«Ποίηση του αδυνάτου»

Πίνοντας σε ένα μπαρ με έναν καλό φίλο, προσπαθήσαμε να απαριθμήσουμε τα ωραιότερα κείμενα με αντικείμενο τον έρωτα. Το διανοητικό αυτό πείραμα, δυστυχώς, δεν κράτησε, για πολύ, αφού σύντομα απέτυχε παταγωδώς• τα εν λόγω κείμενα είναι προφανώς αναρίθμητα (δόκιμα, νουβέλες, ποιήματα, θεατρικά κτλ.). Αν κάτι όμως, πραγματικά καταφέραμε μέσα από αυτόν τον διάλογο, αυτό δεν ήταν άλλο από την έγερση του παρακάτω διπλού ερωτήματος. Ποια είναι η σημασία του έρωτα -και κυρίως του ρομαντικού έρωτα- στη σημερινή μεταμοντέρνα κουλτούρα; Έχει κάποιο νόημα το “to fall in love” ή μήπως ο στερημένος ρίσκου, όπως τον χαρακτηρίζει ο Βεργέτης , “ντεκαφεινέ” έρωτας με νομικά “προφυλακτικά” είναι η σημερινή “πραγματικότητα”;

Ο Ιβάν Τουργκιένιεφ στην αυτοβιογραφική του νουβέλα που φέρει τον τίτλο ‘’Ο Πρώτος Έρωτας’’, περιγράφει τον δικό του πρώτο έρωτα και τη σχέση του πατέρα του με το ερώμενο πρόσωπο. Εκ πρώτης όψεως το βιβλίο έχει όλα τα χαρακτηριστικά του ρομαντικού έρωτα: η έντονη παρουσία της φύσης , το μοτίβο του ανεκπλήρωτου έρωτα, τα έντονα αισθήματα ζήλιας και φυσικά το θάνατο.

Μολονότι στην ιστορία της λογοτεχνίας έχουν υπάρξει πολλά τέτοια κείμενα- ο «Βέρθερος» του Γκαίτε είναι το κατεξοχήν κείμενο-ο Τουργκιένιεφ, αντιθέτως, μοιάζει σα να βρίσκεται ένα βήμα μετά το θάνατο του Βέρθερου. Μας δείχνει την οπτική του έρωτα μετά τη πτώση (fall), μετά την τυχαία στιγμή. Στον «Πρώτο έρωτα» ο θάνατος επέρχεται, κατά το δοκούν, αλλά αυτή τη φορά όχι στον ίδιο τον ήρωα• ο θάνατος επέρχεται στους πραγματικούς εραστές της νουβέλας, στους οποίους πάντως σίγουρα δεν ανήκει ο Βλαντιμίρ Πετρόβιτς, αφού στην ουσία ο έρωτάς του είναι μιμητικός (μιμείται τον έρωτα του πατέρα του για τη Ζηναΐδα).

Ο αφηγηματικός μίτος ξεδιπλώνεται, λαμβάνοντας ως αφορμή μια συζήτηση μεταξύ ανδρών για τον πρώτο έρωτα, κάτι που μας παραπέμπει ευθύς αμέσως στο πλατωνικό « Συμπόσιο». Αν και Ρώσος, ο Τουργκένιεφ έχει φύγει από τη Ρωσία και έχει γνωρίσει τη ρομαντική παράδοση που κρατάει από το Ιπποτικό μυθιστόρημα του 17ου αιώνα, την οποία και ενσωματώνει, εντέχνως, με έναν τρόπο που δεν παύει να απαντά στην ιδιαίτερη πατρίδα του. Η ιστορία της τέχνης, είναι μια ιστορία γεμάτη από αντιθέσεις. Το εκάστοτε καλλιτεχνικό ρεύμα στέκεται απέναντι στο άλλο επιβεβαιώνοντας ταυτόχρονα τον εαυτό του και την ετερότητά του. Η διαμάχη που μαίνεται στην εποχή του Τουργκιένιεφ δεν είναι άλλη από αυτή του ρομαντισμού με τον κλασικισμό. Ο συγγραφέας, χωρίς ποτέ να επιλέγει ξεκάθαρα ανάμεσα στα δύο, φαίνεται να κατανοεί την αντίθεση των δύο αυτών ρευμάτων, αξιοποιώντας πότε το ένα και πότε το άλλο. Ενώ αρχικά υιοθετεί τη θεματική του ρομαντισμού κρατά κάποια απόσταση από τα παραδοσιακά κλισέ. Το ζενίθ της αντίθεσης έγκειται στον τρόπο που συνδυάζεται η φόρμα με το περιεχόμενο. Όπως προανέφερα, η θεματική είναι ρομαντική. Ο Τουργκένιεφ όμως, σκόπιμα αποφεύγει τις εκφραστικές υπερβολές, δίνοντας ,αντίθετα, σημασία στη συμμετρία, στην ισορροπία της φόρμας και στην αισθητική μορφή.

Σε αντίθεση με τα ψυχογραφικά πορτρέτα του Ντοστογιέφσκι, ο Τουργκιένιεφ χρωματίζει με ψυχρά χρώματα μια ολόκληρη εποχή, δημιουργώντας μια αντίστιξη ανάμεσα στην αισθητική του “πραγματικά” ωραίου της ζωής και την ασχήμια που έρχεται να (από)-καλύψει η λογοτεχνική αλήθεια. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Μπέκετ εμπνέεται από τη νουβέλα και γράφει την δική του «πρώτη αγάπη». Η ποιητική του μηδενισμού που καταλογίζουν στον Μπέκετ είναι η ποιητική της επιμονής, της διάρκειας. Κοινά σημεία με τη νουβέλα του Τουργκιένιεφ δε βρίσκουμε τόσο στο ύφος, όσο στη θεματική (έρωτας, θάνατος, σχέση με πατέρα, ζήλεια, διαμεσολαβημένη ερωτική εμπειρία).

Ο Μπαντιού τονίζει τι είναι αυτό που τον ενδιαφέρει στη περί έρωτος αντίληψη του Μπέκετ: είναι η διάρκεια, η επιμονή του έρωτα πέρα από τη ρομαντική τυχαία ερωτική συνάντηση. Στις «Ευτυχισμένες μέρες» επιλέγει ένα γηραιό ζευγάρι που παρά την ένδεια του επιμένει στον έρωτα. « Τι ευτυχισμένες μέρες που ήταν» και όντως ήταν αφού υπήρχε ο έρωτας. Αυτό που βλέπει ο Μπαντιού στον Μπέκετ -και που εγώ με τη σειρά μου εντοπίζω και στα ‘’Γράμματα στη Νόρα’’- είναι αυτό που ονομάζει “Σκηνή των Δύο”. Είναι η εμπειρία του κόσμου με βάση τη διαφορά των δύο, η παγίωση της τυχαίας συνάντησης στο χρόνο.

Εδώ μπορεί να γίνει κατανοητή η “χρησιμότητα” του ρομαντικού έρωτα στην αντίληψη που έχει ο Μπαντιού για τον σύγχρονο έρωτα. Ο έρωτας του Μπαντιού δεν αρνείται τον ρομαντικό έρωτα αλλά τον εμπεριέχει και τον επανα-επινοεί στη διάρκεια του χρόνου. Δέχεται τη τραγική τυχαία ρομαντική συνάντηση, αλλά δε μένει στη σκηνοθεσία της συνάντησης, τον ενδιαφέρει η διάρκεια.

Με έναν τρόπο επιβεβαιώνει τον Πεσσόα, καθώς και τον Μπροχ ,μιας και ο έρωτας από τη μια συνιστά τη μορφή σκέψης που αποζητά Πεσσόα και από την άλλη φαίνεται πως χρειάζεται τη μεγαλοφυΐα που επιζητά ο Μπροχ. Επειδή ο έρωτας «δεν είναι μια δυνατότητα αλλά η διάβαση του αδυνάτου» . Ακολουθεί τους νόμους των χαοτικών φαινομένων του μεταμοντέρνου. Όπως σχολιάζει ευφυώς ο Δημήτρης Βεργέτης: “ο έρωτας είναι μια ρωγμή πάνω στο ναρκισσιστικό κέλυφος του Εγώ και πάνω στον αυτισμό της απόλαυσης”. Είναι αυτό που έρχεται να καλύψει το φανταστικό κενό της επαναλαμβανόμενης σεξουαλικής πράξης. Βρισκόμαστε αντιμέτωποι με τον αποδομημένο από τη σεξουαλικότητα έρωτα. Αυτό που μας καλεί ο Μπαντιού -μέσω του Ρεμπώ- να κάνουμε είναι να επανεφεύρουμε τον έρωτα. Γιατί μην ξεχνάμε, πως ο έρωτας είναι γιος της Πενίας και του Πόρου και «πρέπει να τον επινοήσουμε απ΄την αρχή, γνωστό αυτό».

Σε αυτή την επινόηση από την αρχή χρειαζόμαστε όλη τη ποιητική του έρωτα για να γεφυρώσουμε το κενό των υποκειμενικών απολαύσεων και να γνωρίσουμε τον έρωτα του Μπαντιού. Έτσι στη διάρκεια του χρόνου ανακαλύπτουμε εκ νέου βιβλία όπως “Ο πρώτος έρωτας” του Τουργκένιεφ. Μας δίνουν την ιστορική συνέχεια της ψηλάφησης του έρωτα και τεχνάσματα προς μελλοντική χρήση.

 

«Η εποχή των θαυμάτων» (αυτοβιογραφικά και άλλα)

Η εποχή της τζαζ, η χαμένη γενιά των Αμερικάνων λογοτεχνών, η δεκαετία του ’20. Μια δεκαετία που για πολλούς απαντούσε στη λέξη παράδεισος. Η γενιά των Ε.Ε.Κάμινγκς,  Ε. Χέμινγουεϊ, Β. Τόμσον και φυσικά του Σκοτ Φιτζέραλντ, κύριο εκπρόσωπο αυτής της γενιάς, που πρώτη η Γερτρούδη Στάιν αποκάλεσε « χαμένη γενιά». Ήταν αυτοί που έπεσαν στη παγίδα του χρόνου, αυτοί που έμειναν νέοι για μεγάλο διάστημα.

Ο προσωπικός μύθος του Φιτζέραλντ δομήθηκε, με τον από μικρή ηλικία αλκοολισμό του, τον ιδεαλισμό της εποχής του, το θάρρος και την απλότητα. Θαύμασε τον Χέμινγουεϊ, σε σημείο να τον θεωρεί «τη μόνη αυθεντική μεγαλοφυΐα της γενιάς του». Ο άμετρος αυτός θαυμασμός, πολλές φορές σε βάρος του δικού του ταλέντου, δε θα μπορούσε να μην έχει ψυχολογικά αίτια και την ανάλογη επίδραση στο έργο του.

b8437
Εκδόσεις Printa

Με το να εναποθέτει το ταλέντο μιας  γενιάς σε ένα άτομο, αυτόματα το στερούταν ο ίδιος, απάλλασσε τον εαυτό του από το ‘χρέος’ της δημιουργίας σπουδαίων έργων  (αυτά θα τα έκανε ο Έρνεστ) και έχοντας απωθήσει τις όποιες ενοχές, μπορούσε πλέον να στοχεύσει σε μια άλλη χρησιμοθηρική λογοτεχνία.

Όπως γράφει ο G. Westcott  «όχι μόνο έλεγε, αλλά νομίζω πραγματικά πίστευε πως ο Χέμινγουεϊ ήταν ασυναγώνιστος και πολύ σπουδαιότερος του. Από τη στιγμή που ο Χέμινγουεϊ άρχισε να δημοσιεύει, πολύ λίγη σημασία είχε ίσως, τι θα έγραφε ή τι θα παρέλειπε να γράψει ο ίδιος. Ένιωθε ελεύθερος να γράφει μόνο για τα χρήματα και να ζει για τη χαρά της ζωής, αν κάτι τέτοιο είναι δυνατόν»

Η αδυναμία να αναγνωρίσει το ταλέντο του σε καμία περίπτωση δε στερεί τη λογοτεχνική σημασία των μεγάλων του έργων. Μέχρι το θάνατό του στα σαράντα τέσσερα, δημοσίευσε τέσσερα μυθιστορήματα και πλήθος διηγημάτων. «Η εποχή των θαυμάτων», ένα βιβλίο με δύο μέρη. Το πρώτο αποτελείται από αυτοβιογραφικά κείμενα και το δεύτερο περιλαμβάνει πέντε εξαιρετικές νουβέλες.

Στα αυτοβιογραφικά κείμενα εγκλωβίζει φωτογραφικά, την εποχή της τζαζ, των δυνατών προβολέων και των φώτων που τρεμοπαίζουν στο σκοτάδι, την εποχή των ωραίων νέων προσώπων και αυτών που πιστεύουν  πως αυτή η γενιών των νέων, είναι μια ψευδής αντανάκλαση, τα  ¨κάποια¨ ιδανικά του όλο αντιθέσεις Αμερικάνικου ονείρου. «Ήταν μια εποχή θαυμάτων, μια εποχή τέχνης, ήταν μια εποχή υπερβολής, και ήταν μια εποχή σάτιρας». Μέχρι η τζαζ να εξασφαλίσει τη θέση που έχει σήμερα, σήμαινε πρώτα σεξ (είχε συνδεθεί με τη σεξουαλική απελευθέρωση), έπειτα χορό και τέλος μουσική, ταυτίστηκε με μια κατάσταση συνεχούς νευρικού ερεθισμού των μεγαλουπόλεων.

Ο πόλεμος σημάδεψε αυτή τη γενιά. Το 1917 ο Φιτζέραλντ κατατάχθηκε στον αμερικάνικο στρατό. Το απραγματοποίητο όνειρο του να βρεθεί στα χαρακώματα είναι διάχυτο στο έργο του. Έχει μια ρομαντική, ίσως ιδεαλιστική ιδέα του πολέμου και όπως τονίζει ο Westcott « πόλεμος δε σημαίνει μόνο να πεθαίνεις αλλά και να σκοτώνεις», μια λεπτομέρεια που μάλλον ο Φιτζέραλντ απωθούσε πεισματικά.

Τα αυτοβιογραφικά αυτά κείμενα, έχουν πολλές αναφορές λογοτεχνικών αριστουργημάτων της εποχής, Οδυσσέας 1921, Ο Σεΐχης 1922, Το πράσινο καπέλο 1924, Ο εραστής της Λαίδης Τσάττερλυ 1928. Μια σειρά μυθιστορημάτων που όπως φαίνεται «αποκατέστησαν την αξιοπρέπεια του αντρικού φύλου, σε αντίθεση με τον Αμερικάνικο υπερ-άντρα». Ο οποίος για τη Στάιν «Δεν είναι μια αρκετά μεγάλη παραγγελία ώστε να χωρέσει τις διαστάσεις όλων των σημασιών που είχε η λέξη ‘άντρας’ στο παρελθόν; Ακούς εκεί, ‘υπερ-άντρας’!»

Όταν ο Φρόυντ και ο Γιούνγκ αντίκρισαν το λιμάνι της Αμερικής είπαν «που να ήξεραν ότι τους φέρνουμε την πανούκλα». Πράγματι η ψυχανάλυση  επηρέασε άμεσα τον μέσο Αμερικάνο, σε διαστάσεις πανούκλας! «Τα αζήτητα κορίτσια.., διάβαζαν Φρόυντ και ο Γιούνγκ  αναζητώντας τη διανοητική τους ανταμοιβή και επέστρεφαν κλαίγοντας στην καθημερινή φθορά».

Η βία ήταν μια καθημερινή κατάσταση, άνθιζε μαζί με την οικονομία, ήταν ένα τόσο ‘καλό’ δείγμα της αστικής πραγματικότητας. Η μοναξιά και η απόγνωση συνόδευαν την κρίση ταυτότητας που είχε πάρει μαζικές διαστάσεις, «άρχισα να ουρλιάζω γιατί είχα κάθε τι που ήθελα και ήξερα πως δε θα είμαι ποτέ πια τόσο ευτυχισμένος».

Σταδιακά άρχισαν να αφήνουν στην άκρη το ρόλο του παρατηρητή, υιοθετούσαν μια παθητική τάση εκείνου που τον παρατηρούν, με πρόσχημα τη διατήρηση μιας ήδη χαμένης αθωότητας. Επικρατούσε μια γενική νεύρωση που οδηγούσε σταθερά στην  υστερία. Η εποχή της τζαζ είχε την ‘τύχη’  να αποδομήσει τα σταθερά σημεία της γενιάς του ’20. Σύμβολα μεταβάλλονταν σε αναμνήσεις και κοινοτοπίες.

Αυτοβιογραφούμενος  ο Φιτζέραλντ τολμάει να (ανα)βαπτιστεί ‘Σπατάλη’. Εύκολα συνδέουμε αυτή την (ανα)γέννηση με τη Νιτσεϊκή σπατάλη λόγου των καλλιτεχνών. Τη μοναδική σπατάλη της γλώσσας. Ήταν πράγματι μια γενιά που δοκίμαζε τα όρια της γλώσσας, τα έσπαγε και δημιουργούσε κάτι ποιοτικά νέο.

Ο Φιτζέραλντ μέσα σε μια νύχτα, τη στιγμή της δημοσίευσης του πρώτου του μυθιστορήματος, έγινε από ερασιτέχνης, συγγραφέας. Έζησε την πραγμάτωση του ονείρου, με ότι αυτό συνεπάγεται.

Ένα από τα κείμενα είναι το «The crack-up». Με αυτό ολοκληρώνει το τρίτο στάδιο του προσωπικού του ραγίσματος. Το πρώτο ήταν με το «Ο Μεγάλος Γκάτσμπυ» και το επόμενο με το «Τρυφερή είναι η νύχτα». Το ράγισμα ολοκληρώνεται σωρευτικά από πλήθος αιτιών. Χρόνια υπερ-κόπωση, οικονομικά προβλήματα, εμπορική αποτυχία, αλκοολισμός, η ψυχική ασθένεια της γυναίκας του. Γραμμένο σε εξομολογητικό τόνο το κείμενο προσέλκυσε πάλι το αναγνωστικό ενδιαφέρον, αμφισβητώντας το βάθος του ραγίσματος. Όπως λέει ο ίδιος «το ράγισμα είναι για αυτούς που στα σαράντα τους διαπιστώνουν ότι το καπέλο του ταχυδακτυλουργού ήταν άδειο».

Λένε πως ο Φιτζέραλντ ήταν ο Γκάτσμπυ, καταχρηστικά μπορούμε να πούμε πως «το ράγισμα» είναι η γενιά του ΄20, η εποχή της τζαζ. Με ύφος εύκολο, εξομολογητικό, σε προσωπικό τόνο πολλές φορές (χρήση α΄ ενικού), γοητευτική έκφραση χωρίς περιττές φιοριτούρες κατάφερε να αποδώσει τις αντιφάσεις των ‘πραγματικοτήτων’ της εποχής του.

«Ζαν Σαντέιγ»

Σε μια κατάσταση νωθρότητας που αγγίζει την απογοήτευση, ο Ζαν στην κοιλάδα ενός βουνού θυμάται τη θάλασσα. Η θάλασσα τον πάει σε μια άλλη εποχή, όπου μπορεί να χάνει χρόνο ονειροπολώντας. Παίρνει τον δρόμο του γυρισμού. Τώρα φαντάζει διαφορετικός. Αυτά που τον έπνιγαν πλέον δεν υπάρχουν, η μνήμη της θάλασσας ξέπλυνε το βάρος από τους ώμους του. Σχεδόν ανυπομονεί να γυρίσει. Περνάει από τις αφηρημένες ονειροπολήσεις μιας “άλλης πραγματικότητας”, στις  υλικές απολαύσεις των ονειροπολήσεων αυτών. Βρίσκεται σε έναν χωρίς τέλος διάλογο με τη μνήμη, πατώντας απαλά πάνω της, μπορεί να βιώσει τις απολαύσεις της “πραγματικότητας”.

Με την παραμικρή βία μπορούν όλα να διαλυθούν, μια παρατήρηση της μητέρας του, ή μια φωνή του πατέρα του, εύκολα τον ρίχνουν στην πεζότητα της πραγματικότητας.  Στην πρώτη αυτή ανάμνηση τονίζεται η τομή διάκρισης ανάμεσα στους ανθρώπους και τα πράματα. Οι άνθρωποι λειτουργούν αυτιστικά . Επικοινωνούν ο ένας στον άλλον ό,τι πιο βαρετό και κοινό έχουν. Ο άνθρωπος ανήκει στο πεπερασμένο. Πράγματα υπήρχαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν, πριν και μετά από αυτόν, αυτά κρατούν κάτι από εμάς . Με βάση αυτή τη διάκριση θα κατανοήσουμε γιατί τα πράγματα και όχι οι άνθρωποι λειτουργούν ως εφαλτήρια της μνήμης.

Απροσδιόριστα στο χρόνο ο Ζαν βρίσκεται στη θάλασσα του Βορρά, ταξιδεύοντας φτάνει στις ακτές της Βαλτικής. Βλέπει τη θάλασσα να ανεβαίνει στην άμμο «με πολύ μικρά μαργαριταρένια κύματα». Μια άγνωστη θάλασσα, ένα άγνωστο μέρος. Τα κύματα όμως του ήταν γνωστά. Ήταν τα ίδια αυτά κύματα που του ήταν τόσο οικεία, τα κύματα της Μάγχης. Τα ίδια κύματα θα μπορούσαν να αφρίζουν και να σκάνε πάνω σε οποιονδήποτε βράχο ή ακροθαλασσιά. Και θα ήταν πάλι τα ίδια κύματα, κουβαλώντας πάνω τους σαν στολίδι την ίδια ανάμνηση. Αυτήν η ανάμνηση που θα διατηρηθεί και μετά τον Ζαν.

Ο μοναδικός δρόμος προς την “αλήθεια”, είναι αυτός της φαντασίας. Ο παραμυθένιος κόσμος των αναμνήσεων, αγγίζει την τάξη του “πραγματικού”. Όταν ο Μπόρχες γράφει «Δεν υπάρχουν παράδεισοι, άλλοι από τους χαμένους παραδείσους.», εύκολα αναγνωρίζουμε τα λόγια του Προυστ. Αναγάγει τον “παράδεισο” σε έναν χαμένο χρόνο, με τον οποίο επικοινωνούμε μέσω της μνήμης και της φαντασίας.

Στο τρίτο κείμενο ο Ζαν βρίσκεται στη λίμνη της Γενεύης. Ανάμεσα σε αυτόν που την αντικρίζει σήμερα και αυτόν που την έβλεπε τότε, υπάρχει κάτι άλλο, μέσα σε αυτό το χώρο πλανάται η φαντασία. Η λίμνη πλέον χάνει την υπόσταση της ως τέτοια. Τώρα είναι η εικόνα «μιας ζωής βιωμένης καιρό τώρα». Προσωποποιεί και νοηματοδοτεί τη φαντασία την τοποθετεί «γύρω από ένα παρελθόν, όταν αυτό βρίσκεται εγκλωβισμένο σε ένα παρόν». Θέλει να αφήσει τη μνήμη να ανασύρει εικόνες από το ασυνείδητο και συνειρμικά να (ανα)κατασκευάσει το παρελθόν.

Ο Ζαν «χρειαζόταν την ανάμνηση, όχι ακριβώς την ανάμνηση αλλά τη μετάλλαξη της ανάμνησης σε μια άμεσα αισθητή πραγματικότητα». Μέσω αυτής δίνεται η αίσθηση πως αυτό που κάποτε είχε βιωθεί ζει ακόμα και συνεχίζει παράδοξα να υπάρχει. Παρελθόν και παρόν βρίσκονται σε μια συνεχή διάδραση, που δημιουργεί κάτι ποιοτικά νέο, έξω από τον χρόνο, ένα “νόημα” βουτηγμένο  στη φαντασία.

«Αλλά αυτές οι στιγμές μιας χαμένης εκ των προτέρων ευτυχίας γίνονται όλο και πιο σύντομες, όλο και πιο σπάνιες». Στο τέταρτο κείμενο αντιμετωπίζεται η φθορά του έρωτα. Η μουσική φράση της σονάτας του Σαιν-Σανς παίζει ξανά και ξανά τα χρόνια του έρωτα του Ζαν. Δέκα χρόνια μετά το τέλος του έρωτά του, ο Ζαν θα ακούσει την ίδια μουσική φράση. Η φράση διήρκεσε περισσότερο. Είχε ακούσει, είχε κρατήσει σιωπές και εξάρσεις. Τον μετέφερε πίσω. Δεν του θύμισε τη Φρανσουάζ, αλλά όλα τα μέρη στα οποία του είχε παίξει αυτή τη μουσική φράση. Μέσα σε όλα αυτά δε βρήκε πουθενά την επιθυμία να αγαπήσει ξανά.

Αυτά ήταν τέσσερα κείμενα του Ζαν Σαντέιγ, καλύτερα τέσσερεις αναμνήσεις του Ζαν Σαντέιγ. Ο Μαρσέλ Προυστ βυθίζει τον αφηγητή του στη σύγχυση των αναμνήσεων, εμφανίζει φευγαλέες σκέψεις, αληθινές απολαύσεις και προσπαθεί να κατανοήσει τη ζωή. Αν πούμε πως η πρώτη εμπειρία της ζωής είναι αυτή κατά τον Ηράκλειτο που προσπαθούμε να την αδράξουμε και να τη ζήσουμε, τότε η δεύτερη είναι αυτή που μας επιβάλει να την (ξανα)ζήσουμε μέσω της φαντασίας και της τέχνης. Έτσι δημιουργείται προσωπική και διαχρονική χροιά της ζωής.

Ο Προυστ ασχολήθηκε με το «Ζαν Σαντέιγ» από το 1895 μέχρι το 1900, από αυτό άντλησε και βασικές ιδέες, τοπία, καταστάσεις, ακόμα και ολόκληρη ανάπτυξη θεμάτων που βρίσκουμε στο «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο», ένα βιβλίο που έχει χαρακτηριστεί ως ένα από τα σημαντικότερα του 20ου αιώνα. Όπως λέει και η Λητώ Ιωακειμίδου «ενώ η συμβατική μνήμη κατά τον Προύστ , αγνοεί τις αισθήσεις, εδώ ένα οπτικό ερέθισμα, φέρνει στο φώς έναν ολόκληρο κόσμο, γιατί τον εμπεριέχει ήδη». Όπως τα σύγχρονα μυθιστορήματα έτσι και αυτό πραγματεύεται το χρόνο. Όχι το χρόνο που βρίσκουμε στις παλιές επιστήμες, τον κυκλικό αντιστρέψιμο χρόνο, αλλά το χρόνο κατά τον Μπερξόν βασιζόμενο στη μη αντιστρεψιμότητα, ένα χρόνο ποιοτικά νέο.

Το ύφος που βρίσκουμε στο «Ζαν Σαντέιγ» είναι αντιπροσωπευτικό του συγγραφέα και συμβάλει στην ολοκλήρωση του συγγραφικού του στόχου. Οι άκρως ποιητικές περιγραφές μεταφέρουν τον αναγνώστη στις εικόνες της μνήμης και σε όλους τους τόπους του Ζαν Σαντέιγ.

«Η μικρή Μπιζού»

Ένας αφηγητής που αφηγείται τις μνήμες μιας αφηγήτριας που θυμάται, μπλεγμένος χωροχρόνος, με απρόοπτες αλλαγές που σε μεταφέρουν από τη μνήμη στο παρόν και από το παρόν σε ένα κατασκευασμένο παρελθόν. Με φόντο το ημίφως του Παρισιού, τις αποβάθρες των τρένων, τα καφέ και τους τηλεφωνικούς θαλάμους, ο Πατρίκ Μοντιανό σκηνογραφεί ένα άψογο μυθιστόρημα.

Ο χρόνος της αφήγησης παραμένει πάντα άγνωστος, ποτέ δε δηλώνεται ξεκάθαρα, αφήνει ίχνη που επιτρέπουν στον αναγνώστη να τον ψηλαφίσει. Ο δεύτερος χρόνος, αυτός της δράσης, ο χρόνος που η μικρή Μπιζού συναντάει πρόσωπα και αναδομεί το παρελθόν. Έπειτα ο χρόνος της μνήμης, τότε που η Τερέζα έγινε η μικρή Μπιζού, η εποχή του κατεχόμενου Παρισιού.

Ένας συνεχής κύκλος, επαναλαμβάνει την ιστορία της μικρής Μπιζού (μέσα από το κοριτσάκι που ζει στο Δάσος της Βουλώνης). Θυμάται και (ανα)κατασκευάζει το δικό της παρελθόν. Κάνει μια επιστροφή στο παρελθόν περιφρονώντας τη διαδικασία επούλωσης τραυμάτων, τις περισσότερες φορές απλώς ανακαλύπτει καινούρια, βρίσκει έναν τρόπο εντοπισμών τους.

Είναι ακόμα το παιδί που περιμένει έξω από μια πόρτα, κλαίει απαρηγόρητο για κάτι που ξέχασαν να του εξηγήσουν, για το “γιατί” που δεν άκουσε ποτέ. Ένα παιδί που ακολουθεί μια γυναίκα με ένα κίτρινο φόρεμα, τη γυναίκα που του θυμίζει τη μητέρα του. Πλάθει τη στιγμή της συνάντησης, δημιουργεί τους διαλόγους και αφηγείται το παρελθόν.

Τη βλέπει πίσω από το τζάμι του τηλεφωνικού θαλάμου, φαντάζεται την φωνή της, ο ήχος ποτέ δε φτάνει στ’ αφτιά της, κυριαρχεί η σιωπή. Η ομιλία χάνεται στο ακουστικό του τηλεφώνου, παραμορφώνεται από το μέσο αλλά σε αυτή φτάνει μόνο η σιωπή μπροστά από το τζάμι.

Πίσω από τις αλλαγές του χρόνου, η ιστορία ακολουθεί έναν σταθερό κύκλο που βυθίζει τον αναγνώστη σε μια κατάσταση συνεχούς ανησυχίας, έναν φόβο για το φόβο, είναι ένας noir εφιάλτης, όπου το μόνο θύμα είναι αυτό που η μικρή Μπιζού προσπαθεί να κάνει στη μικρή Μπιζού.

Λίγο πριν κλείσει ο κύκλος -σπάει- ο χρόνος διαλύεται, παράγει. Κλίνει με την (ανα)γέννηση. Τοποθετεί την Τερέζα στην αρχή μιας τελείως διαφορετικής πορείας ενός ποιοτικά νέου χρόνου, ανεξάρτητο του προηγούμενου.

Η μνημοτεχνική είναι κύριο χαρακτηριστικό της γραφής του Μοντιανό. Η νοσταλγία στα βιβλία του εμφανίζεται ως μορφή μελαγχολίας. Η ατμόσφαιρα του κειμένου του είναι σχεδόν μεθυστική και η γραφή του σε πολλά σημεία ξεπερνάει τα όρια του πεζού λόγου και συνθέτει ποιητικές εικόνες.

Στο τέλος του βιβλίου υποπτεύομαι πως ο αναγνώστης θα έχει μια ικανοποιητική εξήγηση γιατί η Σουηδική ακαδημία επέλεξε να τιμήσει το 2014 τον Πατρίκ Μοντιανό με το βραβείο Νόμπελ. Ο εβδομηντάχρονος συγγραφέας μέχρι τότε παρέμενε άγνωστος στο αγγλόφωνο κοινό. Δεν έπαυε όμως να έχει πιστούς αναγνώστες και να θεωρείται δίκαια ένας από τους σημαντικότερους Γάλλους συγγραφείς. Είναι ένας δραστήριος συγγραφέας, το πρώτο του έργο το ολοκλήρωσε στα 23 και μέχρι σήμερα έχει γράψει 30 βιβλία εκ των οποίων τα 10 έχουν μεταφραστεί στα Ελληνικά.

«Κήποι από φως»: Η ζωή του Μάνη

«Τούτο το βιβλίο είναι αφιερωμένο στο Μάνη. Τη ζωή του θέλησε ν’ αφηγηθεί ή ό,τι  μπορεί κανείς να μαντέψει ακόμα από τη ζωή του, ύστερα από τόσους αιώνες ψεύδους και λησμονιάς». Αυτά είναι τα λόγια του ίδιου του συγγραφέα στο τέλος του βιβλίου του. Ο Αμίν Μααλούφ προσπαθεί με την πένα του, να ξεδιαλύνει αιώνες μύθων και ψεμάτων και να μας παρουσιάσει τη ζωή του Μάνη.

Με ύφος σχεδόν παραμυθιού μας μεταφέρει στην Κτησιφώντα, σε ένα φοινικόδασος δίπλα στα νερά του Τίγρη, στη Δέβ. Γνωρίζουμε τον Αρταξέρξη, τον εγγονό του Ορμίσδα και το γιό του Σαπώρ, ο οποίος θα γίνει αυτοκράτορας μετά τον θάνατο του Αρταξέρξη και θα λάβει σημαντικό ρόλο στη εξέλιξη της ζωής του Μάνη.

Ο Μάνης γιός του Παττίγκ γόνος Παρθικής αριστοκρατίας θα μεγαλώσει δίπλα στον Τίγρη μαζί με τους Ασπροντυμένους. Ποτέ δε θα γίνει όμως ένας από αυτούς. Όταν θα φύγει, τον ακολουθεί ο πατέρας του και γίνετε ο πιο πιστός μαθητής του. Η ιστορία του Μάνη, του γιού της Βαβυλώνας, ενός ζωγράφου, ενός γιατρού, ενός προφήτη αρχίζει στα πρώτα βήματα της Χριστιανικής εποχής. Περίπου δύο αιώνες μετά το θάνατο του Ιησού.

Εκείνη την εποχή, λίγοι πίστευαν σε ένα μόνο είδωλο και στην Περσική αυτοκρατορία οι θρησκείες ήταν δεκάδες. Ο γιατρός της Βαβυλώνας δεν καταδίκασε καμία, δίδασκε στους ανθρώπους την ισότητα, την αγάπη για το ωραίο, τις τέχνες και τα γράμματα. Τόνιζε πως όποιος τον ακολουθήσει. μπορεί να συνεχίσει να πιστεύει στο Θεό του.

Ο Αμίν Μααλούφ στις σελίδες του βιβλίου του μας καθιστά εύκολα, κατανοητά, δύσκολα νοήματα και γεγονότα. Το έργο του μεταφρασμένο σε 37 γλώσσες φωτίζει εποχές παλιές και ξεχασμένες. Ο ίδιος έχει γράψει πολλά αξιόλογα βιβλία μεγάλο μέρος των οποίων έγινε αμέσως μπεστ-σέλλερ.

Μέσα στο βιβλίο «Κήποι από φως» γνωρίζουμε τον Μάνη και τον ΜανιχαΪσμό, τους διωγμούς, τη ζωή του και τέλος τα βασανιστήρια και το θάνατό του. Χωρίς να προσβάλει καμία θρησκεία, χωρίς να προτείνει κανένα Θεό οδηγήθηκε στο θάνατο, γιατί απλά το όραμα του ήταν ανθρωπιστικό και τολμηρό για τα δεδομένα της εποχής.

«Ο Ηλίθιος»: Ο απόλυτος καλός άνθρωπος της εποχής του

Πόσο εύκολο μας είναι να χαρακτηρίσουμε κάποιον “ηλίθιο”, απλά και μόνο επειδή δε σκέπτεται ή δε δρα όπως εμείς; Ακόμα χειρότερα επειδή δεν είναι όπως εμείς, νομίζουμε ότι θα έπρεπε; Στη μακρά διάρκεια της ιστορίας οι ιδιαίτεροι άνθρωποι έχουν αντιμετωπιστεί με διαφορετικό, σκληρό και άσχημο τρόπο.

Ένας τέτοιος άνθρωπος είναι και ο ήρωας του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι στον «Ο Ηλίθιος». Ο αγαθός πρίγκιπας Μίσκιν είναι πολύ έξυπνος με περίσσια ευαισθησία. Ο Μίσκιν ενσαρκώνει τον τέλεια καλό και δίκαιο άνθρωπο της εποχής του, ο οποίος παραμένει δίκαιος στην αδικία, δε θυμώνει με τους άλλους, συγχωρεί χωρίς δεύτερη σκέψη και αγαπά τους ανθρώπους, πόσο μάλλον τα παιδιά (ο ίδιος ομολογεί πως είναι ένα παιδί). Μια τέτοια προσωπικότητα για να παραμείνει έτσι μέσα στην διαφθορά και την αδικία δεν θα μπορούσε παρά να ήταν “ηλίθιος”.

Ο ήρωας μας επιστρέφει από την Ελβετία, όπου είχε πάει για να γιατρέψει την ασθένεια του (ήταν ηλίθιος). Βρίσκεται στη Ρωσία και σύντομα γνωρίζει το στρατηγό Ιβάν Φιοντόροβιτς και την οικογένεια του. Ερωτεύεται την Ναστάζια Φιλίποβνα, που μόνο αυτός διακρίνει την θλίψη στο βλέμμα της και την αγαπά, όπως θα αγαπούσε κανείς ένα μικρό παιδί.

Η ιστορία εξελίσσεται με τέτοιον τρόπο, που η Ναστάζια αφήνει τον πρίγκιπα και εκείνος συνειδητοποιεί τον έρωτα του για την Αγλαΐα Ιβάνοβα κόρη του στρατηγού. Όπως ομολογεί και ο ίδιος, αγαπά και τις δυο αυτές διαφορετικές γυναίκες, με διαφορετικό τρόπο βέβαια την κάθε μια.

«Ο Ηλίθιος» είναι ένα από τα πιο πολυδιαβασμένα βιβλία και μεταφρασμένο σε δεκάδες γλώσσες. Είναι διαχρονικό με πλούσια νοήματα, το περιεχόμενό του είναι κοινωνικό, πολιτικό και θρησκευτικό πολλές φορές δε λείπουν και οι αναφορές για πολλά από τα γεγονότα που σημάδεψαν την τότε Ρωσία. Ο Ντοστογιέφσκι ψυχογραφεί σε βάθος τους ήρωες του, ξεδιπλώνοντας όλες τις πτυχές του χαρακτήρα τους. Εύλογα διαπιστώνουμε, πως δεν τον είχε χαρακτηρίσει άδικα ο Νίτσε ως τον καλύτερο ψυχογράφο.

Το βιβλίο έχει πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία. Ο συγγραφέας, όπως και ο ήρωάς του, ήταν επιληπτικοί. Επίσης, ένα θέμα που πραγματεύεται το βιβλίο, είναι αυτά που νιώθει ο μελλοθάνατος, όταν ξέρει ότι θα πεθάνει και ο Ντοστογιέφσκι είχε καταδικαστεί σε θάνατο και τελευταία στιγμή έλαβε χάρη. Τέλος, όπως λέει και ο ίδιος στο βιβλίο του, προσπαθεί να ανακαλύψει αποχρώσεις με ενδιαφέρον και αποκαλυπτική δύναμη ακόμα και στα “συνηθισμένα” πρόσωπα του έργου του. Κάτι που όπως βλέπουμε το πετυχαίνει άριστα. Όλα αυτά τα γνωρίσματα καθιστούν τον «Ηλίθιο» ένα από τα καλύτερα έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

«Μια ημέρα του Ιβάν Ντενίσοβιτς»: Το Νόμπελ που τάραξε τα λιμνάζοντα ύδατα της Σοβιετικής Ένωσης

Πώς μπορούν να λείπουν από τις βιβλιοθήκες των αναγνωστών τα Νόμπελ; Ένα από αυτά είναι το «Μια ημέρα του Ιβάν Ντενίσοβιτς» του Αλεξάντερ Σολζενίτσιν, το οποίο τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ το 1970. Είναι το πρώτο βιβλίο του συγγραφέα, που με αυτό έγινε παγκόσμια γνωστός.

Πρόκειται για ένα ημιαυτοβιογραφικό μυθιστόρημα καθώς και ο συγγραφέας ήταν 8 χρόνια σε στρατόπεδο εργασίας. Εκδόθηκε με την άδεια του ίδιου του Χρουστσόφ, δεν εκτίμησε όμως σωστά τον κίνδυνο που εγκυμονούσε η έκδοσή του. Οι αναγνώστες έσπευσαν να το προμηθευτούν, γιατί κατάλαβαν, πως σε λίγο καιρό θα απαγορευόταν η κυκλοφορία του.

Μέσα από το βιβλίο έγιναν γνωστές οι συνθήκες που επικρατούσαν στα στρατόπεδα εργασίας, που δεν μπορούσαν να χαρακτηριστούν παρά ως απάνθρωπες. Επίσης, έτσι δόθηκε βήμα σε όλους τους νεκρούς των Σταλινικών στρατοπέδων. Ο Α. Σολζενίτσιν, παρόλο που είναι πολιτικός συγγραφέας τα έργα του δε χάνουν τη λογοτεχνική τους αξία. Πολλοί τον παρομοίασαν με τον Ντοστογιέφσκι, αλλά μάλλον είχε περισσότερα κοινά με τον Τολστόι. Εμπλούτισε τη Ρώσικη γλώσσα και ώθησε άψογα τη λογοτεχνία.

Στο βιβλίο καταγράφεται αναλυτικά μια από τις ημέρες που πέρασε ο Ιβάν Ντενίσοβιτς ή Σουκώβ μέσα σε ένα ειδικό στρατόπεδο εργασίας. Ο Σουκώβ στο στρατόπεδο όπου βρέθηκε με την κατηγορία της προδοσίας, προσπαθεί να διατηρήσει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, κερδίζοντας έτσι την εσωτερική του ελευθερία. Η απανθρωπιά που χαρακτήριζε το σύστημα είναι φανερή στο έργο. Για αυτό και όταν βγήκε στη δημοσιότητα έφερε αμηχανία στους κομμουνιστές ανά τον κόσμο.

Ο Α. Σολζενίτσιν αντιδρά απέναντι στην ανελευθερία και στην δικτατορία του Στάλιν που προφανώς καμία σχέση δεν είχε με αυτήν που προλεταριάτου, η πολιτική του σκέψη και άποψη χρωματίζουν ολόκληρο το ανάγνωσμα.

Πέρα του ότι το βιβλίο είναι ένα σπουδαίο έργο τέχνης και ρίχνει φως σε μια εποχή, για την οποία επικρατούσε μεγάλη παραφιλολογία και ακόμα μεγαλύτερη άγνοια, το βιβλίο μας εντυπωσιάζει και για άλλα, πολύ πιο απλά πράγματα, τα οποία γεννούν εύλογους προβληματισμούς.

Το πιο απλό πράγμα για εμάς, το οποίο θεωρούμε και δεδομένο είναι το φαγητό που μάλλον δεν το εκτιμούμε όσο θα έπρεπε. Ο Ιβάν Ντενίσοβιτς μέσα στο στρατόπεδο έμαθε την αξία που έχει ένα γεύμα και δεν κάνουμε λόγο βέβαια για γκουρμέ πιάτα ή απολαυστικές μερίδες, αλλά για νερόσουπες με λίγη βρώμη και 200 γρ. ψωμί. Η ώρα του φαγητού ήταν η μόνη στιγμή που ένιωθε χαρούμενος και ότι μπορούσε να αντέξει όχι τα δικά μας καθημερινά προβλήματα αλλά πράγματα που αν τα σκεφτούμε τώρα μας φαίνονται αφύσικα και αποτρόπαια. Τότε μόνο ένιωθε ελεύθερος περισσότερο από την εποχή που ήταν πραγματικά ελεύθερος!

«Στο δρόμο»: Όταν το ταξίδι παύει να έχει προορισμό

Ένα βιβλίο που περιγράφει μια γενιά συγγραφέων, μια γενιά ανθρώπων, την γενιά μιας καινούριας κουλτούρας. Για να γίνει κατανοητό το βιβλίο «Στο δρόμο» του Τζακ Κέρουακ , χρειάζεται πρώτα να γίνει κατανοητό το ιδεολογικό περιεχόμενο του βιβλίου και μερικά στοιχεία της προσωπικότητας του Κέρουακ, καθώς και της ομήγυρής  του. Ο Τζακ Κέρουακ είναι Αμερικάνος λογοτέχνης και ένας από τους κυριότερους εκπροσώπους της γενιάς μπιτ του 50΄.

Φοίτησε στο Κολούμπια αλλά δεν ολοκλήρωσε ποτέ τις σπουδές του, εκεί ήρθε σε επαφή με αρκετά από τα μέλη της μπιτ γενιάς. Ο Κέρουακ υπήρξε και αυτός, που έδωσε το όνομα σε αυτήν την ομάδα συγγραφέων, «για να περιγράψει τους φίλους του και γενικά τη γενιά του ως ψυχικά κουρασμένη με τη ζωή και τον κόσμο, έχοντας ένα αίσθημα «ήττας» (beatness), εισάγοντας ουσιαστικά πρώτη φορά τον όρο beat generation». Η φράση όμως έγινε γνωστή από τον Κλέλλον Χόλμς, όταν έγραψε για τους Νιού Γιόρκ Τάιμς .

Αυτή η γενιά όμως έχει και μια άλλη όψη, όπως εξήγησε ο ίδιος ο συγγραφέας «περιγράφοντας τη γενιά ως μπιτ προσπαθούσε να συλλάβει τη μυστική αγιότητα των κατατρεγμένων». Η εποχή έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση των συνειδήσεων αυτής της παρέας (Μπαρόουλ, Γκίνσμπεργκ, Κέρουακ κτλ), που κατάφερε να γίνει ολόκληρο λογοτεχνικό είδος. Ενηλικιώθηκαν κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου, έζησαν σε μια εποχή που το Αμερικάνικο όνειρο κυριαρχούσε, όλοι αγωνίζονταν για να αποκτήσουν αγαθά και περιττή πολυτέλεια.

Απέναντι σε όλα αυτά απαντούν με μια ζωή που φαντάζει μποέμικη, έναν εναλλακτικό τρόπο ζωής χωρίς τίποτα περιττό, έχοντας την φτώχεια ως επιλογή και την περιπλάνηση ως διέξοδο, ψάχνοντας έντονες στιγμές, αληθινές συγκινήσεις και δημιουργία. Ήθελαν να ζήσουν και να κατανοήσουν τον κόσμο, αναζητούσαν την ελευθερία καταδικάζοντας τις συμβάσεις και τα βολέματα.

11216044_756276841156925_1372608947_n

Επίσης ο όρος μπιτ συνδέεται και με το ρυθμό της τζαζ μουσικής, την οποία λάτρευε και ο Κέρουακ. Θεωρείται πως αυτή η γενιά άσκησε επιρροή στα κινήματα των χίπις και των πανκ που ακολούθησαν.

Ο Κέρουακ ταξίδεψε σχεδόν σε όλη την Αμερική και το Μεξικό είτε με οτοστόπ, είτε με τον Νηλ Κάσαντι για συνεπιβάτη. Το ταξίδι αυτό έγινε και η βάση για να γράψει το  μυθιστόρημα «Στο δρόμο». Στο ημερολόγιό του γράφει για το βιβλίο, « Έχω άλλο ένα μυθιστόρημα στο μυαλό μου και δε σταματώ να το σκέφτομαι: δύο τύποι κάνουν οτοστόπ για την Καλιφόρνια ψάχνοντας για κάτι που τελικά δε βρίσκουν και χάνουν τους εαυτούς τους στον δρόμο, ελπίζοντας για κάτι άλλο».

Χαρακτηριστικό του βιβλίου είναι ο τρόπος γραφής του. Γράφτηκε σε μόλις 3 βδομάδες. Ο Κέρουακ γράφει λες και θέλει να καταργήσει τη γραφή, υπερασπίζοντας ακόμα και με αυτόν τον τρόπο τις ενάντια στον καθωσπρεπισμό αντιλήψεις της γενιάς του. Έχει φτωχό λεξιλόγιο, ασύντακτο λόγο, απουσία στίξης, έναν μοναδικό αυθορμητισμό και υποκειμενισμό, «απόταξε την λογοτεχνική, γραμματική και συντακτική αναστολή, σύνθεσε άγρια, ανυπότακτα, αγνά, να έρχεται από χαμηλά, όσο πιο τρελά τόσο το καλύτερο».

Το βιβλίο έχει ζωντανές περιγραφές, έντονο ιδεολογικό περιεχόμενο και το χαρακτηρίζει μια έλλειψη σκοπού και αιτίας, στις σελίδες του βρίσκουμε από τις τελειότερες περιγραφές της τζαζ της αγγλόφωνης  λογοτεχνίας, όπως και μαγευτικές περιγραφές τοπίων. Ο Σαλ (Τζακ Κέρουακ) μαζί με τον Ντην Μόριαρτι (Νηλ Κάσαντι), βρίσκονται σε ένα συνεχές ταξίδι πρώτα στο Ντένβερ μετά στο Σαν Φρανσίσκο, πάνε στο Λος Άντζελες  και καταλήγουν στο Μεξικό, για να συνεχίσουν πάλι από εκεί τη συνεχή πορεία τους σε ολόκληρη την Αμερική.

Είναι δύο πρωταγωνιστές σε συνεχή κίνηση, που ζουν έντονα, δύο ήρωες που φλέγονται να βρεθούν στο δρόμο. Γιατί, «ελευθερία δε σημαίνει μόνο να φεύγεις, αλλά να μην θέλεις να ξέρεις που πηγαίνεις».

«Η Μάνα»: Όλες οι γυναίκες σε ένα πρόσωπο

‘’Μάνα’’ μια λέξη στην οποία αποτυπώνονται τόσες έννοιες. Έχει παρουσιαστεί ως θεά (η μητέρα γη), έχει γεννήσει και έχει μεγαλώσει παιδιά, φροντίζει και νοιάζεται για όλους και για όλα. Μέσα σε αυτή τη λέξη μετουσιώνονται οι γυναίκες ανά τον κόσμο. Για αυτό η Περλ Μπακ δε δίνει όνομα στη ‘’Μάνα’’, κάθε γυναίκα έτσι μπορεί να ταυτιστεί μαζί της.

«Η Μάνα» ένα από τα αριστουργήματα παγκόσμιας λογοτεχνίας, έχει γίνει σύμβολο μητρότητας. Η υπόθεση διαδραματίζεται στην Κίνα, ένα τόπο που η συγγραφέας γνώριζε καλά, καθώς εκεί είχε μεγαλώσει. Έτσι μας δίνει ρεαλιστικά  αποτυπωμένες και αληθινές εικόνες για την εποχή και τη ζωή των χωρικών της Κίνας του 20ου αιώνα.

Μας γνωστοποιεί με αυτό τον τρόπο τις αντιλήψεις που επικρατούσαν. Οι ζωντανοί της ήρωες, της χάρισαν μεγάλη εκδοτική επιτυχία. Η Μπακ καθιστά με ευκολία τους αναγνώστες συμπάσχοντες στους ήρωές της. Η ίδια δεν εκφράζει τη δική της άποψη για τα γεγονότα και αρκείται στο να τα παραθέτει.

Η ‘’Μάνα’’ της Περλ Μπακ είναι ικανοποιημένη με όσα έχει, τα οποία είναι ομολογουμένως λίγα, σχεδόν τα απαραίτητα. Ξυπνάει κάθε μέρα, χαρούμενη που θα ταΐσει τα ζώα, θα πάει στα χωράφια και θα φροντίσει την οικογένειά της, παίρνοντας χαρά από τη δουλειά και από τα παιδιά που γεννάει.

Οι Θεοί όμως, μάλλον ζήλεψαν την ευτυχία της και της στέρησαν τη μια χαρά μετά την άλλη. Ο άντρας της, τον οποίο λάτρευε θα την εγκαταλείψει, αφήνοντας την να τα βγάλει πέρα μόνη της με τρία παιδιά και τη μητέρα του. Η κόρη της θα τυφλωθεί και το μικρό της αγόρι θα το σκοτώσουν εξαιτίας της κουμμουνιστικής του δράσης.

Ακόμα και στο τέλος αυτή η γυναίκα εκτιμά τα δώρα της φύσης και βρίσκει παρηγοριά σε κάθε της δυσκολία. Πόσοι άνθρωποι έχουμε το μεγαλείο να αντλούμε χαρά από το τίποτα; Να μην ποθούμε ότι δεν έχουμε και να είμαστε ευτυχισμένοι για αυτά που έχουμε;

Αυτή η γυναίκα ξεσπά μετά από όσα πέρασε: «Μήπως οι λύπες δεν εξιλεώνουν; Ναι ήμουν γεμάτη θλίψη σε όλη μου τη ζωή, πάντα φτωχή με όλες μου τις λύπες. Όμως οι θεοί δεν ξέρουν από δικαιοσύνη». Ακόμα όμως και μετά από αυτά βρίσκει πάλι τη χαρά στη γέννηση του εγγονού της.

«Πως ο Γούντι Άλεν μπορεί να αλλάξει τη ζωή σου»: Ανάλυση μέσω του σινεμά

Όλοι λίγο πολύ έχουμε δει ταινίες του Γούντι Άλεν, μερικοί τον μισούν και τον ψέγουν για την προσωπική του ζωή, άλλοι τον λατρεύουν και θεωρούν την προσωπική ζωή, «προσωπική» υπόθεση του καθενός. Είναι από τους πιο δημιουργικούς Νεοϋορκέζους σκηνοθέτες-ηθοποιούς, μέχρι τώρα έχει κάνει 50 ταινίες, ενώ η 51η έχει ημερομηνία εξόδου τις αρχές Ιουλίου. Χαρακτηριστικά του Άλεν το καυστικό χιούμορ, οι έξυπνες ατάκες και οι νευρωτικοί χαρακτήρες.

Ο Έρικ Βαρτζμπέντ, διδάκτορας ψυχολογίας και ψυχοθεραπευτής αναλυτικής κατεύθυνσης, αποφάσισε να γράψει ένα βιβλίο, επηρεασμένος από τις ταινίες του σκηνοθέτη, «Πως ο Γούντι Άλεν μπορεί να αλλάξει τη ζωή σου». Το βιβλίο το χωρίζει σε δύο μέρη. Στο πρώτο μέρος παρουσιάζει πως ο Άλεν άλλαξε τη δική του ζωή, συγκεκριμένα πως βλέποντας την ταινία «Άλλη γυναίκα» επηρεάστηκε. Όπως λέει χαρακτηριστικά «επέδρασε πάνω μου σαν μεγεθυντικός καθρέφτης». Μετά συνεχίζει με άλλες ταινίες και τις συσχετίζει με τη ζωή.

Το δεύτερο μέρος προσεγγίζει το πως ο Γούντι Άλεν μπορεί να αλλάξει τις δικές μας ζωές. Φέρτε λοιπόν στο μυαλό σας ένα βιβλίο με συμβουλές για ευ ζην, τώρα σκίστε το και ρίξτε το προς άναμμα. Αυτό ακριβώς έχει κάνει και ο Έρικ Βαρτζμπέντ, με τον πιο ανορθόδοξο τρόπο και πάντα μέσα από αποσπάσματα συνεντεύξεων και σκηνών του Άλεν μας λέει «πως να μην γίνουμε αυτό που είμαστε», «πως να καταστρέψουμε την ερωτική μας ζωή», «πως να ευημερήσουμε χάρη στο έγκλημα» και πολλές άλλες μη αναμενόμενες συμβουλές.

Το βιβλίο είναι μια προσέγγιση του έργου του Νεοϋορκέζου σκηνοθέτη μέσα από την ψυχανάλυση, δε θα μπορούσαν να λείπουν βέβαια το χιούμορ και η ειρωνεία. Ένα βιβλίο κόντρα σε όλα τα βιβλία αυτοβοήθειας, μπορεί να προσφέρει πραγματική βοήθεια; Ένα άλλο δύσκολο έργο του συγγραφέα είναι, ότι εντόπισε και ανάλυσε τα ψυχικά συμπλέγματα των ηρώων του Άλεν, φέρνοντας έτσι στην επιφάνεια στο πρόσωπο του κάθε ήρωα λίγο από εσένα, το γείτονα σου ή το φίλο σου.

Κύριο πρόβλημα που θίγει συχνά ο Γούντι Άλεν με τις ταινίες του, είναι η αστική νεύρωση. Περιγράφει ακριβώς τους ανθρώπους των πόλεων και τα σύγχρονα προβλήματα τους. Στις ταινίες του εμφανίζονται συχνά αναλυτές, παρουσιάζοντας έτσι την άποψη τους για την ψυχανάλυση και τους αναλυτές. Το σινεμά έχει χαρακτηριστεί ως το ντιβάνι του λαού, κάθε ταινία του Άλεν λοιπόν, μπορεί να μετρηθεί και ως μια μικρή ή και μεγάλη συνεδρία με έναν καλό αναλυτή.

Δεν ξέρω αν ένα τέτοιο βιβλίο μπορεί να σου αλλάξει όντως τη ζωή, σου προσφέρει όμως μια διαφορετική οπτική των πραγμάτων. Ανάμεσα στην κωμωδία και την τραγωδία που, όπως λέει ο Άλεν, είναι η ζωή, σε κάνει να προσπαθείς για την κωμωδία. Αυτός ο τόσο απαισιόδοξος σκηνοθέτης σε γεμίζει θετικά μηνύματα και εναλλακτικούς τρόπους αντιμετώπισης των προβλημάτων.

Υ.Γ. «Δεν μπορείς να αλλάξεις το παρελθόν, αλλά μπορείς να καταστρέψεις το παρόν με το να στεναχωριέσαι για το μέλλον.» Γούντι Άλεν

«Η πτώση»: Αλλοτριωμένη κοινωνία ή άνθρωπος;

Μετά το Πάσχα επικρατεί ένα γενικό αίσθημα κορεσμού, πολύ φαγητό, ποτό, ξενύχτι. Οπότε επιβάλεται κάτι που θα σε «ξυπνήσει», που θα σε «ρίξει» από τη μακαριότητα σου και θα σε κάνει να αντιμετωπίσεις ξανά την πραγματικότητα (με ό,τι αυτή περιλαμβάνει). Σε αυτήν την «πτώση» έχεις συνοδηγό τον ήρωα του Άλμπερτ Καμύ, Ζαν-Μπατίστ Κλάμανς, έναν ήρωα της καθημερινότητας, σύγχρονο και τόσο διαχρονικό.

Με το βιβλίο «Η πτώση», ο Καμύ ολοκληρώνει την τριλογία που του χάρισε το βραβείο νόμπελ το 1957, τα άλλα δύο βιβλία είναι «Ο ξένος» ( είναι και το πιο γνωστό) και «Η πανούκλα». Το νόμπελ του Καμύ έχει σχολιαστεί ως η πιο δίκαιη απονομή, καθώς όλοι παραδέχονται, πως η αξία του είναι αναμφισβήτητη. Στα έργα του ασχολείται κυρίως με τον άνθρωπο. Έχει χαρακτηριστεί ως ανθρώπινος συγγραφέας, γιατί γράφει για «τα παθήματα της ψυχής» και για «το παράπονο των εγκλείστων στον εαυτό τους».

Ο (αντί)-ήρωας Ζαν-Μπατίστ, είναι ένας άνθρωπος πλήρως ικανοποιημένος με τον εαυτό του και τη ζωή του. Ένας ευτυχισμένος άνθρωπος, που παίρνει πάντα τη σωστή θέση απέναντι στα πράγματα, υποκριτικός πολλές φορές, που του αρέσει να βρίσκεται σε ψηλά επίπεδα. Όλα αλλάζουν όμως, τη στιγμή που ακούει μια γυναίκα να πέφτει από τη γέφυρα, μένει αμέτοχος θεατής, προσπαθεί να ξεχάσει το περιστατικό και απομακρύνεται.

Αλλάζει επάγγελμα, ζωή, αναζητά αφηρημένες έννοιες και τέλος πιστεύει πως έχει βρει τη «λύση». Μέσα στον ήρωά του, ο Καμύ δημιουργεί ένα ολοκληρωμένο πορτρέτο αντί-ήρωα. Πόσα από αυτά τα στοιχεία δε θα αναγνωρίσεις και εσύ στον εαυτό σου, άλλα καλά κρυμμένα και άλλα επιμελώς αγνοημένα; Όσο ξεδιπλώνεται ο αντί-ήρωας, ξεδιπλώνεις και εσύ κομμάτια του εαυτού σου, ζώντας και εσύ την «πτώση».

Αρχικά θα νιώσεις συμπόνια για το Ζαν-Μπατίστ, ύστερα όμως έρχεσαι αντιμέτωπος με έναν εαυτό και μια ζωή, που προσπαθείς να ξεχάσεις. Βιώνεις και εσύ, όχι μόνο τη δική σου, αλλά και την πτώση ολόκληρης της κοινωνίας. Το α΄ ενικό πρόσωπο του συγγραφέα ηχεί κατευθείαν στην ψυχή σου και σου φωνάζει για τη μοναξιά και την ανία.

Ένας από τους γοητευτικότερους συγγραφείς (μετά τον Τζακ Κέρουακ), σε γοητεύει ακόμα περισσότερο με τη γραφή του, αφού παραθέτει στον αναγνώστη αυτούσια την ψυχολογική ανάλυση του αλλοτριωμένου ανθρώπου, με τους πλαστούς τρόπους να του εγγυώνται την επιτυχία και την αναγνώριση. Μετά από αυτό το βιβλίο λοιπόν, «η πτώση» θεωρείται δεδομένη. Ελπίζω σε ένα καλό ταρακούνημα σε ανθρώπους και κοινωνία.

«Το ημερολόγιο ενός τρελού»: Η κατάληξη ενός δημοσίου υπαλλήλου

Οι λάτρεις της Ρώσικης λογοτεχνίας αλλά και οι βιβλιόφιλοι θα βρεθούν αργά ή γρήγορα με «Το ημερολόγιο ενός τρελού» στα χέρια. Είναι από τα βιβλία, που σε βρίσκουν όταν είσαι έτοιμος για αυτά. Είναι ένα από τα πιο πολυσυζητημένα βιβλία και έχει αναλυθεί πολύ, τόσο σε κοινωνικό, όσο και σε ψυχολογικό επίπεδο. Η πολλαπλή ανάλυση του έργου, έχει προσφέρει ποικιλία νοημάτων και είναι ένα από τα χαρακτηριστικότερα έργα του Νικολάι Γκόγκολ.

Ο Νικολάι Γκόγκολ έζησε και δημιούργησε την εποχή του ύστερου 19ου αιώνα, έχει παρατηρηθεί πολλές φορές ο άψογος χειρισμός της γλώσσας και οι καθημερινοί του χαρακτήρες. Στα έργα του αποτυπώνετε η πολιτική ουσία και η εθνική ιδιαιτερότητα της Ρωσίας, ήταν ο προάγγελος της επόμενης γενιάς συγγραφέων και δεν έχει πει άδικα για αυτόν ο Ντοστογιέφσκι , «Όλοι μας ξεπροβάλαμε κάτω από το παλτό του Γκόγκολ».

«Το ημερολόγιο ενός τρελού» είναι ένα συμβολικό έργο. Κύριο μέλημα του συγγραφέα είναι να δείξει το πως η τρέλα και ο θάνατος έρχονται σαν φυσικές συνέπειες της κοινωνικής τελμάτωσης που οδηγεί σε αδιέξοδο. Αποκαλύπτει τις άσχημες πλευρές της ζωής και τα αδιέξοδα, που αντιμετωπίζει καθημερινά ο άνθρωπος. Το βιβλίο είναι δομημένο σε μορφή ημερολογίου και παρουσιάζει αναμνήσεις του παρελθόντος.

Το βιβλίο πραγματεύεται το πως ένας κατώτερος δημόσιος υπάλληλος με αφορμή την απογοήτευση που νιώθει, όταν συνειδητοποιεί την αδυναμία του να γοητεύσει την κόρη του διευθυντή του, σταδιακά οδηγείται σε μεγαλομανείς ψυχώσεις (πίστευε πως ήταν ο βασιλιάς της Ισπανίας) και καταλήγει στο φρενοκομείο. Ο Γκόγκολ μας δίνει την οπτική που έχει ένας ψυχικά διαταραγμένος άνθρωπος, αλλά και πως μέσα από τη ματιά του φαίνεται τόσο καθαρά η κοινωνική διαστρωμάτωση και η αδικία της Ρώσικης κοινωνίας. Επίσης περιγράφεται με έντονα γράμματα πως ήταν το ψυχιατρικό άσυλο εκείνη την εποχή.

Την εισαγωγή του βιβλίου ο Γκόγκολ την εμπνέεται από θέματα εφημερίδων, όπου πολλοί δημόσιοι υπάλληλοι λόγω της μονότονης και πολλές φορές άσκοπης εργασίας τους έπασχαν από σύνδρομα ψυχωτικής ανωτερότητας. Πάντα εύστοχα ο Γκόγκολ θίγει τα προβλήματα της εποχής, δίνοντας ακόμα και απαντήσεις για τις αιτίες τους.

Το θέμα της τρέλας όμως δεν απασχολεί το συγγραφέα μόνο στο βιβλίο αλλά και σε προσωπικό επίπεδο, καθώς και ο ίδιος έπασχε από ψυχώσεις που στο τέλος τον οδήγησαν στο θάνατο. «Το ημερολόγιο ενός τρελού» δεν είναι μόνο η κατάθεση της Ρώσικης κοινωνίας αλλά και της ίδιας της ψυχής του Γκόγκολ.

«Τα σταφύλια της οργής»: Ανθρωπιά στην κρίση;

Μερικά βιβλία καταφέρνουν πέρα από υπέροχα μυθιστορήματα να γίνουν και σύμβολα μιας ολόκληρης εποχής. Κάποια αλλά ξεπερνάνε το όριο της εποχής τους και γίνονται διαχρονικά και επίκαιρα, ακόμα και εβδομήντα χρόνια μετά την έκδοσή τους. «Τα σταφύλια της οργής» του Τζων Στάινμπεκ είναι ένα από αυτά. Είναι από τα βιβλία, που φιγουράρουν στις λίστες «τα 20 καλύτερα βιβλία όλων των εποχών», « τα 10 βιβλία που πρέπει να έχει διαβάσει ο κάθε βιβλιόφιλος» κτλ. Ποιες είναι όμως οι αιτίες που κάνουν αυτό  το βιβλίο τόσο επίκαιρο ; Αρχικά η εποχή, το βιβλίο αναφέρετε στο κραχ του 1929 στην Αμερική. Τι σχέση έχει αυτό με το σήμερα; Η Ελλάδα βιώνει τα τελευταία 8 χρόνια (πολλά για τελευταία) μια τραγική κατάσταση, μια κρίση τόσο σε οικονομικό όσο και σε κοινωνικοπολιτικό επίπεδο.

Τα περισσότερα προβλήματα που ερχόμαστε να αντιμετωπίσουμε σήμερα, τα βρίσκει, τα παρουσιάζει και τα αναλύει σε μεγάλο βαθμό ο Στάινμπεκ στο βιβλίο του, που γράφτηκε στις αρχές του 20ου αιώνα και αναφέρεται στη δεκαετία του 30, τότε που η οικονομική κρίση είχε παραλύσει τον λαό της Αμερικής. Οικογένειες από τον νότο έφευγαν για την Καλιφόρνια, περιμένοντας να βρουν εκεί την γη που θα τους χαρίσει τροφή και δουλειά. Φόρτωναν τα αυτοκίνητά τους με λιγοστά πράγματα και πολλά όνειρα.

Το 1940 το βιβλίο τιμήθηκε με το βιβλίο πούλιτζερ και ήταν ένας από τους  «λόγους» που χάρισαν στον Στάινμπεκ το Νόμπελ λογοτεχνίας το 1962. Ο συγγραφέας είναι ένας από τους κυριότερους εκπροσώπους του νατουραλισμού και της κοινωνικής πεζογραφίας. Οι ήρωες του είναι ρεαλιστικά αποτυπωμένοι, είναι άνθρωποι της καθημερινότητας, της εποχής.11076754_728692803915329_431028498_n

Η οικογένεια Τζόουνς από την Οκλαχόμα, αναγκάζεται να μεταναστεύσει στην Καλιφόρνια αφού έχει χάσει το μικρό υποστατικό της από την τράπεζα. Παντού κυκλοφορούσαν φυλλάδια που διατυμπάνιζαν, πως εκεί υπάρχει δουλειά και καλά μεροκάματα. Χωρίς τα απαραίτητα πράγματα η οικογένεια ξεκινάει για το ταξίδι της, ακολουθώντας τη δημοσία 66. Στη διάρκεια του ταξιδιού άλλα μέλη πεθαίνουν, άλλα εγκαταλείπουν και άλλα ετοιμάζονται να γεννηθούν. Όταν έφτασαν στην Καλιφόρνια βρήκαν πράγματι την γη της επαγγελίας που περίμεναν να αντικρίσουν.

Πλούσιες πεδιάδες, δέντρα φορτωμένα καρπούς, μια πανέμορφη χώρα, μια γη που διψούσε να δουλευτεί και να προσφέρει τον καρπό της. Μόνο που οι πλούσιες πεδιάδες φρουρούνταν συνεχώς, τα φορτωμένα δέντρα τα ψέκαζαν με πετρέλαιο για να μην τα τρώει ο κόσμος που πέθαινε στους δρόμους από την πείνα, μια χώρα που κατέστρεφε τα προϊόντα της για να κρατά ψηλά τις τιμές. Είναι φορές που ο παράδεισος αγγίζει την κόλαση.

Με πολύ απλό και κατανοητό τρόπο αποδίδεται η πραγματικότητα, αναγκάζοντας μας να βάλουμε ένα μεγάλο ερωτηματικό στις λέξεις άνθρωπος και ανθρωπιά. Η ανθρώπινη εξαθλίωση περιγράφεται τόσο έντονα, που προκαλεί ένα σφίξιμο στον αναγνώστη. Έχει την εικόνα της μαγευτικής Καλιφόρνια στην οποία πρωταγωνιστούν μετανάστες, πεινασμένοι άνθρωποι που στήνουν τσαντίρια στους δρόμους και παλεύουν να επιβιώσουν. Η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο ξεπερνάει κάθε προηγούμενο, η βία και η ξενοφοβία χρωματίζουν όλο το βιβλίο. Ένα βιβλίο που γίνεται μάθημα κοινωνικοπολιτικής και οικονομικής ανάλυσης, ένα μάθημα του τι είναι ο άνθρωπος και τι μπορεί να κάνει όταν απλά συνεχίζει την πορεία του.

«Το Άρωμα»: Ένα τρομακτικό παραμύθι για μεγάλους

Πριν λίγες μέρες  η τηλεόραση έπαιζε «Το Άρωμα», που πρόκειται για τη μεταφορά του ομώνυμου βιβλίου στη μεγάλη οθόνη. Η ταινία βέβαια, ήταν από αυτές που δεν απογοητεύουν τους αναγνώστες, αυτό όμως δεν αλλάζει το γεγονός πως η ταινία είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από το βιβλίο.  Υπάρχουν μερικοί λόγοι που θα κάνουν αυτούς που έχουν δει την ταινία να λατρέψουν το βιβλίο.

Το βιβλίο υπογράφει ο Γερμανός συγγραφέας Πάτρικ Ζυσκίντ το 1985, είναι ένα πολυδιαβασμένο μυθιστόρημα και αρκετά διαφορετικό. Παρά τη Γερμανική του καταγωγή ο συγγραφέας  επιλέγει τη Γαλλία για να σκηνοθετήσει το έργο του. Δε θα μπορούσε βέβαια, να βρει καλύτερο χώρο για ένα βιβλίο με τίτλο «Το Άρωμα».

Συγκεκριμένα επιλέγει το Παρίσι του 17ου αιώνα, εκεί  γεννιέται  ο ήρωας του βιβλίου Ζαν-Μπατίστ Γκρενούιγ, μέσα στα σκουπίδια της αγοράς. Ο Γκρενούιγ προκαλεί τρόμο από μωρό σε όσους έρχονται σε επαφή μαζί του. Πρώτα με την παντελή έλλειψη οσμής που έχει ο ίδιος και έπειτα με την απληστία, με την οποία μυρίζει το άρωμα των άλλων. Το χάρισμα της όσφρησης που έχει, είναι τόσο έντονο  που μπορεί να συγκρατεί όλες τις οσμές, να τις ξεχωρίζει και να τις επαναφέρει στη μνήμη του αναλλοίωτες όποτε θέλει.

Αφού περάσει από πολλές καταστάσεις, σταδιακά μυείται στην τέχνη της αρωματοποιίας και γίνεται ο καλύτερος αρωματοποιός. Μεθυσμένος από την τέχνη του αποφασίζει να δημιουργήσει το τέλειο άρωμα, με το οποίο θα επιβληθεί και θα μαγέψει τους ανθρώπους. Δε θα μπορούσε όμως αυτό να γίνει με τον σύνηθες τρόπο. Το άρωμα του πραγματώνεται από το άρωμα 25 νεαρών κοριτσιών. Ο  Ζαν-Μπατίστ Γκρενούιγ έχει μεταμορφωθεί σε έναν κατά συρροή δολοφόνο.

Ο συγγραφέας έχει δομήσει το βιβλίο του με φανταστικές περιγραφές, που σου εξάπτουν το ενδιαφέρον και σε ιντριγκάρουν. Επίσης, περιγράφει λεπτομερώς την ιστορία της αρωματοποιίας και τη διαδικασία κατασκευής αρωμάτων. Μέσω του ήρωά του, που αγγίζει την ψυχασθένεια, δείχνει μια άλλη πλευρά της ανθρώπινης φύσης, αυτήν την όχι και τόσο ευχάριστη, την σκοτεινή όψη του ανθρώπου.

Μέσα σε ένα μυθιστόρημα μπλέκονται το μαγευτικό παραμύθι, το φιλοσοφικό θρίλερ και η φαντασία που συναρπάζει, όλα αυτά δεμένα σφιχτά μεταξύ τους με τα αρώματα που ξεχειλίζουν από το βιβλίο. Είναι ένα βιβλίο που σίγουρα θα εκπλήξει με το αναπάντεχο τέλος του και θα κάνει τον αναγνώστη, να προσπαθεί να παρατηρεί με περισσότερο ενδιαφέρον τις οσμές γύρο του. Η μνήμη ενός αρώματος είναι η πιο δυνατή και μεθυστική ανάμνηση.

«Η ιστορία της Ο»

Στη Γαλλία του 1954 μια γαλλίδα, η Ντομινίκ Ορί  προκειμένου να αποδείξει στον εραστή της, Ζαν Πολάν που ήταν λάτρης του  Μαρκήσιου ντε Σαντ , ότι και μια γυναίκα μπορεί να γράψει ερωτική λογοτεχνία εξίσου καλά με έναν άντρα και όχι μόνο ροζ ανάλαφρες ιστορίες, αποφασίζει να γράψει το  «Η ιστορία της Ο».  Το βιβλίο αρχικά είχε την μορφή ερωτικών επιστολών προς τον αγαπημένο της και υπέγραφε με το ψευδώνυμο Πολίν Ρεάζ . Όταν ο εραστής της διάβασε τις επιστολές εντυπωσιάστηκε, επομένως την προτρέπει να εκδώσει βιβλίο και προωθεί την έκδοσή του, στο οποίο μάλιστα αναλαμβάνει να γράψει το εισαγωγικό σημείωμα.

Με το τέλος του βιβλίου, σου μένει μια λέξη ή καλύτερα ένα αίσθημα αξιοπρέπειας, προφανώς γιατί μια γυναίκα κατάφερε τότε πρώτη φορά να αποδώσει μια τέτοια ερωτική ιστορία αλλά και για την στάση της ίδια της Ο στο βιβλίο. Το βιβλίο είναι ένα από τα πιο γνωστά βιβλία ερωτικής λογοτεχνίας και γενικά από τα πιο πολυδιαβασμένα γαλλικά βιβλία. Η γραφή του είναι πολύ προσεγμένη, με πολλές λεπτομέρειες και προσεχτική επιλογή των λέξεων (για το είδος του δεν έχει καθόλου αισχρολογίες). Η Ντομινίκ Ορί έχει καταφέρει να περάσει στον αναγνώστη τα συναισθήματα, το πάθος και τον έρωτα της Ο προς τον εραστή της.

Όπως αναφέρετε και στα εισαγωγικά του βιβλίου, πόσες γυναίκες δεν έχουν πει στον σύντροφό τους « σου ανήκω», «για εσένα μπορώ να κάνω τα πάντα»; Η Ο λοιπόν, κάνει αυτές τις λέξεις πραγματικότητα. Προσφέρει το κορμί και την ψυχή της για να ευχαριστήσει τον εραστή της. Μέσα από αυτήν της την προσφορά και την εκμηδένιση του εαυτού της για την ικανοποίηση του εραστή της, η Ο λαμβάνει και η ίδια ευχαρίστηση.

Η Ο είναι μια Γαλλίδα φωτογράφος, ο εραστής της Ρενέ την πάει στο Ρουασί, έναν πύργο στον οποίο θα μείνει περίπου μισό μήνα για να εκπαιδευτεί και να γίνει πειθήνια ερωτική σύντροφος. Στην παραμονή της εκεί αντιμετωπίζει καταστάσεις νέες για αυτήν αλλά και συναισθήματα πολύ διαφορετικά από όσο περίμενε. Το μαστίγωμα, βιασμοί και οι ταπεινώσεις αποτελούν την καθημερινότητα του πύργου. Φεύγοντας από εκεί της δίνουν να φορέσει ένα δαχτυλίδι με το έμβλημα του Ρουασί που θα την κάνει αναγνωρίσιμη στους μυημένους στην μετέπιπτα καθημερινή της ζωή.

Επιστρέφοντας από το Ρουασί η Ο είναι ένας πραγματικά διαφορετικός άνθρωπος, έχουν αλλάξει τα πάντα πάνω της, από την εξωτερική της εμφάνιση μέχρι το ύφος της. Ο Ρενέ θα της γνωρίσει τον μεγάλο του ετεροθαλή αδερφό τον Σερ Στίβεν, σταδιακά ο Ρενέ απομακρύνεται από την Ο και ο Στίβεν γίνεται ο πραγματικός κυρίαρχός της. Η Ο τον ερωτεύεται και  πραγματικά ζει για αυτόν.

Όποιος έχει διαβάσει τη « Ζυστίν» του Σαντ, ίσως βρει ομοιότητες στο τέλος του βιβλίου, που δεν είναι απίθανο η συγγραφέας να επηρεάστηκε από αυτό. Για το τέλος είναι σκόπιμο να παραθέσω ένα απόσπασμα από τον τύπο για το βιβλίο. «Το παράδοξο της Ο είναι εκείνο της οραματίστριας η οποία πέθανε για να μην πεθάνει· είναι το μαρτύριο στο οποίο ο βασανιστής είναι συνένοχος με το θύμα. Αυτό το βιβλίο είναι η υπέρβαση του ίδιου του λόγου του, στο βαθμό που, από μόνο του, σπαράσσεται και αποσυνθέτει τη μαγεία του ερωτισμού στην υπέρτατη μαγεία του ακατόρθωτου.» Ζορζ Μπατάιγ, Nouvelle Revue Française.