Opinion

Δόλος ή αυταπάτη; Οι ερμηνείες για την μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ

Το 2012, η εντυπωσιακή άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ στο πολιτικό προσκήνιο προκάλεσε ιστορικές ανακατατάξεις στο ελληνικό κομματικό σύστημα.

Οι διπλές εκλογές του 2012 σήμαναν το τέλος του  παραδοσιακού δικομματισμού και εδραίωσαν την νέα διαιρετική τομή «Μνημόνιο-Αντιμνημόνιο» που διέπει το πολιτικό γίγνεσθαι της Ελλάδας.

Αξίζει να μνημονευθεί, ότι τον Μάιο του 2012, τα ποσοστά των παραδοσιακών κομμάτων εξουσίας δεν υπερέβησαν αθροιστικά το ποσοστό 31%.

Έκτοτε, ο ΣΥΡΙΖΑ, υιοθέτησε πλήρως την αντιμνημονιακή γραμμή τόσο σε επίπεδο προγραμματικού πολιτικού λόγου, όσο και σε επίπεδο πολιτικής ρητορικής.

Κατόρθωσε να συσσωρεύσει την ήδη εκπεφρασμένη, από τις εκλογές του 2012, οργή-αγανάκτηση του ελληνικού λαού ενάντια στα παραδοσιακά κόμματα εξουσίας και στα μέτρα λιτότητας, δημιουργώντας σημαντικά ρεύματα υποστήριξης του στην ελληνική κοινωνία.

Τον Σεπτέμβριο του 2014, κατά την παρουσίαση του  προγράμματος της Θεσσαλονίκης, ο Αλέξης Τσίπρας είπε τα εξής: «To μνημόνιο θα είναι άκυρο από το πρώτο βράδυ της εκλογικής μας νίκης».

Το κύμα υποστήριξης της κοινωνίας προς τον ΣΥΡΙΖΑ, αποτυπώθηκε στις εκλογές της 25ης Ιανουαρίου του 2015, οι οποίες ανέδειξαν τον ΣΥΡΙΖΑ στην κυβερνητική εξουσία. Όμως, δεδομένης της αποχής του 50% του εκλογικού σώματος, αλλά και της αντιδραστικής ψήφου, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είχε δημιουργήσει βαθιά ερείσματα στην ελληνική κοινωνία.

Η  «Πρώτη φορά αριστερά» γέννησε ελπίδες και προσδοκίες τόσο στο εσωτερικό, όσο και στο εξωτερικό της χώρας, οι οποίες έμελλε να διαψευστούν με τον πιο απεχθή τρόπο στις 13/7/2015, ημερομηνία της τρίτης δανειακής σύμβασης (μνημονίου) με την υπογραφή της αριστερής  «αντιμνημονιακής κυβέρνησης».

Η λαϊκή ετυμηγορία του δημοψηφίσματος, προδήλως απορριπτική σε συμφωνία με υφεσιακά μέτρα, δεν έγινε σεβαστή. Είχαν προηγηθεί πέντε μήνες αδιέξοδων και ανεπιτυχών διαπραγματεύσεων, κατά τους οποίους εξαντλήθηκαν τα ταμειακά αποθεματικά του Δημοσίου, κατέρρευσε το ελληνικό τραπεζικό σύστημα και επιβλήθηκαν capital controls. Η ανακολουθία λόγων-έργων, η απόκλιση από τις ιδεολογικές αρχές της ριζοσπαστικής Αριστεράς και η αυτοαναίρεση του ΣΥΡΙΖΑ ήταν πλέον γεγονός.

Βρισκόμαστε στο Σεπτέμβριο του 2016 και η  «αριστερά» εφαρμόζει υπό επαχθείς και δυσμενείς όρους την τρίτη δανειακή σύμβαση, διατηρώντας την ανακολουθία λόγων-έργων και την καλλιέργεια ψευδαισθήσεων πως μέσα από τον δρόμο της περικοπής εισοδημάτων και της υπερφορολόγησης θα επέλθει οικονομική ανάπτυξη.

Τούτο συνιστά μια ακόμα αυτοαναίρεση του Τσίπρα και των ιθυνόντων της Κουμουνδούρου, οι οποίοι επί πέντε χρόνια διερρήγνυαν τα ιμάτια τους για την συγκεκριμένη επιλογή στρατηγικής εξόδου της χώρας από το καθεστώς αναγκαστικού δανεισμού.

Η απορία που ταλανίζει τους Έλληνες πολίτες είναι η εξής: Η αυτοαναίρεση, ανακολουθία λόγων-έργων ήταν προϊόν της άγνοιας κινδύνου, της αφέλειας, της αυταπάτης, κατά τον ισχυρισμό του Α.Τσίπρα;

Ή μήπως προϊόν της εξουσιομανίας που διακατείχε τον πρωθυπουργό και τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ. Με δεδομένες τις ιδεολογικές καταβολές (Νεομαρξισμός, Τροτσκισμός κτλ) του/της καθενός/καθεμιάς ξεχωριστά, η τωρινή στάση συγκρούεται με την ίδια τους την συνείδηση.

Οι ερμηνείες για την μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ ποικίλουν. Ας δούμε τις  επικρατέστερες σύμφωνα με τις αναλύσεις της Πολιτικής Επιστήμης.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, ως πολιτικό υποκείμενο της Ριζοσπαστικής Αριστεράς παρουσιάζει το ίδιον του χώρου: την συστέγαση ποικίλων και αντικρουόμενων ιδεολογικών τάσεων και ως εκ τούτου χαρακτηρίζεται από εσωτερικές εντάσεις και διαφωνίες. Η αδυναμία συγκρότησης ενιαίας γραμμής μεταφέρθηκε, στην περίπτωση ΣΥΡΙΖΑ, και σε κυβερνητικό επίπεδο, με αποτέλεσμα το σημερινό αδιέξοδο. Σύμφωνα με την εν λόγω ερμηνεία, τα πολυσυλλεκτικά κόμματα της Ριζοσπαστικής Αριστεράς θα οδηγηθούν στην συγκρότηση ενός αντι-συμβατικού σοσιαλδημοκρατικού ιδεολογικοπολιτικού προφίλ. Η αντι-συμβατική σοσιαλδημοκρατία διαφέρει κατά το ότι διατηρεί σταθερές τις αξίες του κεϋνσιανισμού και την επικριτική στάση στην ΕΕ. Εν αντιθέσει, η κλασσική σοσιαλδημοκρατία αφομοιώνει τον νεοφιλελευθερισμό και τηρεί επιεικέστερη στάση σε σχέση με το ευρωπαϊκό οικοδόμημα.

Με βάση την παραπάνω εκδοχή, η μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ νοείται ως φυσικό επακόλουθο της μετεξέλιξης των κομμάτων της Ριζοσπαστικής Αριστεράς. Θα μπορούσε να λεχθεί πως η μετεξέλιξη του ΣΥΡΙΖΑ σε ένα κόμμα εγγύτερο στην σοσιαλδημοκρατία πέρασε μέσα από τους πρώτους μήνες διακυβέρνησης , κατά τους οποίους επήλθε η διάσπαση και συνάμα η αλλαγή πλεύσης προς τον  «πολιτικό ρεαλισμό ».

Η δεύτερη ερμηνεία προτάσσει ως αφετηριακή αναλυτική αρχή, το τέλος των ιστορικών κύκλων των δύο μεγάλων ιδεολογιών που γέννησε ο Διαφωτισμός, του σοσιαλισμού και του φιλελευθερισμού, παραδοσιακού και νεοφιλελεύθερου. Ο πρώτος έκλεισε τον ιστορικό του κύκλο με την πτώση του τείχους του Βερολίνου, ενώ το νεοφιλελεύθερο μοντέλο διέρχεται μια μεταβατική φάση κρίσης από το 2008, γεγονός που προκάλεσε τον κρατικό παρεμβατισμό, με σκοπό την διάσωση της οικονομίας από την ολική καταστροφή. Το νεοφιλελεύθερο μοντέλο, όμως, εξακολουθεί να κυριαρχεί. Η πολιτική ως φαινόμενο δομείται με όρους εξουσίας , αυτονομείται από την κοινωνία και υπηρετεί τον σκοπό των διεθνών αγορών. Κατ’ αυτήν την ερμηνεία, ο ΣΥΡΙΖΑ λειτούργησε ως ο  «ιδανικός υπηρέτης των διεθνών κεφαλαιαγορών », έχοντας ως προκάλυμμα την  «δήθεν κοινωνική ευαισθησία», πίσω από το οποίο έκρυβε επιμελώς το αντι-κοινωνικό του πρόσωπο. Εν ολίγοις, η Συριζαία Αριστερά μετατράπηκε σε Νέα Δεξιά, συνδυάζοντας νεοφιλελεύθερες πολιτικές με κρατικισμό(διορισμούς κομματικών στελεχών) αίσχιστου είδους, προκειμένου να διασφαλίσει την κομματική πελατεία.

Η τρίτη και τελευταία ερμηνεία συνδέεται άρρηκτα με την προηγούμενη, κατά το ότι ο ΣΥΡΙΖΑ αποτέλεσε άξιο διάδοχο της φαυλοκρατίας που δηλητηρίασε τον ελληνικό πολιτικό βίο, καθ’ όλη την διάρκεια της μεταπολίτευσης. Εντούτοις, η αιτία της μετάλλαξης του ΣΥΡΙΖΑ συσχετίζεται άμεσα με την ολιγαρχική φύση του ελληνικού πολιτικού συστήματος, στο οποίο την πολιτική κυριαρχία κατέχει η κομματοκρατία. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν επέδειξε βούληση να μεταρρυθμίσει την πολιτεία και την σχέση-κοινωνίας πολιτικής, κάτι το οποίο άλλωστε διεφάνη από την ίδια την κομματική του δομή. Το άνοιγμα στην κοινωνία ήταν προσχηματικό, καθώς η ατζέντα και η κομματική γραμμή ορίζονταν αυστηρά από τον στενό πυρήνα της ηγεσίας.

Εν κατακλείδι, η κυβερνητική πρακτική του ΣΥΡΙΖΑ τείνει να δικαιώσει ηθικοπολιτικά τον  «παλαιοκομματισμό », κάτι το οποίο θα μείνει ασυγχώρητο στην συνείδηση των υγιών δυνάμεων της κοινωνίας και ιδίως της γενιάς μου. Εάν κάποια πολιτική δύναμη δεν επιδείξει βούληση για την αντιμετώπιση των αιτιών της κρίσης, ευρισκόμενη στην κυβερνητική εξουσία, θα αναπαράγει τις ίδιες πολιτικές.

* ο είναι Πολιτικός Επιστήμονας, απόφοιτος του τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου Αθηνών