Στα εθνικά θέματα δεν χωρούν δημιουργικές ασάφειες

Το νέο έτος «άνοιξε» πολλαπλά και σοβαρά μέτωπα στην εξωτερική  πολιτική της χώρας μας.

Η ανακίνηση του Σκοπιανού σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο και η συνακόλουθη επανέναρξη των διαπραγματεύσεων προκαλούν αμείωτη ένταση στο ελληνικό πολιτικό τοπίο. Η αντιφατική στάση της κυβέρνησης σε συνδυασμό με την κρυφή διπλωματία που υιοθετεί δεν επιτρέπουν την επιβεβλημένη εθνική συνεννόηση .

Βέβαια, το εν λόγω ζήτημα προκαλεί διχόνοιες και στο εσωτερικό των αντιπολιτευτικών κόμματων, πράγμα το οποίο εμποδίζει την χάραξη ενιαίας στρατηγικής. Απαιτείται σύνεση από το σύνολο του πολιτικού κόσμου της χώρας, διότι δεν υπάρχουν τα απαραίτητα χρονικά περιθώρια, ώστε να αναλωθούμε στην μικροπολιτική.

Η επιτυχία του συλλαλητηρίου της Θεσσαλονίκης μπορεί να ερμηνευθεί ως η πρώτη ανοιχτή και μαζική διαμαρτυρία κατά της παρούσας κυβέρνησης. Μπορεί ως αφορμή να στάθηκε αυτό το μείζον εθνικό ζήτημα, άλλα το πολιτικό αποτέλεσμα παραμένει ίδιο: Ένα ηχηρό μήνυμα κατά της επιπολαιότητας που διέπει συνολικά το κυβερνητικό έργο.

Είναι κοινώς παραδεκτό ότι η εξωτερική πολιτική δεν παράγεται στο πεζοδρόμιο. Ωστόσο, η εμπειρία των διεθνών συγκρούσεων, είτε διμερών, είτε πολυμερών καταδεικνύει ότι η εσωτερική κοινή γνώμη αποτελεί μοχλό πίεσης ως προς την διπλωματική στάση που ακολουθούν οι κυβερνήσεις όλων των εμπλεκόμενων μερών. Το πολιτικό κόστος, παραμένει σημαντικός παράγοντας που επηρεάζει αποφασιστικά την τροπή που θα λάβει η διένεξη.

Το «Σκοπιανό» εντάσσεται με την σειρά του στην κατά Αβέρωφ εξωτερική πολιτική των «χαμένων ευκαιριών». Μπορεί η γείτονος χώρα να αναγνωρίζεται ως FYROM από την διεθνή κοινότητα, αλλά de facto έχει δημιουργηθεί μια κατάσταση, την οποία δεν μπορούμε να αγνοήσουμε. Oι γείτονες μας αυτοαποκαλούνται «Μακεδόνες», ενώ ο υπόλοιπος πλανήτης αποκαλεί το συγκεκριμένο κράτος «Μακεδονία». Ακόμα και στα αμερικανικά διαβατήρια των Σλαβοσκοπιανών, ως τόπος γέννησης αναγράφεται η «Μακεδονία». Σε καμία περίπτωση, η μακραίωνη παρουσία των Σλάβων στην περιοχή δεν δικαιολογεί την κλοπή της εθνικής μας ιστορίας και την από μέρους τους προβολή αλυτρωτικών αξιώσεων εις βάρος της εδαφικής ακεραιότητας της πατρίδας μας.

Απ’ την άλλη, οι γείτονες μας στα Βαλκάνια δεν μπορούν να ανήκουν στον «Τρίτο Κόσμο» της Ευρωπαϊκής Ηπείρου. Η ευρωπαϊκή οικογένεια, όμως, αποτελεί μια συμπολιτεία που διέπεται από τον αλληλοσεβασμό, την ειρηνική συνύπαρξη και συνεργασία μεταξύ των κρατών προς επίτευξη τελικού σταδίου της ενωσιακής ολοκλήρωσης, αυτό της πολιτικής . Σε αυτό το διακρατικό περιβάλλον δεν αρμόζουν οι εθνικιστικές εξάρσεις και η ασέβεια προς τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Ο άλυτος χαρακτήρας που προσέλαβε το ζήτημα οφείλεται στην αμέλεια και στους ερασιτεχνικούς διπλωματικούς χειρισμούς όλων των ελληνικών κυβερνήσεων, εξαιρουμένης της κυβέρνησης του Κώστα Καραμανλή.

Τούτο, βέβαια, δεν δίδει το άλλοθι στην παρούσα κυβέρνηση να προβεί στην άνευ όρων και εγγυήσεων εκχώρηση της ίδιας μας της ιστορίας. Προτείνεται, η άμεση σύγκληση του συμβουλίου των πολιτικών αρχηγών υπό τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και η διαμόρφωση κοινής εθνικής γραμμής, ώστε να έχουμε τις λιγότερες δυνατές εθνικές απώλειες.

Εν ολίγοις, στα εθνικά ζητήματα δεν χωρούν δημιουργικές ασάφειες.

Πολιτικά κάλαντα

 

Χρόνια πολλά σε όλες και όλους. Παραμονή Πρωτοχρονιάς σήμερα και ήρθε η ώρα να ‘πούμε τα κάλαντα στους πολιτικούς μας. Να τα ‘πούμε; Ακολουθεί ειδική αφιέρωση στον αγαπητό πρωθυπουργό μας Αλέξη Τσίπρα.

Kαλήν ημέραν άρχοντες και αν είναι ο πρωθυπουργός μας καλοσυνάτος, κεφάτος και χαρά όλο γεμάτος, οι Βρυξέλλες τρέμουν, το Βερολίνο ουρλιάζει και η Ουάσιγκτον σωπάζει. Περιοδεύων σε όλη την Ελλάδα, δίδει το σύνθημα της επαναστατικής αλλαγής και της ρήξης με την πολιτική Ευρώπη. Αφού εξαντλήσει κάθε επαναστατικό αποθεματικό του, συνθηκολογεί με οτιδήποτε προτείνεται, διαπραγματευόμενος σκληρά, δίνοντας ηρωϊκες μάχες και παραδίδοντας γή και ύδωρ. Αμφιταλαντευόμενος ανάμεσα στο ριζοσπαστισμό και στον πολιτικό ρεαλισμό, χάνεται και αναλώνεται. Άλλωστε, όταν πατάς σε δύο βάρκες, βουλιάζεις.

Παρα ταύτα, διαθέτει χιούμορ, χαμόγελο, χαβαλέ. Ότι πρέπει δηλαδή για την παρέα μας. Σας προσκαλούμε για κρασί αύριο, μην αναλώνεστε άλλο. Για το καλό σας το λέμε.

Καλά Χριστούγεννα κύριε πρωθυπουργέ σε σας και στην οικογένειά σας. Ευχόμαστε  το άστρο λαμπρό να σας οδηγήσει και να πράξετε το ορθόν. Και όχι ως μάγος με τα δώρα, να μοιράζετε ‘μποναμά’, όταν με το αφορολόγητο και την αναπροσαρμογή (περικοπή δηλαδή) θα τα αφαιρέσετε εις τριπλούν απο το μηνιαίο εισόδημα των συνταξιούχων.

Καλήν ημέραν άρχοντες και αν είναι ο Κυριάκος Μητσοτάκης δημιουργικός και ορεξάτος, η χώρα μας θα αναστηθεί. Δηλώνει πανέτοιμος να αναλάβει την διακυβέρνηση. Πανέτοιμος, όμως, να αναλάβει και το πολιτικό κόστος των δυσμενών αποφάσεων της παρούσας κυβέρνησης, εφαρμόζοντας τις δεσμεύσεις της έναντι των εταίρων; Κάποιοι σας προτρέπουν να αφήσετε τον ΣΥΡΙΖΑ να πιεί το κώνιο του τρίτου μνημονίου ολομόναχος και άλλοι σας ωθούν να κυβερνήσετε το συντομότερο δυνατόν. Σίγουρα, υπεύθυνη στάση δεν αποτελεί η παραίτηση, αλλά η ανάληψη της εθνικής ευθύνης, ανεξαρτήτως πολιτικού κόστους.

Όλες οι ελπίδες στηρίζονται πανω στο πρόσωπό σας και ιδιαίτερα απο την νέα γενιά. Παθογένειες του ελληνικού πολιτικού συστήματος; Να εκριζωθούν χθές. Αν δοκιμαστείτε εσείς και αποτύχετε, η χώρα θα βυθιστεί στο χάος. Η ευθύνη είναι τεράστια.

Καλά Χριστούγεννα σε σας και στην οικογένεια σας. Ευχόμαστε να τηρήσετε τις δεσμεύσεις σας, να χαίρει η Ελλάς όλη. Συμφωνία αλήθειας είπαμε, όχι (α)συμφωνία αθετημένων υποσχέσεων.

Ψάλλοντας τα κάλαντα στους δύο κορυφαίους πολιτικούς ηγέτες, διαπιστώνεις τις διαμετρικά αντίθετες προσωπικότητες τους. Κατα δυστυχίαν, η απαραίτητη εθνική συννενόηση δεν μπορεί να επέλθει, κυρίως λόγω της απροθυμίας της κυβέρνησης.

Αυτές τις μέρες, γίνεται όλο και πιο ορατή η κρίση βιοτικού επιπέδου που βιώνει η ελληνική κοινωνία. Άστεγοι συμπολίτες μας, ανήμποροι, άποροι χρειάζονται την βοήθεια όλων μας. Η κοινωνική αλληλεγγύη σώζει μερικώς την κατάσταση, αλλα χρειάζεται η συγκρότητηση κοινωνικών δομών εκ μέρους της πολιτείας.

Αν σε ένα ζήτημα απαιτείται συννενόηση είναι η κοινωνική κρίση . Μην λησμονούμε ότι επίκεντρο της πολιτικής είναι ο άνθρωπος.

Υγεία και ευτυχία σε όλο τον κόσμο. Αγάπη και αλληλεγγύη στον συνάνθρωπο μας. Εύχομαι, η γέννηση του Θεανθρώπου να μας οδηγεί με αυτό το μύνημα.

Social media και πολιτική

Ο ρόλος της πολιτικής επικοινωνίας είναι καταλυτικός για την εξέλιξη της πολιτικής διαδικασίας, καθώς η πολιτική και η επικοινωνία βρίσκονται σε μια διαρκή σχέση αλληλεπίδρασης.

Στην εποχή μας, έχει αναδειχθεί μια «πολιτική βιομηχανία», όπου επικοινωνιολόγοι ή αλλιώς spin doctors, σύμβουλοι, διαφημιστές επιδίδονται στην μάχη του πολιτικού ανταγωνισμού για την προσέλκυση των ψηφοφόρων-καταναλωτών. Υπάρχουν τέσσερεις προσεγγίσεις ως προς το φαινόμενο της πολιτικής επικοινωνίας.

Η εργαλειακή προσέγγιση εκλαμβάνει το πεδίο των ΜΜΕ, ως το μέσο δια του οποίου οι πολιτικοί θα χειραγωγούν την κοινή γνώμη. Η οικουμενική προσέγγιση αφορά μια διαδικασία-αλληλεπίδραση μεταξύ πολιτικών και πολιτών ως προς την μετάδοση και ανταλλαγή πληροφοριών.

Στην ανταγωνιστική προσέγγιση, οι δρώντες επιδίδονται σε έναν ανταγωνισμό με στόχο την επιρροή και την ποδηγέτηση της κοινής γνώμης , μέσω των κυρίαρχων μέσων επικοινωνίας. Η διαλογική προσέγγιση που αντλεί τις θεωρητικές της πηγές απο την αρχαία ελληνική διανόηση αποσκοπεί στην ολοένα και μεγαλύτερη διείσδυση των πολιτών στην δημόσια σφαίρα, στο πλαίσιο της διαβούλευσης και του δημοκρατικού διαλόγου.

Σε αυτήν την κατηγορία εμπίπτουν τα social media, τα οποία δινουν περιθώρια για την ένταξη του κοινού στην πολιτική επικοινωνία.

Η είσοδος των social media στην ανθρώποτητα προκάλεσε κοσμογονικές αλλαγές σε όλες τις πτυχές του κοινωνικού βίου.

Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης επιδρούν στην πολιτική διαδικασία, δίδοντας περιθώρια αναβάθμισης του ρόλου των πολιτών στο πολιτικό σύστημα, μέσω «ευκαιριών συμμετοχής».

Η προεκλογική καμπάνια του Ομπάμα στο 2008 αποτέλεσε μια πραγματική επάνασταση στον χώρο της πολιτικής επικοινωνίας. Ο Αμερικάνος πρόεδρος καλούσε τους πολίτες να συμμετέχουν σε δημόσιο διάλογο για τα πολιτικά ζητήματα. Δεσμεύτηκε ως προς την ανοιχτή ηλεκτρονική διακυβέρνηση, την διαφάνεια και την συμμετοχή. Μέσω του διαδικτύου, ο Ομπάμα ήλθε σε άμεση επαφή με τους πολιτές, ενώ μείωσε το κόστος των προεκλογικών εξόδων. Η ηλεκτρονική διακυβέρνηση προσέφερε την ευκαιρία πρόσβασης των πολιτών στα δημόσια έγγραφα.

Οι πολίτες δύνανται να αυτοοργανωθούν και να αναλάβουν πρωτοβουλίες, αξιοποιώντας την δυναμική των social media. Η αυτοοργάνωση των πολίτων αναιρεί την αναγκαιότητα της διαμεσολάβησης κομμάτων, προκειμένου ο πολίτης να αναπτύξει πολιτική δράση.

Μέσα απο το μαζικό κάλεσμα στο διαδίκτυο, οργανώθηκαν τα κινήματα των Αγανακτισμένων σε Ελλάδα-Ισπανία και το κίνημα της Occupy Wall Street. Αναδύεται μια «νέα ισορροπία δύναμης» που εν πολλοίς υποκαθιστά τον ρόλο των κυρίαρχων μέσων ενημέρωσης.

Ωστόσο, παρότι τα πολιτικά πρόσωπα χρησιμοποιούν τα social media, απουσιάζει ο διάλογος και η παρέμβαση. Οι πολιτικοί αντιπρόσωποι αρκούνται στην χρήση τους για λόγους αυτοπροβολής. Οι σπάνιες διαδικτυακές συζητήσεις μεταξύ πολιτών και πολιτικών διεξάγονται για λόγους εντυπωσιασμού. Τα πολιτικά πρόσωπα αποκρίνονται στις ερωτήσεις των πολιτών κατα τρόπο που θυμίζει έντονα τις συνεντεύξεις τους στα τηλεοπτικά πάνελ.

Προς το παρόν, τα social media χρησιμεύουν ώς ένα έξυπνο και φθηνό εργαλείο για την προεκλογική καμπάνια ενός υποψηφίου, για την προώθηση του πολιτικού μυνήματος και για λόγους επικοινωνιακής αντιπαράθεσης.

Τα κοινωνικά κινήματα απευθύνουν κάλεσμα για μαζικές συγκεντρώσεις, μέσω των σόσιαλ μίντια. Η πρακτική αυτή δεν διαφέρει σε τίποτα απο τα παραδοσιακά μέσα συγκρουσιακής πολιτικής δράσης, δια των οποίων οι πολίτες αρκούνται στην διαμαρτυρία, δίχως να αξιώνουν την θεσμική είσοδο της κοινωνίας στο πολιτικό σύστημα.

Έχοντας, ως αφετηρία ανάλυσης μας τα εξελιγκτικά στάδια της των πολιτείων, ανακύπτει το εξής ερώτημα: «Κατά πόσο είναι εφικτή η απευθείας μετάβαση της ανθρωπότητας απο το προ-αντιπροσωπευτικό στάδιο στο τελειωτικό στάδιο της ανθρώπινης ανάπτυξης, δηλαδή την δημοκρατική πολιτεία;»

Η συγκρότηση του τεχνοδιακτυακού επικοινωνιακού συστήματος εξαρτάται τόσο απο τις μορφές που θα λάβει η εξέλιξη της τεχνολογικής προόδου, όσο και απο τις μορφές διεκδίκησης της κοινωνίας έναντι της αυτονόμησης του πολιτικού φαινομένου και της πλήρους εξάρτησης του απο τους κανόνες των διεθνών αγορών.

Η προοπτική της συνάντησης κοινωνίας-πολιτικής στο τεχνοδικτυακό περιβάλλον διαφαίνεται στον ορίζοντα και η πραγμάτωση της δημοκρατίας θα καταστεί αναπόφευκτή. Στην παρούσα φάση, προϋποτίθεται η θεσμοθέτηση της ένταξης της κοινωνίας των πολιτών στο πολιτικό σύστημα, προκειμένου τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης να αποβούν εργαλεία συνάντησης της κοινωνίας με την πολιτική.

 

Στο δρόμο για την νεοπολίτευση: Χτίζοντας μια νέα πολιτική κουλτούρα

Τις προηγούμενες μέρες, γιορτάσαμε την επέτειο της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, ενός γεγονότος-ορόσημου στην σύγχρονη ελληνική ιστορία. Ουκ ολίγες φορές, το ιστορικό αυτό γεγονός έχει παρερμηνευθεί, διαστρεβλωθεί και προσφερθεί για να εξηγηθούν οι παθογένειες του σήμερα. Φράσεις όπως <<η γενιά του Πολυτεχνείου που κατέστρεψε την Ελλάδα>> έγιναν σύνθημα και ρίζωσαν στην συνείδηση αρκετών συμπολιτών μας. Πράγματι, μερικοί εξ’ όσων μετείχαν στην εξέγερση του Πολυτεχνείου, εξαγόρασαν τα ιδανικά τους, χτίζοντας πολιτικές καριέρες και συμβάλλοντας στην οικοδόμηση του πελατειακού κράτους. Τούτο, όμως, αφενός δεν αναιρεί την τότε δράση τους και αφετέρου δεν καταργεί την ιστορική σημασία της εξέγερσης.

Σε διάφορες συζητήσεις που αφορούν την ερμηνεία των γεγονότων της εποχής, τα πολιτικά πάθη φουντώνουν ένθεν και ένθεν. Υπερβολές, μεγαλοστομίες, ταμπέλες ενσπείρουν ολοένα και περισσότερο την διχόνοια. Ο μετεμφυλιακός πολιτικός λόγος παίρνει σάρκα και οστά , τα φαντάσματα του παρελθόντος <<ανασταίνονται>> και ο κίνδυνος της επανάληψης του αλληλοσπαραγμού <<ζωντανεύει>>.

Ύστερα από την έλευση της μεταπολίτευσης και την επάνοδο της πολιτικής ομαλότητας , υπήρχε η πεποίθηση πως τα πολιτικά πάθη κατασιγάστηκαν και πως ο ελληνικός λαός πορευόταν ενωμένος για την δημιουργία ενός σύγχρονου κράτους, την σταθεροποίηση των θεσμών και την επίτευξη κοινωνικοοικονομικής ανάπτυξης. Βέβαια, οι μνήμες ήταν νωπές και τα πολιτικά πάθη υπέβοσκαν. Αφ’ης στιγμής, ένας μεγάλος πολιτικός χώρος εν Ελλάδι τελούσε επί 30 χρόνια υπό διωγμόν, μπορεί εύκολα να εξηγηθεί η επονομαζόμενη <<ιδεολογική ηγεμονία της Αριστεράς>> από το ‘74 και έπειτα, όταν νομιμοποιήθηκε πλέον η δράση των κομμουνιστικών και αριστερών κομμάτων. Οι διηγήσεις για τα εγκλήματα των δύο αντιμαχόμενων πλευρών, τις αδικίες, τις διώξεις, τους βασανισμούς μεταφέρονται από γενιά σε γενιά, εμποτίζοντας με μίσος και φανατισμό τους νέους ανθρώπους. Έπειτα από μισό αιώνα, η καθημερινή πολιτική αντιπαράθεση στην Ελλάδα του 21ου αιώνα τείνει να μοιάσει με εκείνη του 1950, αφού μόνον οι αναφορές σε <<εθνικόφρονες>> και <<αντιφρονούντες>> λείπουν.

Συχνά, πολλοί άνθρωποι της γενιάς μας αναπαράγουν τον διχαστικό πολιτικό λόγο, τροφοδοτώντας με την σειρά τους την διχόνοια. Αποδεσμευμένοι από φανατισμούς, εμπάθειες, πολιτικά πάθη κατορθώνουμε να διαμορφώσουμε αντικειμενική κρίση για τα ιστορικά γεγονότα. Κατά τον ίδιο τρόπο, οφείλουμε να αξιολογήσουμε και το σήμερα, πέρα και πάνω από διχαστικές ετικέτες (Δεξιά-Αριστερά), υπερβαίνοντας τον αναχρονιστικό μετεμφυλιακό πολιτικό λόγο, καλλιεργώντας την συναίνεση και προτάσσοντας την ενότητα του ελληνικού λαού.

H μεταπολίτευση έκλεισε τον ιστορικό της κύκλο το 2009. Στην περίοδο κρίσης που διάγουμε, είναι επιτακτική η ανάγκη για την ανασυγκρότηση του πολιτικού συστήματος, την έλευση μιας νέας μεταπολίτευσης, της νεοπολίτευσης, ως είθισται να λέγεται. Η νεοπολίτευση προϋποθέτει την αλλαγή πολιτικής κουλτούρας , ένα σύνολο δηλαδή νέων, συναινετικών αξιών που θα νοηματοδοτήσουν την πολιτική του αύριο στην χώρα μας. Η γενιά μας οφείλει να πρωταγωνιστήσει στην νέα εποχή που διανοίγεται, αφήνοντας την απάθεια, υπερβαίνοντας τα μίση του παρελθόντος  και συνδιαμορφώνοντας την νέα κουλτούρα.

Οι προαναφερόμενες προτροπές μπορεί να φανούν σε πολλούς ρομαντικές ή ουτοπικές. Ο ρομαντισμός, όμως, διακατείχε και όλους εκείνους που κατόρθωσαν να αλλάξουν τον ρου της ιστορίας, συμπεριλαμβανομένων και των νέων αγωνιστών του Πολυτεχνείου. Kαλούμαστε να υπερασπιστούμε τα κεκτημένα των αγώνων του 20ου αιώνα στο κοινωνικό-εργασιακό πεδίο και να διατυπώσουμε προτάσεις με σκοπό την εμβάθυνση της φιλελεύθερης πολιτείας και την πραγμάτωση της δημοκρατικής αρχής. Δεν υπάρχει τέλος στις δημοκρατικές διεκδικήσεις, ούτε  επήλθε το <<τέλος της ιστορίας>>. Για να γυρίσει ο ήλιος, λοιπόν, θέλει δουλειά πολλή, όπως θα μας έλεγε ο Οδυσσέας Ελύτης.

Ακροβατώντας μεταξύ νομιμότητας και συριζαίου παραλογισμού

Η χθεσινή απόφαση του ΣτΕ που έκρινε ως αντισυνταγματικό το νόμο Παππά ερμηνεύθηκε ως νίκη της Δημοκρατίας και της Δικαιοσύνης από τα κόμματα της αντιπολίτευσης.

Βάσει των διδαγμάτων της κλασσικής πολιτειολογίας και των καθοριστικών γνωρισμάτων που συνθέτουν την φιλελεύθερη συνταγματική τάξη, μπορεί πράγματι η ετυμηγορία των δικαστών να νοηθεί ως μια άμυνα του κράτους δικαίου, της πολυφωνίας και της ελευθερίας της πληροφόρησης ενάντια στην χειραγώγηση των μέσων ενημέρωσης που επιχειρούν οι κυβερνητικοί ιθύνοντες. Τούτο, όμως, δεν αρκεί για την υπεράσπιση και συνακόλουθα την πραγμάτωση της δημοκρατικής αρχής.

Ύστερα από την δημοσίευση της απόφασης, η συριζαία «αριστερή» κυβέρνηση έσπευσε να διαφυλάξει το αυταρχικό της προφίλ, διαβεβαιώνοντας ότι θα καταστρατηγήσει εκ νέου το Σύνταγμα, φέροντας προς ψήφιση έναν νέο νόμο Παππά, που θα πλήττει εξίσου την πολυφωνία και τον πλουραλισμό.

Επιπροσθέτως, κατά παράβαση της διάκρισης των εξουσιών, προέβη σε μια άνευ προηγουμένου εκβιαστική επίθεση ενάντια στην ελληνική δικαιοσύνη, κηρύσσοντας τον «πόλεμο» με τους δικαστικούς λειτουργούς δια στόματος Πολάκη.

Είναι πλέον πασιφανές πως η φιλελεύθερη συνταγματική τάξη διέρχεται μια σοβαρή κρίση στην χώρα μας. Σε αυτό το σημείο, οφείλουμε να υπενθυμίσουμε στους κυβερνώντες την αλφάβητο του Συνταγματικού Δικαίου και της Πολιτικής Επιστήμης, όσα δηλαδή διδαχθήκαμε στο πρώτο έτος.

Η αρχή του κράτους δικαίου, ως συστατικό γνώρισμα της φιλελεύθερης «δημοκρατίας» δυτικού τύπου επιτάσσει την τήρηση της νομιμότητας. Βάσει της δικαιοκρατικής αρχής, το Σύνταγμα ως ο θεμελιώδης νόμος με αυξημένη τυπική ισχύ, παράλληλα με την κατοχύρωση των ελευθεριών, θέτει περιορισμούς στην ελεύθερη δράση των ατόμων, όταν αυτή αντίκειται στην νομιμότητα.

Η φιλελεύθερη συνταγματική θεωρία υποστηρίζει το εξής: «Ότι δεν απαγορεύεται από το δίκαιο, επιτρέπεται. Από την αρχή της νομιμότητας δεν εξαιρείται η δράση της κρατικής εξουσίας, με την διαφορά ότι το κράτος σε όλες τους τις εκφάνσεις λειτουργεί ως «θεματοφύλακας» της νομιμότητας, διαθέτοντας το μονοπώλιο του έννομου καταναγκασμού».

Η κρατική εξουσία μπορεί να λειτουργήσει μόνον εντός των ορίων που θέτει το Σύνταγμα, απέχοντας από τις επεμβάσεις στην ιδιωτική σφαίρα των πολιτών.

Οι πράξεις της εξουσίας περιορίζονται και από τον έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων. Ο έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων διενεργείται από την δικαιοσύνη και αποσκοπεί τόσο στην δέσμευση του νομοθέτη έναντι του κράτους δικαίου, όσο και στην τήρηση της συνταγματικής νομιμότητας.

Το τρίγωνο της διαπλοκής που διείπε την μεταπολιτευτική ζωή της χώρας δεν αντιμετωπίζεται με την άσκηση περιορισμών στην ελευθερία της ενημέρωσης και την παράκαμψη της συνταγματικής νομιμότητας. Πολλώ δε μάλλον, δεν «χτυπάται» με την εγκαθίδρυση μιας νέας διαπλοκής που αποσκοπεί στον αυταρχικό έλεγχο του ραδιοτηλεοπτικού τοπίου, την χειραγώγηση της πληροφόρησης και κατ’ επέκταση της ελληνικής κοινωνίας.

Ας μην λησμονούμε πως πολιτειακό πρότυπο του πρωθυπουργού Α.Τσίπρα αποτελεί η Μπολιβαριανή «Δημοκρατία» του αειμνήστου προέδρου Τσάβες στην Βενεζουέλα, η οποία κατατάσσεται στην 164η θέση σε σύνολο 195 χωρών, ως προς τον δείκτη της ελευθερίας του τύπου.

Καταλήγοντας, η χθεσινή απόφαση του ΣτΕ προκάλεσε πολιτική θύελλα. Βέβαια, ο συριζαίος παραλογισμός δεν δαμάζεται εύκολα, καθώς η εξουσιομανία και ο τυχοδιωκτισμός της παρούσας κυβέρνησης δεν της αφήνει περιθώρια συμμόρφωσης με το κράτος δικαίου.

Θα βιώσουμε κι άλλα πολιτειακά παράδοξα, τα οποία θα μας υπενθυμίζουν την αυταρχική ροπή της εκάστοτε εξουσίας, που αυτοαποκαλείται «δημοκρατική», δίχως να σέβεται τις θεμελιώδεις διατάξεις του Συντάγματος.

Δόλος ή αυταπάτη; Οι ερμηνείες για την μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ

Το 2012, η εντυπωσιακή άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ στο πολιτικό προσκήνιο προκάλεσε ιστορικές ανακατατάξεις στο ελληνικό κομματικό σύστημα.

Οι διπλές εκλογές του 2012 σήμαναν το τέλος του  παραδοσιακού δικομματισμού και εδραίωσαν την νέα διαιρετική τομή «Μνημόνιο-Αντιμνημόνιο» που διέπει το πολιτικό γίγνεσθαι της Ελλάδας.

Αξίζει να μνημονευθεί, ότι τον Μάιο του 2012, τα ποσοστά των παραδοσιακών κομμάτων εξουσίας δεν υπερέβησαν αθροιστικά το ποσοστό 31%.

Έκτοτε, ο ΣΥΡΙΖΑ, υιοθέτησε πλήρως την αντιμνημονιακή γραμμή τόσο σε επίπεδο προγραμματικού πολιτικού λόγου, όσο και σε επίπεδο πολιτικής ρητορικής.

Κατόρθωσε να συσσωρεύσει την ήδη εκπεφρασμένη, από τις εκλογές του 2012, οργή-αγανάκτηση του ελληνικού λαού ενάντια στα παραδοσιακά κόμματα εξουσίας και στα μέτρα λιτότητας, δημιουργώντας σημαντικά ρεύματα υποστήριξης του στην ελληνική κοινωνία.

Τον Σεπτέμβριο του 2014, κατά την παρουσίαση του  προγράμματος της Θεσσαλονίκης, ο Αλέξης Τσίπρας είπε τα εξής: «To μνημόνιο θα είναι άκυρο από το πρώτο βράδυ της εκλογικής μας νίκης».

Το κύμα υποστήριξης της κοινωνίας προς τον ΣΥΡΙΖΑ, αποτυπώθηκε στις εκλογές της 25ης Ιανουαρίου του 2015, οι οποίες ανέδειξαν τον ΣΥΡΙΖΑ στην κυβερνητική εξουσία. Όμως, δεδομένης της αποχής του 50% του εκλογικού σώματος, αλλά και της αντιδραστικής ψήφου, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είχε δημιουργήσει βαθιά ερείσματα στην ελληνική κοινωνία.

Η  «Πρώτη φορά αριστερά» γέννησε ελπίδες και προσδοκίες τόσο στο εσωτερικό, όσο και στο εξωτερικό της χώρας, οι οποίες έμελλε να διαψευστούν με τον πιο απεχθή τρόπο στις 13/7/2015, ημερομηνία της τρίτης δανειακής σύμβασης (μνημονίου) με την υπογραφή της αριστερής  «αντιμνημονιακής κυβέρνησης».

Η λαϊκή ετυμηγορία του δημοψηφίσματος, προδήλως απορριπτική σε συμφωνία με υφεσιακά μέτρα, δεν έγινε σεβαστή. Είχαν προηγηθεί πέντε μήνες αδιέξοδων και ανεπιτυχών διαπραγματεύσεων, κατά τους οποίους εξαντλήθηκαν τα ταμειακά αποθεματικά του Δημοσίου, κατέρρευσε το ελληνικό τραπεζικό σύστημα και επιβλήθηκαν capital controls. Η ανακολουθία λόγων-έργων, η απόκλιση από τις ιδεολογικές αρχές της ριζοσπαστικής Αριστεράς και η αυτοαναίρεση του ΣΥΡΙΖΑ ήταν πλέον γεγονός.

Βρισκόμαστε στο Σεπτέμβριο του 2016 και η  «αριστερά» εφαρμόζει υπό επαχθείς και δυσμενείς όρους την τρίτη δανειακή σύμβαση, διατηρώντας την ανακολουθία λόγων-έργων και την καλλιέργεια ψευδαισθήσεων πως μέσα από τον δρόμο της περικοπής εισοδημάτων και της υπερφορολόγησης θα επέλθει οικονομική ανάπτυξη.

Τούτο συνιστά μια ακόμα αυτοαναίρεση του Τσίπρα και των ιθυνόντων της Κουμουνδούρου, οι οποίοι επί πέντε χρόνια διερρήγνυαν τα ιμάτια τους για την συγκεκριμένη επιλογή στρατηγικής εξόδου της χώρας από το καθεστώς αναγκαστικού δανεισμού.

Η απορία που ταλανίζει τους Έλληνες πολίτες είναι η εξής: Η αυτοαναίρεση, ανακολουθία λόγων-έργων ήταν προϊόν της άγνοιας κινδύνου, της αφέλειας, της αυταπάτης, κατά τον ισχυρισμό του Α.Τσίπρα;

Ή μήπως προϊόν της εξουσιομανίας που διακατείχε τον πρωθυπουργό και τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ. Με δεδομένες τις ιδεολογικές καταβολές (Νεομαρξισμός, Τροτσκισμός κτλ) του/της καθενός/καθεμιάς ξεχωριστά, η τωρινή στάση συγκρούεται με την ίδια τους την συνείδηση.

Οι ερμηνείες για την μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ ποικίλουν. Ας δούμε τις  επικρατέστερες σύμφωνα με τις αναλύσεις της Πολιτικής Επιστήμης.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, ως πολιτικό υποκείμενο της Ριζοσπαστικής Αριστεράς παρουσιάζει το ίδιον του χώρου: την συστέγαση ποικίλων και αντικρουόμενων ιδεολογικών τάσεων και ως εκ τούτου χαρακτηρίζεται από εσωτερικές εντάσεις και διαφωνίες. Η αδυναμία συγκρότησης ενιαίας γραμμής μεταφέρθηκε, στην περίπτωση ΣΥΡΙΖΑ, και σε κυβερνητικό επίπεδο, με αποτέλεσμα το σημερινό αδιέξοδο. Σύμφωνα με την εν λόγω ερμηνεία, τα πολυσυλλεκτικά κόμματα της Ριζοσπαστικής Αριστεράς θα οδηγηθούν στην συγκρότηση ενός αντι-συμβατικού σοσιαλδημοκρατικού ιδεολογικοπολιτικού προφίλ. Η αντι-συμβατική σοσιαλδημοκρατία διαφέρει κατά το ότι διατηρεί σταθερές τις αξίες του κεϋνσιανισμού και την επικριτική στάση στην ΕΕ. Εν αντιθέσει, η κλασσική σοσιαλδημοκρατία αφομοιώνει τον νεοφιλελευθερισμό και τηρεί επιεικέστερη στάση σε σχέση με το ευρωπαϊκό οικοδόμημα.

Με βάση την παραπάνω εκδοχή, η μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ νοείται ως φυσικό επακόλουθο της μετεξέλιξης των κομμάτων της Ριζοσπαστικής Αριστεράς. Θα μπορούσε να λεχθεί πως η μετεξέλιξη του ΣΥΡΙΖΑ σε ένα κόμμα εγγύτερο στην σοσιαλδημοκρατία πέρασε μέσα από τους πρώτους μήνες διακυβέρνησης , κατά τους οποίους επήλθε η διάσπαση και συνάμα η αλλαγή πλεύσης προς τον  «πολιτικό ρεαλισμό ».

Η δεύτερη ερμηνεία προτάσσει ως αφετηριακή αναλυτική αρχή, το τέλος των ιστορικών κύκλων των δύο μεγάλων ιδεολογιών που γέννησε ο Διαφωτισμός, του σοσιαλισμού και του φιλελευθερισμού, παραδοσιακού και νεοφιλελεύθερου. Ο πρώτος έκλεισε τον ιστορικό του κύκλο με την πτώση του τείχους του Βερολίνου, ενώ το νεοφιλελεύθερο μοντέλο διέρχεται μια μεταβατική φάση κρίσης από το 2008, γεγονός που προκάλεσε τον κρατικό παρεμβατισμό, με σκοπό την διάσωση της οικονομίας από την ολική καταστροφή. Το νεοφιλελεύθερο μοντέλο, όμως, εξακολουθεί να κυριαρχεί. Η πολιτική ως φαινόμενο δομείται με όρους εξουσίας , αυτονομείται από την κοινωνία και υπηρετεί τον σκοπό των διεθνών αγορών. Κατ’ αυτήν την ερμηνεία, ο ΣΥΡΙΖΑ λειτούργησε ως ο  «ιδανικός υπηρέτης των διεθνών κεφαλαιαγορών », έχοντας ως προκάλυμμα την  «δήθεν κοινωνική ευαισθησία», πίσω από το οποίο έκρυβε επιμελώς το αντι-κοινωνικό του πρόσωπο. Εν ολίγοις, η Συριζαία Αριστερά μετατράπηκε σε Νέα Δεξιά, συνδυάζοντας νεοφιλελεύθερες πολιτικές με κρατικισμό(διορισμούς κομματικών στελεχών) αίσχιστου είδους, προκειμένου να διασφαλίσει την κομματική πελατεία.

Η τρίτη και τελευταία ερμηνεία συνδέεται άρρηκτα με την προηγούμενη, κατά το ότι ο ΣΥΡΙΖΑ αποτέλεσε άξιο διάδοχο της φαυλοκρατίας που δηλητηρίασε τον ελληνικό πολιτικό βίο, καθ’ όλη την διάρκεια της μεταπολίτευσης. Εντούτοις, η αιτία της μετάλλαξης του ΣΥΡΙΖΑ συσχετίζεται άμεσα με την ολιγαρχική φύση του ελληνικού πολιτικού συστήματος, στο οποίο την πολιτική κυριαρχία κατέχει η κομματοκρατία. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν επέδειξε βούληση να μεταρρυθμίσει την πολιτεία και την σχέση-κοινωνίας πολιτικής, κάτι το οποίο άλλωστε διεφάνη από την ίδια την κομματική του δομή. Το άνοιγμα στην κοινωνία ήταν προσχηματικό, καθώς η ατζέντα και η κομματική γραμμή ορίζονταν αυστηρά από τον στενό πυρήνα της ηγεσίας.

Εν κατακλείδι, η κυβερνητική πρακτική του ΣΥΡΙΖΑ τείνει να δικαιώσει ηθικοπολιτικά τον  «παλαιοκομματισμό », κάτι το οποίο θα μείνει ασυγχώρητο στην συνείδηση των υγιών δυνάμεων της κοινωνίας και ιδίως της γενιάς μου. Εάν κάποια πολιτική δύναμη δεν επιδείξει βούληση για την αντιμετώπιση των αιτιών της κρίσης, ευρισκόμενη στην κυβερνητική εξουσία, θα αναπαράγει τις ίδιες πολιτικές.

Το ασταθές πολιτικό κλίμα και οι προοπτικές σύγκλισης του «μεταρρυθμιστικού μπλοκ»

Το κλασσικό ελληνικό καλοκαίρι καλά κρατεί ακόμα και εν καιρώ οικονομικής ύφεσης. Βέβαια, πολλοί εκ των συμπολιτών μας δεν είχαν την τύχη εμού και άλλων, να απολαύσουν λίγες ημέρες ή εβδομάδες διασκέδασης, χαλάρωσης και ξεγνοιασιάς. Η πολιτική επικαιρότητα, ωστόσο, δεν «πήγε διακοπές». Καθ’ όσον οδεύουμε προς το τέλος του θέρους η θερμοκρασία «πέφτει», αλλά το πολιτικό θερμόμετρο «ανεβαίνει» ενόψει των διεργασιών της ΔΕΘ.

Στα πλαίσια της ΔΕΘ, αναλήφθηκαν δεσμεύσεις, οι οποίες λησμονήθηκαν εν μια νυκτί μετεκλογικά, με πρόσφατο και τρανταχτό παράδειγμα το γνωστό και μη εξαιρετέο «Πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης». Σύντομα το πολλά υποσχόμενο αυτό πρόγραμμα απεδείχθη «αυταπάτη» για τους ενορχηστρωτές του και κατεγράφη στην σύγχρονη πολιτική ιστορία της χώρας ως μια από τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις μαζικής εξαπάτησης του εκλογικού σώματος.

Αυτήν την φορά, ο Αλέξης Τσίπρας, διαβλέποντας την φθίνουσα πορεία του ιδίου και του κόμματος του, προσπαθεί να διασκεδάσει τις εντυπώσεις και να αφήσει ένα ελάχιστο «αριστερό» στίγμα στο καθ’ όλα επιθετικά νεοφιλελεύθερο κυβερνητικό του έργο. Η αλλαγή του εκλογικού νόμου, το άνοιγμα του διαλόγου για την συνταγματική αναθεώρηση και η εφαρμογή μίας ήπιας κοινωνικής πολιτικής από τα «περισσεύματα» του πλεονάσματος κινούνται προς αυτήν την κατεύθυνση.

Μια νέα «αυταπάτη» κυριαρχεί στο νου του πρωθυπουργού και του επιτελείου του. Δηλώνουν βαθιά πεπεισμένοι πως μέσα από τις «επιτυχίες» (δηλαδή δημοσιονομικά πλεονάσματα της τάξεως του 3,5%) του -καταδικασμένου να αποτύχει τρίτου μνημονίου- θα ανασυγκροτήσουν το κράτος πρόνοιας και το κοινωνικό κράτος. Η παραδοξότητα της υπόθεσης έγκειται στο ότι το τρίτο πρόγραμμα στοχεύει στην διάλυση και όχι στην ανασυγκρότηση των. Φυσικά, ο πρωθυπουργός και οι συν αυτώ μπορεί να εννοούν την μετατροπή του συνόλου της ελληνικής κοινωνίας σε επαίτες, Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι χαμηλοσυνταξιούχοι που έχασαν το ΕΚΑΣ, οι οποίοι μετατράπηκαν σε επαίτες, αφού η πολιτεία αρκέστηκε στο να τους παρέχει ένα κουπόνι σίτισης για τα βασικά τρόφιμα. Αυτό το κράτος πρόνοιας, οραματίζεται η παρούσα κυβέρνηση;

Στο στρατόπεδο της αξιωματικής αντιπολίτευσης, απ’ την άλλη, οξύνουν τους τόνους της πολιτικής αντιπαράθεσης, εμμένοντας στο αίτημα για εκλογές. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης και το στρατηγικό του επιτελείο οφείλουν να συνεκτιμήσουν σοβαρά την εκλογική δυναμική της ΝΔ αλλά και το βαθμό ετοιμότητας για την ανάληψη της διακυβέρνησης. Οι πρόσφατες δημοσκοπήσεις δίδουν προβάδισμα στην ΝΔ, άλλα όχι αυτοδύναμα. Τούτο σημαίνει πως την επομένη των εκλογών, η ΝΔ πρέπει να επιδιώξει την δημιουργία στρατηγικών συμμαχιών με τις επονομαζόμενες μεταρρυθμιστικές, φιλοευρωπαϊκές δυνάμεις που εκκινούν από την ίδια την κεντροδεξιά και φθάνουν στις παρυφές του ΣΥΡΙΖΑ, το τμήμα εκείνων των στελεχών, που είναι σταθερά προσηλωμένοι στον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της χώρας. Για την ώρα, η εικόνα διαίρεσης που εξάγει ο ελληνικός πολιτικός βίος δύσκολα επιτρέπει τέτοιου είδους διαβουλεύσεις και συγκλίσεις.

Η μόνη στρατηγική σύμπλευση που διαφαίνεται στον ορίζοντα είναι αυτή της «ευρωπαϊκής συμμαχίας>: ΝΔ, ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΣΥΜΠΑΡΑΤΑΞΗ, ΠΟΤΑΜΙ ΕΝΩΣΗ ΚΕΝΤΡΩΩΝ και το σοσιαλδημοκρατικό τμήμα του ΣΥΡΙΖΑ. Τα κόμματα, βέβαια, που θα μετέχουν σε αυτήν, πρέπει πρωτίστως να προβούν σε αυτοκάθαρση σε επίπεδο πολιτικού προσωπικού και ενδοκομματικής λειτουργίας. Διότι, είναι εξωφρενικό να δηλώνεις «μεταρρυθμιστική δύναμη» ή «δύναμη λογικής» και να αναπαράγεις την πελατειακή λογική. Όπως μου είπε ένας πολύ καλός φίλος, πολιτικά ενεργός : «Η παλαιά πολιτική γενεά μαζί με τις «νοοτροπίες» και τις πρακτικές της πρέπει να μπει στο χρονοντούλαπο της ιστορίας».

Τα καρκινώματα της ελληνικής πολιτικής ζωής, το υπέρογκο κράτος, η δυσλειτουργική δημόσια διοίκηση, η πελατειακή κομματοκρατία εξακολουθούν να υφίστανται. Το τίτλο της μεταρρυθμιστικής δύναμης μπορεί να φέρει εκείνος ο πολιτικός οργανισμός, ο οποίος με υγιή, άφθαρτα στελέχη θα χτυπήσει τους προαναφερόμενους πυλώνες της ελληνικής καταστροφής, όπως ορθά προσδιορίζει ο καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης Γιώργος Κοντογιώργης.

Προς το παρόν, ο θρίαμβος της πολιτικής επικοινωνίας συνεχίζεται με την άγονη αντιπαράθεση ΝΔ-ΣΥΡΙΖΑ και όλα παραμένουν στάσιμα. Οι προβλέψεις την πορεία του κρατικού προϋπολογισμού παραμένουν απαισιόδοξες, δεδομένης της εξάντλησης της φοροδοτικής ικανότητας των Ελλήνων πολιτών. Σε περίπτωση δημοσιονομικού εκτροχιασμού, θα τεθεί υπό πλήρη εφαρμογή ο κόφτης δημοσίων δαπανών. Το σενάριο αυτό, αν και απευκταίο, μοιάζει πολύ πιθανόν και αναμένεται να δρομολογήσει ραγδαίες πολιτικές εξελίξεις, καθιστώντας αναπόφευκτη την συνεργασία των μεταρρυθμιστικών δυνάμεων και αποτρέποντας το ενδεχόμενο εκλογών. Αναμένουμε με αγωνία τις ομιλίες των πολιτικών αρχηγών στην ΔΕΘ, μέσα από τις οποίες θα εξαχθούν συμπεράσματα για την επόμενη μέρα. Είτε σε περίπτωση διεξαγωγής πρόωρων εκλογών, είτε σε περίπτωση εκκίνησης των διαβουλεύσεων για την συγκρότηση οικουμενικής κυβέρνησης, το «μεταρρυθμιστικό μπλοκ» και τα κόμματα που το συναποτελούν θα διαδραματίσουν πρωταγωνιστικό ρόλο.

Τα διδάγματα της 5ης Ιουλίου – Μία άλλη ανάγνωση του Δημοψηφίσματος

5/7/2015-5/7/2016. Σαν να μην πέρασε ένας πολιτικά περιπετειώδης και ανατρεπτικός χρόνος από εκείνο το «ιστορικό», κατ’ άλλους «διχαστικό» δημοψήφισμα. Ιστορικό; Διχαστικό; Άκυρο; Ίσως να είναι και όλα μαζί. Το μόνο βέβαιο είναι πως η 5η Ιουλίου και τα όσα επακολούθησαν μπορούν να νοηθούν ως η αφετηρία μιας άλλης εποχής, την οποία διανύει η πατρίδα μας αυτήν την περίοδο.

Η απόληξη των επιπόλαιων διαπραγματεύσεων της πρώτης ‘αριστερής’ κυβέρνησης (Γιάνης Βαρουφάκης – Plan X κλπ) ήταν η αιφνιδιαστική αποχώρηση της ελληνικής πλευράς το βράδυ της 27ης Ιουνίου του 2015, όταν η κυβέρνηση έλαβε υπο την μορφή τελεσιγράφου μια πρόταση, μεστή από υφεσιακά μέτρα, που εξασφάλιζε μόλις πέντε μήνες χρηματοδότησης για την ελληνική οικονομία.

Η προκύρηξη του δημοψηφίσματος ήταν το τελευταίο όπλο του Αλέξη Τσίπρα, σε μια πολύμηνη συγκρουσιακή στάση με τους δανειστές που άγγιζε τα όρια της ρήξης. Η συνέχεια γνωστή: To ελληνικό τραπεζικό σύστημα καταρρέει και επιβάλλονται κεφαλαιακοί έλεγχοι (capital controls). Η ελληνική οικονομία, εκτός προγράμματος, απέχει λίγα βήματα απο την χρεοκοπία. Η ελληνική κοινωνία, πανικόβλητη, συγχυσμένη, διχασμένη και βαθιά πολωμένη καλείται να επιλέξει ανάμεσα στον αργό (ΝΑΙ) και τον ξαφνικό θάνατο (ΟΧΙ).

Το διακήβευμα του δημοψηφίσματος, όμως, άλλαξε στην πορεία. Αρχικά, ήταν η έγκριση η μη ενός υφεσιακού προγράμματος, το οποίο σε διάστημα πέντε μηνών θα οδηγούσε ξανά την Ελλάδα στα πρόθυρα της πτώχευσης. Στις 30/6 το δεύτερο μνημόνιο έληξε και η Ελλάδα βρέθηκε δανειακά αθωράκιστη. Οι δανειστές καθιστούν εμμέσως άκυρη την πρόταση-τελεσίγραφο. Ο Γιούνκερ αποστέλλει μια δραματική επιστολή στον Αλέξη Τσίπρα, με την οποία επιδεικνύει μια ελάχιστη διάθεση υποχώρησης, θέτοντας ως μοναδικό όρο την ακύρωση του δημοψηφίσματος. Τα δεδομένα είχαν διαμορφωθεί ως εξής: Οι δανειστές ή θα συζητούσαν ένα νέο μνημόνιο σε διαφορετική βάση ή θα προετοίμαζαν την ελεγχόμενη έξοδο της Ελλάδας απο την Ευρωζώνη. Στο σημείο αυτό, αρχίζει το παρασκήνιο της υπόθεσης, το οποίο χρήζει ιδιαίτερης διερεύνησης.

Το παρασκήνιο

Την Τετάρτη 1η Ιουλίου, χάθηκε μια μοναδική ευκαιρία της ελληνικής κυβέρνησης να ακυρώσει το δημοψήφισμα και να αποκομίσει μια ευνοικότερη συμφωνία σε σχέση με την ισχύουσα ταπεινωτική. Φημολογείται ότι ο πρωθυπουργός ήταν έτοιμος να αναγγείλει την ακύρωση του δημοψηφίσματος και να επιστρέψει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Σύμφωνα με δημοσιογραφικές πηγές, κορυφαίοι υπουργοί της κυβέρνησης μπαινοέβγαιναν στο Μαξίμου καθ’ όλη την διάρκεια της ημέρας. Το τότε υπουργικό συμβούλιο ήταν διαιρεμένο. Οι περισσότεροι κυβερνητικοί παράγοντες υποστήριζαν την συνθηκολόγηση και οι υπόλοιποι το σχέδιο Βαρουφάκη. Η στάση του συγκυβερνήτη και υπουργού Αμύνης, Πάνου Καμμένου παρουσιάζει ενδιαφέρον. Επειδή η περικοπή δαπανών και η μείωση του προσωπικού στον τομέα της Άμυνας εμπεριέχονταν και στην νεα πρόταση Γιούνκερ, ο Πάνος Καμμένος προειδοποίησε πως θα αποχωρήσει απο την κυβέρνηση.

Έπειτα απο έντονες συζητήσεις, διαβουλεύσεις και καθυστέρηση πολλών ωρών, ο πρωθυπουργός βγάζει διάγγελμα, με το οποίο εμμένει στην αρχική του θέση, διαβεβαιώνοντας ότι το δημοψήφισμα θα διεξαχθεί κανονικά.

Το δημοψήφισμα και η συνθηκολόγηση

Με βάση τα νέα δεδομένα που είχαν διαμορφωθεί απο την πλευρά των δανειστών, το ΝΑΙ και το ΟΧΙ αποκτούσαν διαφορετική σημασία. Μολαταύτα, η πολιτική και δημοσιογραφική τάξη της χώρας δεν αντελήφθη το τι συνέβη, με αποτέλεσμα να επικρατήσει η παράνοια και η παραπληροφόρηση. Οι υποστηρικτές του ΝΑΙ (παραδοσιακά κόμματα εξουσίας, διάφοροι φορείς της κοινωνίας των πολιτών) υπέπεσαν σε ένα πρωτοφανές στρατηγικό σφάλμα: Δεδομένου ότι η πρόταση-τελεσίγραφο είχε καταστεί άκυρη, έπρεπε, δια των εκπροσώπων τους στα μέσα ενημέρωσης, να επισημάνουν πως το ΝΑΙ θα ενίσχυε την διαπραγματευτική θέση της χώρας και θα απέτρεπε την συζήτηση για ελεγχόμενο grexit. Αντ’ αυτού υποστήριξαν με πάθος την ακυρωθείσα πρόταση, υπερτονίζοντας την αναγκαιότητα της εφαρμογής των υφεσιακών μέτρων(φόρων και περικοπών σε εισοδήματα).

Το ΟΧΙ, απ’ την άλλη πλευρά, συστέγαζε ποικίλες και αντικροούμενες πολιτικές-κοινωνικές τάσεις: oι κομματικοί ταγοί του ΣΥΡΙΖΑ, τα κόμματα της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς, υγιείς πολίτες, αδικημένοι-πληγέντες απο την ύφεση, υποστηρικτές της επιστροφής στην Δραχμή κ.α. Οι πολλαπλές ταυτότητες των υποστηρικτών του ΟΧΙ προσέφεραν και διαφορετικές ερμηνείες για την επιλογή τους.

Και οι δύο πλευρές είχαν στρεβλή αντίληψη της πραγματικότητας. Δεν υπήρχε συγκεκριμένο κίνητρο. Μερικοί εκ των συμπολιτών μας, μάλιστα, πίστευαν πως κρίνεται η παραμονή της χώρας μας στην Ευρωπαική Ένωση!

Την Κυριακή 5η Ιουλίου του 2015, η πλειοψήφια του ΟΧΙ δίδει την απάντηση της την ώρα της κάλπης. Το 62% του ελληνικού λαού απορρίπτει την ήδη αποσυρθείσα πρόταση-τελεσίγραφο. Το ΟΧΙ δεν άλλαξε τον τρόπο αντιμετώπισης της χώρας μας απο τους εταίρους αλλά άφησε το δικό του ιστορικό στίγμα, καταδεικνύοντας τα διαχρονικά αιτήματα της ελληνικής κοινωνίας όπως: η κοινωνική δικαιοσύνη, ο σεβασμς στα ανθρώπινα δικαιώματα και η τιμωρία των υπαιτίων της κρίσης. Οι συνέπειες της λιτότητας (3.000.000 φτωχοί, 1.500.000 άνεργοι, 5000 αυτοκτονίες) ήταν αρκετές για να υποδείξουν αυτήν την στάση εθνικής αξιοπρέπειας, έστω και αν η εκβιαστική πρόταση δεν ίσχυε.

Αξιολογώντας τα γεγονότα, με απόσταση χρόνου και καθαρή ματιά, διαπιστώνεται ότι το ερώτημα εξέλειπε σαφήνειας και ως εκ τούτου ο κάθε ψηφοφόρος αιτιολογούσε την επιλογή του, παραθέτοντας τους δικούς του ιδιαίτερους λόγους. Το δημοψήφισμα αυτό δεν έπρεπε να διεξαχθεί . Τούτο δεν σημαίνει πως ο θεσμός του δημοψηφίσματος δεν είναι χρήσιμος, αυτός καθ’ εαυτός. Όμως, η χρονική στιγμή που επελέγη και οι άνισοι συσχετισμοί δύναμης σε ευρωπαικό επίπεδο δεν επέτρεπαν μια βεβιασμένη προσφυγή σε δημοψήφισμα.

Το βράδυ της 5ης Ιουλίου, η κυβέρνηση συνελήφθη κοιμώμενη, ανίκανη να διαχειριστεί το 62% της άρνησης στην λιτότητα. Οι δάνειστες είτε θα έθεταν επι τάπητος το grexit, είτε θα συζητούσαν ένα νέο μνημόνιο υπο εξευτελιστικούς όρους για την Ελλάδα, όπερ και εγένετο. Την 12η Ιουλίου, υπο τον φόβο του grexit, o Έλληνας πρωθυπουργός συνάπτει το τρίτο μνημόνιο, μια ταπεινωτική συμφωνία για την Ελλάδα. Το ΟΧΙ καθίσταται άκυρο πραγματικά και ουσιαστικά

Ο Αλέξης Τσίπρας, έχοντας προαποφασίσει την συνθηκολόγηση, κέρδισε πολιτικό χρόνο και μείωσε το πολιτικό κόστος των δυσμενών αποφάσεων του. Παρα την εσωτερική διάσπαση του ΣΥΡΙΖΑ και την ψήφιση του τρίτου μνημονίου, κατόρθωσε να κερδίσει τις εκλογές της 20ης Σεπτεμβρίου, τις οποίες προκάλεσε ο ίδιος σκοπίμως. Η τρίτη δανειακή σύμβαση έκρυβε και άλλους κινδύνους για την Ελλάδα, οι οποίοι φανερώθηκαν μόλις ένα μηνα πρίν. Η ανευ όρων υπαγωγή της σύνολης κρατικής περιουσίας στο ταμείο αποκρατικοποιήσεων και ο αυτόματος κόφτης δημοσίων δαπανών δεσμεύουν την χώρα μας στο διηνεκές.

Τα συμπεράσματα

Οι υγιείς πολίτες, υποστηρικτές του ΝΑΙ ή του ΟΧΙ ηττήθηκαν. Όταν η κοινωνία των πολιτών ενωθεί, διεκδικώντας την άρση των αιτιών της ελληνικής κρίσης, τότε θα επιτευχθεί το επιθυμητό αποτέλεσμα. Καθ’ όσον θα παγιδευόμαστε γύρω απο τα επίπλαστα διλλήματα της εκάστοτε πολιτικής εξουσίας, θα εξερχόμαστε ηττημένοι και τραυματισμένοι. Η εμπειρία της 5ης Ιουλίου μπορεί να αποβεί διδακτική σε ότι αφορά τις αντιλήψεις μας για την πολιτική εξουσία. Στο υπάρχον πολιτικό σύστημα, την «αντιπροσωπευτική δημοκρατία», αποδείχθηκε ότι η γνώμη της κοινωνίας δεν λειτουργεί δεσμευτικά για την πολιτική εξουσία. Άραγε πόσο «αντιπροσωπευτικό» ή «δημοκρατικό» είναι το παρόν πολιτικό σύστημα;

Αναρωτηθείτε…

Για το κίνημα «Παραιτηθείτε»

Τις τελευταίες μέρες, προκλήθηκε μεγάλη αναστάτωση στον δημόσιο διάλογο γύρω από το κίνημα «Παραιτηθείτε» και την πολιτική του ταυτότητα.

Η κυβέρνηση έσπευσε βεβιασμένα να απαξιώσει αυτό το κίνημα διαμαρτυρίας, θεωρώντας το κομματικά υποκινούμενο και φανερώνοντας μάλιστα τις ολοκληρωτικές-αυταρχικές της τάσεις (βλέπε δηλώσεις Φίλη, Σκουρλέτη). Ο κύριος Φίλης, μάλιστα, δήλωσε πως η συγκέντρωση κινείται στα όρια της συνταγματικής νομιμότητας.

Οι συγκεκριμένοι υπουργοί οφείλουν να γνωρίζουν πως το δικαίωμα του συνέρχεσθαι και του συνεταιρίζεσθαι αποτελεί θεμελιώδες, συνταγματικά προστατευόμενο δικαίωμα του κάθε Έλληνα πολίτη. Η εντολή που έλαβαν από το εκλογικό σώμα είναι χρονικά περιορισμένη και δεν τους δίδει το δικαίωμα να εγκαθιδρυθούν μονίμως στην εξουσία, ωσάν να ήταν αυταρχικό καθεστώς.

Απ’ την άλλη, η αξιωματική αντιπολίτευση πήρε αποστάσεις “ασφαλείας” από το συγκεκριμένο κίνημα, παρότι πολλά στελέχη, βουλευτές και ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης το υποστήριξαν έμμεσα ή άμεσα. Βέβαια, δεν δόθηκε εκ μέρους της Νέας Δημοκρατίας ανοιχτή υποστήριξη και πολιτική κάλυψη. Τα υπόλοιπα κόμματα του επονομαζόμενου ευρωπαϊκού τόξου ακολούθησαν την ίδια τακτική.

Στο συλλαλητήριο της Τετάρτης, συγκεντρώθηκαν περίπου 8.000 άτομα. Δεν είχε την μαζική απήχηση που αναμένονταν και τούτο οφείλεται σε ποικίλους λόγους όπως: ο καιρός, η προσπάθεια υπονόμευσης του από πλευράς κυβέρνησης και φιλοκυβερνητικών ΜΜΕ καθώς επίσης και ο πολιτικός κυνισμός που μαστίζει την νεοελληνική κοινωνία, προερχόμενος άλλοτε από την ματαιοδοξία και άλλοτε από την αδιαφορία.

Σε ότι αφορά τον χαρακτήρα, την φυσιογνωμία και την πολιτική ταυτότητα του κινήματος τα πράγματα περιπλέκονται περισσότεροι. Πολλοί αναλυτές και δημοσιογράφοι θεωρούν το κίνημα «Παραιτηθείτε» ως την συνέχεια του «Μένουμε Ευρώπη».

11 μήνες μετά, όμως, οι πολιτικοί συσχετισμοί είναι διαφορετικοί. Το πολιτικό υποκείμενο, ΣΥΡΙΖΑ, ευρισκόμενο σε μεταβατικό στάδιο αναζητεί την νέα του θέση στο πολιτικό χάρτη (αριστερά της Σοσιαλδημοκρατίας), αναθεωρώντας τις ιδεολογικοπολιτικές του αρχές. Η επικρατούσα διαιρετική τομή, “Μνημόνιο-Αντιμνημόνιο”, από το 2010 μέχρι το 2015, τείνει να αντικατασταθεί από την νεοδιαμορφωθείσα διαιρετική τομή “Μεταρρύθμιση-Αντιμεταρρύθμιση.

Η κυβερνώσα Αριστερά συνθηκολόγησε το πιο επαχθές και εθνικά καταστρεπτικό μνημόνιο, οι συνέπειες του οποίου γίνονται αντιληπτές στην καθημερινότητα του κάθε πολίτη αυτής της χώρας.

Αυτήν την φορά δεν είναι μόνον οι υποστηρικτές του ΝΑΙ, των παραδοσιακών κομμάτων εξουσίας αλλά και οι πρώην ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ που όντας προδομένοι, αδικημένοι, εξαπατημένοι από την εγκατάλειψη των προεκλογικών δεσμεύσεων εκδηλώνουν με ειρηνικό τρόπο την αντίθεση τους στην αδιέξοδη κυβερνητική πολιτική.

Για το κίνημα “Παραιτηθείτε”

Κεντρικό σύνθημα του κινήματος «Παραιτηθείτε» είναι το «ΟΧΙ ΚΟΜΜΑΤΑ, ΟΧΙ ΧΡΩΜΑΤΑ, ΜΟΝΟ ΠΟΛΙΤΕΣ». Το μήνυμα αυτό εκπέμπει αποφασιστικότητα και παραπέμπει στις υγιείς δυνάμεις της κοινωνίας που αιτούνται την στροφή της οικονομικής πολιτικής.

Τα αιτήματα του κινήματος μοιάζουν δίκαια, λογικά, σωστά. Ιδέες-προτάσεις, βγαλμένες από το στόμα του καθημερινού πολίτη. Περιορίζονται, όμως, στην αλλαγή της οικονομικής πολιτικής χωρίς να θίγουν την βαθύτερη αιτία του ελληνικού προβλήματος, δηλαδή τις παθογένειες του ελληνικού πολιτικού συστήματος και κράτους.

Η αναθεώρηση της σχέσης κοινωνίας-πολιτικής, η θέσπιση της ευθύνης του πολιτικού προσωπικού, η διερεύνηση των εκκρεμών σκανδάλων απευθείας από την δικαιοσύνη, η αναδιάρθρωση της δημόσιας διοίκησης κ.α. αποτελούν μερικές από τις βασικές προϋποθέσεις για την επάνοδο στην ομαλότητα.

Όταν βέβαια οι διαμαρτυρόμενοι αρκούνται στην εκφώνηση αντιδραστικών συνθημάτων, στην συγκέντρωση γύρω από μια πλατεία για λίγες ώρες κάτω από τον ήλιο και στην πορεία Σύνταγμα-Ομόνοια, τότε η διαδήλωση αυτή καθ’ εαυτή κινδυνεύει να απολέσει τον χαρακτήρα της πολιτικής δράσης ή καλύτερα πολιτικής πράξης.

Για να μετουσιωθεί σε πολιτική πράξη, οι διαμαρτυρόμενοι-διαδηλωτές οφείλουν να προβούν στην διατύπωση συγκεκριμένων νομοθετικών προτάσεων που θα υποχρεώνουν το πολιτικό προσωπικό σε συμμόρφωση με την κοινωνική βούληση. (βλ. Γ.Κοντογιώργης, Κομματοκρατία και δυναστικό κράτος, Εκδ. Πατάκη, Αθήνα, 2012)

Οι κλασσικοί τρόποι συγκρουσιακής πολιτικής δράσης έχουν παρέλθει. Αφ’ης στιγμής περιορίζονται σε μικροπολιτικά αιτήματα(συνδικαλιστικά συμφέροντα κτλπ), η δράση αποτυγχάνει παταγωδώς.

Στην ρευστή-μεταβατική εποχή, την οποία διάγει η πατρίδα μας, πρέπει πρωτίστως να συνειδητοποιήσουμε ότι το ελληνικό πρόβλημα ανάγεται σε βαθύτερα πολιτικά αίτια και αναλόγως να πορευθούμε. Διότι μόνον εάν αλλάξει άρδην η δομή και η φυσιογνωμία του ελληνικού πολιτικού συστήματος, η Ελλάδα θα γνωρίσει μια υγιή, ουσιαστική -όχι επίπλαστη-, οικονομική ευημερία.

 Επομένως, το διακύβευμα του όποιου κινήματος “Παραιτηθείτε” πρέπει να συμπεριλάβει και την ουσία του ελληνικού προβλήματος στα αιτήματα του, ώστε να ασκηθεί η κατάλληλη πίεση προς την κυβέρνηση και την υπόλοιπη πολιτική τάξη.

Η διαφαινόμενη έναρξη της μακράς συζήτησης για την συνταγματική αναθεώρηση αποτελεί ίσως μια ευκαιρία κινητητοποίησης της κοινωνίας των πολιτών της διατύπωσης νομοθετικών προτάσεων εκ μέρους της για την αλλαγή του ελληνικού πολιτικού συστήματος.

 

 

Υπάρχει εναλλακτική;

Σε μια από τις πιο ασταθείς περιόδους στην νεότερη πολιτική ιστορία της Ελλάδας, με κύριο χαρακτηριστικό γνώρισμα την πολιτική παράνοια, η κατα δήλωση αριστερή κυβέρνηση εξακολουθεί να αθετεί τις προεκλογικές της δεσμεύσεις και να εγκαταλείπει τις προγραμματικές της αρχές.

Η οβιδιακή μεταμόρφωση του πολιτικού υποκειμένου ΣΥΡΙΖΑ, ξεφεύγει των ορίων της παραδοσιακής Σοσιαλδημοκρατίας. Η <<Συριζαία Αριστερά>> εναγκαλίζεται με τις πιο σκληρές-αντικοινωνικές επιδιώξεις του νεοφιλελευθερισμού. Ώστε εύστοχα ο καθηγητής Γεώργιος Κοντογιώργης την αποκαλεί <<Νέα Δεξιά>>. Η σκληρά διαπραγματευόμενη κυβέρνηση αποδέχθηκε, σχεδόν αδιαμαρτύρητα, την άνευ όρων υπαγωγή της σύνολης κρατικής περιουσίας στο αιώνιο υπερ-ταμείο αποκρατικοποιήσεων. Με την ίδια άνεση αποδέχθηκε τον <<αυτόματο κόφτη>> δημοσίων δαπανών, ο οποίος θα τίθεται σε εφαρμογή, χωρίς να απαιτείται προηγουμένως η έγκριση του κοινοβουλίου..

Ούτε ο πιο ευφάνταστος σεναριογράφος ή ο πιο ικανός προφήτης δεν θα ανέμενε πως μέσα σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα, ένα κόμμα της Ριζοσπαστικής Αριστεράς θα εξελίσσονταν στον πιο πιστό υπηρέτη του νεοφιλελευθερίσμου και των διεθνών κεφαλαιαγορών. Τούτο δεν παρατηρείται μόνον σε επίπεδο πολιτικής πρακτικής αλλά και σε επίπεδο πολιτικού λόγου.

 Η μέχρι πρότεινος πολιτική <<κυριαρχία>> του Αλέξη Τσίπρα φθίνει, κάτι το οποίο αποτυπώνεται και δημοσκοπικά. Μια σημαντική μερίδα συμπολιτών μας, όντας προδομένοι από την μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ και υφιστάμενοι τις δραματικές συνέπειες των υφεσιακών μέτρων, στηρίζει τις ελπίδες του στο πρόσωπο του Κυριάκου Μητσοτάκη, βλέποντας την ΝΔ ως την μόνη εναλλακτική.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, επιχειρώντας την εσωτερική ανασυγκρότητηση του κόμματος και χαράσσοντας το κυβερνητικό πλάνο της ΝΔ, ζητά επίμονα εκλογές και δηλώνει πανέτοιμος να αναλάβει την διακυβέρνηση της χώρας. Πόλλοι σπεύδουν να τον συγκρατήσουν και όχι αδίκως. Ο πρόεδρος της αξιωματικής αντιπολίτευσης καλείται να υπερβεί πόλλα εμπόδια που συσχετίζονται τόσο με την πορεία της χώρας, όσο και με το εσωτερικό της κεντροδεξιάς.

Η ελληνική οικονομία βρίσκεται σε μια φάση δημοσιονομικού εκτροχιασμού και η παρούσα κυβέρνηση έχει αναλάβει δεσμεύσεις που θα ταλανίζουν την χώρα για τα επόμενα χρόνια. Εάν ο Κυριάκος Μητσοτάκης αναλάβει την διακυβέρνηση της χώρας θα κληρονομήσει μια χαοτική κατάσταση, την οποία δεν θα μπορέσει να διαχειριστεί. Σε αυτήν την περίπτωση, θα κληθεί να αναλάβει το πολιτικό κόστος των δυσμενών αποφάσεων της παρούσας κυβέρνησης και θα βρεθεί αντιμέτωπος με μεγαλές κοινωνικές αντιδράσεις.

Όσον αφορά τα ενδότερα της κεντροδεξίας, ο χώρος μοιάζει πολυδιασπασμένος με πολλά νεοσύστατα κόμματα, δεξιά της ΝΔ(Νέα Δεξιά-Φαήλος Κρανιδιώτης, Εθνική Ενότητα Καρατζαφέρης) , τα όποια στοχεύουν σε νύν και πρώην ψηψοφόρους της παράταξης.

Επιπρόσθετα, οι πρόσφατες δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η ΝΔ δεν δύναται να σχηματίσει αυτοδύναμη κυβέρνηση και ως εκ τούτου θα αναγκαστεί να συνεργαστεί με τις άλλες δυνάμεις του επονομαζόμενου ευρωπαϊκού τόξου (ΠΑΣΟΚ, ΠΟΤΑΜΙ, ΕΝΩΣΗ ΚΕΝΤΡΩΩΝ). Αν, όμως, κάποιος συγκαταλέξει και τον ΣΎΡΙΖΑ στις λεγόμενες ευρωπαϊκές δυνάμεις, μπορεί να αποκλειστεί μια ευρύτερη συνεργασία και η συγκρότηση μιας <<οικουμενικής>> ή <<μεταβατικής>> κυβέρνησης;.

ΣΥΡΙΖΑ και Νέα Δημοκρατία δεν τολμούν να διακηρύξουν ούτε προγραμματικά τις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις στην λειτουργία του κράτους και του πολιτικού συστήματος. Η συνταγματική αναθεώρηση, η ανανέωση της σχέσης κοινωνίας-πολιτικής, η αναδιάρθρωση της δημόσιας διοίκησης είναι μερικές από τις μεταρρυθμίσεις που μπορούν να σταθούν ως ισοδύναμα μέτρα προκειμένου να αρθούν οι δυσμενείς όροι της ισχύουσας δανειακής σύμβασης. Οι συνθήκες θα καταστήσουν αναπόφευκτη την συγκρότηση μιας μεταβατικής, οικουμενικής κυβέρνησης, απαρτιζόμενης από μη πολιτικά πρόσωπα, με σκοπό την επάνοδο στην ομαλότητα μέσω της εκκαθάρισης του ελληνικού πολιτικού συστήματος.

Εάν ο Κυριάκος Μητσοτάκης και η ΝΔ αποφασίσουν να συγκρουστούν με τον ίδιο τους τον εαυτό και θέσουν ως στόχο την άρση των παθογενειών, τότε τα δεδομένα αλλάζουν. Εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του Κυριάκου Μητσοτάκη , να αποδείξει το εάν όντως είναι μεταρρυθμιστής και πολιτικά γενναίος, ώστε να επέλθει η εκ των έσω εκκαθάριση του ελληνικού πολιτικού συστήματος.

Επανερχόμενοι στο αρχικό μας ερώτημα: Ποια η εναλλακτική; Η όποια πολιτική δύναμη τολμήσει την ανανέωση του ελληνικού πολιτικού συστήματος, υπερβαίνοντας τις διχαστικές ετικέτες και τα τεχνητά διλήμματα που δηλητηρίαζαν επί χρόνια την πολιτική και κοινωνική ζωή της χώρας.

Μεταβατική κυβέρνηση τώρα

Πολλές εβδομάδες των Παθών έπονται για την ελληνική κοινωνία, καθώς η παρούσα κυβέρνηση μερίμνησε για ακόμα μια φορά να πορευθεί χωρίς σχέδιο. Το μείζον ελάττωμα της συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ ήταν η απουσία ενός ολοκληρωμένου στρατηγικού σχεδιασμού, βάσει του οποίου θα εφαρμόζονταν το κυβερνητικό πρόγραμμα. Βέβαια, ούτε πρόγραμμα σαφές υπήρχε, ούτε και σχέδιο.

Πέρα απο την πρόδηλη ανακολουθία λόγων και έργων, ίδιον γνώρισμα αυτής της κυβέρνησης αποτελεί η αμφιταλάντευση ανάμεσα στην παραμονή και την έξοδο της χώρας μας απο την Ευρωζώνη. Είτε η μια ή άλλη επιλογή ακολουθούνται απο δύο διαφορετικούς στρατηγικούς σχεδιασμούς. Σε καμία των περιπτώσεων, οι εκπρόσωποι της ελληνικής κυβέρνησης δεν πρέπει να διαπραγματεύονται με τους ευρωπαικούς θεσμούς, έχοντας κατα νού ένα grexit. Όταν η κυβέρνηση αποβλέπει στην βέλτιστη δυνατή συμφωνία (μνημόνιο-MoA Memorandum of Understanding), δεν μπορεί παράλληλα να απεργάζεται σχέδια εξόδου απο την ευρωζώνη. Ως γνωστόν, όταν πατάς σε δύο βάρκες βουλιάζεις. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ διαχειρίστηκε κατ’ αυτόν τον τρόπο την διαπραγμάτευση με τους θεσμούς, χρονοτριβώντας και αγνοώντας τους κινδύνους που εγκυμονεί αυτή η παρατεταμένη περίοδος αδράνειας-αβεβαιότητας.

Η μόνη εγνοια της τωρινής κυβέρνησης, προεξάρχοντος του πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα, είναι η επικοινωνιακή διαχείριση της διαπραγμάτευσης με τους εταίρους αλλα και της διακυβέρνησης της χώρας συνολικά. Είναι κοινώς παραδεκτό ότι σχεδίασαν άψογα την επικοινωνιακή τους στρατηγική περιπαίζοντας την ελληνική κοινωνία εις τριπλούν. Λησμόνησαν παντελώς, όμως, την ίδια την διακυβέρνηση της Ελλάδας, την εφαρμογή δημοσίων πολιτικών προς όφελος του κοινωνικού συμφέροντος. Τούτο καταδεικνύεται απο την παράλυση του κρατικού μηχανισμού στην διαχείριση της προσφυγικής κρίσης.

Υπο το καθεστώς του απεργιακού μπλακ-άουτ και της σιωπής των τηλεοπτικών μέσων ενημέρωσης, το (αντι)- Ασφαλιστικό νομοσχέδιο συζητείται και ψηφίζεται στην ολομέλεια της Βουλής των Ελλήνων. Ένα νομοσχέδιο που στρέφεται κατα παντων, χωρις να αφήνει καμια κοινωνική ομάδα στο απυρόβλητο εξαιρουμένων των προνομιούχων και των κομματικά τακτοποιημένων. Την κοινωνική αδικία και την ταξική αμεροληψία του ασφαλιστικού , την έχω αναλύσει σε παλαιότερα άρθρα μου. Το ασφαλιστικό νομοσχέδιο προστίθεται σε μια σειρά άλλων αντικοινωνικών μέτρων, κατα κύριο λογο φορολογικών, που αναμένεται να πλήξουν ακόμα περισσότερο τα μεσαία και χαμηλά κοινωνικά στρώματα. Η συνταγή του <<αργού θανάτου>> για την ελληνική οικονομία συνεχίζεται.

Αυτή τη φορά, η φτώχεια και η μυζέρια των πολιτών μονιμοποιείται με την σφραγίδα της συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Τα δύο αυτά πολιτικά κόμματα, που έφεραν το μανδύα του <<νέου και άφθαρτου>>, ενσάρκωσαν όλες τις πτυχές του παλαιοκομματισμού, χωρίς να διστάσουν να διακινδυνέυσουν ακόμα και την ίδια την ευρωπαική πορεία της χώρας. Η εμπειρία των τελευταίων δεκαπέντε μηνών έδειξε ότι αυτή η κυβέρνηση διακατέχεται απ’ όλα τα σύνδρομα του παλαιού πολιτικού συστήματος και κατα κύριο λόγο την κοινωνική αναλγησία.

Τι μέλλει γενέσθαι; Μια πολιτική διέξοδος

Οι εξελίξεις των τελευταίων ημερών καταδεικνύουν ότι η παρούσα κυβέρνηση κρίνεται ως η πλέον αναξιόπιστη απο την πλευρά των δανειστών. Η διαπραγμάτευση βρίσκεται στον αέρα. Όπως προαναφέρθηκε, σε περίπτωση συμφωνίας ο αργός θάνατος της ελληνικής οικονομίας είναι βέβαιος, λογω του αρνητικού μείγματος της οικονομικής πολιτικής. Το πακέτο θα είναι μεστό απο δυσβάσταχτους φόρους και αναπάντεχες περικοπές εισοδημάτων. Ουδεμία γενναία μεταρρύθμιση δεν συμπεριλαμβάνεται στο πακέτο των μέτρων. Οι χρόνιες παθογένειες του ελληνικού πολιτικού συστήματος, όχι απλώς δεν αντιμετωπίστηκαν, αλλα <<νομιμοποιήθηκαν>> επι των ημερών του ΣΥΡΙΖΑ.

Η παρούσα κυβέρνηση, απρόθυμη να προβεί σε τολμηρές μεταρρυθμίσεις και αναξιόπιστη συνομιλητής των εταίρων δείχνει να καταρρέει. Η αξιωματική αντιπολίτευση, σε μια προσπάθεια εσωτερικής ανασύνταξης, δηλώνει δια στόματος Κυριάκου Μητσοτάκη, πανέτοιμη να αναλάβει την διακυβέρνηση της χώρας. Λόγω του ρευστού κοινωνικο-οικονομικού περιβάλλοντος, οφείλει να συνάψει ένα <<συμβόλαιο τιμής>> με το εκλογικό σώμα, ένα δεσμευτικό πλαίσιο εντολής, δια του οποίου θα σπάσει το απόστημα του κομματικού κράτους και θα καταργήσει τις ασυλίες του πολιτικού προσωπικού. Κατ’ αυτόν τον τρόπο θα αντιμετωπίζει απο την ρίζα το ελληνικό πρόβλημα που είναι πρωτίστως πολιτικό. Αμφίβολο παραμένει, βέβαια εάν ένα κόμμα που φέρει σημαντικό μερίδιο ευθύνης για την ελληνική καταστροφή, εκκαθαρίσει το πολιτικο σύστημα και το κράτος.

Πολλοί εντός της ΝΔ, σπεύδουν να συγκρατήσουν τον Κ. Μητσοτάκη ,επισημαίνοντας ότι σε περίπτωση ανάληψης της διακυβέρνησης απο την ΝΔ, θα κληρονομήσει μια αδιέξοδη κατάσταση, την οποία δεν θα μπορέσει να διαχειριστεί. Συνεπώς, πρέπει να εξευρεθεί μια πολιτική διέξοδος μέσα απο ένα οικουμενικό σχήμα, όχι σύμφωνα με το σκεπτικό Λεβέντη απαραίτητα, που θα σταθεροποιήσει την κατάσταση και θα οδηγήσει σε συνθήκες ομαλότητας την χώρα σε εκλογές.

Προ ενός πολιτικού αδιεξόδου και δεδομένων των δυσμενών συνθηκών, προτείνεται η συγκρότηση μεταβατικής κυβέρνησης με βραχεία θητεία που θα απαρτίζεται απο μη πολιτικά πρόσωπα( όχι τεχνοκράτες, προερχόμενους απο τον κομματικό σωλήνα). Σκοποί του κυβερνητικού αυτού σχήματος θα είναι:

α) θέσπιση γενναίων μεταρρυθμίσεων που θα αντιμετωπίζουν τις αιτίες του ελληνικού(μεταρρύθμιση της λειτουργίας της δημόσιας διοίκησης, αποτελεσματική αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής

β) η επίσπευση της συνταγματικής αναθεώρησης για την κατάργηση των ασυλιών του πολιτικού προσωπικού ή συγκέντρωση της απαραίτητης κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας(180 βουλευτών) για να επιτευχθεί

γ) η ομαλή προσφυγή στις κάλπες, είτε στα τέλη του 2016, είτε στις αρχές του 2017.

Αν ο κύριος Αλέξης Τσίπρας και οι συν αυτώ επιθυμούν να μείνουν στην ιστορία, ως <<πολιτικά έντιμοι>> και όχι ως ατύχημα οφείλουν να παραιτηθούν. Είναι εθνική και επιτακτική ανάγκη, οι άριστοι σε όλους τους τομείς, πρόσωπα μη πολιτικά, να διαλύσουν το κομματικό κράτος που προκάλεσε την οικονομική κρίση στην χώρα μας.

Φταίνε για όλα οι «κακοί Ευρωπαίοι»;

Μέσα Απριλίου και οι διαπραγματεύσεις για την ολοκλήρωση της πρώτης φάσης της εφαρμογής του τρίτου μνημονίου βρίσκονται για άλλη μια φορά στο απόλυτο αδιέξοδο. Η επικρατούσα ρητορική θέλει τις «καλoπροαίρετες ελληνικές κυβερνήσεις» να υποκύπτουν έναντι των «σκληρών, ανένδοτων δανειστών», μια ρητορική που επισκίασε την πολιτική ζωή της χώρας και δηλητηρίασε την ελληνική κοινωνία. Από αυτήν την λανθασμένη οπτική των πραγμάτων, δεν έμεινε ανεπηρέαστος και ο υπογράφων το παρόν άρθρο.

Το ξέσπασμα της ελληνικής κρίσης χρέους φανέρωσε πολλές από τις παθογένειες και τις κακοδαιμονίες που μάστιζαν επι δεκαετίες το ελληνικό πολιτικό σύστημα και οδήγησαν την χώρα σε αυτό το έσχατο σημείο. Ώστε η Ελλάδα, έχοντας μια οικονομία αθωράκιστη, να μην μπορεί να αποκρούσει τις συνέπειες της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008. Δια τούτο, οι κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις έσπευσαν να αποκρύψουν την πραγματική αιτία του ελληνικού προβλήματος και να επιρρίψουν όλες τις ευθύνες στους «κακούς δανειστές», στην Μέρκελ, το Σόιμπλε, τον Σαρκοζί και συλλήβδην σε όλα τα υπόλοιπα κράτη της Ε.Ε. Ωσάν όλοι αυτοί να συντηρούσαν την διαπλοκή, την διαφθορά, το πελατειακό κράτος και όλες τις φαυλότητες του ελληνικού πολιτικού προσωπικού. Η διαστρέβλωση της πραγματικότητας είχε έναν και μόνο στόχο: την αθώωση του πολιτικού προσωπικού στην συνείδηση των Ελλήνων πολιτών και την μεταστροφή των ευθυνών από την Αθήνα στις Βρυξέλλες και την Ουάσιγνκτον.

Υπάρχει, βέβαια, και η άλλη όψη του νομίσματος. Περί τα τέλη του 2009, όταν η ελληνική κρίση διαφαίνονταν στον ορίζοντα και ο αλήστου μνήμης Γ.Παπανδρέου απεργαζόταν την ένταξη μας στο ΔΝΤ, μια έρευνα της Eurostat κατέδειξε ότι οι προηγούμενες ελληνικές κυβερνήσεις έδιδαν ψευδή στοιχεία αναφορικά με το δημοσιονομικό έλλειμμα και το δημόσιο χρέος. Ποιός θα ξεχάσει την αντίδραση του τότε προέδρου του Eurogroup, νυν της Κομισιόν, με την χαρακτηριστική φράση: «The game is over». Η φράση αυτή έδωσε το σύνθημα για μια τιμωρητική αντιμετώπιση της χώρας μας στο πρώτο μνημόνιο, με τα υψηλά επιτόκια δανεισμού και τους λάθος πολλαπλασιαστές. Η σκληρή στάση των δανειστών υπαγορεύτηκε συχνά και από την εξυπηρέτηση πολιτικών σκοπιμοτήτων. Για παράδειγμα, η καγκελάριος Α. Μέρκελ προκειμένου να εξασφαλίσει την κοινοβουλευτική συναίνεση και να διατηρήσει την δημοτικότητα της, έπρεπε να μην παρουσιάσει ως «χαριστική» την χρηματοδοτική-δανειακή βοήθεια στην Ελλάδα, αλλά συνοδευόμενη από σκληρές απαιτήσεις και εγγυήσεις. Τούτο δικαιολογεί την τωρινή, εμμονική στάση της Γερμανίας στην παρουσία του ΔΝΤ και την αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους.

Ωστόσο, το περιεχόμενο των προγραμμάτων ανήκε κατά μεγαλύτερο μέρος στις ελληνικές κυβερνήσεις. Η υπερβολική λιτότητα σε συνδυασμό με την υπερφορολόγηση οφείλονται στην απροθυμία της εκάστοτε ελληνικής κυβέρνησης να συγκρουστεί με τις παθογένειες, δηλαδή τις συνδικαλιστικές ελίτ, την διαφθορά στην δημόσια διοίκηση κ.ο.κ. Πολλώ δε μάλλον να αλλάξει το νομοθετικό πλαίσιο που δημιουργεί αυτές τις φαύλες καταστάσεις, καταργώντας το νόμο περί ευθύνης υπουργών, περιορίζοντας τις ασυλίες των βουλευτών και αναδιαρθρώνοντας τον τρόπο λειτουργίας της δημόσιας διοίκησης. Οι τέσσερεις διεθνείς οργανισμοί και οι εκπρόσωποι των, θεσμοί ή Quartreto θέτουν τους δημοσιονομικούς στόχους. Το πως θα επιτευχθούν αυτοί οι στόχοι εναπόκεινται στην διακριτική ευχέρεια της ελληνικής κυβέρνησης, πράγμα το οποίο παραδέχθηκε και ο ίδιος ο πρωθυπουργός κάνοντας λόγο περί «ιδιοκτησίας του προγράμματος».

Χρειαζόμαστε, λοιπόν, ένα «μνημόνιο απαλλαγής από το φαύλο παρελθόν» για να αποφύγουμε τα «μνημόνια των περικοπών και των φορών». Μια συμφωνία που θα γκρεμίζει τις ομάδες συμφερόντων και τους ημετέρους, θα δημιουργήσει ένα περιβάλλον εμπιστοσύνης στις αγορές και στους επενδυτές.

Το παρόν άρθρο δεν επιχειρεί στην αγιοποίηση κανενός. Η ελληνική κοινωνία πρέπει επιτέλους να συνειδητοποιήσει την αιτία του ελληνικού προβλήματος, χωρίς να αγιοποιεί ή να δαιμονοποιεί κανέναν. Μην λησμονούμε ότι η χώρα μας προσέφυγε σε αναγκαστικό δανεισμό, αφότου έφθασε στα πρόθυρα της χρεωκοπίας με ευθύνη του ελληνικού πολιτικού προσωπικού και όχι των κυβερνήσεων ξένων χωρών. Αν θέλουμε να εξευρεθεί η οριστική λύση του ελληνικού προβλήματος, δεν έχουμε παρά να εστιάσουμε στο εσωτερικό της χώρας. Καθ΄ όσον αναζητούμε μάγους και δαίμονες στο Βερολίνο και στις Βρυξέλλες, θα βυθιζόμαστε ολοένα και περισσότερο στο χάος.

Στην τωρινή συγκυρία, η παρούσα κυβέρνηση σε συνέχεια των προηγούμενων δεν σπεύδει να εξηγήσει την αλήθεια στην ελληνική κοινωνία και ούτε βέβαια να προβεί σε γενναίες μεταρρυθμίσεις. Έτσι εξακολουθούμε να πορευόμαστε με γνώμονα την μονιμοποίηση της φτώχειας και της μιζέριας, με την χώρα μας ταπεινωμένη και απομονωμένη στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι.

Οδεύοντας σε σύγκρουση δύο κόσμων;

Αναμφίβολα διανύουμε μια απο τις πιο ανατρεπτικές περιόδους στην σύχρονη ελληνική, ευρωπαική και διεθνή ιστορία. Βρισκόμαστε στο μέσο της δεύτερης δεκαετίας του 21ου αίωνα και τα γεγονότα μιλούν απο μόνα τους. Το 2008, μια παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση έμελλε να συνταράξει τα θεμέλια του ευημερούντος δυτικού κόσμου. Aκολούθησαν ένοπλες συρράξεις, ατυχείς εμπλοκές της Δύσης στην πύρινη εστία της Μέσης Ανατολής, που εκκόλαψαν το αυγό του φιδιού της ισλαμικής τρομοκρατίας. Εύλογα και εύστοχα θα επεσήμανε κάποιος ότι έχουμε βιώσει και κατα το παρελθόν εκδηλώσεις αυτού του φαινομένου. Ποιός θα ξεχάσει την 11η Σεπτεμβρίου, τον Οσάμα Μπιν Λάντεν και τα όσα ακολούθησαν; Αυτή την φορά, όμως, τα πράγματα περιπλέκονται ακόμα περισσσότερο. Τα γεγονότα εκτυλίσσονται με πρωτοφανή ταχύτητα και οι διαστάσεις του φαινομένου είναι τόσο ανεξέλεγκτες, ώστε η διεθνή κοινότητα να αντιδρά αμήχανα και σπασμωδικά. Επαπειλείται μια γευνικευμένη σύρραξη και το ζητημα χρήζει λεπτού χειρισμού.

Η Δύση, στρατιωτικά και πολιτικά, υποστήριξε τις εξτρεμιστικές-φονταμεταλιστικές ομάδες στις χώρες της Μέσης Ανατολής για να ανατρέψει καθεστώτα που δεν ήταν <<της αρεσκείας της>>.
Η ατυχής δυτική παρέμβαση δεν αποτελεί αυτή καθ’ αυτή την αιτία του φαινομένου. Όποιος τολμήσει να ‘δει πέρα απο αυτήν την κοινά αποδεκτή διαπίστωση, μια σύγκρουση πολιτισμών, τον θρησκευτικό φανατισμό, κινδυνεύει να χαρακτηριστεί βεβιασμένα ως φασίστας. Μην βιαστείτε, όμως, να τον χαρακτηρίσετε με τέτοιου είδους κοσμητικά επίθετα. Δίοτι, όταν οργανωμένα και σε επίπεδο πλεόν διεθνούς κοινότητας αντιμετωπίσουμε αυτήν την διάσταση του προβλήματος, τότε θα επέλθει και η λύση.

Η Σαρία, κοινώς ο Ισλαμικός Νόμος, αποτελείται απο το Κοράνι και την Σούνα( διδασκαλίες και εντολές του προφήτη Μωάμεθ. Αν απο το μίσος, τον φανατισμό που διακηρύσσει η Σούνα, απομονώσει κανείς πολλές εκ των ειρηνευτικών διατάξεων του Κορανίου, τότε θα αρχίσει να βλέπει τον τρόπο αντιμετώπισης του φαινομένου. Είναι δύσκολο έως και ακατόρθωτο να εμπεδωθεί σε αυτές τις χώρες η <<φιλελεύθερη δημοκρατία>> υπο τους συστημικούς όρους) , το επικρατέστερο καθεστώς δυτικού τύπου. Ακόμα και στα λεγόμενα κοσμικά κράτη του Ισλάμ, το αυταρχικό στοιχείο, η ανελευθερία και ο θεοκρατικός χαρακτήρας είναι χαρακτηριστικά. Πηγή του δικαίου…ο Αλλάχ.

Η πολυπλοκότητα της θρησκευτικής, νομικής, πολιτικής και κοινωνικής οργάνωσης του Ισλάμ δεν επιτρέπει ούτε αυθαίρετες αναλύσεις, ούτε αυθαίρετους χειρισμούς απο την πλευρά της διεθνούς κοινότητας. Οι αδίστακτοι φονιάδες του ISIS δεν εκδικούνται μόνον την <<κακιά Δύση>>, αλλά είναι εμποτισμένοι με τα κυρήγματα μίσους που  <<επιτάσσει>> η Σούνα. Μόλις προχθές, οι τρομοκράτες χτύπησαν μια χριστιανική κοινότητα στο Πακιστάν. Ως γνωστόν, το Πακιστάν συγκαταλέγεται στις χώρες της <<κακιάς Δύσης>>.

Υπάρχει, όμως, και η θετική πλευρά του Κορανίου. Η αγαπητική σχέση που προτάσσει ο Χριστιανισμός , υπάρχει και εντός του Κορανίου. Για την καταπολέμηση του ISIS, μια οργανωμένη ανθρωπιστική επέμβαση, θα έμοιαζε ως η λύση. Βέβαια, η διεθνής κοινότητα δεν πρέπει να αρκεστεί σε μια χερσαία στρατιωτική επέμβαση που στην πορεία θα εξελιχθεί σε έναν διαμελισμό της Συρίας, σε επιμέρους στρατιωτικές ζώνες, όπως συνέβη στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν. Η ανθρωπιστική επέμβασή πρέπει να συμπεριλάβει και την δράση εθελοντών, στελεχών διεθνών οργανισμών,ΜΚΟ, που με low-pοlitics μεθόδους θα επιχειρήσουν να <<πείσουν>> τους φυλάρχους και τους ιμάμες να εφαρμόσουν τις ειρηνευτικες διατάξεις του Κορανίου. Όπως προαναφέρθηκε, είναι δύσκολο να τους πείσεις για τα υψηλά γράμματα του Διεθνούς Δικαίου, της διεθνούς προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων κτλπά. Πολλώ δε μάλλον, όταν οι δυτικές παρεμβάσεις οδηγούσαν συστηματικά σε παραβιάσεις εις βάρος τους.. Η παιδεία και δή η ανθρωπιστική παιδεία είναι το συνώνυμο της προόδου. Έχοντας ως αφετηρία την ισότητα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αντλώντας τα <<θετικά στοιχεία>> όλων των θρησκευτικών παραδόσεων στην οικουμένη και σεβόμενοι την διαφορετικότητα, τότε θα μπορέσουμε να πορευθούμε ειρηνικά.

Η παραπάνω τοποθέτηση θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί δικαιολογημένα ως ρομαντική ή ουτοπική , αλλά οι κοινωνίες προχωρούν και εξελίσσονται με τον ίδιο τρόπο που εξελίσσεται και ο κάθε άνθρωπος ατομικά. Όπως εύστοχα θα μας ‘πει ο καθηγητής Γ. Κοντογιώργης, οι κοινωνίες εξελίσσονται βιολογικά, υπάρχει η λεγόμενη <<βιολογία των κοινωνιών>>.Τα μέσα που προσφέρει η <<παγκοσμιοποίηση>> , υπο την επικοινωνιακή της διάσταση, θα είναι εκείνα που θα ενώσουν τον κόσμο και θα συμβάλλουν στην πανανθρώπινη πρόοδο και ευημερία. Οι πολιτικές ελίτ του σήμερα, με το ολιγαρχικό τους πρόσημο και το <<δημοκρατικό>> μανδύα θα βρεθούν αντιμέτωπες με την κοινωνική εξέλιξη. Βέβαια, η μεταβατική περίοδος που διανύουμε ενέχει κινδυνους, καθότι η εφαρμογή του κρατούντος συστήματος θα φθάσει στο τελειωτικό της στάδιο, φανερώνοντας το σκληρό και τον βαθιά ανελευθέρο χαρακτήρα του. Ο κόσμος δεν είναι όπως τον ξέραμε και σίγουρα δεν μπορούμε να εθελοτυφλούμε ενώπιον των αλλαγών που συντελούνται σε διεθνές επίπεδο. Το συνταρακτικό γεγονός διαδέχεται η στασιμότητα, η νευρική ηρεμία και στην συνέχεια ακολουθεί ένα ακόμη συνταρακτικό γεγονός. Η κυκλική ροή των γεγονότων, το δόγμα του <<σόκ>> θα συνεχιστεί και η γενιά μας έχει να ζήσει πολλά ακόμα. Γι΄αυτό, καλούμαστε να προλάβουμε τα γεγονότα και όχι να μας προλάβουν!

Το lifestyle του τίποτα

Το επονομαζόμενο «lifestyle» κατακλύζει την καθημερινότητά μας έδω και δεκαετίες, έχοντας αλλάξει άρδην τα γούστα μας και τον τρόπο σκέψης μας. Ένα «lifestyle» άγευστο, άγουστο και προερχόμενο απο τα meeting των μεγάλων εταιριών διεθνώς, οι θαμώνες των οποίων τρίβουν τα χέρια τους, αντικρίζοντας τον πολιτιστικό μας κατήφορο. Ο «εισερχόμενος» τρόπος ζωής δεν αλλοιώνει μόνον κάθε πολιτιστική μας ιδιαιτερότητα αλλά καταργεί την ίδια την ατομικότητά μας. Πρώτη μας έγνοια είναι να αποκτήσουμε τα ρούχα της «μόδας» και ωσάν μιμητικά όντα να ακολουθούμε την χειραγωγούμενη μάζα, δίχως να αξιολογούμε εάν η «τελευταία σειρά της μόδας» ανταποκρίνεται στις ανάγκες μας ή τις επιθυμίες μας.

Έτσι, βομβαρδιζόμαστε καθημερινά από μηνύματα όπως: «πως θα κυκλοφορήσεις την άνοιξη», τι «μαγιό θα φορέσεις», πράγματα ασήμαντα που έχουν αναχθεί σε μείζονα προβλήματα των πολιτών. Την ίδια στιγμή που διακυβεύονται ζωτικά ζητήματα, η «lifestyle» ενημέρωση συνεχίζει να θριαμβεύει.

Με ή χωρίς την θέληση μας ακολουθούμε έναν τρόπο ζωής , γεμάτο από τις «lifestyle φαμφάρες». Σε μια περίοδο που τα δικαιώματα μας δέχονται μαζική επίθεση και προδιαγράφεται ένα χαοτικό μέλλον, αντί να διεκδικήσουμε την ανάκτηση της χαμένης μας ελευθερίας και να εμμείνουμε στην γνώση και το πολιτισμό, παρασυρόμαστε από τον τρόπο ζωής που επιβάλλεται από τα μέσα ενημέρωσης.

Ναρκισσισμός, ατομικισμός, εγωκεντρισμός είναι τα πρώτα συμπτώματα τόσο εκείνων, οι οποίοι διαφημίζουν αυτόν τον τρόπο ζωής, όσο και εκείνων που τους ακολουθούν. Άραγε θα στρέψουμε την προσοχή μας στα σοβαρά ζητήματα, όταν θα έχουμε απολέσει και την ατομική μας ελευθερία; Έχω ακούσει πολλούς μεγαλύτερους μας σε ηλικία να μας «ψέγουν» διότι δεν αντιδρούμε στην επερχόμενη λαίλαπα; Πως είναι δυνατόν να βασιζόμαστε στο κατώτατο μισθό πείνας κτλ; Απαντώ: Οι νέοι αρνούνται την γνώση, την ενημέρωση για την πολιτική πραγματικότητα. Πρωταρχική τους μέριμνα παραμένει η ενημέρωση για την «τελευταία λέξη της μόδας», ωσάν να διαβιούν σε μια παραδεισένια πολιτεία. Κλειστά αυτιά, κλειστά μυαλά και μια βαθιά οπισθοδρόμηση σε εξέλιξη.

Σκοπός του παρόντος άρθρου δεν είναι να αποδομήσει συλλήβδην το «lifestyle» αλλά να το τοποθετήσει στην κλίμακα αξιών ή προτεραιοτήτων, εκεί που του αξίζει, ως ένα δευτερεύον ή ήσσονος σημασίας ζήτημα. Πέραν τούτου, το ίδιο το «lifestyle» οφείλει να προσαρμόζεται στις ιδιαίτερες ανάγκες και επιθυμίες του καθενός και να μην επιβάλλει πρότυπα ζωής και συμπεριφοράς.

Αφότου, επιλύσουμε ζωτικά ζητήματα που αφορούν την ίδια την ύπαρξή μας, μπορούμε να εγκαθιδρύσουμε ένα νέο «lifestyle», προσαρμοσμένο στις αξίες του ανθρώπου. Μέχρι στιγμής, κυριαρχεί το «lifestyle» του τίποτα, το οποίο μας βυθίζει ολοένα και περισσότερο στο πολιτισμικό χάος. Καλό θα ήταν να μην παρασυρόμαστε από κάθε λογής νάρκισσους που με γνώμονα το ατομικό τους κέρδος και την καταξίωση τους, μας «πουλούν» το απόλυτο τίποτα και εμείς το αγοράζουμε, ξοδεύοντας τα χρήματα μας, το χρόνο μας, μα πάνω απ’ όλα τον ίδιο μας τον εαυτό. Έχουμε ανάγκη, λοιπόν, από ένα εναλλακτικό και περισσότερο ανθρώπινο «lifestyle».

Πνευματική μονομέρεια: Μια διαχρονική ασθένεια

Πόσο περιττό να είναι κάποιος απόφοιτος ΑΕΙ, κάτοχος μάστερ η διδακτορικού όταν δεν γνωρίζει τρόπους, δεν μπορεί να συνομιλήσει, να διεξάγει μια ομαλή συζήτηση, σεβόμενος την αντίθετη άποψη. Όταν δεν έχει εμπεδώσει αξίες-αρετές και οι πνευματικοί του ορίζοντες περιορίζονται στους τέσσερις τείχους του δωματίου του ή του εργαστηρίου του.

Πόσο περιττός είναι ένας τέτοιος άνθρωπος, αρκούμενος στην πνευματική μονομέρεια; Σε καμία περίπτωση δεν θεωρείσαι «μορφωμένος» παρά «μαθητευόμενος ή εξειδικευμένος», όταν μένεις προσκολλημένος στις θεωρητικές παραδοχές του παρελθόντος και δεν αποπειράσαι να απαντήσεις στα ερωτήματα της σύγχρονης κοινωνίας.

Ίσως ένας απόφοιτος Δημοτικού ή Γυμνασίου, οπλισμένος με ανθρωπιστικές αξίες και έχοντας μια πλούσια βιβλιοθήκη στο σπίτι του να είναι περισσότερο μορφωμένος από έναν συμπλεγματικό/ή Νεοέλληνα/ίδα <<επιστήμονα>>. Τούτο δεν αγγίζει μόνον τις ανθρωπιστικές , μα και τις θετικές επιστήμες. Ξένα πανεπιστήμια, διεθνώς αναγνωρισμένα και καταξιωμένα, όπως αυτά των ΗΠΑ, περιλαμβάνουν στο πρόγραμμα σπουδών τους τα βασικά μαθήματα κορμού. Οι φοιτητές όλων των επιστημονικών κλάδων υποχρεούνται να έχουν παρακολουθήσει και να έχουν εξεταστεί επιτυχώς στα εξής βασικά μαθήματα : Aγγλική Γλώσσα/ Λογοτεχνία, Ιστορία, Μαθηματικά, Φυσικές Επιστήμες, Κοινωνικές/ Πολιτικές Επιστήμες. Αφού ολοκληρώσουν αυτόν τον πρώτο κύκλο μαθημάτων, ασχολούνται με τα της ειδικότητας τους. Άλλωστε αυτός είναι και ένας από τους κύριους λόγος που διαπρέπουν είτε ως ακαδημαϊκοί είτε ως εργαζόμενοι στην αγορά εργασίας.

Στον αντίποδα, τα ελληνικά πανεπιστήμια δεν διαθέτουν ένα πλήρες πρόγραμμα σπουδών, παρά το εξαιρετικό ακαδημαϊκό προσωπικό και την σχετικά ικανοποιητική διεθνή τους αναγνώριση. Ειδικότερα, σε ορισμένα αμφιθέατρα των θετικών επιστημών, απογειώνεται το σύμπλεγμα κατωτερότητας ή κοινώς παραδεδεγμένης ανωτερότητας, χωρίς να παύει να είναι σύμπλεγμα. Διαστρεβλώνεται πλήρως η ελληνική γλώσσα και εκδηλώνεται ο «Νεοέλληνας» σε ακαδημαική εκδοχή. Θυμάμαι έναν φίλο να μου διηγείται την εμπειρία του από έναν «καθηγητή», που αποδομούσε τις ανθρωπιστικές-κοινωνικές επιστήμες, μη θεωρώντας τις καν επιστήμες και αγνοώντας την παραδοχή του Albert Einstein, ο οποίος είχε ‘πει ότι η κατανόηση της πολιτικής-κοινωνικής διεργασίας είναι πολυπλοκότερη από την κατανόηση της φυσικής σε πολλές περιπτώσεις!

Αλήθεια, αν αυτός είναι ο σκοπός της διδασκαλίας στα πανεπιστήμια θετικών ή τεχνολογικών επιστημών, τότε είμαστε άξιοι της μοίρας μας! Στην πορεία, μερικοί απόφοιτοι, παρασυρόμενοι από τα κόμπλεξ που εδιδάχθησαν, γίνονται συμπλεγματικοί, φυλακίζονται ψυχικά, ηθικά και πνευματικά. Οι λαμπρές εξαιρέσεις διαπρέπουν, διότι εμποτισμένοι με μια διαφορετική πολιτισμική κουλτούρα, σέβονται όλους τους επιστήμονες και αναζητούν συνεχώς την γνώση. Όπως υπάρχουν και εξαίρετοι καθηγητές που δεν μεταδίδουν στους φοιτητές τους, τα συμπλέγματα τους για τις ανθρωπιστικές επιστήμες. Σύμφωνα με επίσημα στατιστικά στοιχεία από διεθνείς έρευνες, ο δείκτης ευφυΐας των θετικών επιστημόνων στην Ελλάδα είναι ιδιαίτερα υψηλός, πράγμα το οποίο αναπτερώνει το χαμένο μας ηθικό, ως κοινωνία. Δεν είναι, όμως, αρκετό για την κατάκτηση της χαμένης μας ελευθερίας.

Και για να μην εξαιρέσω τα του οίκου μου. Πόσες φορές στις ανθρωπιστικές επιστήμες, έχουμε αφήσει τις ιδεολογικές εμμονές να υπερβούν την επιβεβλημένη ουδετερότητα και αμεροληψία της επιστημονικής άποψης; Πόσες φορές, έχουμε γίνει όμηροι της «μιας και μόνον αλήθειας», καταργώντας την ελεύθερη συνείδηση και σκέψη; Πόσες φορές έχουμε αρκεστεί στο προτεινόμενο σύγγραμμα του Ευδόξου; Πόσες φορές μερικοί συνάδελφοι μας, επειδή δεν αρέσκονται στην γνώση του πολιτικού-κοινωνικού φαινομένου, δυσφημούν τα πανεπιστήμια μας, συστρατευόμενοι εμμέσως με τους πολέμιους των κοινωνικών επιστημών;

Έτσι, καταλήγουμε στο ότι τα ελληνικά πανεπιστήμια δεν παράγουν ελεύθερους ανθρώπους. Οι αίτιες αυτής της «ασθένειας» ανάγονται στις παθογένειες του πολιτικού συστήματος, υπεύθυνου και αρμόδιου να χαράσσει την πολιτική στα θέματα παιδείας. Οι ευθύνες είναι διαχρονικές και δεν θα αναζητηθούν στο παρόν άρθρο.

Το ταξίδι στην γνώση έχει ως προορισμό την ελευθερία. Ένα ταξίδι περιπετειώδες, με πολλά εμπόδια που καλείσαι να τα υπερβείς, ώστε κάποια στιγμή να φθάσεις στο προορισμό σου. Ο Albert Einstein είχε ‘πει και κάτι άλλο: «Όσα περισσότερα μαθαίνεις, τόσα λιγότερα συνειδητοποιείς ότι ξέρει». Ώστε ο πνευματικά μονομερής κάτοχος μάστερ να μην μπορεί να αποδείξει την υπεροχή των γνώσεων του, σε έναν άνθρωπο που για βιοποριστικούς λόγους δεν κατόρθωσε να σπουδάσει αλλά επέμεινε στην αναζήτηση της γνώσης, γεμίζοντας τα άδεια ράφια της βιβλιοθήκης του σπιτιού του και διερευνώντας την αλήθεια.

Ας εστιάσουμε στον ανθρωποκεντρικό χαρακτήρα της γνώσης, ας υπερβούμε τα συμπλέγματα που μας μαστίζουν διαχρονικά!

Αντλώντας το ιστορικό παράδειγμα από το ένδοξο, πολιτιστικά και πολιτικά «ανώτερο» παρελθόν και κατανοώντας την βαθύτερο νόημα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, θα μπορέσουμε να γίνουμε «ελεύθεροι άνθρωποι». Παρακολουθώντας τις εξελίξεις στο «διεθνές επιστημονικό γίγνεσθαι», εύκολα αντιλαμβανόμαστε ότι η συστηματική προαγωγή της συνεργασίας όλων των επιστημονικών κλάδων αποτελεί σύνηθες έως και καθημερινό φαινόμενο. Συνεπώς, η πνευματική μονομέρεια είναι άκαιρη, ανεπίκαιρη και κυρίως ασύμβατη με τις απαιτήσεις που δημιουργούν οι διαρκείς μεταβολές σε διεθνές επίπεδο.