Το χρέος του καθενός

Δεν είναι θέμα τιμωρίας. Ναι, φυσικά, και χρειάζεται σε μια ευνομούμενη πολιτεία η παρανομία να τιμωρείται, αλλά η ουσία δε βρίσκεται εκεί. Μια δημοκρατία επιτυγχάνει όταν δε χρειάζεται να τιμωρήσει, όταν λειτουργεί εύρυθμα.

«Λειτουργεί», τι λέξη κι αυτή. Η κοινωνία λειτουργεί όταν οι λειτουργοί αντιλαμβάνονται το ρόλο τους. Για σταθείτε, όμως: Βαθυστόχαστο αυτό για κάποιους. Βαθυστόχαστο και απλοϊκό συνάμα.

Η ομάδα που διώκεται για τις κλοπές στα μέσα μεταφοράς έσφαλε και θα πληρώσει γι’ αυτό. Δε θα σταθώ εκεί. Εξάλλου δεν έχει και κάποια αξία να σας απασχολήσω με το δικό τους σφάλμα. Θα σταθώ, όμως, στους δικηγόρους και τους ιδιωτικούς αλλά και της ΕΛ.ΑΣ. αστυνομικούς που παράνομα τους παρείχαν κάλυψη.

Αυτοί οι άνθρωποι αναδεικνύουν την επιτακτική ανάγκη να μη χάσει η κοινωνία μας την έννοια του λειτουργού, και είναι βέβαιο ότι καθένας από εμάς είναι λειτουργός για το σύνολο. Καθένας από εμάς εργάζεται σιωπηλά ή πιο φανερά για την εύρυθμη λειτουργιά αυτής της κοινωνίας. Στο δίλημμα μεταξύ χρήματος και εντιμότητας, είναι χρέος του καθενός να επιλέξει την εντιμότητα. Στο δίλημμα μεταξύ συμπόρευσης και απομόνωσης των επιόρκων λειτουργών είναι χρέος του καθενός να επιλέξει την απομόνωση τους. Τότε ακριβώς θα αρχίσουμε δειλά δειλά να μιλάμε για μία κρίση αξιών, που παύει να υπάρχει. Άσχημα τα ψέματα.

Οι κοινωνίες προοδεύουν όταν το ατομικό ήθος καθορίζεται από το συλλογικό συμφέρον. Όσο λιγότερο συμβαίνει αυτό, τόσο περισσότερο οι νόμοι της ζούγκλας θα διέπουν την εκάστοτε ανθρώπινη κοινωνία.

Κι εδώ θα σημειώσω δυο πράγματα για τον προβληματισμό του καθενός:

Πρώτα, πριν μερικά χρόνια σε μια κατά το πλείστον βαρετή ομιλία άκουσα έναν άνθρωπο να κλείνει διερωτώμενος αν τελικά ο τίμιος είναι αυτός που δεν έκλεψε ή αυτός που του δόθηκε η ευκαιρία να κλέψει και δεν το έκανε.

Κι έπειτα, ο άνθρωπος που αθετεί το ρόλο του λειτουργού για το χρηματικό συμφέρον πως πιστεύει άραγε ότι βλέπει το παιδί του τις πράξεις του όταν αποκαλύπτονται; Ποιο όραμα να έχει άραγε για τη λειτουργία και τους κανόνες της αυριανής κοινωνίας που σήμερα οικοδομεί και αύριο θα παραδώσει στους συνεχιστές της.

Η Ευρώπη σε κίνδυνο

Στον όρο «Τρομοκρατία» βρίσκουν καταφύγιο λογιών λογιών συμπεριφορές. Το εντυπωσιακό είναι ότι οι καταστάσεις αυτές πολλές φορές δεν ομοιάζουν μεταξύ τους. Τσουβαλιάζουμε κατά κάποιο τρόπο δυσάρεστες καταστάσεις, σ’ έναν κουβά, βάσει του εάν οδηγούν σε επικράτηση του τρόμου. Χάριν λογικής, λοιπόν, χάριν παραγωγικής σκέψης ορισμένες τείνουμε να αγνοούμε τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της κάθε πράξης.

Κάποτε στη λέξη «Τρομοκρατία» ο Έλληνας είχε καρφιτσώσει υποσυνείδητα την πλέον γνωστή οργάνωση για τη δράση της στον ελλαδικό χώρο. Χρόνια μετά σύνδεσε και άλλες παρόμοιου τύπου οργανώσεις. Ο Έλληνας πενηντάρης έχει γεννηθεί και έχει ανατραφεί με τη σκέψη του στην τρομοκρατία. Η «17 Νοέμβρη» είχε δράσεις από το 1975 κιόλας, και για 27 συναπτά έτη. Το πετσί του μπολιάστηκε με την ύπαρξη της τρομοκρατίας. Όσο και αν ανατράφηκε να ζει παράλληλα σε μία τρομοκρατία πολιτικού τύπου, τόσο ανίδεος είναι από την τρομοκρατία που η Ευρώπη βιώνει σήμερα. Κανένας τρομοκράτης δεν είναι τόσο χαζός που να πιστεύει ότι έχει ουσία να χτυπήσει τον άμαχο μέσο Έλληνα. Εξάλλου αυτό δε θα οδηγούσε ένα βήμα πριν τον απώτερο στόχο του, το οποίο βήμα δεν είναι άλλο από τη λαϊκή νομιμοποίηση. Όλοι το ξέρουν αυτό. Η «17 Νοέμβρη», οι «Πυρήνες της φωτιάς» δε θα χτυπούσαν ποτέ το μέσο Έλληνα πολίτη. Θα χτυπούσαν, όμως, στοχευμένα πρόσωπα με σημειολογικό τρόπο. Θεωρώ αβέβαιο και το εάν ο τελικός στόχος τέτοιων οργανώσεων θα ήταν ο θάνατος ενός προσώπου ή ο σοβαρός τραυματισμός του, αλλά αυτό είναι μία μεγάλη ιστορία.

Οι τρομοκρατικές επιθέσεις που σήμερα γίνονται σε όλη την Ευρώπη δεν ομοιάζουν σε τίποτα με τυπικές τρομοκρατικές επιθέσεις πολιτικού τύπου, και αυτό είναι το θλιβερότερο των γεγονότων αφού είναι ταυτόχρονα ο λόγος που δυσκολία της αντιμετώπισης τους ανεβαίνει εκθετικά (σε σύγκριση, πάντα, με τη δυσκολία καταστολής πολιτικού τύπου τρομοκρατικών δράσεων). Ανάμεσα στους δράστες, υπάρχουν άνθρωποι που ήρθαν σε επαφή με τον ISIS μέσω διαδικτύου και μόνο. Κάπως έτσι παύουμε να μιλάμε για κάποιον σκληρό οργανωσιακό πυρήνα, αλλά για κάποιο είδος ανοιχτού καλέσματος. Παράλληλα, ο στόχος δεν είναι κανένα υψηλό πρόσωπο, αλλά αθώοι πολίτες. Σ’ αυτά ακριβώς τα δύο στοιχεία βρίσκεται το είδος εκείνο της τρομοκρατίας που θα κάνει το μέσο Ευρωπαίο πολίτη να φοβάται μήπως η ζωή του κινδυνεύει από το διπλανό του. Αυτά τα δύο στοιχεία τον διαφοροποιούν από το μέσο Ευρωπαίο ο οποίος -επί της ουσίας- δε φοβήθηκε ποτέ ότι θα κινδύνευε από ένα ενδεχόμενο τρομοκρατικό χτύπημα οργανώσεων πολιτικού τύπου.

Στον όρο «Τρομοκρατία» βρίσκουν καταφύγιο λογιών λογιών συμπεριφορές. Αυτό που σήμερα η Ευρώπη αντιμετωπίζει ως τρομοκρατία, είναι κάτι πρωτοφανές για τα ελληνικά δεδομένα. Είναι, ίσως, η χείριστη μορφή του είδους, καθώς ψάχνει αρωγή και ανάχωμα στο πρόσωπο των ευρωπαίων μουσουλμάνων. Μόνο όπλο της Ευρώπης απέναντι στην εξάπλωση της προέλευσης των εγκληματιών εκτός του λεγόμενου Ισλαμικού Κράτους, είναι τα ιδεώδη που πρεσβεύει, και που για χρόνια γαλουχεί τους πολίτες της.

Οι νεκροί των χτυπημάτων στην Ευρώπη δεν είναι αποτέλεσμα «τρομοκρατικών» δράσεων. Η υφή των γεγονότων δε με ωθεί να τις χαρακτηρίσω τρομοκρατικές πράξεις. Ο τρόμος δεν είναι ο στόχος, είναι το μέσο επίτευξης ενός απώτερου θρησκευτικοκεντρικού σκοπού. Οι νεκροί των χτυπημάτων στην Ευρώπη είναι νεκροί εγκλημάτων πολέμου.

Μια μεταρρύθμιση επιτακτική

Η Ελλάδα μαστίζεται από την έλλειψη του «επιχειρείν». Η Ελλάδα έχει περιέλθει σε ένα φαύλο κύκλο παραγωγής επιστημόνων και ώθησής τους εκτός συνόρων.

Το βασικότερο όλων είναι ότι το σύστημα αυτό είναι αυτοτροφοδοτούμενο. Ένας ιός που βρίσκεται στον ανθρώπινο οργανισμό, κι ενώ ο ίδιος θέλει να τον αποβάλει, ταυτόχρονα άθελά του τον τρέφει και τον διογκώνει.

Ποιος νέος θέλει να επιχειρήσει στην Ελλάδα; Έναντι ποιας ευρωπαϊκής χώρας η Ελλάδα μοιάζει ανταγωνιστική ως προς τη φορολογία και το κόστος εργασίας; Eξηγώντας το χαρακτηριστικό της αυτοτροφοδοσίας, η πραγματικότητα δείχνει ότι ολοένα και περισσότεροι νέοι οδηγούνται στην αναζήτηση εργασίας στο εξωτερικό, ενώ το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με τη σταδιακή συνταξιοδότηση των ήδη εργαζομένων, θα αυξάνει τόσο το κόστος εργασίας όσο και τη φορολόγηση.

Το γιατί όμως οι νεότεροι είναι αυτοί που εξωθούνται, ενώ όσο η ηλικία αυξάνει τα ποσοστά εξόδου από τη χώρα φθίνουν, απαντάται από το στοιχείο της ελαστικότητας. Όσο η ηλικία αυξάνει, τόσο λιγότερο ο άνθρωπος επιλέγει να ρισκάρει επιδιώκοντας ένα διαφορετικό μέλλον.

Όσο η ηλικία αυξάνει, τόσο μειώνεται κατά μέσο όρο η ελαστικότητα στο ρίσκο. Μία στάση αυξανόμενης αδράνειας, δίχως κάποιο ιδιαίτερο αντίκτυπο, όπως είναι αναμενόμενο.

Έχω στο μυαλό μου δυο βασικές κατηγορίες νέων που αποχωρούν από τη χώρα. Από τη μια πλευρά εκείνους οι οποίοι μετά την κτήση του βασικού τίτλου σπουδών, με την οικονομική στήριξη της οικογένειας αναζητούν διέξοδο στο εξωτερικό και από την άλλη πλευρά εκείνους οι οποίοι παρέμειναν λίγα χρόνια και τελικά αψήφησαν την αρχική τους άρνηση να αναζητήσουν εργασία εκτός Ελλάδος είτε λόγω εμμονής με αυτή τη χωρά είτε λόγω οικονομικής αδυναμίας.

Η ανθρώπινη φθορά υπάρχει και στις δύο κατηγορίες, αλλά το μέγεθος καλό θα ήταν να αναλογιστεί κανείς ότι ποικίλει.

Και όσο ευχάριστο είναι μια χώρα να καταφέρνει να παράγει ένα ιδιαίτερο, ανταγωνιστικό προϊόν και έπειτα να το εξάγει στο εξωτερικό, τόσο δυσάρεστο είναι να αναπτύσσει τους ορίζοντες ανθρώπων και να τους ωθεί εκτός των συνόρων της. Και πάνω σε αυτό θα προσθέσω δυο γραμμές καθαρά πρακτικές: Πρώτα, το γεγονός ότι η αγορά εργασίας δε συμπεριφέρεται όπως κάθε άλλο προϊόν εφόσον η εξαγωγή ενός ανθρώπου δεν έχει οικονομικό αντίκτυπο (και βασικό εργαλείο εδώ δε μπορεί να είναι άλλο από το ισοζύγιο εισαγωγών-εξαγωγών).

Έπειτα ένα προϊόν δεν έχει συμπεριφορική διάσταση. Ο άνθρωπος το κατευθύνει και αποφασίζει πως και που θα το διανέμει. Αντίθετα η ανθρώπινη εργασία ταυτίζει το προϊόν και τον άνθρωπο. Η διαφορά είναι προφανής: Ο εξαναγκασμός εξόδου από τη χώρα για εύρεση εργασίας φθείρει τους εξαναγκαζόμενους, και σε σύνδεση με το στοιχειό της ελαστικότητας που ήδη ανέφερα, κυρίως τις νέες γενιές.

Δε θα συζητήσω εάν συνεχής λιτότητα ήταν ή αποτελεί λύση για την ελληνική οικονομία. Η ουσία της λύσης του ελληνικού προβλήματος εξάλλου, δε βρίσκεται εκεί. Η ταφόπλακα της ελληνικής οικονομίας μπαίνει όταν το δυνητικό μέλλον καταστρέφεται.

Στην περίπτωση της Ελλάδας, το «καλό» σενάριο του δυνητικού μέλλοντος περιλαμβάνει ασφαλώς ένα εκπαιδευμένο ανθρώπινο δυναμικό, το οποίο γίνεται αρωγός της οικονομικής ανάπτυξης της χώρας. Σε αυτό χρειάζεται να μπει ένας φραγμός, ο οποίος θα πρέπει να εξασφαλίζει μία κόκκινη γραμμή ανόδου του «επιχειρείν», με άμεσα μέτρα αφ’ ενός μεν στην φορολογία των επιχειρήσεων, αφ’ ετέρου δε στο κόστος εργασίας.

Κανείς δε θέλει να γίνεται μάντης κακών, αλλά εφόσον δε γίνουν οι απαραίτητες μεταρρυθμίσεις, η ελληνική οικονομία θα βαραίνει κάτω από την απλή παρατήρηση της παραγωγής επιστημόνων και του δημογραφικού της προβλήματος (που ήδη αντιμετωπίζει, αλλά σε μία γενιά θα έχει δυσβάσταχτες οικονομικά συνέπειες).

Αναλογίζομαι το θλιβερό του πράγματος: Ο απόφοιτος του ελληνικού πανεπιστημίου, δεν αποτελεί τίποτα παραπάνω από το προϊόν της επένδυσης του ελληνικού κράτους στο πρόσωπο αυτό. Αν ορίσω «επιτυχή» την επένδυση στην οποία ο νέος θα ξεκινήσει να παράγει για αυτή τη χώρα, ενώ την ορίσω σαν «ανεπιτυχή»,το ρίσκο της («βίαιης») εξόδου του από τη χώρα, η ελληνική κοινωνία βαθαίνει κάτω από ένα θλιβερό ισοζύγιο, το οποίο χρίζει επιτακτικής αντιμετώπισης.

«Ένας Μοναδικός Δικτάτορας»

Σαν σήμερα, 15 Οκτωβρίου, ακριβώς 76 χρόνια πριν, γίνεται η πρεμιέρα της ταινίας «Ο Μεγάλος Δικτάτωρ» στη Νέα Υόρκη, με πρωταγωνιστή το γνωστό σε όλους Τσάρλυ Τσάπλιν.

Στην ταινία έχει διττό ρόλο, έναν Εβραίο κουρέα, που ευρισκόμενος σε αμνησία επιστρέφει στην πατρίδα του, και έναν παρανοϊκό ηγέτη τον Αντενόιντ Χίνκελ.

Η ταινία προβλήθηκε ως πιο επίκαιρη από ποτέ. Στηλίτευε ένα καθεστώς το οποίο εγκαθιδρύθηκε στα συντρίμμια της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης που ξέσπασε το 1928, έφτασε στην Ευρώπη περί τα 1930, άγγιξε την πολιτική ζωή με την εγκαθίδρυση ολοκληρωτικών καθεστώτων στα τελευταία χρόνια της δεκαετίας και κορυφώθηκε με τη δράση του Αδόλφου Χίτλερ στην Ευρώπη, δικτάτορα που κατάφερε να αλλάξει το ρου της ιστορίας.

Οδεύοντας στο ζενίθ της πορείας του ως κατακτητή, προβάλλεται «Ο Μεγάλος Δικτάτωρ».

Αναμφίβολα ανήκει στις ταινίες που ενέχουν διαχρονικά μηνύματα, ενώ ταυτόχρονα στηλιτεύουν την τότε παρούσα πολιτική φάση. Πάρα το γεγονός συνολικά η ταινία αξίζει να συζητηθεί σε δεκάδες σκηνές της, θεωρώ ότι σε δυο από αυτές, επιβάλεται ιδιαίτερη μνεία.

Η σκηνή στην οποία ο Χίνκελ παίζει με την υδρόγειο αποτελεί σταθμό της πορείας του κινηματογράφου. Καταγράφει τόσο απλά αλλά και απτά, πως ένας ηγέτης (και χρησιμοποιώ τη λέξη μονό χάριν ετυμολογίας) μπορεί να κάνει τον κόσμο να γυρίζει όπως εκείνος θέλει.

Η δυνατότητα του Χίνκελ να πράττει κατά βούληση επηρεάζοντας ένα τεράστιο και παράλληλα ζωτικό(Ευρώπη γαρ) κομμάτι της ανθρωπότητας πηγάζει από δυο βασικούς πυλώνες: Πρώτα, τη στήριξη του λαού, που ίσως χάριν έλλειψης παιδείας, ίσως τάσεων μεσσιανισμού, ίσως θελξης από ένα πλασματικό αίσθημα υπεροχής της φυλής του, ο Χίτλερ την έχει. Έπειτα, τη στήριξη των στρατιωτών στο πρόσωπο του, οι οποίοι γαλουχούνται άλλωστε για αυτό εντός του στρατεύματος. Και κάπως έτσι εξηγείται ποσό εύκολα η ανθρωπότητα γίνεται έρμαιο αρρωστημένων ιδεών ενός πρόσωπου.

Ιστορικά, θα ήθελα να επισημάνω ότι ο Χίτλερ έλαβε την εξουσία όχι πραξικοπηματικά άλλα με δημοκρατικές εκλογές, που πραγματοποιήθηκαν το Μάρτιο του 1933, στις οποίες το NSDAP του Χίτλερ έλαβε 48% και 288 έδρες. Επιστρέφοντας στη σκηνή αυτή θα πρέπει ιδιαίτερη σημασία να δοθεί στο ποσό εύκολα, άτακτα και απρόσεκτα ο Χίνκελ χειρίζεται τη σφαίρα της ανθρωπότητας.

Τη σκηνή μπορείτε να παρακολουθήσετε εδώ:

Κομβικής σημασίας είναι και o λόγος του Χίνκελ στο τελείωμα της ταινίας. Προτού σχολιάσω θα ήθελα να τον παραθέσω:

«Λυπάμαι, αλλά δεν θέλω να γίνω αυτοκράτορας. Δεν είναι δική μου υπόθεση. Δεν θέλω ούτε να βασιλέψω, ούτε να κατακτήσω. Θέλω να βοηθήσω όλο τον κόσμο. Εβραίους, χριστιανούς, μαύρους, λευκούς. Όλοι επιθυμούμε την αλληλεγγύη. Να ζούμε με την ευτυχία των άλλων, και όχι με τη δυστυχία τους. Δεν θέλουμε ούτε να μισούμε, ούτε να περιφρονούμε.

Υπάρχει χώρος για τον καθένα. Η Γη είναι πλούσια και μπορεί να θρέψει όλο τον κόσμο. Η ζωή μπορεί να είναι ελεύθερη κι ωραία, αλλά χάσαμε αυτό το μονοπάτι. Η πλεονεξία δηλητηρίασε τις ψυχές, ανύψωσε τους φραγμούς του μίσους, μας έχει καταδικάσει στη δυστυχία και στη σφαγή. Ορίζουμε την ταχύτητα, αλλά κλεινόμαστε στον εαυτό μας. Η εκμηχάνιση μας κάνει εξαρτώμενους από αυτήν. Η επιστήμη μας έκανε κυνικούς και άξεστους.

Σκεφτόμαστε πολύ, αισθανόμαστε ελάχιστα. Περισσότερο κι από τις μηχανές, χρειαζόμαστε την ανθρωπιά. Πιο πολύ από την επιδεξιότητα, χρειαζόμαστε την καλοσύνη. Χωρίς αυτές τις αρετές, η βία θα κυριαρχήσει στη ζωή. Το αεροπλάνο και το ραδιόφωνο μας έφεραν κοντά. Η φύση αυτών των εφευρέσεων αξιώνει την καλοσύνη και την παγκόσμια αδελφοσύνη.

Αυτή τη στιγμή, η φωνή μου φτάνει στα αυτιά εκατομμυρίων ανθρώπων, απελπισμένων γυναικών, παιδιών, που είναι θύματα ενός συστήματος που ξέρει μόνο να βασανίζει και να φυλακίζει αθώους ανθρώπους. Σε αυτούς που με ακούνε, λέω: Μην απελπίζεστε. Η τωρινή μας δυστυχία προήλθε από την πλεονεξία και τη σκληρότητα εκείνων που φοβούνται την πρόοδο του ανθρώπου. Το μίσος θα περάσει, οι δικτάτορες θα πεθάνουν, και η δύναμη που αφαίρεσαν από το λαό θα επιστρέψει σε αυτόν ξανά. Όσο οι άνθρωποι θα πεθαίνουν, η ελευθερία δεν θα κινδυνέψει.

Στρατιώτες! Μην υπακούτε στους αγροίκους, που σας περιφρονούν και σας δυναστεύουν, που υπαγορεύουν τις πράξεις και τις σκέψεις σας! Που σας μεταμορφώνουν σε κοπάδι, σε κρέας για τα κανόνια. Μην υποχωρείτε μπροστά σε αυτά τα εκφυλισμένα όντα, στους εγκέφαλους και τις καρδιές των μηχανών! Δεν είστε ούτε μηχανές, ούτε κοπάδι, είστε άνθρωποι! Φέρτε την αγάπη μέσα στις καρδιές σας και όχι το μίσος! Μόνο οι εκφυλισμένοι μισούν!

Στρατιώτες! Μην αγωνίζεστε για τη σκλαβιά, αγωνιστείτε για την ελευθερία! Ο άγιος Λουκάς γράφει: «το βασίλειο του Θεού είναι μέσα στον άνθρωπο». Όχι σε έναν άνθρωπο, όχι σε μια ομάδα ανθρώπων, αλλά σε όλους τους ανθρώπους! Σε εσάς! Εσείς είστε ο λαός που έχει τη δύναμη, να δημιουργεί τις μηχανές, να δημιουργεί την ευτυχία! Εσείς ο λαός, έχετε τη δύναμη να εμπνεύσετε μια όμορφη κι ελεύθερη ζωή, να κάνετε αυτή τη ζωή μια υπέροχη περιπέτεια!

Στο όνομα της δημοκρατίας, ας χρησιμοποιήσουμε αυτή τη δύναμη για να ενωθούμε! Να αγωνιστούμε για ένα καινούργιο κόσμο, με ευκαιρίες και δουλειά για όλους, μέλλον για τους νέους, ασφάλεια για τους ηλικιωμένους.

Με αυτή την υπόσχεση, οι αγροίκοι πήραν την εξουσία. Είπαν ψέματα! Δεν κράτησαν το λόγο τους! Οι δικτάτορες ελευθερώνουν τον εαυτό τους, αλλά υποδουλώνουν το λαό. Ο αγώνας μας είναι να κάνουμε πράξη αυτές τις υποσχέσεις!

Να ελευθερώσουμε το λαό, να σπάσουμε τους εθνικούς φραγμούς, να καταργήσουμε την πλεονεξία, το μίσος και τη μισαλλοδοξία. Να αγωνιστούμε για ένα κόσμο δικαίου, όπου η επιστήμη και η πρόοδος θα φέρουν ευτυχία σε όλους! Στρατιώτες! Στο όνομα της δημοκρατίας, ας ενωθούμε!»

Και παρότι αυτός ο λόγος διατυπώνεται στα τέλη του 1940, ακολουθούν χρόνια στα οποία οι άνθρωποι δεν κάνουν το επόμενο βήμα, το βήμα της ανατροπής των ηγετών που δεν τον ενστερνίζονται. Αποτελεί ταυτόχρονα την ύστατη προσπάθεια πρόληψης της επόμενης περιόδου, και το κατεξοχήν πρότυπο οράματος  ενός πολιτικού του 1950, του 1980, του σήμερα.

Παράλληλα, ο Τσάρλυ Τσάπλιν έχει εντοπίσει ότι η δύναμη βρίσκεται στο λαό και μόνο στο λαό. Ο λαός μπορεί να επιλέξει σωστά και δύναται να επιλέξει λανθασμένα. Αναγνωρίζοντας το λάθος μονοπάτι των επιλογών του η ομιλία του Τσάρλυ Τσάπλιν λαμβάνει το βοηθητικό χαρακτήρα επιδιώκοντας την αφύπνιση του.

Για την ιστορία, η προβολή της ταινίας απαγορεύτηκε στη Γερμανία και στις φίλα προσκείμενες χώρες. Πάραυτα ο Χίτλερ την παρακολούθησε εισάγοντας δύο αντίγραφα, χωρίς, όμως, ποτέ να γίνουν γνωστές οι αντιδράσεις του.

Περί προσευχής στα σχολεία

Έγινε ντόρος, τις τελευταίες μέρες για την προσευχή στα σχολεία.

Φωνές σχετικά με αριστερές ιδεοληψίες, έκαναν την εμφάνισή τους στους δέκτες των τηλεοπτικών καναλιών καθώς και σε διάφορα  blogs και ιστοσελίδες. Όλα αυτά, ώσπου κάποια στιγμή ο αρμόδιος υπουργός Παιδείας να ανακοινώσει σε συνέντευξή του ότι τα σχολεία ξεκινούν με αγιασμό και προσευχή.

Εκ των προτέρων αναφέρω, ότι σε επιχειρήματα υπέρ αλλοίωσης της ελληνικής φυσιογνωμίας δε θα κάνω αναφορά.

Αναρωτήθηκα, εάν ένας άνθρωπος αισθάνεται Χριστιανός και κάνει τέτοια ζωή, η οποία ταιριάζει στο χαρακτηρισμό αυτό, τι έχει να φοβηθεί εάν κάποιος υπουργός Παιδείας από τους τόσους που έχουν αναλάβει καθήκοντα, λάβει ένα τέτοιο μέτρο. Αλοίμονο, εάν η πίστη ενός Χριστιανού κλονίζεται από την κατάργηση της ενός διλέπτου προσευχής στον προαυλιακό χώρο των σχολείων.

Η κοινωνία έμαθε στους τύπους. Έκαναν πολλοί, την πίστη συνήθεια, και τη χριστιανική ζωή τύπους. Στην πραγματικότητα, η ζωή αυτή είναι ένα διαρκές βίωμα, και όχι μία φόρμουλα τυπικών καταστάσεων, ώστε να τρέχει η ζωή του οποιουδήποτε Χριστιανού στον “αυτόματο” πιλότο. Άλλωστε, εάν αυτό ισχύει για την κοινωνία, μία ενδεχόμενη κατάργηση της προσευχής στα σχολεία, θα μπορούσε να γίνει η αφορμή για ένα νέο ξεκίνημα. Κάθε οικογένεια που θα αισθανόταν ότι θίγεται από το συγκεκριμένο μέτρο, θα μπορούσε να κάνει την πρωινή προσευχή στο σπίτι. Ορισμένες φορές, θα θέλαμε να αισθανόμαστε ότι μας θίγουν, αλλά στην πραγματικότητα η ενόχληση πηγάζει από το γεγονός ότι θίγεται η ανεπάρκεια του καθενός.

Θα σας θυμίσω το εξής παράδειγμα: Περί τα μέσα του 2006 καταργείται η δυνατότητα της εξομολόγησης στο χώρο των σχολείων, ενώ δεν ήταν λίγοι εκείνοι που αντέδρασαν. Το μέτρο τελικά εφαρμόστηκε, αλλά αναρωτιέμαι πόσοι γονείς από εκείνους που αντέδρασαν, συνέχισαν να συνοδεύουν τα παιδιά τους για εξομολόγηση εκτός του σχολείου. Εάν τελικά ήταν μικρό το ποσοστό που το έπραξε, τότε μήπως η αντίδραση που υπήρξε, ήταν λόγω της μετατόπισης της ευθύνης από σχολείο στην οικογένεια;

Η πίστη ενός Χριστιανού δεν κλονίζεται, εάν είναι αληθινή, από οποιοδήποτε μέτρο δεν του απαγορεύει να ασκεί τα θρησκευτικά του καθήκοντα. Ευσεβιστικές απόψεις, κάθε άλλο παρά πραγματική πίστη υποδηλώνουν. Ή καλύτερα η υποκρισία στο συγκεκριμένο θέμα προέρχεται από την τάση πολλών να βάζουν την πίστη σε καλούπια, τα οποία όμως τους κρατούν τελικά μακριά από αυτήν. Σαν ένα αυτοτροφοδοτούμενο σύστημα ανεπάρκειας, το οποίο εν τέλει δε χρησιμεύει πουθενά.

Ένα αλλιώτικο πραξικόπημα

Από τη νύχτα της Παρασκευής 15 Ιουλίου οι εξελίξεις στη γειτονική χώρα τρέχουν αφηνιασμένες. Λίγο πολλοί όλοι μας παρακολουθήσαμε τη ροή των γεγονότων άλλοι με περισσότερο ενδιαφέρον, άλλοι πιο επιφανειακά.

Η επιτομή τους συγκεντρώνεται στο εξής: Η απόπειρα πραξικοπήματος απέτυχε, με τη συνοδεία εκατοντάδων νεκρών, χιλιάδων τραυματιών και πολλών χιλιάδων συλληφθέντων, των οποίων το μέλλον αγνοείται. Ο Ρεζέπ Ταγίπ Ερντογάν μετά την επιτυχή αντιμετώπιση της κοινωνικοπολιτικής κρίσης προχωρά σε αναδιοργάνωση του στρατού καθώς της δικαστικής εξουσίας.

Τα μεγαλύτερα ειδησεογραφικά πρακτορεία ανά τον κόσμο αναπαράγουν την είδηση ότι ο Τούρκος πρόεδρος, στρέφεται στην επαναφορά της θανατικής ποινής με σκοπό την τιμωρία των πραξικοπηματιών. Η επιμονή και το θάρρος πολιτών που βγήκαν στο δρόμο σε συνδυασμό με τη στήριξη κομματιού του τούρκικου στρατού το βράδυ της εκείνης της Παρασκευής, έδειξαν τη νίκη της Δημοκρατίας απέναντι στην επιβολή ενός εναλλακτικού καθεστώτος.

Η επαναφορά της θανατικής ποινής θα γράψει μία μαύρη σελίδα στην ιστορία της χώρας. Ορισμένες φορές ανθρώπινα χάνουμε την ουσία σε διαδοχικά γεγονότα αντικρύζοντας το δέντρο και χάνοντας το δάσος. Η απόπειρα ενός πραξικοπήματος στέλνει ένα μήνυμα στους κυβερνώντες ότι η Δημοκρατία δε βαδίζει σε σωστά μονοπάτια ή ίσως και να μην εφαρμόζεται σωστά, ίσως και να μη γίνεται αντιληπτό πως εν τέλει εφαρμόζεται.

Από την άλλη η επαναφορά της θανατικής ποινής σε μία χώρα στέλνει το μήνυμα ότι η Δημοκρατία ηττάται. Το σφάλμα και το λογικό αδιέξοδο φανερώνεται στο ότι η νομοθεσία συγκρούεται με το αδιαπραγμάτευτο δικαίωμα του κάθε ανθρώπου στη ζωή.

Γιατί το δικαίωμα στη ζωή είναι αδιαπραγμάτευτο για τον κάθε άνθρωπο. Ίσως όλο αυτό να ακούγεται σα συλλογισμός υπερβολικά ρομαντικό και ειδικότερα περί ανθρώπων που σκότωσαν ή επιχείρησαν την κατάλυση του δημοκρατικού πολιτεύματος, όμως, ανέκαθεν ήλπιζα ότι η Δημοκρατία δεν έχει αδιέξοδα, έχει προβλήματα και λύσεις γι’ αυτά. Άνθρωποι που εκτελούνται υπό τη συνταγματική πρόβλεψη αποτελούν θύματα της αδυναμίας του κράτους να τους σωφρονίσει. Αναδεικνύουν αν μη τι άλλο μια δικαίωση ανούσια.

Η δημοκρατική δικαίωση αντικατοπτρίζεται όχι στην εκτέλεση ενός ανθρώπου αλλά στο σωφρονισμό του. Κι αν το πλήθος των πραξικοπηματιών διαφαίνεται μεγάλο και ο σωφρονισμός επομένως έχει να εφαρμοστεί σε ένα ογκωδέστατο αριθμό ατόμων, οπότε φαντάζει δύσκολος στην εφαρμογή η απάντηση είναι μια: Αν χρειαστεί να σωφρονίσεις ακόμα και ένα ολόκληρο έθνος, θα βρεις τον τρόπο να το κάνεις. Αυτό προστάζει η δημοκρατική αντίληψη των πραγμάτων, και παράλληλα αυτή είναι μία πρόκληση που οι πολιτικοί θα πρέπει να συγκαταλέγουν στους εσωτερικούς τους ρόλους.

Εάν αύριο γινόταν ένα δημοψήφισμα στην Τουρκία για την επαναφορά της θανατικής ποινής τι ποσοστό πιστεύετε ότι θα έπαιρνε η άποψη υπέρ αυτής; Ακόμα και αυτό θα αναδείκνυε την ανάγκη σωφρονισμού, στην αντίθετη κατεύθυνση. Η παθογένεια της τούρκικης κοινωνίας αναδεικνύει ένα ανώριμης αντίληψης έθνος και ένα παράλληλα βαδίζον πολιτικό προσωπικό. Κι αυτό διότι, πολιτικοί που επιδιώκουν τη συνταγματική επαναφορά μίας ποινής τέτοιας, δρουν σπασμωδικά, με σκοπό να αποκαλύψουν την αναποτελεσματικότητά τους στην εφαρμογή στοιχειωδών δημοκρατικών ιδεών.

21 Ιουλίου 2004, η Τουρκιά ψηφίζει υπέρ της κατάργησης της θανατικής ποινής, σπάζοντας ταμπού αιώνων και θέτοντας το ιστορικό “είναι” της απέναντι στον εκσυγχρονισμό και στο σεβασμό απέναντι στον άνθρωπο. Δώδεκα χρόνια μετά κινδυνεύει να γκρεμίσει αυτό το βήμα προσποιούμενη μια δημοκρατική δικαίωση, μα στην πραγματικότητα κλοτσώντας την ευκαιρία της να αποδείξει τη σταδιακή πρόοδο του εκσυγχρονισμού της. Βάζει με αυτόν τον τρόπο την ταφόπλακα της ευρωπαϊκής της ένταξης.

Εάν ο Τούρκος πρόεδρος προωθήσει τη θανατική ποινή, θα μιλάμε για ένα ανθρωπιστικά συνταγματικό πραξικόπημα. Εάν πετάξει το γάντι στο λαό θα αναφερόμαστε σε λαϊκισμό επικίνδυνο για τη δημοκρατία της χώρας. Γιατί ο λαϊκισμός είναι το μεγαλύτερο αφάνες πραξικόπημα της δημοκρατίας
Ο εκδημοκρατισμός του λαού δεν επιβάλλεται, αλλά εμπνέεται.

Οι πολίτες της οποιασδήποτε δημοκρατικής χώρας επιλέγουν τη δημοκρατία όχι από φόβο ότι θα θανατωθούν εάν επιχειρήσουν το εναλλακτικό καθεστώς, αλλά από πίστη στην ιδεολογική της βάση.

Ένας εκφοβισμός δε μπορεί να αποτελέσει κάτι διαφορετικό από μία αναίτια εσωτερικής μορφής casus belli, δε μπορεί να οδηγήσει παρά σε μία αναπόφευκτη σύγκρουση.

Πολίτες, πολιτικοί και άλλες ιστορίες

Το οικονομικό σύστημα που εφαρμόζεται δεν αποτελεί κάτι διαφορετικό από αυτό που θα ονομάζαμε οικονομία των αγορών.

Η βιωματική καθιέρωση του σε επίπεδο οικονομικό είχε ψυχολογικές προεκτάσεις, ώστε, είμαι πεπεισμένος, εγκαθίδρυσε μια ιδιόμορφη κοινωνία αγοράς σε πολιτικό επίπεδο.

Με απλά λόγια; Οι άνθρωποι ξεκίνησαν να βλέπουν την ενεργή πολιτική τους στάση, ως μια αγορά.

Βασική συνθήκη για να υπάρξει μια αγορά, αποτελεί η ύπαρξη δυο αξόνων, προσφοράς και ζητησης. Είδαν στο πρόσωπο των πολιτικών την προσφορά και στο πρόσωπο των ψηφοφόρων τη ζήτηση.

Το γεγονός ότι αντιμετώπισαν την πολιτική σαν αγορά έφερε την αντιμετώπιση της πολιτικής ως προϊόν. Κάθε φορά που καλούνταν στις κάλπες επέλεγαν το υποκειμενικά καλύτερο προϊόν για να καταναλώσουν στην επόμενη τετραετία. Όταν το προϊόν που επέλεγαν δεν τους ευχαριστούσε, αντιδρούσαν με το να αλλάζουν πολιτική επιλογή!

Από το 2008 και έπειτα η Ελλάδα μπήκε σε τροχιά πολιτικής αστάθειας. Ακόμα και ο ισχύων εκλογικός νόμος, που θα έπρεπε να στηρίζει ισχυρά το πρώτο κόμμα δε φαίνεται να κατάφερε κάτι άλλο πέρα από το να υπάρχει αυτοδυναμία της εκάστοτε κυβέρνησης, όχι όμως ισχυρή.

Η οικονομική κρίση που μαστίζει τη χώρα χρόνια τώρα, άλλαξε στην αγορά της πολιτικής μία ριζική αναλογία: Έφερε στο προσκήνιο την οικονομία της χώρας, με αποτέλεσμα να υποβαθμίσει άλλους παράγοντες για τους οποίους θα μπορούσε ένα κόμμα να έλθει στην εξουσία.

Κανένας τα τελευταία χρόνια δε θα στήριζε ένα κόμμα αν προανήγγειλε ένα κατά την κρίση του καλό νομοσχέδιο για την παιδεία, ένα αντιρατσιστικό νομοσχέδιο, ένα νομοσχέδιο για την καταπολέμηση της διαφθοράς και υπεράσπιση της δικαιοσύνης.

Αντίθετα τέθηκε πρώτο τι προτίθεται κάθε κόμμα να κάνει ως προς την αντιμετώπιση της υφιστάμενης κρίσης. Οι πολίτες είδαν την οικονομία να καθορίζει την πολιτική, ενώ χρόνια έβλεπαν την πολιτική να καθορίζει την οικονομία.

Άρχισαν να αντιμετωπίζουν την πολιτική με απάθεια. Όποια επιλογή και να έκαναν τα τελευταία χρόνια, στην ουσία δεν άλλαζε πολλά ως προς τη χάραξη οικονομικής πολιτικής της προηγούμενης κυβέρνησης.

Μία ιδιόμορφη ανελαστικότητα που δεν είχε άλλο αποτέλεσμα από την αντιμετώπιση της πολιτικής με απάθεια και άλλες φορές με έχθρα. Με άλλα λόγια, πολλοί αποφάσισαν όχι να ενημερωθούν για τη ρίζα του προβλήματος, όχι να αντιληφθούν ποιες είναι πραγματικά οι παθογένειες που γέννησαν την οικονομική κρίση, όχι να αναλύσουν πως θα μπορούσε να προσπελαστεί μία κρίση σαν αυτή που μαστίζει την Ευρώπη, όχι δηλαδή να δείξουν το κατάματο ενδιαφέρον για την Ελλάδα.

Αντίθετα, η πλειονότητα οδηγήθηκε σε δύο εύκολες λύσεις: Είτε να μη συμμετέχει στην «αγορά» της πολιτικής, εφόσον κανένα προϊόν της δεν την ευχαριστούσε, είτε επέλεγε να συμμετέχει δοκιμάζοντας συνεχώς καινούρια προϊόντα.

Ο Joseph De Maistre, είχε αρθρώσει ένα απόφθεγμα που τα τελευταία χρόνια έχει ακουστεί πολύ: “Κάθε χώρα έχει την κυβέρνηση που της αξίζει.” Δεν είχε άδικο, αν αναλογιστούμε τις συνθήκες της αγοράς που ορίσαμε, αν αναλογιστούμε ότι κάθε φορά που κάποιος πολιτικός λαΐκιζε προεκλογικά, είχε πολύ μεγάλη πιθανότητα να βρίσκεται στο επόμενο κοινοβούλιο.

Δεν είχε άδικο, γιατί οι πολίτες, αντί να δουν τη σαθρότητα των επιχειρημάτων των λαϊκιστών, επέλεγαν να εξακολουθούν να βλέπουν την πολιτική σαν αγορά με τους όρους των προηγούμενων δεκαετιών, αδυνατούσαν να προσαρμοστούν στις εξελίξεις και εθελοτυφλούσαν αναζητώντας τη βέλτιστα ευχάριστη επιλογή.

Nα ελπίζουν σε οτιδήποτε ακούγονταν όμορφο. Και είναι πολύ λυπηρό αυτό, αν λάβουμε υπόψιν ότι μιλάμε για ένα κράτος του οποίου το μορφωτικό επίπεδο σε αριθμούς ανεβαίνει ραγδαία χρόνο με το χρόνο.

“Η πολιτική είναι η τέχνη του εφικτού” και το εφικτό δε συνεπάγεται πάντα κομμάτι ευχάριστο. Η ανοησία πολλών στη μεταπολίτευση οδήγησε να ψηφίζουν όταν επρόκειτο να επιλέξουν μεταξύ καλών λύσεων, ενώ να απέχουν όταν επρόκειτο να ψηφίσουν μεταξύ κακών λύσεων. Αυτή η ανθρώπινη σαθρότητα σε συνδυασμό με την ανήθικη ασφάλεια αυτών που επέλεξαν να απέχουν είναι ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της πολιτικής σήμερα.

Γι’ αυτό βρίσκεται το Σύνταγμα να θυμίσει ότι η ψήφος είναι υποχρεωτική. Βρίσκεται για να υπενθυμίσει ότι η ευθύνη είναι υποχρεωτική και επιμερίζεται σε όλους, όταν πρόκειται σε μία εκλογική μάχη να διαλέξει ο λαός μεταξύ καλών, αλλά και όταν καλούνται οι πολίτες να αποφασίσουν μεταξύ πραγμάτων που δεν είναι ευχάριστα.

Είναι κάτι που δεν αρέσει καθόλου σε ένα κομμάτι του λαού μας. Και σε συζήτηση με αυτή τη μερίδα ανθρώπων, θα δεις και κάποια ψευδοδημοκρατικά επιχειρήματα να εμφανίζονται, θα δεις ίσως τη δημοκρατία να γίνεται ένα κακό ανάχωμα της αποστροφής τους στο ρεαλισμό!

Ένας δικομματισμός του σήμερα

Το δίπολο δεξιάς-αριστεράς στην Ελλάδα καταβαραθρώθηκε. Κατέρρευσε σα χάρτινος πύργος σε ένα διάστημα 15 μηνών και μαζί του συμπαρέσυρε τις αυταπάτες εκατοντάδων χιλιάδων ψηφοφόρων, οι οποίοι πιστά, σθεναρά και παρωπίδες φερόμενοι αυταπατώνταν οραματιζόμενοι αριστεροϊδεατές οάσεις σε κοινωνία καπιταλιστικών κρατών. Δεν αντιλήφθηκα ποτέ πως θα μπορούσε να χαράξει οικονομική πολιτική ένας ηγέτης οποίος δεν ελέγχει τη νομισματική κυκλοφορία του χρήματος, αλλά η δύναμή του περιορίζεται στην εμπλοκή του στα δημοσιονομικά της χώρας.

Είναι Ιούλιος του 2015 και ο Γιάνης Βαρουφάκης αποχωρεί από την ηγεσία του υπουργείου Οικονομικών. Στο επόμενο διάστημα δίνει συνεχείς συνεντεύξεις σε δημοσιογράφους εντός και εκτός της χώρας, αποκαλύπτει συζητήσεις, τακτικές, προφίλ υψηλόβαθμων προσώπων. Μέσα σε όλα, γίνεται αναφορά στις IOU υποσχετικές πληρωμές (“I Owe You”). Κάπως έτσι, παίρνω κι εγώ την απάντηση στο πως θα μπορούσε η κυβέρνηση δυνητικά να εμπλακεί στη νομισματική κυκλοφορία. Με παράλληλη νομισματική κυκλοφορία, η οποία, δε θα επιβαλόταν από άνωθεν, αλλά θα προωθούταν σα λύση στο εσωτερικό της χώρας από τους κυβερνώντες! Δε θα σημειώσω ούτε ότι η λύση αυτή θα πετύχαινε, ούτε ότι θα ήταν καταδικασμένη. Αυτό θα είχε άμεση σχέση με τον τρόπο υλοποίησής της.

Ένα χρόνο μετά, η κυβέρνηση ενεπλάκη σε όσα ενεπλάκησαν και οι προηγούμενες κυβερνήσεις. Το μήκος κύματος παρέμεινε σε δημοσιονομικές μεταρρυθμίσεις, οι οποίες θα μπορούσαν κάλλιστα να είχαν γίνει από οποιαδήποτε κυβέρνηση της τελευταίας εξαετίας, οι οποίες κάλλιστα θα μπορούσαν να είχαν γίνει από κυβέρνηση της δεξιάς. Με αυτόν τον τρόπο η ελληνική πολιτική πραγματικότητα έχει διαμορφωθεί εδώ και μερικούς μήνες ως εξής: Τα δύο πρώτα κόμματα δεν απέχουν ως προς το εάν αντιπροσωπεύουν δεξιές ή αριστερές πολιτικές, αλλά ως προς το βαθμό που ενστερνίζονται το φιλελευθερισμό. Στη μία πλευρά βρίσκεται ο ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος, προσωπικά θεωρώ, ότι έχει καταλήξει να προσεγγίζεται από ένα είδος ριζοσπαστικού φιλελευθερισμού. Στην άλλη πλευρά βρίσκεται η Νέα Δημοκρατία, η οποία αυτοπροσδιορίζεται και χτίζει ένα προφίλ κλασικού φιλελεύθερου κόμματος.

Η οικονομική κρίση δεν πάραξε αυτό το δίπολο ως προϊόν. Το δίπολο αυτό, θεωρώ, έχει αρχίσει να διαμορφώνεται από τότε που ο δυτικός κόσμος αποφάσισε ότι ο καπιταλισμός είναι το οικονομικό σύστημα που του ταιριάζει. Η οικονομική κρίση είχε σαν προϊόν να πέσουν τα πολιτικά προσωπεία και να αποκαλυφθεί ποιο είναι όντως το δίλημμα του Έλληνα ψηφοφόρου που επιλέγει να στηρίξει, ένα από τα δύο πρώτα κόμματα, δημοσκοπικά, που διεκδικούν την εξουσία.

Καταλήγοντας, και γνωρίζοντας ότι δεν έχω ασκήσει καμία κριτική σε κανένα από τα δύο στρατόπεδα, αλλά κάνοντας απλώς διαπιστώσεις, δε μπορώ να αφήσω ασχολίαστη τη φράση του Υπουργού Εργασίας. Μιλώντας στο Επαγγελματικό Επιμελητήριο της Αθήνας αυτοπροσδιορίστηκε ως κομμουνιστής και διεκδίκησε το δικαίωμά του να αυτοπροσδιορίζεται όπως αισθάνεται και επιθυμεί. Θα θυμίσω, λοιπόν, ότι ένας πολιτικός δε χαρακτηρίζεται από τον τρόπο με τον οποίο αυτοπροσδιορίζεται αλλά από την πολιτική την οποία χαράζει ή την πολιτική στην οποία επιλέγει να συμμετέχει.

Πόσω μάλλον σε μία περίοδο που οι πολιτικές μάσκες πέφτουν…

«Περί συμφώνου και περί συμβίωσης»

Το βασικό είναι να ορίσουμε τι πραγματικά θα ονομάζουμε ρατσιστική αντιμετώπιση

 

Ψηφίστηκε από την ελληνική βουλή προ αρκετών ημερών το σύμφωνο συμβίωσης των ομοφύλων ζευγαριών. Καλώς, ψηφίστηκε! Ας μιλήσουμε όμως για το ρατσισμό στον έρωτα.

Είναι νόμιμα αποδεκτό να υπάρχει έλξη μεταξύ ανθρώπων ίδιου φύλου από την κοινωνία. Αυτό είναι το τελεσίγραφο της ψήφισης του νομοσχεδίου. Πάραυτα ανοίγουν οι πύλες για εκείνους που αντιλαμβάνονται τον έρωτα πέρα από τα συνήθη. Εφόσον, λοιπόν, το ίδιο κράτος νομιμοποιεί μια φιλελεύθερη αντιμετώπιση του έρωτα μπορεί να αρνηθεί τη φιλελεύθερη αντιμετώπιση του σε σχέση με άτομα άλλων προσωπικών επιλογών; Για παράδειγμα έχει το δικαίωμα μελλοντικά να αρνηθεί το δικαίωμα στο σύμφωνο συμβίωσης σε μια οικογένεια τριγονεϊκή; Τι αντίσταση θα μπορεί να προβάλει εφόσον δεν έχει θέσει προϋποθέσεις για να χαρακτηρίσει καμία κατάσταση «παρά φύσιν»; Αντιμετώπιση των πολιτών με δύο μέτρα και δύο σταθμά δεν αποτέλεσε ποτέ ωφέλιμο οδηγό, αφήστε που αυτό θα είναι αναμφίβολα ρατσιστικό.

Θα πουν κάποιοι καλοθελητές ότι, προφανώς, τα ομοφυλόφιλα ζευγάρια δεν κάνουν κάτι «παρά φύσιν», αλλά αυτό είναι ξεκάθαρα κάτι υποκειμενικό εφόσον καθένας το αντιλαμβάνεται διαφορετικά. Ένα πολύ δημοφιλές ντοκιμαντέρ ξεκινώντας αναφέρει το εξής: «Το τι ονομάζουμε φυσιολογικό έχει σχέση με το τι θεωρεί η κοινωνία τη δεδομένη στιγμή ως φυσιολογικό.» Κι ερχόμαστε στο εξής δίλημμα: Μια πράξη ή μια κατάσταση είναι φυσιολογική ή γίνεται; Κι επαγωγικά προκύπτει το εξής εάν δεχτούμε το δεύτερο ισχυρισμό: Θα πρέπει η κάθε κοινωνία να ονομάζει ρατσιστική αντιμετώπιση κάθε κατάσταση που αντιτίθεται σε αυτά που de facto κάθε κοινωνία δέχεται ως φυσιολογικές καταστάσεις εφόσον υπάρχουν ομάδες της που δεν τις δέχονται!

Θα αναφέρω ένα ακραίο παράδειγμα για να κατανοήσετε τι εννοώ. Η κτηνοβασία σα πράξη είναι κάτι απαράδεκτο προσωπικά. Εάν μια ομάδα, πάραυτα, της κοινωνίας αισθάνεται ερωτική έλξη για έμβια όντα εκτός του ανθρώπου, τότε η κοινωνία θα γίνει αυτόματα ένας μηχανισμός ρατσισμού απέναντι τους. Το ίδιο θα συμβεί και εάν ένας άνδρας αισθάνεται την ίδιου μεγέθους ερωτική έλξη απέναντι σε δύο γυναίκες.

Η ανθρώπινη ιστορία έχει περάσει από φάσεις και φάσεις. Έχει ζήσει τη φάση της αποδοχής μίας στερεότυπης κανονικότητας, δηλαδή περιόδους στις οποίες πολιτικά, κοινωνικά, ακόμα και σεξουαλικά υπήρξε μια γραμμή κανονικότητας και κάθε παρέκκλιση από αυτή ήταν καταδικαστέα. Σήμερα, τυχαίνει να ζούμε στη φάση της αποδοχής των διακυμάνσεων. Τυχαίνει να βιώνουμε την περίοδο που σταδιακά όλες οι κοινωνικές ομάδες που επιβίωσαν από την προηγούμενη φάση, νομιμοποιούνται.

Σε ό,τι αφορά την Εκκλησία, η στάση της είναι πάγια. Κι όσο κι αν ακούγεται παράξενο, η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν είναι αυτή που αντιμετωπίζει πρόβλημα μέσα από την επέκταση του συμφώνου συμβίωσης στην Ελλάδα. Εφόσον, δε ζούμε σε ένα κράτος θεοκρατικό, η Πολιτεία είναι υποχρεωμένη να βλέπει την κοινωνία με εντελώς διαφορετικά κριτήρια. Μεταξύ θρησκειών και Πολιτείας υπάρχει η εξής ανεξαρτησία: Νόμιμες καταστάσεις για την πολιτεία δεν σημαίνει ότι είναι αποδεκτές από όλες τις θρησκείες. Θα πιάσετε το point με το εξής: Στην Ελλάδα υπάρχει πορνεία. Πόσες θρησκείες την αποδέχονται;

Ο στόχος της Πολιτείας είναι ένας: Συμβίωση πολλών διαφορετικών ανθρώπων κάτω από την ομπρέλα της ίδιας κοινωνίας. Προϋπόθεση Uno: κανένας να μην ενοχλεί με την κοινωνικά νόμιμη συμπεριφορά του κάποιον διαφορετικό. Προϋπόθεση Duo: Κανένας να μην επιβάλει τις αντιλήψεις του σε άτομα διαφορετικών αντιλήψεων. Υπό αυτές τις προϋποθέσεις ας μη συγχέουμε τα «πιστεύω» των θρησκειών με τη νομοθεσία του κράτους.

Ο ρόλος της εκάστοτε θρησκείας είναι να πρεσβεύει ειρηνικά και ακαταπίεστα τις απόψεις της. Από τη μια, λοιπόν, τα κηρύγματα μίσους, οι εχθρότητες δεν έχουν λόγο ύπαρξης, αλλά αντίθετα υποδηλώνουν αδυναμία. Η αγάπη που οι περισσότερες θρησκείες διατυμπανίζουν, δεν επιβάλλεται. Από την άλλη κανείς δε μπορεί να επιβάλει σε καμία θρησκεία μια νέα ιδέα. Προσωπικά, θεωρώ, ότι είναι ανώφελο να επικαλείται κανείς εκσυγχρονισμό, αφού οι θρησκείες ως επί το πλείστον ενέχουν μια κάποιου είδους διαχρονικότητα.

Κάποια από αυτά τα λόγια είναι ψιλά γράμματα. Όλα ξεκινούν από το αιώνιο πρόβλημα των ανθρώπων να συμβιώσουν, κι εκεί τελειώνουν. Κυνικά, εντελώς, το σύμφωνο συμβίωσης ανοίγει τους ασκούς του Αιόλου σε μια απελευθέρωση άνευ προηγουμένου. Το κράτος θα βρεθεί αιχμάλωτο των ίδιων του των μεταρρυθμίσεων. Θα βρεθεί υπόλογο σε κάθε κατάσταση που δε θα νομιμοποιεί. Δικαίως, πλέον.

Σκόρπιες σκέψεις

Έκλεισε πριν λίγα εικοσιτετράωρα το 2015  και βλέπω διαρκώς ανασκοπήσεις του προηγούμενου έτους, της τελευταίας τριετίας, της τελευταίας πενταετίας και ούτω καθεξης. Ορμώμενος από αυτές έκανα μερικές σκέψεις. Αλλεπάλληλες οι εκλογικές μάχες τα τελευταία χρόνια. Η αλητεία ή για άλλους πολιτική ειλικρίνεια συνίσταται σε ένα πολύ συγκεκριμένο μότο: Ασυνέπεια στα προεκλογικά λόγια και στα μετεκλογικά πεπραγμένα.

Ο κόσμος έχει σιχαθεί τα λογια, έχει μισήσει την πλήρη μεταστροφή τους σε πράξεις όχι απλά ασυνεπείς σε αυτά αλλά και εκ διαμέτρου αντίθετες. Κι έπειτα από όσα εχει ακούσει και δει, το βέβαιο είναι ένα: Έχει αποβάλει κάθε ίχνος εμπιστοσύνης από τους καλούμενους εκπροσώπους του, έχει χάσει το αίσθημα της εκπροσώπησης. Και κάπως έτσι ισοπεδώνεται η δημοκρατία. Βρισκόμαστε σε ένα μεταβατικό στάδιο μεταξύ λαϊκής αδιαφορίας και μίσους. Το αποτέλεσμα είναι διττό: Ο προεκλογικος μεσσιανισμός που κυριαρχούσε δεκαετίες στην Ελλάδα γκρεμίζεται σα χάρτινος πυργος, με μοναδικό πρόβλημα ότι δε γκρεμίζεται λόγω της κρίσης των πολιτων, αλλά της συνεχούς ασυνέπειας των πολιτικων. Το δεύτερο αποτέλεσμα δεν είναι άλλο από την «αντιδραστική ψηφο» της οποίας τα επίπεδα έχουν εκτοξευτεί, αλλά όσο κι αν σας φαίνεται περίεργο δεν ειναι υψηλά για τα σημερινά δεδομενα αν λάβουμε υπόψη ότι η αποχή είναι και αυτή εξαιρετικά υψηλη. Κι αν κάποιος σκεφτεί ότι και η αποχή είναι μέθοδος αντίδρασης, θα του πρότεινα να το σκεφτεί ελάχιστα παραπάνω,.

Τώρα, το επόμενο ερώτημα που τίθεται είναι γιατί οι πολιτικοί εμφανίζουν αυτήν την ασυνέπεια. Αν έχουν άγνοια του κράτους που παραλαμβανουν, τότε μιλάμε για μια αντικειμενικά μεγάλου μεγέθους πολιτική κρίση, αποτέλεσμα αμετρης κυβερνολαγνειας. Αν, ομως, αυτό οφείλεται στο φοβο ότι οι πολίτες δεν είναι έτοιμοι να ακούσουν την αλήθεια τότε μια μόνο άποψη μου έρχεται στο νου: «ο χαρακτηρισμός της δημοκρατίας ως φαυλη πολιτεία» από τον Αριστοτέλη κάτι που αντικατοπτρίζει κάτι πραγματικά πιο βαθυ.

Από την άλλη υπάρχει μεγαλύτερη κατάντια από το να θελεις να κυβερνηθείς και να μη βρίσκεις άνθρωπο; Κι ομως, πίσω από αυτή τη διαπίστωση κρύβεται μια από τις μεγαλύτερες παθογενειες της ελληνικής κοινωνίας. Ένα μεγάλο ποσοστό πολιτών δεν αναζητά να κυβερνηθεί, αλλά εναγωνίως νοσταλγεί την επανάπαυση. Όπως τότε, που ελάχιστοι έβλεπαν την κατάρρευση της ελληνικής βιομηχανίας, που ελάχιστοι διαμαρτύρονταν για την πορεία της ελληνικής οικονομίας, που ελάχιστοι εναντιώνονταν στους παχυλους μισθούς και τις υπέρογκες συντάξεις των δημοσίων υπαλλήλων. Και αυτό είναι το θλιβερότερο των διαπιστώσεων.

Ακόμα, προσέξτε την εξής αντίφαση: Η ψυχολογία του ατόμου σε μια κοινωνία εκατομμυρίων πολιτών παίρνει τη μορφή της πολύ μικρού μεγέθους συμμετοχής με επακόλουθο τη νωχελική σταση. Το άτομο έχει να αντιμετωπίσει σειρήνες που διαρκώς του υπενθυμίζουν ότι η ψήφος του θα αφήσει σχεδόν αμετάβλητο το πολιτικό αποτέλεσμα. Επαγωγικά, επομένως, και ατομικά υπάρχει ερμηνεία αυτής της αντιμετώπισης των πολιτων. Εν τέλει όμως δημιουργείται, αντιφατικά, μια σειρά από αυτοεκπληρούμενες προσδοκίες που συνθέτουν το κοινωνικό μωσαϊκό και το καθιστούν μια αργοκίνητη, στασιμη μηχανή πολιτικής σκέψης και πολιτικής βούλησης για ενέργειες.

Ένας κυβερνητικός σχεδιασμός, δε μπορεί να πραγματωθεί χωρίς τη συμφωνία δύο πλευρών: πολιτών και πολιτικών.

Ή την αδιαφορία του ενός. όπως προτιμάτε..

7 λεπτά σιωπής

Στην πραγματικότητα το βίντεο που θα παρακολουθήσετε έχει πρωτοδημοσιευθεί πριν από πάνω από ένα χρόνο. Η αμεταβλητότητα συνθηκών στην περιοχή, όμως, το καθιστά κάθε μέρα επίκαιρο.

21ος αιώνας, Βόρεια Κορέα. Ακούς τα βιώματα ενός κοριτσιού και σύντομα αντιλαμβάνεσαι ότι σου φαίνονται να είναι βγαλμένα από μια άλλη εποχή. Βιώματα μιας κοπέλας που εύκολα θα χαρακτήριζες βγαλμένα από ένα σύγχρονο μεσαίωνα.

Τι να πεις για όλες αυτές τις ψυχές που απειλούνται και υποφέρουν. Καθημερινά. Η μόνη διέξοδός σου είναι να ψάχνεις σε κάθε φράση της, σε κάθε λέξη της μια σταγόνα ανθρωπιάς. Να ψάχνεις κόκκους ηθικής σε άμμο ανθρώπινης ανηθικότητας. Να κυλάνε τα δευτερόλεπτα και να είσαι έτοιμος να πεις ότι.. Να! εδώ βρέθηκε ένας άνθρωπος και τη βοήθησε! Τίποτα.. Η έλλειψη ανθρωπιάς σε όλο της το μεγαλειο. Σα να μην ήρθε σε επαφή ποτέ με ανθρώπους. Σα να γεννήθηκε και να ζει από τότε στο φόβο που χάραξαν στη ψυχή της ανθρώπινα κτήνη. Μια ζωή μόνο πόνο. Και πως μπορείς να μιλησεις σ’αυτο το κορίτσι τώρα για αγάπη; Πως μπορείς να της μιλήσεις για αξίες, για ιδανικα; Και περισσότερο, πως μπορείς να της αλλαξεις τον τρόπο με τον οποίο βλέπει τους ανθρώπους;

Είναι κάποια τραύματα που δεν επουλώνονται ποτέ, που και ο χρόνος να περάσει δεν αλλάζει τίποτα. Μόνο η λήθη θα μπορούσε ίσως να βοηθήσει.

Είναι και το καθεστώς τετοιο, ένας σταλινικος μιλιταρισμος χειριστου ειδους, μα περισσοτερο είναι οι άνθρωποι. Δεν είναι ο σωματικός πόνος, είναι η ψυχή που υποφέρει. Ένα αιωρούμενο γιατί το οποίο θα μένει αναπάντητο μέχρι και το τελευταίο δευτερόλεπτο του λόγου της. Γιατί η καταπίεση της ανθρώπινης ψυχής θα ειναι πάντα μια χιονοστιβάδα απέναντι στη νιφαδα χιονιού του σωματικού πόνου.

Και κάπως έτσι γαλουχούνται εκατομμύρια πλάσματα τις τελευταιες δεκαετίες να αγνοούν την ελπίδα, στον απόηχο της καταπάτησης της προσωπικότητας τους. Γιατί μαθαίνουν να ζουν χωρίς να έχουν προσωπικότητα, χωρίς να έχουν άποψη. Ψευδοάνθρωποι μηχανές  που μόνο άνω δε μπορούν να θρώσκουν.

Και ηχούν στα αυτιά μου ξανά και ξανά οι τελευταίες της φράσεις: «Όμως ακούσατε την ιστορία μου και σας ευχαριστώ γι’αυτο». Όχι γιατί τη βοηθησες, γιατί στην πραγματικότητα με το να την ακουσεις δεν της προσφερεις τίποτα, αλλά γιατί όταν ένας άνθρωπος έχει μάθει ψυχολογικά να τον χτυπούν αναίτια, καθημερινά από τη στιγμή της γέννησης του, φαντάζει όαση να σε αντικρύζει και να μπορεί να αρθρωνει λόγο ελεύθερα.

Σκέφτομαι ότι υπάρχουν πράγματα που δε μπορούμε να εκτιμήσουμε. Θεωρούμε πολλά ως δεδομένα και αγνοούμε την αξία τους. Πράγματα αυτονόητα που για άλλους φαντάζουν αδιανόητα. Σκέφτομαι, παράλληλα,ότι στα μάτια των κυβερνώντων, αυτού του είδους η δικτατορία φαντάζει αναγκαία. Κι οι δύο σκέψεις, πτυχές ανθρώπινης ανοησίας.

Τρεις το βράδυ και ψάχνω κάποιες παραπάνω πληροφορίες για τη βόρεια Κορέα σε διάφορες σελίδες. Πέφτει το μάτι μου τυχαία σε μια σελίδα που χαρακτηρίζει το πολίτευμα της ως λαϊκή μονοκομματική δημοκρατία. Να πως μπορείς να προσβάλεις μια λέξη για την οποία έχουν γίνει αγώνες και αγώνες.

Ύβρις και ντροπή. Μόνο.

«Η τέχνη της ισοπέδωσης»

Ή εγώ είμαι από άλλο πλανήτη ή στραβά αρμενίζουμε. Και μπαίνω απευθείας στο θέμα, το οποίο δεν είναι άλλο από αυτό εδώ http://m.athensvoice.gr/index.php?r=site/page&view=article&id=110624&cat=topics το άρθρο που δημοσιεύτηκε πρόσφατα στη συγκεκριμένη ιστοσελίδα. Με έκπληξη διάβασα την πλήρη απαξίωση των προσπαθειών ενός ανθρώπου, αθλητή, ο οποίος-άκουσον άκουσον- τόλμησε να διαμαρτυρηθεί για κάτι το οποίο δικαιούται από το ελληνικό κράτος και δεν έχει λάβει, το πριμ για τις επιδόσεις του στους τελευταίους ολυμπιακούς αγώνες. Παράλληλα, η αγανάκτηση του εκφράστηκε με την υπερβολική δήλωσή του ότι θα φτάσει σε σημείο να αφήσει τον πρωταθλητισμό και να δουλέψει. Ως πέτρα του σκανδάλου η δήλωση αυτή προκάλεσε την έκρηξη του αρθρογράφου κυρίου Βουλαρινού. Προσπερνώ το γεγονός ότι με βάση την είδηση ο δημοσιογράφος προτιμά να ασχοληθεί με το λόγο του αθλητή και όχι με την αντιμετώπισή του από το κράτος και σας παραθέτω τα εξής:

 

Αρχικά, όποιος συγχέει τον αθλητισμό με τον πρωταθλητισμό είναι το λιγότερο ημιμαθής. Δε χρειάζονται συστάσεις. Άνθρωπος που θέλει να κάνει το κέφι του, ασχολείται με τον αθλητισμό. Η έννοια του πρωταθλητισμού δεν έχει καμία απολύτως σχέση με το «κέφι» ενός ανθρώπου ή την ευχάριστη και ανέμελη ενασχόλησή του με το αντικείμενο. Δευτερευόντως, η ακρότητα της έκφρασης του πρωταθλητή πηγάζει από την οργή ότι λόγω της κρατικής αναξιοπιστίας, η διατήρηση του υψηλού επιπέδου στο οποίο βρίσκεται ο πρωταθλητής θα πρέπει να παραγκωνιστεί.

 

Έκανα, τις τελευταίες μέρες, μία σκέψη η οποία αφορά τη συνολική κατάσταση στην Ελλάδα. Η οικονομική κατάσταση τραγική, τα επίπεδα διαφθοράς μεγάλα, οι άνθρωποι σε μεγάλο βαθμό ανέντιμοι και λάτρεις της αναξιοκρατίας. Σε τέτοιες συνθήκες γίνεται κατά κόρον της μόδας η ανάδειξη αυτής της παρακμής. Μοιάζει προοδευτικός κάποιος ο οποίος παραδέχεται και παρατηρεί γύρω του τέτοιες συνθήκες. Ο κίνδυνος, όμως, που ελοχεύει είναι η ύπαρξη των ανθρώπων που θα ψάχνουν παντού αυτές τις συνθήκες, θα ψάχνουν παντού, κυρίως, έναν Έλληνα με λάθος νοοτροπίες, για να τον κατηγορήσουν γι’αυτές. Παρά τις συνθήκες, όμως, αυτές που υφίστανται πράγματι, αρνούμαι να δεχθώ ότι πρέπει να ψάχνω μία δυλειτουργική νοοτροπία σε κάθε Έλληνα. Γιατί απλούστατα δεν έχουν όλοι οι Έλληνες λάθος σε αυτά που υποστηρίζουν, σε ο,τι λένε.

 

Εντυπωσιάστηκα, ειλικρινά, με τον ισχυρισμό ότι ο Έλληνας ακοντιστής «κάνει το κέφι του». Ο πρωταθλητισμός σημαίνει θυσίες, ο πρωταθλητισμός σημαίνει αφοσίωση. Μάλιστα κάποιοι πονηροί ισχυρίζονται ότι οι θυσίες ενός ακοντιστή δε συγκρίνονται με τις θυσίες που καταβάλει ένας σερβιτόρος… Κι ο προηγούμενος ισχυρισμός απαξιώνει τόσο τον ακοντισμό, όσο και το σύνολο των αθλημάτων γενικεύοντας.

 

Ο De Coubertin θεωρούσε ότι η τέχνη αποτελεί τμήμα της ολυμπιακής κίνησης και πίστευε ακράδαντα ότι τέχνη και αθλητισμός αλληλοεμπνέονται. Παρουσιάζουν ομοιότητες ομολογώ και γι’αυτό θα ήθελα να παρατηρήσω το εξής: Λαμβάνοντας και τα δύο ως στοιχεία πολιτισμού συμπεραίνω ότι βάσει συλλογισμού το μεγαλύτερο κομμάτι των ανθρώπων που παράγουν πολιτισμό είναι για κάποιους ανθρώπους άχρηστοι. Κι επειδή κάνω διάφορα σενάρια με το μυαλό μου, σκέφτομαι ότι εάν ένας Ελύτης ή κάποιος Σεφέρης έπρεπε ξεκινώντας τα πρώτα τους βήματα να χρηματοδοτηθούν ή να μη ξαναγράψουν, υπάρχουν άνθρωποι που θα υποστήριζαν τη δεύτερη επιλογή, φωτογραφίζοντας την ασχολία τους ως άχρηστη. Κάπως άβολο ακούγεται αυτό αλλά σίγουρα προοδευτικό! Ο δήθεν προοδευτισμός, εγώ θα έλεγα, μπορεί να ισοπεδώσει τα πάντα…

 

Δε θα ασχολούμουν εάν το εν λόγω άρθρο ασκούσε κριτική στο μέγεθος του πριμ, αλλά σίγουρα θα ήθελα να έχω και άποψη πάνω στη διαμόρφωση της ισορροπίας αυτού του μεγέθους. Δε θα είχα λόγο να ασχοληθώ εάν ο αρθρογράφος ασκούσε κρατική στο μείζον ζητημα που προκύπτει, που δεν είναι άλλο από την αφερεγγυότητα του κράτους. Σίγουρα θα την παρουσίαζα σε αντιδιαστολή με την περίπτωση που μία επιχείρηση ή ένα φυσικό πρόσωπο ήταν αφερέγγυο απέναντι στο κράτος. Είναι, όμως, άδικη η κατάκριση ενός λόγου που ειπώθηκε συναισθηματικά φορτισμένα και δε θα είχε λεχθεί εάν το κράτος ήταν εντάξει απέναντι στον εν λόγω αθλητή.

 

Και τώρα ας διακρίνουμε την διαφορά δύο εννοιών. Άχρηστο καλλείται κάτι, το οποίο δεν είναι χρήσιμο. Χρηματικά μη επικερδές είναι κάτι το οποίο δεν αποφέρει χρηματικό κέρδος. Παρόλαυτά η χρησιμότητα δε μετριέται εξ ολοκλήρου σε χρήμα, αλλά και σε είδος.

Αυτή η σύγχυση εννοιών, κύριε Βουλαρινέ, έχει σαν αποτέλεσμα, μάλλον, να είναι τελείως άχρηστο για εσάς, εάν κάποιος Έλληνας αθλητής καταφέρνει να υψώνει την ελληνική σημαία με τις επιδόσεις του, να σας γεμίζει εθνική υπερηφάνεια. Θα ήταν τελείως άχρηστο για εσάς και αδιάφορο αν η υπομονή του, η επιμονή του, η δύναμή του, η αντοχή και οι θυσίες του ενέπνεαν άλλους όχι στην ενασχόλησή τους με τον αθλητισμό απαραίτητα, αλλά και σε άλλα επίπεδα της καθημερινότητάς τους. Κι αν υπάρχουν άνθρωποι σαν εσάς να με λυπούνται για τις απόψεις μου και την αντικειμενικότητα που εκπροσοπώ, είναι τιμή μου να με λυπούνται. Είναι τιμή μου να με λυπούνται κάποιοι προοδευτικοφανείς.

(Non)trend εκλογικές σκέψεις!

Ευθυνόφοβος. Σε συνέχεια του προηγουμένου άρθρου μου, έτσι θα χαρακτηρίσω τον Έλληνα ψηφοφόρο που ανήκει στο 43.43% που δεν πήγε στην κάλπη να ασκήσει το εκλογικό του δικαίωμα. Συνήθως δεν αναλώνομαι να επαναλαμβάνω πράγματα που έχουν ειπωθεί ξανά και ξανά αλλά αυτή τη φορά θα μου επιτρέψετε την εξαίρεση.
Σας παραθέτω μερικά στατιστικά:

-43,43% του εκλογικού σώματος δεν έφτασε πότε στην κάλπη για να ασκήσει το εκλογικό του δικαίωμα.
-2,42% των ψηφοφόρων που προήλθαν στην κάλπη εξέφρασαν τη δυσαρέσκειά τους ψηφίζοντας λευκό ή άκυρο.
-6,41% επίσης όσων προήλθαν ψήφισαν κόμματα τα οποία δεν κατάφεραν να κερδίσουν την εκπροσώπηση στη βουλή.

Το συμπέρασμα που ψηλαφώ, προσωπικά, είναι ότι ένας στους δύο Έλληνες δεν έχει εκπρόσωπο στη βουλή. Και καταλήγω στην εξής αντίφαση επαγωγικά: Ευχόμαστε την πολιτική σταθερότητα η οποία, βεβαίως, χρειάζεται, ευχόμαστε η κυβέρνηση αυτή να παραμείνει για ένα αξιοπρεπές χρονικό διάστημα, αλλά ταυτόχρονα γνωρίζουμε ότι όσο μεγαλύτερη διάρκεια έχει τόσο περισσότερο διάστημα το μισό εκλογικό σώμα θα παραμείνει δίχως εκπρόσωπο στη βουλή. Το παραθέτω ασχολίαστο καθώς οι επιλογές του καθενός έχουν γίνει θεωρώντας δεδομένο ότι αποτελούν επιλογές και όχι έλλειψη εύρεσης σημασίας στην εκλογική αναμέτρηση.

Ως προς τον ισχύοντα εκλογικό νόμο είναι το λιγότερο θλιβερή η εκλογή βουλευτών με λίστες. Στην αρχαία Αθήνα η δημοκρατία χαρακτηρίζεται ως άμεση. Τείνουμε να αγγίξουμε δημοκρατικά το απέναντι άκρο, δηλαδή την πλήρως έμμεση δημοκρατία. Η σημασία, η βαρύτητα αν θέλετε του σταυρού στο ψηφοδέλτιο είναι η υγιής κρίση του κάθε προσώπου ξεχωριστά και των ιδεών και των επιλογών του και της πολιτικής ζωής του γενικότερα. Και σκεφτείτε τη διττή σημαντικότητα του σταυρού:

-Εξωτερική αξιολόγηση των υποψηφίων προς όφελος των κομμάτων.

-Αυτόαξιολόγηση με συνέπεια την επιδοκιμασία ή την μεταστροφή των ίδιων των υποψηφίων.
Υπό άλλες προϋποθέσεις θα ασκούσα οξύτατη κριτική και στην ενισχυμένη πλειοψηφία, όμως, επειδή καθετί κρίνεται στον καιρό του, αποδέχομαι την αναγκαιότητα του ισχύοντος εκλογικού συστήματος στη συγκεκριμένη φάση.

Ένα ακόμα εντυπωσιακό στατιστικό που δε μπορώ να αφήσω ασχολίαστο αποτελεί ότι το 77,62% της βουλής που προέκυψε αποτελεί κόμματα που έχουν υπερψηφίσει τουλάχιστον ένα μνημόνιο. Σε αντιδιαστολή αναλογιστείτε το θρίαμβο του «ΟΧΙ» στην προηγούμενη αναμέτρηση, το δημοψήφισμα του Ιουλίου. Νομίζω πως αυτή η ηχηρή απόκλιση, η οποία χρονικά δεν απέχει πολύ, μετουσιώνεται ως το ακριβές ανάγλυφο της σκέψης του Έλληνα ψηφοφόρου. Πλήρης σύγχυση, σε αρκετές περιπτώσεις άγνοια, φόβος και επιθετική ψήφος όταν τα πράγματα είναι κάμποσο ελεγχόμενα, φόβος και αμυντική ψήφος όταν οι αποφάσεις είναι μεγαλύτερης ευθύνης.

Δύο ακόμα παρατηρήσεις αισθάνομαι ότι ΠΡΕΠΕΙ να κάνω. 387.054 πολίτες αυτής της χώρας έριξαν στην κάλπη ψηφοδέλτιο της Χρυσής Αυγής, σκεπτόμενοι τι; Στα τηλεοπτικά πάνελ διάφοροι προσέγγιζαν το θέμα ως επιλογή πλέον και όχι ως ψήφο αντίδρασης, στηριζόμενοι στο γεγονός ότι τα ποσοστά του συγκεκριμένου κόμματος παραμένουν υψηλά για τα δεδομένα του σε συνεχόμενες εκλογικές αναμετρήσεις. Παραμένουν υψηλά παρά το γεγονός ότι έχουν γνωστοποιηθεί πρακτικές και θέσεις του κινήματος. Εξακολουθώ να πιστεύω ότι οι ψήφοι αυτοί συνεχίζουν να αποτελούν ψήφους αντίδρασης. Ποιος μπορεί να θέσει ένα χρονικό περιθώριο στην αντίδραση; Κανείς! Γιατί η αντίδραση ποικίλλει ανάλογα άλλοτε με τη διάρκεια της δράσης, άλλοτε με την έντασή της και άλλοτε και με τα δύο στοιχεία.

Το κόμμα του κύριου Λαφαζάνη δε θα έχει εκπρόσωπο στην παρούσα βουλή. Η ανάγνωση που κάνω είναι η πολιτική ήττα των υποστηρικτών της δραχμής. Είναι η ταφόπλακα που θέτει το εκλογικό σώμα σε κάθε απόπειρα υπεράσπισης τέτοιων θέσεων.
Σε ό,τι αφορά τις δημοσκοπήσεις και την πανελλήνια κατακραυγή τους, προσωπικά, η λύση είναι μία: Αποκλεισμός δημοσκοπήσεων σε όλη τη διάρκεια των προεκλογικών περιόδων. Αυτό γιατί οι δημοσκοπήσεις επηρεάζουν την κοινή γνώμη και ένα εκούσιο ή ακούσιο δημοκοπικό βατερλό μπορεί να οδηγήσει, βέβαια, σε πολιτική διαστρέβλωση της κατανομής του κοινοβουλίου. Όταν ένα εργαλείο δε λειτουργεί σωστά, τουλάχιστον βασική επιδίωξη γίνεται η αποφυγή βλάβης.

 

Αυτές οι σκέψεις για αρχή! Και τα υπόλοιπα εν καιρώ!

«Επιστολή στον Έλληνα ψηφοφόρο»

Το δίλημμα τύπου “αντιμνημονιακός” ή “μνημονιακός” τελείωσε! Με ποια έννοια; Με την έννοια ότι οι κύριοι διεκδικητές των εκλογών είτε έχουν προσυπογράψει ένα τουλάχιστον μνημόνιο είτε δηλώνουν απερίφραστα ότι το ευρώ δεν είναι ταμπού ή αυτοσκοπός. Μέχρι την τελευταία εκλογική αναμέτρηση ο ΣΥΡΙΖΑ υπερασπιζόταν σθεναρά την πεποίθηση απόρριψης των μνημονίων και ταυτόχρονα παραμονής στην ευρωζώνη. Πλήρης, τουλάχιστον, απομυθοποίηση της συγκεκριμένης αντίληψης και ολοκληρωτικός θάνατος μέσων λύσεων που αποδείχθηκαν τυφλές ελπίδες.

Είναι η πρώτη φορά σε όλες τις αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις των τελευταίων ετών που τίθεται ξεκάθαρα το ερώτημα εάν οι Έλληνες πολίτες επιθυμούν την παραμονή στην ευρωζώνη με κάθε θυσία ή εάν θα μπορούσαν να αποδεχτούν την απομάκρυνσή μας προκειμένου να επιδιώξουμε ανεξάρτητα την ανόρθωση της οικονομίας μας. Και, προσωπικά, αυτό είναι το διακύβευμα των επερχόμενων εκλογών.
Δύσκολα μπορείς να μπεις στην ιδιοσυγκρασία του Έλληνα, ακόμα κι αν είσαι Έλληνας. Στη συντριπτική πλειονότητα του πιστεύει ότι αυτό που δεν έχει δοκιμάσει ακόμα είναι η λύση στο πρόβλημα. Μπορεί… ή μπορεί και όχι! Και προσέξτε που σφάλλει. Ψυχολογικά η υγιής πίστη σε κάτι είναι ωφέλιμη εκτός από μία περίπτωση. Όταν χρειάζεται να τη θέσεις κάτω από τον ορθολογισμό. Σε τι ποσοστό οι Έλληνες ψηφίζουν αξιολογώντας οικονομικά προγράμματα ορθολογικά; Και για να γίνω σαφέστερος θέτοντας τις πραγματικές συνθήκες που ανέφερα ξεκινώντας ρωτώ: πόσοι ψηφοφόροι γνωρίζουν τι πραγματικά σημαίνει η έξοδος της Ελλάδας από την ευρωζώνη και πόσοι γνωρίζουν όντως τι θα σημάνει η συνέχιση της εφαρμογής της μνημονιακής πολιτικής;

Για το μέσο Έλληνα ψηφοφόρο φταίνε τα πάντα εκτός από αυτόν! Τα διεφθαρμένα μέσα μαζικής ενημέρωσης, το διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα, τα προηγούμενα σαράντα χρόνια πολιτικής ασυδοσίας, οι αντιπαραγωγικοί δημόσιοι υπάλληλοι, το κεφάλαιο που συμπιέζει τους μισθούς προς τα κάτω, οι κακοί Γερμανοί, οι απάνθρωποι Ευρωπαίοι. Πουθενά δε φταίει εκείνος! Σε καμιά περίπτωση δεν ευλογώ αυτές τις πρακτικές, δεν κλείνω τα μάτια σ’αυτες, αλλά θα προτιμούσα να θέσω σαν προτεραιότητα τη βελτίωση των νοοτροπιών του Έλληνα προτού προχωρήσω στη διόρθωση όλων των παραπάνω σφαλμάτων.

Κι η προτίμησή μου αυτή δε θα ισχυριζόμουν ότι είναι σε καμία των περιπτώσεων αυθαίρετη!  Γιατί πιστεύω ακράδαντα ότι μια επιτυχία στην αλλαγή του Έλληνα θα εξαλείψει σταδιακά όλες τις ελληνικές παθογένειες, όπως ακριβώς το σώμα αντιλαμβάνεται έναν ξένο οργανισμό πάνω του και έχει τους τρόπους να τον αποβάλει επιτυχώς. Εντελώς κυνικά ο μέσος Έλληνας ψηφοφόρος δε θέλει να είναι εντάξει με τις υποχρεώσεις του απέναντι στο κράτος. Ενσυνείδητα, δεν ήθελε πότε να διώξει το πελατειακό κράτος από τον τόπο του. Δεν ήθελε πότε να κρίνεται, ήθελε να είναι ένας βολεμένος κριτής των πάντων, ένας εξωτερικός παρατηρητής και κράχτης των πάντων.

Έτσι και σήμερα! Ανοίγεις πολιτική συζήτηση με τον οποιονδήποτε και η συνήθης απάντηση που λαμβάνεις είναι: «Και ποιον να ψηφίσω;» Θα του απαντήσω λοιπόν καταλλήλως:

«Αγαπητέ Έλληνα ψηφοφόρε,


Η Ελλάδα βρίσκεται στο κρισιμότερο σημείο της μεταπολιτευτικής ιστορίας της. Ο καπιταλισμός της ευρωπαϊκής οικονομίας, η διόγκωση του ελληνικού χρέους εξαιτίας των αλλεπάλληλων δανειοδοτήσεων της χώρας σου και της συρρίκνωσης της παραγωγής της έχουν καταστήσει το ελληνικό χρέος μη βιώσιμο. Το σπίτι σου κινδυνεύει να πτωχεύσει, το σπίτι σου Έλληνα ψηφοφόρε. Κινδυνεύεις να γίνεις ο άνθρωπος που θα βάλει ακόμα ένα λιθαράκι στην ιστορική χρεοκοπία της Ελλάδας. Κι η απάντηση στο ερώτημά σου είναι να κρίνεις! Να αποφασίσεις για μια φορά μόνος σου τι να ψηφίσεις! Να ζυγιάσεις τις εναλλακτικές και να πάρεις απόφαση τι πραγματικά θες, να αναλάβεις εξ ολοκλήρου, ατομικά την ευθύνη της ψήφου σου.

  Και κάτι άλλο Έλληνα ψηφοφόρε… Μην περιμένεις από κανέναν να σου χαρίσει την ελπίδα! Κέρδισε την! Γιατί εσύ είσαι η ελπίδα για τη χώρα σου! Μη μου μιλήσεις πότε ξανά για διαφθορά, αφού η διαφθορά είναι η συνάρτηση, το πολιτικό σύστημα η σταθερά κι εσύ ή μεταβλητή της συνάρτησης. Γίνε η μεταβλητή και πάψε να είσαι το νωχελικό ωχαδερφιστικο βολεμένο παράσιτο του τόπου σου απαρνούμενο διαδοχικά τα σφάλματά του. Βάλε την αξιοκρατία και τη δίκαιη ικανοποίηση των υποχρεώσεων σου στη ζωή σου! Γίνε εντάξει απέναντι στο κράτος, γιατί αυτός είναι ο μόνος τρόπος να είσαι εντάξει και απέναντι στο συμπολίτη σου. Αν δεν είσαι εντάξει απέναντι στο κράτος, ο διπλανός σου θα πληγεί περισσότερο από το αναμενόμενο! Γίνε το επόμενο μεγάλο διαπραγματευτικό χαρτί της κυβέρνησής σου.

  Είναι κουραστικό να θέλεις να είσαι ο αφανής ήρωας με ειδικότητα στα γκραν φινάλε! Γιατί πάντοτε στο τέλος ζεις για να βγαίνεις από πάνω κρίνοντας τους πάντες με τρόπο που κανείς θα νόμιζε ότι άλλοι αποφασίζουν για’ σένα κάθε φορά που γίνονται εκλογές! Γιατί να θυμάσαι κάθε γκραν φινάλε σου αποκαλύπτει μόνο μια από τις πολλαπλές εκδοχές της ιστορίας.»

Δε θα διαφωνήσω ως προς το ότι τα λάθη του παρελθόντος επηρέασαν καθοριστικά την εξέλιξη της ελληνικής κρίσης. Θα υποστηρίζω, όμως, πάντα σθεναρά ότι οι μόνο όταν οι ελληνικές παθογένειες καμφθούν από τους ίδιους τους πολίτες της χώρας, θα μπορούμε να μιλάμε για ελπίδα.

  Τι πιο θλιβερό από το να μας βρει η ανάπτυξη πριν προλάβουμε να αλλάξουμε… Μια τραγική ειρωνεία, τη σημαντικότητα της οποίας ίσως να μην καταγράψει πότε ο Ιστορικός του μέλλοντος…

Το πέρασμα από τα χακί

Και τωρα που όλα τελείωσαν, μπορώ να γράψω πιο νηφάλια για κατι το οποίο ομολογω ότι με άλλαξε αρκετά..

Θυμάμαι τις πρώτες μέρες, την αγωνία και την αβεβαιότητα των πρώτων ημερών. Καθώς κι εκείνο το αιωρούμενο ερώτημα «τι κάνω εδώ, τι μου συμβαίνει εδω». Πλέον απαντήσεις δε ψάχνω, τις βίωσα. Ήμουν εκεί για να αλλάξω σαν άνθρωπος.

Ζει κανείς καταστάσεις στο στρατό που δεν του επιτρέπουν  να μην αλλάξει. Κι αν θέλετε την άποψή μου, υπάρχει ουσία και όφελος από αυτήν την αλλαγή. Η πρώτη επαφή με την ιεραρχία ήταν άσχημη. Ανούσιες φωνές, ανούσιες χαιρετούρες σε κάποιους οι οποίοι στιγματίζονταν ως «ανωτεροι» κι ανούσιες εντολές. Κι όλα αυτά, απόψε, αποφάσισα ότι μου έμαθαν να πειθαρχώ περισσότερο στον εαυτό μου. Δεν πιστεύω ότι η πλειονότητα των ανθρώπων που υπηρετούν ωφελούνται κατά τον ίδιο τρόπο αλλά αυτό έγκειται στην προκατάληψη που έχουν αναπτύξει  προτού κληθούν να υπηρετήσουν καθώς και στη διάθεσή τους κατά τη διάρκεια της θητείας. Αποφάσισα ότι όσο δίκιο κι αν έχω η δικιά μου άποψη δε μπορεί να υπερτερεί πάντοτε. Η ρεαλιστική αναλογία με την πραγματική ζωή αφορά στο ότι η ζωή είναι, όντως, άδικη. Ακούγεται τετριμμένο αυτό και άλωθι και επιφανειακό αλλά δεν το αναφέρω τυχαία! Γιατί οι άνθρωποι δεν είναι τέλειοι και γιατί η κοινωνία καλώς ή κακώς δε φλέρταρε πότε με την αξιοκρατία. Καποιοι ρηχοί θα κατηγορουσαν το στρατο με σθένος γι’αυτο, αλλά η πραγματικότητα είναι ότι στο στρατό απλα αντιμετωπίζουν μια ωμή, άνευ προηγουμένου πραγμάτωση της συγκεκριμένης άποψης. Και ο λόγος δεν είναι άλλος από τη διαπίστωση ότι η ισχύς μιας άποψης είναι συνάρτηση του βαθμού που είναι ραμμένος στο πέτο σου.

Έμαθα τη δύναμη της σιωπής. Δε μπορουσα να διανοηθώ τη δύναμη της σιωπής. Δε μπορούσα να ανεχτώ να μην αντιταχθώ σε κάτι που θεωρούσα λάθος. Είδα την άλλη πλευρά. Ο λόγος μου μπορούσε να υποθεί, δε μπορούσε να επιβληθεί. Και από τη στιγμή που ακουγόταν θα περίμενε για εντολές, στις οποίες δε μπορουσα να αντιταχθώ. Κάπως έτσι ωρίμασα παρεμπιπτόντως.

Μάθημα ήταν για εμένα η ανάληψη ευθυνών. Μια εντολή της ιεραρχίας συνεπάγεται ευθεία ανάληψη πληρους ευθύνης από το άτομο που δίνει την εντολή. Γαλουχούνται τα μέλη των ενόπλων δυνάμεων με το αίσθημα της υπευθυνότητας. Κι αν θέλετε εθελοτυφλούν προς εκείνη την κατεύθυνση δίχως επιλογή και σε ένα βαθμό με ακραία τάση η οποία πολλές φορές ενέχει φόβο. Δεν υπάρχει περιθώριο ανευθυνότητας. Για τον οποιονδήποτε νέο, αυτό δε θα μπορούσε να είναι κάτι λιγότερο από μάθημα.

Η θητεία δεν είναι απλά μια κοινωνική προσφορά! Ο στρατός εγγυάται την ακεραιότητα της χώρας. Αυτος είναι ο ρόλος του! Κι αυτό γιατί επιβάλλεται, αν κληθεί, οποτεδήποτε κληθεί, να είναι έτοιμος να αντιμετώπισει οποιασδήποτε είδους δυσάρεστη κατάσταση. Πάραυτα αν και το επίκεντρο βρίσκεται εκεί, πολλές στιγμές χάνεται η ουσια. Κατά κύριο λόγο αυτό συμβαίνει όταν δίνεται ενδελεχής σημασία σε ένα σωρό μη ουσιαστικά αντικείμενα τόσο από τα στελέχη όσο και από τους ίδιους τους στρατιώτες.

Δε θα παραλείψω να αναφερθώ στο γεγονος οτι μαθαίνει κανείς την αξία της προσφοράς χωρίς χρηματικό αντάλλαγμα. Η χρηματοκεντρική προσφορά στην πολιτική ζωή αντικαθίσταται από μια είδους προσφορά με ηθικό ή ακόμη και κανένα αντάλλαγμα. Είναι πολλοί που αυτό δε μπορούν να το απόδεχτούν, ίσως οι περισσότεροι. Εγώ θα έλεγα ότι συχνά δεν αποδέχονται τη αξία της ηθικής επιβράβευσης. Γιατί το χρήμα είναι κάτι επιφανειακό, καθώς και το στερεότυπο της κοινωνιας όταν μιλήσει κανείς για το δίπολο προσφορας-ανταλλάγματος

Το πλέον βασικό που προσφέρεται στον καθένα στο εννεάμηνο της θητείας του δεν είναι άλλο από τη συνεχή συναναστροφή του με διαφορετικά άτομα. Αναγκάζεται κάνεις να συμβιώνει συχνά με άτομα τόσο διαφορετικά από την ιδιοσυγκρασία του, με αποτέλεσμα να αντιμετώπιζει ένα υποσύνολο της κοινωνίας με το οποίο στην πολιτική ζωή εθελουσια ενδεχομένως να μην ερχόταν πότε σε επαφή. Και προσέξτε εδώ την ειδοποιό διάφορα ανάμεσα στην πιθανότητα επαφής και στην αναγκαστική συμβίωση. Δεν ισχυρίστηκε κανείς ότι κάτι τέτοιο είναι εύκολο, αλλά ισχυριζομαι σθεναρά, πλέον, ότι είναι ωφέλιμο. Ωφέλιμο μάλιστα σε δύο συνιστώσες, εκ των οποίων η μία σχετίζεται με τον ίδιο τον εαυτό του ατόμου, και η δεύτερη με τη δυνατότητα να ωφελήσει τα άτομα με τα οποία έρχεται σε επαφή.

Πλέον απέρριψα εκείνη την πεπαλαιωμένη προκατάληψη ότι ο στρατός είναι χάσιμο χρόνου. Προσωπικά ωφελήθηκα, σε επιπεδο ωριμότητας και διαχείρισης ψυχολογίας. Βέβαια, είμαι πεπεισμένος ότι αυτό σχετιζεται στενά με τη δεκτικότητα του καθενός. Κι εκει ακριβώς βρίσκεται η δυσκολία. Εκεί ακριβώς… στο πόσο διατεθειμενος ειναι κάποιος όχι απλά να αλλαξει, αλλά να βελτιωθεί.

Όπως πάντα, άλλωστε. Σε κάθε ανθρώπινο νου..