Κυβέρνηση προς αναζήτηση ταυτότητας

Επιτέλους αριστερά. Τέλος στα μνημόνια, τέλος στην λιτότητα. Τέλος στις αυθαίρετες ιδιωτικοποιήσεις. Τέλος στην διαφθορά. Νέα Ελλάδα, νέα Ευρώπη. Η ελπίδα έφτασε.

Αυτά ακριβώς περίμεναν οι ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ, όταν τον Ιανουάριο και έπειτα τον Σεπτέμβριο του ’15 του έδωσαν τα ηχηρά 36,34% και 35,46%, αντίστοιχα. Όμως, με το ημερολόγιο να δείχνει πλέον ενάμιση χρόνο μετά και την εκλογική ψαλίδα να ανοίγει ξανά υπέρ της ΝΔ, φαίνεται ότι μάλλον κάτι πήγε στραβά.

Και δεν πρόκειται απλά για μία περιστασιακή κωλοτούμπα,  για μία μεμονωμένη πολιτική αναδίπλωση παρά για μία επαναχάραξη πολιτικής πλεύσης, μία εκ βάθρων επανατοποθέτηση. Ή για να το θέσουμε αλλιώς: τι κοινό μπορεί να έχει ο ΣΥΡΙΖΑ του πρώτου ιδρυτικού του συνεδρίου -τον Ιούλιο του ’13- με τον τωρινό ΣΥΡΙΖΑ του 2ου συνεδρίου;

Με την ηλεκτρονική πλατφόρμα syriza.gr/synedrio [url] που δημιούργησε το κυβερνόν κόμμα, δε, πέρασε την σκυτάλη στα μέλη και ψηφοφόρους του. Με βασικό σύνθημα «ο ΣΥΡΙΖΑ είναι δική ΣΟΥ [sic] υπόθεση» και 48 ερωτήσεις επιχειρεί να αφουγκραστεί το αποτύπωμά τους. Πώς δηλαδή αυτοχαρακτηρίζονται πολιτικά, κατά πόσο δραστηριοποιούνται στον κινηματικό χώρο και τι επιζητούν να βελτιώσει το κόμμα. Αρκούν όμως; Αρκεί ένα ερωτηματολόγιο, όταν η πολιτική της κυβέρνησης έχει αφήσει ανεξίτηλα τα σημάδια της στους πολίτες της χώρας; Όταν τα γεγονότα μιλούν από μόνα τους;

Ένα δημοψήφισμα στα χαρτιά

Λίγο μετά από την ανάληψη εξουσίας, όπως ήταν φυσικό, ο ΣΥΡΙΖΑ ήρθε αντιμέτωπος με την χρόνια μνημονιακή πολιτική του δικομματισμού. Μέση οδός δεν υπήρχε. Ή θα προχωρούσε σε σύγκρουση και αλλαγή πορείας ή θα ακολουθούσε την πεπατημένη. Έτσι, τον Ιούλιο του ‘15 κάλεσε τους πολίτες στις κάλπες και αυτήν την φορά για δημοψήφισμα. Το μήνυμα του ελληνικού λαού ήταν ξεκάθαρο: «όχι» στην πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της ΕΚΤ και του ΔΝΤ. «Όχι» δηλαδή σε προγράμματα λιτότητας και περικοπών.

Όπως φάνηκε όμως, αυτό δεν εμπόδισε τον Α. Τσίπρα από το να υπογράψει το τρίτο μνημόνιο, μία εβδομάδα μετά, παραγράφοντας την λαϊκή βούληση και δημιουργώντας εσωκομματικό ρήγμα. Σύμφωνα με μετέπειτα αποκαλύψεις του Γ. Βαρουφάκη, οι αποφάσεις ήταν προειλημμένες. Το δημοψήφισμα ήταν μία κάλυψη, μία δικαιολογία σε μία συμφωνία που ήδη είχε γίνει κάτω από το τραπέζι. Όμως το αποτέλεσμα δεν ήταν το αναμενόμενο. Όσο και αν προσπάθησε η κυβέρνηση με τις κλειστές τράπεζες, τα capital controls και την μιντιακή προπαγάνδα δεν μπόρεσε να στρέψει τους πολίτες στο «ναι». Αντίστοιχα στοιχεία έφερε πρόσφατα στην δημοσιότητα και το ντοκιμαντέρ «This is not a coup» του Α. Χατζηστεφάνου, με κεκαλυμμένη βέβαια την ταυτότητα του μάρτυρα.

Έκτοτε η συνέχεια είναι γνωστή και η συνταγή δοκιμασμένη. Το αίτημα για διαγραφή του χρέους κάπου παράπεσε, η 13η σύνταξη ακόμα αγνοείται, ο κατώτατος μισθός δεν αυξήθηκε,  μειώθηκαν επικουρικές και κυρίως συντάξεις, οι ιδιωτικοποιήσεις συνεχίστηκαν, ο ΕΝΦΙΑ αντί να καταργηθεί αυξήθηκε κ. ο. κ. Εν ολίγοις, όλες οι προεκλογικές δηλώσεις του ΣΥΡΙΖΑ είτε δεν υλοποιήθηκαν και παρατάθηκαν επ’ αόριστον ή –στην καλύτερη- τροποποιήθηκαν και εφαρμόστηκαν σε μία περιορισμένη τους εκδοχή.

Το μπάλωμα του εκλογικού νόμου

Σε όλη την διάρκεια της μεταπολίτευσης, οι κυβερνήσεις επέμεναν στο θεσμικό εξάμβλωμα της ενισχυμένης αναλογικής. Με πρόσχημα την σταθερότητα της χώρας δεν δίσταζαν να καρπούνται σε κάθε εκλογική αναμέτρηση το ληστρικό bonus των 50 βουλευτικών εδρών. Ανέκαθεν, από την άλλη, η Αριστερά πρόβαλε σαν αίτημα την απλή αναλογική: ένα εκλογικό σύστημα, δηλαδή, που θα απέδιδε στο κάθε κόμμα ότι ακριβώς του αναλογεί από το ποσοστό των ψήφων που συγκέντρωνε.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, λοιπόν, στην εξουσία πλέον -συγκυβερνώντας με τους ΑΝΕΛ- κλήθηκε να το ικανοποιήσει. Ερχόμενος, όμως, αντιμέτωπος με το φράγμα των 200 ψήφων άρχισε να τροποποιεί λίγο τις προτάσεις του για να διευρύνει την δεξαμενή του «υπέρ». Ακολούθησε μία σύντομη περίοδος αμφιταλαντεύσεων για τον ΣΥΡΙΖΑ, ψάχνοντας μια μέση οδό. Τελικά, σύμφωνα με την πρόταση που κατατέθηκε και υπερψηφίστηκε, ναι μεν καταργήθηκε το bonus των εδρών, όμως παρέμεινε το πλαφόν του 3% ως απαραίτητη προϋπόθεση για την είσοδο ενός κόμματος στην βουλή, αφήνοντας χωρίς δυνατότητα εκπροσώπησης ένα μέρος των πολιτών. Ταυτόχρονα, δεν άλλαξε τίποτα στην διαίρεση των εκλογικών περιφερειών, διατηρώντας την άνιση εκπροσώπηση που τους χαρακτήριζε ήδη. Ουσιαστικά, δηλαδή, ακόμα και μετά την θεσμική αλλαγή παρέμειναν ερωτηματικά για το κατά πόσο δίκαιη και ίση είναι η διαδικασία του εκλογικού συστήματος.

Το ξεκαθάρισμα (;) του τηλεοπτικού τοπίου

Με τις κυβερνήσεις να διαδέχονται η μία την άλλη και  καμία να μην αναλαμβάνει την ευθύνη για αλλαγή, οι τηλεοπτικοί σταθμοί της χώρας παρέμεναν σε μία κατάσταση ημι-νομιμότητας από το 1995. Πέρα από το έτος 1993, ουσιαστικά, όλοι οι ιδιωτικοί σταθμοί της χώρας λειτουργούσαν χωρίς άδεια από την ίδρυσή τους. Ο ΣΥΡΙΖΑ πήρε πρόσφατα την πρωτοβουλία να αλλάξει άρδην το τηλεοπτικό τοπίο. Κατάφερε όμως να καλύψει το κενό νομιμότητας με διαφανή μέσα και θεμιτό αποτέλεσμα;

Καταρχάς, μείωσε τις τηλεοπτικές άδειες σε τέσσερις. Περιόρισε, έτσι, δραστικά το αριθμητικό εύρος των συχνοτήτων, χωρίς να παρουσιάσει κάποια εύλογη δικαιολόγηση. Αμέσως έγινε λόγος για το κατά πόσο είναι δυνατό να εξασφαλιστεί η πολυφωνία στο νέο τηλεοπτικό φάσμα. Η διαδικασία χαρακτηρίστηκε, δε, ως αντισυνταγματική και αδιαφανή από την αντιπολίτευση και από  ομάδες επικριτών της συγκυβέρνησης. Βασικό τους επιχείρημα –και ορθά- είναι η παραβίαση του άρθρου 15 του Συντάγματος, σύμφωνα με το οποίο προϋποτίθεται η «σύμφωνη γνώμη του διοικητικού συμβουλίου του ΕΣΡ» για την παραχώρηση άδειας, θέση που δεν λήφθηκε υπ όψιν. Μετά από την τελική αναβολή της διάσκεψης, δύο αντιπρόεδροι του ΣτΕ υπέβαλαν την παραίτησή τους, κλυδωνίζοντας και τον δικαστικό κύκλο.

Εκτός όλων αυτών, λίγο μετά από την πρώτη επιλογή των υπερθερμαστών ξεσπάει σκάνδαλο με τον έναν επιλαχών. Πρόκειται για τον επιχειρηματία Χρ. Καλογρίτσα, που φαίνεται να παρέδωσε εικονικό πόθεν έσχες στον διαγωνισμό και να συνδέεται με την Attica Bank μέσα από δυσθεώρητα δάνεια, εν μέσω μάλιστα κρίσης. Ακόμα και αν ο υπουργός Εσωτερικών Π. Κουρουμπλής προσπάθησε να σπάσει την αμηχανία της κυβέρνησης, προεικάζοντας ποινικές διώξεις, αμέσως ακούστηκε το σενάριο για συμφωνίες κάτω από το τραπέζι μεταξύ του επιχειρηματία και του ΣΥΡΙΖΑ με δίαυλο το τραπεζικό σύστημα.

Στον απόηχο όλων αυτών, μάλιστα, θα μπουν λουκέτα σε στημένους σταθμούς με οργανωμένα προγράμματα ψυχαγωγίας και ενημέρωσης. Άνθρωποι θα βρεθούν στην ανεργία, χωρίς κανένα πλάνο απορρόφησής τους πίσω στον δημοσιογραφικό κλάδο. Μέχρι το σημείο, δε, του οριστικού κλεισίματος του σταθμού τους δεν μπορούν παρά να παραμείνουν στην επαγγελματική τους θέση, με τις πληρωμές τους να εκκρεμούν, ελπίζοντας ότι κάτι μπορεί να αλλάξει. Ακόμα και για τους σταθμούς που τελικά θα καταφέρουν να εξασφαλίσουν την άδειά τους, οι όροι εργασίας και πληρωμής είναι αβέβαιοι. Όταν για την πρώτη δόση οι καναλάρχες κλήθηκαν να καταβάλουν το ποσό των 85,1 εκατ. ενώ το συνολικό κόστος ανέρχεται στα 246 εκατ. ευρώ, τι ακριβώς εξασφαλίζει τις μετέπειτα επενδύσεις τους στο εκάστοτε κανάλι;

Όσο περνάει η περίοδος διακυβέρνησης τόσο περισσότερο φαίνεται να ακροβατεί ο ΣΥΡΙΖΑ, πάνω από βόμβες που είναι έτοιμες να εκραγούν. Μπορεί το σενάριο των εκλογών να μοιάζει μακρινό, όχι όμως απίθανο.

Τα μέτωπα που ανοίγει η κυβέρνηση γίνονται όλο και περισσότερα, με ίσως επισφαλέστερο όλων την τριβή που προέρχεται από τα εσωτερικά του κόμματος. Οι «53», η πλατφόρμα 2010, η Ενωτική κίνηση, οι ΠΑΣΟΚογενείς και οι κομματικοί καλούνται να βρουν μια τελική κοινή γραμμή πλεύσης και να μοιράσουν την εσωκομματική εξουσία. Ο Τσίπρας, από την άλλη, θέλει να τραβήξει όσο πιο πολύ μπορεί το κόμμα προς το κέντρο, μπας και δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα.

Η ελπίδα ήρθε, είδε και απήλθε. Πέρασε και δεν άγγιξε, που λένε.

Με φόντο τον εκλογικό νόμο

Λιγότερο από ένα εικοσιτετράωρο απομένει πλέον από την κρίσιμη ψηφοφορία της Βουλής για τον εκλογικό νόμο, με το τοπίο να γίνεται όλο και πιο χλωμό για την υπερψήφισή του.

Το όριο των 200 ψήφων που απαιτούνται φαίνεται αβέβαιο, όταν σύσσωμη η αξιωματική αντιπολίτευση, το Ποτάμι και το ΠΑΣΟΚ –ήτοι 103 βουλευτές-  έχουν δηλώσει ανοιχτά την καταψήφισή του.

Μάλιστα, ακόμα και για να φτάσει το «ταβάνι» των 197 ψήφων που υπολείπονται, ο κ. Τσίπρας πρέπει:

  1. να κρατήσει την θετική ψήφο του ανεξάρτητου βουλευτή Νίκου Νικολόπουλου και του επικεφαλής της ΔΗΜΑΡ Θανάση Θεοχαρόπουλου,
  2. να επιτευχθεί η χρυσή τομή που διαφαίνεται με το ΚΚΕ,
  3. να τραβήξει τις ψήφους από τα μέλη της Χρυσής Αυγής, που μέχρι τώρα έχουν κρατήσει κρυφά τα χαρτιά τους,
  4. να μην προκύψει καμία απώλεια είτε εσωκομματικά  ή από τις υπόλοιπες θετικές ψήφους.

Από την πλευρά της η συγκυβέρνηση, έχει προβεί σε επικλήσεις ήθους σε όλους τους βουλευτές και δη της Αριστεράς, ελπίζοντας σε κάποια διαρροή. Εκτός αυτού, ο πρωθυπουργός της χώρας κρατάει ακόμα κάποια χαρτιά για την στιγμή της συζήτησης στην Ολομέλεια, όπως το ζήτημα της άμεσης εκλογής του ΠτΔ και της μετατροπής του ελάχιστου εκλογικού ποσοστού από 3% σε 2,5%. Μπορεί αυτές οι κινήσεις να αποβλέπουν σε διεύρυνση της δεξαμενής των ψήφων, όμως τελικά συσκοτίζουν ακόμα περισσότερο το πολιτικό σκηνικό αφού χάνονται οι όποιες χρυσές τομές είχαν μέχρι τότε βρεθεί.

Εκτιμώμενη ψήφος-page0001 (2)

Θεσμικό ρήγμα με ή χωρίς μπαλώματα;

Το ζήτημα της απλής αναλογικής παραμένει από την αρχή της μεταπολίτευσης πάγιο αίτημα της αριστεράς. Απόπειρες για ένα αναλογικότερο σύστημα έχουν γίνει αρκετές φορές (1932, 1936, 1946, 1950, 1989-1990), καμία όμως δεν ήταν αρκετά ριζοσπαστική. Τα ενδεχόμενα της κατάργησης του bonus των εδρών και του ελάχιστου εκλογικού ποσοστού 3% είναι παράμετροι που παραμένουν μέχρι σήμερα και μπορούν να μεταβάλλουν άρδην όλο το πολιτικό σκηνικό της χώρας.

Ανεξάρτητα από το αν επί του πρακτέου το κυβερνόν κόμμα κερδίζει κατά μέσο όρο 30 έδρες (αντί 50 όπως συνήθως αναφέρεται), το πλειοψηφικό σύστημα δεν συμπορεύεται (και ίσως ποτέ δεν έγινε) με το λαϊκό αίτημα. Είναι λογικά και ηθικά αδιανόητο με πρόσχημα την πολιτική σταθερότητα της χώρας (;) να συντηρούνται τέτοιοι θεσμικοί μηχανισμοί μέχρι σήμερα.

Θα καταφέρει όμως η τελική πρόταση ΣΥΡΙΖΑ- ΑΝΕΛ να εκπληρώσει τα ιδεατά μίας ολόκληρης μεταπολίτευσης; Ήδη, πριν φτάσουμε στο σημείο της συζήτησης έχει κοπεί το ενδεχόμενο κατάργησης του εκλογικού πλαφόν 3%, στερώντας από μικρά ποσοστά της κοινωνίας την δυνατότητα εκπροσώπησης στην Βουλή. Αυτό εξ ορισμού καταργεί την έννοια της ουσιαστικής απλής αναλογικής. Από την άλλη, δεν μπορούμε να αρνηθούμε ότι η κατάργηση του ληστρικού bonus των εδρών χωρίς τροποποιήσεις είναι σημαντικό και καθοριστικό βήμα. Βέβαια, παραμένουν ακόμα κάποια θέματα μετέωρα:

  • το ζήτημα της ψήφου των ομογενών, όταν μάλιστα 25 χώρες της Ευρώπης τους παρέχουν το δικαίωμα άσκησης του εκλογικού τους δικαιώματος στην χώρα αποδημίας ή με επιστολική ψήφο,
  • το ζήτημα των περιφερειών, όταν ακόμα εγκυμονεί το ενδεχόμενο για άνιση εκπροσώπηση λόγω δέσμευσης εδρών σε μονοεδρικές περιφέρειες.

Εκτός αυτών, το ενδεχόμενο να τροποποιήσει η συγκυβέρνηση την αρχική της πρόταση για να ανοίξει το εύρος των ψήφων, μόνο αρνητική εικόνα θα προκαλέσει. Εξάλλου, το μόνο σενάριο για να μαζευτούν οι 200 ψήφοι είναι να υπάρξουν διαρροές από Ποτάμι ή ΠΑΣΟΚ.

Αλλιώς οι χρυσές τομές θα χαθούν τελείως και το περιεχόμενο του εκλογικού νόμου θα εξευτελιστεί με εκπτώσεις.

Η συνέχεια ενός ρατσιστικού ψευδοεπιστημονισμού

Μπορεί να κοντεύει να συμπληρωθεί σχεδόν μία εκατονταετία από την αιματηρή άνοδο των Ναζί στην εξουσία μέχρι την κοινοβουλευτική παρουσία της Χρυσής Αυγής, όμως η βάση του εθνικοσοσιαλισμού μοιάζει να έχει μία νομοτελειακή συνέχεια μέσα στον χρόνο. Αν και το ελληνικό κόμμα της ακροδεξιάς δεν έχει βρεθεί σε θέση εξουσίας για να μπορεί να κριθεί για την άσκηση κάποιας συντονισμένης βιοπολιτικής, ακολουθεί όμως πιστά τα ιδεολογικά χνάρια των γερμανών εθνικοσοσιαλιστών ήδη από την ίδρυσή του.

Πέρα από τα χιτλερικά εγκώμια και τα ναζιστικά σύμβολα, η Χρυσή Αυγή προώθησε -μέσα από τα προπαγανδιστικά της έντυπα- μία συνολική και ολοκληρωμένη, εθνικοσοσιαλιστική θεώρηση του κόσμου, που συνέπιπτε απόλυτα με εκείνη της απολυταρχικής Γερμανίας του 20ου αιώνα. Εκτός αυτού, φρόντισε να υποστηρίξει αυτήν την κοσμοθεωρία με τα ίδια επιστημονικά μέσα, που είχε θέσει σε εφαρμογή και ο ίδιος ο Χίτλερ.

Από την αρχή της ναζιστικής διακυβέρνησης, ο Φύρερ προσπάθησε να θέσει τις πρακτικές που εφάρμοζε πάνω σε μία ορθολογική και επιστημονική βάση. Κατανόησε ότι μόνο έτσι θα μπορούσε να νομιμοποιήσει σε μεγάλο εύρος την ναζιστική βιοπολιτική και εν τέλει να την ανατροφοδοτήσει αντίστοιχα. Φυσικά, όταν υποστήριζε ότι «εμείς [οι Ναζί] πρέπει να καταλάβουμε την επιστήμη και να συνεργαστούμε μαζί της» δεν αναφερόταν παρά σε μία επίφαση επιστημονισμού, κατάλληλα επεξεργασμένη και σμιλεμένη προς την θεμελίωση των ναζιστικών πρακτικών.

καλοοοο

Από τον εκ γενετή εγκληματία στον εκ γενετής κατώτερο

Δεν ήταν πάρα με τον Τσέζαρε Λομπρόζο και την θεώρησή του για τον φύσει εγκληματία που για πρώτη φορά αντιμετωπίστηκαν συγκεκριμένα άτομα ως βιολογικά ταυτισμένα με μη επιθυμητές συμπεριφορές. Δεν ήταν παρά τότε που οι εγκληματικές τάσεις πρώτο-θεμελιώθηκαν επιστημονικά, βάσει όχι περιβαλλοντικών παραγόντων, αλλά αποκλειστικά σχεδόν γενετικών κριτηρίων.

Ο ιατρός και εγκληματολόγος, Λομπρόζο, μέσα από μελέτες εντόπισε μία μερίδα των δραστών που ήταν γενετικά προκαθορισμένη να εμφανίσει εγκληματική συμπεριφορά.  Τα συγκεκριμένα άτομα έφεραν μάλιστα κάποια ιδιαιτέρα εξωτερικά στοιχεία που κληρονομούνταν από γενιά σε γενιά, αποκαλούμενα ως «στίγματα», βάσει των οποίων μπορούσαν να ξεχωρίσουν από τους υπόλοιπους ανθρώπους. Ως αιτία αυτής της συμπεριφοράς εντόπισε την ατελή εξελικτική πορεία των εκ γενετή εγκληματιών, που τους καθιστούσε πιο κοντά στην φύση του ζώου παρά σε εκείνη του ανθρώπου.

Αν και στην θεωρία του ιταλού θετικιστή εντοπίζονται αρκετά ερευνητικά κενά και επιστημονικές ανακολουθίες, αυτό δεν εμπόδισε τον Χίτλερ από το να υιοθετήσει την λομπροζιανή διάλεκτο, προκειμένου να θέσει στο στόχαστρο συγκεκριμένες φυλές και κοινωνικές τάξεις. Μπορεί ο Χίτλερ να μην ταύτιζε τα μη επιθυμητά κοινωνικά και φυλετικά σύνολα ακριβώς με εγκληματικά χαρακτηριστικά και με την εκ γενετής τάση τους προς αυτά, όμως προωθούσε ξεκάθαρα μία εκ φύσεως κατηγοριοποίηση των ανθρώπινων υπάρξεων σε μία ιεραρχική κλίμακα. Οι φυλές της ανατολής, έτσι, με επικεφαλή την εβραϊκή ράτσα συγκαταλέχθηκαν στους «υπανθρώπους» που εμπόδιζαν με εκφυλισμό την σταθερά ανοδική τάση των φύσει ανώτερων. Με αυτή, μάλιστα, την λογική καταστρατηγήθηκαν πλήρως οι διαφωτιστικές αρχές περί ισότητας και νομιμοποιήθηκε η αναζήτηση του λεγόμενου «βιοτικού χώρου», πάνω στην οποία βασίστηκε όλη η επεκτατική πολιτική της ναζιστικής Γερμανίας κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Ήδη από το πρώτο τεύχος του περιοδικού της, η Χρυσή Αυγή φρόντισε να θεμελιώσει την εθνικοσοσιαλιστική της ιδεολογία πάνω σε αυτήν ακριβώς την γραμμή που είχε χαράξει ο Χίτλερ.  Με το άρθρο «διαπιστώσεις γύρω από τη μελέτη του φυλετικού ζητήματος» [1], υιοθέτησε την ναζιστική, ιεραρχική δόμηση της ανθρωπότητας, βάσει της οποίας στην κορυφή βρισκόταν ο homo nordicus. Για τον βιολογικά ανώτερο, τέθηκε επίσης ως υποχρέωση το να επιβληθεί στους φυλετικά κατώτερούς του και στο τέλος να τους εξαλείψει. Η χαρακτηριζόμενη ως «φυσική ελίτ» έπρεπε με κάθε μέσο να αποτρέψει την κάθε είδους επιμειξία με την υπόλοιπη ανθρωπότητα και την νόθευση των κληρονομικών δεδομένων της.

Ο ευγονισμός υπό το κάλυμμα του κοινωνικού δαρβινισμού

καλο1

Ωστόσο, το ζητούμενο δεν ήταν απλά η αναγνώριση των φύσει κατώτερων ανθρώπων αλλά και η εξάλειψή τους. Κομβικό ρόλο στην νομιμοποίηση αυτών των πρακτικών είχε το επιστημονικό ρεύμα του κοινωνικού δαρβινισμού και το κίνημα του ευγονισμού που καλλιέργησε.

Ήταν ο Φράνσις Γκάλτον που επεχείρησε πρώτος να μεταφέρει τις ιδέες του Δαρβίνου σε μία κοινωνική βάση ανάλυσης. Κατά πλήρη αναλογία με τον Άγγλο φυσιοδίφη, ο Γκάλτον μαζί με τους υπόλοιπους θεωρητικούς του ρεύματος θεώρησε ότι η φυσική επιλογή και εξέλιξη ισχύει και στα δεδομένα της σύγχρονης ανθρώπινης κοινωνίας. Τυχαία, δηλαδή, μερικοί άνθρωποι κληρονομούν ένα γενετικό στοιχείο στις επόμενες γενιές, που θα τις καταστήσει ικανές για να επιβιώσουν και να αναπαραχθούν κι αυτές με την σειρά τους, με αποτέλεσμα να επικρατούν βάσει του νόμου της φύσεις μόνο οι ισχυρότερες ράτσες. Απαρνήθηκε, επίσης, τις μεθόδους της σύγχρονης ιατρικής και την αρωγή βοήθειας σε βιολογικά αδύναμους οργανισμούς, ενώ έθεσαν ως πανάκεια τις επιταγές της φύσης για την εξέλιξη και την πρόοδο.

Ο ιδρυτής του κοινωνικού δαρβινισμού, Γκάλτον, ήταν αυτός που πρωτοέθεσε και τον όρο «ευγονισμό», καθιστώντας το δεύτερο ιδεολογικό ρεύμα ως νόμιμο τέκνο του πρώτου. Με αφετηρία την επιβίωση των ισχυρότερων, έλαβε την κληρονομικότητα ως τον αποκλειστικό παράγοντα ρύθμισης της φυσικής επιλογής και δημιούργησε μία φυλετική, ιεραρχική κλίμακα. Πυροδοτήθηκε, έτσι, μία πολιτική ήδη από την εποχή της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης που αποσκοπούσε αρχικά στην ενίσχυση των βιολογικά επιθυμητών ομάδων και αργότερα στον περιορισμό των γενετικά ανεπιθύμητων.

Ουσιαστικά, όλες οι βιοπολιτικές πρακτικές της Ναζιστικής Γερμανία ήταν η υλοποίηση των θέσεων της φυλετικής υγιεινής και του ευγονισμού. Ο εκ γενετής στιγματισμός του ανθρώπου ανεξάρτητα από τις πράξεις του παρείχε το κατάλληλο θεωρητικό υπόβαθρο στους εθνικοσοσιαλιστές της Γερμανίας για να προωθήσουν την θεωρία τους περί «Lebensunwertes Leben», ζωών δηλαδή που δεν αξίζουν να βιωθούν. Σε πρώτο στάδιο, άτομα με αλκοολικό εθισμό καθώς και με κληρονομικές ασθένειες, όπως η μανιοκατάθλιψη, η επιληψία, η σχιζοφρένεια, η εκ γενετής κώφωση και τύφλωση, τέθηκαν βάσει νόμου σε διαδικασίες στείρωσης. Από το 1935 όμως και τους Νόμους της Νυρεμβέργης, άρχισε να περιλαμβάνονται κα οι Εβραίοι,  οι Ρομά καθώς και οι Σλάβοι σε αυτήν την γενική κατηγορία των κοινωνικά αποκλεισμένων. Βέβαια, η εβραϊκή ράτσα ήταν αυτή που θεωρήθηκε ως επικινδυνότερη για την Νορδική φυλή και μονοπώλησε την Χιτλερική βιοπολιτική. Με περισσότερους από 250 νόμους και κανονισμούς είχε αποκλειστεί σχεδόν παντελώς, μέχρι το 1941, από την δημόσια ζωή και από τα πολιτικά δικαιώματα. Δεν έμελλε παρά η τελική συγκέντρωση των αλλοεθνών κατώτερων και των πνευματικά και σωματικά ανάπηρων σε στρατόπεδα εργασίας για την υπογραφή της θανατικής τους καταδίκης με το πρόγραμμα «Τ-4 ευθανασίας» και την «δράση 14f13», στο όνομα της φυλετικής προόδου.

Με το κείμενο «η ευγονική αναγκαιότις» [2] στο έκτο τεύχος του περιοδικού «Χρυσή Αυγή», το ακροδεξιό ελληνικό κόμμα συνυπογράφει την χρησιμότητα της προληπτικής ευγονικής και την φυσική επιλογή ως βιολογικά και ηθικά βάσιμες ιατρικές πρακτικές. Με την αναδημοσίευση των μέτρων του «Ινστιτούτου ψυχοσωματικών, βιολογικών και φυλετικών επιστημών», πήρε ανοιχτά θέση υπέρ της στείρωσης και της ευθανασίας των ατόμων με κληρονομικές παθήσεις. Θεωρήθηκε μέχρι και εγκληματική η δημιουργία τέτοιων ελαττωματικών πλασμάτων. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, οι πνευματικά καθυστερημένοι, οι επιληπτικοί, οι αθεράπευτα αλκοολικοί, οι προχωρημένοι τοξικομανείς, οι ομοφυλόφιλοι κ.α. αποτελούν κίνδυνο για την φυλή και πρέπει να αντιμετωπιστούν ως τέτοιοι.

Για το προπαγανδιστικό έντυπο, οποιαδήποτε παρέμβαση ξένου στοιχείου στην ανάπτυξη της φυλής θεωρήθηκε εκ θεμελίων καταστροφική για αυτήν. Είτε αυτό περιελάμβανε την φυσική παρουσία αλλοεθνών και την πιθανή πρόσμειξη με αυτούς είτε απλώς την εξάπλωση ιδεολογιών αντίθετων με τον εθνικοσοσιαλισμό, το αποτέλεσμα θα ήταν ο βιολογικός εκφυλισμός της ανώτερης, Άριας φυλής.

Η πολιτική- ιατρική ορολογία

Το γεγονός ότι ο Χίτλερ αποκαλούταν και ως «μεγάλος ιατρός του γερμανικού λαού» αποκαλύπτει την βαθιά σχέση που είχε αναπτύξει η ναζιστική πολιτική με την ιατρική επιστήμη.  Πέραν του ότι από την αρχή της Χιτλερικής διακυβέρνησης πριμοδοτήθηκαν αυστηρά και μόνο επιστήμονες με εθνικοσοσιαλιστική κατεύθυνση, ο ίδιος ο πολιτικός λόγος είχε ενσωματώσει την ιατρική ορολογία της φυλετικής υγιεινής και του ευγονισμού.

Εκτός, όμως, από το ότι αφομοιώθηκε η έννοια του «ανώτερου-κατώτερου» και της ιεράρχησης των φυλών, προωθήθηκε και μία πληθώρα αναφορών ως προς την μόλυνση της φυλής. Με τα κατώτερα είδη να χαρακτηρίζονται ως «βάκιλοι», «ιοί», παράσιτα» και «μικρόβια», μοιάζει καταλληλότερος ο όρος «εξολόθρευση» από τον όρο ολοκαύτωμα, όπως είχε παρατηρήσει και ο Γιανκέλεβιτς. Επρόκειτο για μία ασθένεια μολυσματική που απαιτούσε -για τους εθνικοσοσιαλιστές- άμεση θεραπεία. Και δεν υπήρχε άλλος τρόπος αντιμετώπισης, πέρα από την εξάλειψη.

Με βασικό σύνθημα «Χρυσή Αυγή, για να ξεβρομίσει ο τόπος», το ακροδεξιό ελληνικό κόμμα ακολουθεί μία ανάλογη γραμμή πολιτικής ρητορικής. Τα προπαγανδιστικά έντυπα του κόμματος κάνουν συχνές αναφορές με διάφορα άρθρα τους στην «Ιουδαϊκήν λέπραν», στην «παρασιστικήν φυλήν των Εβραίων», στο «κομμουνιστικό καρκίνωμα» και στην «πνευματική φυματίωση» από την διάδοση αριστερών ιδεών.

Μετά από την είσοδο στο ελληνικό κοινοβούλιο, τα μέλη της Χρυσής Αυγής έχουν επιχειρήσει σταδιακά να αποποιηθούν το ιδεολογικό τους παρελθόν και την σύνδεσή τους με το θεωρητικό υπόβαθρου του γερμανικού εθνικοσοσιαλισμού. Ωστόσο, πέρα από το ιστορικό παρελθόν των μελών τους, ο ίδιος ο ιδεολογικός τους λόγος περικλείει τις αρχές τις βιοπολιτικής που προώθησαν οι Ναζί. Εφόσον η σύνδεση αποδεικνύεται τόσο βαθιά, δεν αρκεί σε καμία περίπτωση η απλή απάρνηση των χιτλερικών χαιρετισμών και των εθνικοσοσιαλιστικών συμβόλων. Εφόσον ο ιδεολογικός λόγος είναι σχεδόν ταυτόσημος, είναι αδύνατη η απαγκίστρωση από τις ναζιστικές ρίζες. Εφόσον πρόκειται για την ίδια την πολιτική ουσία της Χρυσής Αυγής, είναι αδύνατο να την απεκδυθούν, καθώς χωρίς αυτήν δεν θα δύνανται να υπάρχουν.

Τα τελευταία χαρτιά ολόκληρης της μεταπολίτευσης

Με την Ντόρα Μπακογιάννη να δηλώνει  αμέσως μετά από την τρίτη απόπειρα προεδρικής εκλογής ότι «η αντιπολίτευση  εξεβίασε εκλογές, κόντρα στη θέληση του ελληνικού λαού» σφραγίστηκε μία αποτυχημένη επικοινωνιακή πολιτική της συγκυβέρνησης. Πριν από τις ψηφοφορίες, τα κομματικά στελέχη της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ χρησιμοποίησαν το μιντιακό βήμα ραδιοτηλεοπτικών σταθμών, προκειμένου να αποφύγουν το όλο και πιθανότερο ενδεχόμενο για πρόωρη προσφυγή στις κάλπες. Γνωρίζοντας τα όρια της εκλογικής τους βάσης, προπαγάνδισαν μία κατά το δοκούν ερμηνεία του νομικού πλαισίου, βάσει του οποίου οι  επικείμενες εκλογές θα αποτελούσαν παρερμηνεία[sic] του συντάγματος.

Ωστόσο, μετά από το αποτέλεσμα της 29ης Δεκεμβρίου, η συγκυβέρνηση αναγκάστηκε να αντιμετωπίσει το πιο απευκταίο της σενάριο, μπαίνοντας σε μία πολιτική αναμέτρηση που δεν ήξερε πώς να χειριστεί. Με τον χρόνο να μετράει αντίστροφα και μάλιστα εις βάρος της, προσπαθεί να μειώσει την εκλογική ψαλίδα και -ει δυνατόν- να την ανατρέψει, παίζοντας τα τελευταία της χαρτιά.

Μπορεί να δηλώνει με περίσσιο νόημα και χάρη(;) ο Α. Σαμαράς ότι αισθάνεται[sic] την εκλογική νίκη, όμως διαψεύδεται ακόμα και από την ίδια την προεκλογική του ατζέντα. Ήδη από τα πρώτα δείγματα της εκστρατείας του είναι ξεκάθαρο ότι η ΝΔ πρόκειται να ποντάρει πολύ περισσότερο σε μία μείωση των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ, παρά σε μία αύξηση των δικών της. Στο γενικότερο κλίμα πόλωσης της πολιτικής περιόδου, το πρώην κυβερνόν κόμμα προωθεί μία προεκλογική καμπάνια που βασίζεται στην κινδυνολογία, την ασάφεια και την ανασφάλεια. Βάζοντας στο στόχαστρο για άλλη μια φορά την ανίκανη αντιπολίτευση, προσπαθεί εκ του αντιθέτου να αποδείξει την δική του ικανότητα.

Το ΠΑΣΟΚ, από την άλλη, προσπαθεί να επαναπροσδιορίσει την θέση του στον διασπασμένο χώρο της Κεντροαριστεράς, μετά από την ίδρυση του κόμματος «Κίνημα Δημοκρατών Σοσιαλιστών» από τον Γ. Παπανδρέου. Είναι εμφανές, βέβαια, ότι ο νεοσύστατος σχηματισμός δεν έχει υψηλές εκλογικές προσδοκίες. Με την βάση των ψηφοφόρων του να εκτείνεται αποκλειστικά σε βαθιά οικογενειοκρατικές αντιλήψεις, το νέο κόμμα μπορεί να αποτελέσει δεξαμενή ψήφων μόνο για το αναποφάσιστο μέρος πολιτών που είχαν αποχωρήσει από την εκλογική βάση του ΠΑ.ΣΟ.Κ από το 2012 και έπειτα και είχαν καταλήξει είτε στο ΣΥ.ΡΙΖ.Α είτε -προσφάτως- στο Ποτάμι. Ωστόσο, αυτό που πέρασε κάτω από το χαλί ήταν ότι η -κατά τον Βενιζέλο- αδιανόητη[sic] κίνηση του Παπανδρέου πέρα από ανάχωμα για την εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ, αποτελεί ένα περίτεχνο ξέπλυμα για την ιστορία του ΠΑΣΟΚ. Έμμεσα, δηλαδή, αποκόπτεται η ιστορία του σοσιαλιστικού κόμματος Ελλάδος από το πρόσωπο του Παπανδρέου, σε σημείο μάλιστα που πλέον να το αντιμάχεται πολιτικά.

Από το προεκλογικό παιχνίδι δεν έχει λείψει, φυσικά, και το στίγμα της τρομοκρατίας. Η λαμπρή επιτυχία της Ελληνικής Αστυνομίας[sic] με την σύλληψη του Χ. Ξηρού έδωσε την κατάλληλη πάσα στον Σαμαρά για να προτάξει μία οργανωμένη πολιτική ασφάλειας του πολίτη. Ωστόσο, η υπόθεση του συγκεκριμένου τρομοκράτη της 17Ν εμπεριείχε αδιευκρίνιστα στοιχεία ήδη από την αρχή της. Εκτός του ότι η  κατάχρηση δικαιώματος της άσκησης εξόδου βαφτίστηκε βίαια «απόδραση» από τα κυρίαρχα μίντια (όπως έχουμε σχολιάσει ήδη σε σχετικό άρθρο), οι ίδιες οι συνθήκες του γεγονότος εγείρουν κάποιες αμφιβολίες. Με την επιστολή του Α. Γιωτόπουλου στην Ελευθεροτυπία, ήρθαν στην επιφάνεια ύποπτα ευνοϊκές συνθήκες φυλάκισης του Ξηρού και υπονοήθηκε συνεργασία με τις αστυνομικές αρχές.  Ακόμα και τα στοιχεία από την πρόσφατη σύλληψή του έδειξαν μία διαδικασία πλήρως υπό τον έλεγχο της αστυνομίας χωρίς καμία αντίδραση από τον καταζητούμενο.

Τα πρόσωπα που κυβέρνησαν την χώρα από την Μεταπολίτευση και μέχρι σήμερα κάνουν τις τελευταίες τους απόπειρες για να αντιστρέψουν το πολιτικό κλίμα υπέρ τους, με κοινό παρονομαστή την μείωση των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ. Με την ανεργία όμως να ξεπερνάει το 26% και τον μισό πληθυσμό της χώρας να βρίσκεται στο όριο της φτώχειας, οι υπεύθυνοι πολιτικοί των τελευταίων δεκαετιών χρειάζονται σίγουρα κάτι περισσότερο από πυροτεχνήματα τέτοιου είδους για να διατηρηθούν στην εξουσία.

Το δισυπόστατο της καπιταλιστικής βίας στον Λαμπικά

Με το βιβλίο «Η βία; Ποια βία;» του Ζωρζ Λαμπικά, εγκαινιάζουν οι εκδόσεις Εκτός γραμμής την νέα τους σειρά με τίτλο Πολιτική. Με το μεταφραστικό εγχείρημα του Χρήστου Βαλλιάνου και του Τάσου Μπέτζελου μεταφέρονται για πρώτη φορά κείμενα του Γάλλου μαρξιστή φιλοσόφου στην ελληνική γλώσσα, επαναφέροντας το θεωρητικό του αποτύπωμα στο προσκήνιο. Στον τόμο περιλαμβάνονται, επίσης, πρόλογος και επίμετρο από τον Στάθη Κουβελάκη καθώς και ένα ευρετήριο κύριων ονομάτων προς διευκόλυνση του αναγνώστη.

Ο γάλλος κομμουνιστής Ζ. Λαμπικά (1930-2009) καθ’ όλη την διάρκεια της ζωής του υποστήριξε έμπρακτα την φιλοσοφική του σκέψη με την ίδια την πολιτική του δράση. Στρατεύτηκε στην κομματική αριστερά με το Κ.Κ. Γαλλίας, συμμετείχε στον αντιαποικιακό αγώνα της Αλγερίας με τα δίκτυα του Εθνικού Μετώπου Απελευθέρωσης (FLN), έλαβε μέρος στους αγώνες του Μάη του ’68 ενώ αργότερα δραστηριοποιήθηκε σε προσπάθειες ανασύνθεσης της ριζοσπαστικής Αριστεράς. Μετά από την απελευθέρωση του Αλγερίου, μάλιστα, δίδαξε φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο της Ναντέρ με την πολιτική του πράξη να ανατροφοδοτεί διαρκώς τον φιλοσοφικό του στοχασμό.

Με ένα σύνολο πολιτικών παρεμβάσεων που διατυπώθηκαν μετά από την τρομοκρατική επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου, κατά το διάστημα 2002-2008, επιχειρεί ο Λαμπικά να επικαιροποιήσει την θεωρητική του τοποθέτηση απέναντι στο φαινόμενο της βίας, που είχε άλλωστε εκφράσει ήδη από το περίφημο λήμμα «Βία» στο Κριτικό Λεξικό του Μαρξισμού. Πέρα από τα σύγχρονα παραδείγματα του φαινομένου που καταγράφει, επιχειρεί να αποδομήσει τον κυρίαρχο ιδεολογικό λόγο, που προτάσσει διαρκώς μία «αορατοποίηση» της βίας.

Για τον Γάλλο διανοητή, η βία «δεν μπορεί να θεωρηθεί έννοια». Βιώνεται μόνο εν καταστάσει και είναι αδύνατη η θέσπιση ενός μονοδιάστατου ορισμού πέρα και εκτός των κοινωνικών περιστάσεων. Αποφεύγει, δηλαδή, να προ-οριοθετήσει το κατά πόσο μία πράξη εντάσσεται στο σύνολο των επικαλούμενων ως βίαιων και να την κρίνει ως τέτοια. Κατανοεί αυτό που έχει διατυπωθεί και από τον Σλοβένο Σλάβοϊ Ζίζεκ στο Βία: έξι λοξοί στοχασμοί, ότι δηλαδή «η βία δεν αποτελεί άμεση ιδιότητα ορισμένων πράξεων» αλλά είναι ένα συγκυριακό προϊόν.

Διαμορφώνει, έτσι, ένα γενικότερο θεωρητικό πλαίσιο βάσει του οποίου καλεί τον αναγνώστη να δει την έννοια της βίας όπως είχε τεθεί ήδη από τον Μαρξ. Ως μία όψη, δηλαδή, της πραγματικότητας που αποτελεί a priori το μη ορατό κλειδί των κοινωνικών σχέσεων και πρακτικών στο καπιταλιστικό σύστημα. Από αυτό ακριβώς το σημείο πηγάζει για τον Λαμπικά το «ανέφικτο της μη βίας». Όπως και ο Χομπς στο υποθετικό «ως εάν» του κοινωνικού του συμβολαίου, Λεβιάθαν, είχε περιγράψει μία κατάσταση homo hominis lupus, έτσι και για τον Γάλλο μαρξιστή, το «αρχέγονο» της βίας καθιστά τον άνθρωπο άμεσα συνδεδεμένο με αυτήν, καθώς και με την οδύνη που προκαλεί.

Αντιτάσσεται, επομένως, στο δίπολο βίας-δύναμης που είχε  θέσει η Χ. Άρεντ στο Περί βίας, υπό τις τραυματικές συνθήκες κορύφωσης του Ψυχρού πολέμου. Για τον Λαμπικά, η βία δεν πρόκειται για το έσχατο, αναποτελεσματικό μέσο της κυρίαρχης τάξης που επιστρατεύεται αποκλειστικά και μόνο αφού έχει χαθεί το λαϊκό έρεισμα και η  δύναμή της, στην προσπάθεια διατήρησης της εξουσίας. Αντίθετα,  την αντιμετωπίζει ως δομική έννοια για τους πολιτικά κυρίαρχους, λόγω της ίδιας τους της φύσης, σε σημείο που να μην νοούνται χωρίς αυτήν.

Για τον Γάλλο μαρξιστή ισχύει το εξής θεωρητικό κατασκεύασμα. Σε πρωταρχικό επίπεδο, υπάρχει η βία του συστήματος και πρόκειται για αυτήν ακριβώς που βρίσκεται στα θεμέλια του φαινομένου και εκφράζεται πρώτη. Οι κυρίαρχες εξουσιαστικές τάξεις χρησιμοποιούν από την γένεση τους την «σιωπηλή βία» του καπιταλιστικού συστήματος, με έναν συγκεκαλυμμένο βέβαια τρόπο, μέσω του φαινόμενου της συσσώρευσης και του συμβολαίου εργασίας, μέσω της απαλλοτρίωσης και της ιδιοποίησης, μέσω γενικά των συγκρουσιακών σχέσεων που καλλιεργούν. Βέβαια, η αντικειμενική βία δε θεωρεί πως σταματάει εκεί. Διαρκώς, οι κυρίαρχοι στο καπιταλισμό επιστρατεύονται κατασταλτικές πρακτικές κάθε μορφής και ανεξαρτήτου κόστους, προκειμένου να εξασφαλίσουν την ομαλή αναπαραγωγή των υπαρχουσών κοινωνικών δομών. Φαίνεται, λοιπόν, να φέρνει τον πυρήνα της βίας στα διοικητικά και τα πολιτικά όργανα, στα ίδια, δηλαδή, πρόσωπα που καταφεύγουν με κάθε ευκαιρία στην αντιτρομοκρατική υστερία και στην θέσπιση ενός νομικού συστήματος για την προάσπισης της μη βίας. Για τον Λαμπικά, όμως, «το δίκαιο αναστέλλει το δίκαιο», καθώς αποτελεί αμιγώς ένα μέσο νομιμοποίησης των πρακτικών του συστήματος από το ίδιο το σύστημα. Ίσως να συμφωνούσε με την Ρόζα Λούξενμπουργκ, όταν αναρωτιόταν στο Βία και νομιμότητα «τι άλλο παρά βία είναι στην ουσία της η αστική νομιμότητα».

Κατά τον Γάλλο μαρξιστή, η απάντηση στην σφοδρότητα της συστημικής εξουσίας είναι η υποκειμενική βία, την οποία μάλιστα υπερασπίζεται απερίφραστα και δικαιώνει στην κάθε της μορφή. Θεωρεί ότι η βία για του κυριαρχούμενους δεν αποτελεί επιλογή παρά αναγκαίο μέσο λόγω της επιθετικότητας των κυρίαρχων τάξεων. Είναι η απελευθερωτική απόπειρα του καταπιεσμένου που αντιδράει στην ασύμμετρα μεγάλη επίθεση που δέχεται, με μία μορφή «αντιβίας».

Είναι ξεκάθαρο, λοιπόν, ότι απαγκιστρώνεται από το δίπολο βίας- μη βίας και διαμορφώνει το θεωρητικό του οικοδόμημα πάνω στο δισυπόστατο της έννοιας, που επιμερίζεται στην -χρονικά πρώτη- αντικειμενική της έκφανση και στην υποκειμενική που έπεται. Και εδώ ακριβώς είναι που δημιουργεί ρήγμα στο κυρίαρχο λόγο περί βίας σε σχέση με τους υπόλοιπους θεωρητικούς. Ο Λαμπικά όχι μόνο καταφέρνει να στοχαστεί συνολικά το φαινόμενο στις σύγχρονες καπιταλιστικές σχέσεις χωρίς να εγκλωβίζεται σε μία μορφή μοριακής βίας ανάμεσα στα άτομα, όπως ο Φουκώ, αλλά και αφήνει το θεωρητικό του αποτύπωμα προτάσσοντας χρονικά την συστημική βία έναντι της υποκειμενικής. Ακόμα και αν εντάσσεται στο γενικότερο αλτουσεριανό ρεύμα, είναι εκείνος που δεν περιορίζεται αποκλειστικά στην κατασταλτικό χαρακτήρα του κράτους και καταφέρνει να δομήσει μία ώριμη σκέψη της καπιταλιστικής βίας επί του πρακτέου πάνω στα πρώιμα σπέρματα του Αλτουσέρ.

Ο Λαμπικά, βέβαια, σπεύδει να αποσαφηνίσει ότι δεν εργαλειοποιεί την βία. Όσο και αν κατανοεί την αναγκαιότητά της στην σύγχρονη κοινωνία δεν την θεμιτοποιεί. Γνωρίζει πολύ καλά ότι μία συστηματική αποδοχή της θα κατέληγε στην άκριτη επανάληψή της, όχι ως μέσου αλλά τελικά ως αυτοσκοπού. Ο Λαμπικά παραμένει σταθερός στην άποψη ότι η βία οφείλει να μην είναι μόνο καταστροφική αλλά και να παράγει το καινούργιο πρόταγμα της κοινωνίας. Ήταν ο ίδιος ο Μαρξ που μίλαγε, άλλωστε, για την βία ως την «μαμή» για κάθε παλιά κοινωνία που εγκυμονεί μια νέα.

Ο Γάλλος θεωρητικός κλείνει το βιβλίο του με μία προτροπή προς τον αναγνώστη για να επικαιροποίησει την βασική ιδέα του τόμου στα δικά του καθημερινά δεδομένα. Ανοίγει έτσι έναν φασματικό διάλογο, λαμβάνοντας ως δεδομένο ότι το δομικό κοινό όλων των καπιταλιστικών περιστάσεων είναι η βία που ενέχουν και μέσω αυτού πρέπει να συγκρίνονται. Καλεί τον αναγνώστη να απαρνηθεί την κυρίαρχη ιδεολογία που «καταδικάζει την βία απ’ όπου κι αν προέρχεται» και να στοχαστεί εκ νέου το συγκρουσιακό ζητούμενο υπό ένα νέο πρίσμα αμφισβήτησης.

 

Τι έχει στο μυαλό του ο Φορτσάκης;

«Αν στο σπίτι σας μάθετε ότι έγινε εισβολή, τι θα προτιμήσετε; Να κλείσετε την πόρτα ή να περιμένετε να μπούνε μέσα οι εισβολείς και μετά να φωνάξετε την αστυνομία;» αναρωτιέται ο Θ. Φορτσάκης στον Χατζηνικολάου. Μάλλον δεν είχε τίποτα καλύτερο κατά νου ο πρύτανης του πανεπιστημίου και κατέφυγε σε άστοχες ρητορικές ερωτήσεις για να δικαιολογήσει το πανεπιστημιακό λοκ άουτ που αποφάσισε και διέταξε. Βέβαια, απ’ ότι φάνηκε, ο φτωχός παραλληλισμός δεν ήταν αρκετός για να πείσει ούτε και τους ίδιους τους μεγαλοδημοσιογράφους από τα τηλεοπτικά πλατό, στα οποία πετάγεται σαν μαϊντανός από βδομάδα σε βδομάδα τον τελευταίο καιρό.

Έτσι, δεν του απέμεινε και τίποτα άλλο πέρα από το να επιστρατεύσει και τα ίδια τα πανεπιστημιακά μέσα ως έσχατη απόπειρα δικαιολόγησης των αδικαιολόγητων. Την περασμένη Τρίτη, λοιπόν, δημοσιοποιήθηκε μία επίσημη ανακοίνωση από τις πρυτανικές αρχές του Καποδιστριακού με τίτλο «Μνήμη και Πολυτεχνείο, 2014». Χωρίς να μοιάζει τόσο με συνεκτικό κείμενο επιχειρηματολογικής ανάπτυξης παρά με έκθεση ιδεών, πέρασε από γνωστές ρήσεις του Μαρξ σε βαυκαλήματα δημοκρατικής νομιμότητας, από ιστορικές σε πολιτικές αναντιστοιχίες, από όπου τέλος πάντων ήταν αναγκαίο για να ξορκίσει τον εχθρό και να καταλήξει στο ζητούμενο. Το ότι δηλαδή οι καταλήψεις αντιστρατεύονται κάθε έννοια δημοκρατικής λογικής[sic]. Ούτε λόγος βέβαια για την πολιτική του πανεπιστημιακού λοκ άουτ.

Παρακάμπτοντας όλα αυτά για χάρη της οικονομίας του άρθρου, θέλω να σταθώ μόνο στην τελευταία παράγραφο του κειμένου. Όπως αναφέρεται «από την πλευρά τους οι πρυτανικές αρχές του ΕΚΠΑ θα εισηγηθούν προς τις επί μέρους Σχολές την περιοδική διεξαγωγή ηλεκτρονικών δημοψηφισμάτων κατά Τμήματα, ώστε να δοθεί επί τέλους η δυνατότητα στην πλειοψηφία των φοιτητών/-τριών να αποφασίζουν όλοι απ’ ευθείας ως προς την εκάστοτε διακοπή των μαθημάτων που ορισμένοι προτείνουν κι επιτήδεια επιβάλλουν». Όπως καταλάβατε, η τελική και επίσημη πρόταση των πρυτανικών αρχών προς αντιμετώπιση της φωνασκούσης μειοψηφίας(;) είναι η απαλοιφή των φοιτητικών συνελεύσεων και την αντικατάσταση τους με ηλεκτρονικές ψηφοφορίες.

Ωστόσο ο πρύτανης φαίνεται να ξεχνάει (ή να θέλει να ξεχάσει) κάποια από τα βασικά προβλήματα που προκύπτουν:

  • Από την φύση της, μία ηλεκτρονική ψηφοφορία πετσοκόβει δραματικά κάθε συλλογική διαδικασία και την υπεραπλουστεύει σε σημείο να την καταντάει κενή περιεχομένου. Το κάθε ζήτημα μπορεί να εξεταστεί αποκλειστικά εκτός πλαισίου, εφόσον η ίδια η δομή της διαδικασίας επιτρέπει μόνο την περιστασιακή και αποσπασματική εξέτασή του. Τα άτομα καλούνται να ψηφίσουν χωρίς να έχει προηγηθεί καμία παράθεση θέσεων, αποκλειστικά και μόνο με βάση τις απόψεις που κατέχουν ήδη και με την εντύπωση που τους έχει διαμορφωθεί.
  • Αντικαθιστώντας τις γενικές συνελεύσεις, η ηλεκτρονική ψηφοφορία αφαιρεί από το φοιτητικό σύλλογο τη μόνη ενεργή διαδικασία που έχει στο δυναμικό του και μαρτυρά την ίδια του την ύπαρξη. Η φοιτητική συνέλευση αποτελεί για τα μέλη της ένα μέσο έκφρασης, συζήτησης και σκέψης εκτός της κυβερνητικής παρέμβασης, που δίνει την δυνατότητα για συλλογική απόφαση και δράση ως προς τα άμεσα πανεπιστημιακά ζητήματα. Επομένως, αποτελεί κατά την δομή και κατά το περιεχόμενό της μία αμεσοδημοκρατική πρακτική που παράγει πολιτική ζύμωση στα άτομα που την απαρτίζουν. Με άλλα λόγια, οι άμεσες διαδικασίες του φοιτητικού συλλόγου αποτελούν έναν ζωτικό χώρο διαρκής διαμόρφωσης απόψεων που δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να αντικατασταθούν.
  • Στην ανακοίνωση που αναρτήθηκε δεν διευκρινίζεται ο ακριβής τρόπος διεξαγωγής της ηλεκτρονικής διαδικασίας. Θα είναι κάτι αντίστοιχο με την ανεξάρτητη(;) πρωτοβουλία anoixtessxoles.gr, που γινόταν μία αυθαίρετη συλλογή ηλεκτρονικών υπογραφών χωρίς να απαιτείται κάποια ισχυρή πιστοποίηση στοιχείων; Θα είναι αρκετά διασφαλισμένος ο ιστότοπος έτσι ώστε να μην μπορεί να δεχτεί παρεμβάσεις από τον διαχειριστή; Θα υπάρχει αρκετή προστασία των δεδομένων για τον χρήστη ή θα υπάρχει δυνατότητα ελέγχου από τις πρυτανικές αρχές; Όπως και να έχει, θέματα τόσο βασικά για την πανεπιστημιακή υπόσταση δεν γίνεταινα στήνονται σε αβέβαιες βάσεις.

Στην ανακοίνωση δεν διευκρινίζεται ο ακριβής τρόπος διεξαγωγής της ηλεκτρονικής διαδικασίας. Θα είναι αρκετά διασφαλισμένος ο ιστότοπος έτσι ώστε να μην μπορεί να δεχτεί παρεμβάσεις από τον διαχειριστή;

Μία κάποια ψηφιακή διαδικασία δεν αποκλείεται, φυσικά, να μπορεί δυνητικά να λειτουργήσει βοηθητικά -με τις απαραίτητες πάντα συνθήκες- στην προέκταση των δημοκρατικών διαδικασιών. Απαιτείται, ωστόσο, αρκετά ικανοποιητικό επίπεδο γνώσεων από τους χρήστες, έμφαση στην ψηφιακή διάδραση, έλεγχο του περιεχομένου από τους ίδιους τους συμμετέχοντες και συνεχή αναδιάρθρωση του υλικού βάσει των αναγκών. Ωστόσο, σε καμία περίπτωση δεν μπορούν τέτοιες διαδικασίες, ειδικά στο εύρος ενός φοιτητικού συλλόγου, να αντικαταστήσουν επαρκώς την λειτουργικότητα μίας συνέλευσης.

Μπορεί [ο Φορτσάκης] να μιλάει για πρόθεση διεύρυνσης της εκλογικής βάσης αλλά κατ’ ουσίαν οι πρακτικές που προωθεί ακρωτηριάζουν και τα τελευταία πεδία δραστηριοποίηση των φοιτητών

Όσον αφορά τον πρύτανη, είναι πολύ αμφίβολο για τον αν έχει ένα τέτοιο παράδειγμα κατά νου. Μπορεί να μιλάει για πρόθεση διεύρυνσης της εκλογικής βάσης αλλά κατ’ ουσίαν οι πρακτικές που προωθεί ακρωτηριάζουν και τα τελευταία πεδία δραστηριοποίηση των φοιτητών. Μέσα από την πανεπιστημιακή του πολιτική, που απαριθμεί ήδη δύο λοκ άουτ στο σύντομο ιστορικό της, φαίνεται ότι επιζητά να φιμώσει και τους έσχατους χώρους ελεύθερης πολιτικής έκφρασης και διακίνησης ιδεών, αντικαθιστώντας τους με μία ελεγχόμενη φόρμουλα.

Όπως κι αν έχει, ο πανεπιστημιακός πρύτανης είτε δεν έχει την παραμικρή γνώση για τις βασικές διαδικασίες ενός φοιτητικού συλλόγου είτε τις γνωρίζει πολύ καλά και θέλει να τις υπονομεύσει. Και πιθανότατα δεν ισχύει το πρώτο.

Επιβιώνοντας σε μία χώρα καταστολής

Άλλη μία επιτυχημένη «παρέμβαση» της αστυνομίας ολοκληρώθηκε χθες, αναδεικνύοντας -για ακόμη μία φορά- τον κυβερνητικό αυταρχισμό των τελευταίων χρόνων. Με απρόκλητη ρήψη χημικών και χειροβομβίδων κρότου-λάμψης μετατράπηκε η κινητοποίηση των διαδηλωτών στις Σκουριές σε ανθρωποκυνηγητό μέσα στο δάσος, καθιστώντας μάλιστα αναγκαία την μεταφορά ενός πολίτη σε Κέντρο Υγείας.

Πέρα από το συμβάν καθ’ εαυτό, το κυριότερο πρόβλημα έγκειται στο γεγονός ότι τέτοιες πράξεις μοιάζουν στην Ελλάδα της κρίσης όλο και πιο φυσιολογικές ή και αναμενόμενες. Το σώμα της αστυνομίας τείνει να λειτουργεί αποκλειστικά, πλέον, ως φορέας της κυβερνητικής αναλγησίας και της πολιτικής αυθαιρεσίας. Κλείνει πανεπιστημιακούς χώρους για να αποτρέψει τις «ανέλεγκτες» καταλήψεις, κάνει πλιάτσικα και τραμπουκίζει για να επιβεβαιώσει την εξουσιαστική του υπεροχή, επιβάλλεται σε μειονοτικές ομάδες, καταστέλλει διαδηλώσεις και κινητοποιήσεις. Και όλα αυτά με την κυβέρνηση να λειτουργεί ως σύμφωνος εντολοδόχος και την δικαιοσύνη τις περισσότερες φορές να κάνει τα στραβά μάτια.

Για αυτό άλλωστε, οι πολίτες εκφράζουν επιφυλακτικότητα απέναντι στον θεσμό της αστυνομίας, όπως φανέρωσε πρόσφατη έρευνα της Public issue για την «Εφ. Συν.». Με έναν στους τρεις ερωτηθέντες να δηλώνουν δύσπιστοι για το σώμα, αποτυπώνονται ξεκάθαρα τα αποτελέσματα αυτής της πολιτικής. Ενώ η κοινωνική κατάσταση  μοιάζει όλο και πιο έκρυθμη, ο πολίτης βιώνει την αβεβαιότητα ακόμα και για την προσωπική του ασφάλεια από ενα υπουργίο που συνεχίζει να ευαγγελίζεται την προσατασία του(!).

Επιστρατεύοντας μία πολιτική πέρα από κάθε όριο κοινωνικής νομιμοποίησης, η συγκυβέρνηση πασχίζει να διατηρήσει την θέση της με τα έσχατα μέσα που διαθέτει. Για πόσο, όμως, θα τα καταφέρνει; Μάλλον για όσο το επιτρέπουμε. «Αν όχι εμείς, ποιοι; Αν όχι τώρα, πότε;», όπως φώναζαν και χθες οι διαδηλωτές.

Γιατί να μην μιλήσεις για την Athens Voice

Την Παρασκευή, περίπου στις 06:00 τα ξημερώματα ξέσπασε πυρκαγιά σε κτίριο που στεγάζονται τα γραφεία της free press εφημερίδας Athens Voice. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛ.ΑΣ. πρόκειται για εμπρηστική επίθεση, της οποίας την ευθύνη ανέλαβε η «Αναρχική Ομάδα Αντικαπιταλιστικής Δράσης», με σχετικό δημοσίευμα στο athens.indymedia.org

Μέχρι εδώ καλά. Μέχρι, δηλαδή, το σημείο που το γεγονός (κατά την δημοσιογραφική πάντα ορολογία) διατηρεί την ακεραιότητά του ως συμβάν, μέσα από τις πηγές που επικαλείται. Οποιοδήποτε, όμως, περαιτέρω σχόλιο επί του γεγονότος, κινδυνεύει να ξεφύγει από την σιγουριά των δεδομένων και να καταλήξει σε αστοχία περιεχομένου, ειδικά όταν πρόκειται για περιπτώσεις με ελλιπή στοιχεία.

Έτσι, και στην περίπτωση της A.V., όπως και σε κάθε περίπτωση επικαλούμενης «τρομοκρατικής επίθεσης» άλλωστε,  τα όρια που τίθενται είναι δυσδιάκριτα και ακαθόριστα. Με απλούστερα λόγια, αν θες να μιλήσεις για την τρομοκρατία πρέπει να το κάνεις με τρόπο.

Ίσως το πιο εύκολο θα ήταν να καλυφθείς πίσω από μία γενική αντιτρομοκρατική στάση, ένα «καταδικάζω την βία απ’ όπου κι αν προέρχεται» και μια σειρά από ανθρώπινα δικαιώματα. Μπορείς, βέβαια, να βάλεις και κάποιο δημοκρατικό περιτύλιγμα περί κατάργησης αξιών και φίμωμα της ελευθερίας του λόγου και να φτάσεις να ακούγεσαι σαν δήλωση της Βούλτεψη («Ούτε ο τύπος εκφοβίζεται ούτε η δημοκρατία μας από τέτοιου είδους τρομοκρατικές επιθέσεις»).

Όμως ας μην γελιόμαστε, αυτό μπορεί να είναι ασφαλές αλλά δεν στέκει. Τουλάχιστον όχι τόσο απλουστευτικά όσο πλασάρεται. Για περιπτώσεις μάλιστα που δεν έχουν διερευνηθεί από δικαστική αρχή (βλ. A.V.), τέτοιοι σχολιασμοί εκτός από την προφανή επιφανειακότατα που παρουσιάζουν, δεν αποκλείεται να κρύβουν και μία βαθύτερη πολιτική δολιότητα.

Δεν εξηγείται αλλιώς το πόσο εύκολα εκφράζονται τόσο απόλυτα διαμορφωμένες και παγιωμένες θέσεις για ένα θέμα που είναι τόσο λίγα δεδομένα γνωστά. Και εξηγούμαι:

1.Η ιδεολογική ταυτότητα των δραστών παραμένει άγνωστη. Δεν δύνασαι να γνωρίζεις αν ήταν «αναρχικοί οι εμπρηστές της Athens Voice», παρά τον τίτλο δημοσιεύματος της Καθημερινής. Ένα κείμενο ανάληψης ευθύνης στο indymedia.org  με μοτίβο επαναστατικής προκήρυξης και μια αυτό-τιτλοφόρηση δεν επαρκεί για την πολιτική τοποθέτηση των δραστών. Πόσο μάλλον όταν πρόκειται για μία πρωτοεμφανιζόμενη ομάδα χωρίς προηγούμενη δράση αντίστοιχου περιεχομένου. Ειδικά σε έναν ιδεολογικό χώρο που εκ των θεμελίων του παραμένει ανοιχτός και ελεύθερα προσβάσιμος, μπορεί να χρησιμοποιηθεί εύκολα ως μανδύας κάλυψης βανδαλισμών, δολοφονιών, κοκ προς παραπλάνηση και αποπροσανατολισμό. Και αυτό δεν έχει συμβεί λίγες φορές.

2.Η επιλογή του στόχου παραμένει αδιευκρίνιστη. «Η Athens Voice συμμετέχει στην καθεστωτική προπαγάνδα για τη κατάργηση της κυριακάτικης αργίας[.],για την αγιοποίηση της ελεύθερης αγοράς που εξοντώνει τους εκμεταλλευόμενους.» αναφέρεται στην ανηρτημένο υλικό από την οργάνωση. Ωστόσο, παραμένει αναπάντητο το γιατί επιλέχτηκε μία free press εφημερίδα, που λειτουργεί συμπληρωματικά στην κυβερνητική προπαγάνδα κατασκευάζοντας «μια απολίτικη μάζα πειθήνιων κανίβαλων», όπως έθεσαν και οι ίδιοι. Γιατί, δηλαδή, δεν επιλέχτηκε ως εμπρηστικός στόχος μία συντηρητική, κυβερνητική εφημερίδα με συγκεκριμένους ιδιώτες και επιχειρηματικά-πολιτικά συμφέροντα που υπερασπίζεται ανοιχτά την κατάργηση της κυριακάτικης αργίας; Αλλά, αντίθετα, προτιμήθηκε μία free press εφημερίδα που βασίζεται αποκλειστικά στις διαφημίσεις της και ξεπουλάει το περιεχόμενό της -όχι κρυφά αλλά φανερά- για την επιβίωσή της; Δεν νομίζω πάντως ότι έγινε επειδή είναι ένα έντυπο  που «δεν πήγε ποτέ με το συρμό», όπως γράφει ο Α. Πετρουλάκης. Μάλλον για το αντίθετο θα πρόκειται.

3.Ο χαρακτηρισμός της πράξης ως τρομοκρατικής παραμένει υπό αμφισβήτηση. Παρά το μη επαρκές του ερμηνευτικού πλαισίου στον όρο «τρομοκρατία» μπορούν να τεθούν εμπειρικά κάποιες προϋποθέσεις που οριοθετούν μία τέτοια πράξη. Από την μία πλευρά, η τρομοκρατική οργάνωση και οι πράξεις στις οποίες προβαίνει πρέπει να χαρακτηρίζονται από ισχυρό λαϊκό έρεισμα. Ο τρομοκράτης αν και δρα ατομικά, δυνητικά εκπροσωπεί μεγάλο μέρος του λαού και δρα υπέρ αυτού. Από την άλλη, η εκάστοτε πράξη πρέπει να δικαιολογεί σε ένα συνειδησιακό πλαίσιο τις απώλειες που επιφέρει σε σχέση με τα οφέλη της στο κοινωνικό σύνολο. Με άλλα λόγια, η τρομοκρατική ενέργεια δεν αποτελεί τυφλή πράξη. Ως προς την περίπτωση της A.V., είναι αρκετά αμφίβολο το αν ισχύει η πρώτη προϋπόθεση και το κατά πόσο καλύπτυται η δεύτερη.

4.Ο αξιολογικός χαρακτηρισμός της τρομοκρατικής επίθεσης παραμένει αυθαίρετος. Αν και εφόσον δεχθούμε τις τρεις προηγούμενες προϋποθέσεις ως πιθανές και -μάλλον- έγκυρες, πέφτουμε πάνω στην βαθύτερη έννοια της τρομοκρατικής ενέργειας ως μέσο ταξικής πάλης και απελευθέρωσης. Είναι, όπως υποστήριζε ο Λένιν, αδύνατη η αλλαγή του καθεστώτος «χωρίς βίαιη επανάσταση»; Μήπως «η Επανάσταση απαιτεί από την επαναστατική τάξη να βάλει όλα της τα μέσα σε ενέργεια για να πετύχει τους σκοπούς της», ακόμα και την τρομοκρατία, όπως έλεγε ο Τρότσκι; Ή μήπως το αντίθετο, όπως λέει ο Κάουτσκυ; Μήπως πρόκειται για το «ανέφικτο της μη βίας» και την έννοια της «αντι-βίας» που θέτει ο Λαμπικά;  Όπως και να έχει, το αν πρόκειται για «παράνοια ως «μέσο πάλης»» όπως έγραψε ο Γ. Καρελιάς, είναι κάτι που δεν μπορεί αν αναλυθεί αποκλειστικά με ένα τόσο μεμονωμένο περιστατικό και με τόσο κλειστούς ορίζοντες.

Με την πάροδο του χρόνου, ίσως διευκρινιστούν κάποια από τα προλεχθέντα ερωτήματα περισσότερο. Ίσως και πάλι όχι. Όσο όμως παραμένουν ακόμα ελλιπή τα στοιχεία της περίπτωσης, τα άρθρα που φιλοδοξούν να αντιμετωπιστούν ως «πανάκεια» μοιάζουν όλο και πιο πολύ άστοχα. Είτε άσκοπα είτε εσκεμμένα.

 

Τι απέγιναν οι «Αγανακτισμένοι»; Και τι η αγανάκτηση;

Σε χθεσινό δημοσίευμα, η ισπανική εφημερίδα «El pais» παρουσίασε δημοσκόπηση πρόθεσης ψήφου που έφερε το νεοσύστατο, αριστερό κόμμα Μπορούμε (Podemos) στην πρώτη θέση με 1,5 μονάδες διαφορά από το Ισπανικό Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα (PSOE) και 7 από το κυβερνόν Λαϊκό Κόμμα (PP) της Ισπανίας. Χωρίς να παραγνωρίζω τα δημοσκοπικά περιθώρια σφάλματος και χωρίς να έχω κάποια πρόθεση για υπερβολική σημασιοδότηση των ποσοστιαίων αποτελεσμάτων, μπορεί να σχηματιστεί σίγουρα μία γενική ιδέα: το κόμμα που γεννήθηκε από τους «indignados» στις πλατείες της Ισπανίας κατάφερε να αποκτήσει ισχυρή λαϊκή βάση μέσα σε οχτώ μόλις μήνες ύπαρξης.

Το ερώτημα είναι οι εδώ «αγανακτισμένοι» άραγε που να κατέληξαν; Θα βρίσκονται μήπως κάπου όλοι μαζί; Με τα τσουμπλέκια και τις κατσαρόλες τους; Ή μήπως θα είναι αλλού; Μήπως η «πάνω πλατεία» θα μουντζώνει ακόμα με προτεταμένα τα χέρια; Με ανοιχτά ή με κλειστά τα δάχτυλα πλέον, άραγε; Και η «κάτω»; Θα κάνει μήπως κάπου συνελεύσεις και θα πασχίζει ακόμα να εφαρμόσει τα αμεσοδημοκρατικά ιδανικά της;

Μάλλον τίποτα από αυτά. Ή ίσως και όλα μαζί. Δεν ξέρω. Πάντως, σίγουρα οι πλατείες άδειασαν. Οι «αγανακτισμένοι» όσο μαζικά και αν φώναζαν τα συνθήματά τους, όσο θυμό και αν έκρυβαν μέσα τους, διαλύθηκαν με τις πρώτες οργανωμένες επιθέσεις της αστυνομίας. Η πηγαία τους αντίδραση όσο και αν προσπάθησε δεν κατάφερε να διαμορφώσει ένα κίνημα, με τον αυστηρό ορισμό τουλάχιστον, που θα άντεχε χρονικά και κοινωνικά. Εξασθένησε τόσο γρήγορα όσο δημιουργήθηκε αφού δεν κατάφερε ούτε καν να οριοθετήσει τους βασικούς της στόχους μέσα στην βιασύνη του. Πόσο μάλλον να τους πετύχει.

Επίσης, δεν πρόκειται για το παράδειγμα της Ισπανίας. Στην Ελλάδα δεν δημιουργήθηκε κάποιος ad hoc κομματικός φορέας για να ενσαρκώσει κοινοβουλευτικά το πρόταγμα των «αγανακτισμένων». Αν και υποστηρίχτηκε από διάφορους φορείς ούτε εκπροσωπήθηκε εξ ολοκλήρου από έναν αλλά ούτε και απέκτησε κάποιο κόμμα ισχυρή εκλογική υπόσταση λόγω αυτών.

Διοχετεύτηκαν, επομένως, ξανά και εξ ολοκλήρου μέσα στο πολιτικό status quo και την κοινωνική χαβούζα από την οποία προήλθαν. Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο έγιναν μη αναγνωρίσιμοι και δεν ξεχωρίζουν από το σύστημα που με τόσο πάθος θέλησαν να συγκρουστούν. Μπορεί, βέβαια, να διατήρησαν λίγη από την αγανάκτηση τους αλλά την προσάρμοσαν στα υπάρχοντα δεδομένα. Έτσι, μπορεί να κατέληξαν κάποιοι στο ΣΥΡΙΖΑ, στη ΔΗΜΑΡ, στους ΑΝΕΛ ή και μερικοί (όχι λίγοι) στην Χρυσή Αυγή.

Το ζήτημα είναι ότι, όπως και να έχει, οι «Αγανακτισμένοι» ήταν ότι καλύτερο σε μαζική κίνηση μπόρεσαν να διαμορφώσουν οι έλληνες πολίτες, ως απάντηση στην κυβερνητική ασυδοσία. Μέσα στην πίεση που βίωναν διαρκώς, προσπάθησαν να εξωτερικεύσουν την ανάγκη τους για αλλαγή, στο πρότυπο των «Indignados». Ωστόσο, παρέμεινε ένα εγχείρημα που αν και στάθηκε πρόσκαιρα λόγω συγκυρίας απαιτούσε πολύ ισχυρότερα θεμέλια για να διατηρηθεί και να αρθρώσει δημόσιο λόγο. Απαιτούσε πολύ περισσότερα από την απλή αγανάκτηση που το δημιούργησε.

Δεν ξέρω αν ο Pablo Iglesias με το Podemos θα αποδειχθεί αντάξιος των προσδοκιών. Ίσως ακόμα και να παραγνωρίζει βασικές αρχές τις οικονομίας, όπως λένε οι πολιτικοί του αντίπαλοι. Το βέβαιο όμως είναι ότι είναι καρπός συλλογικής ανάγκης σε πολιτική βάση. Είναι μία συνειδητή απάντηση του λαού, σίγουρα όχι η μοναδική δυνατή, που απαιτεί όμως πολιτική ζύμωση.

Κάτι που δυστυχώς λείπει από την Ελλάδα.

Για τον Θεοδωράκη που δεν ξέρεις

Η τηλεόραση, ιδιαιτέρα μετά από την έκρηξη των ιδιωτικών συχνοτήτων, μετατράπηκε σε βασικό μέσο ενημέρωσης και ξεκίνησε όχι μόνο να συντηρεί αλλά και να κατασκευάζει φαντασιακά δεδομένα. Εκτός από την –κατά πολλούς- ψευδαίσθηση της ενημέρωσης άρχισε να καλλιεργεί και την ψευδαίσθηση της επαφής∙ μιας επαφής διαφορετικής από την κανονική, την αμφίδρομη∙ μιας επαφής αποκλειστικά μονόπλευρης ανάμεσα στον θεατή και τον θεώμενο.

Πάνω σε αυτήν ακριβώς την επαφή επιχειρεί να πατήσει ο Σταύρος Θεοδωράκης για να στηρίξει τον κομματικό του σχηματισμό, που πασχίζει ακόμα να διαμορφώσει κατεύθυνση και ταυτότητα. «Ξέρεις ποιος είναι ο Θεοδωράκης[…], ένας άνθρωπος που είναι δέκα χρόνια στην τηλεόραση» δήλωσε μάλιστα ο ίδιος σε σχετική ερώτηση, στην εκπομπή «στον Ενικό» της προηγούμενης Δευτέρας(13/10).

Θεωρεί, ειλικρινά, ο πρόεδρος του νεοσύστατου κόμματος ότι αρκεί η τηλεοπτική εικόνα και η δημοσιογραφική του επωνυμία για μία πολιτική εγκαθίδρυση; Φυσικά και όχι. Δεν θα μπορούσε, όμως, να ισχυριστεί κάτι καλύτερο. Δεν θα μπορούσε να μιλήσει, σε καμία των περιπτώσεων, για τα συμφέροντά του ως συστημικός δημοσιογραφικός υπάλληλος του Ψυχάρη και του Μπόμπολα. Ούτε και για τα πολιτικά στίγματα που φέρει από την σχέση του με το ΔΟΛ και το MEGA. Ούτε καν για το άφθονο ξέπλυμα που έχει προσφέρει από τις βαθυστόχαστες(;) εκπομπές του στα ίδια προβλήματα που φαίνεται να εναντιώνεται σήμερα.

Το μόνο που μπορεί να κάνει –και όπως δείχνουν οι δημοσκοπήσεις μάλλον το κάνει καλά- είναι να πλασάρει την ίδια δοκιμασμένη για δέκα χρόνια εικόνα του ψευτοσκεπτικισμού, της δήθεν εσωτερικής περισυλλογής και αναζήτησης με ένα πιο πολιτικό περιτύλιγμα. Όχι και πολύ πολιτικό, βέβαια. Λίγο. Όσο ακριβώς αρκεί για να συντηρήσει τις διευρυμένες δεξαμενές ψήφων που έχτισε στον όνομα του «μη κόμματος», στο όνομα της εναλλακτικής επιλογής.

Το πουκάμισο όμως είναι αδειανό και θα καταρρεύσει με την πρώτη ευκαιρία. Λίγες κοινοβουλευτικές έδρες φτάνουν για να φανεί πώς η δήθεν απολιτίκ στάση μετατρέπεται σε πολιτικό συντηρητισμό. Και μάλιστα του αίσχιστου είδους. Εκείνου που εμπεριέχει την υπουλότητα.

Η εικόνα του καλού φασίστα

Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία που αποκάλυψε ο ιστότοπος της εφημερίδας Το Βήμα, τα μέλη της Χρυσής Αυγής οφείλουν να υπακούουν σε συγκεκριμένους ενδυματολογικούς κανόνες προκειμένου να φανερώνουν έμπρακτα το εθνικό τους προφίλ. Όπως αναφέρει το δημοσίευμα, πυρηνάρχης του ακροδεξιού κόμματος σε ομιλία του στο Πέραμα, έθεσε τα απαραίτητα στιλιστικά στάνταρντ προκειμένου να είναι «ευπρεπός[sic] ντυμένοι» οι κοντοκουρεμένοι του σύντροφοι(;).

Ωστόσο, δεν είναι να απορεί κανείς. Η εξωτερική εικόνα υπήρξε βασικό κριτήριο προς αξιολόγηση και πολιτική αντιμετώπιση των ανθρώπων ήδη από τις ρίζες της ναζιστικής ιδεολογίας. Με τον Χίτλερ να δημοσιεύει τους λεγόμενους «εξαιρετικούς νόμους» και να βάζει την σφραγίδα του δαβιδικού άστρου στους πολιτικούς και εθνικούς του αντιπάλους, έγινε ξεκάθαρο ότι η αμφίεση για τους γερμανούς εθνικοσοσιαλιστές ήταν αδιαμφισβήτητο σημάδι κοινωνικής θέσης και πολιτιστικής ταυτότητας.

Ο πυρηνάρχης στην ομιλία του ακολουθεί κατά πόδας, μάλιστα, τους ιδεολογικά προκάτοχούς του και δηλώνει με θέρμη ότι «η καθαριότητα είναι θέμα βασικό». Ο ναζισμός από τα θεμέλιά του διαμορφώνει έναν εχθρό και τον ταυτίζει με την σωματική ακαθαρσία, προκειμένου να ορίσει συμπληρωματικά το ίδιο του το είναι. «Σαπούνια» τότε οι Εβραίοι, «άπλυτοι» οι αριστεροί και οι μετανάστες σήμερα, προκειμένου να παρουσιαστούν οι ίδιοι ως αγνοί και καθαροί. Ακόμα και στην οικονομική εκδοχή του φασισμού, η σύνδεση ανάμεσα στον κοινωνικό συντηρητισμό και στην έννοια της καθαριότητας είχε εκφραστεί ανοιχτά. Ήταν, μάλιστα, η ίδια η Θάτσερ που έλεγε σε συνέντευξή της ότι «η καθαριότητα είναι μισή αρχοντιά».

Σύμφωνα με υπόλοιπα λεγόμενα του στελέχους της ΧΑ, επιβάλλεται επίσης αυστηρή ένδυση για τους «συναγωνιστές». Οι άντρες πρέπει να αποφεύγουν «παντόφλα -διχάλα και βερμούδα της Χονολουλού» ενώ οι γυναίκες «μίνι και ξώπλατες μπλούζες». Πέρα από το γελοίο του πράγματος, οι ανορθόγραφες και συναισθηματικά υπερφορτωμένες δηλώσεις του ηγετικού μέλους της οργάνωσης κρύβουν καλά μέσα στον συντηρητισμό τους μία διαστροφή και μία συμπλεγματική α-σεξουαλικότητα. Το «αρσενικό ιδανικό», όπως έθεσε ο Γιανκέλεβιτς, παρουσιάζεται κατά την ναζιστική ιδεολογία ως ο θαρραλέος και ανδρείος, ως ο πολιτικά και πνευματικά «καθαρός», ως ο ανέραστος, χωρίς ερωτικά παρά μόνον πολικά πάθη άνδρας.

Αν ισχύει -όπως είπε και ο πυρηνάρχης- ότι «η μορφή μας αντικατοπτρίζει την ψυχή μας», τότε μάλλον έχουν την πλέον κατάλληλη εικόνα για το είναι τους. Μία εικόνα από ψευτοφουσκωμένα μπράτσα και παρα φυσιν σώματα είναι η μόνη που θα ταίριαζε σε αμόρφωτους δολοφόνους και άνανδρους μαχαιροβγάλτες. Μια εικόνα από αγριεμένες μούρες και ρυθμικούς βηματισμούς είναι η μόνη που αρμόζει στην εσωτερική τους ανασφάλεια και στα συμπλεγματικά τους σύνδρομα.

Αυτός είναι ο φασισμός, αυτή είναι η εικόνα του και περισσότερο αυτή είναι η ουσία του. Είτε το θέλουνε είτε όχι.

Έφταιξες κι εσύ για τον Παύλο

Όπως και σήμερα, έτσι και πέρσι καθόσουν αναπαυτικά στον καναπέ σου. Έβλεπες τηλεόραση. Όχι κάτι συγκεκριμένο, αφού και μόνος σου παραδέχεσαι ότι δεν έχει κάτι καλό τελευταία αυτό το χαζοκούτι. Απλά για να περάσει η ώρα. Ξαφνικά σταμάτησε το πρόγραμμα με ένα έκτακτο δελτίο που μίλαγε για μια δολοφονία. Δεν πολυκατάλαβες αλλά σπάστηκες που κάτι σου χάλασε την ηρεμία. «Ε και;», σκέφτηκες «Να πρόσεχε!». Πριν καν αντιληφθείς περί τίνος πρόκειται, είχες την γνώμη σου – όπως με τα πάντα άλλωστε.

Όταν άρχισε να ξεδιαλύνεται η υπόθεση, είδες ότι τα πράγματα ήταν σοβαρά. Ή μάλλον σε έπεισαν ότι τα πράγματα ήταν σοβαρά, μιας και σε όποιο κανάλι κι αν γύρναγες παιζόταν(!) η δολοφονία του Παύλου Φύσσα. Έμαθες και το όνομά του. «Γνωστός ράπερ» έλεγαν, αλλά εσύ δεν τον ήξερες. Αφού δεν τον έπαιζε το ράδιο, πώς να τον ξέρεις;

Αφού κατάλαβες ότι δεν μπορείς να το αποφύγεις, αποφάσισες να ενημερωθείς για το γεγονός. Τελικά δεν ήταν οπαδική η δολοφονία, όπως είχαν πει στην αρχή. Κάτι για πολιτικά κίνητρα είχαν αρχίσει να ψελλίζουν. Μάλλον ήταν μπλεγμένη και η Χρυσή Αυγή. Ακόμα τα είχες λίγο χαμένα.

Και ξαφνικά έγινε το μπαμ! Πολιτική δολοφονία και μάλιστα φασιστική! Και όλοι εναντίον της! Έβλεπες την Ο. Τρέμη μαζί με τους υπόλοιπους μεγαλοδημοσιογράφους να δηλώνουν συγκινημένοι. Έβλεπες τους πολιτικούς της κυβέρνησης να καταδικάζουν τους «επίγονους των ναζί». Και σε έπεισαν όλοι. Εξάλλου δεν έμενε και τίποτα άλλο, παρά να σε πείσουν όπως πάντα. Ξέχασες, φυσικά, ότι μέχρι πρότινος ήταν οι ίδιοι που τους συντηρούσαν και τους συγκάλυπταν. Αλλά έτσι είσαι εσύ. Ξεχνάς.

Αμέσως συγκλονίστηκες! Κατάλαβες ότι τα πράγματα σε αυτήν την χώρα δεν πήγαιναν καθόλου καλά. «Μέχρι και Έλληνα σκότωσαν» σκέφτηκες. Για τους μετανάστες που κυνηγούσαν και σκότωναν κάθε μέρα στους δρόμους της Αθήνας οι κοντοκουρεμένοι πατριώτες(!) με τα περίεργα σύμβολα στα χέρια δεν πολυνοιάστηκες, αφού και εσύ πίστευες ότι σου παίρνουν τις δουλειές. Όμως αυτό παραπάει. Επιτέλους, κάτι έπρεπε να γίνει.

Δεν πέρασαν λίγες ώρες και δικαιώθηκες. Επιτέλους, αυτή η εγκληματική οργάνωση έμπαινε στην φυλακή. Η πολιτεία έπραξε το καθήκον της. Ησύχασε κάπως η συνείδησή σου, έκανες και μερικές συζητήσεις καφενείου να πεις την αποψάρα σου περί φασισμού, δολοφονίας και των σχετικών και γύρισες ξανά στην καθημερινότητά σου. Εξάλλου άλλαξαν σιγά σιγά και τα θέματα στην τηλεόραση.

Έτσι, πέρασε ακόμα και η δολοφονία ενός παιδιού από το πετσί σου χωρίς ακόμα να καταλάβεις ούτε το παραμικρό από την ουσία του φασισμού που βρίσκεται μέσα στην ίδια σου την καθημερινότητα. Δεν κατάλαβες ότι δεν είναι η Χρυσή Αυγή αυτή που ευθύνεται για την δολοφονία του Παύλου. Δεν κατάλαβες ότι η ίδια η κοινωνία έδωσε τον χώρο σε φασιστικά μορφώματα να αλωνίζουν ανενόχλητα και να σκοτώνουν χωρίς κανένα φόβο. Δεν κατάλαβες ότι η ίδια η κοινωνία ήταν αυτή που έθρεψε τον φασισμό, αυτή που τον θέριεψε και φυσικά ότι είναι αυτή που μπορεί αν τον θερίσει.

Και μην πάει μακριά το μυαλό σου. Όταν λέω κοινωνία, για σένα μιλάω. Για σένα που ούτε ένας «Παύλος» δεν σου έφτασε για να καταλάβεις τον φασισμό που κρύβεις μέσα σου.

Η διεύρυνση ενός -κατά τ’ άλλα- αριστερού κόμματος

Τον τελευταίο μήνα, τα κυβερνητικά μέσα απέδειξαν για ακόμη μία φορά πόσο αρμονικά και αποτελεσματικά μπορούν να συνεργαστούν για να προωθήσουν μία διαφορετική οπτική των πραγμάτων, ή καλύτερα μια δικιά τους πραγματικότητα. Ρεπορτάζ και συζητήσεις, ανακοινώσεις και σχόλια, επιστημονολογία και ορολογία, ιστορικοί και ανιστόρητοι, σχετικοί και άσχετοι οικοδόμησαν ακαριαία μία καθημερινή ατζέντα ιστορικής παράκρουσης και προγονοπληξίας, με την επιθυμητή πολιτική πλαισίωση φυσικά. Δηλαδή, εκτός του ότι ο τύμβος της Αμφίπολης μετατράπηκε ξαφνικά σε ζήτημα υψίστης εθνικής σημασίας, επισκιάζοντας κάθε άλλη πολιτικοοικονομική ασημαντότητα(;), τα μίντια βάλθηκαν να παρουσιάσουν τον Α. Σαμαρά ως θεματοφύλακα της ελληνικής ιστορίας, ως στυλοβάτη του εθνικού πολιτισμού(;).

Ωστόσο, η συγκεκριμένη τροπή των πραγμάτων δεν είναι πρωτοφανής. Ανέκαθεν το τρίπτυχο «πατρίς- θρησκεία- οικογένεια» αποτελούσε ένα από τα βασικότερα -αν όχι το βασικότερο-  καταφύγια συνένωσης και ανασύστασης του ευρύτερου χώρου της δεξιάς, ιδιαίτερα  σε περιόδους εσωτερικής κρίσης και γενικής αστάθειας. Πρωτοφανής, όμως, φαίνεται η στάση ενός αριστερού κόμματος που όσο πλησιάζει τις κυβερνητικές θέσεις συμβιβάζεται όλο και περισσότερο με τις δοκιμασμένες νόρμες και τις συντηρητικές πρακτικές μίας  -κατακριτέας μέχρι τότε- λαϊκιστικής πολιτικής.

Όταν στις αρχές του έτους, ο πρωθυπουργός της χώρας προκαλούσε ανοιχτά τον πρόεδρο του κόμματος της αντιπολίτευσης να αποδείξει τα χριστιανικά του πιστεύω ήταν φανερό πως επρόκειτο για ένα πυροτέχνημα δήθεν ηθικολογίας, για μία έσχατη προσπάθεια αναχαίτισης της ανόδου του ΣΥΡΙΖΑ. Ωστόσο, σχεδόν μισό χρόνο μετά, τον Αύγουστο του 2014 ήρθε ο ίδιος ο Α. Τσίπρας να ενισχύσει έμπρακτα αυτήν την πολιτικάντικη επίθεση, απαντώντας μάλιστα με αντίστοιχα φθηνές πρακτικές. Ξαφνικά, όχι μόνο παρέκαμψε τις -προ εποχών- δηλώσεις του περί αθεΐας και επισκέφτηκε το Άγιο Όρος αλλά δήλωνε ακόμα και ενθουσιασμένος από την «επικοινωνία με τα θεία». Τεχνηέντως, βέβαια, έμεινε μακριά από ξεκάθαρες δηλώσεις περί θρησκευτικής πίστεως για να μην απογοητεύσει πλήρως τους κομματικούς του ψηφοφόρους.

Ένα μήνα μετά, ο πρόεδρος της αξιωματικής αντιπολίτευσης παρακολούθησε τους περισσότερους πολίτες να είναι χαμένοι μέσα στο μιντιακό αλαλούμ για το ταφικό μνημείο της Αμφίπολης και να αναζωπυρώνεται η εθνική τους περηφάνια που πάντοτε κάπου στο βάθος κρύβουν -άλλωστε τους είναι καλά φυτεμένη. Δεν θα μπορούσε φυσικά να μείνει αμέτοχος. Εκμεταλλευόμενος την πρόσκληση του Περιφερειάρχη Κεντρικής Μακεδονίας Απόστολου Τζιτζικώστα, στριμώχτηκε και αυτός στο επικοινωνιακό παιχνίδι της Αμφίπολης, αποκαλύπτοντας μάλιστα την προσωπική του ενημέρωση επί του ιστορικού θέματος ήδη ένα χρόνο πριν από την ανακάλυψη των ευρημάτων. Επέλεξε, έτσι, να  αφήσει  το στίγμα του σε ένα ακόμα πολιτικάντικο παιχνίδι παρακάμπτοντας τις προφανείς απώλειες.

Με την διαδικασία της εκλογής του ΠτΔ να πιέζει όλο και περισσότερο για πιθανές εκλογές, η αξιωματική αντιπολίτευση γνωρίζει την σημασία της διεύρυνσης της εκλογικής της βάσης προς την επίτευξη μιας νίκης. Κατανοούμε, λοιπόν,  πως ο Α. Τσίπρας θέλει να κυβερνήσει και βρίσκεται πιο κοντά σε αυτό όσο ποτέ άλλοτε. Κατανοούμε, επίσης, πως μόνο μία αύξηση των ψηφοφόρων του κόμματος θα μπορούσε να επιφέρει το επιθυμητό αποτέλεσμα στις επικείμενες εκλογές. Κατανοούμε, όμως, και το ότι με κάθε βήμα διεύρυνσης μετατρέπεται ο ΣΥΡΙΖΑ ναι μεν σε ένα κόμμα προσφιλές σε ευρύ κοινό αλλά και σε ένα κόμμα που τραμπαλίζει όλο και πιο επικίνδυνα  ανάμεσα στην αριστερή του ιδεολογία και στις κυβερνητικές του επιδιώξεις. Σε ένα κόμμα «πασπαρτού» χωρίς συγκεντρωμένη ταυτότητα και θέση που προσαρμόζεται στις συνθήκες.

Και σίγουρα δεν είναι αυτό που λείπει από το σημερινό ελληνικό κοινοβούλιο.

Σε ένα παράλληλο Σαμαρικό σύμπαν

Τα διαπλανητικά ταξίδια, τα μυθολογικά τέρατα και η κυβερνητική σταθερότητα

Δεν ξέρω πόσοι είδαν -από τύχη ή από πρόθεση- την ομιλία του Α. Σαμαρά στην ΔΕΘ. Δεν ξέρω και πόσοι από αυτούς κατάφεραν – λόγω συνθηκών ή λόγω ψυχικής δύναμης- να την παρακολουθήσουν ολόκληρη. Πάντως για τους λίγους και τυχερούς, ο πρωθυπουργός της χώρας ξεδίπλωσε την επιχειρηματολογία του για άλλη μια φορά με αρκετή τέχνη(;), κάνοντας ένα ταξίδι σε μία παράλληλη Ελλάδα, σε ένα παράλληλο σύμπαν που κάθε συγγραφέας επιστημονικής φαντασίας θα ζήλευε.

Χωρίς καμία φειδώ μίλησε ανοιχτά για μία σταθερή πορεία ανάπτυξης, για μία διαρκή οικονομική άνοδο και για μία Ελλάδα που βρίσκεται ακριβώς στο «σημείο της απογείωσης». Και δεν έμεινε εκεί. Μίλησε για μείωση ανεργίας, διαμόρφωση υγιούς κράτους, εξορθολογισμό διοίκησης, γεωστρατηγική ισχύ και για άλλα πολλά που μόνο φαντασιακά θα μπορούσαν να συσχετιστούν με το υπάρχον ελληνικό σύστημα. Και ως βασικό θεμέλιο αυτής της φασματικής Ελλάδας έθεσε -τι άλλο;- την αδιασάλευτη σταθερότητα, που ενσαρκώνει η παρούσα κυβέρνηση Σαμαρά- Βενιζέλου.

Αλήθεια, για ποια σταθερότητα μιλάει ο πρωθυπουργός;  Όταν ακόμα και μία διαδικασία που απαιτεί μία σημαντική πλειοψηφία της τάξεως των 3/5 του κοινοβουλίου (180 ψήφοι), όπως αυτή της εκλογής του ΠτΔ, φαίνεται αδύνατη με τα υπάρχοντα δεδομένα της Βουλής; Όταν παράλληλα με την ομιλία του πρωθυπουργού της χώρας, 20.000 διαδηλωτές διαμαρτύρονταν στην Θεσσαλονίκη, κραυγάζοντας συνθήματα κατά της κυβερνητικής πολιτικής; Όταν χρειάστηκαν οργανωμένα φρούρια της ΕΛ.ΑΣ. και αστυνομικά μέτρα ύψους 1 εκατομμυρίου ευρώ για να εγγυηθούν την ασφαλή τέλεση της έκθεσης;

Και, εν τέλει, για ποια κυβέρνηση μιλάει; Για αυτήν που μετά βίας αγγίζει τους 150 βουλευτές και καρπώνεται την «δεδηλωμένη» μαζί με όλα τα οφέλη της; Για εκείνη που φέρεται εκβιαστικά στα ίδια της τα μέλη σε κάθε ψηφοφορία νόμου ή τροπολογίας και φανερώνει με κάθε ευκαιρία τις φασίζουσες πρακτικές της;

Ο Α. Σαμαράς όσο κι αν προσπάθησε δεν κατάφερε ούτε να πείσει για μία ακμάζουσα Ελλάδα που είναι μπροστά μας και δεν την βλέπουμε, αλλά ούτε και να κρύψει τον φόβο του για την πιθανότητα επερχόμενων εκλογών. Γνωρίζει ότι τα επικοινωνιακά του κόλπα δεν αρκούν για τις συνειδήσεις των πολιτών και ούτε, φυσικά, για να τον κρατήσουν στην πρωθυπουργική του καρέκλα. Όσο και αν φωνάζει για «πολιτική αυτοκτονία», η κυβέρνηση πνέει τα λοίσθια και όσο και αν πασχίζει να μείνει αγκιστρωμένη στην θέση της, αυτό μοιάζει με την πάροδο του χρόνου όλο και πιο αδύνατο.

Η… εκπαίδευση είναι το όπιο του λαού

Επιβιώνοντας σε μία περίοδο που βάλλεται από κάθε είδους και μορφής κρίσης, καλούμαστε διαρκώς και χωρίς καν το θέλουμε -άλλωστε τι καλύτερο από το βόλεμα;- σε μία προσπάθεια αντιμετώπισης των αδιεξόδων μας. Και μιας και η μασημένη τροφή προσφέρεται πάντα χωρίς κόπο, έχουμε βαλθεί να αναπαράγουμε ως πανάκεια λύση των απανταχού προβλημάτων την δημόσια παιδεία. Μιλάμε για «πνευματική επανάσταση» μέσα από ένα ίσο εκπαιδευτικό σύστημα «για όλους», ξεχνώντας βέβαια για τα καλά τη βάση αυτής της κρατικής μόρφωσης και το περιεχόμενό της.

Το ελληνικό κράτος ήδη από την αρχή της σύστασης του, έσπευσε να οριοθετήσει την εκπαιδευτική διαδικασία μέσω συγκεκριμένων σχολικών μορφωμάτων υποχρεωτικού χαρακτήρα, σφυρηλατώντας έναν από τους βασικότερους πυλώνες στήριξης και τροφοδότησης του καθεστώτος. Σταδιακά, η εκπαιδευτική φόρμουλα επεκτάθηκε χωρικά και πληθυσμιακά ενώ, παρά τις διάφορες κοινοβουλευτικές και πολιτικές εναλλαγές ανά τους χρόνους, διατήρησε την βασική μορφή της μέχρι σήμερα και μάλλον όχι τυχαία.

Για τον βασικό θεωρητικό της «μη εκπαίδευσης», τον Ιβάν Ίλλιτς, η μόρφωση έχει γίνει άστοχα -αλλά εσκεμμένα- αντιληπτή ως προϊόν του σχολείου. Μέσα από την βαθιά αντιδραστική και ριζοσπαστική του θεώρηση αντιμετώπισε τον εκπαιδευτικό θεσμό ως δημιούργημα της βιομηχανικής κοινωνίας για την ίδια την εδραίωσή της στις συνειδήσεις των πολιτών.

Και δεν φαίνεται να έχει και άδικο∙ το σύστημα δεν μπορεί παρά να φροντίζει πρωτίστως για την ίδια του την επιβίωση. Οι αποστειρωμένες ιδέες που προσφέρει απλόχερα το εκπαιδευτικό σύστημα μοιάζουν περισσότερο με ελεγχόμενη πολιτική κατήχηση που ακρωτηριάζουν κάθε φαντασία, δημιουργικότητα και κριτική συνείδηση. Ήδη από τις τυποποιημένες διαδικασίες που το αποτελούν, το άτομο εντάσσεται σε μία νόρμα αποδοχής και προσπάθειας εντός του συστήματος με τα μέσα που του παρέχει, ενώ απομακρύνεται αυτόματα από κάθε πιθανότητα εξωσυστημικής ρήξης με αυτό. Εν ολίγοις, ο νέος μαθαίνει πώς πρέπει να σκέφτεται, να επιλέγει και να δρα εντός ενός συγκεκριμένου πλαισίου, δηλαδή πώς πρέπει να είναι ελεύθερος εκ του ασφαλούς.

Ωστόσο, ακόμα και μετά την ολοκλήρωση μιας τέτοιας αυστηρά οριοθετημένης κρατικής εκπαίδευσης, φαίνεται ότι δεν είναι αρκετή. Οι νεοφιλελεύθερες αντιλήψεις κάνουν διαρκώς ένα βήμα παραπέρα για την κοινωνική απονέκρωση στοχεύοντας αυτή τη φορά στην ιδιωτικοποίηση της παιδείας. Από το 2010 με το σχέδιο Διαμαντοπούλου και έπειτα, η ελληνική εκπαίδευση οδεύει με γρήγορους ρυθμούς προς χέρια μεγαλοεπιχειρηματιών, χαράσσοντας ανεξίτηλα μία κοινωνία δύο ταχυτήτων ανάλογα με την οικονομική τους δυνατότητα. Μέσω νομικών τροποποιήσεων και ολόκληρων σχεδίων νόμου, πριμοδοτείται έμμεσα ένα κύκλωμα ιδιωτικών πανεπιστημίων προς μία δήθεν πληρέστερη μόρφωση, εξειδίκευση και αποκατάσταση(;). Παραχωρώντας το βασικό όργανο διαμόρφωσης των συνειδήσεων στους ιδιώτες, είναι προφανές ότι το κράτος μεταμορφώνεται πλήρως σε μία νεοφιλελεύθερη εκδοχή του χωρίς στοιχεία κοινωνικής πρόνοιας, ενώ εμπιστεύεται τους μεγαλοεπιχειρηματίες ως άξιους συνεχιστές του.

Πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι μέσα από κρατικά παρεχόμενες λύσεις είναι αδύνατη η επίλυση των ίδιων των κρατικών προβλημάτων. Η αντίφαση είναι προφανής και πρέπει να σταματήσει να αποτελεί η θέση περί «παιδείας για όλους» επιχείρημα προς δικαιολόγηση της ίδιας μας της απάθειας. Ο στρουθοκαμηλισμός δεν ωφέλησε ποτέ και κανέναν πόσο μάλλον όταν πρόκειται για ζητήματα ριζικής διαμόρφωσης της κοινωνίας. Η μορφωτική επανάσταση δεν είχε ούτε δύναται να έχει καμία σχέση με κρατικά και ιδιωτικά συμφέροντα, επομένως ούτε και με τα όργανά τους.
Όταν, λοιπόν, ο Roger Waters φώναζε «We don’t need no education. We don’t need no thought control» κάτι παραπάνω πρέπει να ήξερε.