Abstract

Το παίδεμα με τη γλώσσα

Το παίδεμα με την γλώσσα -και δη την ελληνική- μπορεί να το ψηλαφίσει ως πραγματικότητα ο καθένας μέσα στην ελληνική ιστορία.

γράφει ο Νίκος Κορωναίος*

Πλήθος τα παραδείγματα που προσφέρουν κατατοπιστικό περίγραμμα της αντίληψης των ομιλούντων περί αυτής αλλά και την δυναμική επιρροή της μέσα στην ιστορία των συμβόλων,που συνοψίστηκε από έναν από τους αναρίθμητους εραστές της (καν’τε μου την χάρη και κρατήστε το «εραστής»,βοηθάει στην συνέχεια):

«Είμαστε οι μόνοι σ' ολόκληρη την Ευρώπη που έχουμε το προνόμιο να λέμε τον ουρανό “ουρανό” και τη θάλασσα “θάλασσα” όπως την έλεγαν ο Όμηρος και ο Πλάτωνας πριν δυόμισι χιλιάδες χρόνια».

Φυσικά οι απαιτητικότεροι αναγνώστες του κειμένου αυτού ίσως θα έμεναν μετέωροι με αυτήν την φράση του Ελύτη, πιθανώς επειδή δε προσφέρει σαφή προσδιορισμό των αιτιών που καθιστούν προνόμιο το γεγονός ότι η λέξη «ουρανός» και «θάλασσα» προφέρεται (με ηχητικές παραλλαγές) δυόμισι χιλιάδες χρόνια. Αλήθεια, γιατί ένας άνθρωπος όπως ο Ελύτης, που πέρασε την ζωή του «κλεισμένος σε 50 τετραγωνικά παλεύοντας με τη γλώσσα», επιτέλους δεν το εξηγεί σε εμάς που αποτελούμε την ευρεία ά-σχημη (ασχημάτιστη) και ατροφική γλωσσικά μάζα, μιλώντας τη γλώσσα που μας αρέσει να ακούμε, την «επιστημονική», την στυγνά «αιτιοκρατική», αυτή δηλαδή που διδαχθήκαμε λίγο πολύ στο σχολείο (και που δεν έχει σχέση με επιστήμη), παραιτημένοι από κάθε δυνατότητα να επιτρέψουμε στον εαυτό μας να γνωρίσει και άλλου είδους «συμβολική» (όπως αυτή που προσφέρει η τέχνη) και να ασχοληθεί με την περιπετειώδη έρευνα της νοηματοδότησης της ζωής που προδίδεται μέσα από το έργο του εκάστοτε δημιουργού; (Αλήθεια,μας απασχολεί το γεγονός ότι κάθε καλλιτεχνική δημιουργία εικονίζει, λίγο έως πολύ, φανερά ή πιο κρυφά, την αντίληψη του δημιουργού για τον άνθρωπο, το νόημα της παρουσίας του στον κόσμο, έμμεσα δηλαδή την στάση του απέναντι στον θάνατο; Ότι η τέχνη είναι διαφορετική γλώσσα να περιγράψει κανείς την πραγματικότητα; Ίσως όμως αυτά είναι υπερβολικές απαιτήσεις σήμερα που «ο κόσμος καίγεται»).

Ο Ελύτης, όπως και κάθε καλλιεργημένος άνθρωπος (όχι απαραίτητα «σπουδαγμένος»), μέσα από την εκφραστική οδό που επιλέγει, τολμά να εκθέσει τον εαυτό του ως «εραστή» της γλώσσας, υιοθετώντας δηλαδή την μοναδικώς αναγκαία «ιδιότητα» που χρειάζεται κάποιος σήμερα στην Ελλάδα για να προταστευτεί από την γλωσσική καταστροφή που βιώνουμε. Αλλιώς να υπερασπίσει τι και γιατί; Γιατί να σωθεί η ελληνική γλώσσα; Για να αντισταθούμε γλωσσικά στην σαρωτική παγκοσμιοποίηση (ενώ σε όλα τα επίπεδα -οικονομία, τέχνη, πολιτική- έχουμε υποκύψει) έτσι από πείσμα; Για να μην είμαστε όλοι «ίδιοι» (σήμερα που μόνο την ενδυμασία να εξετάσει κανείς, καταλαβαίνει εύκολα πως οι διακρίσεις υποβιβάζονται στην βάση αμιγώς οικονομικών κριτηρίων που χωρίζουν οικονομικά εύρωστους από οικονομικά ασθενείς, χωρίς την παραμικρή υποψία ότι η ενδυμασία λειτουργεί και εκείνη στην οικοδόμιση ενός «προσωπικού ιδιωματισμού», ενταγμένου ομαλά στην απεικόνιση ενός συνολικού πολιτισμού πάνω στην ύλη,το ύφασμα);

Οι τυχόν στέρεες απαντήσεις θα έχουν μάλλον ερωτικές προϋποθέσεις. Εικονογραφώντας, δεν είναι δυνατόν να υπερασπιστεί κανείς  την ελληνική γλώσσα αν δεν έχει αγαπήσει την απεριόριστη δυνατότητα γλωσσικών συνθέσεων που προσφέρει, τον εκφραστικό πλουραλισμό της που την συνδέει άμεσα με την σκέψη. Πολύ συγκεκριμένα: Μαθαίνοντας κάποιος την λέξη «επιθυμία» όπως μαθαίνει την λέξη «desire», δηλαδή απλώς και μόνο απομνημονεύοντάς την και συνηθίζοντας στην διατύπωσή της στον καθημερινό λόγο,χάνει την δυνατότητα να στοχαστεί πάνω στην λέξη (γλώσσα): Να καταλάβει ότι αποτελείται από συνθετικά (επι-θυμός) και να αρχίσει να εργάζεται αντικαθιστώντας τα με άλλα και αναδημιουργώντας σημασίες και λέξεις, δηλαδή  να ανακαλύπτει και να οικειοποιείται την γλώσσα, βεβαιώνοντας βαθμιαία τον εαυτό του ότι η απομνημόνευση (παρα την αδιαμφισβήτητη σημασία της για την εγκεφαλική ανάπτυξη) δεν είναι μονόδρομος για την γνώση-γνωριμία ενός «κόσμου», ειδικά αν δεν επέμβει η κριτική επεξεργασία, η δοκιμή, η δημιουργική σκέψη (η «κατασκευή» που λέει και ο Μπαμπινιώτης).

Πώς είναι δυνατόν να δεχθεί ένας εραστής του κόσμου της ελληνικής γλώσσας, την εργαλειακή της υποβάθμιση (την τερατωδώς ειλημμένη απόφαση να πλεονάσουν οι συνταγές μαγειρικής, ή οι οδηγίες χρήσης του κλιματιστικού στα βιβλία των μικρών Ελλήνων μαθητών, απουσία πληθώρας ελληνικών κειμένων έμπρακτα αναγνωρισμένων ως κορυφαίων καταθέσεων του παγκοσμίου γραπτού λόγου), όταν έχει επιτρέψει στον εαυτό του να υποψιαστεί ότι η γλώσσα δεν είναι μονάχα αντικείμενο της  χρηστικής εργαλειοθήκης του ενός που xρησιμοποιείται για την επικοινωνία με τους άλλους ή για την διατύπωση οδηγιών (μαγειρικής-μηχανικών κατασκευών), αλλά και φορέας πολιτισμού; Αλήθεια, συνειδητοποίησαν οι συγγραφείς των περιβόητων σχολικών βιβλίων ότι όταν προφέρουν την λέξη «αλήθεια», παραπέμπουν ετυμολογικά στην «αποκάλυψη» (την μη απόκρυψη-λήθη) εγκεντριζόμενοι ασυνείδητα σε μία ολόκληρη γνωσιοθεωρητική στάση που γεννήθηκε και άνθισε στον τόπο αυτό (από τον αρχαίο κόσμο μέχρι τους Έλληνες πατέρες της εκκλησίας) κατά την οποία η αλήθεια δεν κατακτάται στην πληρότητά της νοητικά, αλλά αποκαλύπτεται (όχι με υπερφυσικό βέβαια τρόπο, με κάποιον «μαγικό φωτισμό», αλλά όταν η ίδια κληθεί σε σχέση-γνωριμία από τον ερωτώμενο) και άρα ο αναζητητής μπορεί να την γνωρίσει μονάχα σχετιζόμενος (με τον κόσμο, τα πράγματα, τους ανθρώπους κλπ); Αυτή η στάση βέβαια τρύπωσε και στην καθημερινή ζωή/πρακτική άρα και στην γλώσσα, οπότε οι μη ειδικοί που δεν την μελετούμε επιστημονικά ίσως την έχουμε γευτεί εμπειρικά (άσχετα αν το έχουμε καταλάβει ή όχι). Πώς είναι δυνατόν  κανείς να διδάσκει τέτοια γλώσσα με συνταγές μαγειρικής, αγνοώντας αντίστοιχες πτυχές της; Είναι δυνατόν, αν δεν έχει γίνει εραστής της.

Πώς δεν μεθάει ο εραστής της γλώσσας όταν εντοπίσει πως τα εκφραστικά μονοπάτια που προσφέρει αυτή η γλώσσα,η κλήση για δημιουργική επαφή μαζί της σε συνδυασμό με την «ακομπλεξάριστη» ανοιχτωσιά της, της χαρίζουν το προτέρημα να αφομοιώνει δημιουργικά, ξένα στοιχεία για να εκφράσει αυτό που την ενδιαφέρει; Πώς είναι δυνατόν με λίγα λόγια η ελληνική ποίηση να μπορεί να εκφράσει παραδείγματος χάριν την διαχρονικά σωσμένη ελληνική αντίληψη περι «ιερού» εντάσσοντας ομαλά τον (ξένο καθ’όλα) υπερρεαλισμό στην στιχουργική (Ελύτης) και να διακρίνεται αισθητά στην παγκόσμια κοινή γνώμη; Η ίδια έκπληξη και ως προς το ελληνικό λεξιλόγιο που αγκάλιασε τα ξένα στοιχεία, η αφομοιωτική του ισχύς ως τεκμήριο δημιουργικότητας και άρα εγγύηση ιστορικής παρουσίας.

Ή  αυτά και άλλα τόσα ή άλλα λόγια να αγαπιόμαστε. Το παίδεμα με την γλώσσα είναι μία πορεία ανοιχτή προς τον καθένα (άσχετα αν δε φωτίζεται από την πολιτική «ηγεσία»). Πορεία σίγουρα καρποφόρα, και σήμερα μόνο η ικανοποίηση στο πρόσωπο του αναζητητή μοιάζει να μπορεί να πείσει και άλλους να την περπατήσουν. Σχηματικά: Mέ έναν ανέραστο γλωσσικά δάσκαλο αλλά έναν γλωσσικά εραστή γονιό (ή το αντίστροφο), μπορεί και στο μικρό παιδί να δημιουργηθεί κάτι, ο ποιοτικός «ψυχικός χώρος» μέσα στον οποίο θα καλλιεργηθεί πρωτίστως η αγάπη για την γλώσσα. Η μοντέρνα γλωσσολογία μας βεβαιώνει ότι η γλώσσική συμπεριφορά «αναδύεται» (Εarly Εmergent Literacy) αναλογικά με τα περιβάλλοντα στα οποία μεγαλώνει ο άνθρωπος της βρεφικής-πρώτης παιδικής ηλικίας. Ο άνθρωπος εισέρχεται δηλαδή στην γλώσσα όπως εισέρχεται στην ζωή-μιμούμενος και αβίαστα. Έτσι και στην αγάπη για την γλώσσα, προσθέτουμε εμείς. 

* Ο Νίκος Κορωναίος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1993 και μεγάλωσε στον Πειραιά. Σπούδασε Παιδαγωγικά στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και εργάστηκε περιστασιακά σε σχολεία ως δάσκαλος και σε θέατρα ως μουσικός. Από το ευρύ φάσμα που προσφέρει η Παιδαγωγική ως χώρος, επικεντρώθηκε στην  Διδακτική.