«Ο αγαπημένος»

Οι περισσότεροι έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε άντρες μεγαλύτερους, ακόμα και αρκετά μεγαλύτερους από τις γυναίκες ή τις ερωμένες τους. Δεν τίθεται ζήτημα για την σεξουαλική απελευθέρωση του άντρα, γιατί ουσιαστικά δεν μπορείς να απελευθερώσεις τα «απελευθερωμένα». Τι γίνεται όμως όταν την θέση του άντρα παίρνει μια γυναίκα στη Γαλλία του των αρχών του 20ου αιώνα;

Την απάντηση μας την δίνει η Colette, Γαλλίδα συγγραφέας της κλασσικής Γαλλικής λογοτεχνίας, που ξεχώρισε μεταξύ των συγχρόνων της και τάχθηκε υπέρ της γυναικείας σεξουαλικότητας, αφού επηρεάστηκε  από τα διάχυτα της εποχής φεμινιστικά πιστεύω . Το μυθιστόρημα «ο αγαπημένος» είναι η εύλογη απάντηση στο ποια ήταν η θέση της γυναίκας εκείνης της εποχής.

Το μυθιστόρημα γραμμένο το 1920 πραγματεύεται τη σχέση της Λεά και του κατά πολλά χρόνια μικρότερου της Cheri. Η Λεά ντε Λυνβάλ είναι μια πλούσια γυναίκα που διατηρεί μακροχρόνια σχέση με τον γιο της φίλης της Φρέντ Πελού. Κάποτε όμως ο Cheri  αποφασίζει να παντρευτεί και αναπόφευκτα χωρίζουν . Αυτή βιώνει την απογοήτευση της, δραπετεύοντας από την αστική Γαλλία συντετριμμένη από την συνειδητοποίηση του χαμένου της έρωτα.

Αρκούν όμως λίγοι μήνες γάμου για να καταλάβει ο Cheri πως είχε βρει την ευτυχία στην αγκαλιά της ώριμης Λεά. Μετά την επιστροφή της, πάει να την βρει, στο σπίτι που τον είχε φιλοξενήσει και κακομάθει τόσα χρόνια και τον έκανε όπως έλεγε και η Λεά «αχάριστο μωρό» . Στους μήνες όμως της απουσίας της το «μωρό» μεγάλωσε. Μετά τη συγκινητική σκηνή της επανασύνδεσης ο Cheri καταλαβαίνει πως μαζί της θα είναι πάντα το  «αχάριστο μωρό». Αποφασίζει λοιπόν να γυρίσει στη ζωή που εγκατέλειψε το προηγούμενο βράδυ.

Με γραφή  που ταξιδεύει η Colette  περιγράφει τα ήθη και την κοινωνία της εποχής της, την αντιμετώπιση που είχε μια γυναίκα σαν τη Λεά καθώς και τις σκληρές αποχρώσεις του έρωτα. Το βιβλίο με την κυκλοφορία του δημιούργησε πολλές αντιδράσεις καθώς το θέμα του έρωτα μια γυναίκας με έναν κατά πολύ μικρότερο της άντρα αποτελούσε ταμπού και ήταν κατά της ηθικής της εποχής.

Αυτό που αναλύεται άριστα στο βιβλίο είναι η γυναικεία ψυχοσύνθεση και η αποφασιστικότητα που μπορεί να έχει μια γυναίκα ακόμα και στα 50. Η Λεά παρά το ερωτικό της δράμα δε χάνει την αξιοπρέπεια της και διεκδικεί σε όλη τη διάρκεια του βιβλίου τη δική της ελευθερία χωρίς να υπολογίζει την κοινή γνώμη.

«Η θεραπεία του Σοπενάουερ»

Μετά το « όταν έκλαψε ο Νίτσε», η αίσθηση που είχα, ήταν πως ήθελα και άλλο! Το πάντρεμα της φιλοσοφία με την ψυχανάλυση, μέσω της λογοτεχνίας, είναι κάτι πραγματικά μαγευτικό. Οπότε άρχισα να ψάχνω ένα βιβλίο στο ίδιο μοτίβο. Δεν άργησα να το βρω στα βιβλία του ίδιου συγγραφέα, Ίρβιν Γιάλομ. Και μάλλον αυτό που βρήκα ήταν ακόμα καλύτερο από το προηγούμενο.

Ο Γιάλομ αυτή τη φορά διάλεξε έναν άλλον πεσιμιστή φιλόσοφο του 19ου αιώνα, που όπως έχει ειπωθεί αν δεν υπήρχε αυτός και το έργο του, ο Νίτσε δεν θα είχε γίνει ο «Αντίχριστος». Το βιβλίο είναι « η θεραπεία του Σοπενάουερ» και όπως είναι αναμενόμενο από τον τίτλο, ο φιλόσοφος που αυτήν την φορά συνδυάζεται με την ψυχανάλυση, είναι ο Άρθουρ Σοπενάουερ.

Στο βιβλίο του για τον Νίτσε, είχε αναλύσει τη σχέση θεραπευτή-θεραπευόμενου, τώρα διαλέγει κάτι πιο σύνθετο, αποφασίζει να μας μυήσει στον κόσμο της ομαδικής ψυχοθεραπείας. Η προσπάθεια του συγγραφέα να διδάξει τους αναγνώστες του, είναι λιγότερο καλυμμένη από κάθε άλλη φορά και το αποτέλεσμα πραγματικά εκπλήσσει. Στο τέλος του βιβλίου, ο αναγνώστης έχει μια ολοκληρωμένη εικόνα για την θεωρία, τις μεθόδους και τα αποτελέσματα της ομαδικής ψυχοθεραπείας.

Η ψυχανάλυση όμως έχει φιλοσοφικές ρίζες, αυτό προσπαθεί να τονίσει και να δείξει και ο Γιάλομ. Οι ρίζες αυτές ανάγονται πρώτα στον Καντ και μετά στον Σοπενάουερ, του οποίου  κομμάτια της  ζωής και του έργου του διαβάζουμε στο βιβλίο του Γιάλομ. Λόγια του φιλοσόφου εισάγουν κάθε κεφάλαιο, υπάρχουν επίσης μερικά κεφάλαια στο βιβλίο που μιλούν για αυτόν. Περιγράφουν τα παιδικά του χρόνια, την σχέση με την μητέρα του και την μετέπειτα πορεία του.

Πως όμως σχετίζεται ο Σοπενάουερ με μια ιστορία που εκτυλίσσεται στην εποχή μας και με την ομαδική ψυχοθεραπεία;  Όταν ο ψυχαναλυτής Τζούλιους μαθαίνει πως έχει καρκίνο και πρόκειται να πεθάνει, άλλο ένα θέμα επομένως  που θίγεται στο βιβλίο είναι ο θάνατος, οι αλλαγές που προκαλεί στη ζωή και πως πρέπει να αντιμετωπίζεται, αποφασίζει να συναντήσει ξανά μερικούς παλιούς του ασθενείς. Επιλέγει τον Φίλιπ, που ήταν από αυτούς που δεν είχε καταφέρει να θεραπεύσει. Τον βρίσκει αλλαγμένο και παραδόξως θεραπευμένο. Πως όμως τα κατάφερε ο Φίλιπ και γιατί άλλαξε τόσο τη ζωή του;

Από τα χείλη του Φίλιπ δε φεύγει το όνομα Σοπενάουερ, αλλάζοντας δουλειά αποφασίζει να σπουδάσει φιλοσοφία, εκεί γνωρίζει τον Σοπενάουερ και μέσα από τα έργα του καταφέρνει να θεραπευτεί. Εκεί βρήκε την λύση και την ανακούφιση που δεν του είχε προσφέρει η ψυχανάλυση και θέλησε αυτό να το μοιραστεί και να προσφέρει και σε άλλους βοήθεια μέσω της φιλοσοφικής συμβουλευτικής. Ζητάει τότε από τον Τζούλιους να γίνει ο επόπτης του. Θα δεχθεί μόνο υπό τον όρο να έρθει στην ομάδα που κάνει ομαδική ψυχοθεραπεία.

Ο Φίλιπ ενώ είχε αντιμετωπίσει το πρόβλημα του μέσω της φιλοσοφίας, δεν είχε καταφέρει να γίνει ανθρώπινος και να δημιουργήσει σχέσεις με άλλους ανθρώπους. Αυτό ο Τζούλιους αποσκοπούσε να θεραπεύσει μέσω της ομάδας του. Για άλλη μια φορά ο Γιάλομ αποδεικνύει πως ξέρει να χειρίζεται πού καλά την πένα του και καθηλώνει τον αναγνώστη με το μυθιστόρημα του.

«Μεγάλες προσδοκίες»

Όσα βιβλία και να διαβάσεις, πολλές φορές διαφορετικών μεταξύ τους ειδών, η επιστροφή στα αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας είναι αναπόφευκτη, ορισμένες στιγμές. Θέλοντας και μη έρχονται στο δρόμο σου τέτοια βιβλία, που πρέπει οπωσδήποτε να έχεις διαβάσει. Από τα ονόματα των κλασικών δεν μπορεί να λείπει αυτό του Άγγλου μυθιστοριογράφου Τσαρλς Ντίκενς. Όπου τα βιβλία του έρχονταν τρίτα παγκοσμίως, μετά το Κεφάλαιο του Μαρξ και τη Βίβλο.

Διάλεξα λοιπόν ένα από τα πιο γνωστά έργα του Ντίκενς το «Μεγάλες προσδοκίες». Το βιβλίο εκδόθηκε από το 1860 μέχρι το 1861 σε συνέχειες, σε περιοδικό. Αυτή τη μέθοδο ακολουθούσε γενικά ο Ντίκενς να γράφει και να εκδίδει συγχρόνως. Ήταν από τους λίγους συγγραφείς που ζούσαν από τη δουλειά τους, ο οποίος μέχρι να γίνει γνωστός έγραφε ασταμάτητα, για να εξασφαλίσει την επιβίωσή του, αρχίζοντας ως δημοσιογράφος. Το πρώτο βιβλίο με το οποίο καταξιώθηκε ήταν το « Όλιβερ Τουίστ».

Το « Μεγάλες προσδοκίες» ,αναφέρεται στην Αγγλία της πρώτης βιομηχανικής εποχής. Εκεί ένα αγόρι, ο Πιπ ορφανός και από τους δύο γονείς είχε την «τύχη» να μεγαλώσει με το «χέρι» της αδερφής του. Η αδερφή του ήταν παντρεμένη με τον Τζο , το σιδερά. Το μέλλον του Πιπ όπως ήταν αναμενόμενο είχε προδιαγραφεί, όταν μεγάλωνε θα γινόταν μαθητευόμενος του Τζο και θα ακολουθούσε το επάγγελμά του σιδερά.

Η τύχη του Πιπ αλλάζει, όταν μαθαίνει ότι προορίζεται για κληρονόμος μια μεγάλης περιουσίας. Στέλνεται τότε στο Λονδίνο να γίνει κύριος, το όνομα όμως του ευεργέτη του μένει άγνωστο στο μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου. Τα παιδικά χρόνια του Πιπ σημαδεύονται από δύο γεγονότα, τα οποία επηρεάζουν και τη μετέπειτα πορεία του. Το ένα είναι η βοήθεια που προσέφερε σε έναν κατάδικο (του έφερε τρόφιμα και μια λίμα) και το άλλο η γνωριμία του με τη μις Χάβισαμ και την υιοθετημένη από αυτήν Εστέλλα.

Οι ανατροπές και οι αποκαλύψεις διαδέχονται η μια την άλλη στις σελίδες του βιβλίου. Ο Ντίκενς γράφει σε πρώτο πρόσωπο και πολλοί έχουν επισημάνει ότι μέσα από τους ήρωες του περιγράφει και δικές του εμπειρίες. Κύριο μοτίβο είναι η ύπαιθρος των χωρικών, μιας κατώτερης τάξης σε αντίθεση με την πόλη που ακμάζει. Οι κοινωνικές αναταραχές, η ανισότητα και οι κοινωνικές συγκρούσεις, που περιγράφονται αριστοτεχνικά στο βιβλίο, το καθιστούν κάτι παραπάνω από ένα απλό κοινωνικό μυθιστόρημα.

Διαβάζοντας το βιβλίο ο αναγνώστης έρχεται αντιμέτωπος με ποικιλία συναισθημάτων, με δυσκολία συγκρατεί τα δάκρυά του σε ένα « Πιπ φιλαράκο μου» του Τζο και είναι αδύνατο να μην αφήσει να του ξεφύγει ένα γέλιο στο έφυες χιούμορ του συγγραφέα. Ο Τζο και η Μπίντυ είναι χαρακτήρες που συγκινούν και προβάλλουν την καλοσύνη του απλού ανθρώπου, στην οποία πιστεύει ο Ντίκενς.

Ο Ντίκενς έχει χαρακτηριστεί από πολλούς ως εκφραστής της μεσαίας τάξης και από άλλους ενός προλεταριάτου. Ενώ ο ίδιος περιγράφει και κρίνει τη σκληρή πραγματικότητα και την ανισότητα που κυριαρχεί, δεν έρχεται να προτείνει καμία λύση. Ο Μαρξ είχε πει για τον Ντίκενς ότι « οι εύγλωττες σελίδες του έχουν προσφέρει πολύ περισσότερες αλήθειες από όλους μαζί τους επαγγελματίες πολιτικούς».

«Οι θλιμμένες πουτάνες της ζωής μου»

Στο βιβλίο «Η Κυρία με το Σκυλάκι» ο Τσέχωφ έχει την τελευταία του ευκαιρία να βιώσει, μέσα από τον Ντιμίτρι τον έρωτα και να ξεπεράσει τη μοναξιά του. Στο «Οι Θλιμμένες Πουτάνες της Ζωής μου» ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες δίνει την τελευταία ευκαιρία, σε έναν ενενηντάχρονο να ερωτευθεί. Επίσης με αυτό το βιβλίο κλίνει τον κύκλο της μοναξιάς που άρχισε με το μυθιστόρημα «Εκατό Χρόνια Μοναξιά». Χαρίζει με αυτό το προτελευταίο του βιβλίο ένα αισιόδοξο μήνυμα, ότι τα πράγματα μπορούν να αλλάξουν, η Λατινική Αμερική να βγει από τον απομονωτισμό της και ο καθένας να νικήσει τη δική του μοναξιά.

Επειδή λοιπόν για το «Η Κυρία με το Σκυλάκι» έχω γράψει, είναι καιρός να ασχοληθώ με το βιβλίο του Μάρκες. Ως γνωστόν ο Κολομβιανός νομπελίστας είναι ο κυριότερος εκπρόσωπος του «μαγικού ρεαλισμού», ένα κράμα δηλαδή του εξωπραγματικού με το καθημερινό. Σε αυτό το βιβλίο όμως συναντάμε έναν διαφορετικό ρεαλισμό. Έναν ρεαλισμό πάνω στον γεροντικό έρωτα. Ο γεροντικός έρωτας είναι ένα θέμα που έχει απασχολήσει τον συγγραφέα και στο «’Ερωτας στα Χρόνια της Χολέρας».

Ένα ακόμα ζήτημα του βιβλίου, που προϊδεάζει τον αναγνώστη από τον τίτλο του ακόμα, είναι ο αγοραίος έρωτας. Ένας ενενηντάχρονος καθηγητής ισπανικών, λατινικών και δημοσιογράφος , αποφασίζει να κάνει δώρο στον εαυτό του για τα ενενηκοστά του γενέθλια, ένα βράδυ έρωτα με μια παρθένα. Για αυτόν τον σκοπό επικοινωνεί με την παλιά του φίλη Ρόζα Καμπάρκας , ιδιοκτήτρια ενός παράνομου οίκου ανοχής, για να του βρει την κοπέλα που ζητάει. Μέχρι τότε ο καθηγητής δεν είχε νιώσει ποτέ του έρωτα, κρατούσε τις απαραίτητες αποστάσεις στις σχέσεις του με το άλλο φίλο, πληρώνοντας πάντα για αυτό που ήθελε ακόμα και με τις γυναίκες που δεν ήταν του επαγγέλματος.

Η φίλη του Ρόζα τον παίρνει τηλέφωνο και τον ενημερώνει, πως βρήκε αυτό που ήθελε. Είχε βρει μια δεκατετράχρονη παρθένα. Αυτός ερωτεύεται την μικρή Ντελγαδίνα (ψευδώνυμο που της έδωσε ο ίδιος), την συναντά τακτικά και πάντα κοιμισμένη, από την κούραση και τη βαλεριάνα. Την κοιτά καθώς κοιμάται, της μιλάει, της διαβάζει και ακούει μουσική διπλά στην κοιμισμένη μικρή. Δεν αντιστέκεται στην αλλαγή, γιατί άλλωστε να αντισταθεί σε μια ακίνδυνη κοιμισμένη μικρή; Δεν έχει πλέον πολλά να χάσει έτσι και αλλιώς. Η αλλαγή που βιώνει είναι ριζική, αλλάζει τρόπο γραφής στα κυριακάτικα άρθρα του, ξαναδιαβάζει παλιά βιβλία, άλλα τα απορρίπτει και άλλες φορές στρέφεται σε αυτά που είχε απορρίψει στο παρελθόν. Στη διάρκεια της μέρας φέρνει στο μυαλό του την Ντελγαδίνα, την φαντάζεται όπως την θέλει, την ντύνει ανάλογα με την εποχή που θέλει να την τοποθετήσει και αφήνεται με την φαντασία του να ζήσει μια ζωή που ποτέ δεν έζησε.

Να ζήσει τον έρωτα στα ενενήντα. Να βγει από μια προγραμματισμένη ρουτίνα. Να κάνει την αυτοκριτική του. Να συνειδητοποιήσει τα λάθη του. Το «Οι Θλιμμένες Πουτάνες της Ζωής μου» είναι ένα βιβλίο που από τον τίτλο του φαντάζει πως έχει σκληρό περιεχόμενο, είναι όμως ένα νοσταλγικό, αισιόδοξο βιβλίο, ένας ύμνος στον έρωτα.

«Τα πουλιά πεθαίνουν τραγουδώντας»

Πολλές φορές θες να διαβάσεις μια πολύ δυνατή, κλασική ρομαντική ιστορία, ένα βιβλίο που η μαμά σου και η θεία σου το έχουν διαβάσει από τρείς με τέσσερις φορές η καθεμία και σου περιγράφουν με μεγάλο ρεαλισμό τα δάκρυα που έριξαν πάνω τις σελίδες του βιβλίου. Πέρα λοιπόν από τις κατεστραμμένες από το κλάμα σελίδες περιμένεις και εσύ να δοκιμάσεις ανάλογα συναισθήματα. Αναφέρομαι στο βιβλίο «Τα πουλιά πεθαίνουν τραγουδώντας», ένα βιβλίο που έχει χαρακτηριστεί ως η απάντηση της Αυστραλίας στο «Όσα παίρνει ο άνεμος».

Το βιβλίο εκδόθηκε το 1977 και έγινε πολύ γρήγορα διεθνές μπεστ σέλερ, ενώ έχει μεταφραστεί σε περισσότερες από 20 γλώσσες. Πρόκειται για το δεύτερο βιβλίο της Αυστραλής συγγραφέως Κόλιν Μακάλοου, η οποία είναι ανάμεσα στα εκατό πρόσωπα που έχουν ανακηρυχτεί «Ζώντες Εθνικοί θησαυροί» της Αυστραλίας, είναι ακόμα μέλος της ακαδημίας επιστημών της Νέας Υόρκης. Δεν είναι δηλαδή μια τυχαία γυναίκα συγγραφέας που έγραψε μια απλή ερωτική ιστορία (το βιβλίο δεν είναι μια απλή ερωτική ιστορία) ,αλλά μια γυναίκα που γνωρίζει διακρίσεις στο χώρο των τεχνών και των επιστημών.

Η υπόθεση διαδραματίζεται στις αρχές του 1900, όταν  η οικογένεια  Κλήαρυ  μεταναστεύει από τη Νέα Ζηλανδία στην Αυστραλία στο αγρόκτημα της πλούσιας αδερφής του Πάντυ , που σχεδιάζει να τον αφήσει γενικό κληρονόμο της. Ο Πάντυ, η Φιόνα και τα επτά παιδιά τους συνεχίζουν να εργάζονται σκληρά και να αντιμετωπίζουν τις αντιξοότητες της πραγματικότητας και στη Ντρογκέτα. Καθοριστικό ρόλο στο βιβλίο έχει ο καθολικός ιερέας Ράλφ ντε Μπρικασάρ που έχει να αντιμετωπίσει τον απαγορευμένο έρωτα που δημιουργείται ανάμεσα σε αυτόν και τη μοναχοκόρη των Κλήαρυ Μάγκυ.

Παρόλο που κατά βάσει ανήκει  στη γυναικεία λογοτεχνία, δεν  περιγράφει απλώς την ερωτική ιστορία του ιερέα και της Μάγκυ αλλά τη ζωή ολόκληρης της οικογένειας, τα μυστικά και τα προβλήματα του καθένα. Σκιαγραφείται άριστα η σκληρή αγροτική ζωή στις αντιξοότητες της ηπείρου με τις μεγάλες ξηρασίες. Βλέπουμε και  τις αλλαγές που έφερε στις τύχες των ανθρώπων η μετανάστευση από την Ευρώπη στην Αμερική και την Αυστραλία. Πως άλλοι πέθαιναν δουλεύοντας για ένα κομμάτι ψωμί και άλλοι πλούτιζαν και σκλήραιναν.

Επίσης, ενώ το βιβλίο είναι πολυσέλιδο δε γίνεται καθόλου κουραστικό και διαβάζεται πολύ γρήγορα, με τις εξελίξεις να τρέχουν και να καθηλώνουν τον αναγνώστη. ‘Ένα τέτοιο βιβλίο δε θα μπορούσε να μη μεταφερθεί και στη μικρή οθόνη. Ο Ρίτσαρτ  Τσάμπερλιν υποδυόταν τον Ιερέα Ράλφ στη σειρά, ο οποίος έγινε «ο πρώτος καθολικός παπάς που έγινε παγκόσμιο sex symbol». Η Κόλιν Μακάλοου λοιπόν κατάφερε να δημιουργήσει μια πολύ ρομαντική ιστορία με πολλά ξεσπάσματα κλάματος, ένα βιβλίο που πρέπει να διαβάσουν οι νεότεροι και ξαναδιαβάζουν οι παλιοί.

«Όταν έκλαψε ο Νίτσε»

Με αφορμή τις γιορτές των Χριστουγέννων είναι ευκαιρία να πιάσει ο καθενός εκείνο το βιβλίο που έχει καταχωνιάσει στη βιβλιοθήκη για «αργότερα», το βιβλίο που θέλει να καταλάβει και να απολαύσει ξεκούραστος και στο κρεβάτι. Είναι και μια ευκαιρία μέσα στις σελίδες του βιβλίου να βρει απαντήσεις σε παλιά ερωτήματα και να υποδεχθεί καινούρια, που θα αναζητήσει τις απαντήσεις τους στον καινούριο χρόνο.

Διάλεξα για αυτό το σκοπό, το βιβλίο του Ίρβιν Γιάλομ « Όταν έκλαψε ο Νίτσε». Πρόκειται για ένα διδακτικό μυθιστόρημα, το οποίο τιμήθηκε με το βραβείο commonwealth του καλύτερου μυθιστορήματος, 1992. Ο συγγραφέας είναι ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους εν ζωή της υπαρξιακής σχολής στην ψυχιατρική. Είναι καθηγητής ψυχιατρικής  στο πανεπιστήμιο του Στράτφορντ και τα λογοτεχνικά του βιβλία αποτελούν ιστορίες ψυχοθεραπείας.

Το βιβλίο πρωτοεκδόθηκε το 1992,  αλλά στην Ελλάδα έγινε ευρύτερα γνωστό μετά από μια δεκαετία, οπότε είναι σχετικά σύγχρονο για τα δικά μας δεδομένα. Ο χώρος του μυθιστορήματος είναι η Βιέννη του 19ου αιώνα. Όταν ο γνωστός γιατρός Γιόζεφ Μπόιερ βρίσκεται σε διακοπές με τη γυναίκα του, λαμβάνει ένα γράμμα από μια άγνωστη για αυτόν μέχρι στιγμής Λου Σαλομέ, στο οποίο του ζητά να τον συναντήσει. Στη συνάντησή τους η Λου του ζητά να βοηθήσει έναν φίλο της, τον Φρίντριχ Νίτσε.

Δεν είναι όμως η αρρώστια του σώματος που θέλει να γιατρέψει στο φίλο της αλλά την απόγνωση  και τις αυτοκτονικές τάσεις του Νίτσε. Και όλα αυτά χωρίς να τα καταλάβει ο ίδιος, γιατί θα αρνούταν οποιαδήποτε βοήθεια. Όταν ο Μπόιερ έρχεται σε επαφή με το Νίτσε, τον πείθει να δεχθεί να μπει στην κλινική και όσο αυτός θα προσπαθεί να γιατρέψει τη σωματική αρρώστια του Νίτσε, αυτός να τον βοηθήσει να θεραπεύσει την απόγνωση που προσποιείται πως έχει για να κάνει τον Νίτσε να ανοιχθεί και να φανερώσει τη δική του απόγνωση.

Μέσα από αυτή  τη σχέση ο Μπόιερ προσπαθεί να αντιστρέψει τους ρόλους θεραπευτή-θεραπευμένου και να γιατρέψει το Νίτσε. Με αυτό τον τρόπο ο Γιάλομ προσπαθεί να πετύχει ένα πάντρεμα της ψυχοθεραπείας με την υπαρξιακή φιλοσοφία. Όλα όμως αλλάζουν όταν μέσα από αυτή τη διαδικασία ο Μπόιερ συνειδητοποιεί ότι καταβάλλεται από αλλότριες σκέψεις και έχει πέσει σε ένα τέλμα. Πιστός φίλος του γιατρού είναι ο εικοσιεξάχρονος Ζίγκμουντ Φρόυντ, που του έχει μεγάλη εμπιστοσύνη και ζητά πολλές φορές τη συμβουλή του.

Το βιβλίο πολύ ανθρώπινο, πολύ αληθινό, όσα περιγράφει θα μπορούσαν εύκολα να έχουν γίνει με μια διαφορετική ζαριά της ιστορίας. Ενώ πραγματεύεται δύσκολα νοήματα, τα καθιστά ευκολονόητα, είναι διδακτικό και έρχεται αντιμέτωπο με ανησυχίες και ερωτήματα που μπορεί να έχει ο κάθε σκεπτόμενος άνθρωπος. Κύριοι πυλώνες του βιβλίου είναι η σχέση που διαμορφώνεται μεταξύ θεραπευτή και θεραπευμένου στην ψυχανάλυση και η σχέση της ψυχοθεραπείας με τη φιλοσοφία του Νίτσε.

Ο άνθρωπος που μέσα από τα έργα του ήθελε να θεραπεύσει ολόκληρη την εποχή του, γίνεται κατανοητός στις σελίδες του μυθιστορήματος. Είναι λοιπόν μια καλή αρχή για να αρχίσει κάποιος να διαβάζει και να κατανοεί το Νίτσε. Τέλος στη νέα έκδοση του βιβλίου έχουν προστεθεί δύο επιστολές που βρέθηκαν πρόσφατα και ένα σχόλιο του ίδιου του συγγραφέα στο οποίο τονίζει και πια γεγονότα σαν δρώμενα είναι αληθινά και ποια όχι.

«Λέων ο Αφρικανός»

Η ανατολή είναι πάντα ο καλύτερος προορισμός, όταν όμως το ταξίδι περνάει από την ανατολή στη δύση, η πορεία δε μπορεί παρά να είναι συγκλονιστική. Από τη Γρανάδα στη Φεζ, από εκεί στο Κάιρο και από το Κάιρο στη Ρώμη. Με τέσσερις βασικούς σταθμούς ξεδιπλώνεται ένα ολόκληρο ταξίδι στις σελίδες του βιβλίου του Αμίν Μααλούφ.

Ο Λιβανέζος συγγραφέας στο βιβλίο « Λέων ο Αφρικανός» ζωγραφίζει τη ζωή του Αλ Χασάν Μοχάμεντ Αλ Βαζάν γιο του Μοχάμεντ γεννημένο στη Γρανάδα και βαπτισμένο στην Ρώμη ως Λέων, με το καθοριστικό προσδιορισμό ο Αφρικανός. Η Γρανάδα των παιδικών του χρόνων ήταν αυτή του 16ου αιώνα, πριν γίνει Ισπανική όταν ήταν ακόμα των Αράβων. Ζει μια παιδική ηλικία όπως κάθε μικρό αγόρι μουσουλμανικής καταγωγής. Η ζωή όμως δε του επιφυλάσσει το ίδιο μέλλον με κάθε αγόρι της Γρανάδας. Τον μεταφέρει από το ένα μέρος στο άλλο και τον φέρνει σε επαφή  με εξέχουσες προσωπικότητες. Η ζωή του όλη ένα ταξίδι στη βόριο Αφρική και τη Μεσόγειο.

Με την κατάληψη της Γρανάδας από τους Ισπανούς ο Χασάν βρίσκεται στην Φεζ, εκεί μεγαλώνει. Κερδίζει χρήματα ως έμπορος. Ούτε σε αυτόν τον τόπο όμως είναι γραμμένο να μείνει. Εξορίζεται από τη Φεζ και βρίσκει τον νέο του τόπο στο Κάιρο. Εκεί θα μείνει μερικά χρόνια, όμως το ταξίδι δεν έχει τελειώσει ακόμα. Πέφτει θύμα πειρατών και ο μορφωμένος Γραναδίνος προσφέρεται στον Πάπα Λέοντα Ι σαν δώρο.

Στη Ρώμη βαπτίζεται από Παπικό χέρι, ερωτεύεται ξανά και αποχτά τον πρώτο του γιό. Με την καθοδήγηση του Πάπα μορφώνεται περεταίρω, μαθαίνει και άλλες γλώσσες και αρχίζει το συγγραφικό του έργο. Από σκλάβος γίνεται πάλι ελεύθερος, για να βρεθεί πάλι φυλακισμένος και να πάρει τον δρόμο της επιστροφής.

Ο Λέων περνάει από τη μια ζωή στην άλλη, από την μια χώρα στην άλλη. Αλλάζει ονόματα, γυναίκες και θρησκεία, μένοντας όμως πάντα ο ίδιος. Ο Αμίν Μααλούφ μέσα από το βιβλίο μας πληροφορεί για τις συνήθειες και τα έθιμα αυτού του τόσο άγνωστου στο δυτικό πολιτισμό ανατολικού χώρου. Μας βοηθάει να κατανοήσουμε όσο μπορούμε τη μουσουλμανική θρησκεία και το πως αυτή επηρεάζει ολόκληρη τη ζωή των πιστών της.

Αυτό το τόσο ταξιδευτικό και ευκολοδιάβαστο βιβλίο έχει βραβευθεί με το βραβείο Γαλλό-αραβικής φιλίας το 1986 και έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες. Αν και πολύ ενδιαφέρον και καλογραμμένο, με πολλά ενημερωτικά στοιχεία, δεν εμβαθύνει σε κανένα θέμα και πολλές φορές απλώς αναφέρει σημαντικά πρόσωπα χωρίς να τα εξετάσει περαιτέρω . Βρίσκουμε επίσης ελάχιστα ψυχογραφικά χαρακτηριστικά.

Ο «Λέων ο Αφρικανός’ όμως είναι ένα σπουδαίο  και ευχάριστο ταξίδι, με ξεναγό μια προσωπικότητα που αμφισβητεί τα πάντα, « όταν όλος ο κόσμος προσχωρεί στην ίδια γνώμη, εγώ δραπετεύω: η αλήθεια είναι σίγουρα αλλού», και οδηγό τη μοίρα, ο αναγνώστης ανακαλύπτει τα σουκ της Φεζ, τον Βόσπορο και τις αυλές του Βατικανού.

«Περί έρωτος και άλλων δαιμόνων»

«Αυτή τον ρώτησε εάν ήταν αλήθεια, πως ο έρωτας μπορεί τα πάντα να κάνει. Είναι αλήθεια, απάντησε αυτός, αλλά καλά θα κάνεις να μην το πιστέψεις» Με αυτόν τον τρόπο ο πατέρας της δωδεκάχρονης, αριστοκράτισσας, Σιέρβα Μαρίας  απάντησε στην απορία της. Πολλές φορές, αυτό που πιστεύουμε, επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό αυτό που νιώθουμε.

Από κάθε βιβλίο κάτι μας μένει. Πέρα από τη γενική ιστορία και το νόημα του βιβλίου, υπάρχει πάντα μια εικόνα, μια φράση, ένας διάλογος που γυρίζει μέσα στο μυαλό μας απαιτώντας προσοχή. Από το «Περί έρωτος και άλλων δαιμόνων» του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, συγκράτησα την παραπάνω φράση. Ο πατέρας όμως της Σιέρβα Μαρία, μάλλον λησμόνησε να της εξηγήσει, πως ο έρωτας είναι ελπίδα. Πως θες – δε θες θα πιστέψεις πως μπορεί τα πάντα να κάνει.

Ο συγγραφέας του βιβλίου είναι ένας από τους κυριότερους εκπροσώπους του λογοτεχνικού ρεύματος του «μαγικού ρεαλισμού», ένας  Κολομβιανός Νομπελίστας που δεν άφησε ανεπηρέαστο κανέναν αναγνώστη του. Ο Μάρκες, εκπρόσωπος της ισπανόφωνης λογοτεχνίας πέθανε τον Απρίλιο του 2014, άφησε όμως πίσω του, το μεγαλύτερο κομμάτι του εαυτού του, τα βιβλία του.

Τη Σιέρβα Μαρία λοιπόν, σε έναν περίπατο τη δάγκωσε ένα σκυλί, το οποίο αποδείχθηκε πως είχε λύσσα. Τότε άρχισαν και τα προβλήματα για την άτυχη κοπέλα. Όντας μεγαλωμένη από ιθαγενείς, αφού ήταν εγκαταλελειμμένη από τους γονείς της, είχε μια πρωτόγονη συμπεριφορά, που σε συνδυασμό με τη συνήθεια της να λέει ψέματα, οδήγησαν τον πατέρα της στην απόφαση να την κλείσει σε μοναστήρι, για να τη σώσει.

Εκεί συμπεράνανε πως η κοπέλα ήταν δαιμονισμένη, μια λύση που έδιναν εκείνη την εποχή σε ότι δε καταλάβαιναν. Να «σώσει» την Σιέρβα Μαρία ανέλαβε η Ιερά Εξέταση. Οι μέθοδοι ήταν γνωστές, βασανιστήρια και εξορκισμοί, από τους οποίους λίγοι επιβίωναν. Στο μοναστήρι της Σάντα Κλάρα που βρισκόταν, ο επίσκοπος ανέθεσε στον προστατευόμενο του ιερέα Κηγετάνο, τη σωτηρία της.

Ο ιερέας την ερωτεύτηκε. Αλλά τι τύχη θα μπορούσε να έχει ένας ιερέας και μια δαιμονισμένη; Ο Μάρκες μας απαντά αριστοτεχνικά, μπλέκοντας το πραγματικό με το φανταστικό, με εικόνες ονειρικές μας περιγράφει την πραγματικότητα του 17ου αιώνα, θίγοντας θέματα που απασχολούν μεγάλο μέρος του κόσμου.

Σε πολλά σημεία το βιβλίο θυμίζει ακόμα και παραμύθι, με έναν δικό του τρόπο σου περνάει το μήνυμα που θέλει ο συγγραφέας και σε παρασύρει στις δικές σου σκέψεις, στο τέλος καταλήγεις να διαβάζεις άπληστα μέχρι να δεις το βιβλίο να τελειώνει, τότε όμως εύχεσαι να είχες ένα ακόμα κεφάλαιο.

«Ασκητική»: Salvatores dei

Θυμάμαι πριν αρκετό καιρό είχα ανοίξει συζήτηση με έναν άλλο βιβλιόφιλο, μιλούσαμε όπως ήταν αναμενόμενο για βιβλία. Όντας εκείνος αρκετά μεγαλύτερος είχε εμβαθύνει σε βιβλία που τότε δε θα μπορούσα να φανταστώ πως θα με μάγευαν. Κάποτε η συζήτηση έφτασε στην «Ασκητική» ,την οποία μου παρουσίασε λέγοντας μου « Ερχόμαστε από μια σκοτεινή άβυσσο· το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε ζωή», δεν είναι εκπληκτικό; Επέλεξε την αρχή του βιβλίου για να με μαγέψει και τα κατάφερε. Υποθέτω πως αυτό το συναίσθημα δοκίμασαν και όσοι ήρθαν σε επαφή με το βιβλίο.

Ο Νίκος Καζαντζάκης άρχισε τη γραφή της Ασκητικής το 1922 στη Βιέννη. Εκδόθηκε όμως πρώτη φορά στο περιοδικό « Αναγέννηση» το 1927. Έκτοτε ακολούθησαν αρκετές διορθώσεις και επανεκδόσεις του βιβλίου. Μάλιστα προστέθηκε και στο αρχικό δημιούργημα ένα επιπλέον κεφάλαιο «η σιγή». Ο ίδιος ο συγγραφέας έγραψε, ότι «η Ασκητική είναι μια Κραυγή και όλο το έργο του είναι σχόλιο στη Κραυγή αυτή». Είναι εμφανές λοιπόν πως βασικές ιδέες και στοιχεία του βιβλίου συναντάμε στο σύνολο που συγγραφικού έργου του.

Έχει γραφεί πως το συγκεκριμένο έργο, είναι η ασκητική της ίδιας της ζωής του Καζαντζάκη και του δρόμου που ακολούθησε σε αυτή.  Ο ίδιος λέει ότι «γράφει για να διαγράψει τη μέθοδο, ν΄ ανεβεί η ψυχή από έναν κύκλο ωσότου φτάσει στην ανώτατη επαφή. Είναι πέντε κύκλοι: Εγώ, ανθρωπότητα, Γης, Σύμπαν, Θεός. Πως θα ανεβούμε όλα ετούτα τα σκαλοπάτια και όταν φτάσουμε στο ανώτατο να ζήσουμε όλους τους προηγούμενους κύκλους».

Παρά τη μικρή έκταση που έχει το βιβλίο (μόλις 100 σελίδες), θίγει μερικά από τα μεγαλύτερα ηθικά και μεταφυσικά προβλήματα του ανθρώπου, για αυτό και λαμβάνει ξεχωριστή θέση στην Ελληνική λογοτεχνία και βρίσκεται μεταφρασμένο σε δεκάδες γλώσσες, προσπαθώντας με τη κραυγή του να ταρακουνήσει τον κάθε αναγνώστη. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι ο Καζαντζάκης είναι ένας συγγραφέας με φήμη παγκοσμίου βεληνεκούς.

Για την Ασκητική όμως ο συγγραφέας πέμφθηκε σε δίκη «επί χλευασμώ της θρησκείας», η οποία όμως δίκη δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Το βιβλίο τόσο με βάση τους μελετητές όσο και τον δημιουργό του κατατάσσεται στα φιλοσοφικά του έργα.

Αρχικά ο τίτλος του βιβλίου ήταν στα λατινικά και λεγόταν « Salvatores dei» και από κάτω ακολουθούσε με μικρά γράμματα ο σημερινός τίτλος. Salvatores dei, σημαίνει σωτήρες του Θεού, εννοώντας ότι οι άνθρωποι θα σώσουν τον Θεό. «όχι ο Θεός θα μας σώσει· εμείς θα σώσουμε τον Θεό, πολεμώντας, δημιουργώντας, μετουσιώνοντας την ύλη σε πνεύμα». Άνθρωπος και Θεός θα σωθούν μαζί έχοντας απόλυτη ανάγκη για τη σωτηρία ο ένας τον άλλον, για να μπορέσουν μαζί να ισορροπήσουν σε αυτό το λεπτό σχοινί που λέγεται ζωή.

Θα ήθελα να κλείσω με ένα απόσπασμα του γράμματος που έστειλε ο Καζαντζάκης στη Γαλάτεια για να την ενημερώσει, πως είναι κοντά στην ολοκλήρωση του βιβλίου, «μάχομαι, κοιτάζω μπροστά σαν τον Οδυσσέα, μα χωρίς να ξέρω αν ποτέ θ΄αράξω στην Ιθάκη. Εχτός αν Ιθάκη είναι το ταξίδι». Ας προσπαθήσει να αναλογιστεί ο καθένας λοιπόν, γιατί μάχεται, που θέλει να πάει και τι νόημα δίνει στην Ιθάκη και τι στο ταξίδι .

«Τερέζα»

Πρόσωπα και ιστορίες που δε φώτισε κανείς, χαμένες, ξεχασμένες. Ζωές έντονες, που ακόμα και μέσα από τη σιωπή τους έχουν να πουν πολλά. Αφανείς ήρωες, κρυμμένες ζωές και προσωπικότητες βυθισμένες στην αφάνεια. Για μία τέτοια γυναίκα, που το πιο έντονο κομμάτι της ζωής της, βρίσκεται θαμμένο σε κάποιο ξεχασμένο μπαούλο κάπου στο Παρίσι μας μιλάει ο Φρέντυ Γερμανός.

Η Τερέζα του Γερμανού είναι η ηρωίδα του ομωνύμου βιβλίου του. Κόρη του Αριστείδη Δαμαλά, συζύγου της Σάρα Μπερνάρ. Ο ηρωινομανής πατέρας της αποφασίζει να της δώσει λίγο, πριν πεθάνει, όντας η ίδια ακόμη μηνών. Με αυτό τον τρόπο βρίσκεται να μεγαλώνει στην Αδριανούπολη.

Παντρεύεται έναν «ανθρωπάκο» όπως τον αποκαλεί και η ίδια. Βρίσκεται εξόριστη στην Κορσική μαζί του. Εκεί γνωρίζει τον  Ίωνα Δραγούμη και συνάπτει σχέση μαζί του. Γνωρίζει τον Έρνεστ  Χέμινγουεϊ και τον ερωτεύεται, ίσως αυτός να ήταν και ο μόνος της αληθινός έρωτας. Ύστερα βρίσκεται να ποζάρει για τον Πικάσο και τον Μπρακ .

Γνωρίζει πολλούς σημαντικούς άντρες( Κεμάλ, Μουσολίνι) και ανθρώπους, προκαλώντας κύματα θαυμασμού στο πέρασμα της και αφήνοντας πίσω της πολλούς ερωτευμένους άντρες και κυρίως τον άντρα της. Χαρακτηριστική φράση της Τερέζας είναι «Γνώρισα τους πιο σημαντικούς άντρες της εποχής μου. Και κοιμήθηκα με μερικούς από αυτούς».

Η πλανεύτρα της Ευρώπης ζει τη ζωή της με μόνο γνώμονα τη θέληση της, χωρίς να μετανιώνει, χωρίς να ντρέπεται. Ο πόλεμος όμως δεν αλλάζει μόνο τις τύχες των χωρών αλλά και των ανθρώπων. Η μικρασιατική καταστροφή θα τη σημαδέψει ανεπανόρθωτα. Κάνει στροφή 360ο και η Τερέζα της Ευρώπης μετατρέπεται στην Αθηναία αστή σύζυγο φιλοβασιλικού.

Ο Φρέντυ Γερμανός ένας από τους πιο πολυδιαβασμένους Έλληνες συγγραφείς και πολυγραφότατος, ξεδιπλώνει όλο του το ταλέντο στις σελίδες του βιβλίου . Με εξαιρετική γραφή σε ταξιδεύει μέσα σε ένα κράμα μύθου και ιστορίας.

Όπως λέει και ο ίδιος η «Τερέζα» είναι ένα βιβλίο που « ετοιμαζόταν επί σαράντα χρόνια’». Βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στις μαρτυρίες της κόρης του Χέμινγουεϊ και της Μελίνας Μερκούρη , που διηγείται τις αφηγήσεις του παππού της για την Τερέζα Δαμαλά. Τα μυστικά της όμως όπως και το όνομα «Τερέζα» έμειναν πίσω ξεχασμένα, αυτά τα μυστικά σεβάστηκε και ο Γερμανός και δεν αποκάλυψε ποτέ το κανονικό της όνομα.

 

«Εκατό χρόνια μοναξιάς»

Είναι φορές που πιστεύεις ότι η κάθε μέρα είναι η ίδια με την προηγούμενη, πως ζεις την ίδια καθημερινότητα τριάντα φορές το μήνα. Πιστεύεις πως όλα γίνονται, τίποτα όμως δεν αλλάζει και όλα περνάνε μπροστά σου χωρίς να σε αγγίζουν. Κάπου στο 1967 εκδόθηκε ένα βιβλίο.Σε αυτό υπήρχε ένα δωμάτιο, ένα δωμάτιο στο οποίο πάντα ήταν Δευτέρα, πάντα η ίδια ώρα και πάντα Δευτέρα.

Από αυτό το δωμάτιο πέρασαν πολλοί ήρωες του βιβλίου, άλλοι κάθισαν περισσότερο, άλλοι λιγότερο. Άλλοι κατάλαβαν το παράδοξο του χρόνου, άλλοι πάλι όχι. Πρόκειται βέβαια για το βιβλίο « Εκατό χρόνια μοναξιάς» του Κολομβιανού Νομπελίστα Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες. Ο οποίος τιμήθηκε με το Νόμπελ ,  «για τα μυθιστορήματα και τα διηγήματά του, στα οποία το φανταστικό και το πραγματικό συνδυάζονται σε έναν πλούσιο κόσμο φαντασίας, αντανακλώντας τη ζωή και τις συγκρούσεις μιας ηπείρου».

Ο συγγραφέας είναι από τους κυριότερους εκπροσώπους του «μαγικού ρεαλισμού» και όποιος είναι λάτρης του ρεύματος, δεν μπορεί παρά να τον λατρέψει. Μέσα από το βιβλίο, σκιαγραφεί τη μοίρα, όχι μόνο της Κολομβίας αλλά ολόκληρης της Λατινικής Αμερικής. Το βιβλίο παρουσιάζει την ιστορία των Μπουενδία, από την εγκατάσταση τους στο Μακόντο, μέχρι την εξαφάνισή τους. Γιατί «οι λαοί που καταδικάστηκαν σε εκατό χρόνια μοναξιά δεν είχαν δεύτερη ευκαιρία πάνω στη γη».

Κυρίαρχο πρόσωπο είναι ο Συνταγματάρχης Αουρελιάνο Μπουενδία που μέσα από τη ζωή του αποτυπώνεται η μοναξιά στην εξουσία και γενικότερα η μοναξιά των ανθρώπων, παρομοιάζοντας την με τη μοναξιά της Λατινικής Αμερικής. Παρουσιάζεται ο αγώνας του Συνταγματάρχη για ελευθερία, από την αρχή μέχρι το τέλος, ένα τέλος που μάλλον δεν οδηγεί στην ολοκληρωτική ελευθερία αλλά στην εκμηδένισή του.

Πριν, συγχρόνως και μετά από αυτόν αναλύονται οι ζωές των μελών της οικογένειας. Φαντάζουν ένας κύκλος με τραγικές επαναλήψεις. Ένας κύκλος όμως που κάποτε τελειώνει. Τα πάθη του καθενός τονίζονται και τους οδηγούν στη δυστυχία.

Με έντονα ποιητικό λόγο ο Μάρκες θέτει φιλοσοφικά ερωτήματα, μας περιγράφει παραστατικά τα συναισθήματα και τις εμπειρίες των ηρώων, καθηλώνοντας τον αναγνώστη με κάθε σελίδα. Τέλος πιστεύω πως είναι από εκείνα τα βιβλία που πολλές φορές μπορούν να σου αλλάξουν ολόκληρη κοσμοθεωρία και να σε βγάλουν από το δωμάτιο που είναι πάντα Δευτέρα και πάντα η ίδια ώρα.

«Ο παίχτης»

Το βιβλίο στο οποίο πρόκειται αναφερθώ, θα έλεγα ότι, μάλλον γράφθηκε με έναν παράξενο τρόπο, μέσα από τον οποίο όμως, διαφαίνεται το μέγεθος της ευφυΐας του συγγραφέα. Ο Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι έχοντας ανάγκη από χρήματα όσο έγραφε το «έγκλημα και τιμωρία» αναγκάζεται να προπωλήσει το μυθιστόρημα του « ο παίχτης», δεν καταφέρνει όμως να προλάβει τις προθεσμίες και αναγκάζεται να προσλάβει γραμματέα, στην οποία υπαγορεύει τον «παίχτη» όσο αυτός γράφει το άλλο του βιβλίο.

Την γραμματέα του Άννα Σίτκιν, τελικά ερωτεύεται και παντρεύεται. Αυτό που κάνει εντύπωση στη γραφή του μυθιστορήματος, είναι το πως καταφέρνει ένας συγγραφέας να γράψει δύο μυθιστορήματα τέτοιου βάθος ταυτόχρονα, ενώ η ποιότητα μένει ανέπαφη. Κάτι τέτοιο σίγουρα μόνο ο Ντοστογιέφσκι θα μπορούσε να πετύχει. Όταν ο μεγάλος Νέκρασσωφ  διαβάζοντας τα χειρόγραφα του πρώτου βιβλίου του είπε, « γεννήθηκε ένας νέος Γκόγκολ» , κανείς  δε περίμενε πως δε θα ήταν απλώς ένας «νέος Γκόγκολ» αλλά «ο πατέρας του μυθιστορήματος».

Αρχικά δε θα μπορούσαν να λείπουν από τον «παίχτη», όπως και από όλα τα άλλα βιβλία του, τα αυτοβιογραφικά στοιχεία. Ο Ντοστογιέφσκι λοιπόν, ήταν και ό ίδιος παίχτης για ένα διάστημα. Τόσο στη ρουλέτα όσο και στα χαρτιά. Πετυχαίνει έτσι να ζωγραφίσει, με τον πιο περίτεχνο τρόπο, τον ψυχισμό του παίχτη. Σαν άριστος ψυχογράφος δεν αρκείται στη περιγραφή του ψυχολογικού προφίλ του παίχτη, αλλά αποτυπώνει όλες τις διακυμάνσεις της ψυχικής κατάστασης των ηρώων του.

Τον «παίχτη» ενσαρκώνει ο Αλεξέι Ιβάνοβιτς, δουλεύει ως δάσκαλος για τα παιδιά του Στρατηγού και ερωτεύεται παράφορα την Παυλίνα. Όπως σε όλα του τα βιβλία δεν αναλύεται η υπόθεση ή το περιβάλλον, αλλά οι χαρακτήρες μέσα από τους οποίους περνάει το κοινωνικό μήνυμα της εποχής.

Οι ήρωες του ζουν μοναχοί, σαν όλους τους δυστυχισμένους μέσα σε έναν κόσμο εγωκεντρικό και διεφθαρμένο. Μάχονται όμως να νικήσουν τη μοναξιά. Πολλές φορές φτάνουν μέχρι την αυτοκαταστροφή χωρίς να το πετύχουν. Ποια είναι όμως η αληθινή ικανότητα του παίχτη; Δεν είναι βέβαια η νίκη, είναι τα λίγα δευτερόλεπτα ανάμεσα στο κόκκινο και το μαύρο. Η ελπίδα και ο φόβος αυτών των στιγμών. Μέσα σε αυτά ξανά ζει στιγμές που τον σημάδεψαν. Μόνο αυτές τις στιγμές καταφέρνει να σβήσει όλα τα άλλα πάθη της ζωής του.

Η ηθική εξαχρείωση χαρακτηρίζει τα πρόσωπα του μυθιστορήματος. Μια παρέα ανθρώπων που ζουν ελπίζοντας στο θάνατο ενός άλλου για να τον κληρονομήσουν και ο καθένας να πραγματοποιήσει τα σχέδιά του. Καλύτερη φωτογραφία της κοινωνίας δε θα μπορούσε να πετύχει ο συγγραφέας. Μια κοινωνία στην οποία το «ο θάνατος σου, η ζωή μου» είναι η κυρίαρχη ιδεολογία.

Ας σκεφτούμε ωστόσο, μήπως μέσα σε όλους αυτούς απάνθρωπους υποκριτές και αξιοπρεπείς εξωτερικά, που ζουν υποτιμώντας τη ζωή του ανθρώπου, ο πιο έντιμος είναι ο παίχτης; Που συμβολίζει την ανησυχία του ανθρώπου και στο τέλος δε συμπεραίνουμε ότι λίγο πολύ όλοι ήμαστε «παίχτες»; Ποντάρουμε και χάνουμε ή κερδίζουμε και ύστερα συνεχίζουμε ελπίζοντας σε ένα διαφορετικό αύριο, σε ένα καινούριο «παιχνίδι» στο οποίο μπορεί η τύχη να μας γελάσει;

Τρίτο βραβείο booker για την Αυστραλία

Μέσα στον Οκτώβρη πραγματοποιήθηκε η απονομή των βραβείων Man Prize Booker 2014. Με αυτό τιμήθηκε ο Αυστραλός Ρίτσαρντ Φλάναγκαν, με καταγωγή από την Τασμανία. Ήταν όμως και το τρίτο σε σειρά βραβείο Booker  που κερδίζει η Αυστραλία. Πέρα από την τιμητική διάκριση ο συγγραφέας κέρδισε και το χρηματικό έπαθλο των 50.000 λιρών.

Ο συγγραφέας γεννήθηκε  το 1961 και σήμερα είναι 53 χρονών, στα 16 του εγκατέλειψε το σχολείο, ύστερα όμως θα επιστρέψει για να φοιτήσει στο πανεπιστήμιο της Τασμανίας. Έχει χαρακτηριστεί ως ο σημαντικότερος σύγχρονος Αυστραλός συγγραφέας της γενιάς του. Η αξία του έχει αναγνωριστεί και επιβεβαιώνεται με τα πολλά βραβεία και διακρίσεις που έχει πετύχει. Δυστυχώς στα Ελληνικά κυκλοφορούν μόνο άλλα δύο βιβλία του, ενώ το «The Narrow Road to the Deep North» για το οποίο και βραβεύτηκε άρχισε να κυκλοφορεί ήδη.

Το «The Narrow Road to the Deep North» είναι το έκτο βιβλίο του συγγραφέα, η γραφή του οποίου κράτησε 12 χρόνια. Τον τίτλο τον πήρε ή μάλλον τον δανείστηκε, από ένα έργο της κλασσικής ιαπωνικής λογοτεχνίας του 1684, του Νατσούο Μπάσα. Πρόκειται κατά βάσει για μια ερωτική ιστορία, με υπόβαθρο την ιστορία της Αυστραλίας κατά τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο και την κατασκευή μιας γέφυρας από τους αιχμαλώτους πολέμου.

Ιστορικά στοιχεία αντλεί από τη μαρτυρία του ίδιου του πατέρα  του, που ήταν ένας από τους επιζώντες της κατασκευής του περιβόητου σιδηροδρόμου μεταξύ Μαγκών και Ρανγκούν. Αμέσως μετά  την ολοκλήρωση όμως του βιβλίου, ο πατέρας του Ρίτσαρντ Φλάναγκαν πεθαίνει.

Η ιστορία του βιβλίου αναφέρεται στον Ντορίγκο Έβανς, αιχμάλωτο πολέμου και χειρούργο. Ανάμεσα σε αυτόν και τη νεαρή σύζυγο του θείου του δημιουργείται μια ιστορία πάθους, χρωματισμένη όμως με την αθλιότητα του πολέμου.

Η φετινή διεξαγωγή των βραβείων booker είχε διαφορά σε σχέση με τις προηγούμενες. Αρχικά πρώτη φορά έλαβε μέρος η Αμερική και είχαν όλοι το δικαίωμα να συμμετάσχουν. Επιπρόσθετα σύμφωνα με τον πρόεδρο της επιτροπής ήταν μια χρονιά με πολύ «δυνατά» και αξιόλογα μυθιστορήματα, οπότε η τελική επιλογή μάλλον ήταν δύσκολη.

Το βραβείο Man Prize Booker άρχισε το 1968, είναι από τα πιο αξιόλογα λογοτεχνικά βραβεία, με πολλές κινηματογραφικές μεταφορές των βιβλίων που έχουν τιμηθεί με αυτό. Τέτοιες διοργανώσεις και τέτοια βιβλία είναι πάντα ευπρόσδεκτα στο λογοτεχνικό κοινό, για όσους αποφασίσουν να διαβάσουν το βιβλίο εύχομαι καλή ανάγνωση και πιστεύω πως θα το απολαύσουν πραγματικά.

«Σπούτνικ αγαπημένη»

Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που έχει να αντιμετωπίσει ο σύγχρονος άνθρωπος, ζώντας σε μια κοινωνία που κυριολεκτικά «τρέχει» , είναι η μοναξιά. Η μοναξιά σε όλες τις εκφάνσεις της ανθρώπινης δραστηριότητας. Ίσως όμως η μοναξιά στον έρωτα να είναι η πιο αβάστακτη μορφή της. Σε έναν έρωτα που από τη φύση του έχει ανάγκη δύο, πόσο επώδυνη είναι η μοναξιά;

Η Ερωτική μοναξιά διαπερνά και το βιβλίο του Χαρούκι Μουρακάμι  «Σπούτνικ αγαπημένη». Ο εξηνταπεντάχρονος Ιάπωνας συγγραφέας είναι πολυγραφότατος και έχει τιμηθεί με το βραβείο Φραντς Κάφκα. Το όνομα του συχνά είναι μέσα σε αυτά των υποψηφίων για το νόμπελ λογοτεχνία, χωρίς να το έχει ωστόσο κερδίσει ακόμα. Το πρώτο του μυθιστόρημα το έγραψε στα 19 του και το έργο του είναι μεταφρασμένο σε σαράντα γλώσσες.

Επηρεασμένος καθώς είναι, από τη δυτική κουλτούρα, έχει περάσει στο λογοτεχνικό του έργο στοιχεία που κάνουν τα βιβλία του οικεία στον ευρωπαίο αναγνώστη. Σε αυτό το βιβλίο κύριο πρόσωπο είναι η Σουμίρε , που όπως αναφέρει στο βιβλίο « η Σουμίρε ήθελε να γίνει κάτι σαν ήρωας του Κέρουακ – άγρια, κουλ, χωρίς ηθικούς φραγμούς». Αυτή και μόνο η περιγραφή είναι σχεδόν αρκετή για να σχηματίσει ο αναγνώστης μια ολοκληρωμένη εικόνα για αυτή. Πέρα όμως από «ηρωίδα του Κέρουακ» είναι και επίδοξη συγγραφέας.

Βάζοντας τη Σουμίρε να προσπαθεί να γράψει ο Μουρακάμι μυεί, κατά έναν τρόπο τον αναγνώστη στον ψυχισμό ενός συγγραφέα και κάνει τους επίδοξους βιβλιόφιλους να ταυτίζονται. Ο αφηγητής του βιβλίου τυχαίνει να είναι και ο καλύτερος φίλος της μοναχικής Σουμίρε, δε θα μπορούσε να μην είναι και βαθιά ερωτευμένος μαζί της. Είναι όμως ένας μονόπλευρος έρωτας.

Από την αρχή σχεδόν του βιβλίου στη ζωή της Σουμίρε μπαίνει η Μίου, μια δυναμική, κομψή γυναίκα, ελκυστική, δεκαεφτά χρόνια μεγαλύτερη της και παντρεμένη. Η Σουμίρε ερωτεύεται για πρώτη φορά, χωρίς σχεδόν να το καταλάβει, η Μίου γίνεται ορόσημο στη ζωή της .

Μια ζωή που αλλάζει απότομα, αφού προσλαμβάνεται από τη Μίου και  από μια καθημερινότητα που ανταποκρίνεται σε «ηρωίδα του Κέρουακ», οι μέρες της αλλάζουν  και  μοιάζουν με αυτές των άλλων ανθρώπων. Μετά από λίγο καιρό αρχίζει τα επαγγελματικά ταξίδια με τη Μίου. Όλα έχουν πάρει το ρυθμό της καθημερινότητας ώσπου ο Κ. λαμβάνει ένα τηλεφώνημα της Μίου από ένα νησάκι δίπλα στη Ρόδο, που του λέει ότι η Σουμίρε εξαφανίστηκε.

Ο Χαρούκι Μουρακάμι με απλές περιγραφές δημιουργεί εικόνες που καθηλώνουν. Όπως έχει ειπωθεί « ξέρει να βρίσκει ποιητική διάσταση ακόμα και της πιο πεζής καθημερινής κατάστασης».  Το βιβλίο του διαβάζεται απνευστί και είναι κεντημένο με τις πιο ωραίες μελωδίες. Εν κατακλείδι με τον πιο απλό τρόπο έχει καταφέρει να αποδώσει τα αισθήματα και την ερωτική μοναξιά τόσο της Σουμίρε όσο και του Κ. κάνοντας τον αναγνώστη να συμπάσχει μαζί τους.

«Ο θάλαμος αρ. 6»

Κάποιοι  θαυμαστές του Τσέχοφ αναφέρουν  πως «ακόμη κι αν χαθεί ολόκληρο το έργο του και έχει διασωθεί μόνο ο «θάλαμος  αρ. 6», θα ήταν αρκετός για να τον εντάξει στους κορυφαίους συγγραφείς του 19ου αιώνα». Τι κάνει όμως αυτό το έργο να έχει τέτοια βαρύνουσα σημασία;

Αρχικά αυτή η νουβέλα έχει τόση σημασία γιατί τότε ο Τσέχοφ αποκόβεται από την επιρροή που είχαν ασκήσει τα έργα του Τολστόι πάνω του. Τότε ουσιαστικά αρχίζει να διανύει τη δική του ξεχωριστή  πορεία στο χώρο. Πέρα από τη λογοτεχνική του αξία, είναι αξιοσημείωτη και η επιστημονική του σημασία, στην οποία έχει παίξει ρόλο και το επάγγελμα του Τσέχοφ (ήταν γιατρός). Υπάρχουν ακριβείς ιατρικές περιγραφές που δημιουργούν μια πλήρη εικόνα για τις συνθήκες κράτησης των ψυχασθενών στη Ρωσία.

«Ο θάλαμος αρ. 6», δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά το 1892. Αν και ήταν ένα βιβλίο για το οποίο ο ίδιος ο συγγραφέας δεν υπήρξε πολύ «ενθουσιασμένος», σημείωσε επιτυχία. Ο δραματικός χώρος είναι μια Ρώσικη επαρχιακή πόλη, της οποίας το όνομα δεν πληροφορούμαστε. Εκεί δουλεύει ο γιατρός Αντρέι Ράγκιν ως διευθυντής νοσοκομείου. Το νοσοκομείο θα μπορούσαμε να πούμε ότι υπολειτουργεί, καθώς δεν τηρούνταν ούτε οι βασικοί κανόνες υγιεινής και το μεγαλύτερο μέρος του προσωπικού έκλεβε συστηματικά.

Στην αρχή ο Αντρέι προσπάθησε να δουλέψει με επαγγελματισμό, παρά τις συνθήκες. Με το πέρασμα του χρόνου όμως άρχισε να γίνεται ένα με το υπόλοιπο προσωπικό, χάνοντας εντελώς το ενδιαφέρον του για το νοσοκομείο και τα καθήκοντά του.

Σε αυτό το νοσοκομείο υπάρχει μια πτέρυγα με τον αριθμό 6, στην οποία στεγάζονται οι «τρελοί». Ύστερα από 20 χρόνια δουλειάς ένας τρόφιμος κινητοποιεί τη περιέργεια του διευθυντή, με μια ενδιαφέρουσα κουβέντα που είχαν. Από τότε άρχισε να επισκέπτεται συστηματικά τον Ιβάν Γκρόμοφ στο θάλαμό του.

Ο Ιβάν καταγόταν από καλή οικογένεια, είχε καλή μόρφωση, μεγάλη οξυδέρκεια και αγάπη για τα βιβλία.  Έπασχε όμως από μανία καταδίωξης, που ήταν και ο λόγος του εγκλεισμού του. Ο Αντρέι περνούσε πολλές ώρες μαζί του, κάνοντας συζητήσεις πάνω σε φιλοσοφικά θέματα. Οι πολλές ώρες που περνούσε εκεί στάθηκαν αφορμή για να αρχίσουν να πιστεύουν πως είναι νοητικά διαταραγμένος.

Τον έπαυσαν λοιπόν από τα καθήκοντά του και του συνέστησαν ξεκούραση. Δεν είναι όμως αυτό το τέλος του βιβλίου. Ο Αντρέι μετατρέπεται σε θύμα του συστήματος και της κατασταλτικής βίας των φυλάκων.

Η Maria Yelizarova γράφει για τον Τσέχοφ, «ο κόσμος ολόκληρος τον παραδέχεται δίχως συζήτηση, σαν τον μοναδικό μαιτρ του διηγήματος». Χωρίς αμφιβολία αυτό είναι ένα γεγονός που φαίνεται από τις πρώτες σελίδες των τσεχοφικών έργων, κατατάσσοντας με ευκολία τα έργα του μέσα στα καλύτερα της παγκόσμιας λογοτεχνίας.