Μια εικόνα, χίλιες λέξεις  

Η θέση δεν καθορίζει εναν άνθρωπο αλλά, σίγουρα, του θέτει κάποιες υποχρεώσεις, όπως επίσης του παραχωρεί και κάποια δικαιώματα. Δε θέλω  να κρίνω τις κινήσεις του κ. Καμμένου σε πολιτικό επίπεδο, δε θα με απασχολήσει στην παρούσα φάση ο σχολιασμός τους. Πάραυτα, μια φωτογραφία του μου προκάλεσε πλήθος άλλων σκέψεων.

Καλώς ή κακώς (μεγάλης έκτασης ζήτημα) η πρέπουσα ενδυμασία του στρατιωτικού προσωπικού είναι άκρως συγκεκριμένη. Κάθε παρέκκλιση από την προβλεπόμενη εμφάνιση τιμωρείται με ποινή. Πως να αντιδράσεις οταν βλέπεις καθημερινά συναδέλφους στρατιώτες να τιμωρούνται λόγω απροσεξίας στην ενδυμασία τους, ενω ο υπουργός εθνικής άμυνας της χωρας κυκλοφορεί ντυμενος κατα το ήμισυ(!) με στρατιωτική εμφάνιση;

Θέλω να γίνει αντιληπτό οτι δεν ειναι εμπάθεια στο πρόσωπο του υπουργού αλλα είναι παρατήρηση οτι η θέση του επιδοκιμάζει ή υποβαθμίζει εναν κανονισμό ακριβώς επειδή βρίσκεται στο επίκεντρο ενος χώρου. Κι όταν ο κανονισμός επιβάλεται στο υπουργείο διαχείρισής σου, ειναι χρέος σου να τον ακολουθείς. Είναι χρέος σου να το σεβεσαι και να ανοιγεις το δρομο να το σεβαστουν κι οι άλλοι. Είναι χρέος στο δημοκρατικό σου φρονημα.

Άσχετα με το εάν ειναι σωστός ή όχι, ασχετα με το εάν ειναι ουσιώδης ή όχι, άσχετα με το εάν ειναι πεπαλαιωμένων αντιλήψεων ή όχι, δείχνει τη δημοκρατία που σε διακατέχει. Φανερώνει ξεκάθαρα το ελάχιστο πειθαρχίας που σε διακατέχει  καθώς και τη διάθεση να αρπάξεις την ευκαιρια και να διδάξεις δημοκρατία (πέρα απο το να την εφαρμόσεις απλα) υπακούοντας, αν και υπουργός, στον κανονισμό που υποτάσσεται και ο απλός στρατιώτης.

Δε θέλγομαι από το να το παίζω πατριώτης αλλα η ενδυμασία του στρατιώτη (Και όχι του «φαντάρου». Φαντάρους ονόμαζαν οι Ιταλοί τους Έλληνες στρατιώτες στα βουνά) έχει μία ιστορία που εχει γραφτεί με αίμα. Πέρα απο το χρέος, λοιπόν, υποταγής στον κανονισμό, εγείρεται και το ζήτημα του σεβασμού στους νεκρούς που φόρεσαν αυτη τη στολή. Εκεινους που θυσίασαν το κορμί τους και άφησαν την τελευταία τους πνοή τυλιγμένοι από τη στολή που βαραίνει το σώμα καθε μέλους του στρατιωτικού σώματος. Και, αν θέλετε, πέρα απο χρεος, ειναι και Τιμή να φοραει κανεις τη στρατιωτική στολή ευπρεπώς.

Η εικόνα δεν ειναι ασήμαντη πάντα, βεβαίως δεν ειναι το παν, αλλά εκφράζει συχνά ένα συμβολισμό.

Κύριε υπουργέ, σφάλλατε! «Η γυναίκα του Καίσαρα δεν πρέπει μόνον να είναι τίμια, αλλά και να φαίνεται τίμια».

«Οτάν ανάπτυξη και ηθική συγκρούονται..»

Ο άνθρωπος παρασύρεται, ο άνθρωπος υπερβάλει! Ο άνθρωπος πραγματοποιεί συχνά ακρότητες όταν δε μπορεί να θέσει φρένα στις σκέψεις και στις επιθυμίες του. Μία διαπίστωση η οποία δεν αφορά μόνο τους απαίδευτους αλλά σχετίζεται με το σύνολο της κοινωνίας.

Μια νεοφιλελεύθερων πεποιθήσεων κοινωνία των αγορών, αναμφίβολα αποτελεί για την πλειονότητα των ανθρώπων σκέψη «προοδευτικότερη» της υπάρχουσας κοινωνίαςτων αγορών. Κάποιοι θα υποστήριζαν ότι η μία ίσως αποτελεί συνέχεια της άλλης. Ο λόγος σχετίζεται με την τάση της εποχής για απελευθέρωση των πάντων σε επίπεδο κοινωνικό, ηθικό αλλα και οικονομικό! Αν θεωρήσουμε, όμως,  ως Πρόοδο μια τέτοια κοινωνία αγορών, θα χρειαστεί να έχουμε, προηγουμένως, θέσει ως προϋπόθεση την ωριμότητα της ανθρωπότητας να διαχειριστεί την πλήρη ελευθερία! Η ανυπαρξία αυτής της προϋπόθεσης καθιστά την πλήρη ελευθερία στο επίπεδο των αγορών ενα πολύχρωμο, φανταχτερό χάρτινο πύργο.

Είναι ώριμη η ανθρωπότητα να κάνει αυτό; Πυλώνας υποστήριξης της πλήρους απελευθέρωσης αποτελεί το  δικαίωμα του ανθρώπου να αποφασίσει για τη ζωή του. Το κώλυμα  δημιουργείται όταν ηθικοί παράγοντες περιπλέκονται. Θα γίνω συγκεκριμένος θέτοντας το εξής ερώτημα: Έχει δικαίωμα κάποιος εθισμένος στα ναρκωτικά να αγοράσει ουσίες και να πεθάνει από υπερβολική δόση αυτών δίχως η κοινωνία να επέμβει; Θα το αφήσω αναπάντητο!

Πάραυτα αφορμή για τις σκέψεις που διαβάζετε πήρα από μια απορία η οποία γύριζε στο μυαλό μου για αρκετό καιρό: «Πρέπει να υφίσταται η καλούμενη “αγορά λευκής σαρκός” ή απλά πορνεία;” Η απορία δημιουργείται καθώς υπάρχει το αιωρούμενο ερώτημα εάν μπορούν ηθικοί φραγμοί να αποτελέσουν τροχοπέδη στην οικονομική αναπτυξή μιας περιοχής. Κάποιος ταγμένος νεοφιλελεύθερος θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι η πρόοδος επιτυγχάνεται μέσα από τη γέννηση  αγορών και τη μεγέθυνση τους, και, ομολογώ, θα συμφωνούσα, εαν μπορούσαμε να θέσουμε μια επιτρεπτή γκάμα αγορών.

Ξέρετε, συζητάμε πολλές φορές και στις συζητήσεις μας γεννώνται στο νου πράγματα τα οποία θα χαρακτηρίζαμε ανεκτίμητα. Ένα χαμόγελο, ενα χάδι, ενα συναίσθημα. Κι όμως! Οι περισσότεροι απο εμάς θα χαρακτήριζαν “ανεκτίμητο” κάτι το οποίο θα πλήρωναν όσο όσο για να αποκτήσουν, και όχι κάτι το οποίο θα θεωρούσαν εξευτελιστικό να αποκτήσουν αγοράζοντας το! Γιατί στην προκειμένη περίπτωση, αυτη ειναι η διακριτή διαφορά μεταξύ ενός ακριβού αντικειμένου και ενός αντικειμένου ανεκτίμητης αξίας. Κι εκεί είναι που μπλέκεται η ηθική στο σύστημα!

Η ατομική ηθική, προσωπικά, είναι βασικός παράγοντας που επιτρέπει ή αποτρέπει την ύπαρξη αγορών. Αναρωτιέστε πως επιτυγχάνεται αυτό;  Σε δύο επίπεδα: Περιορίζει ή διογκώνει την προσφορά ενός αγαθού ή μιας υπηρεσίας, δημιουργεί ή καταστρέφει  τη ζήτησή του. Επομένως, ηθικοί φραγμοί δύνανται να αποτελέσουν εμπόδιο στην οικονομική ανάπτυξη! Και πάμε πάλι σε ένα “απελευθερωμένο” νου! “Τροχοπέδη στην οικονομική ανάπτυξη σηματοδοτεί οικονομικό παράσιτο”. Όταν μιλάμε, όμως, για ανθρώπους δε μπορούμε να αξιολογούμε ψυχρά τις οικονομίες. Το έχω ξαναγράψει σε προηγούμενο άρθρο και επιμένω: Οι ανθρώπινες οικονομίες έχουν και χρειάζεται να έχουν διαφορετική συμπεριφορά απο οικονομίες μηχανών!

Επιστρέφοντας στο προηγούμενο, το να εμπορευματοποιεί η κοινωνία τα πάντα είναι εύκολο! Ακόμα πιο εύκολο είναι να βαφτίσει πράγματα ανεκτίμητης αξίας ως “υπηρεσίες” και να επαίρεται για τη δήθεν επιχειρηματική της συνείδηση. Το δύσκολο είναι να μην εξευτελίσει στο βωμό του χρήματος αξίες, πρότυπα, συναισθήματα. Αυτό που με κάνει να ενοχλούμαι είναι η τάση των άκρων, γιατί πράγματι η κοινωνία τείνει να εμπορευματοποιήσει τα πάντα. Είναι ένα καθεστώς εξέλιξη “οικονομικής μόδας”. Και, ισχυρίζομαι ξανά, ο άνθρωπος παρασύρεται και υπερβάλει! Διαμελίζει αργά αργά την ηθική του, τους κανόνες που τον κάνουν να θρώσκει άνω. Βλέπει το δέντρο, τον τρόπο να κερδίζει, σαν όαση, χάνει το δάσος, όλα τα χαρακτηριστικά που τον κάνουν άνθρωπο, που το διαφοροποιούν απο τα ζώα. Στο βωμό του χρήματος και της προόδου, επιχειρεί να εξελίσσει τις αγορές με τρόπο ανορθόδοξο, ένα τρόπο που εξελίσσει και τον Ίδιο τυφλά σα να τον παρασέρνει. Ξεχνά, όμως, πολλές φορές ότι στο επίκεντρο της οικονομίας δεν είναι η Ανάπτυξη αλλά ο Άνθρωπος.

Και να θυμάστε το κομβικό σημείο.. Η ανάπτυξη χρησιμοποιειται σε πολλές περιπτώσεις είτε συνειδητά είτε ασυνείδητα ως δούρειος ίππος της καταδυνάστευσης της ηθικής. Τι να την κάνεις την πρόοδο αν καταλήξεις υπόδουλος των επιθυμιών σου; Τι να την κάνεις εαν καταντήσεις να εξευτελίσεις την ύπαρξή σου;

Κι όμως, Αποτυγχάνει!

Ο χειρότερος εχθρός της οικονομίας είναι αναμφίβολα ο φόβος! Όπως είχα καταλήξει σε προηγούμενο άρθρο, οι άνθρωποι δεν αποφασίζουν όπως θα αποφάσιζε μια μηχανή, αλλά λαμβάνουν αποφάσεις με βάση απωθημένα και συναισθηματισμούς. Αυτό πολλές φορές οδηγεί σε μη-ορθολογικές αποφάσεις.. Είναι ο καλούμενος «ανθρώπινος παράγοντας», ο οποίος τις καθορίζει εν τέλει! Ο James Robinson, καθηγητής πολιτικής οικονομίας στο πανεπιστημίο του Harvard έχει συγγράψει το πολυσυζητημένο βιβλίο με τίτλο «Why nations fail?». Ορμώμενος από τον τίτλο σας θέτω το εξής ερώτημα: «Γιατί αποτυγχάνουν οι άνθρωποι;»

Δεν τίθεται μυστήριο κατά την προσωπική μου άποψη. Οι άνθρωποι αποτυγχάνουν όταν λαμβάνουν μη-ορθολογικές αποφάσεις. Αποτυγχάνουν όταν δεν καταφέρνουν να εκτιμήσουν ρεαλιστικά μία κατάσταση. Πάραυτα, υφίσταται και η έννοια της de facto αποτυχίας. Στις σύγχρονες οικονομίες, η επιτυχία αποτελεί συνακόλουθο της ψυχολογίας. Η de facto αποτυχία συνδέεται άρρηκτα με το φόβο. Στις καπιταλιστικές οικονομίες πιθανότητα αποτυχίας ενέχουν όλες οι αποφάσεις, ακόμα και αυτές που εμπεριέχουν υπερβολική δόση πίστης. Φανταστείτε, λοιπόν, τι πιθανότητα αποτυχίας ενέχουν αποφάσεις που δεν τις εμπιστεύονται σε υψηλό βαθμό ούτε τα άτομα που τις λαμβάνουν, αλλά λαμβάνονται με άξονα το φόβο. Αλλά, η de facto αποτυχία ας παραμείνει σε ένα απόμερο κομμάτι του νου προς το παρόν.

Καίριο σημερινό ερώτημα πολλών οικονομολόγων και όχι μόνο αποτελεί το εξής: «Γιατί η Οικονομική Επιστήμη αποτυγχάνει;»

Η Οικονομική επιστήμη επιχειρεί να εκτιμήσει το μέλλον! Αυτός είναι και ο λόγος που δύναται να αποτύχει σε συνδυασμό με το γεγονός ότι μελετά ανθρώπινη συμπεριφορά. Προσπαθώντας να αναγνωρίσουμε το οικονομικό περιβάλλον, στο οποίο εντασσόμαστε, εύκολα καταλήγουμε στο ότι το «αόρατο χέρι» που οραματίστηκε ο Adam Smith αρκετά χρόνια πριν, δεν υπάρχει ούτε στις αγορές, ούτε στο σύνολο μίας οικονομίας (τουλάχιστον όπως είναι σήμερα δομημένη), ούτε και στην ανθρώπινη συμπεριφορά. Ένα «αόρατο χέρι», το οποίο θα επιφέρει μακροπρόθεσμα ισορροπία μέσω της ανθρώπινης συμπεριφοράς, δεν αποτελεί κάτι παραπάνω από ουτοπική υπόθεση για όποιον το λάβει ως δεδομένο. Ένας ακόμη λόγος λανθασμένης εκτίμησης υπάρχει στο προσωπείο των οικονομικών μοντέλων που χρησιμοποιούνται. Τα οικονομικά μοντέλα είναι προσωπεία! Ίσως  να απεικονίζουν επακριβώς το πρόσωπο που κρύβεται πίσω, ίσως και να απεικονίζουν κάτι εντελώς διαφορετικό. Η εντύπωση που σχηματίζεται από τα άτομα που αντικρίζουν τα προσωπεία, είναι πολλές φορές εσφαλμένη. Εντελώς εκλαϊκευμένα αν υποθέσουμε ότι τα οικονομικά μοντέλα διαδραματίζουν το ρόλο προσωπείων, αναλογικά καταλήγουμε, ασφαλώς, στην υπόθεση ότι το πρόσωπο διαδραματίζει το ρόλο ενός πραγματικού οικονομικού φαινομένου. Εύκολα, συμπεραίνουμε πότε τα μοντέλα αποτυγχάνουν.

Επιστρέφοντας στο θέμα της ανθρώπινης συμπεριφοράς, ο βραβευμένος με νόμπελ Οικονομικών Paul Krugman, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον, σε άρθρο του επισημαίνει τη σημασία της πειθαρχίας στις ανθρώπινες αποφάσεις. Η επιθυμία για χρήμα καθιστά τα άτομα απείθαρχες οικονομικές μονάδες, με την έννοια της ασυνέπειας στο στόχο της εθνικής οικονομικής ανάπτυξης! Επιλογές κοινωνικά ασύμφορες, πραγματοποιούνται με μοναδικό γνώμονα το προσωπικό όφελος. Και, βεβαίως, καταλήγουμε σε κοινωνικά μη-ορθολογικές αποφάσεις.

Στην αρχή της ανάλυσης, μιλήσαμε για την ύπαρξη ατομικών μη-ορθολογικών αποφάσεων, ενώ προ ολίγων λέξεων θεμελιώσαμε την ύπαρξη αντίστοιχων κοινωνικών! Τώρα, με βεβαιότητα μπορούμε να κατανοήσουμε πότε η Οικονομική Επιστήμη αποτυγχάνει. Τα άτομα ιεραρχούν τις έννοιες «προσωπικής ευημερίας» και «κοινωνικής ευημερίας» με διαφορετική, από την ορθή, σειρά στο νου τους. Σφάλλουν γιατί από τη φύση τους θέτουν το άτομο στο προσκήνιο. Προσωπικά, το χαρακτηρίζω “καπιταλιστικό error, διότι αν και κατά βάσει οφείλεται στην έλλειψη πληροφόρησης και γνώσης οικονομικοεπιστημονικού αναγλύφου, είμαι πεπεισμένος ότι και η ίδια η τέλεια πληροφόρηση και γνώση δε θα άλλαζε άρδην αυτήν την ιεράρχηση!

Είναι και πρέπει να είναι αναγκαιότητα το κράτος να συνιστά αρωγό στη διατήρηση της υγείας της Οικονομίας και των Αγορών. Καταλήγω, λοιπόν, στην αναγκαιότητα για ακριβέστερα και στενότερα νομικά πλαίσια που θα καθορίζουν την οικονομία και τις αγορές. Αυτά θα λειτουργούν σαν αμορτισέρ στο αμάξωμα της οικονομικής επιστήμης. Οι κραδασμοι (οι οποίοι, ασφαλώς, αφορούν στις λανθασμένες εκτιμήσεις) δε θα έχουν δύναμη να αχρηστεύσουν την ισχύ ολόκληρου του συστήματος! Η ασφάλεια των οικονομικών εκτιμήσεων πηγάζει από την τάξη και η τάξη καθορίζεται από τα νομικά πλαίσια,

στις αδιάφθορες και ευνομούμενες πολιτείες..

Λίγα λόγια για το «Grexit”

Συζητήσεις επί συζητήσεων τις τελευταίες μέρες για το Grexit. Αφορμή οι επερχόμενες εκλογές και η αναμενόμενη, δημοσκοπικά, νίκη του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. Το πρόβλημα πηγάζει από το γεγονός ότι οι περισσότεροι μιλώντας για Grexit, στην πραγματικότητα, δε γνωρίζουν σε τι αναφέρονται. Το Grexit δεν είναι απόφαση, είναι κατάσταση!

Η Ευρωπαϊκή Ένωση δε θα μας ζητούσε ποτέ να αποχωρήσουμε. Είναι μία οικονομική ένωση κρατών με στόχο τη σταθερότητα και την πρόοδο. Η ευρωπαϊκή οικονομία, όπως κάθε οικονομία, σαφώς, δε διέρχεται μόνο από φάσεις ανάπτυξης, αλλά και από κρίσιμες φάσεις ύφεσης. Όταν, λοιπόν, μία χώρα αντιμετωπίζει κάποιο πρόβλημα (στην προκειμένη περίπτωση, οικονομικό) είναι χρέος των υπολοίπων να τη στηρίξουν με κάθε τρόπο. Επομένως, σε ό,τι πορεία και να βρεθεί η ελληνική οικονομία μετά τις εκλογές οι υπόλοιπες χώρες της ένωσης δεν τίθεται θέμα να ζητήσουν την αποχώρησή μας. Το Grexit είναι κατάσταση στην οποία μπορούμε να διέλθουμε, εφόσον αδυνατούμε να ικανοποιήσουμε τις υποχρεώσεις μας στο κοινό νόμισμα ή αρνηθούμε να πληρώσουμε τις υποχρεώσεις μας!
Αν δεν επθυμούμε αυτήν την κατάσταση, τότε κακώς την κουβεντιάζουμε. Κλονίζεται, διεθνώς, η όποια εμπιστοσύνη υπάρχει στο προφίλ που έχει χτίσει η χώρα μας και οδηγούμαστε ένα βήμα πιο κοντά σε αυτό. Την άποψη αυτή επιβεβαιώνουν κορυφαίοι οίκοι αξιολόγησης.

Θέλω να πιστεύω ότι οι υπέρμαχοι της εξόδου από το ευρώ οφείλουν τις απόψεις τους στην οργή (τόσο απέναντι στο πολιτικό κατεστημένο, όσο και απέναντι στη διαφθορά των τελευταίων δεκαετιών, η οποία εξακολουθεί να ταράζει τη χώρα) και όχι στην ημιμάθεια, διότι, είναι πράγματι χειρότερη της αμάθειας. Η Ευρώπη είναι ένα καζάνι που βράζει τόσο σε πολιτικό όσο και σε οικονομικό επίπεδο. Ποιος θα έλεγε «όχι» σε ένα εξιλαστήριο θύμα όπως η Ελλάδα; Και από την άλλη, σε ποια παραγωγή θα μπορούσε να στηριχθεί ένα Grexit ώστε να παρουσιάσει ευστάθεια ένα νέο νόμισμα; Δεδομένης της κατάστασης αυτής, δε θέλω να φανταστώ με τι όρους θα διαπραγματευόταν η χώρα σε νέο νόμισμα. Έχει γίνει σε επικίνδυνο βαθμό, στις μέρες μας, της μόδας να τάσσεται κανείς υπέρ διαρκών ανεφάρμοστων ριζοσπαστικών αντιπολιτευτικών απόψεων με το πρόσχημα των «κακών ευρωπαίων», αλλά μια Ελλάδα με εθνικό νόμισμα θα κατέστρεφε ολοκληρωτικά το οικονομικό της μέλλον για δεκαετίες.

Σε τέτοιες συζητήσεις ο ρεαλισμός από την καταστροφολογία χωρίζονται από μια λεπτή γραμμή. Μια λανθασμένη, ρεαλιστικά, εκτίμηση της κατάστασης, θα μπορούσε, πραγματικά να οδηγήσει σε καταστροφικά σενάρια. Στα ίδια σενάρια θα μπορούσε να οδηγηθεί η χώρα, εάν η νέα κυβέρνηση που θα προκύψει, τεντώσει το σκοινί της διαπραγμάτευσης με τους Ευρωπαίους πέρα από κάποιο βαθμό.

Και εν τέλει, ας καταλάβουμε ότι την αποπομπή μας από το Ευρώ δεν τη θέλει κανένα από τα δύο στρατόπεδα (Ούτε εμείς, ούτε οι εταίροι μας). Είναι ασύμφορη από κάθε άποψη και όπως υποστηρίζουν σθεναρά αρκετοί, θα μπορούσε να πυροδοτήσει ένα ντόμινο αλυσιδωτών επιπτώσεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Συνεπώς, η κυβέρνηση που θα αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας μετά τις εκλογές, ουσιαστικά, το μέγιστο που θα επιχειρήσει, είναι να καταφέρει μια βελτιωμένη διαπραγμάτευση ώστε να ισχυροποιήσει την παρουσία της. Κάθε άλλο σενάριο δεν άπτεται της πραγματικότητας. Κάθε άλλο σενάριο χαρακτηρίζεται, προσωπικά, στην παρούσα φάση τουλάχιστον επικίνδυνο.

Ένα συμφέρον Grexit δεν αφορά σε μία υποχρεωτική κατάσταση, αλλά σε στοχευμένη κίνηση, η οποία θα έπρεπε να έχει προδρομηθεί από κρατικές και επενδυτικές κινήσεις ώστε να έχει αποτέλεσμα για τη χώρα. Ένα Grexit για να είναι συμφέρον θα χρειαζόταν αρκετά χρόνια προετοιμασίας, θεμελίωσης και ισχυροποίησης της βιομηχανίας της χώρας. Σίγουρα, πάντως, ένα Grexit αντίδρασης, σήμερα, δε θα είχε την παραμικρή πιθανότητα να χαρακτηριστεί επιτυχημένο. Το Grexit δομικά πρέπει να είναι Δράση. Όσο αποτελεί Αντίδραση, τόσο θα χαρακτηρίζεται μια ακόμα εμμονή ιδέα, τροχοπέδη της προόδου.

The bubble-game!

Πολλοί υποστηρίζουν ότι ο καπιταλισμός τρέφεται από τις φούσκες τιμών. Οι οικονομικές φούσκες αποτελούν αδιαμφισβήτητα αναπόσπαστο κομμάτι του. Κάθε μία από αυτές αφορά στη διαρκώς επαναλαμβανόμενη αύξηση της τιμής ενός αγαθού ή μίας υπηρεσίας εξαιτίας της ολοένα και αυξανόμενης τάσης ζήτησης για το ίδιο το αγαθό ή την υπηρεσία. Γιατί όμως ονομάζονται φούσκες; Αρχικά, έχουν την τάση να μεγεθύνονται τιμολογιακά αργά, σταθερά και επαναλαμβανόμενα κατά τον τρόπο που μεγαλώνει μία φούσκα όταν προστίθεται στην ίδια αέρας. Επιπλέον, όσο περισσότερο πραγματοποιείται η τιμολογιακή μεγέθυνση, τόσο αυξάνεται η πιθανότητα να γίνει αντιληπτό από τα άτομα ότι η τιμή του αγαθού είναι τόσο υψηλή, ώστε να μην αξίζει η αγορά του. Όταν αυτό γίνει όντως αντιληπτό από τις οικονομικές μονάδες (τα άτομα), τότε η ζήτηση πέφτει κατακόρυφα, οι πωλήσεις του αγαθού παύουν να έχουν δυναμική ανόδου και αποκτούν μία δυναμική μείωσης σε εκθετικό βαθμό! Αναλογικά η πτώση της ζήτησης ομοιάζει με το σκάσιμο μίας φούσκας χρονικά και ποσοτικά!

Τα αποτελέσματα της επιβεβαίωσης του κινδύνου είναι λίγο-πολύ γνωστά. Οι κατέχοντες τα αγαθά βλέπουν την ιδιοκτησία τους, σε ελάχιστο χρόνο και αδύναμοι να αντιδράσουν, να απαξιώνεται. Σε προσπάθεια μεταπώλησής της, γνωρίζουν ότι θα βγουν χαμένοι εξαιτίας της ραγδαίας πτώσης της τιμής της, στην αγορά! Τότε είναι που γίνεται ευρέως αντιληπτό ότι η τιμή του αγαθού περιείχε σε ένα ποσοστό το αλόγιστο κομμάτι που δεν αντικατόπτριζε την πραγματική αξία του αγαθού, αλλά οφειλόταν στο επίσης αλόγιστο ύψος της ζήτησης. Όλες οι αγορές περιέχουν ένα κομμάτι τιμολογιακού αέρα. Το παράδοξο είναι ότι αυτό το γνωρίζουμε, αλλά παρ’ όλα αυτά σαν αγοραστές υιοθετούμε μία τόσο υποκειμενική ορθολογικότητα, η οποία προκαλεί τον κύκλο κάθε φούσκας. Είναι, όμως, παράδοξο να γνωρίζει κάποιος ότι αγοράζει αέρα και να μην αντιτίθεται σε αυτό; Στο μυαλό των ατόμων πολλές φορές όχι. Εδώ, εισάγεται η έννοια των προσδοκιών. Ένα αγαθό με δυναμική αυξανόμενης ζήτησης, οδηγεί στη σκέψη ότι η αγορά του σε δεδομένο χρόνο θα είναι συμφέρουσα, εφόσον στο επόμενο διάστημα η τιμή του θα αυξηθεί εξαιτίας της αύξησης της ζήτησης! «Ως εκ θαύματος», μόλις βρεθεί κάποιος να αξιολογήσει αντικειμενικά την τιμή του και γνωστοποιήσει τη σκέψη του ότι ποσοστιαία περιέχει υπερβολικό τιμολογιακό αέρα, τότε γίνεται η αρχή του τέλους. Το χρονικό αυτό σημείο, επομένως, συμπίπτει με τη μεταβολή των προσδοκιών των ίδιων των ατόμων!

Την πρώτη, ιστορικά, φούσκα παγκοσμίως γνωστή αποτελεί η «φούσκα της τουλίπας». Έσκασε στην Ολλανδία περί το 1637 και αφορούσε σε βολβούς τουλίπας, οι οποίοι πωλούνταν για υπέρογκα ποσά. Αναρωτιέστε πόσο υπέρογκα ήταν αυτά τα ποσά; Η τιμή κάποιων βολβών είχε φτάσει το ύψος τιμής ενός ακινήτου, ενός σπιτιού. Όχι αναίτια, λοιπόν, η συγκεκριμένη εποχή ονομάστηκε «Μανία της τουλίπας». Κι άλλα παραδείγματα παρόμοιων γεγονότων είναι γνωστά. Στις περιόδους παγκοσμίων κρίσεων, η πιο διαδομένη φούσκα δεν είναι άλλη από τη φούσκα του Χρυσού. Τα άτομα παύουν να έχουν εμπιστοσύνη σε χρηματοοικονομικά προϊόντα και σε συναλλάγματα (σε ξένα νομίσματα), και στρέφονται στην απόκτηση χρυσού, καθώς αναγεννάται η θύμηση ότι ο χρυσός δε χάνει εύκολα την αξία του.

Τι μπορεί κάποιος να διδαχτεί από τις οικονομικές φούσκες; Η καπιταλιστική νοοτροπία διαμόρφωσης τιμών (μέσα από την τομή ζήτησης και προσφοράς), απαιτεί ρεαλισμό στην αξιολόγηση της τιμής κάθε αγαθού, και ειδικότερα στην αξιολόγηση της διαφοράς τιμής-αξίας! Οι επιλογές μπορεί να είναι συμφέρουσες ή μη-συμφέρουσες. Η ταμπελοποίηση μιας οικονομικής επιλογής ως μη-συμφέρουσας, μόνο χαμένους δε μπορεί να μας βγάλει. Επιπρόσθετα, οι οικονομικές φούσκες αποτελούν έναν από τους τρανότερους τρόπους ανάδειξης του ανθρώπινου στοιχείου. Δημιουργούνται, μεγαλώνουν, σκάνε σύμφωνα με τις επιλογές των ανθρώπων. Αν τα άτομα δράσουν διαφορετικά, τότε και οι φούσκες θα διαμορφωθούν διαφορετικά! Μένοντας στο κομμάτι της ανάπτυξής τους, διδασκόμαστε ότι η μαζοποίηση των επιλογών των ατόμων διευρύνει το πρόβλημα. Είναι το γνωστό και ως «φαινόμενο της αγέλης» κατά το οποίο κάποιος τάσσεται υπέρ κάποιας επιλογής, επειδή η πλειονότητα τάσσεται υπέρ αυτής. Η αγελοποίηση αυτή τόσο σε οικονομικό, όσο και σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο δεν ωφέλησε ποτέ ουσιαστικά.

Οι φούσκες τιμών υπάρχουν για να μας θυμίζουν ότι δε ζούμε σε μία κοινωνία μηχανών. Οι άνθρωποι έχουν επιθυμίες, εμμονές, απωθημένα, συναισθηματισμούς, τα οποία επηρεάζουν τις οικονομικές αποφάσεις τους. Αυτές προκύπτουν από έναν πολύπλοκο αλγόριθμο που περιέχει όλες αυτές τις ποιοτικές μεταβλητές και αρκετές άλλες ποσοτικές. Κάθε άτομο κατέχει έναν μοναδικό δικό του αλγόριθμο για να λαμβάνει υποκειμενικά τις αποφάσεις του. Αντίθετα σε μία κοινωνία μηχανών η υποκειμενικότητα αυτή παύει να ισχύει. Οι ποιοτικές μεταβλητές παύουν και αυτές να έχουν ρόλο. Συνέπεια αυτού, η αδυναμία ανάπτυξης μίας φούσκας σε μία τέτοια κοινωνία. Φυσικά, η λύση δεν είναι να γίνουν τα άτομα μηχανές, αλλά απόρροια του συλλογισμού είναι η αναγκαιότητα μεγαλύτερης σκέψης πριν από κάθε οικονομική απόφαση.

Μία ακόμα λέξη κλειδί είναι ο όρος «κερδοσκοπία». Δεν είναι παράνομο να κερδοσκοπεί κάποιος, είναι όμως σε αρκετές περιπτώσεις καταστροφικό για το οικονομικό σύστημα. Πόσο εν τέλει αξίζει το κέρδος; Αξίζει ένα κομμάτι κέρδους όταν κοστίζει για την κοινωνία αλόγιστα πολύ;

Success story

 

Υπάρχουν άνθρωποι με έντονη επιχειρηματική δραστηριοποίηση. Πάραυτα δε διακρίνονται όλοι για την επιθυμία τους να διακριθούν σε αυτόν τον τομέα. Οι επιτυχημένοι των αγορών στη συντριπτική πλειονότητά τους διαθέτουν αυτήν την επιθυμία, η οποία πηγάζει από δύο άλλους παράγοντες. Ο πρώτος σχετίζεται με τη θέληση κάποιων ανθρώπων να προωθήσουν την οικονομική μεγέθυνση της χώρας τους καθώς και τη μεγέθυνση των αγορών. Παράλληλα, ο δεύτερος αφορά στο στόχο του χρηματικού κέρδους.

Οι δύο προαναφερθέντες παράγοντες ιεραρχούνται διαφορετικά στο νου κάθε ατόμου, που προετοιμάζεται να δραστηριοποιηθεί επιχειρηματικά. Εκεί, ακριβώς, υφίσταται διαφοροποίηση ανάμεσα σε αυτούς, οι οποίοι στοχεύουν πρωταρχικά στο κέρδος και δευτερευόντως (ή και καθόλου) στην πρόοδο της χώρας και των αγορών και σ’ εκείνους, οι οποίοι ιεραρχούν αντίστροφα τους δύο αυτούς παράγοντες.

Ας υποθέσουμε, τώρα, ότι μία οικονομία διαθέτει αγορές με υψηλό κορεσμό (δηλαδή αγορές με μικρά περιθώρια για νέες επιχειρήσεις). Τότε, το κέρδος θα γινόταν μία συνάρτηση της προόδου των αγορών, όπως φαίνεται στο σχήμα που ακολουθεί,

 

ΚΕΡΔΟΣ= f(πρόοδος αγορών),

 

ενώ κέρδος και πρόοδος αγορών έχουν θετική σχέση μεταξύ τους.

Ας επιστρέψουμε τώρα στις δύο κατηγορίες, που διακρίναμε παραπάνω. Στοχεύοντας, πρωταρχικά, στο κέρδος, οι περισσότεροι αγνοούν το δεύτερο στόχο. Η υπέρμετρη επιθυμία κέρδους μοιάζει με σειρήνα που δεν επιτρέπει στο νου να διαθέσει χώρο και χρόνο έτσι ώστε να χαρτογραφήσει τις αγορές και να υιοθετήσει τις μακροπρόθεσμα πιο αποδοτικές αποφάσεις. Κατ’ αυτήν την έννοια, οι επίδοξοι αυτοί επιχειρηματίες οδεύουν σε ένα βαθμό τυφλά με δύο πιθανά αποτελέσματα. Πρώτα την αποτυχία, η οποία είναι εξαιρετικά πιθανή (μην ξεχνάτε ότι υποθέσαμε καθεστώς αγορών με υψηλό κορεσμό) και έπειτα τη δύσκολη επιτυχία, η οποία θα βασιστεί, κυρίως, σε ήδη περπατημένα μονοπάτια από ήδη υπάρχουσες επιχειρήσεις ή στρατηγικές παλαιοτέρων επιχειρήσεων, οι οποίες χαρακτηρίστηκαν επιτυχείς.

Εκείνοι, που ιεραρχούν πρώτα την πρόοδο των αγορών και δευτερευόντως το κέρδος, παρουσιάζουν την απαιτούμενη ψυχραιμία για να διακριθούν. Παράλληλα, η πιθανότητα κέρδους είναι μεγαλύτερη, καθώς εκτιμούν ορθότερα τον τρόπο με τον οποίο θα το καταφέρουν. Τα βήματά τους εμπνέουν μεγαλύτερη εμπιστοσύνη, κάτι το οποίο αποτελεί σημάδι επιτυχίας. Η κατάληξη του συλλογισμού είναι απλή: Το κέρδος αποτελεί επακόλουθο της προόδου των αγορών. Παράλληλα η κατάληξη αυτή παίρνει την εξής μορφή: Η προτεραιότητα της μεγέθυνσης ή διεύρυνσης των αγορών έναντι του κέρδους μεροληπτεί υπέρ των ατόμων με επιχειρηματική δραστηριοποίηση που την υποστηρίζουν. Επιπλέον, η προτεραιότητα του κέρδους μπορεί να αποβεί μοιραία, αφού προδίδει μία αρκετά επιφανειακή ανάλυση των αγορών.

Το άμεσο ερώτημα που γεννάται, είναι πως θα μπορέσει ένας εν δυνάμει επιχειρηματίας να μεροληπτεί υπέρ της προόδου των αγορών. Η αστείρευτη επιθυμία κέρδους αποτελεί την πρώτη παγίδα που θα χρειαστεί να αποφύγει, ενώ ιδιαίτερο χρόνο και χώρο του νου του θα πρέπει να αφιερώσει εξασκώντας την επιχειρηματική του σκέψη. Αυτό μοιάζει θεωρητικό, αλλά εν τέλει δεν είναι τόσο. Αυτό που χρειάζεται να κάνει είναι να οραματιστεί τις αγορές σε δύο άξονες. Πρώτα, την εξέλιξη των ήδη υπαρχουσών, έτσι ώστε να καταστήσει τις υπάρχουσες επιχειρήσεις ξεπερασμένες με την είσοδό του και τελικά να τις εκτοπίσει, και έπειτα να δημιουργήσει νέες αγορές. Αυτός είναι και ο λόγος, ο οποίος καθιστά το όραμα καθοριστικό για την επιτυχία.

Είναι τόσο εύκολο όσο και δύσκολο να επιτύχει κάποιος στο επιχειρηματικό στερέωμα. Κλειδί αποτελεί το όραμα, ενώ η δυσκολία εντοπίζεται σε μία μόνο παραδοχή. Οι υπάρχουσες αγορές καλύπτουν ήδη υπάρχουσες ανάγκες ανθρώπων. Το όραμα εμπεριέχει το στάδιο, στο οποίο χρειάζεται να δημιουργηθεί στο νου των ανθρώπων η ανάγκη, ώστε να δημιουργηθεί ζήτηση. Με άλλα λόγια, για να ευσταθεί το όραμα επιβάλλεται να αντιληφθεί εκείνος που το πραγματοποιεί τι είναι πολύ πιθανό να επιθυμούν οι καταναλωτές, χωρίς να το γνωρίζουν εκείνη τη στιγμή! Είμαι βέβαιος ότι οι κυρίαρχοι των αγορών είναι οι οραματιστές τους!

Το μόνο για το οποίο δεν είμαι ακόμα βέβαιος είναι αν αντιμετωπίζουν με τις σκέψεις τους τον κόσμο σφαιρικά…

Στην Ελλάδα του νυν και Α.Ε.Ι.

Το θέμα των ιδιωτικών πανεπιστημίων στην Ελλάδα είναι αναμφίβολα ένα από τα μεγαλύτερα ταμπού! Ή καλύτερα… η νομιμοποίηση τους αποτελεί στερεότυπο δεκαετιών. Ειλικρινά δεν κατάλαβα ποτέ το λόγο εναντίωσης σε μια τέτοια νομοθετική νομιμοποίηση. Δεν υφίσταται δίλημμα τύπου: «Ιδιωτικά ή Δημόσια Πανεπιστήμια;» αλλά το ερώτημα «Μόνο Δημόσια Πανεπιστήμια;» Αρχικά, θα ήθελα να δώσω έναν ορισμό στην έννοια νομιμοποίηση. Με αυτή εννοώ την νομοθετική κατοχύρωση της ισότητας μεταξύ ενός πτυχίου δημοσίου ΑΕΙ και ενός πτυχίου ιδιωτικού ΑΕΙ για το δημόσιο τομέα. Αλλά ερχόμενοι στην ουσία του θέματος θα χρειαστεί να θυμηθούμε ότι ένα πτυχίο είναι συνάρτηση επιτυχίας της αγοράς εργασίας (χωρίς να αποτελεί τη μόνη μεταβλητή). Η αγορά εργασίας με τη σειρά της διαχωρίζεται στον ιδιωτικό και το δημόσιο τομέα. Σε ό,τι αφορά τον ιδιωτικό τομέα, μία νομιμοποίηση της εξίσωσης δημοσίων τίτλων και ιδιωτικών μικρή σημασία θα έχει, εφόσον τα προσόντα δεν είναι μόνα ικανά να κατοχυρώσουν μία θέση, μα η προσωπικότητα και συνολικά τα ατομικά χαρακτηριστικά είναι αυτά που καθορίζουν την ανάληψη μίας θέσης. Επομένως, οι μεταβολές στον ιδιωτικό τομέα θα είναι μικρές, ίσως και αμελητέες. Ο εργασιακός ανταγωνισμός του ιδιωτικού τομέα, καθιστά όχι μόνο δύσκολη την επιβίωση, αλλά και αδύνατο να επαναπαυτεί κάποιος στους τίτλους τους οποίους κατέχει. «Ο καλύτερος επιβιώνει» και η προσπάθεια επιβίωσης είναι διαρκής, με αποτέλεσμα να επιβεβαιώνεται ο προηγούμενος ισχυρισμός, ότι μία επανάπαυση σε πτυχία και άλλους τίτλους, δεν είναι εφικτή. Οι εργοδότες δεν αναζητούν άτομα με «Χάρτινα Προσόντα», αλλά άτομα με όρεξη, διάθεση για εργασία, άτομα με όραμα και αφοσίωση. Σε ό,τι αφορά το δημόσιο τομέα, εκεί θα υπάρξουν μεταβολές; Μεσοπρόθεσμα, ναι! Η ύπαρξη μίας θέσης θα προκαλέσει το ενδιαφέρον αρκετά περισσότερων ατόμων, με αποτέλεσμα τη βελτίωση του ανταγωνισμού. Ποιος δε θα ήθελε έναν περισσότερο ανταγωνιστικό δημόσιο τομέα;

Έπειτα τίθεται το ερώτημα εάν η παιδεία, ως δημόσιο αγαθό, θα πρέπει να προσφέρεται δωρεάν. Βεβαίως και χρειάζεται η παιδεία να προσφέρεται δωρεάν, ώστε να μην αποκλείονται ομάδες του πληθυσμού, αλλά σε τι ωφελεί να προσφέρεται αποκλειστικά δωρεάν; Θέλω να πω, υπάρχει λόγος να υπάρχουν μόνο δημόσια πανεπιστήμια; Η ύπαρξη ιδιωτικών πανεπιστημίων αφ’ ενός μεν θα απορροφήσει ένα κομμάτι Ελλήνων, οι οποίοι επιθυμούν να διαθέσουν χρήματα για την παιδεία των παιδιών τους λόγω οικονομικής άνεσης, αφ’ετέρου δε θα χαρίσει μία δεύτερη ευκαιρία στους νέους που απέτυχαν μέσω του συστήματος των πανελλαδικών εξετάσεων, αυτή τη φορά όμως επί ίσοις όροις (λόγω της εξίσωσης δημοσίων και ιδιωτικών τίτλων). Επιπλέον, η νομοθετική κατοχύρωση αυτής της εξίσωσης θα μειώσει τις εκροές νέων, οι οποίοι καταφεύγουν σε ιδιωτικά πανεπιστήμια του εξωτερικού για προπτυχιακές σπουδές. Είναι αστείο να καυχιόμαστε ότι προσφέρουμε σαν κράτος δωρεάν παιδεία, και από την άλλη να διώχνουμε ευπρεπώς όσους αποτυγχάνουν να εισαχθούν σε κάποιο ελληνικό δημόσιο Α.Ε.Ι.

Παρατηρώντας το θέμα των ιδιωτικών πανεπιστημίων υπό το πρίσμα της επενδυτικής κίνησης, δεν υπάρχει λογική στην εναντίωση! Ιδιωτικά πανεπιστήμια υπάρχουν στις περισσότερες ανεπτυγμένες χώρες του κόσμου και αποτελούν μία αγορά την οποία αρνούμαστε πεισματικά να δημιουργήσουμε εντός Ελλάδος. Άμεση συνέπεια αποτελεί ο αποκλεισμός των υποψηφίων επενδυτών, οι οποίοι παρεμπιπτόντως δεν είναι μόνο Έλληνες. Ο αποκλεισμός επενδυτών σημαίνει αποκλεισμό στην εισροή κεφαλαίου, σημαίνει αποκλεισμό στις θέσεις εργασίας, οι οποίες θα μπορούσαν να δημιουργηθούν, σημαίνει άρνηση στην ανάπτυξη. Και, μιλώντας για τριτοβάθμια εκπαίδευση, ας μην παραλείψουμε ότι σημαίνει αφαίρεση δυναμικής από την έρευνα.

Τα ιδιωτικά πανεπιστήμια δε θα είναι ψυχρές πολυεθνικές επιχειρήσεις, αλλά εκπαιδευτικά ιδρύματα με προσφορά στη γνώση και την επιστήμη. Ακόμα, η διατήρηση των πραγμάτων ως έχουν αποκλείει εισροή νέων στη χώρα μας. Τι πραγματοποιείται σήμερα στην τριτοβάθμια εκπαίδευση στην Ελλάδα, το οποίο προκαλεί το ενδιαφέρον νέων από το εξωτερικό; Με άλλα λόγια, τα ιδιωτικά πανεπιστήμια μέσω των διδάκτρων, θα μπορούσαν να δημιουργήσουν συνθήκες τόσο μαθησιακές, όσο και κτιριακών εγκαταστάσεων, οι οποίες θα προσέλκυαν νέους από το εξωτερικό να σπουδάσουν στη χώρα μας. Μάλιστα, ας μη μείνουμε στα στενά όρια προπτυχιακών σπουδών, αλλά ας αναλογιστούμε και τις σπουδές πέραν αυτών.

Είναι επιεικώς ακατανόητη η διατήρηση του μονοπωλίου του κράτους σε μία τόσο ανταγωνιστική αγορά. Οι καπιταλιστικές οικονομίες δεν έχουν κενά για να επιβιώνουν στερεότυπα αγορών. Τα στερεότυπα για τις αγορές είναι ότι οι αρρώστιες για τον άνθρωπο, σε ένα κόσμο δίχως φάρμακα. Θέτουν ανεξήγητους φραγμούς στις αγορές και μεροληπτούν σε βάρος της προόδου. Πόσο προβληματική φαντάζει η αυτοπεριθωριοποίηση μίας χώρας σε μία αγορά; Στις μεσαιωνικές αντιλήψεις που όντως υπάρχουν στη χώρα μας, το κλειδί είναι ένα! Όταν καλείσαι να αποδεχτείς μία άποψη ή μία νοοτροπία de facto, αναζήτησε τη διαφορά κόστους-ωφέλειας στην αποδοχή και στην απόρριψή της. Αναρωτήσου τι θα συνέβαινε εάν υιοθετούσες μία διαφορετική αντίληψη…

ΕΝΦΙΑ’s philosophy

 

Η αγορά ενός ακινήτου συνεπάγεται με το ότι θα είναι οπωσδήποτε προσοδοφόρα; Σήμερα όχι! Η αγορά ενός ακινήτου αποτελεί και αυτή όπως κάθε αγορά, μία επένδυση. Κάθε επένδυση ενέχει ρίσκο στην υπόστασή της. Το ρίσκο επένδυσης στην αγορά ακινήτων δεν είναι είναι άλλο από το ενδεχόμενο απαξίωσης της ιδιοκτησίας καθώς και το ενδεχόμενο υπέρμετρης φορολόγησής της. Εν έτει 2014, στην Ελλάδα, δηλαδή, της οικονομικής κρίσης, κάθε προηγούμενη επένδυση στην αγορά ακινήτων, δείχνει να υποκύπτει στο ρίσκο (με ελάχιστες εξαιρέσεις).

Αφ’ενός μεν η ιδιοκτησία έχει απαξιωθεί (οι περιπτώσεις στις οποίες κτίσματα πωλούνται έναντι αστείων ποσών είναι ουκ ολίγες), αφ’ετέρου δε η φορολόγησή της έχει ανεβεί κατακόρυφα. Η πρώτη διαπίστωση αποτελεί απόρροια της δεύτερης εξέλιξης. Και, ισχυρίζομαι, εξέλιξης διότι έως κάποιας χρονικής στιγμής η φορολόγηση της ιδιοκτησίας δεν παρουσίαζε σπουδαίες μεταβολές. Παρόλα αυτά, σήμερα, η εξέλιξη αυτή έχει την ονομασία ΕΝΦΙΑ ή αλλιώς Ενιαίος Φόρος Ακινήτων. Άσχετα με το εάν ο συγκεκριμένος φόρος είναι δίκαιος ή άδικος (καθώς είναι μεγάλο θέμα το ποιος φόρος είναι πράγματι δίκαιος και ποιος είναι αντικειμενικά άδικος), ο ΕΝΦΙΑ σαφέστατα θα δημιουργήσει ένα νέο τρόπο σκέψης στην αγορά ακινήτων.

Φέρετε στο νου σας γονείς και παππούδες. Η σκέψη, η οποία περιέβαλε κάθε κίνηση τους ως προς την ιδιοκτησία ήταν ότι: «Η γη δε χάνει ποτέ την αξία της.» Πραγμάτι, δεδομένου του γεγονότος ότι η οικονομία κάνει κύκλους και δημιουργεί φούσκες που αυξομειώνονται σε όγκο μακροπρόθεσμα διαρκώς, δεν έχουν άδικο. Τις τελευταίες δεκαετίες υπήρξε μία φούσκα ακινήτων όμως, η οποία διαρκώς διογκωνόταν. Ήταν αναμενόμενο κάποια στιγμή οι τιμές να βρεθούν κάτω από τις αντικειμενικές αξίες. Και η στιγμή αυτή έγινε απόρροια της ελληνικής κρίσης χρέους, καθώς η ιδιοκτησία έγινε μία από της κύριες φορολογικές βάσεις των δημοσίων οικονομικών.

Προσωπικά, αντικρύζω τρία ενδεχόμενα σε περίπτωση ανάπτυξης (περί της οποίας πολύς λόγος έχει γίνει, περί της οποίας θα αναφερθούμε σε επόμενο άρθρο). Το πρώτο ενδεχόμενο αποτελεί, φυσικά, η κατάργηση του ΕΝΦΙΑ, με αποτέλεσμα τι άλλο από μία δεύτερη εκδοχή της προϋφισταμένης φούσκας. Το αποτέλεσμα θα είναι η φούσκα αυτή να διαμορφωθεί μακροπρόθεσμα, καθώς οι επενδύσεις σε αυτόν τον τομέα θα πρέπει να εμπνέουν εμπιστοσύνη, ενώ οι επενδυτές, ας μη ξεχνάμε ότι δε θα πάψουν να λαμβάνουν υπόψιν τους την, έως κάποιας στιγμής, χρήση της ιδιοκτησίας ως άκρως επιζήμια φορολογική βάση. Μία δεύτερη περίπτωση αποτελεί η διατήρηση του ΕΝΦΙΑ στα σημερινά επίπεδα. Αυτή ακριβώς η διατήρηση θα σημάνει το τέλος της νοοτροπίας: «Η γη δε χάνει ποτέ την αξία της.» Ο λόγος, προφανώς, και βρίσκεται στο γεγονός ότι η ιδιοκτησία θα πάψει να αποφέρει κέρδος σε έναν ιδιώτη-επενδυτή. Με απλά λόγια, κάτι τέτοιο θα χαρακτηρίσει την ιδιοκτησία σταθερά ασύμφορη προς επένδυση. Τα ποσοστά επενδύσεων, αναμενόμενα, θα αυξηθούν στον χρηματοοικονομικό τομέα, καθώς τα άτομα θα αναζητήσουν νέες επενδυτικές διεξόδους αποστρεφόμενοι την ιδιοκτησιακή κατοχή. Και το απότελεσμα; Όταν σε ένα δεδομένο αριθμό ακινήτων επενδυθούν λιγότερα χρήματα, η ιδιοκτησία θα χάσει την αξία της! Ένας χρηματικός περιορισμός του  ΕΝΦΙΑ (σαν τρίτη εκδοχή), θα γεννήσει την εμπιστοσύνη στην αγορά με αργούς ρυθμούς.

Θεωρώντας ότι ο ΕΝΦΙΑ σαν ιδέα φορολόγησης δε θα καταργηθεί, είναι αναμενόμενο ότι έχει ήδη καταστήσει την ιδιοκτησία ασύμφορη. Οικονομικά και συνειδησιακά. Στη συνείδηση ενός νέου, είναι εύκολο να εμπνεύσει κάποιος την εμπιστοσύνη επένδυσης στην αγορά ακινήτων; Δε νομίζω ότι κάτι τέτοιο δύναται να πραγματοποιηθεί σήμερα. Οι νέοι του σήμερα έζησαν μία ιδιοκτησία που απαξιώθηκε λόγω της φορολόγησης και δύσκολα θα ξεπεράσουν το συγκεκριμένο βίωμα. Άλλωστε, ας μην ξεχνάμε ότι η επένδυση σχετίζεται άμεσα με την ψυχολογία του επενδυτή. Επόμενο είναι, ο Έλληνας επενδυτής να συμπεριφέρεται στο μέλλον σαν ευρωπαίος επενδυτής, δίνοντας έμφαση στις ευρωπαϊκές και παγκόσμιες χρηματογορές. Είναι αλήθεια, ότι η σημερινή φορόλογηση της ιδιοκτησίας έχει, ήδη,  σπάσει ταμπού δεκαετιών για τους Έλληνες ιδιώτες. Το ερώτημα είναι κατά πόσον οι ίδιοι θα προσαρμοστούν στη νέα κατάσταση. Εφόσον το πραγματοποιήσουν,η Ελλάδα θα κάνει το μεγάλο βήμα επενδυτικής διεθνοποίησης, αξιολογώντας τις πανευρωπαϊκές χρηματαγορές και επενδύοντας σ’αυτές. Σαφώς, κάτι τέτοιο θα σημάνει πρόοδο, εφόσον η αντιμετώπιση των επενδύσεων θα είναι σφαιρική, ενώ οι επενδυτικές φούσκες θα διογκώνονται έως ενός σημείου, το οποίο δε θα αγγίζει καν το σημείο διόγκωσης της ιδιοκτησίας στην Ελλάδα το οποίο αντικατόπτριζε την αγορά ακινήτων πριν το 2010.

Οι επενδυτές δεν έχουν δικαίωμα να μένουν στάσιμοι στις ιδέες τους. Η σταση στην εξέλιξή τους, σημαίνει το αναμενόμενο τέλος τους. Μου αρέσει να διαβάζω απόψεις μεγάλων επενδυτών. Είναι άνθρωποι που γνώρισαν τις οικονομίες δίχως να τις σπουδάσουν ποτέ. Σε κανένα δημόσιο ή ιδιωτικό πανεπιστήπιο δεν επιχείρησαν να κάνουν κτήμα τους μία γνώση τυποποιημένη, αλλά αντίθετα είχαν την ευκαιρία να κάνουν βίωμα τις οικονομίες μέσα από τις κινήσεις τους. Ο John Templeton ήταν ένας από αυτούς. Διαβάζοντας διάφορα αποφθέγματα σχετικά με τις επενδύσεις, συνάντησα το σπουδαίο ισχυρισμό του: «The four most dangerous words in investing are: ‘»this time it’s different». Θα ήθελα να αναρωτηθείτε κάτι απλό. Αν δεν είναι η κρίση ο λόγος να ισχυριστούμε το ίδιο, σχετικά με την ιδιωτική επένδυση, σχετικά με την επένδυση στην ιδιοκτησία, τότε πότε θα είναι η ευκαιρία ισχυριστούμε κάτι τέτοιο;

«Μία ουσιώδης προτεραιότητα»

Το TEDxAcademy έχει ολοκληρωθεί. Ένα μονοήμερο event με θεματολογία γύρω από το περίφημο: «The future we share». Γύρισα στο σπίτι γεμάτος από την όρεξη και τις ιδέες των ομιλητών, μα πάνω απ’ όλα διατεθειμένος να σκεφτώ τους προβληματισμούς τους. Την επόμενη μέρα, άνοιξα το twitter για να φρεσκάρω στη μνήμη μου τις ατάκες, οι οποίες τράβηξαν περισσότερο τις εντυπώσεις.
Εξαιρετικός ο James Robinson, απίθανος ο Simon Anholt. Ο Στέλιος Ράμφος, φιλόσοφος και συγγραφέας, τάραξε την όποια νηφαλιότητα υπήρχε στο χώρο αναπτύσσοντας μία συλλογιστική και καταλήγοντας στη ρήση: «Η κρίση είμαστε εμείς». Είναι βέβαιο ότι βάσει οικονομικών δεδομένων, η Ελλάδα πλήττεται από κρίση χρέους εδώ και αρκετά χρόνια, αλλά είναι αυτή η πραγματική κρίση που υφίστανται οι Έλληνες; Η ερώτηση είναι ρητορική, καθώς οι νοοτροπίες των Ελλήνων ως προς την αντιμετώπιση οικονομικά των γύρω τους και του κράτους αποτελούν τη μεγαλύτερη δυσλειτουργία του συστήματος. Δύο διμερείς σχέσεις, αφόρητα μεροληπτικές, αφόρητα κουραστικές και αφόρητα μη-αντιμετωπίσιμες. Θα ήθελα να σταθώ σε μία θέση που ακούστηκε από τον Έλληνα Μιχάλη Μπαχτή και που, ταυτόχρονα, επιβεβαιώνει τον αρχικό ισχυρισμό.

«Πρέπει να στηρίξουμε τα πανεπιστήμια και τους θεσμούς για να προωθήσουμε την έρευνα στην Ελλάδα». Παράλληλα, συμπλήρωσε ότι: «Όταν σταματάς την ερευνητική διαδικασία στο πανεπιστήμιο, σταματάς την παραγωγή γνώσης». Μια τέτοια παρεμπόδιση, έχει άμεσες συνέπειες στην τεχνολογία την οποία διαθέτει η χώρα. Δεδομένης της επιθυμίας προόδου, δεδομένης της επιθυμίας για μεγέθυνση της παραγωγής, κάθε χώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με πλήθος αγορών. Προκειμένου να υπάρχουν επιχειρήσεις βιώσιμες στις αγορές αυτές, καθίσταται απαραίτητο να διαθέτουν τεχνολογία προηγμένη στην παραγωγή. Κι εδώ γεννάται το δίλημμα! Η τεχνολογία δημιουργείται μέσα από την ερευνητική πρόοδο (σε εκπαιδευτικά ιδρύματα, σε R&D departments και μέσω της συνεργασίας τους), ενώ παράλληλα δύναται να εισαχθεί από χώρες του εξωτερικού που θα επιλέξουν να δώσουν εκείνες βαρύτητα στην έρευνα. Το ερώτημα είναι: Υπάρχει λόγος να εισάγεται τεχνολογία, εφόσον υπάρχουν πανεπιστημιακά ιδρύματα (και νέοι, όπως είναι διεθνώς αποδεκτό) στα οποία μπορεί να παραχθεί;

Το αφανές αποτέλεσμα της παρεμπόδισης παραγωγής γνώσης είναι η τοποθέτηση των ξένων επιχειρήσεων στο τιμόνι του οδηγού κάθε αγοράς. Αποτελεί τον τρόπο, που οι ελληνικές επιχειρήσεις θα είναι ένα βήμα πίσω στην κάθε αγορά(λόγω του κόστους εισαγωγής της νέας τεχνολογίας καθώς και της περιόδου προσαρμογής σ’ αυτή, εφόσον οι ανταγωνιστικές επιχειρήσεις θα την έχουν, ήδη, αφομοιώσει) και το οποίο θα εμποδίζει την επέκτασή τους σ’ αυτήν. Παράλληλα, ακόμα κι αυτές οι οποίες θα επιβιώσουν, ακόμα και εκείνες που θα διεθνοποιηθούν, πως θα δράσουν στην προσπάθειά τους να εκτοπίσουν τις ανταγωνιστικές επιχειρήσεις και να καθιερωθούν ως «ηγέτες» αγορών; Φυσικά και ένας από τους άξονες τους οποίους θα κινηθούν, θα είναι η εξέλιξη της, ήδη, υπάρχουσας τεχνολογίας παραγωγής. Δεδομένης της ερευνητικής δραστηριότητας στην Ελλάδα, ποιος ο λόγος να επενδύσουν εδώ με στόχο αυτήν τη βελτίωση; Είναι τουλάχιστον αυτοκαταστροφικό να διαθέτουμε ανθρώπους με γνώσεις και επιθυμία για έρευνα και να μην αξιοποιούμε τους βασικότερους πυλώνες της παραγωγής τεχνολογίας, επενδύοντας σ’ αυτήν! Είναι βλακώδες να παρεμποδίζεται η έρευνα, ειδικότερα όταν δεν υφίσταται αξιόλογη αιτία.
Σας παραθέτω δίχως σχόλιο την παρακάτω φωτογραφία μαζί με το σχόλιο του
κου Μπαχτή:

10715714_10205011772514872_1880733743_n

 

«Δεξιά υπάρχουν εικόνες από το Ε.Μ.Π., ενώ αριστερά είναι ό,τι κοντινότερο βρήκα σε μολότοφ στο πανεπιστήμιο του Ουισκονσιν.»

Παράλληλα, η τεχνολογία έχει μία τεράστια δυνατότητα, ένα τεράστιο “αβαντάζ” έναντι ανταγωνιστικών επενδύσεων. Πέρα από το να εξελίσσει αγορές, μπορεί να δημιουργεί αγορές. Μία ανακάλυψη, μία πρόοδος, η οποία φαινομενικά δεν ταιριάζει στην εξέλιξη κάποιας αγοράς, αναμένει τον επιχειρηματία ο οποίος θα την αξιοποιήσει, όχι εισχωρώντας, αλλά δημιουργώντας μία καινούρια αγορά. Είναι επόμενο, η παρεμπόδισή της, να επηρεάζει αναποτελεσματικά αυτόν τον τομέα. Είναι ακριβώς αυτό που ισχυρίστηκε ο Theodore Von Karman, ότι δηλαδή: «Η τεχνολογία μετατρέπει τη γνώση που προκύπτει από την επιστήμη σε πράγματα που δεν υπήρξαν ποτέ.»

«Περί ανακύκλωσης Xρήματος»

Η απάντηση στο ερώτημα για το εάν η υψηλή διασπορά εισοδημάτων πρέπει να λυθεί, ώστε να αντιμετωπιστεί μια κρίση, είναι αρκετά δύσκολο να δοθεί, καθώς η ισοπέδωση του φαινομένου δε θα αποδώσει απαραίτητα σ’αυτον τον άξονα. Παράδοξο; Ίσως και όχι, εφόσον η ουσία δε βρίσκεται στην υψηλή διασπορά αλλά στην κυκλοφορία του χρήματος. Με μια γρήγορη ματιά στην κοινωνία μπορεί κανείς να αντικρίσει οικογένειες οι οποίες δύσκολα τα βγάζουν πέρα, οικογένειες που ζουν με άνεση, ανθρώπους που ζουν στα όρια της φτώχειας, ανθρώπους με τεράστιες καταθέσεις στις τράπεζες. Εάν η συνολική ποσότητα χρήματος η οποία κυκλοφορεί στην οικονομία δε βρίσκεται σε καθεστώς «κυκλοφορίας» στο σύνολο της, με άλλα λόγια εάν η ποσότητα αυτή δε χρησιμοποιείται εξ ολοκλήρου αλλάζοντας συνεχώς χέρια, τότε η αντιμετώπιση της υφιστάμενης υψηλής διακύμανσης καθίσταται απαραίτητη. Κάτι τέτοιο μπορεί να συμβαίνει με τραπεζικούς λογαριασμούς υπέρογκων καταθέσεων οι οποίοι δεν κινούνται πέρα από ένα ποσοστό.

Οικονομικά, μια τέτοια κατάσταση χαρακτηρίζεται από ανισορροπία. Καθώς ο νεοφιλελευθερισμός δεν έχει ακόμα καθιερωθεί τουλάχιστον ως προς τα οικονομικά ιδεώδη που πρεσβεύει και ο ο κρατικός παρεμβατισμός εξακολουθεί να υφίσταται. Σε μια τέτοια ανισορροπία το κράτος είναι υποχρεωμένο να επέμβει ως ρυθμιστής. Πολλοί θα υποστήριζαν ότι σε καπιταλιστικές οικονομίες τα άτομα έχουν δικαίωμα στα κέρδη και πλήρη εξουσία επ’ αυτών. Από την άλλη πλευρά, όμως, έχουν τα άτομα δικαίωμα σε υπερκέρδη τα οποία προωθούν μια ανούσια συσσώρευση πλούτου, η οποία με τη σειρά της, επί της ουσίας αχρηστεύει μερίδιο της συνολικής ποσότητας χρήματος που κυκλοφορεί; Το ερώτημα ουσιαστικά παίρνει τη μορφή μιας άλλης αναζήτησης. Υπάρχει όριο στο κέρδος;
Ας υποθέσουμε ότι υπάρχει ένα γραφείο σε κάποιο δημόσιο οργανισμό, στο οποίο εργάζονται δέκα δημόσιοι υπάλληλοι. Δεδομένης της μονιμότητας στο δημόσιο τομέα, οι δύο από αυτούς δεν προσφέρουν εργασιακά, με δύο άμεσες συνέπειες. Αρχικά αποτελούν οικονομική «Ζημία» για το κράτος καθώς η μισθολογική τους κατάσταση δεν αντιπροσωπεύει την εργασιακή προσφορά τους, ενώ η εργασία που δεν πραγματοποιούν επιμερίζεται στους υπόλοιπους οχτώ εργαζομένους. Η υπολειτουργία των δύο θα υποχρεώσει, επομένως, την εργασιακή υπερλειτουργία των υπολοίπων. Κατ’αναλογίαν αυτό συμβαίνει και με το χρήμα. Η συσσώρευση πλούτου αχρηστεύοντας κομμάτι του κυκλοφορούντος χρήματος, αναγκάζει την υπερανακύκλωση της υπόλοιπης ποσότητας. Σύμφωνα με αυτό, γιατί να μην υπάρχει όριο στο κέρδος όταν η οικονομία βλάπτεται από αυτό;
Το κλειδί βρίσκεται σε ένα μόνο συλλογισμό. Εφόσον υπάρχει χρήμα σε καταθέσεις το οποίο παραμένει αδρανές, τότε η δέσμευσή του από τους κατέχοντές το, κατά πόσο θα μειώσει το επίπεδο ευημερίας τους; Εφόσον δεν υπάρχει μείωση, υφίσταται στέρηση; Κι αν δεν υφίσταται στέρηση, η χρήση του μέσω ενός μηχανισμού ανακύκλωσης με βεβαιότητα θα αποτελεί χρήσιμη κυκλοφορία νομίσματος. Τόσο απλά, τόσο ουσιαστικά μια τέτοια παρέμβαση θα ωφελούσε κομμάτι της κοινωνίας, δίχως να υφίσταται καμία ουσιαστική επιβάρυνση. Μάλιστα πέρα από αυτήν την ωφέλεια, είναι βέβαιο ότι θα «ελευθερωθεί» σε κάποιο βαθμό το κομμάτι εκείνο του χρήματος που πράγματι άλλαζε χέρια. Βεβαίως, μία τέτοια κίνηση θα είχε αντίκτυπο μονάχα στην περίπτωση μιας υγιούς οικονομίας. Είναι ανάγκη να υπενθυμισθεί ότι μια διεφθαρμένη κοινωνία δε μπορεί να λύσει τα οποιαδήποτε προβλήματά της εάν πρώτα δε σταματήσει να είναι διεφθαρμένη;
Η φορολόγηση περιουσίας και η φορολόγηση εισοδήματος αρκετές φορές αδικεί κομμάτια της κοινωνίας. Η ανακύκλωση καταθέσεων πάνω από ένα συγκεκριμένο ποσό, μπορεί να σηματοδοτήσει μία όχι βασική, αλλά χρήσιμη πηγή

εσόδων του κράτους, η οποία θα έχει άμεσο αντίκτυπο και στη φορολόγηση. Το ερώτημα είναι σε τι βαθμό είναι διατεθειμένη μία κυβέρνηση στην οποιαδήποτε χώρα του κόσμου να εφαρμόσει μία τέτοια πολιτική, εφόσον η σύγκρουση με την οικονομική ελίτ θα είναι σαφέστατα σφοδρή. Σαφώς, δεν είναι ορθολογικό να συσσωρεύεται χρήμα σε καταθέσεις, εφόσον μία οικονομία λειτουργεί όταν το χρήμα που κυκλοφορεί τείνει να εξισωθεί με τη συνολική προσφερόμενη ποσότητα. Είναι, ίσως, ένα από τα μεγαλύτερα στοιχήματα κάθε νομίσματος. Φυσικά, η θέσπιση ενός ανωτάτου ορίου καταθέσεων δεν πρέπει να έχει παντοτινή ισχύ. Προκειμένου να μην υπάρχουν εκροές καταθέσεων σε συστηματική βάση, κάτι τέτοιο θα μπορούσε να επιβάλλεται σε ειδικές περιπτώσεις. Παραδείγματα τέτοιων περιπτώσεων υφίστανται όταν το κράτος δε δύναται να αντιμετωπίσει τις υποχρεώσεις του, καθώς και όταν λάβει πληροφόρηση από τις τράπεζες ότι υπάρχει μεγάλη ποσοστιαία συσσώρευση πλούτου σε λογαριασμούς.
Ο Αμερικανός Ralph Waldo Emerson υποστήριζε ότι «Money often costs too much». Είναι οδυνηρό να κοστίζει στην κοινωνία η άσκοπη συσσώρευσή του από συγκεκριμένα κομμάτια της.

Προσδοκίες

Οι κρίσεις είναι περιοδικά φαινόμενα. Η θεωρία περί οικονομικών κύκλων το επαληθεύει δίχως καμία αμφιβολία κι αυτός είναι ένας ακόμα λόγος να γνωρίζουμε πως πρέπει να δράσουμε, όταν μία οικονομία βρεθεί σε μία τέτοια κατάσταση. Η επιδείνωσή τους, η εκθετική επιδείνωσή τους στην πλειονότητα των περιπτώσεων οφείλεται σε δικές μας ενέργειες. Οι κρίσεις αποτελούν οικονομικά «σοκ». Ποιος από εσάς θα πίστευε ότι η ομοιοπαθητική μέθοδος θα ταίριαζε στην αντιμετώπιση των κρίσεων; Ποιος θα πίστευε ότι με ένα «σοκ» θα έπρεπε να αντιμετωπίσουμε μια τέτοια κατάσταση;

Με τον όρο «σοκ» θα όριζα μία μη-ορθολογική συλλογική κίνηση. Ένα δημοσιονομικό έλλειμμα περιορίζει την εμπιστοσύνη στο κράτος, ωθεί τα κρατικά επιτόκια στα ύψη και, στην καλύτερη πρίπτωση, μεσοπρόθεσμα βαθαίνει το αδιέξοδο. Γιατί όμως; Γιατί εμείς οι ίδιοι αποσύρουμε την όποια εμπιστοσύνη είχαμε επενδύσει στο κράτος. Φανταστείτε μία οικονομία στην οποία τα άτομα σε ένα τέτοιο «σοκ» δημοσιονομικού ελλείμματος δε δρούσαν με τον αναμενόμενο τρόπο, αλλά «αναίσθητα». Φανταστείτε να έδειχναν εμπιστοσύνη στην κυβέρνηση που θα υποσχόταν ότι θα αντιμετωπίσει το οικονομικό bug και θα εξακολουθούσαν να καταναλώνουν και να επενδύουν. Τι θέση θα είχε μία μεγάλη ύφεση σε μία τέτοια οικονομία; Ή ορθότερα… Τι πιθανότητες θα υπήρχαν μία ύφεση να κρατούσε καιρό σε μία τέτοια οικονομία;

H δράση στην οποία τα άτομα θα προβούν όταν αντιληφθούν μια οικονομική αστάθεια στη χώρα μοιάζει με ένα παίγνιο. Καθορίζεται βάση του δεδομένου αναμενόμενου αποτελέσματος αυτής της οικονομικής αστάθειας. Εάν η κοινωνία αναμένει μία ύφεση ή και κατάρρευση του οικονομικού συστήματος, τότε μετριάζει τις οικονομικές αποφάσεις που λαμβάνει, βαθαίνοντας με αυτόν τον τρόπο το «τούνελ» για τη σωτηρία. Εάν, από την άλλη, αναμένει τη βραχυπρόθεσμη λύση του προβλήματος, εάν Πιστεύει ότι τα αρμόδια άτομα θα το αντιμετωπίσουν δραστικά, αδιάφθορα και καθοριστικά, τότε συνεχίζει να λαμβάνει οικονομικές αποφάσεις με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που το πραγματοποιούσε και πριν. Αυτό, στην πραγματικότητα, βοηθά στη λύση του προβλήματος. Το αποτέλεσμα είναι ότι οδηγούμαστε σε ένα καθεστώς αυτοεκπληρούμενων προσδοκιών, αφού αυτό που αρχικά θεωρήσαμε αναμενόμενο να συμβεί, εν τέλει συνέβη.

Εντοπίζεται μία εξαιρετικά σημαντική δυσλειτουργία, η οποία οφείλεται κατά κύριο λόγο στις αρχές του καπιταλισμού. Η συλλογική ευημερία θυσιάζεται στο βωμό της ατομικής ευημερίας. Τα άτομα δεν ενδιαφέρονται τόσο να ευημερεί η κοινωνία, όσο να ευημερούν οι ίδιοι ακόμα και σε βάρος της κοινωνικής ευημερίας. Έτσι, λαμβάνουν αποφάσεις οι οποίες προκειμένου να μειώσουν την αβεβαιότητα ως προς το εισόδημά τους, επιβαρρύνουν το σύνολο ολόκληρης της οικονομίας. Σκεφτείτε ακόμα ένα παίγνιο: Εάν τα άτομα περιμένουν κατ’αυτόν τον τρόπο να επιβαρρυνθεί η οικονομία, τότε πως θα δράσουν; Η ορθολογική απόφαση που θα λάβουν θα είναι να επιδιώξουν να μειώσουν την αβεβαιότητα ως προς τα εισοδήματά τους. Επαγωγικά, αυτή η συλλογιστική μας οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα με την προηγούμενη!

Τα οικονομικά συστήματα έχουν συγκεκριμένους μηχανισμούς οι οποίοι δεν κινούνται μόνοι τους. Οι άνθρωποι είναι αυτοί που λαμβάνουν τις αποφάσεις. Είναι το έμψυχο χαρακτηριστικό των οικονομικών συστημάτων που δεν τα καθιστά έναν απρόσωπο αλγόριθμο. Αυτός είναι και ο λόγος που έχουν τεράστια σημασία οι επιλογές τους. Και, τελικά, ας συνειδητοποιήσουμε επιτέλους ότι οι ανθρώπινες επιλόγες διαμορφώνουν τις οικονομίες και όχι οι οικονομίες τις ανθρώπινες επιλογές.

 

“Aka: Argentina’s Bankruptcy”

Είναι η δεύτερη φορά μέσα σε 13 χρόνια που η Αργεντινή χρεοκοπεί. Είναι οδυνηρό εν έτει 2014, έπειτα από τόσες οικονομικές κρίσεις τον τελευταίο αιώνα σε ολόκληρη την υφήλιο, μία χώρα να χρεοκοπεί και ιδιαίτερα με αυτόν τον τρόπο. Το πρόβλημα περιλαμβάνει δύο συνιστώσες, μία καθαρά οικονομική ανάλυση και μία φανερά νομική υπόσταση.

Το να μη μπορεί μία χώρα να αποπληρώσει κομμάτι του χρέους της είναι οικονομικά τραγικό. Είναι αδικαιολόγητο να μην προβλέπει τις χρηματικές της υποχρεώσεις, με αποτέλεσμα να βρεθεί εκτεθειμένη στον κίνδυνο ανυπαρξίας ρευστότητας. Ο ασθενής λοιπόν, δεν επιτρέπεται να μένει δίχως αίμα κατά τη διάρκεια της επέμβασης. Φαινομενικ συνεπώς, μεγάλο μέρος της ευθύνης θα είχαν οι διαχειριστές των δημοσίων οικονομικών της χώρας, εάν το πραγματικό πρόβλημα ήταν η έλλειψη ρευστότητας. Παρόλ’ αυτά, το πρόβλημα ενέχει μία πολιτική υπόσταση, βαθύτατα οδυνηρή. Τα ομόλογα που έπρεπε να αποπληρωθούν, ήταν υπογεγραμμένα σε όρους του αμερικανικού Δικαίου. Αυτό σημαίνει ότι κάποιο αμερικανικό δικαστήριο έδωσε εντολή πληρωμής στην Αργεντίνικη οικονομική ηγεσία.

Η Αργεντινή δε χρεοκόπησε ατάκτως, η Αργεντινή επέλεξε να πει «όχι» σε μια απόφαση η οποία θα γινόταν καλός αγωγός μιας παγκόσμιας οικονομικής ασυδοσίας. Βλέπω αρκετούς γύρω μου να αναρωτώνται αν όλο το θέμα της «χρεοκοπίας» της Αργεντίνης είχε στοιχεία που θα μπορούσαν να προβλεφθούν. Από τη στιγμή που τα συγκεκριμένα ομόλογα ήταν σε όρους ξένου Δικαίου, βεβαίως και μια τέτοια εξέλιξη ήταν αναμενόμενη. Μη προβλεπόμενο στοιχείο αποτελεί μονάχα η αντίδραση της Αργεντίνικης κυβέρνησης, η εναντίωσή της στο «Μαμούθ» της παγκόσμιας οικονομικής ασυδοσίας. Η κερδοσκοπία συγκεκριμένων ανθρώπων στην υφήλιο που στηρίζεται στο ότι η παγκόσμια οικονομία είναι καπιταλιστική, προκαλεί ανισορροπίες δίχως πραγματική αιτία. Τόσο η φτώχεια, όσο και η κερδοσκοπία είναι τα άρρωστα κομμάτια του καπιταλισμού. Οι πρόσφατες εξελίξεις στην Αργεντινή μου θυμίζουν ισχυρισμούς του J.M. Keynes, που τάχθηκε ανοιχτά υπέρ του κρατικού παρεμβατισμού στις αγορές και γενικότερα στην παγκόσμια οικονομία. Το δεδικασμένο, πλέον, στο δικαστήριο των ΗΠΑ γεννά μια επιτακτική ανάγκη. Η ανάγκη αυτή δεν είναι άλλη από την αλλαγή του αμερικανικού Δικαίου, το οποίο απροκάληπτα και οικονομικά ανισσόροπα, ευνοεί κερδοσκοπικές τάσεις, με αποτέλεσμα όχι μόνο μεγαλύτερες διαταραχές (πτωχεύσεις κρατών), αλλά και ώθηση περισσότερων πλουσίων της παγκόσμιας ελίτ να δημιουργήσουν αγορές που θα στοχεύουν να κερδίζουν σε βάρος πτωχευμένων χωρών. Παγκοσμίως η τάση αυτή έχει ξεκινήσει εδώ και αρκετά χρόνια μέσω δημιουργίας παραγώγων χρηματοοικονομικών προϊόντων, όπως είναι τα λεγώμενα «CDS», προϊόντα που πολλοί οικονομολόγοι θεωρούν απαράδεκτα.

Αυτό που κλήθηκε να κάνει η Αργεντινή, να πτωχεύσει δηλαδή για να γλιτώσει από τα «αρπακτικά» είναι ανήθικο. Η παγκόσμια οικονομία τείνει να αυξάνει το βαθμό ανηθικότητάς της τα τελευταία χρόνια. Είναι αυτό που ουκ ολίγοι υποστηρίζουν, ότι οδηγούμαστε σε μια οικονομική δικτατορία με το προσωπείο μιας πολιτικά παγκόσμιας δημοκρατίας. Η Πρόεδρος της Αργεντινής, Κριστίνα Φερνάντες έκανε δημόσια την εξής δήλωση: «Για αυτούς που μου μετρούν τις μέρες, για μένα θα ήταν πολύ εύκολο να υπογράψω οτιδήποτε και να είμαι βασίλισσα. Αλλά δεν θα μπορούσα να κοιμηθώ τα βράδια. Νιώθω μια ευθύνη απέναντι στην Ιστορία». Θυμίζω ότι η Φερνάντες δεν έχει δικαίωμα επανεκλογής στις εκλογές που θα διεξαχθούν σε ένα χρόνο στη χώρα.

Η Αργεντινή είναι μόνο η αρχή. Παρόμοια περιστατικά είναι βέβαιο πως θα ακολουθήσουν. Είναι γνωστό ότι οι κρίσεις είναι οι καλύτερες περίοδοι για κερδοσκοπικές επενδύσεις, οι οποίες παρασιτούν έως ότου οι οικονομίες ορθοποδήσουν. Ατυχείς συγκρίσεις μεταξύ Αργεντινής και Ελλάδας, καλύτερα να μη γίνονται. Σαν ποσοστό επί του ΑΕΠ κάθε χώρας, η Ελλάδα έχει πολλαπλάσιο χρέος από την Αργεντινή. Κι αυτός είναι ο λόγος που η Αργεντινή δύναται ευκολότερα να φωνάξει «όχι» σε παράλογες πλην όμως νόμιμες αποφάσεις..