«Η δίκη»

Πολλοί έχουμε ευχηθεί να ξυπνήσουμε ένα πρωί και να γίνει κάτι, κάτι που θα τα άλλαζε όλα. Υποπτεύομαι όμως ότι ξεχνάμε, πως οι απρόοπτες αλλαγές τα «ξαφνιάσματα» δεν έχουν πάντα θετικό αντίκτυπο. Σήμερα σε μια Ελλάδα βυθισμένη, πολλοί άνθρωποι έχουν δει τη ζωή τους να αλλάζει μέσα σε μια νύχτα, μέσα σε μια νύχτα βυθίζονται και οι ίδιοι στην απελπισία. Πόσο διαχρονική μπορεί να γίνει λοιπόν, «η Δίκη» του Φραντς Κάφκα;

«Η δίκη» είναι γερμανόφωνο μυθιστόρημα του Τσεχοεβραίου συγγραφέα. Η γραφή της αρχίζει το 1914, θα δημοσιευτεί όμως το 1925 αφού ο ίδιος έχει πεθάνει, από το φίλο του Μαξ Μπροντ. Ο Κάφκα στη διαθήκη του, αφήνει όλα τα χειρόγραφα και τα αδημοσίευτα έργα του στο φίλο του με ρητή εντολή να τα κάψει. Ευτυχώς όμως δε το έκανε. Όπως υποστήριξε ο Μπροντ αν ο Κάφκα ήθελε πραγματικά να καταστρέψει τα έργα του, δε θα τα άφηνε σε αυτόν. Ο οποίος είχε δηλώσει  στο συγγραφέα πως σε τέτοια περίπτωση δε θα μπορούσε ποτέ να κάψει τα χειρόγραφά του.

Ο Γιόζεφ Κ. (ποτέ δε αναφέρεται το επώνυμο του), ξυπνάει μια μέρα και βρίσκει να τον περιμένουν για να τον συλλάβουν. Μια σύλληψη όμως που καμία σχέση δεν έχει με τις συνηθισμένες, αφού μετά τον αφήνουν να πάει κανονικά στη δουλειά του στην τράπεζα. Ο σκοπός τους ήταν απλώς να του ανακοινώσουν πως συλλαμβάνεται και θα δικαστεί, χωρίς ωστόσο να του διευκρινίσουν την αιτία. Ο Κ. από τη μια στιγμή στην άλλη είδε τη ζωή του να αλλάζει.

Μπλεκόταν μέρα με την μέρα σε μια γραφειοκρατική υπόθεση που τον εξαντλούσε, χωρίς να βρίσκει πουθενά απαντήσεις για το είδος της δίκης  που είχε μπλεχθεί, αλλά και για το αδίκημα που υποτίθεται πως είχε διαπράξει. Αρχικά αγνόησε την υπόθεσή του γιατί του φάνηκε παράλογη και θεωρούσε δεδομένη την αθώωση του. Μετά όμως το βάρος της δίκης και οι πιέσεις να ασχοληθεί με αυτήν τον έκαναν να τη σκέφτεται όλη την ώρα.

Του έγινε βαρύ φορτίο, ένα άγχος, που δεν τον άφηνε να δουλέψει ή να κοιμηθεί. Πολλοί προσπάθησαν να τον βοηθήσουν χωρίς όμως να του δώσουν τις απαντήσεις που εκείνος γύρευε. Απαντήσεις όμως δεν έψαχνε μόνο ο Κ. αλλά και ο ίδιος ο συγγραφέας. Και όσο δεν  τις εύρισκε τόσο αύξανε την αυτοκριτική του και αρνούταν να εκδώσει τα έργα του. Δεν υπολόγιζε όμως ότι εκεί που αυτός εύρισκε μόνο ερωτήσεις κάποιος άλλος μπορεί να ερχόταν αντιμέτωπος με τις απαντήσεις.

Μέχρι το τέλος ο Κ. είναι μπλεγμένος σε ένα λαβύρινθο γραφειοκρατίας, μέσα σε ένα μυθιστόρημα παράλογο, λογικό, κωμικό και τραγικό. Ο τρόπος γραφής του Κάφκα είναι μοναδικός, δε δίνει πληροφορίες για τη μορφή των ηρώων του, ούτε για τη ζωή τους πριν. Όλα για αυτόν αρχίζουν και τελειώνουν στις σελίδες του βιβλίου, επικεντρωμένος στην υπόθεση του έργου.

Το κύριο νόημα της «δίκης» είναι η κριτική απέναντι στην εξουσία. Την εξουσία που εκμηδενίζει την αντίσταση του ανθρώπου απέναντι σε κάθε αρχή, καταργώντας έτσι τον ίδιο το νόμο. Καθιστά έτσι έναν πλήρως άβουλο υποτακτικό πολίτη. Θίγεται επίσης η ατελέσφορη γραφειοκρατία που μπερδεύει χωρίς να λύνει προβλήματα.

Το βιβλίο είναι ένα από τα αριστουργήματα του συγγραφέα μεταφρασμένο σε δεκάδες γλώσσες. Γεννά προβληματισμούς και απαντά σε πολλά «γιατί» .

 

«Μοιχεία»

Πόσοι δεν έχουν πέσει, με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο θύματα της μοιχείας;  Άλλοι έχουν διαπράξει, άλλοι έχουν δεχθεί. Το “ου μοιχεύσεις,” είναι μια από τις πιο «δημοφιλής» εντολές, η οποία καταπατάτε κατά κόρων . Έτσι δε θα δυσκολευτεί κανείς να βρει κάτι από τον εαυτό του στο ομώνυμο βιβλίο.

Μέσα από το βιβλίο του «Μοιχεία», ο γνωστός συγγραφέας του «Αλχημιστή», Πάολο Κοέλο. Περιγράφει με ρεαλιστικότητα  την ιστορία μιας μοιχείας. Οι λάτρεις του συγγραφέα ξέρουν, από παλιότερα βιβλία του (Ζαχίρ), την άποψη του για τη μοιχεία, την οποία μάλλον απενοχοποιεί , αλλά σε αυτό του το βιβλίο αναλύει εναργέστερα αυτή την άποψη.

Η απλή καθημερινή ιστορία μοιχείας λοιπόν, εκτελείσεται στην Ελβετία, η οποία περιγράφεται πολύ αναλυτικά και ρεαλιστικά, δίνοντας στον αναγνώστη απλόχερα πληροφορίες για τη ζωή των Ελβετών, τις νοοτροπίες και τη συμπεριφορά τους. Η Λίντα είναι γυναίκα στα 31, όμορφη, πετυχημένη, με έναν γάμο, τον οποίο ζηλεύει ο περίγυρος. Ο άντρας της που την λατρεύει είναι πλούσιος και γοητευτικός. Μαζί με τα δύο παιδιά τους ολοκληρώνουν την εικόνα της τέλεια ευτυχισμένης οικογένειας.

Είχε κάθε λόγο λοιπόν να είναι ευτυχισμένη. Η Λίντα όμως είχε πέσει σε ένα τέλμα και βάδιζε όλο και πιο γρήγορα στην κατάθλιψη. Μέχρι που συναντάει αναπάντεχα τον εφηβικό της έρωτα. Κάνει τα πάντα για να κερδίσει τον Ζακόμπ, αυτή η προσπάθεια ήταν που την έκανε να αρχίσει να βγαίνει από το αδιέξοδο στο οποίο είχε βυθιστεί. Με το να τον κερδίσει πιστεύει πως θα γίνει πάλι η αισιόδοξη έφηβη.

Δεν είναι όμως 16 χρονών, έχει μια δουλειά, δύο παιδιά και έναν σύζυγο. Έναν άντρα που ίσως μπορεί να τη βοηθήσει περισσότερο από όσο φαντάζεται.

Η «μοιχεία» είναι ένα βιβλίο που γλιστρά μέσα στα χέρια σου, με αφετηρία μια καθημερινή ιστορία με πολλά «κλισέ» ο συγγραφέας σου περνάει τα δικά του μηνύματα. Μία μικρή δόση αρχαίας μυθολογίας δε λείπει από το βιβλίο. Επίσης έχει επιτευχθεί μια ικανοποιητική ανάλυση του ψυχισμού των ηρώων, αλλά κυρίως της Λίντα και ότι η ίδια καθρεπτίζει.

Όσοι περιμένουν να διαβάζουν κάτι που να θυμίζει τα πρώτα του βιβλία, με αναφορές στο σύμπαν και στη Θεά γη, πιθανόν να απογοητευθούν. Πάραυτα δε παύει να είναι ένα καλό βιβλίο που ο καθένας διαβάζοντας το μπορεί να πάρει τα δικά του μηνύματα και να κατανοήσει συμπεριφορές.

 

«Η γυναίκα σου η αλήτισσα»

Σήμερα που η μεταναστευτική ροή έχει αλλάξει, μας είναι όλο και πιο δύσκολο να καταλάβουμε τους ανθρώπους που έρχονται μετανάστες στη χώρα μας, και ακόμα πιο δύσκολο να δείξουμε ανοχή στο διαφορετικό, αντιμετωπίζοντας αυτούς τους ανθρώπους ισότιμα με τους γηγενείς. Φαίνεται έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που χιλιάδες Έλληνες πήγαιναν στη Γερμανία, να αναζητήσουν ένα μεροκάματο. Πάει καιρός που μας έλεγαν «γκαστερμπάιντερ».

Η Λίλη Ζωγράφου μας θυμίζει αυτή την ξεχασμένη αλήθεια. Μας ταξιδεύει στο παρελθόν και μας δηγιέται, με το βιβλίο «η γυναίκα σου η αλήτισσα», τη ζωή ενός γκαστερμπάιντερ στη Γερμανία. Όπως όλα της τα βιβλία έτσι και αυτό θίγει τα κακώς κείμενα της εποχής της. Πλέκει το μύθο με την ιστορία και την πραγματικότητα, συνθέτοντας έτσι ένα βιβλίο που συνιστώ ανεπιφύλακτα.

Μέσα από τις σελίδες του βιώνουμε τη σκληρή ζωή των Ελλήνων μεταναστών, τα υγρά υπόγεια στα οποία στοιβάζονταν, τις ατελείωτες ώρες εργασίας, τη σκληρή και υποτιμητική αντιμετώπιση που είχαν από το κράτος υποδοχής και τους ντόπιους. Η Λίλη όμως δε μένει εκεί, θίγει και τη νοοτροπία των Ελλήνων. Τις οπισθοδρομικές τους αντιλήψεις και το σύνδρομο κατωτερότητας των επαρχιωτών. Δε θα μπορούσε ακόμα να μην τονίσει αυτά που υπέμειναν οι αριστεροί και οι κομουνιστές στην ασφάλεια.

Το βιβλίο της λοιπόν, μιλάει για το Μιχάλη. Ο οποίος μετά από χρόνια στερήσεων και σκληρής δουλειάς στη Γερμανία επιστρέφει στο χωριό του. Η μητέρα του όμως δε περιμένει μόνο αυτόν αλλά και τη Γερμανίδα γυναίκα που ελπίζει να έχει παντρευτεί ο γιός της. Γιατί βέβαια ήταν δείγμα ανωτερότητας να παντρευτείς «Γερμανιά». Ο Μιχάλης αναγκάστηκε να πει πως η γυναίκα του τον περιμένει πίσω για να μη πληγώσει τη μάνα του.

Γεμάτος απογοήτευση επιστρέφει εκεί που τόσα χρόνια βασανίστηκε, εκεί που μετρούσε τις ώρες για να φύγει. Η μοίρα όμως έφερε στο δρόμο του τη Γερμανίδα που τόσο ήθελαν στο χωρίο του, τη γυναίκα του την αλήτισσα, αντιστασιακή και επαναστάτρια. Αυτά όμως που να τα ξέρει ένας Έλληνας γκαστερμπάιντερ.

Στο πίσω μέρος του βιβλίου λέει σε ένα σημείο, « Μόνο το σκηνικό άλλαξε. Ο Προμηθέας μετακόμισε από το βράχο στα Λευκά Κελιά.». Εγώ θα συμπληρώσω « από τα Λευκά Κελιά, στα κρατητήρια παράνομων μεταναστών». Η ιστορία επαναλαμβάνεται, με άλλους πρωταγωνιστές κάθε φορά. Θα μπορούσαμε όμως να την αντιμετωπίζουμε με πιο ανθρώπινη ματιά ανατρέχοντας απλά στο κοντινό μας παρελθόν.

«Ο γέρος και η θάλασσα»

Δε θα μπορούσα να σκεφτώ καλύτερο τρόπο να αποχαιρετήσω το καλοκαίρι από ένα βιβλίο στο οποίο οι σελίδες του ξεχειλίζουν θάλασσα. Κάθε μέρα βλέπω τη θάλασσα, κάθε μέρα οι βάρκες  λιγοστεύουν. Φαντάζομαι όμως τη βάρκα ενός γέρου Κουβανού να πλέει αναζητώντας ένα καινούριο όνειρο, ζώντας το φθινόπωρο και περιμένοντας ένα καινούριο καλοκαίρι.

Το βιβλίο στο οποίο αναφέρομαι δεν είναι άλλο από το « ο γέρος και η θάλασσα» του Έρνεστ Χέμινγουεϊ. Πρόκειται για μια νουβέλα που κριτικοί και αναγνώστες την έχουν χαρακτηρίσει ως το καλύτερο έργο του, ένα κόσμημα στηn παγκόσμια λογοτεχνία. Με το βιβλίο αυτό ο Χέμινγουεϊ απέσπασε το 1953 το βραβείο πούλιτζερ και ένα χρόνο μετά το νόμπελ. Αξιόλογη είναι και η κινηματογραφική μεταφορά animation του βιβλίου από τον Αλεξάντερ Πετρόφ, όπου έχει βραβευθεί σε πολλά κινηματογραφικά φεστιβάλ.

Όπως είπα και πριν από το βιβλίο ξεχειλίζει θάλασσα, αφού η ιστορία αναφέρεται σε έναν γέρο ψαρά στην Αβάνα. Ο γέρος μετά από 84 μέρες άκαρπου ψαρέματος αποφασίζει να ξαναπάει αλλά αυτή τη φορά ακόμα πιο ανοιχτά. Στο μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου ο γέρος είναι μόνος, σε μια μοναξιά που δεν είναι πάντα η επιλογή του.

Ακόμα και το αγόρι που τον βοηθούσε αναγκάστηκε από τον πατέρα του να τον  αφήσει , μιας και δεν έπιανε πια ψάρια. Την ογδοηκοστή πέμπτη μέρα ξεκινάει με μόνη παρέα τα όνειρα και τις αναμνήσεις του . Για 3 μέρες πάλευε με έναν γιγάντιο ξιφία. Είχε αποφασίσει πως δε θα σταματούσε μέχρι να εξοντώσει το ψάρι ή να εξοντωθεί από αυτό.

Όσο πάλευε με το ψάρι σε έναν εξουθενωτικό αγώνα που τον καταπονούσε σωματικά και ψυχικά, σκεφτόταν συνέχεια πόσα πράγματα θα έπρεπε να είχε κάνει, μα δεν έκανε. Δεν τα παρατά όμως παλεύει μέχρι τέλους. Δε λησμονεί να δηλώσει το σεβασμό που δείχνει στον αντίπαλό του, το ψάρι. Τονίζει πόσο ξεχωριστό είναι, πόση αξιοπρέπεια έχει, μάλιστα δε θεωρεί κανέναν άξιο να το φάει.

Με γλώσσα απλή, ο Χέμινγουεϊ διαλέγοντας κάθε φορά τις κατάλληλες λέξεις και χωρίς περιττές περιγραφές μας παρομοιάζει τη ζωή, με την περιπέτεια του ψαρά από την Αβάνα και το δρόμο που έχει να διανύσει ο καθένας μόνος, ένα δρόμο που σε κάθε γωνιά υπάρχει το θάρρος, η ελπίδα και η αγωνία.

Για εμένα αυτό το βιβλίο είναι η περιγραφή της ίδιας της ζωής. Είναι άδικο γιατί ο γέρος παρόλο που πάλεψε και πληγώθηκε για να καταφέρει να πιάσει το ψάρι, στο ταξίδι του γυρισμού έρχεται αντιμέτωπος με καρχαρίες οι οποίοι του αφήνουν μόνο τον σκελετό από το ψάρι . Δεν είναι όμως τόσο άδικο για να μην αποζημιώσει τον ψαρά. Πρέπει λοιπόν ο καθένας να συνεχίζει να παλεύει όποια και αν είναι τα αποτελέσματα του αγώνα του, γιατί αυτό που φαντάζει να είναι το τέλος μπορεί να είναι μόνο η αρχή.

«Σαμαρκάνδη»

Όποιος θέλει να ταξιδέψει σε τόπους μαγικούς , μυθικούς και ποτισμένους με βαρύ ανατολίτικο άρωμα, δεν έχει παρά να αφεθεί στη πένα του Αμίν Μααλούφ και να περιπλανηθεί μαζί του στη μυθική Περσία του 11ου αιώνα με το βιβλίο του ¨Σαμαρκάνδη¨. Tην πόλη που υμνεί ο Έντγκαρ Άλαν Πόε , την πόλη στο δρόμο του μεταξιού, την πόλη του Ομάρ Καγιάμ.

Τα αρώματα της Ανατολής σε μεθάνε και βρίσκεσαι εγκλωβισμένος ανάμεσα στο μύθο και την ιστορία,  προσπαθώντας να ξεδιαλύνεις την κουλτούρα και την νοοτροπία των θρησκειών, αιρέσεων και κατακτητών που πέρασαν από την Περσία. Το βιβλίο αναφέρεται στην ιστορία του Ομάρ Καγιάμ, Πέρση επιστήμονα αστρολόγου, ποιητή και συγγραφέα των γνωστών Ρουμπαγιάτ (τετράστιχα των οποίων οι τρείς στοίχοι είναι ομοιοκατάληκτοι και ο ένας ελεύθερος).

Μέσα από τα μάτια ενός Αμερικάνου συγγραφέα ανατολιστή, που ψάχνει το μόνο χειρόγραφο βιβλίο του Καγιάμ με ρουμπαγιάτ, ανακαλύπτουμε την ιστορία της Περσίας και το συγγραφέα του χειρόγραφου της Σαμαρκανδής, Ομάρ Καγιάμ. Μαθαίνουμε για τη ζωή του, για τη γυναίκα που αγάπησε και παντρεύτηκε και για τους φίλους που απέχτησε. Πολλοί από αυτούς έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην ιστορία της Περσίας, όπως ο Χασάν Σεμπάχ.

Ο Χασάν Σεμπάχ ιδρυτής μουσουλμανικής αίρεσης και του  τάγματος των δολοφόνων, άσκησε τη δική του τρομοκρατία μέχρι το τέλος της ζωής του στο Αλαμούτ . Απαγόρεψε κάθε είδους διασκέδασης, ποτού και μουσικής. Δε μαλάκωσε το σκληρό του πρόσωπο ούτε στους γιούς του, τους οποίους σκότωσε μετά από παραπτώματα τους, για παραδειγματισμό.

Σε αυτό το ταξίδι γνωρίζουμε πόλεις, μαθαίνουμε πολλά, μείζονος σημασίας, ιστορικά γεγονότα. Από τη Σαμαρκάνδη μεταφερόμαστε στην Τεχεράνη, το Ισφαχάν και τη Ρέυ. Ακολουθούμε το βιβλίο και τα χέρια που αλλάζει, προσπαθούμε να καταλάβουμε αιώνες σιωπής μέχρι να ξαναβρούμε το βιβλίο σε άλλα χέρια πάλι..

Το βιβλίο εντοπίζεται πάλι στη Ταυρίδα, όταν η Περσία πια ονομάζεται Ιράν και μέσα από αγώνες βαμμένους με αίμα προσπαθεί να γίνει δημοκρατία. Πόση δημοκρατία όμως μπορεί να ανεχθεί ο τσάρος και η Ευρώπη για μια χώρα σαν το Ιράν; Θέλει ένα Ιράν χαμένο και προσηλωμένο στην παλιά Περσία, να το καθοδηγούν θρησκευτικοί ηγέτες και η μοναρχία ή ένα σύγχρονο δημοκρατικό κράτος; Την απάντηση μας τη δίνει ο Αμίν Μααλούφ και η ιστορία της Μέσης Ανατολής.

Η αγάπη που έχω για την  Μέση Ανατολή ελπίζω να μην επηρέασε την άποψή μου για το βιβλίο. Όταν το διαβάσετε υποπτεύομαι πως θα χαθείτε και εσείς σε δρόμους πλημμυρισμένους με φωνές, χρώματα, φιλοσοφία, αστρολογία και πολλά ρουμπαγιάτ.

«Η εξομολόγηση»

Με αφορμή το καλοκαίρι και τις παραλίες, πολλοί αρχίζουμε την αναζήτηση ενός καλού βιβλίου, κατάλληλου όμως να μας συνοδεύσει στις εξορμήσεις σε θάλασσες και ακτές. Άρχισα λοιπόν, να σκέφτομαι πιο βιβλίο θα ταίριαζε. Δεν άργησα να καταλήξω σε αυτό που διάβασα πρόσφατα, αποκλειστικά στην παραλία.

Πρόκειται για το βιβλίο του Αργεντίνου Άριελ Ντόρφμαν «Η εξομολόγηση». Είναι ένα καλογραμμένο, ενδιαφέρον και «γρήγορο» βιβλίο. Είναι δομημένο σε διάλογο, καθιστώντας το με αυτό τον τρόπο πολύ ζωντανό. Μπορεί αρχικά να ξενίζει λίγο, γιατί διαφέρει αισθητά από  τον τρόπο γραφής των κλασσικών βιβλίων, που όλοι έχουμε συνηθίσει, αλλά ευχάριστα.

Η ιστορίας μας μεταφέρει πίσω στο ΄40, τότε που στις περισσότερες χώρες κυριαρχούσε ο φασισμός και ο ναζισμός. Παράλογο και λογική ακροβατούν πάνω στο ίδιο σχοινί  και δεν ξέρεις τι να πιστέψεις, τι να υποθέσεις και τι να απορρίψεις. Η  απορία είναι το γενικό συναίσθημα του βιβλίου, η οποία μέχρι το τέλος κάνει αισθητή την παρουσία της.

Μία γυναίκα που δίνει φωτογραφικές μηχανές σε παιδιά για να φωτογραφίσουν τα όνειρά τους σε έναν κόσμο υπό διάλυση, σε μια πραγματικότητα που τα όνειρα είναι είδος πολυτελείας  και ένας άντρας που την ονειρευόταν από παιδί, που ήθελε έναν κόσμο καλύτερο για να την υποδεχθεί. Αυτοί είναι τα κύρια πρόσωπα του βιβλίου.

Μέσα από τον τηλεφωνικό τους διάλογο, ο Άριελ Ντόρφμαν  πλέκει εντέχνως μια ιστορία και μας βυθίζει πλήρως σε αυτή. Η γυναίκα έρχεται στο Παρίσι να βρει τον εραστή της, ο οποίος είναι μπλεγμένος σε μια επαναστατική ομάδα, αυτή είναι όμως μια λεπτομέρεια που δε γνωρίζει η ίδια, όπως δε γνώριζε πως ο Μάρτιν δε θα είναι εκεί να την υποδεχθεί.

Ο συγγραφέας μας, ένας από τους σημαντικότερους συγγραφείς της Λατινικής  Αμερικής ,μας ενθουσιάζει με τη γραφή του και μας γνωρίζει νέες καταστάσεις. Δεν έχει γυρίσει  σε ταινία άδικα θεατρικό του έργο ο γνωστός σκηνοθέτης Ρομάν Πολάνσκι.

«Η εξομολόγηση» θα μπορούσα να πω, πως έχει όλα τα προσόντα για να γίνει και το δικό σας βιβλίο παραλίας, καθώς συνδυάζει: μια ενδιαφέρουσα υπόθεση, έναν σπουδαίο συγγραφέα, δεν είναι πολυσέλιδο, είναι πολύ γρήγορο και καθόλου ανούσιο!

«Ο κολοσσός του Μαρουσίου»

Τα τελευταία χρόνια με έναυσμα την παγκόσμια οικονομική κρίση, η Ελλάδα ακολουθώντας το γενικό ρεύμα, μέρα με τη μέρα, βυθιζόταν όλο και πιο βαθειά στην κρίση. Η διαφορά όμως με τα περισσότερα κράτη είναι πως στην Ελλάδα η κρίση πήρε άλλες διαστάσεις και εξελίχτηκε  σε πολιτική, ανθρωπιστική και αξιακή.

Μέσα σε αυτά τα πλαίσια και με τη γενική κακολογία που επικρατεί ενάντια στη χώρα μας, θα ήταν πραγματικά ωφέλιμο να διαβαστεί ή να ξαναδιαβαστεί  «Ο  κολοσσός του Μαρουσίου» του Χένρυ Μίλλερ, για πολλούς λόγους. Δύο κύριοι, είναι να ακουστεί μια διαφορετική φωνή που δεν ψέγει, αλλά επαινεί την Ελλάδα και τους Έλληνες, ύστερα να μπορέσουμε να δούμε, να καταλάβουμε, τι έβλεπε και πως αντιλαμβανόταν εμάς και τη χώρα μας ο Μίλλερ.

Ο συγγραφέας μετά από τη μακρά διαμονή του στη Γαλλία με αφορμή το ξέσπασμα του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, αποφασίζει να ξεκινήσει ένα ακόμα ταξίδι, αυτή τη φορά στη δική μας Ελλάδα. Στην αρχή φιλοξενείται από το φίλο του, Άγγλο συγγραφέα Λόρεν Ντάρελ στην Κέρκυρα. Θα μείνει στην Ελλάδα περίπου έξι μήνες,  στη διάρκεια των οποίων θα επισκεφτεί πολλά μέρη και πολλές πόλεις της χώρας μας.

Σε αυτό το ταξίδι του , θα αγαπήσει την Ελλάδα και τους κατοίκους της, θα έρθει σε επαφή με κορυφαίες προσωπικότητες των γραμμάτων και των τεχνών της εποχής. Γίνεται στενός φίλος του Σεφέρη και του Κατσίμπαλη, για τον οποίο γράφει και το βιβλίο.

Ο Αμερικάνος συγγραφέας εκδίδει πρώτη φορά το βιβλίο το 1941, αφού επέστρεψε στη πατρίδα του, ενώ στην Ελλάδα εκδόθηκε πρώτη φορά το 1965. Ως συγγραφέας, εκτιμήθηκε κυρίως από τη γενιά συγγραφέων μπιτ και υπέστη μεγάλη λογοκρισία στην εποχή του.

¨Ο κολοσσός  του Μαρουσίου¨ είναι ένας ύμνος στην Ελλάδα και την Ελληνική κουλτούρα. Πιο συγκεκριμένα,  ο Μίλλερ έγραψε: «Κι όμως οι Άγγλοι, που θα είχαν εξαφανιστεί από προσώπου γης, αν είχαν τραβήξει όσα και οι Έλληνες κάνουν πως τους κοιτάζουν από ψηλά». Ακόμα θεωρεί πως άλλοι δε φτάνουν ούτε τη βρώμα από το νύχι του Έλληνα. Στο πρόσωπο ενός κρητικού βρίσκει έναν εν δυνάμει δικτάτορα με τέτοια πυγμή και αποφασιστικότητα που θα έκανε το Χίτλερ και το Μουσολίνι να φαντάζουν παιδιά μπρός του.

Αυτός ο Έλληνας και αυτή η Ελλάδα που μπόρεσε να αφουγκραστεί και να αγαπήσει ο Μίλλερ είμαστε εμείς; Και αν ναι, γιατί δεν ψάχνουμε μέσα μας να βρούμε αυτό που είδε και εκείνος  και να το έξωτερικεύσουμε;

«Η κυρία με το σκυλάκι»

Βλέποντας τη γνωστή ταινία «Σφραγισμένα Χείλη», αυτό που μου έμεινε δεν ήταν τόσο η ταινία, όσο το βιβλίο «Η κυρία με το σκυλάκι» του Άντον Τσέχωφ που διάβαζε ο έφηβος Μάικλ στη Χάνα και το πώς αυτή έμαθε να διαβάζει πάνω σε αυτό το βιβλίο.

Τον Τσέχωφ οι περισσότεροι τον γνωρίζουν μέσα από τα μεγάλα θεατρικά του έργα (ο Γλάρος), όμως έχει να επιδείξει αριστουργήματα και στο χώρο της λογοτεχνίας. «Η κυρία με το σκυλάκι» είναι ένα από αυτά, ίσως το αρτιότερο του, το οποίο συγκαταλέγεται στα διαμάντια της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Το ολιγοσέλιδο αυτό βιβλίο δημοσιεύθηκε το 1898, μόλις 4 χρόνια πριν τον θάνατό του.

Στις σελίδες του βρίσκουμε πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία. Όπως έχει γράψει και ο RogerGrenierο Τσέχωφ «ήθελε να ανακαλύψει τον λόγο της ιδιόμορφης ψυχρότητάς του». Βρισκόταν σε αναζήτηση του έρωτα, ¨η κυρία με το σκυλάκι¨ ίσως ήταν η τελευταία του ευκαιρία να τον βρει, τότε  παραδίδεται πρώτη φορά στον έρωτα μιας γυναίκας.

Ως γιατρός πονάει και συμπάσχει με τους ήρωές του, πρώτο του μέλημα είναι ο άνθρωπος, τον οποίο παρουσιάζει καθημερινό, ανθρώπινο χωρίς υπερβολές. Ήρωές του, ο Ντιμίτρι Γκούρωφ, ένας απλός φιλόλογος αστός, που βρίσκεται για διακοπές στη Γιάλτα, εκεί συναντά την Άννα Σεργκέεβνα, αριστοκράτισσα της επαρχίας ή απλώς την ¨κυρία με το σκυλάκι¨. Αυτός παραδέχεται ότι θεωρεί τις γυναίκες ανόητες αλλά μόνο στη συντροφιά τους νιώθει άνετα και χαρούμενος, χωρίς ωστόσο να έχει βρει ποτέ τον έρωτα. Αυτή βυθισμένη σε μια καθημερινότητα μιας ζωής που δεν διάλεξε, που απλά της έτυχε, βυθισμένη στις ενοχές και τις τύψεις , με μια συνεχή αγωνία πως ο Ντιμίτρι δε τη σέβεται.

Η Άννα αναγκάζεται να φύγει από τη Γιάλτα, μετά από ειδοποίηση του συζύγου της. Ο Ντιμίτρι με αφορμή την απουσία της συνειδητοποιεί τον έρωτα του και την αναζητά. Το τέλος είναι ανοιχτό. Ο κάθε αναγνώστης μπορεί  να πλάσει το δικό του, με βάση τον ψυχισμό του. Μπορεί να τους οδηγήσει στο γάμο ή στον οριστικό χωρισμό.

Πλούσιο σε εικόνες, συναισθήματα, νοήματα και συγχρόνως τόσο λιτό με απλές φράσεις να αποδίδουν την ουσία. Βλέπουμε να κυριαρχεί η μοναξιά πρώτα του Ντιμίτρι παντρεμένο  με μια γυναίκα που φοβάται και απατά, για να ξεφύγει από την πραγματικότητα, ύστερα  την Άννα με έναν άντρα που δεν αγαπά, με μια ζωή που δεν της ανήκει. Το τι γίνεται όταν δύο τόσο μόνοι άνθρωποι συναντιούνται μας απαντά ο Τσέχωφ ή μας αφήνει να απαντήσουμε εμείς.

Μέσα σε όλη αυτή την απλότητα και λιτότητα είναι γραμμένο αυτό το βιβλίο, ίσως αυτό να είναι και το νόημα της ζωής. Ο ίδιος ο συγγραφέας είναι ένας άνθρωπος χωρίς φιλοδοξίες, ένας ελεύθερος άνθρωπος που θεωρεί τα βιβλία του απλώς ψυχαγωγικά.