Πολιτικά

Κυβέρνηση προς αναζήτηση ταυτότητας

μία κριτική ανασκόπηση

Επιτέλους αριστερά. Τέλος στα μνημόνια, τέλος στην λιτότητα. Τέλος στις αυθαίρετες ιδιωτικοποιήσεις. Τέλος στην διαφθορά. Νέα Ελλάδα, νέα Ευρώπη. Η ελπίδα έφτασε.

Αυτά ακριβώς περίμεναν οι ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ, όταν τον Ιανουάριο και έπειτα τον Σεπτέμβριο του ’15 του έδωσαν τα ηχηρά 36,34% και 35,46%, αντίστοιχα. Όμως, με το ημερολόγιο να δείχνει πλέον ενάμιση χρόνο μετά και την εκλογική ψαλίδα να ανοίγει ξανά υπέρ της ΝΔ, φαίνεται ότι μάλλον κάτι πήγε στραβά.

Και δεν πρόκειται απλά για μία περιστασιακή κωλοτούμπα,  για μία μεμονωμένη πολιτική αναδίπλωση παρά για μία επαναχάραξη πολιτικής πλεύσης, μία εκ βάθρων επανατοποθέτηση. Ή για να το θέσουμε αλλιώς: τι κοινό μπορεί να έχει ο ΣΥΡΙΖΑ του πρώτου ιδρυτικού του συνεδρίου -τον Ιούλιο του ’13- με τον τωρινό ΣΥΡΙΖΑ του 2ου συνεδρίου;

Με την ηλεκτρονική πλατφόρμα syriza.gr/synedrio [url] που δημιούργησε το κυβερνόν κόμμα, δε, πέρασε την σκυτάλη στα μέλη και ψηφοφόρους του. Με βασικό σύνθημα «ο ΣΥΡΙΖΑ είναι δική ΣΟΥ [sic] υπόθεση» και 48 ερωτήσεις επιχειρεί να αφουγκραστεί το αποτύπωμά τους. Πώς δηλαδή αυτοχαρακτηρίζονται πολιτικά, κατά πόσο δραστηριοποιούνται στον κινηματικό χώρο και τι επιζητούν να βελτιώσει το κόμμα. Αρκούν όμως; Αρκεί ένα ερωτηματολόγιο, όταν η πολιτική της κυβέρνησης έχει αφήσει ανεξίτηλα τα σημάδια της στους πολίτες της χώρας; Όταν τα γεγονότα μιλούν από μόνα τους;

Ένα δημοψήφισμα στα χαρτιά

Λίγο μετά από την ανάληψη εξουσίας, όπως ήταν φυσικό, ο ΣΥΡΙΖΑ ήρθε αντιμέτωπος με την χρόνια μνημονιακή πολιτική του δικομματισμού. Μέση οδός δεν υπήρχε. Ή θα προχωρούσε σε σύγκρουση και αλλαγή πορείας ή θα ακολουθούσε την πεπατημένη. Έτσι, τον Ιούλιο του ‘15 κάλεσε τους πολίτες στις κάλπες και αυτήν την φορά για δημοψήφισμα. Το μήνυμα του ελληνικού λαού ήταν ξεκάθαρο: «όχι» στην πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της ΕΚΤ και του ΔΝΤ. «Όχι» δηλαδή σε προγράμματα λιτότητας και περικοπών.

Όπως φάνηκε όμως, αυτό δεν εμπόδισε τον Α. Τσίπρα από το να υπογράψει το τρίτο μνημόνιο, μία εβδομάδα μετά, παραγράφοντας την λαϊκή βούληση και δημιουργώντας εσωκομματικό ρήγμα. Σύμφωνα με μετέπειτα αποκαλύψεις του Γ. Βαρουφάκη, οι αποφάσεις ήταν προειλημμένες. Το δημοψήφισμα ήταν μία κάλυψη, μία δικαιολογία σε μία συμφωνία που ήδη είχε γίνει κάτω από το τραπέζι. Όμως το αποτέλεσμα δεν ήταν το αναμενόμενο. Όσο και αν προσπάθησε η κυβέρνηση με τις κλειστές τράπεζες, τα capital controls και την μιντιακή προπαγάνδα δεν μπόρεσε να στρέψει τους πολίτες στο «ναι». Αντίστοιχα στοιχεία έφερε πρόσφατα στην δημοσιότητα και το ντοκιμαντέρ «This is not a coup» του Α. Χατζηστεφάνου, με κεκαλυμμένη βέβαια την ταυτότητα του μάρτυρα.

Έκτοτε η συνέχεια είναι γνωστή και η συνταγή δοκιμασμένη. Το αίτημα για διαγραφή του χρέους κάπου παράπεσε, η 13η σύνταξη ακόμα αγνοείται, ο κατώτατος μισθός δεν αυξήθηκε,  μειώθηκαν επικουρικές και κυρίως συντάξεις, οι ιδιωτικοποιήσεις συνεχίστηκαν, ο ΕΝΦΙΑ αντί να καταργηθεί αυξήθηκε κ. ο. κ. Εν ολίγοις, όλες οι προεκλογικές δηλώσεις του ΣΥΡΙΖΑ είτε δεν υλοποιήθηκαν και παρατάθηκαν επ’ αόριστον ή –στην καλύτερη- τροποποιήθηκαν και εφαρμόστηκαν σε μία περιορισμένη τους εκδοχή.

Το μπάλωμα του εκλογικού νόμου

Σε όλη την διάρκεια της μεταπολίτευσης, οι κυβερνήσεις επέμεναν στο θεσμικό εξάμβλωμα της ενισχυμένης αναλογικής. Με πρόσχημα την σταθερότητα της χώρας δεν δίσταζαν να καρπούνται σε κάθε εκλογική αναμέτρηση το ληστρικό bonus των 50 βουλευτικών εδρών. Ανέκαθεν, από την άλλη, η Αριστερά πρόβαλε σαν αίτημα την απλή αναλογική: ένα εκλογικό σύστημα, δηλαδή, που θα απέδιδε στο κάθε κόμμα ότι ακριβώς του αναλογεί από το ποσοστό των ψήφων που συγκέντρωνε.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, λοιπόν, στην εξουσία πλέον -συγκυβερνώντας με τους ΑΝΕΛ- κλήθηκε να το ικανοποιήσει. Ερχόμενος, όμως, αντιμέτωπος με το φράγμα των 200 ψήφων άρχισε να τροποποιεί λίγο τις προτάσεις του για να διευρύνει την δεξαμενή του «υπέρ». Ακολούθησε μία σύντομη περίοδος αμφιταλαντεύσεων για τον ΣΥΡΙΖΑ, ψάχνοντας μια μέση οδό. Τελικά, σύμφωνα με την πρόταση που κατατέθηκε και υπερψηφίστηκε, ναι μεν καταργήθηκε το bonus των εδρών, όμως παρέμεινε το πλαφόν του 3% ως απαραίτητη προϋπόθεση για την είσοδο ενός κόμματος στην βουλή, αφήνοντας χωρίς δυνατότητα εκπροσώπησης ένα μέρος των πολιτών. Ταυτόχρονα, δεν άλλαξε τίποτα στην διαίρεση των εκλογικών περιφερειών, διατηρώντας την άνιση εκπροσώπηση που τους χαρακτήριζε ήδη. Ουσιαστικά, δηλαδή, ακόμα και μετά την θεσμική αλλαγή παρέμειναν ερωτηματικά για το κατά πόσο δίκαιη και ίση είναι η διαδικασία του εκλογικού συστήματος.

Το ξεκαθάρισμα (;) του τηλεοπτικού τοπίου

Με τις κυβερνήσεις να διαδέχονται η μία την άλλη και  καμία να μην αναλαμβάνει την ευθύνη για αλλαγή, οι τηλεοπτικοί σταθμοί της χώρας παρέμεναν σε μία κατάσταση ημι-νομιμότητας από το 1995. Πέρα από το έτος 1993, ουσιαστικά, όλοι οι ιδιωτικοί σταθμοί της χώρας λειτουργούσαν χωρίς άδεια από την ίδρυσή τους. Ο ΣΥΡΙΖΑ πήρε πρόσφατα την πρωτοβουλία να αλλάξει άρδην το τηλεοπτικό τοπίο. Κατάφερε όμως να καλύψει το κενό νομιμότητας με διαφανή μέσα και θεμιτό αποτέλεσμα;

Καταρχάς, μείωσε τις τηλεοπτικές άδειες σε τέσσερις. Περιόρισε, έτσι, δραστικά το αριθμητικό εύρος των συχνοτήτων, χωρίς να παρουσιάσει κάποια εύλογη δικαιολόγηση. Αμέσως έγινε λόγος για το κατά πόσο είναι δυνατό να εξασφαλιστεί η πολυφωνία στο νέο τηλεοπτικό φάσμα. Η διαδικασία χαρακτηρίστηκε, δε, ως αντισυνταγματική και αδιαφανή από την αντιπολίτευση και από  ομάδες επικριτών της συγκυβέρνησης. Βασικό τους επιχείρημα –και ορθά- είναι η παραβίαση του άρθρου 15 του Συντάγματος, σύμφωνα με το οποίο προϋποτίθεται η «σύμφωνη γνώμη του διοικητικού συμβουλίου του ΕΣΡ» για την παραχώρηση άδειας, θέση που δεν λήφθηκε υπ όψιν. Μετά από την τελική αναβολή της διάσκεψης, δύο αντιπρόεδροι του ΣτΕ υπέβαλαν την παραίτησή τους, κλυδωνίζοντας και τον δικαστικό κύκλο.

Εκτός όλων αυτών, λίγο μετά από την πρώτη επιλογή των υπερθερμαστών ξεσπάει σκάνδαλο με τον έναν επιλαχών. Πρόκειται για τον επιχειρηματία Χρ. Καλογρίτσα, που φαίνεται να παρέδωσε εικονικό πόθεν έσχες στον διαγωνισμό και να συνδέεται με την Attica Bank μέσα από δυσθεώρητα δάνεια, εν μέσω μάλιστα κρίσης. Ακόμα και αν ο υπουργός Εσωτερικών Π. Κουρουμπλής προσπάθησε να σπάσει την αμηχανία της κυβέρνησης, προεικάζοντας ποινικές διώξεις, αμέσως ακούστηκε το σενάριο για συμφωνίες κάτω από το τραπέζι μεταξύ του επιχειρηματία και του ΣΥΡΙΖΑ με δίαυλο το τραπεζικό σύστημα.

Στον απόηχο όλων αυτών, μάλιστα, θα μπουν λουκέτα σε στημένους σταθμούς με οργανωμένα προγράμματα ψυχαγωγίας και ενημέρωσης. Άνθρωποι θα βρεθούν στην ανεργία, χωρίς κανένα πλάνο απορρόφησής τους πίσω στον δημοσιογραφικό κλάδο. Μέχρι το σημείο, δε, του οριστικού κλεισίματος του σταθμού τους δεν μπορούν παρά να παραμείνουν στην επαγγελματική τους θέση, με τις πληρωμές τους να εκκρεμούν, ελπίζοντας ότι κάτι μπορεί να αλλάξει. Ακόμα και για τους σταθμούς που τελικά θα καταφέρουν να εξασφαλίσουν την άδειά τους, οι όροι εργασίας και πληρωμής είναι αβέβαιοι. Όταν για την πρώτη δόση οι καναλάρχες κλήθηκαν να καταβάλουν το ποσό των 85,1 εκατ. ενώ το συνολικό κόστος ανέρχεται στα 246 εκατ. ευρώ, τι ακριβώς εξασφαλίζει τις μετέπειτα επενδύσεις τους στο εκάστοτε κανάλι;

Όσο περνάει η περίοδος διακυβέρνησης τόσο περισσότερο φαίνεται να ακροβατεί ο ΣΥΡΙΖΑ, πάνω από βόμβες που είναι έτοιμες να εκραγούν. Μπορεί το σενάριο των εκλογών να μοιάζει μακρινό, όχι όμως απίθανο.

Τα μέτωπα που ανοίγει η κυβέρνηση γίνονται όλο και περισσότερα, με ίσως επισφαλέστερο όλων την τριβή που προέρχεται από τα εσωτερικά του κόμματος. Οι «53», η πλατφόρμα 2010, η Ενωτική κίνηση, οι ΠΑΣΟΚογενείς και οι κομματικοί καλούνται να βρουν μια τελική κοινή γραμμή πλεύσης και να μοιράσουν την εσωκομματική εξουσία. Ο Τσίπρας, από την άλλη, θέλει να τραβήξει όσο πιο πολύ μπορεί το κόμμα προς το κέντρο, μπας και δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα.

Η ελπίδα ήρθε, είδε και απήλθε. Πέρασε και δεν άγγιξε, που λένε.

* Ο Άγγελος Κλάδης είναι φοιτητής Δημοσιογραφίας στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών
Σημείωση: Το άρθρο έχει τροποποιηθεί για τους εξής λόγους:

Αλλαγές στη μορφοποίηση του κειμένου