Επικαιρότητα

Οι πολιτιστικοί φορείς ως μοχλοί οικονομικής ανάπτυξης: Ένα ανεκμετάλλευτο κοίτασμα

Οι πολιτιστικοί φορείς ως μοχλοί οικονομικής ανάπτυξης:Ένα ανεκμετάλλευτο κοίτασμα

<<Η αποκατάσταση της οικονομικής σταθερότητας, η ανάκαμψη της οικονομίας και η επιστροφή στην ανάπτυξη, η ουσιαστική ελάφρυνση του δημοσίου χρέους, η ριζική μεταρρύθμιση της δημόσιας διοίκησης με ταυτόχρονη πάταξη της διαφθοράς και της γραφειοκρατίας είναι οι άμεσοι στόχοι της κυβέρνησης μας>>. Η παραπάνω δήλωση αποτέλεσε απόσπασμα από τις προγραμματικές δηλώσεις του σημερινού πρωθυπουργού της Ελλάδος, Αλέξη Τσίπρα και της κυβέρνησης του που αποτελείται από τα κόμματα ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Αν ανατρέξουμε στις προγραμματικές δηλώσεις όλων των προηγούμενων κυβερνήσεων της μεταπολίτευσης είναι σίγουρο ότι θα βρούμε την ίδια ακριβώς ρητορική.

Γράφει ο Σωτήρης Ανδρουτσής

Το βασικό πρόβλημα στην κατά τα άλλα σωστή στόχευση των ελληνικών κυβερνήσεων είναι η απάντηση στο διαχρονικό ερώτημα <<πως;>>. <<Πως θα ανακάμψει η οικονομία;>>, <<Σε ποια οικονομικά πεδία θα πρέπει να υπάρξει συγκεκριμένο πρόγραμμα αναπτυξιακής στόχευσης και πως θα συμβεί αυτό;>>.Αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα όλων των ελληνικών κυβερνήσεων ότι σε αυτά τα ερωτήματα είτε δεν έδιναν καμιά ουσιαστική απάντηση μένοντας στην ρητορική της αοριστολογίας των προεκλογικών τους προγραμμάτων είτε έδιναν απάντηση προσπαθώντας, όμως να κάνουν το εξεζητημένο, για το οποίο χρειάζονταν στρατηγική βάθους χρόνου (π.χ. ανανεώσιμες πηγές ενέργειας) και για το οποίο δεν μπορούσε να εγγυηθεί κανείς την σίγουρη αποτελεσματικότητα του. Μερικές φορές λένε ότι η επιτυχία δεν κρύβεται στην πολυπλοκότητα αλλά στην απλότητα της σκέψης. Μέρος της λύσης του προβλήματος που αντιμετωπίζει η χώρα μας τα τελευταία χρόνια ίσως αποτελεί και το μόνο σταθερά εξαγώγιμο προϊόν της: ο πολιτισμός.
Η έννοια του πολιτιστικού κοιτάσματος και οι πολιτιστικές βιομηχανίες στην Ελλάδα
Στην Ελλάδα, η έννοια της δημιουργίας (τουλάχιστον στο τομέα του πολιτισμού) καθώς επίσης και της πολιτιστικής κληρονομιάς, τείνουν να αντιπαρατίθενται με την έννοια της εμπορευματοποίησης. Ένας διανοούμενος δεν δύναται να λειτουργεί με τις αρχές ενός καπιταλιστικού μοντέλου ανάπτυξης γιατί έτσι αποποιείται από την ιδιότητα του ως διανοούμενου. Επίσης, πολλοί αρχαίοι χώροι αλλά και μνημεία νεώτερης εποχής έχουν αποκτήσει με το πέρασμα του χρόνου μια αύρα <<ιεροποίησης>> που καθιστούν την οποιαδήποτε αξιοποίηση τους απαγορευτική.
H έννοια της εμπορευματοποίησης στον πολιτιστικό τομέα δεν έχει την έννοια του <<ξεπουλήματος>> που φορτίζεται με αρνητική χροιά αλλά με την έννοια της αξιοποίησης ενός πολιτιστικού κοιτάσματος. Η φράση αυτή χρησιμοποιήθηκε αρχικά από τον Uberto Eco για να δηλώσει την δυνατότητα ανάδειξης και οικονομικής εκμετάλλευσης μιας πολιτιστικής κληρονομιάς-κοιτάσματος. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο Παρθενώνας. Το συγκεκριμένο μνημείο που αποτελεί κτήμα ολόκληρης της ανθρωπότητας και δείγμα της χρυσής εποχής του Περικλή αποτέλεσε ένα σημαντικό σημείο αναφοράς για την σύγχρονη πόλη των Αθηνών (brand name) δημιουργώντας ένα ισχυρό τουριστικό ρεύμα για την πόλη αλλά και μια ολόκληρη βιομηχανία εκμετάλλευσης της αναγνωρισιμότητας του μνημείου (π.χ. διάφορα σουβενίρ με μικρογραφίες του εν λόγω μνημείου).
Η έννοια του πολιτιστικού κοιτάσματος δεν περιορίζεται, όμως, μόνο στους αρχαιολογικούς χώρους. Τα μουσεία θα πρέπει να ανιχνεύσουν τα δικά τους κοιτάσματα στις αποθήκες τους, στις οποίες διατηρούν ένα μεγάλο μέρος του μουσειακού τους υλικού το οποίο δεν εκτίθεται στα μάτια του κοινού. Η σύγχρονη μουσειακή πραγματικότητα επιβάλλει μια νέα πολιτική πολιτιστικής διαχείρισης από την στατική (κληροδότηση) στην δυναμική προσέγγιση (παραγωγή νέων μορφών). Συγκεκριμένα, οι μουσειακοί χώροι θα πρέπει να λειτουργούν όχι με τον παραδοσιακό μέχρι τώρα τρόπο που αποσκοπούσε στην απλή έκθεση των αντικειμένων τους και στην εύρεση πόρων για τη συντήρηση τους από το κράτος. Η νέα πολιτική για τα μουσεία που εφαρμόζεται ήδη σε πολλά κράτη της Ευρώπης αποσκοπεί στην παραγωγή γνώσης μέσα από την διαδραστική παρουσίαση των αντικειμένων που εκθέτει, την ελεύθερη πρόσβαση του κοινού στα κρυμμένα κοιτάσματα που φυλάσσονται στις αποθήκες του, την στενή συνεργασία με άλλους φορείς (πανεπιστήμια, ερευνητικά κέντρα), τον εκδημοκρατισμό τους μέσα από την διεύρυνση των κοινωνικών ομάδων που τα επισκέπτονται και τέλος την πολυδιάστατη πολιτική που θα πρέπει να ακολουθήσουν στο ζήτημα της χρηματοδότησης τους και στον περιορισμό των δαπανών τους (συμμετοχή του κοινού-crowdfunding, χορηγίες, προγράμματα ΕΣΠΑ, προγράμματα εθελοντισμού, σωστή αξιοποίηση ανθρώπινου δυναμικού με κατάρτιση σε συγκεκριμένες ειδικότητες).
Πέρα όμως από τα πολιτιστικά κοιτάσματα, τα οποία μπορούν να αξιοποιηθούν, σημαντικό ρόλο στην εγχώρια οικονομία παίζει και ο ευρύτερος κλάδος των πολιτιστικών βιομηχανιών. Ειδικότερα, οι κλάδοι της διαφήμισης, των εκδόσεων, της μουσικής βιομηχανίας, της αρχιτεκτονικής καθώς και πολλοί άλλοι θα πρέπει να συνυπολογίζονται στον ευρύτερο κλάδο του πολιτισμού και ως εκ τούτου θα πρέπει να υπάρξει κρατική μέριμνα για μια νέα πολιτική που θα ενισχύει τους κλάδους της πολιτιστικής βιομηχανίας, οι οποίοι μπορούν να προσφέρουν θέσεις εργασίας και ταυτόχρονα να ενισχύσουν την οικονομική θέση της χώρας.Άλλωστε, το ασύγκριτο πλεονέκτημα των πολιτιστικών βιομηχανιών σε σχέση με άλλες βιομηχανίες είναι ότι προσφέρει δυο ειδών αξίες: την άυλη(πνευματική) αλλά και την υλική. Δημιουργεί, δηλαδή, άμεσες και έμμεσες αξίες που και οι δυο μπορούν να θεωρηθούν απαραίτητες για την εύρυθμη λειτουργία μιας κοινωνίας.
Συμπεράσματα
Σε μια χώρα όπου τα τελευταία χρόνια η οικονομική κρίση αποτελεί καθημερινό θέμα συζήτησης και προβληματισμού δεν θα μπορούσαν να λείπουν και οι αντίστοιχες προτάσεις για την αντιμετώπιση του προβλήματος.Ο πολιτισμός αποτελεί την κατάλληλη απάντηση για να αντιμετωπιστούν οι κρίσεις που αντιμετωπίζει η ελληνική κοινωνία και όχι μόνο η οικονομική κρίση, η οποία είναι προϊόν που δεν μπορεί να ιδωθεί αυτόνομα από τις κρίσεις που αντιμετωπίζει η κοινωνία σε άλλα επίπεδα. Το συγκριτικό πλεονέκτημα της χώρας μας σε σχέση με άλλες χώρες να έχει ένα πλούσιο πολιτιστικό υπόβαθρο αλλά και ένα μεγάλο αναξιοποίητο κοίτασμα ανθρώπινου δυναμικού και πολιτιστικού υλικού μπορεί να δώσει μια δυναμική στην ελληνική κοινωνία και οικονομία. Ο πολιτισμός μπορεί να βοηθήσει στην κοινωνική συνοχή. Ο αστικός εξευγενισμός υποβαθμισμένων περιοχών της Αθήνας μπορεί να εντοπιστεί στη συγκέντρωση μιας καλλιτεχνικής ελίτ που αρέσκεται να απομακρύνεται από τις mainstream περιοχές της πόλης αλλά και στη μοναδική για την πόλη συσπείρωση πολιτιστικών βιομηχανιών, οι οποίες δραστηριοποιούνται κυρίως στο χώρο του θεάτρου, των εκδόσεων και των εκτυπώσεων. Διάφορα σχέδια όπως το rethink athens εντάσσονται στο πεδίο του πολιτισμού και βοηθούν στην αστική ανάπλαση περιοχών και στην οικονομική τους ανύψωση. Οι διάφοροι πολιτιστικοί φορείς αλλά και τα διάφορα πολιτιστικά events έχουν τη δυνατότητα να ενσωματώνουν περιθωριοποιημένες κοινωνικές ομάδες συμβάλλοντας έτσι στην κοινωνική συνοχή.

Επίσης, όπως είδαμε, ο πολιτισμός παράγει και έμμεσες υλικές αξίες στον τομέα του τουρισμού αλλά και τον κατασκευαστικό-real estate. Το ελληνικό κράτος οφείλει να αναγνωρίσει τα πλεονεκτήματα που μπορεί να δώσει ο πολιτισμός και να καταρτίσει ένα εθνικό σχέδιο από εμπειρογνώμονες που θα δώσει πνοή ανάπτυξης τόσο στα μεγάλα αστικά κέντρα όσο και στην περιφέρεια. Ο πολιτισμός ίσως αποτελεί την πραγματικά τελευταία ευκαιρία για ανάπτυξη.