Abstract

Σκέψεις γύρω από ένα ντοκουμέντο: «Ψυχολογικά, η Ελλάδα κοστίζει ακριβά»

Φαντάζει σχεδόν αδύνατον να αρνηθεί κανείς, ότι οι βιοτικές συνθήκες που παρέχει η Ελλάδα, ήταν και είναι ο πρωταρχικός λόγος μετανάστευσης των Ελλήνων. Είτε για λόγους οικονομικούς είτε για εκπαιδευτικούς, το κατώφλι της χώρας μας έχει περαστεί τόσες φορές, ώστε να αποτελεί ειδησεογραφικό γεγονός πλέον, και  όχι πρόσφατη είδηση. Η μετανάστευση ως ελληνική πραγματικότητα δεν είναι ένα καινούργιο φαινόμενο και αυτό αποδεικνύεται από τις ελληνικές κοινότητες ανά τον κόσμο (Αυστραλία, ΗΠΑ, Νότιος Αφρική κ.α.), οι οποίες δημιουργήθηκαν από δεκάδες γενιές Ελλήνων προσφύγων και μεταναστών. Εκεί οι κοινότητες σχηματίζουν μια μικρή «γεύση» πατρίδας με σκοπό να καλύπτουν το «κενό» της απούσας πατρίδας.

Διαβάζοντας τις αμέτρητες συνεντεύξεις των ομογενών που ζουν και εργάζονται πλέον στο εξωτερικό, πάντα κάπου φωναχτά ανάμεσα στις προτάσεις, θα αναφερθούν στον ήλιο, στον καθαρό ουρανό, στο γέλιο, στο φαγητό, σε αυτό το οτιδήποτε που είναι ελληνικό. Ο λόγος αναφοράς τους σε αυτού του είδους τα στοιχεία είναι απλός. Τα στοιχεία αυτά αποτελούν τον συνδετικό κρίκο με την δική τους ταυτότητα, την πατρίδα τους. Για τους ίδιους, αυτό είναι κάτι ανεκτίμητο.

Την ίδια κουβέντα θα ακούσεις συχνά από στόματα ανθρώπων, οι οποίοι ζουν στην Ελλάδα. «Ο ήλιος δεν αγοράζεται» θα πουν. Πράγματι, δεν αγοράζεται, ούτε ο ήλιος ούτε οι υπόλοιποι Έλληνες... κοστίζουν όμως. Ο όρος «νεοέλληνας» αποτελεί συχνά κεντρικό θέμα συζήτησης στις κοινωνίες μας, αλλά ο κοινωνικός πολιτισμός μας είναι βαθύτερα «σκαμμένος» από ότι εμπεριέχει ο παραπάνω όρος. Ο Έλληνας σήμερα είναι κακότροπος, μίζερος, καχύποπτος. Δεν έγινε. Δεν έπλασε η κρίση αυτές τις ιδιότητες, απλώς τις φανέρωσε καθώς ο νεοέλληνας ως λέξη προϋπήρχε αυτής.  Αυτός ο έλληνας, ο χωρίς ίχνος αισθητικής, που τζογάρει, που φτύνει, που αφήνει τα ίχνη του σε δημόσιους χώρους,  που δεν σχηματίζει προτεραιότητες, που φθονεί, που γνωρίζει το οτιδήποτε και ας μην το σπούδασε –πολλώ δε μάλλον και ας μην το απασχόλησε ποτέ, που θα λερώσει δίχως ποτέ να καθαρίσει, είναι η πραγματικότητα μιας χώρας, που ψάχνει να βρει εξαιρέσεις σε αυτή την απειροπληθή μάζα, ώστε να μπορέσει να μην τον κοιτά.

Στη χώρα των πολιτικών που ψεύδονται θα σταθεί πρώτος να τους κρίνει χυδαία ολιμερής και με την ίδια χυδαιότητα θα δηλώσει ψέμματα στην εφορία. Είναι εκείνος που θα αποφύγει να κάνει μια μικροδουλειά, ακόμα και για το ίδιο του το σπίτι. Είναι εκείνος που θα καπνίσει σε κλειστό χώρο και θα διαμαρτυρηθεί στον ίδιο χώρο, ότι ο πρόσφυγας θα αλλοιώσει τον πολιτισμό μας. Είναι εκείνος που δεν θα σεβαστεί το φανάρι, που θα καπνίσει κοντά σε μικρά παιδία, που τον απασχολούν τα κοσμικά... Είναι εκείνος που στέκεται δίπλα μας, μπροστά μας, πίσω μας... πολλές φορές ταυτίζεται στο άτομό μας. Δεν είναι ο «νεοέλληνας» που όλοι τινάζουν από πάνω τους, μα  λιθάρια του ελληνικού κοσμικού κράτους.

Καθώς οι νέοι έφευγαν και φεύγουν, χτίζοντας καινούργιες πραγματικότητες για τους ίδιους, στηρίζοντας με την πρόσθεσή τους στην κοινότητα του εξωτερικού, το ελληνικό στοιχείο, εκείνος ο έλληνας μένει εδώ, να παρασιτεί  στα όσα οι λίγοι που κοπιάζουν, του προσφέρουν. Όταν ο κόσμος αποχαιρετά μόνιμα την Ελλάδα προφέροντας συχνά την φράση «δεν αξίζει να μείνω», δεν αφήνει μονάχα την κρίση, αλλά και την ελληνική κοινωνική πραγματικότητα, που πλέον είναι δυσβάσταχτη και κοστίζει ακριβά, σε υπομονή, χαμόγελα, θέληση και πίστη. Μια πραγματικότητα  που χτίσαμε εμείς, με τα όσα τόσο καιρό κρύβαμε κάτω από το χαλί και τώρα βρίσκονται ενοχλητικά μπροστά μας, να ακούνε την αγανάκτησή μας, που... δεν μετακινούνται από μόνα τους.

Οι Έλληνες φεύγουμε, οι Έλληνες μένουμε, κουρασμένοι, αγανακτισμένοι, πλέον απαθείς και με τόσα άλλα επίθετα στους όμως μας, αλλά ίδιοι. Πεισματικά αυτές οι καταστάσεις μένουν ακλόνιτες εδώ και πολλά χρόνια, και στα ίδια χρόνια ο λαός μας μεταναστεύει διότι δεν του αξίζει να ιδρώνει τόσο για μια χώρα που δεν αγαπά τα παιδιά της ή ορθότερα, δεν ξέρει πια παιδιά της να αγαπήσει.

* ο είναι φοιτητής Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας, του Παντείου Πανεπιστημίου. Στα πλαίσια του προγράμματος Erasmus, βρέθηκε για έξι μήνες στην Κωνσταντινούπολη.