη αυτή τη φορά έχει να κάνει λίγα περισσότερα πράγματα απ’ το να κινδυνεύει (όχι πως δεν το κάνει) ή να μας κάνει να απορούμε για το πόσες δημοσιογράφοι είναι τόσο φωτογενείς και μπορούν ισορροπήσουν σε ψηλά τακούνια, ενώ ο Cavill εξακολουθεί να μοιάζει με τον Superman αλλά να μην πείθει ερμηνευτικά, βγάζοντας από μέσα του όλο αυτό που θα τραβήξει την συμπάθεια του κοινού στην αρχή αλλά όχι τον σεβασμό του. από τα νέα μέλη, η προσθήκη της Gal Gadot σαν Wonder Woman αποδεικνύεται εύστοχη επιλογή στο ρόλο αλλά δεν έχει τον απαραίτητο χρόνο για να μας δικαιολογήσει την παρουσία της. Ύστερα έχουμε τον Jesse Eisenberg στο ρόλο του κακού Lex Luthor, ο οποίος είναι αρκετά φλύαρος στο κείμενο – και υπερβολικός σε σημεία – όμως ο Eisenberg είναι αρκετά ταλαντούχος για να αφήσει τον χαρακτήρα να αναπνεύσει και να είναι ξεχωριστός. Και απ’ την άλλη έχουμε τον Ben Affleck σαν Batman, η επιλογή του οποίου θεωρήθηκε τόσο αμφιλεγόμενη με το που ανακοινώθηκε πριν σχεδόν τρία χρόνια. Κι όμως, τελικά ο Affleck ξεπερνά κάθε προσδοκία. Όχι μόνο γιατί παίζει καλά, αλλά επειδή ΓΙΝΕΤΑΙ ο Batman, βουλώνοντας  στόματα με την κατανόηση και τον σεβασμό που δίνει στο ρόλο. Μόνο αρνητικό του ίσως είναι πως δεν μας δείχνει πολύ την περσόνα του Bruce Wayne, όμως γι’ αυτό μάλλον θα περιμένουμε την ατομική ταινία Batman, που πρόκειται να σκηνοθετήσει ο ίδιος ο Affleck.

Στο τέλος όμως πραγματικός πρωταγωνιστής αναδεικνύεται ο σκηνοθέτης Zac Snyder, ο οποίος επενδύει όλη την ενέργεια του έργου σε εξαιρετικά, στυλιζαρισμένα κάδρα και άφθονη δράση (σε μικρότερη κλίμακα απ’ όση περιμέναμε), δημιουργώντας ένα έργο εξαιρετικής αισθητικής, με την γνωστή σκοτεινή φωτογραφία του Larry Fong και την επική μουσική των Hans Zimmer και Junkie XL, χάνοντας ίσως λίγο από τα ειδικά εφέ σε σημεία (ειδικά μέσω ενός χαρακτήρα full CGI). Όμως επειδή ένας άξιος πρωταγωνιστής δεν είναι τίποτα χωρίς το κατάλληλο κείμενο, κάπου ξεκινάνε τα προβλήματα. Ο Snyder φαίνεται περισσότερο να ποντάρει στην εικόνα καθ’ αυτή και λιγότερο να θέλει να πει κάτι βαθύτερο ή ακόμη και να διασκεδάσει, ακόμη και με τα πιο στυλιζαρισμένα και γρήγορα πλάνα της καριέρας του, στην προσπάθεια επανασύστασης αρκετών απ’ τους γνωστότερους ηρώων κόμικς. Και κάπου εδώ χάνεται μέρος της μαγείας, της έκπληξης και της προσμονής, δημιουργώντας ένα υπερφορτωμένο έργο που προσπαθεί να σημείο κατατεθέν μιας μυθικής συνάντησης και καταλήγει ένας μακροσκελής και φλύαρος πρόλογος μιας άλλης ιστορίας.

Το «Batman v Superman» δεν είναι κακή ταινία, απογοητεύει όμως γιατί σημαδεύει πολύ ψηλά και καταρρίπτεται πολύ γρήγορα. Μπορεί να έχει έναν εξαιρετικό Batman και ένα στόρι με περισσότερη ίντριγκα από το «Man of Steel», όμως χάνει στον τομέα του σεναρίου και της συνολικής ουσίας. Κανείς δεν θα περάσει άσχημα να την δει, όμως δεν θα φύγει και με κάτι πραγματικά αξιομνημόνευτο, πέρα ίσως απ’ το γεγονός πως η αγία τριάδα της DC είναι, επιτέλους, ολοκληρωμένη σ’ ένα κοινό πλάνο.

«Spotlight»: Η αλήθεια στο φως

Είναι γνωστή ιστορία να βλέπουμε ανάμεσα στις υποψηφιότητες των Όσκαρ πραγματικές ιστορίες, όπου οι καλοί αντιμετωπίζουν το σύστημα και εν τέλει τα καταφέρνουν, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Κάποιες φορές είναι αδέκαστοι δικηγόροι, άλλες αδιάφθοροι αστυνομικοί, συχνά χαρισματικοί πολιτικοί και συνηθέστερα δημοσιογράφοι. Τρανταχτό παράδειγμα τέτοιας ταινίας αποτελεί το πολιτικό θρίλερ «Όλοι οι Άνθρωποι του Προέδρου», όπου οι πρωταγωνιστές Robert Redford και Dustin Hoffman προσπαθούν να αποκαλύψουν την αλήθεια για το σκάνδαλο του Γουοτεργκέιτ, ταινία που απέσπασε και τέσσερα Όσκαρ (μεταξύ των οποίων σεναρίου). Είναι δύσκολο να ξεφύγει κάποιο έργο από αυτή την τυποποίηση, όπως επίσης δεν μπορούν και να ξεφύγουν από την μανία της Ακαδημίας να λατρεύει τέτοιου είδους ταινίες.

pic1

Προτού παρακολουθήσω το «Spotlight» του Tom McCarthy αναρωτιόμουν – δικαίως – αν σε αυτή την περίπτωση έχουμε να κάνουμε με μια τυπική οσκαρική ταινία ή με κάποιο ξεχωριστό έργο. Βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα, η ιστορία ακολουθεί μια ομάδα ερευνητών δημοσιογράφων που προσπαθούν να ξεσκεπάσουν την συγκάλυψη βιασμών ανηλίκων από την Καθολικοί Εκκλησία. Και εδώ βλέπουμε τους αγώνες και τις πιέσεις των ηρώων μας για να φτάσουν στην αλήθεια, βρίσκοντας και προσπερνώντας πάρα πολλά εμπόδια στον δρόμο τους.

Βλέποντας το έργο βλέπεις ένα συνολικό αποτέλεσμα που χαρακτηρίζεται από την απλότητά του. Η φωτογραφία είναι ταιριαστά μουντή, ενώ η μουσική είναι ήρεμη, χωρίς σκαμπανεβάσματα. Και η σκηνοθεσία του Tom McCarthy είναι μετρημένη, όμως πολύ συχνά είναι αργή και δεν παρουσιάζει κάτι ιδιαίτερο. Όσο και να μην λάτρεψα το «Carol», νομίζω πως ο σκηνοθέτης του Todd Haynes άξιζε περισσότερο την υποψηφιότητα της σκηνοθεσίας απ’ ότι ο McCarthy, και αυτό όχι γιατί ο τελευταίος έκανε κακή δουλειά, αλλά επειδή του έλειπε η κινηματογραφικότητα του πρώτου.

rachel-mcadams-mark-ruffalo-brian-dg-arcy-michael-keaton-and-joh

Πολύ καλύτερη δουλειά βλέπουμε τον McCarthy να κάνει στο σενάριο, παρέα με τον Josh Singer. Τόσο οι διάλογοι όσο και οι χαρακτήρες είναι καλογραμμένοι, όμως εν τέλει η αλήθεια που αποκαλύπτουν είναι αυτή που κερδίζει το ενδιαφέρον μας, φέρνοντας μας σε αμηχανία για τα συμβάντα που εξιστορούνται και σε θαυμασμό για τους ήρωες που τα έφεραν στο φως, υπενθυμίζοντας μας πως το επάγγελμα της δημοσιογραφίας κάποτε ήταν ηθικό και πως ακόμη μπορεί να είναι, βάζοντας την σωστή ενημέρωση μπροστά από κάθε τι, ακόμη και από τους ίδιους τους τους εαυτούς. Και ακόμη και αυτή την ταύτιση κατορθώνουν οι σεναριογράφοι, βάζοντας μπροστά απ’ όλα την ιστορία και τα γεγονότα και αφήνοντας μακριά λεπτομέρειες της οικιακής ζωής του καθενός ήρωα ή, τουλάχιστον, κρατώντας μόνο όσες συνδέονται με την πλοκή.

Κρίνοντας το έργο δεν μπορούμε όμως να αφήσουμε ασχολίαστες τις εξαιρετικές του ερμηνείες. Ξεκινώντας από τους δευτερεύοντες ρόλους, ο Liev Schreiber είναι πράγματι εξαιρετικός στο ρόλο του αρχισυντάκτη της εφημερίδας, ενσαρκώνοντας το χαρακτήρα του με σεμνότητα και μυστήριο, ενώ ο υφιστάμενος του John Slattery , συνοδευόμενοι από τους Stanley Tucci και Billy Crudup, που υποδύονται δύο επαγγελματίες δικηγόρους που είτε θα βοηθήσουν είτε θα εμποδίσουν την έρευνα. Όμως αυτοί που έχουν περισσότερη αξία είναι τα μέλη της δημοσιογραφικής ομάδας: Ο Michael Keaton είναι άνετος ως υπεύθυνος τους (παίζοντας ωραία αλλά χωρίς να πλησιάζει ελάχιστα τον ογκόλιθο ερμηνείας του «Birdman»), ενώ η Rachel McAdams έχει μια καλή ερμηνεία που όμως δεν δείχνει να στηρίζει επάξια την οσκαρική της υποψηφιότητα στο Β’ Γυναικείο. Αυτός που γίνεται εύκολα συμπαθής ήταν ο σχετικά άγνωστος Brian d’Arcy James στο ρόλο ενός οικογενειάρχη που, όσο περισσότερα μαθαίνει, τόσο περισσότερο φοβάται για την οικογένεια του, όμως η καλύτερη ερμηνεία ανήκει μακράν στον Mark Ruffalo, που ενσαρκώνει τον πιο πεισματάρη και δουλευταρά όλης της ομάδας στην καλύτερη ίσως ερμηνεία της καριέρας του (αδίκως στην κατηγορία του Β’ Ανδρικού).

Το «Spotlight» σήμερα είναι ένας από τους φιναλίστ των κυριακάτικων Όσκαρ, κουβαλώντας στην πλάτη του έξι υποψηφιότητες (ταινίας, σκηνοθεσίας, σεναρίου, β’ ανδρικού και γυναικείου ρόλου, μοντάζ) και πολλές επευφημίες τύπου «καλύτερη ταινία της χρονιάς». Αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, δε νομίζω πως αξίζει στο έργο αυτή η ταμπέλα. Σίγουρα ήταν ένα εξαιρετικό έργο, με εξαιρετικό σενάριο και ερμηνείες, όμως χωρίς πολλά περισσότερα να δώσει πέρα από την ιστορία θάρρους που αφηγείται. Όμως έχουμε να κάνουμε με μια ιστορία που αξίζει να μάθουμε και που μάλλον θα κερδίσει το βραβείο πρωτοτύπου σεναρίου που, ακόμη και αν δεν χαίρει της πρωτοτυπίας ενός «Inside Out» ή «Ex_Machina», είναι ένας ύμνος στην δημοσιογραφία και την δύναμη της, καθώς και σε όσους την ασκούν με λειτουργική ευλάβεια και σύνεση.

Αν αυτές είναι οι απαιτήσεις σας από το «Spotlight», τότε αυτή η ταινία είναι για εσάς.

«Hail,Caesar» – Νοσταλγοί του παλιού Σινεμά

Στο σινεμά είναι πολλά ντουέτα που έχουν σκηνοθετήσει και έχουν κατά καιρούς βραβευτεί για τις δουλειές τους, όμως κανένα από αυτά δεν είναι τόσο διάσημο, δυναμικό και πρωτότυπο σαν αυτό των αδελφών Joel και Ethan Coen. Ευρέως (και Εβραίοι) γνωστοί απ’ το «Fargo», αγαπητοί από το «Big Lebowski» και βραβευμένοι με 3 Όσκαρ για το«No Country for Old Men», οι Coen με κάθε τους ταινία φιλοσοφούν την ζωή κατά καιρούς με μηδενιστικό τρόπο και συνεχώς με μακάβριο χιούμορ, χωρίς κάποια ταινία τους να έχει μια συγκεκριμένη ταμπέλα. Μετά, λοιπόν, από το αριστουργηματικό και υποτιμημένο «Inside Llewyn Davis» επιστρέφουν μια νέα κωμωδία τους, το «Hail, Caesar» («Χαίρε, Καίσαρ» στις αίθουσες, αν και το καταλάβατε και μόνοι σας αυτό).

pic1

Την δεκαετία του ’50, στην Χρυσή Εποχή του Χόλυγουντ, τα στούντιο αντιμετωπίζουν κάθε λογής προβλήματα: τα βίτσια κάθε σταρ, παράνομες εγκυμοσύνες, παράνομους κομμουνιστές, έλλειψη ταλέντου, έλλειψη ανθρωπιάς. Όμως υπάρχει ένας άνδρας αρκετά νηφάλιος και καλός, ώστε να μπορεί να διαβεί αυτόν τον δύσκολο δρόμο και να λύσει αυτά τα προβλήματα μένοντας αλώβητος στο τέλος. Μιλάμε προφανώς για τον Έντι Μάνιξ (ο Josh Brolin συμπαθής και σκληροτράχηλος ταυτόχρονα), του οποίου η κάθε μέρα είναι γεμάτη με τα προβλήματα του σετ και την προσπάθεια επίλυσης τους. Και έχει πολλά προβλήματα στην μια μέρα και κάτι που παρακολουθούμε, με κυριότερο και βασικότερο αυτό της απαγωγής του μεγάλου σταρ Μπερντ Γουίτλοκ (ο George Clooney ερμηνεύει για μια ακόμη φορά έναν  πολύ βλαμμένο χαρακτήρα για χάρη των Coen), αλλά ταυτόχρονα και τον προσωπικό του σταυρό που σέρνει μαζί του όπου και να πάει.

Στο δρόμο του ο Μάνιξ συναντάει πολλούς και διαφορετικούς περίεργους. Μια σταρ που είναι λιγότερο αθώα απ’ όσο δείχνει (μια όμορφη αλλά σκληρή Scarlett Johanson), ένας ευγενικός μα και ευέξαπτος σκηνοθέτης (ο Ralph Fiennes όπως τον ξέρουμε), ένας ηθοποιός-χορευτής-μοντέλο με κάποια μυστικά (ο Channing Tatum ξέρει να χορεύει), δύο δίδυμες και ανταγωνίστριες σκανδαλοθήρες ρεπόρτερς (η Tilda Swidson παίζει απλά για να χαίρεσαι που την βλέπεις), αλλά και έναν παντελώς ατάλαντο μα καλοπροαίρετο νεαρό σταρ (ο Alden Ehrenreich είναι πράγματι εξαιρετικός και έχει τα φόντα να λάμψει μελλοντικά). Και είναι λες και ο καθένας ζει στη δική του ταινία, όπως και ο ίδιος ο Μάνιξ αντίστοιχα μοιάζει να ζει μέσα σ’ ένα φιλμ νουάρ.

pic2

Όμως η ταινία δεν ανήκει σε κάποιο ξεκάθαρο είδος και αυτό φαίνεται να μας μπερδεύει και να μην έχει κάποιο συγκεκριμένο στόχο. Μπορεί να προμοτάρεται σαν κωμωδία, όμως το μαύρο χιούμορ της δεν προκαλεί πάντα γέλιο. Φαίνεται σα να παρακολουθούμε κάποια αστεία μικροεπεισόδια με πρωταγωνιστές μεγάλους σταρ, τα οποία όμως βρίσκονται στην ταινία για να την εξυπηρετήσουν στιλιστικά και όχι αφηγηματικά. Η ταινία πολλές φορές θέλει να εστιάσει στα διλήμματα του καλόκαρδου άνδρα που λέγεται Μάνιξ, ο οποίος προσπαθεί να διαφυλάξει την αγνότητα του Χόλυγουντ και συνεχώς αυτοθυσιάζεται για χάρη του, ενώ η καθημερινότητα του του επιφυλάσσει συνεχώς εκπλήξεις που μόνο η πίστη του στον Θεό τον κάνει να τα υπερπηδάει. Και αυτό φαίνεται να είναι ένα ενδιαφέρον μήνυμα χάρη στο οποίο η ταινία αποκτά ένα ενδιαφέρον. Η αποτυχημένη όμως ταμπέλα της κωμωδίας εντέλει υποβαθμίζει την αξία αυτής της παραβολής αντί να την σιγοντάρει και μειώνει τον δυναμισμό που θα μπορούσε να έχει το έργο σαν αποτέλεσμα.

Παρ’ όλα αυτά, όμως, το έργο όχι απλά βλέπεται αλλά είναι και τρομερά όμορφο. Πέρα από την ωραία αναπαράσταση της εποχής, οι Coen δημιουργούν ταυτόχρονα άλλες τρεις-τέσσερεις (ένα γουέστερν, δύο μιούζικαλ, ένα δράμα κι ένα θρησκευτικό έπος), όλες προσεγμένες σκηνοθετικά, εμπλουτισμένες με τις τεχνικές της εποχής που εκτυλίσσεται το έργο. Η καλλιτεχνική διεύθυνση είναι επίσης προσεγμένη και βοηθάει το έργο να μοιάζει σχεδόν χειροποίητο, σαφώς με την βοήθεια της φωτογραφίας του Roger Deakins, ο οποίος κουβαλάει δώδεκα συνεργασίες με τους Coen και το ρεκόρ για τις δεκατρείς του υποψηφιότητες για Όσκαρ χωρίς να έχει νικήσει ακόμη το βραβείο (και όλοι κλαίνε για DiCaprio, ξέρω ‘γω), ενώ ο Carter Burwell υπογράφει το νοσταλγικό σάουντρακ που δένει την συνταγή στο τέλος.

Εν ολίγοις, το «Χαίρε, Καίσαρ» δεν είναι από τις δυνατότερες ταινίες των Coen, αλλά αυτό δεν την καθιστά κακή. Η ταμπέλα της κωμωδίας σε συνδυασμό με την πνευματικότητα του πρωταγωνιστή φέρνει το έργο σε μια κρίση ταυτότητας, την οποία όμως ξεπερνούν ως ένα σημείο το εκλεκτό καστ και ο τεχνικός τομέας. Όσοι περιμένουν μια εξαιρετικά αστεία κωμωδία μπορεί να απογοητευτούν, όμως οι νοσταλγοί σινεφίλ θα απολαύσουν ένα καλαίσθητο ερωτικό γράμμα στο ν κινηματογράφο που τους λείπει. Μπορεί να μην είναι για όλους, όμως είναι μια ταινία άξια για να δοκιμάσετε.

«Room»: Σινεμά που αιχμαλωτίζει

Στα πιο πρόσφατα χρόνια του κινηματογράφου είναι σπάνιες οι ταινίες που συναντάμε και μας χαρίζουν αυθεντικές συγκινήσεις. Οι περισσότεροι σκηνοθέτες των καιρών μας, καταφεύγουν σε εσπευσμένα μέσα για να την προκαλέσουν, κυρίως στις κωμωδίες με μια απρόσμενα δραματική σκηνή και σε ταινίες λοιπού περιεχομένου, με κάτι τραγικό να συμβαίνει στους χαρακτήρες. Κάποιες ταινίες επίσης, από την αρχή έχουν επιβαρυμμένη θεματολογία από γεννησιμιού τους, είτε εξιστορώντας τις περιπέτειες των ηρώων που περνάνε δια πυρός και σιδήρου για να τα καταφέρουν, είτε κάνοντας αναδιήγηση μιας αληθινής ιστορίας η οποία μπορεί να συγκλονίσει.

pic1

Το «Δωμάτιο» («Room») του Lenny Abrahamson, βασισμένο στο ομώνυμο βιβλίο της Emma Donoghue, είναι μια ταινία που ανήκει σε αυτές τις παραπάνω κατηγορίες, που όμως καταφέρνει να μας κερδίσει με κάτι πιο αυθεντικό. Στην ουσία ο αφηγητής μας είναι ο πεντάχρονος Τζακ (Jacob Tremblay), ο οποίος ζει μαζί με την μητέρα του, Τζόυ (Brie Larson) σ’ ένα μικρό δωμάτιο. Δεν έχει βγει ποτέ στον έξω κόσμο γιατί εκεί γεννήθηκε, ούτε και ξέρει τι είναι πραγματικά έξω από τον φεγγίτη. Ξέρει πως η μαμά του τον αγαπάει και πως του ζητάει να μπαίνει μέσα στην ντουλάπα και να κρύβεται όταν ο Γερο-Νικ (Sean Brigers) έρχεται στο δωμάτιο για την μαμά του κάθε βράδυ και κλείνει τα φώτα… Ο μικρός Τζακ δεν ξέρει πως είναι γιος του Γερο-Νικ, ούτε πως η μητέρα του είναι κρατημένη στο δωμάτιο παρά την θέληση της. Όμως αγαπάει την μαμά του και θα κάνει τα πάντα για να την βοηθήσει, ακόμη και αν δεν μπορεί να καταλάβει όλα όσα περνάει ή και να θέλει ο ίδιος να βγει από το δωμάτιο.

Και μόνο που ακούμε αυτή την περίληψη ερχόμαστε σε πολύ δύσκολη θέση. Η ιστορία άλλωστε έχει εμπνευστεί από την πολύκροτη υπόθεση Φριτζλ στην Αυστρία, όπου ένας πατέρας είχε φυλακισμένη την κόρη του επί χρόνια στο υπόγειο τους, κακοποιώντας την συνεχώς και κάνοντας την μητέρα επτά φορές. Εδώ βέβαια δεν έχουμε μια τέτοια ιστορία,όπου να μπλέκεται ο παράγοντας την αιμομιξίας και το κλίμα να καταλήγει να βαραίνει περισσότερο και να συγκλονίζει λιγότερο. Και μόνο από το θέμα του το έργο είναι μια ιστορία-παγίδα, όμως το γεγονός πως η ίδια η συγγραφέας του βιβλίου είναι και πίσω από το σενάριο βοηθάει το έργο να μη σκοντάψει ποτέ σε εύκολες λύσεις, αλλά να δημιουργεί το κατάλληλο ψυχολογικό κλίμα για τους ήρωές της και να μην τους αφήνει ανολοκλήρωτους ποτέ, ακόμη και στο λιγότερο ενδιαφέρον δεύτερο μισό του έργου όπου έχουν αποδράσει από το δωμάτιο, αξιοποιώντας το για να εντρυφήσει στον ψυχισμό και το τραύμα των χαρακτήρων, χωρίς ποτέ να υπερβάλει και να περιττολογεί.

pic2

Αλλά με λιγότερο καλούς ηθοποιούς η ταινία δεν θα το πετύχαινε αυτό. Οι δευτερεύοντες ρόλοι είναι εξαιρετικοί, των οποίων ηγούνται ο Brigers, ιδιαίτερα απειλητικά για το απλό του παρουσιαστικό, η Joan Allen υποδειγματικά στο ρόλο της μητέρας της Τζόυ, ενώ ο William H. Macy εμφανίζεται δυστυχώς πάρα πολύ σύντομα για να αφήσει κάποιο στίγμα στην ταινία. Όμως οι δύο πρωταγωνιστές είναι αυτοί που σαφώς κλέβουν την παράσταση, επάξια μεταξύ τους. Από την μια έχουμε την έκπληξη που λέγεται Jacob Tremblay, ο οποίος σε κάνει να τον λατρέψεις, όχι χάρη στην παιδική του αθωότητά αλλά με την καλή του ερμηνεία, ειδικά όσο ο χαρακτήρας του γνωρίζει για πρώτη φορά τον κόσμο έξω από τους τέσσερεις τοίχους.

Και απ’ την άλλη έχουμε την ανερχόμενη Brie Larson, η οποία είναι απόλυτα νατουραλιστική στην ερμηνεία της. Δεν προσπαθεί να ωραιοποιήσει τίποτα, αντιθέτως τσαλακώνεται συνεχώς και κρατάει το βλέμμα μας στραμμένο πάνω της επειδή είναι εξαιρετική στο ρόλο και όχι χάρη στην θηλυκότητα της (κάτι που έκανε και η Jennifer Lawrenceστην πρώτη της Οσκαρική υποψηφιότητα για το «Winter’sBone», καταλήγοντας όμως να κερδίζει το βραβείο για την ερμηνεία με το πρώτο της μεγάλο ντεκολτέ). Και αυτή η ερμηνεία της Larson είναι που πραγματικά αξίζει να βραβευτεί φέτος στην κατηγορία του Α’ Γυναικείου ρόλου των Oscar, με νίκες ήδη στα SAGκαι τις Χρυσές Σφαίρες.

Όμως τι είναι αυτό που εν τέλει κάνει την ερμηνεία συγκινητική; Θα έλεγα πως η απάντηση βρίσκεται στην σκηνοθεσία του Lenny Abrahamson. Είναι δυστυχές να λέμε πάντα πως ο σκηνοθέτης ευθύνεται για κάθε καλό και κακό μιας ταινίας, καθώς φαινόμαστε να αγνοούμε τους υπόλοιπους συντελεστές, όμως αυτός είναι που δίνει τις κατευθύνσεις και που θα λογοδοτήσει στο τέλος. Θα μπορούσαμε να πούμε πολλά και ωραία για το στήσιμο των ηθοποιών και της κάμερας, σε αυτή την περίπτωση όμως η σκηνοθεσία είναι άξια αναφοράς χάρη στην αφηγηματικότητά της. Ο καθένας θα μπορούσε να προσεγγίσει το έργο εύκολα, με κέντρο την Τζόι και τον αγώνα της, όμως ο Abrahamson επιλέγει να βάλει τον μικρό Τζακ σαν αφηγητή, βάζοντας με αυτόν τον τρόπο τον θεατή στην δική του θέση. Και με αυτό τον τρόπο δίνει στους ηθοποιούς την πρόκληση να εκφράσουν σιωπηλά τα περισσότερα από τα συναισθήματά τους, διστάζοντας να μας τα εξηγήσουν γιατί το έργο βλέπει κι εμάς σαν ένα μικρό παιδί που δεν πρέπει να χάσει την αθωότητα του, όπως την έχασαν οι χαρακτήρες αυτής της ιστορίας μέσα από τα συμβάντα που εξιστορούνται.

Εν κατακλείδι, το «Δωμάτιο» είναι από τις καλύτερες ταινίες που είδαμε πρόσφατα. Στο σύνολο του είναι αψεγάδιαστο, δείχνοντας όσα πρέπει και αφήνοντας περισσότερα για το μυαλό. Καταλήγοντας να είναι υποψήφια για τέσσερα βραβεία Όσκαρ (Ταινίας, Σκηνοθεσία, Διασκευασμένου Σεναρίου και Α’ Γυναικείου Ρόλου), η ταινία αξίζει να την δείτε περισσότερο για όσα έχει να δώσει και λιγότερο για τις υποψηφιότητες που κέρδισε. Και σίγουρα θα μείνει μαζί σας για αρκετό καιρό από την στιγμή που θα την δείτε.

«Steve Jobs»: Από Μηχανής “Θεός”… ή μήπως όχι;

Αδιαμφισβήτητα ο Steve Jobs ήταν μια εκ των πιο σημαντικών προσωπικοτήτων στον κόσμο της τεχνολογίας, έχοντας προεδρεύσει της εταιρίας Apple για πολλά χρόνια και φέρνοντας πολλές από τις τεχνολογικές αλλαγές, που αυτή την στιγμή οι περισσότεροι από εμάς απολαμβάνουμε στο έπακρο. Ο πρόωρος θάνατος του – ήταν μόλις 56 ετών – σόκαρε πολύ τον κόσμο και πάρα πολλοί έσπευσαν να τον θεοποιήσουν. Ήταν όμως ο θεός που όλοι προσπαθούσαν να αναδείξουν; Το «Steve Jobs» του Danny Boyle («Trainspotting», «Slumdog Millionaire») καλείται να δώσει μια απάντηση.

Η ταινία δεν είναι μια συνηθισμένη βιογραφία, αντίθετα ακολουθεί τον Steve Jobs (Michael Fassbender) στα παρασκήνια τριών διαφορετικών (και σημαντικών) στιγμών της καριέρας του: την παρουσίαση του Macintosh 128K το 1984, την παρουσίαση του NeXT το 1988 και, εν τέλει, την παρουσίαση του iMac το 1998, μοντέλου το οποίο ουσιαστικά ανέστησε και την Apple. Σε αυτά τα παρασκήνια βλέπουμε τον Jobs να ταπεινώνει τους υπαλλήλους του, να τσακώνεται με την πρώην του σχετικά με την μικρή τους κόρη, να έρχεται σε σύγκρουση με τους φίλους του και, συχνότερα, να προσπαθεί να συνεννοηθεί με την πιστή του βοηθό Joanna Hoffman (Kate Winslet), η οποία φαίνεται να είναι η μόνη που έχει τον απόλυτο έλεγχο.

pic1

Το σενάριο του έργου το έχει αναλάβει ο Aaron Sorkin ( βραβευμένος με Oscar Σεναρίου για το «Social Network»), εμπνευσμένος από την βιογραφία του Jobsγραμμένη από τον Walter Isaacson. Εκεί όμως που ο Sorkin διαπρέπει (και πάντα διέπρεπε) είναι οι απίστευτα γρήγοροι και έξυπνοι διάλογοι των χαρακτήρων, οι οποίοι έχουν πάντα έντονες συνδιαλέξεις, κάθε φορά με κάτι καινούργιο και χωρίς να αναμασάνε και να επαναλαμβάνουν τα ίδια πράγματα συνεχώς. Η ράχη του έργου όμως είναι ο χαρακτήρας του ήρωα του, ο οποίος παρουσιάζεται σαν ένας προβοκάτορας που προσβάλει τους πάντες και τα πάντα χωρίς να νοιάζεται ιδιαίτερα και χωρίς να δίνει σημασία στα συναισθήματα των άλλων ή, έστω όλων των άλλων. Το μόνο πράγμα όμως που τον αλλάζει είναι η σχέση του με την κόρη του, Lisa, η οποία είναι ίσως το μοναδικό πράγμα που έχει κάποια σημασία γι’ αυτόν. Και οι συζητήσεις του με όλους τους υπόλοιπους χαρακτήρες είναι αυτές που λίγο-λίγο αποκαλύπτουν τον χαρακτήρα του, τα συναισθήματα του για τους άλλους και μαζί την σταδιακή του ωρίμανση.

Η σκηνοθεσία του Boyle είναι ενδιαφέρουσα σε σημεία, όμως ποτέ δεν είναι συναρπαστική. Σίγουρα δημιουργεί ένα ωραίο στήσιμο και διοικεί πολύ σωστά το οικοδόμημα της ταινίας, όμως μπροστά στις παλιές του δουλειές όπως το «Trainspotting» η μαγεία του και η νεανικότητα που είχε στην κάμερα φαίνονται χαμένες. Ένα πολύ θετικό όμως στοιχείο της σκηνοθεσίας του είναι το γεγονός πως χρησιμοποιεί διαφορετικούς τρόπους κινηματογράφησης σε κάθε τομέα του έργου, χρησιμοποιώντας στις σκηνές του παρελθόντος φιλμ της εποχής εκείνης και φτάνοντας εν τέλει να γυρίζει με ψηφιακές κάμερες στο τέλος, δίνοντας στο φιλμ μια ιδιαίτερη αισθητική, την οποία σιγοντάρει ο Daniel Pemberton με το ηλεκτρονικό και όμορφο score του.

pic2

Αυτό για το οποίο όλοι έχουν να μιλάνε και να λένε πως η ταινία πέτυχε είναι οι ερμηνείες της. Όλο το καστ στο σύνολό του κάνει καλή δουλεία, κυρίως δίνοντας υπόσταση στον διάλογο, που ήδη υπάρχει. O Jeff Daniels είναι εξαιρετικός στο ρόλο του John Sculley (πότε δεν ήταν, άλλωστε ;), ενώ ο Seth Rogen κάνει την έκπληξη σε δραματικό ρόλο ως Steve Wozniak και βουλώνοντας πολλά στόματα που λέγανε πως δεν θα τα κατάφερνε. Όμως τα δύο μεγαλύτερα ονόματα του έργου είναι και αυτά που κλέβουν την παράσταση: Η KateWinslet στο ρόλο της Hoffman είναι ηλεκτρική και είναι το ψύχραιμο αντίβαρο του Jobs, συνεχώς έτοιμη για όποια κρίση εμφανιστεί και έχοντας σχεδόν πάντα τον έλεγχο της κατάστασης. Και ύστερα έχουμε τονMichael Fassbender, έναν ηθοποιό που δεν μοιάζει καθόλου με τον Steve Jobs και που καταφέρνει να σε πείσει πως είναι ο Jobs. Έχοντας σαν χάρισμα να αιχμαλωτίζει την οθόνη σε κάθε του ταινία, ο Fassbender καταφέρνει εδώ μια από τις καλύτερες ερμηνείες της καριέρας του και τιμά και με το παραπάνω την παρουσία του ανάμεσα στους υποψηφίους του βραβείου Oscar Α’ Ανδρικού ρόλου, το ίδιο και η Winslet στην κατηγορία του Β’ Γυναικείου.

Όμως εδώ οφείλω να αναρωτηθώ κάτι: δεν είναι κάπως νωρίς για μια τέτοια βιογραφία; Σίγουρα, ο Jobs ήταν σημαντική προσωπικότητα και άφησε το στίγμα του στην γενιά μας, όπως και οφείλουμε να παραδεχθούμε πως η ταινία έχει χαρακτηριστεί σαν μια πολύ ιστορικά ακριβής προσέγγιση της ζωής του. Όμως ποιος είναι ο σκοπός της ταινίας, εν τέλει; Το «Social Network» ήταν άλλη μια βιογραφία που γυρίστηκε πολύ νωρίς, κατηγορήθηκε για ανακρίβειες, που στο διαταύτα όμως μιλούσε για την ψηφιακή επανάσταση και την εποχή μας μέσα από το Facebook και την εξάπλωση του. Εδώ όμως δεν φαίνεται πουθενά κάτι αντίστοιχο, κάτι που θα λέει κάτι παραπάνω από μια ιστορία και που θα αποτελεί λόγο για να μιλάμε για το έργο μετά από μερικά χρόνια. Και, ενώ αποπειράται να μείνει μακριά από την φόρμα μιας οποιασδήποτε βιογραφικής ταινίας, στο τέλος η ουσία της είναι στην εξιστόρηση καθ’ εαυτή και όχι σε κάτι παραπάνω, με αποτέλεσμα να μοιάζει με μια… απλά βιογραφία.

Σίγουρα το «Steve Jobs»είναι ένα αξιόλογο έργο κυρίως για τους διαλόγους και τις ερμηνείες του, χωρίς όμως να είναι ένα αξιομνημόνευτο έργο. Και, χωρίς να είναι μια απογοήτευση, δεν καταφέρνει να γοητεύσει πραγματικά το κοινό. Σίγουρα ο χρόνος σας δε θα χαθεί με το έργο, όμως αν προτιμήσετε να το δείτε όταν κυκλοφορήσει σε DVD δε θα σας αδικήσει κανείς. Σε όλους τους υπόλοιπους, καλή θέαση.

 

5 φορές που ο Leonardo DiCaprio έπρεπε να είναι υποψήφιος για το Oscar

Όλοι ξέρουμε τον Leonardo DiCaprio. Αρχικά στον «Τιτανικό», όπου έγινε ο νεανικός έρωτας κάθε κοριτσιού, ύστερα όμως στέφθηκε από πολλούς ως ο καλύτερος ηθοποιός της γενιάς του και ένας από τους μεγαλύτερους επαγγελματίες του χώρου, με ερμηνείες σαν αυτή του «Wolf of Wall Street» να τον κάνουν να μετράει 5 υποψηφιότητες για Βραβείο Oscar.

Η νέα του ταινία «Revenant» είναι αύτη που χθες του χάρισε την έκτη του υποψηφιότητα για το βραβείο και σίγουρα την μεγαλύτερη του πιθανότητα νίκης μέχρι και σήμερα, μια νίκη που όλοι φαίνονται να προσδοκούν στον κόσμο του ίντερνετ. Όμως δεν ήταν τυχερός με όλες του τις ταινίες, ούτως ώστε να εξασφαλίσει μια υποψηφιότητα. Η παρακάτω λίστα λοιπόν, σας παρουσιάζει μερικές από τις καλύτερες και όχι υποψήφιες ερμηνείες του ηθοποιού, πάντα με τα κριτήρια του Hashmag.

5) «J. Edgar» (2011)

35e1d9b3b3b5232d_Jed3

Ο Clint Eastwood εδώ δίνει στον DiCaprio την ευκαιρία να υποδυθεί τον αμφιλεγόμενο ιδρυτή του FBI J. Edgar Hoover, ο οποίος είχε εμπλακεί σε μερικές από τις μεγαλύτερες ιστορικές στιγμές του 20ου αιώνα, ενώ ταυτόχρονα ήταν ο ίδιος ομοφυλόφιλος. Η ταινία είναι ένα βιογραφικό δράμα εποχής, το οποίο παρά τις καλές του προθέσεις δεν άγγιξε όσους θα ήθελε. Η ερμηνεία του DiCaprio όμως είναι για μια ακόμη φορά μαγνητική, το καλύτερο στοιχείο του έργου και αυτό το οποίο κράτησαν οι θεατές στην μνήμη τους ακόμη και αφότου έπεσαν οι τίτλοι.

4) «The Departed» (2006)

pic2

Στην τρίτη του συνεργασία με τον Martin Scorsese (μετά τα «Gangs of New York» και «Aviator»), ο DiCaprio αναλαμβάνει τον ρόλο ενός μυστικού αστυνομικού, που διεισδύει στα άδυτα της συμμορίας ενός Ιρλανδού γκάνγκστερ (Jack Nickonson), ώστε να ανακαλύψει τον πληροφοριοδότη του τελευταίου στην αστυνομία (Matt Damon). Εκείνη την χρονιά ο Leo ήταν υποψήφιος τρίτη φορά για Oscar για το«Blood Diamond», όμως αυτός εδώ ο ρόλος του είναι πιο αξιομνημόνευτος και ήταν και αυτός που στην ουσία τον έβαλε στον κινηματογραφικό χάρτη οριστικά και που έδειξε πως είχε τα φόντα να γίνει ο μεγάλος και σοβαρός πρωταγωνιστής που είναι σήμερα.

3) «Catch Me if you Can» (2002)

pic3

Στην ομώνυμη κωμωδία του Steven Spielberg ο DiCaprio εμφανίζεται στον πρώτο του πραγματικά δύσκολο ρόλο, όπου υποδύεται τον πραγματικό απατεώνα Frank Abagnale Jr., ο οποίος μέχρι τα 19 του είχε καταφέρει να κλέψει αμέτρητα χρήματα και να εξαπατήσει υποδυόμενος τους ρόλους του πιλότου, του γιατρού ή, ακόμη, και του πράκτορα του FBI. Μπορεί δίπλα του στέκεται επάξια ο Tom Hanks, όμως ο Lio είναι που κλέβει την παράσταση.

2) «Shutter Island» (2010)

pic4

Τέταρτη καρποφόρα συνεργασία με τον Scorsese, αυτή την φορά στην μεταφορά του ομώνυμου αστυνομικού μυθιστορήματος του συγγραφέα Dennis Lehane («Mystic River»). Εδώ ο μεγάλος σταρ υποδύεται έναν ειδικό αστυνομικό που έχει ταξιδέψει σ’ ένα άσυλο για παράφρονες εγκληματίες, με σκοπό να βρει μια εξαφανισμένη ασθενή, όμως έρχεται αντιμέτωπος με καταστάσεις, που μπορούν να φέρουν στο φως πολλά κρυμμένα μυστικά, που ούτε ο ίδιος δε θα φανταζόταν πως θα έβρισκε. Μια πολύ ανατρεπτική ιστορία που αδίκως δεν κέρδισε το κοινό όταν προβλήθηκε, την οποία όμως ο DiCaprio μεταφέρει στις πλάτες του με μεγάλο χάρισμα, άξιο προσοχής.

1) «Django Unchained» (2012)

pic1

Οκ, όλοι ξέρουμε τον Quentin Tarantino, το κακό παιδί του Χόλυγουντ, την λατρεία του για την βία και τα σπαγγέτι γουέστερν. Αυτή η ταινία ήταν η πρώτη του απόπειρα στο είδος (πιο πρόσφατα μας έδωσε το «Hateful Eight»), ακολουθώντας τον ελεύθερο πρώην σκλάβο Django στο ταξίδι του να ελευθερώσει την σύζυγο του από τους γαιοκτήμονες δουλεμπόρους. Και ο πιο κακός, μοχθηρός και ύπουλος όλων τους είναι ο Calvin Candie, τον οποίο, όπως καταλάβατε, υποδύεται ο DiCaprio. Διαφορετικότερος από κάθε άλλο του ρόλο μέχρι τότε, που τον είχαμε συνηθίσει να έχει στην χειρότερη περίπτωση ψυχολογικά προβλήματα, εδώ πραγματικά καταφέρνει να μας κάνει να ξεχάσουμε τον DiCaprio που ξέραμε. Μπορεί να είναι ένας δεύτερος ρόλος, όμως είναι σίγουρα από τους πιο αξιομνημόνευτους του ηθοποιού.

«The Hateful Eight»: Αίμα στο χιόνι

Οι συστάσεις είναι περιττές στην περίπτωση του σκηνοθέτη Quentin Tarantino. Μέγας φίλος του κινηματογράφου, των καλογραμμένων διαλόγων και της βίας, ο Tarantino κατέχει την δική του ξεχωριστή φωνή στο χώρο και, ταυτόχρονα, έχει πάρει στα χέρια του το βιβλίο της ιστορίας του σινεμά και έχει γράψει μέσα το όνομα του με πρόφαση ταινίες σαν τα «Reservoir Dogs», «Pulp Fiction», «Kill Bill» και, πιο πρόσφατα, «Django Unchained». Είναι λογικό, επομένως, κάθε νέα ταινία του σκηνοθέτη να αποτελεί κινηματογραφικό γεγονός, ειδικά εφόσον ο ίδιος έχει πει πως θα «συνταξιοδοτηθεί» στις δέκα ταινίες.Το «HatefulEight» («Μισητοί Οκτώ» στα ελληνικά) είναι το δεύτερο γουέστερν του σκηνοθέτη μετά το «Django» και η όγδοή του ταινία.

Η πλοκή ακολουθεί τον κυνηγό επικηρυγμένων Τζον Ρουθ (Kurt Russel), ο οποίος μεταφέρει την κακοποιό Ντέιζι Ντόμεργκιου (Jennifer Jason Leigh) στην πόλη του Ρεντ Ροκ για να κρεμαστεί, λίγο καιρό μετά το πέρας του Αμερικάνικου Εμφυλίου. Στον δρόμο του και ενόψει χιονοθύελλας συναντά δύο ταξιδιώτες, τον Ταγματάρχη Μαρκίζ Γουόρεν (Samuel L. Jackson) και τον νέο σερίφη του Ρεντ Ροκ Κρις Μάνιξ (Walton Goggins). Όμως η καταιγίδα είναι τέτοια που οι τέσσερεις συνταξιδιώτες αναγκάζονται να σταματήσουν στο χάνι της Μίνυ, όπου εκεί βρίσκουν άλλους τέσσερεις ξένους, τον καουμπόι Τζο Κέιτζ (Michael Madsen), τον Εγγλέζο Οσγουάλντο Μόμπρεϊ (Tim Roth), τον Νότιο Στρατηγό Σμίδερς (Bruce Dern), και τον επιστάτη και αντικαταστάτη της Μίνυ Μπομπ τον Μεξικάνο (Demian Bachir). Όμως αυτοί οι οκτώ δεν εμπιστεύονται ο ένας τον άλλον (δικαιολογημένα) και όλοι ξέρουμε πως αυτό θα οδηγήσει σε μπελάδες, βία και πολύ, μα πολύ, αίμα.

pic1

Ο Tarantino φαίνεται να είναι ένας μεγάλος γνώστης του να βάζει συγκεκριμένους χαρακτήρες σε μια κατάσταση και να περιμένει να δει πως θα αντιδράσει ο καθένας, κάτι που κι εδώ πετυχαίνει. Άλλοτε μαύρη κωμωδία, άλλοτε πολιτική ταινία, άλλοτε μυστήριο της Αγκάθα Κρίστι και συνεχώς γουέστερν, το έργο κυλάει αργά και ίσως εξαντλητικά για κάποιους στην σχεδόν τρίωρη διάρκεια του, όπου υπάρχουν άφθονοι εκτενείς διάλογοι οι οποίοι ενώ σκιαγραφούν τόσο τους χαρακτήρες όσο και το πολιτικό υπόβαθρο της εποχής,, ταυτόχρονα φαίνονται να μην προσφέρουν και πολλά στην πλοκή και, αντίθετα, να την βαραίνουν. Όμως όλα αυτά μπορεί (ίσως) να τα νικήσει το αιματοβαμμένο δεύτερο μέρος του έργου, όπου συνεχώς συμβαίνει κάτι απρόσμενο και κρατάει τον θεατή καρφωμένο στη θέση του, περιμένοντας να δει τι θα γίνει στη συνέχεια.

Αλλά και στην καρέκλα του σκηνοθέτη ο Tarantino ακολουθεί την ρουτίνα του, δηλαδή την κλασική και ωραία υπερβολή του στην βία, την κίνηση και τους ηθοποιούς. Όμως εδώ κάνει τρομερή οικονομία στον χώρο του, περιορίζοντας τον κυρίως σε ένα σαλόνι βγαλμένο σαν από θεατρικό σανίδι. Η υπερβολή του εδώ τιθασεύεται κάπως, κυρίως επειδή αυτό εξυπηρετεί την βασική του και μεγάλη αναφορά στην ταινία «The Thing» του John Carpenter, της οποίας οι χαρακτήρες μένουν σ’ ένα μοναχικό καταφύγιο, αναμένοντας κάτι πολύ κακό να γίνει. Και έτσι δημιουργεί μια πραγματικά απειλητική ατμόσφαιρα, όπου κανείς δεν περιμένει από πού θα του έρθει και τι θα του έρθει.

pic2

Σε αυτό εξυπηρετεί και η φωτογραφία του Robert Richardson, η οποία είναι απόκοσμη και σχεδόν αποπνικτική, δίνοντας μας την αίσθηση τόσο του κρύου που βιώνουν οι «ήρωες» μας, όσο και την κλειστοφοβία μιας καμπίνας με ξένους που δεν μπορείς να εμπιστευτείς. Τα ειδικά εφέ-μακιγιάζ είναι κάτι που δεν μπορεί κανείς να παραβλέψει, με τον Graig Nicotero του «Walking Dead»και τον Howard Berger των «Evil Dead» να δίνουν πραγματικά τον καλύτερό τους εαυτό. Αυτός όμως που αξίζει μεγαλύτερη μνεία είναι ο μουσικοσυνθέτης Ennio Morricone, ο οποίος έκανε την μουσική των κλασικών σπαγγέτι γουέστερν«The Good, The Bad and The Ugly» και «Once Upon A Time in the West» (ΚΑΙ του «The Thing», παρακαλώ, του οποίου εδώ χρησιμοποιεί και κάποια αχρησιμοποίητα θέματα). Σαράντα χρόνια μετά το τελευταίο του γουέστερν, ο Morricone δείχνει πως ποτέ δεν το έχασε και πως σε ηλικία 87 εξακολουθεί να είναι ένας από τους καλύτερους συνθέτες στο σινεμά.

Όσο για τους χαρακτήρες, τα λόγια μπορούν να είναι πολλά αλλά ταυτόχρονα λίγα, μιας και θέλουμε να αποφύγουμε τα spoilers. Αυτό που μπορούμε να σας πούμε σίγουρα είναι πως οι όλοι οι χαρακτήρες ερμηνεύονται επάξια από τους ηθοποιούς τους, ειδικά οι χαρακτήρες των Kurt Russel, Samuel L. Jacksonκαι Jennifer Jason Leigh, δίνοντας ο καθένας το δικό του στίγμα στο έργο. Όμως μόνο η ερμηνεία της Leigh θα μείνει στην μνήμη μας χαραγμένη, ως μια ερμηνεία αυτούσια και όχι μόνο σαν μια σωστή αποτύπωση ενός καλογραμμένου χαρακτήρα. Μέσα σ’ όλα τα καλά του, όμως, κάτι που με ενόχλησε στο ήταν το γεγονός, πως δεν μ’ έκανε ποτέ να ενδιαφερθώ πραγματικά για τους χαρακτήρες και το ταξίδι τους. Όχι επειδή τους έλειπε κάτι και ήταν ανολοκλήρωτοι, αλλά κυρίως επειδή σχεδόν όλοι τους, ακόμη και οι «καλοί», ήταν τόσο «μισητοί» που δεν μπορούσες να δεθείς μαζί τους τόσο, όσο με τόσους άλλους ήρωες που ξεπήδησαν από το μυαλό του σκηνοθέτη.

Ανακεφαλαιώνοντας, το δεύτερο γουέστερν του Tarantino δεν μπορεί παρά να είναι επιτυχημένο, όλοι ξέρουμε πόσο καλός είναι στο είδος ύστερα από το «Django Unchained» του, ενώ ταυτόχρονα μας ανοίγει την όρεξη για πολλά ακόμη, μιας και κάθε του έργο είναι μοναδικό. Το «Hateful Eight» σίγουρα δεν είναι τέλειο, όμως επιβιώνει μέσα από τα λάθη του και χαράσσεται στην μνήμη. Μπορεί να μην είναι αυτό που πολλοί περιμένουν, αλλά πότε ήταν αυτό που περίμενες μια ταινία Tarantino; Την απάντηση την ξέρετε και, όσοι ικανοποιήστε από αυτήν, σίγουρα θα ικανοποιηθείτε και από την ταινία.

 

10 ταινίες που περιμένουμε μέσα στο 2016

Όπως και πριν από έναν χρόνο, έτσι και τώρα έχουμε να σας παρουσιάσουμε μερικές κινηματογραφικές προτάσεις για το ερχόμενο έτος. Δυστυχώς η λίστα μας περιλαμβάνει πολλές παραγωγές που στο εξωτερικό κυκλοφόρησαν πριν το κλείσιμο του έτους, ενώ εδώ θα καθυστερήσουμε λίγο να τις δούμε. Με μια σχετική σειρά ημερομηνίας, όχι προτίμησης:

«The H8ful Eight»

Trailer-The-Hateful-Eight-Samuel-L.-Jackson-2

Εντάξει, κλέψαμε λίγο γιατί το είχαμε βάλει και πέρσι (αλλά καθυστέρησε για μια βδομάδα). Όμως αυτό δεν αποτελεί πρόβλημα, εφόσον ο Quentin Tarantino είναι ένας από τους κορυφαίους και πιο αγαπημένους σκηνοθέτες της εποχής μας. Με ένα εξαιρετικό καστ (Samuel L. Jackson, Kurt Russel, Jennifer Jason Leigh κ.λπ.) και τον Ennio Morricone να επιστρέφει μετά από 40 χρόνια απουσίας από το είδος του γουέστερν, ο Tarantino για μια ακόμα φορά καταφέρνει να μας τραβήξει το ενδιαφέρον, προετοιμάζοντας μας για την όγδοή (και ταυτόχρονα τρίτη από το τέλος) ταινία που θα γυρίσει ποτέ.

«Νοτιάς»

notias-b-600x269

Ο Τάσος Μπουλμέτης έγινε γνωστός παγκοσμίως το 2003 με την υπέροχη «Πολίτικη Κουζίνα», μια απ’ τις μεγαλύτερες εισπρακτικά (και καλλιτεχνικά) εγχώριες παραγωγές μας. Δώδεκα χρόνια μετά, λοιπόν, ο Μπουλμέτης, μας ξαναφέρνει σε παλιές εποχές, αυτή τη φορά στην Αθήνα των δεκαετιών ’60 κι ’70, γνωρίζοντας μας έναν νέο που έχει σαν όνειρο να κάνει σινεμά, έχοντας για αντίπαλο του την πραγματικότητα και για σύμμαχο την φαντασία. Με ένα εκλεκτό καστ (Μαρία Καλλιμάνη, Θέμις Πάνου, Αργύρης Ξάφης, Ταξιάρχης Χάνος, Ζωζώ Σαπουντζάκη και τον Γιάννη Νιάρο στον πρωταγωνιστικό ρόλο) και τις καλύτερες υποσχέσεις, ο «Νοτιάς» είναι κατά κάποιο τρόπο η ελληνική πρόταση για το 2016.

«The Revenant»

NELpf7N6bk9fNU_1_b

Φρέσκος από την Οσκαρική νίκη του «Birdman», ο Alejandro Gonzalez Inarritu επιστρέφει με ένα έπος εμπνευσμένο από πραγματικά γεγονότα, στην καρδιά της παγωμένης Αμερικής του 19ου αιώνα. Έχοντας επιβιώσει από την φονική επίθεση μιας αρκούδας, ο Hugo Glass του Leonardo DiCaprio προσπαθεί να βρει τους παλιούς του συντρόφους και να τους εκδικηθεί που τον παράτησαν για νεκρό. Έχοντας στο πλευρό του τους Tom Hardy, Domnhall Gleeson και Will Poulter, ο DiCaprio ετοιμάζεται να μας παρουσιάσει τον αγώνα ενός ανθρώπου ενάντια στη φύση με σκοπό την επιβίωση, τρέφοντας και μερικές ελπίδες για το πολυπόθητο (από το κοινό, όχι τον ίδιο) Όσκαρ Ερμηνείας.

«Steve Jobs»

Infossible_Steve-Job-Movie-1-700x433

Ο Danny Boyle επιστρέφει στον Οσκαρικό χάρτη ύστερα από τα «Slumdog Millionaire» και «127 Hours» με την αντισυμβατική βιογραφία ενός ειδώλου του σύγχρονου κόσμου που έφυγε νωρίς, γνωρίζοντας μας τον χαρακτήρα του σε ένα τρίπρακτο που παρουσιάζει τα παρασκήνια μερικών από τις πιο κρίσιμες στιγμές της καριέρας και ταυτόχρονα της ζωής του Steve Jobs. Σε σενάριο του Aaron Sorkin (Όσκαρ Σεναρίου για το «Social Network»), με πρωταγωνιστές τους πάντα εξαιρετικούς Michael Fassbender, Kate Winslet και τους Seth Rogen και Jeff Daniels, η ταινία θα αποτελέσει ένα σίγουρο στοίχημα για τα Όσκαρ, άσχετα με τις μέχρι τώρα σχετικά χαμηλές εισπράξεις της στην Αμερική.

«Spotlight»

tumblr_nzk9dkbfoZ1v116wco1_1280

Όλοι αγαπούν ένα καλό δημοσιογραφικό δράμα, στην περίπτωση όμως αυτή όλοι παραληρούν. Βασισμένο σε αληθινά γεγονότα, το «Spotlight» φέρνει στο προσκήνιο μια αληθινή ιστορία συγκάλυψης παιδεραστίας από την Καθολική Εκκλησία. Με ένα πράγματι εκλεκτό καστ (με κεντρικούς τους Mark Ruffalo, Michael Keaton, Rachel McAdams, Live Schreiber) και με τον Tom McCarthy στα ηνία σεναρίου και σκηνοθεσίας, η ταινία είναι μια από αυτές που πρόκειται να φέρουν τις μεγαλύτερες συγκινήσεις φέτος (ή τουλάχιστον αυτό πέτυχε στην Αμερική).

«Hail, Ceasar!»

_1444406666

Ναι, οι αδερφοί Coen επιστρέφουν στην κωμωδία! Με ένα πανσίγνωστο καστ (Josh Brolin, George Clooney, Ralph Fiennes, Jonah Hill, Scarlett Johansson, Tilda Swinton και Channing Tatum, μεταξύ άλλων) αναβιώνουν το Χόλυγουντ της δεκαετίας του ’50, όπου ένα στούντιο κινητοποιείται σύσσωμο προς διάσωση ενός μεγάλου σταρ που τον απήγαγαν. Οι Coen είναι γνωστοί για το μαύρο χιούμορ τους, οπότε έχουμε μερικές παραπάνω ελπίδες πως και αυτό το έργο θα είναι μια ακόμη επιτυχία.

«Deadpool»

Deadpool-Promo-Photo-Teddy-Bear-Low-Res

Ο πλέον δημοφιλέστατος και πάντα αθυρόστομος και βίαιος χαρακτήρας της Marvel εμφανίστηκε πρώτη φορά στην οθόνη το 2009 στο κακό «X-Men Origins: Wolverine», με τον Ryan Reynolds να υποδύεται τον ρόλο αλλά χωρίς να καταφέρει να σώσει την κατάσταση. Όμως ο ηθοποιός δεν το έβαλε κάτω και προσπάθησε να αναστήσει τον χαρακτήρα, αυτή τη φορά πιστό στο όραμά του. Και τα καταφέρνει, απ’ ότι φαίνεται, με την νέα ταινία του, όπου ο χαρακτήρας είναι ακριβώς όπως έπρεπε να είναι. Συνδεδεμένο με το σύμπαν των X-Men (βγάζουν και αυτοί ταινία φέτος), η ταινία είναι σίγουρα η καλύτερη υπερηρωική έκπληξη για φέτος και, ας ελπίσουμε, μια από τις καλύτερες της χρονιάς.

«Batman V. Superman: Dawn of Justice»

medium-157487

Οι δύο μεγαλύτεροι υπερήρωες που έχουν υπάρξει ποτέ, επιτέλους συναντιούνται για πρώτη φορά στο πανί, στην δεύτερη ταινία του νεοσύστατου κινηματογραφικού σύμπαν της DC Comics, έπειτα από το χλιαρό «Man Of Steel». Με τον Zack Snyder πάλι στην σκηνοθεσία, τον Henry Cavil στο ρόλο του Superman, τον Ben Affleck ως Batman, την Gal Gadot ως Wonder Woman, τον Jesse Eisenberg σαν κακό Lex Luthor και τους Jeremy Irons, Holly Hunter, Jason Mamoa, Laurence Fishburne, Diane Lane και Amy Adams, η ταινία είναι το λιγότερο ενδιαφέρουσα (βλέπετε, ο Snyder μπορεί να φημίζεται για τις ωραίες εικόνες των έργων του παρά για την ουσία τους). Όπως και να ‘χει, αυτή θα είναι μια ιστορική κινηματογραφική συνάντηση δύο εκ των μεγαλύτερων χαρακτήρων που γνώρισαν τα κόμιξ.

«Captain America: Civil War»

28082015_Civil-War-02

Μια ακόμη ταινία της Marvel, αυτή τη φορά με τους μεγαλύτερους της ήρωες Captain America και Iron Man να βρίσκονται αντιμέτωποι στον δικό τους εμφύλιο πόλεμο. Αν και η Marvel έχει αρχίσει να δείχνει όλο και περισσότερο τα σημάδια του χρόνου, το σκηνοθετικό δίδυμο των αδερφών Russo φαίνεται έτοιμο να σώσει την κατάσταση, όπως έκανε και με το «Captain America: Winter Soldier» το 2014. Οπότε είμαστε για μια ακόμη φορά ελπιδοφόροι για το καλύτερο.

«Silence»

3

Κάθε ταινία του Martin Scorsese είναι ένα γεγονός. Σε αυτή την περίπτωση, ας πούμε, έχουμε να κάνουμε με την μεταφορά ενός λογοτεχνικού αριστουργήματος του Ιάπωνα Shusaku Endo, το οποίο πραγματεύεται την αποστολή δύο Ιησουιτών ιεραποστόλων του 17ου αιώνα να βρουν τον αποστάτη μέντορα τους που βρίσκεται κάπου χαμένος μέσα σε μια Ιαπωνία που διώκει τον χριστιανισμό. Με πρωταγωνιστές τους Andrew Garfield, Liam Neeson και Adam Driver, ο Scorsese επιστρέφει στην θεματολογία της θρησκείας ύστερα από τις ταινίες «Mean Streets», «The Last Temptation of the Christ» και «Kundun», με την ελπίδα να μας προσφέρει μια πραγματικά εξαιρετική, από αυτές που μας έχουν λείψει.

Δυστυχώς αυτή η λίστα δεν μπορεί να είναι πλήρης σε καμία περίπτωση. Περιμένουμε πολλά μεγάλα blockbuster, όπως το «Rogue One» και «Fantastic Beasts and Where To Find Them» του σύμπαντος του Star Wars το πρώτο και του Harry Potter το δεύτερο, τα υπερηρωικά «Suicide Squad», «Doctor Strange» και «X-Men: Apocalypse», ενώ αναμένουμε και τα σίκουελ «Zoolander 2», «London Has Fallen» και «Alice Through the Looking Glass». Πιο πρωτότυπες προτάσεις είναι τα «Nice Guys» του Shane Black, «Midnight Special» του Jeff Nichols, ενώ επιστρέφουν και οι γνωστοί σκηνοθέτες Oliver Stone με το πολιτικό «Snowden» και ο Terrence Malick με το «Knight of Cups». Δυστυχώς οι μέχρι τώρα ανακοινώσεις δεν μας λένε πάρα πολλά, θα περιμένουμε όμως περισσότερα και θα σας ενημερώσουμε εδώ, στο Hashmag!

«Carol»: Ο Queer Κινηματογράφος όπως… παλιά!

Ο Todd Haynes είναι ένας από τους πρώτους σκηνοθέτες-αντιπροσώπους της LGBT κοινότητας, μεταφέροντας ουσιαστικά τους όρους του mainstream κινηματογράφου στην πραγματικότητα της ομοφυλοφιλίας, με πρώτη και καλύτερη ταινία του πάνω στο θέμα το «Velvet Goldmine», τον κατά κάποιο τρόπο «Πολίτη Κέην» του queer κινηματογράφου. Από το 2000 κι έπειτα όμως, ξεκίνησε να μεταφέρει το κοινό σε ιστορίες του παρελθόντος και χωρίς να αγγίζει έντονα θεματικά το queer στοιχείο, με ταινίες όπως το «Far From Heaven»με την Julianne Moore, μια ταινία γυρισμένη σαν στα ‘50s, την φανταστική βιογραφία του Μπομπ Ντίλαν «I’m Not There» με ένα τεράστιο καστ να υποδύεται τον πρωταγωνιστικό ρόλο, ο καθένας και μια διαφορετική πτυχή του, αλλά και την μίνι σειρά«Mildred Pierce», το ριμέικ ενός κλασικού φιλμ νουάρ, αυτή τη φορά με πρωταγωνίστρια την Kate Winslet.

Φέτος ο Haynes επιστρέφει στις αίθουσες με το «Carol», την μεταφοράς ενός μυθιστορήματος της Patricia Highsmith με τον τίτλο «The Price of Salt». Η ταινία αφηγείται την ιστορία μιας νεαρής πωλήτριας και επίδοξης φωτογράφου, της Τερέζ (Rooney Mara), η οποία ερωτεύεται εντελώς απρόσμενα την αστή Κάρολ (Cate Blanchett). Η εποχή τους όμως είναι τέτοια ώστε να μη τους επιτρέπει να ζήσουν το πάθος τους, μιας και η Κάρολ είναι στην αναμονή του διαζυγίου της και ο σύζυγος της (Kyle Chandler) προσπαθεί να κάνει τα πάντα για να την κερδίσει πάλι πίσω.

pic1

Ο έρωτας των δύο γυναικών φαίνεται αγνός και φυσικός, όπως ακριβώς φαινόταν ο έρωτας στις ταινίες του ’50 αντίστοιχα για τα ετεροφυλοφιλικά ζευγάρια. Η ιστορία τους είναι αρκετά απλή εκ πρώτης όψεως, όμως το βάθος της κρύβεται στα συναισθήματα των χαρακτήρων που όλοι τους συμπεριφέρονται εντελώς ανθρώπινα, χωρίς να είναι καρικατούρες τύπου ο «κακός σύζυγος» και ρίχνοντας την ευθύνη στον πραγματικό κακό της ιστορίας, την εποχή που δεν μπορούσε να δώσει χώρο σε συναισθήματα για το ίδιο φύλο και που ίσα-ίσα τα καταπίεζε. Τίποτα όμως δεν μπορεί να βάλει απαγορευτικό στην αληθινή αγάπη, ειδικά σε μια ταινία των ‘50s.

Γιατί αυτό επιτυγχάνει εδώ πέρα ο Haynes, να γυρίζει μια ταινία «όπως τις κάνανε παλιά». Η κάμερα του είναι συνήθως σταθερή και με την ελάχιστη κινητικότητα (αν εξαιρέσουμε τα δύο ή τρία σημεία του έργου όπου είναι τα πιο συναισθηματικά φορτισμένα). Πολλά του πλάνα έχουν κέντρο τους τους χαρακτήρες της ταινίας, πολλές δείχνοντας τους μέσα από ανοιχτές πόρτες, λες και εμείς οι ίδιοι τους παρακολουθούμε από το διπλανό δωμάτιο. Μαζί με τον μόνιμο συνεργάτη του διευθυντή φωτογραφίας δημιουργεί μια πραγματικά άρτια ταινία, όπου τα χρώματα βασιλεύουν και κλέβουν τα βλέμματα, χωρίς να αφήνουν λεπτομέρεια του κόσμου της δεκαετίας του ’50 αφώτιστη, ενώ η μουσική του Carter Burnettείναι ο αντάξιος συνοδός στο ταξίδι που προσφέρει η ταινία.

pic2

Και οι ηθοποιοί αποδίδουν εξίσου καλά την εποχή εκείνη. Το πρωταγωνιστικό δίδυμο είναι εξαιρετικό, καθώς και οι δυο γυναίκες φαίνονται πλασμένη η μια για την άλλη. Και η Mara και η Blanchett είναι αξιόλογες ηθοποιοί, και οι δύο ερμηνεύουν με πάθος τους χαρακτήρες τους και ούτε μια στιγμή δεν φαίνονται ψεύτικες. Είναι και η χημεία τους τέτοια που τους επιτρέπει να αφεθούν στους ρόλους τους και να γίνουν ένα, ψυχή τε και σώματι. Στους δευτερεύοντες ρόλους έχουμε έναν πολύ καλό Chandler, ένα χαρακτήρα σαν πολλούς από εμάς, που θα πάμε στα άκρα για το άτομο που αγαπάμε και που, από κάποια στιγμή κι έπειτα, θα ξεχάσουμε για ποιο πράγμα αγωνιζόμασταν, αλλά και την εξαιρετική Sara Paulson στο ρόλο της καλόκαρδης κολλητής της Κάρολ, την οποία θα θέλαμε να δούμε ίσως περισσότερο στο έργο, καθώς ήταν ένα από τα λίγα στοιχεία του έργου που μας υπενθύμιζαν πως η ταινία είναι γυρισμένη τώρα.

Γιατί, δυστυχώς, το πρόβλημα του έργου είναι αυτή η προσκόλληση του στο παρελθόν, όχι μόνο τεχνικά. Στην ουσία της αυτή η όμορφη ιστορία αγάπης δεν φτάνει ποτέ σε σημείο να διαπεράσει την επιφάνεια και να βρει κέντρο στο αφανές της τέχνης και του έρωτα που εικονίζει. Η προσέγγιση του Haynes είναι σε στιγμές πολύ απρόσωπη, χωρίς ποτέ να αγγίζει τις ευαίσθητες νότες που άγγιξε με το «Velvet Goldmine», το οποίο σίγουρα, λόγω της ίδιας του της ανδρικής ομοφυλοφιλίας, είχε περισσότερα κοινά στοιχεία με τον ίδιο. Ή μπορεί απλά να φταίει η δυσκολία που αντιμετωπίζει ένας άνδρας σκηνοθέτης να εικονίσει εντελώς σωστά την λεσβιακή σεξουαλικότητα, δείχνοντας περισσότερα του προφανούς, με μικρή εξαίρεση τους David Lynch και Abdellatif Kechiche με την«Mulholland Drive» και το «Blue is the Warmest Color» αντίστοιχα ο καθένας. Αν όμως πούμε, πως ο στόχος του Haynes ήταν να κάνει μια ταινία πάνω στην ομοφυλοφιλία, όπως θα την προσέγγιζε κάποιος στη δεκαετία του ’50, τότε θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε πως πέτυχε διάνα.

Όπως και να ‘χει, το «Carol» είναι ένα ευχάριστο κινηματογραφικό ταξίδι. Επικρατώντας ως ένα από τα μεγαλύτερα φαβορί για τα φετινά Oscar και υποψήφιο για 5 Χρυσές Σφαίρες (Ταινίας, Σκηνοθεσίας, Μουσικής και Ά Γυναικείου σε Δράμα και για τις δύο πρωταγωνίστριες), είναι σίγουρα ένα έργο που θα κερδίσει τις εντυπώσεις και σίγουρα πολλή αγάπη από το κοινό. Αναμένουμε βραβεύσεις, καλή θέαση!

Αγαπημένες συνεργασίες σκηνοθετών/ηθοποιών Μέρος 2ο: P. T. Anderson & P. S. Hoffman

Σε αυτό το αφιέρωμα μας θα αναφερθούμε σε δύο από τα μεγαλύτερα κινηματογραφικά ταλέντα των τελευταίων 20 χρόνων, οι οποίοι με το έργο τους ακόμη και σήμερα συναρπάσουν. Ο λόγος για τον –εκλιπόντα δυστυχώς- ηθοποιό Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν και τον σκηνοθέτη Πωλ Τόμας Άντερσον.

pic1

Η πρώτη τους συνάντηση δεν έγινε πρόσωπο με πρόσωπο, αλλά όταν ο Άντερσον είδε την ταινία «Άρωμα Γυναίκας» (όπου ο Αλ Πατσίνο κέρδισε το Όσκαρ Ά Ανδρικού Ρόλου), όπου ο Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν έπαιζε έναν δολοπλόκο μαθητή με μεγάλο χάρισμα που, όπως παραδέχθηκε και ο ίδιος ο Χόφμαν κάποια στιγμή, ήταν ο ρόλος που τον έβαλε στην ουσία στο χάρτη. Μαζί με πολλούς άλλους, λοιπόν, ο Άντερσον σοκαρίστηκε και αποφάσισε πως θέλει να συνεργαστεί μαζί του κάποια στιγμή.

Χωρίς να έχει σπουδάσει κινηματογράφο, ο Άντερσον κατάφερε μέσω του Φεστιβάλ του Σάντανς να προωθήσει την ταινία μικρού μήκους του «Coffee and Cigarettes» (μην το μπερδεύουμε με το έργο του Τζιμ Τζάρμους με τον ίδιο τίτλο), όπου και εξασφάλισε χρηματοδότηση για το μινιμαλιστικό μεγάλου μήκους ντεμπούτο του, «Hard Eight» (για μερικούς «Sydney»), μια νέο-νουάρ ιστορία για έναν πρώην χαρτοπαίκτη (Φίλιπ ΜπέικερΧωλ) που παίρνει υπό την προστασία του έναν νεαρό τυχοδιώκτη (Τζον Σ. Ράιλι). Με ένα μικρό αλλά εκλεκτό καστ δευτερευόντων ρόλων (Γκουίνεθ Πάλτροου, Σάμιουελ Λ. Τζάκσον), ο Άντερσον ανέθεσε στον Χόφμαν έναν πολύ μικρό ρόλο που, αν και ήταν πολύ μικρός και περίπου στα ίδια στάνταρ με ό,τι είχε κάνει μέχρι εκείνη τη στιγμή ο ηθοποιός, αυτή ήταν μια καλή ευκαιρία για το δίδυμο να συναντηθεί και να ξεκινήσει μια καρπερή συνεργασία.

Η ταινία μπορεί να μη βγήκε όπως ο Άντερσον είχε σκοπό (θεωρείται ίσως η πιο αδύναμη δουλειά του), όμως η επόμενη του ταινία ήταν αυτή που τον έβαλε στον κινηματογραφικό χάρτη. Στο «Boogie Nights» (1997) γίνεται η απομυθοποίηση του κόσμου του πορνό, δείχνοντας μας την άνοδο και την πτώση του νεαρού πορνοστάρ Ντερκ Ντίγκλερ (στον πρώτο του μεγάλο ρόλο ο Μαρκ Γουόλμπεργκ) και την σχέση του με τον μέντορά του Τζακ Χόρνερ (Μπαρτ Ρέινολντς). Με διάρκεια 155 λεπτών ο Άντερσον παρουσιάζει ένα ψυχογράφημα χαρακτήρων, έχοντας ένα ολοκληρωμένο όραμα και εξαιρετικούς συνεργάτες. Η προσπάθεια τους απέσπασε τρεις υποψηφιότητες για Όσκαρ, μεταξύ των οποίων και Πρωτοτύπου Σεναρίου για τον Άντερσον. Όμως και ο Χόφμαν σε αυτή την ερμηνεία του δείχνει το εύρος του ταλέντου του, παίζοντας αυτή τη φορά τον ρόλο ενός καταπιεσμένου σεξουαλικά μα και καλόκαρδου ηχολήπτη. Ανάμεσα σε ένα σωρό εξαιρετικών δευτερευόντων ρόλων αυτός του Χόφμαν ήταν από αυτούς που ξεχωρίζουν.

Δύο χρόνια περνάνε και, όσο ο Άντερσον ετοιμάζεται για το επόμενο του πρότζεκτ, ο Χόφμαν αρχίζει να αποκτά όλο και περισσότερους ρόλους και να πλουτίζει το ρεπερτόριο του δίπλα σε σκηνοθέτες όπως οι αδελφοί Κοέν («Μεγάλος Λεμπόφσκι») και να γίνει «εκείνος-ο-τύπος-που-έπαιζε-εκεί-αυτό-τον-τύπο». Η επιστροφή του διδύμου ήρθε με την «Μανόλια» (1999), ένα δράμα με πολλές παράλληλες ιστορίες που κάπως συνδέονται, με κέντρο τον ανθρωπισμό και μια δόση πικρής αισιοδοξίας. Το καστ ήταν μεγάλο (Τζούλιαν Μουρ, Τομ Κρουζ, Τζον Σ. Ράιλι, Γουίλιαμ Χ. Μέισι, Τζέισον Ρόμπαρτς) και αυτή την φορά ο Χόφμαν ερμηνεύει έναν νοσοκόμο με καλή καρδιά και κάθε πρόθεση να βοηθήσει. Και αυτή η ταινία αποσπά τρείς υποψηφιότητες για Όσκαρ, χωρίς όμως κάποια τελική νίκη.

pic3

Η επόμενη τους συνεργασία, 3 χρόνια μετά, είναι ένα πιο ελαφρύ και σύντομο έργο, το οποίο εκ πρώτης όψεως φαίνεται υπερβολικά παράδοξο για τον σκηνοθέτη του «Boogie Nights»: το «Punch-Drunk-Love»είναι μια μαύρη κωμωδία με πρωταγωνιστή τον Άνταμ Σάντλερ. Πολλοί είδαν με καχυποψία αυτό το πόνημα του σκηνοθέτη, όμως το αποτέλεσμα τους δικαίωσε καθώς η ταινία αντιπροσωπεύει από την μια αυτό που έλειπε από την καριέρα του Άνταμ Σάντλερ, ενώ από την άλλη ήταν ένα ακόμη εξαιρετικό δείγμα του Άντερσον με προσωπικότητα και άποψη. Εδώ ο Χόφμαν πάλι ενσαρκώνει ένα χαρακτήρα που κλέβει την παράσταση στη σκηνή που εμφανίζεται, αυτή τη φορά όμως σε ρόλο ενός κακοπροαίρετου ιδιοκτήτη επιχείρησης με ροζ τηλέφωνα. Όμως ακόμη και αυτή η εμφάνιση του φαίνεται λίγη μπροστά σε ό,τι είχε να αναδείξει.

Τα επόμενα χρόνια το δίδυμο φτάνει στο αποκορύφωμα του, αυτή τη φορά όμως ο καθένας ξεχωριστά. Το 2005 ο Χόφμαν αποκτά τον πρώτο του μεγάλο πρωταγωνιστικό ρόλο στο «Capote», όπου ερμήνευσε τον διάσημο συγγραφέα και δημοσιογράφο Τρούμαν Καπότε όσο ερευνούσε τις λεπτομέρειες ενός στυγερού εγκλήματος. Η ερμηνεία του όχι μόνο κερδίζει θερμή αποδοχή από κοινό και κριτικούς, αλλά επίσης αποσπά και την πρώτη υποψηφιότητα Όσκαρ του ηθοποιού (και μοναδική του για Α’ Ανδρικό), κερδίζοντας μάλιστα και το βραβείο. Δύο χρόνια αργότερα, ο Πωλ Τόμας Άντερσον γυρίζει με πρωταγωνιστή τον Ντάνιελ Ντέι Λιούις το «Θα Χυθεί Αίμα», όπου αγγίζει το θέμα της εξουσίας και σχέση καπιταλισμού-θρησκείας στις αρχές του 20ου αιώνα, εμπνευσμένος από το βιβλίο «Oil!» του Άπτον Σινκλαίρ. Η ταινία βρίσκεται υποψήφια για 8 Όσκαρ, μεταξύ των οποίο Καλύτερης Ταινίας, Σκηνοθεσίας και Σεναρίου για τον Άντερσον, όμως χάρη στο «Καμία Πατρίδα για τους Μελλοθάνατους» των Κοέν χάνει αυτά τα βραβεία και τιμάται με τα βραβεία Όσκαρ Καλύτερης Φωτογραφίας και για Α’ Ανδρικού για τον Ντέι Λιούις στην καλύτερη ερμηνεία της καριέρας του.

pic4

Μέχρι το 2012 ο Άντερσον δεν έχει κάνει ταινία και ο Χόφμαν έχει εμφανιστεί σε πολλές μεγάλες παραγωγές και έχει βρεθεί υποψήφιος για Όσκαρ ΄Β Ανδρικού Ρόλου δύο ακόμη φορές (πρώτη το «CharlieWilson’sWar» και δεύτερη το«Doubt»). Όμως τότε είναι που έρχεται και η τελική τους συνεργασία, το «Master», όπου ένας βετεράνος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου συναντά για πρώτη φορά τον ηγέτη μιας αίρεσης και όλη του η πορεία αλλάζει για πάντα. Τον βετεράνο Φρέντι Κουέλ ερμηνεύει ο Χόακιν Φοίνιξ και τον ηγέτη Λανκάστερ Ντοντ ο Χόφμαν, και οι δύο τόσο αταίριαστοι μεταξύ τους όσο και ταιριαστοί. Στις καλύτερες ερμηνείες της καριέρας τους, οι δύο ηθοποιοί κερδίζουν εξ ημισείας το Βραβείο Καλύτερης Ανδρικής Ερμηνείας στο Φεστιβάλ Βενετίας, ενώ ο Άντερσον κερδίζει τον Αργυρό Λέοντα του ίδιου φεστιβάλ. Η ταινία βρέθηκε υποψήφια για τρία Όσκαρ (ο Φοίνιξ για Α’ Ανδρικό, ο Χόφμαν για Β’Ανδρικό και η Έιμι Άνταμς για Β’ Γυναικείο), χωρίς κάποια νίκη αλλά μένοντας για πάντα στη μνήμη.

Και αυτή ήταν η τελευταία συνεργασίατου Άντερσον με τον Χόφμαν, ο οποίος έχασε τη ζωή του τον Φεβρουάριο του 2014 από ναρκωτικές ουσίες. Ο Άντερσον ήταν, ταιριαστά, αυτός που διάβασε τον επικήδειο του ηθοποιού και ο τελευταίος που έγραψε κάτι για αυτόν, όχι για τον ηθοποιό αλλά για τον άνθρωπο. Η πιο πρόσφατη ταινία του, «Inherent Vice», με είχε αφήσει με μια συνεχή αγωνία και ελπίδα πως από το πουθενά θα εμφανιστεί ο Χόφμαν για έναν ακόμη σύντομο αλλά σημαντικό ρόλο που θα μείνει, μια ελπίδα που δεν πραγματοποιήθηκε και την πικρή γεύση μιας εξαιρετικής συνεργασίας που δυστυχώς έληξε απότομα, αφήνοντας όμως ανεξίτηλο το στίγμα της στην κινηματογραφική ιστορία.

«Spectre»: Μια περιπέτεια (ακόμα;) του Τζέημς Μποντ

Οι συστάσεις είναι περιττές όταν μιλάμε για τον υπερκατάσκοπο Τζέημς Μποντ και τις ταινίες του. Πρόκειται σίγουρα για το μακροβιότερο κινηματογραφικό franchise όλων των εποχών, μετρώντας 53 χρόνια και 24 (πλέον) ταινίες, άλλες επιτυχημένες και άλλες, εχμ, όχι και τόσο. Η προηγούμενη ταινία της σειράς, «Skyfall», ανήκε στην πρώτη κατηγορία και επαναπροσδιόρισε την σειρά, κάνοντας μερικά απαραίτητα πισωγυρίσματα ώστε να συνδέσει το καινούργιο με το παλιό. Και τώρα έχουμε το νέο μέρος της σειράς, «Spectre», πάλι με την καθοδήγηση του σκηνοθέτη Σαμ Μέντες («American Beauty») και το καστ του «Skyfall», μια καινούργια ταινία που ασχολείται πολύ με το παρελθόν, τόσο του ήρωα όσο και των προηγούμενων ταινιών.

Να πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή: Αυτή την φορά ακολουθούμε τον Μποντ σε μια αποστολή εκτός υπηρεσίας, όπου προσπαθεί να εντοπίσει ένα παλιό στοιχείο, στην πορεία όμως αρχίζουν να βγαίνουν στην επιφάνεια πληροφορίες για μια μυστική οργάνωση, που κάνεις δεν ξέρει και όλοι φοβούνται, την «Spectre», ενώ ταυτόχρονα η ίδια η υπηρεσία του Μποντ αντιμετωπίζει προβλήματα, με την άνοδο της τεχνολογίας που μπορεί να κάνει τα πάντα λίγο πιο εύκολα, οπότε η κατηγορία πρακτόρων «00» δύσκολα θα υφίσταται στο νέο κόσμο.

pic1

Η πλοκή του έργου είναι αρκετά πολύπλοκη, γεμάτη έμμεσες και άμεσες αναφορές σε άλλες ταινίες του franchise. Σε γενικές γραμμές, το «Spectre» προσπαθεί να απαντήσει όσες ερωτήσεις είχαν μείνει αναπάντητες από τα «Casino Royale», «Quantum of Solace» και «Skyfall», συνδέοντας με τον ένα ή τον άλλο τρόπο όλες αυτές τις υποθέσεις σε μια άτυπη τετραλογία. Οι σεναριογράφοι κάνουν μεν καλή δουλειά στην οικοδόμηση αυτού του εγχειρήματος και καταφέρνουν να κλείσουν τον κύκλο, όμως η τρίτη και τελευταία πράξη του έργου φαίνεται κάπως βεβιασμένη και αρκετά υπερβολική, ώστε να κεντρίσει το ενδιαφέρον του θεατή.

Κατά τ’ άλλα, ο Σαμ Μέντες δίνει το παράδειγμα για ταινίες του είδους, σκηνοθετώντας μεγάλες σκηνές δράσης και συνθέτοντας ένα μωσαϊκό από πλούσια μέρη και σκηνικά, με αποκορύφωμα ίσως την αρχική σκηνή στο Μεξικό, όπου εορτάζεται πανηγυρικά η «Ημέρα των Νεκρών», ή ακόμη και μια τεράστια έκρηξη που χτυπάει τα κοντέρ του ρεκόρ Γκίνες, ενώ ο διευθυντής φωτογραφίας του Χόυτε Βαν Χόυτεμα χρησιμοποιεί μια αντίστοιχη παλέτα χρωμάτων με αυτή που χρησιμοποίησε ο υποψήφιος για 11 Όσκαρ (!) Ρότζερ Ντίκινς στο «Skyfall». Τα ειδικά εφέ είναι χορταστικά και η δράση ιλιγγιώδης, αν και κρατάει για λίγη περισσότερη ώρα απ’ όσο θα έπρεπε (148 λεπτά δεν τα λες και λίγα), ενώ η μουσική του Τόμας Νιούμαν για μια ακόμη φορά τα σπάει. Και το τραγούδι των τίτλων «Writings on The Wall» του Σαμ Σμιθ είναι καλό, όμως χωρίς να είναι κάτι πραγματικά αξιοπρόσεκτο.

pic2

Αν είναι να σταθούμε σε κάποιο ακόμη στοιχείο της ταινίας, αυτό είναι οι κακοί της, οι οποίοι δυστυχώς δεν απέδωσαν το προβλεπόμενο. Ο παλαιστής Ντέιβ Μπατίστα κάνει καλή εντύπωση ως κακός «μπράβος» του μεγάλου κακού, όμως δεν αξιοποιείται αρκετά, ώστε να μπορεί κανείς να πει πως κάνει την εντύπωση άλλων αντίστοιχων κακοποιών στις προηγούμενες ταινίες, όπως ο Oddjob στον «Χρυσοδάκτυλο» ή ο Jaws στην «Κατάσκοπο που με Αγάπησε». Αλλά και ο Κριστόφ Βαλτζ (βραβευμένος με δύο Όσκαρ για τα «Inglourious Basterds» και «Django: Unchained» του Κουέντιν Ταραντίνο) δεν αποδίδει ως κακός του έργου, κυρίως γιατί τον έχουμε συνηθίσει ως κακό σε άλλες ταινίες. Όσο μοχθηρός και να φαίνεται, δεν καταφέρνει ποτέ να φανεί ουσιαστικά απειλητικός και συναρπαστικός όσο θα απαιτούσε ο ρόλος του αρχηγού της οργάνωσης «Spectre», ενώ τα κίνητρα του φαίνονται να μη βγάζουν νόημα.Το υπόλοιπο καστ όμως είναι εξαιρετικό, καθώς έχουμε τους γνωστούς μας Ραλφ Φάινς («Grand Budapest Hotel») ως Μ, Ναόμι Χάρρις («28 Μέρες Μετά») ως Μανιπένυ, τον Μπεν Γουίσω («Ο Αστακός») σαν Q και Ρόμπι Κινίαρ («Το Παιχνίδι της Μίμισης») ως Κάρτερ, όμως έχουμε και τον νιόφερτο Άνταμ Σκοτ («Sherlock») στο ρόλο του C,υπευθύνου για το κλείσιμο του προγράμματος «00» και σε μια μικρή, αλλά άξια εμφάνιση της Μόνικα Μπελούτσι (όχι, εδώ δεν έχει συστάσεις). Αυτή τη φορά, όμως, η γυναίκα που κλέβει την παράσταση του έργου είναι η Λεά Σεϊντού («Ζωή της Αντέλ»), η οποία είναι ένα δυναμικό Bond Girl, που δεν μοιάζει με κανένα άλλο. Αυτός που ως συνήθως κάνει εντύπωση όμως είναι ο Ντάνιελ Κραιγκ, ο οποίος ως Μποντ εξακολουθεί να κρατάει ψηλά τον πήχη με κάθε του εμφάνιση, ειδικά στην ταινία που ίσως και να είναι η τελευταία του στο ρόλο.

Εν ολίγοις, η νέα περιπέτεια του θρυλικού πράκτορα 007 είναι αξιόλογη ως προς το περιτύλιγμα, χωρίς όμως να φτάνει τις προσδοκίες που έθεσε το προηγούμενο μέρος της σειράς. Σίγουρα είναι ένα έργο που αξίζει να δείτε από τεχνικής άποψης, όμως δεν πρέπει να περιμένετε πολλά περισσότερα. Σε καμία περίπτωση δεν είναι μια απογοητευτική ταινία, απλά βρέθηκε να ακολουθεί την καλύτερη ταινία της σειράς και να μην ξέρει τι να κάνει.

Το σίγουρο πάντως είναι πως ο Τζέημς Μποντ θα ξαναγυρίσει (με ή χωρίς τον Κραιγκ) και μαζί του εμείς στις αίθουσες.

«Ο Αστακός»: Ο έρωτας υπό άλλο πρίσμα

Ο Γιώργος Λάνθιμος είναι ο πλέον καταξιωμένος σύγχρονος Έλληνας σκηνοθέτης. Ξεκινώντας με την πειραματική ταινία «Κινέττα», το 2009 εμφανίστηκεστην κατηγορία «Ένα Κάποιο Βλέμμα» του Φεστιβάλ Καννών με την ταινία «Κυνόδοντας», ένα έργο που προκάλεσε θύελλα αμφιλεγόμενων αντιδράσεων, ενώ ταυτόχρονα κέρδισε την μνεία της κριτικής και μαζί και την πρώτη, μετά από τριάντα χρόνια, ελληνική υποψηφιότητα για το Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας. Και ενώ η επιτυχία του συνεχίστηκε με τις «Άλπεις» το 2011 (Βραβείο Σεναρίου στο Φεστιβάλ Βενετίας), φέτος μόλις κάνει το βραβευμένο στις Κάννες αγγλόφωνο ντεμπούτο του με τίτλο «Ο Αστακός».

pic1

Για μια ακόμη φορά, ο Λάνθιμος με τη βοήθεια του συν-σεναριογράφου του Ευθύμη Φιλίππου πλάθει έναν παράξενο, εντελώς καινούργιο κόσμο, όπου η κοινωνία υποχρεώνει τα χωρίς ερωτική σχέση μέλη της να μεταβούν σ’ ένα ξενοδοχείο, όπου θα προσπαθήσουν να βρουν το ταίρι τους σ’ ένα προκαθορισμένο διάστημα. Αν όμως δεν καταφέρουν μέσα σε αυτό το διάστημα να ερωτευτούν, τότε πρόκειται να μεταμορφωθούν σ’ ένα ζώο της επιλογής τους. Ανάμεσα σε αυτούς βρίσκεται και ο Ντέιβιντ, ο οποίος έχει επιλέξει τον «Αστακό» αν αποτύχει. Τα πράγματα όμως περιπλέκονται αρκετά όταν ο Ντέιβιντ ερωτεύεται μια «Μοναχική», μια γυναίκα, που μαζί με άλλα άτομα το έχουν σκάσει από το ξενοδοχείο για να ζήσουν στη δική τους κοινότητα, όπου όμως τα ζευγάρια απαγορεύονται.

Το σενάριο είναι σίγουρα το στοιχείο της ταινίας το οποίο πρόκειται να μείνει αξέχαστο. Η αλήθεια είναι, πως πρόκειται για μια πολύ ανορθόδοξη ιστορία, με αφύσικους διαλόγους και χωρίς κάποια τεράστια εξέλιξη. Κι όμως, αυτή η ιστορία καταφέρνει να παρουσιάσει με τον δικό της τρόπο την κατάντια της σύγχρονης εποχής. Στον «Κυνόδοντα» είχαμε τις παρωπίδες που βάζουμε και μας βάζουν, στις «Άλπεις» είχαμε την τάση να ψάχνουμε για αντικαταστάτες όταν χάνουμε τους αγαπημένους μας, εδώ όμως έχουμε την αγάπη, που τα κοινωνικά στερεότυπα μας υποχρεώνουν να επιλέξουμε και όχι αυτήν που θέλουμε, κυρίως όμως το φόβο του να μείνουμε μόνοι.

pic2

Και όλα αυτά καταφέρνει να τα παρουσιάσει όχι μέσα από τον διάλογο, αλλά μέσα από αξιομνημόνευτους χαρακτήρες που, ακόμη και αν δεν είναι πολύπλοκοι, όλοι τους έχουν από ένα χαρακτηριστικό που ξεχωρίζει (η Άκαρδη Γυναίκα, ο Ψευδός Άνδρας, κλπ) και που ταυτόχρονα κατευθύνουν την πλοκή στα πιο περίεργα σημεία, ή και από παρανοϊκές καταστάσεις που θυμίζουν Κάφκα ή Όργουελ, διαθέτοντας ταυτόχρονα κι ένα χιούμορ, που σε βάζει σε αμφιβολία για το αν εντέλει θα γελάσεις ή θα απελπιστείς. Και, μαζί με πάρα πολλές εκπλήξεις (είναι ένα πολύ πρωτότυπο έργο), υπάρχει ένας απόκοσμος  ρομαντισμός, που έρχεται σε αντίθεση με τον κυνισμό τόσο του «Αστακού» όσο και των υπολοίπων έργων του δημιουργού, κάνοντας την ταινία να ξεχωρίζει από της άλλες και να φαίνεται ίσως λιγότερο απόμακρη και πολύ πιο ώριμη.

Ακόμη ωριμότερος σκηνοθετικά όμως είναι και ο Λάνθιμος. Η σταθερή του κάμερα κυριαρχεί για μια ακόμη φορά, όμως όλα φαίνονται πιο ισορροπημένα και πιο αποφασιστικά. Πάντα υπάρχει κάτι σημαντικό μέσα στα κάδρα του, άσχετα με το αν απεικονίζουν χαρακτήρες ή κάποιο σκηνικό αντικείμενο (όπως έλεγε και ο Τσέχωφ, αν σε μια παράσταση υπάρχει ένα κρεμασμένο τουφέκι τότε αναγκαστικά πρέπει να εκπυρσοκροτήσει μέχρι το τέλος του έργου). Αυτή τη φορά όμως, η ελευθερία που του δίνεται, τον κάνει να είναι όσο λιγότερο μινιμαλιστής γίνεται μέσα από τον πλουραλισμό του πολυτελούς ξενοδοχείου καιτης ιρλανδικής υπαίθρου. Και με την συνδρομή του παντοτινού του διευθυντή φωτογραφίας Θύμιου Μπακατάκη, δημιουργεί μια αισθητικά όμορφη ταινία, με μια ψυχρή παλέτα χρωμάτων και αρκετά έντονες σκιές, ενώ το μοντάζ του Γιώργου Μαυροψαρίδη είναι κοφτό κι απόκοσμο, ραμμένο και κομμένο στα μέτρα της ταινίας.

pic3

Ως προς τους ηθοποιούς του, ο Λάνθιμος επιστρατεύει πάλι τον ξύλινο διάλογο, όμως αυτοί είναι αρκετά ταλαντούχοι, ώστε να μας κάνουν να το ξεχάσουμε. Ο Κόλιν Φάρελ με μερικά περιττά κιλά είναι ο Ντέιβιντ, ο πρωταγωνιστής που κάνει τα πάντα για να βρει ταίρι. Η Ρέιτσελ Γουάιζ («Ο Επίμονος Κηπουρός», «Μούμια») είναι η Μυωπική Γυναίκα, η αφηγήτρια του μεγαλύτερου μέρους της ταινίας και η απαγορευμένη αγαπημένη του Ντέιβιντ, που στέκεται με τον χαρακτήρα του Φάρελ από την αρχή ως το τέλος. Σε πολύ ενδιαφέροντες και ξεχωριστούς ρόλους έχουμε την Ολίβια Κόλμαν («Hot Fuzz») ως Διευθύντρια του Ξενοδοχείου, την Λεά Σεϊντού («Η Ζωή της Αντέλ») σαν ηγέτιδά των «Μοναχικών», τον Τζον Σ. Ράιλι («Μανόλια») που ερμηνεύει τον Ψευδό Άνδρα, τον Μπεν Γουισώ («Skyfall»)ως Κουτσό Άνδρα, την σύζυγο του σκηνοθέτη Αριάν Λαμπέτ («Attenberg») να εμφανίζεται στο ρόλο μιας εξυπηρετικής καμαριέρας, ενώ η πρωταγωνίστρια των προηγούμενων ταινιών του Λάνθιμου, Αγγελική Παπούλια, ερμηνεύει την Άκαρδη Γυναίκα. Όλοι οι χαρακτήρες είναι εξίσου ιδιαίτεροι και περίεργοι, ο καθένας όμως ξεχωριστά βάζει το λιθαράκι του, για να κτιστεί ένα συνολικά άρτιο φιλμ.

Παρ’ όλα αυτά όμως, η ταινία είναι εξίσου περίεργη με τα προηγούμενα έργα του δημιουργού και οι εχθροί της ασάφειας και οι φίλοι του ρεαλισμού δεν πρόκειται να εκτιμήσουν το έργο. Τα περισσότερα από τα άτομα που πριν έξι χρόνια κατηγορούσαν τον «Κυνόδοντα», θα ανακυκλώσουν το παράπονο τους για τους ίδιους και άλλους λόγους. Ασυζητητί, δεν είναι μια ταινία για όλους, αυτό θα φανεί και από τις παγκόσμιες εισπράξεις του έργου. Όταν όμως, αφότου έπεσαν οι τίτλοι τέλους γύρισα πίσω μου και είδα τα περισσότερα ζευγάρια του σινεμά να σφιχταγκαλιάζονται και να φιλιούνται, κατάλαβα ότι αυτοί σίγουρα πήραν κάτι από το έργο που είδαν.

Εν τέλει, ο «Αστακός» είναι μεν η πρώτη αγγλόφωνη ταινία του Γιώργου Λάνθιμου, χωρίς όμως να συμβιβάζεται με τις ανάγκες ενός στούντιο, όπως πολλοί άλλοι παγκόσμιοι σκηνοθέτες στη θέση του και καταλήγει σε μια άκρως επιτυχημένη προσπάθεια. Και με την επόμενη του αγγλόφωνη ταινία στα σκαριά, ο Έλληνας σκηνοθέτης φαίνεται να ανοίγει τα φτερά του προς τον ουρανό της επιτυχίας, κι ας είναι μέσα από ταινίες που είναι για τους λίγους. Πάνω απ’ όλα όμως μιλάμε για ένα έργο που είναι κινηματογραφικά άρτιο αλλά και ταυτόχρονα μια ξεχωριστή εμπειρία, που είναι δύσκολο να της αντισταθεί κανείς.