Συνεντεύξεις

Λευτέρης Παπακώστας: "Όλες οι επιλογές έχουν ένα κόστος”

Ο Λευτέρης Παπακώστας από το 2008 συμμετέχει σε επαγγελματικές παραστάσεις και από το 2013 σκηνοθετεί, με τελευταία του δουλειά, ως ηθοποιός το Τερεζίν και ως σκηνοθέτης το Bonnie & Clyde. Αν και αναγνωρίζει τη σημασία που έχουν οι προσωπικές μας επιλογές και οι συνέπειές τους, τολμάει να διεκδικήσει κάτι διαφορετικό που να τον εκφράζει και δεν συμβιβάζεται εύκολα.  Σίγουρα ένας τέτοιος άνθρωπος μας κάνει να ανυπομονούμε να δούμε που θα τον οδηγήσει το ελεύθερο πνεύμα του!

Μαρία Μαρίνη: Από το 2008 συμμετέχεις σε επαγγελματικές παραστάσεις. Τι ήταν αυτό που σε τράβηξε στην υποκριτική;

Λευτέρης Παπακώστας: Το 2008 αποφάσισα ότι δεν μου άρεσε η ζωή που ανοιγόταν μπροστά μου, διότι είχα μόλις τελειώσει ΤΕΙ λογιστικής και αυτό ήταν κάτι με το οποίο δεν ήθελα να ασχοληθώ. Βρισκόμουν σε μια διαδικασία που ουσιαστικά έψαχνα τι να κάνω σ’ αυτή την ζωή. Τότε, πέρασα από ένα εργαστήρι υποκριτικής, επειδή πάντα μου άρεσε η υποκριτική, αν και δεν είχα πει ούτε ένα ποίημα στο σχολείο. Αυτό που με ενθουσίαζε πάντα είναι ότι μπαίνεις σε μια συνθήκη που σου προτείνεται, που είναι ξένη από σένα, και μέσα από αυτήν προσπαθείς να βρεις το δικό σου κομμάτι. Ουσιαστικά, μέσα στο εργαστήρι συνειδητοποίησα ότι αυτό το πράγμα με τροφοδοτεί και περνάω πολύ ευχάριστα που για μένα αυτό είναι το ιδανικό.

Μ.Μ.: Με το δεδομένο ότι έχεις κάνει κάποιες δουλειές ως σκηνοθέτης, θεωρείς ότι σε βοηθάει αυτό όταν καλείσαι να υποδυθείς έναν ρόλο γιατί αντιλαμβάνεσαι καλύτερα το σύνολο της παράστασης στην οποία θα συμμετάσχεις ή δεν σε επηρεάζει καθόλου;

Λ.Π.: Προσωπικά με βοηθάει πολύ! Είναι η δεύτερη σκηνοθεσία που κάνω, με πρώτη το 2015 που σκηνοθέτησα το Σκυλόψαρο, της ομάδας «Ιπτάμενοι Άνθρωποι». Μπορεί για άλλα άτομα να μην ισχύει, εμένα πάντως με βοηθάει να αντιλαμβάνομαι τα πράγματα ακόμα πιο σφαιρικά. Από την στιγμή που το Θέατρο δεν είναι μια ατομική τέχνη και απαιτείται η συνεργασία με πολλούς ανθρώπους, το ζητούμενο είναι να παίξουμε όλοι την ίδια παράσταση. Αυτό δεν είναι σίγουρο ότι θα γίνει, αν εγώ συγκεντρωθώ μόνο στον ρόλο μου χωρίς να με απασχολεί τίποτα άλλο. Βλέποντας, όμως, και τα κομμάτια που έχουν αναλάβει οι υπόλοιποι συντελεστές της παράστασης, μπορείς να συνεργαστείς καλύτερα μαζί τους.

Μ.Μ.: Πες μας λίγο για την παράσταση Τερεζίν στην οποία συμμετέχεις φέτος.

Λ.Π.: Η Τερεζίν είναι μια πόλη γκέτο του 1940 που την χρησιμοποιούσαν οι Γερμανοί ως βιτρίνα. Είχαν μαζέψει όλους τους καλλιτέχνες και προσπαθούσαν να πείσουν τον κόσμο ότι ζούσαν καλά και παράγουν έργο. Πέρα από το γεγονός, όμως, ότι δεν έκαναν ελεύθερη τέχνη, αλλά στρατευμένη, ζούσαν και σε άθλιες συνθήκες. Τα γεγονότα της παράστασης, διαδραματίζονται με αφορμή μια παράσταση που ήθελαν να κάνουν οι Γερμανοί για να δείξουν στον Ερυθρό Σταυρό ότι η Τερεζίν λειτουργεί σαν πόλη που μένουν οι άνθρωποι και όχι σαν στρατόπεδα συγκέντρωσης. Η ροή της ιστορίας φαίνεται από την στιγμή που παίρνουν την απόφαση να γίνει βιτρίνα αυτή η πόλη, τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι καλλιτέχνες, το όνειρο του κάθε ανθρώπου που θέλει να δει αν η τέχνη του μπορεί να τον οδηγήσει κάπου και αν η τέχνη υπερβαίνει τον θάνατο. Πρόκειται για ένα έργο λίγο βαρύ, που όμως πάντα υπάρχει κάτι να το «σπάει». Ενώ σου δείχνει την δυναμική ροή της παράστασης ξέρεις ότι πριν από αυτήν έχουν βιώσει πολύ δύσκολα πράγματα, στην συνέχεια οι ήρωες θυμούνται πράγματα που έγιναν στην προηγούμενη πρόβα και γελούν και γενικά το έργο έχει αρκετές εναλλαγές για να μην «κουράζει» τον θεατή, από την στιγμή που το θέμα του είναι ήδη «βαρύ».

12666392_931305686953013_350703067_n

Μ.Μ.: Ποιος από τους ρόλους που έχεις υποδυθεί μέχρι τώρα θεωρείς ότι σε αντιπροσωπεύει περισσότερο;

Λ.Π.: Παρόλο που το 2008 ακούγεται μακριά, δεν είναι τόσοι πολλοί για να πω ότι ήταν ένας συγκεκριμένος που με αντιπροσωπεύει. Ωστόσο, σε καθέναν από αυτούς υπάρχουν στοιχεία τα οποία είναι δικά μου και τα αγγίζω. Αν έπρεπε να διαλέξω έναν, θα έλεγα την προηγούμενη δουλειά μου, τις Άγριες Νότες, με την οποία μπόρεσα να συνδεθώ ακόμα περισσότερο καθώς ήταν ένα πολιτικό κείμενο. Πραγματευόταν μια κατάσταση εγκλεισμού, σχέσεις εξουσιαστή- εξουσιαζόμενου, θέματα, τα οποία με αγγίζουν σε όλο το φάσμα τους. Πρωτίστως, λοιπόν, με ενδιαφέρει το θέμα της παράστασης και όχι τόσο ο ρόλος που μπορώ να ενσαρκώσω.

12674669_931303140286601_1342386037_n

Μ.Μ.: Με αυτή την έννοια, φαντάζομαι, δεν έχεις στο μυαλό σου να ενσαρκώσεις κάποιον συγκεκριμένο ρόλο, αλλά, ίσως, κάποιο συγκεκριμένο έργο. Ποιο θα ήθελες να είναι αυτό;

Λ.Π.: Η Αντιγόνη είναι ένα καταπληκτικό έργο για μένα, γιατί θέτει στον πυρήνα του το ζητούμενο της προσωπικής επιλογής και το κόστος που αναλαμβάνει κάποιος για αυτήν. Γενικά, και στο θέατρο και στην προσωπική μου ζωή θεωρώ ότι όλα έχουν να κάνουν με τις επιλογές που κάνουμε. Από το που θα πας σήμερα το πρωί, μέχρι με ποιον άνθρωπο θα είσαι για τα επόμενα πενήντα χρόνια της ζωής σου ή τι δουλειά θα κάνεις, όλα είναι επιλογές που έχουν ένα κόστος!

Μ.Μ.: Φαίνεται ξεκάθαρα στο Bonnie & Clyde η σημασία που δίνεις στην προσωπική επιλογή. Τι ήταν αυτό που σε έκανε να επιλέξεις το συγκεκριμένο έργο και όχι κάποιο άλλο;

Λ.Π.: Αυτή η δουλειά έγινε εντελώς τυχαία. Τυχαία αλλά ωραία! Ο Γιώργος Αδαμαντιάδης (o Clyde), με τον οποίο είχαμε συνεργαστεί πέρσι στον Ιούλιο Καίσαρα του Σαίξπηρ, μου έδωσε το κείμενο των Bonnie & Clyde, το διάβασα και μετά συζητήσαμε για το έργο. Μου άρεσε η ιστορία και οι συναισθηματικές μεταπτώσεις που περνούν  οι ήρωες, για μένα όμως το πιο σημαντικό, είναι οι επιλογές που έχουν κάνει οι ήρωες στην ζωή τους πριν τους βρούμε εμείς στην ροή του έργου και οι επιλογές που θα αφήσουν μετά για εμάς. Οι συνειδητές και ασυνείδητες επιλογές τους, εξαιτίας των οποίων δεν μπορούν να γυρίσουν πίσω, και τους οδήγησαν στο παρόν θέτοντας κάποιους προβληματισμούς γι’ αυτούς που πραγματικά «βλέπουν» και δεν παρακολουθούν απλά την παράσταση. Προβληματισμούς, που έχουν να κάνουν με τις αποφάσεις που καλείται ο καθένας από εμάς να πάρει στη ζωή του, όχι όμως τις μαξιμαλιστικές, τύπου «τι θα κάνω στην ζωή μου», αλλά της επόμενης μέρας, η επιλογή του «τώρα». Αυτό φαίνεται και από την δομή της παράστασης, στα σημεία που οι ήρωες μιλούν απευθείας στο κοινό και είναι σαν να σχολιάζουν αυτό το οποίο συμβαίνει, βοηθώντας μας, ταυτόχρονα, να κατανοήσουμε ότι οι επιλογές των ηρώων, τους έφεραν εκεί που βρίσκονται. Ωραία η ιστορία, ωραίοι οι χαρακτήρες αλλά για μένα το ζητούμενο είναι το κοινωνικοπολιτικό περίβλημα που επηρεάζει τις επιλογές τους.

Μ.Μ.: Ο τρόπος που προσεγγίζεις το έργο έχει πολύ ενδιαφέρον γιατί μέσα από το love story των πρωταγωνιστών αναδεικνύονται πολλά θέματα που αφορούν όλους μας, όπως για παράδειγμα, η σχέση μας με το σύστημα, την αστυνομία, το κράτος αλλά και το American dream- το οποίο βλέπουμε ξεκάθαρα στην Bonnie. Πόσο εύκολο ήταν το εγχείρημά σου να μετατρέψεις μια απλή ιστορία αγάπης δύο κακοποιών σε μια παράσταση με τέτοια κοινωνικοπολιτικά μηνύματα;

Λ.Π.: Από την αρχή είχα στο μυαλό μου ότι αυτά τα δύο παιδιά, γιατί είναι 24 και 25 χρονών αντίστοιχα, πέρασαν πάρα πολλά πράγματα και πολύ σύντομα και δεν μπόρεσαν να κάνουν ποτέ αυτό το οποίο ήθελαν, γιατί προφανώς δεν ήθελαν να γίνουν ούτε δολοφόνοι, ούτε ληστές τραπεζών. Έχοντας στον πυρήνα της σκέψης μου ότι οι συνθήκες και η οικονομική κατάσταση της Αμερικής το 1930, απότοκο του κραχ του 1929, τους έφτιαξε ένα περιβάλλον αυτοεγκλωβιστικό και τους οδήγησε να κάνουν αυτό που είναι. Τα αποτυχημένα όνειρα τους  πολλαπλασιάζονται, δεν έχουν χρήματα για να συντηρηθούν, αναφερόμαστε την περίοδο της ποτοαπαγόρευσης, έτσι, αναδεικνύοντας αυτά τα δεδομένα το love story παίρνει άλλη χροιά.

M.M. Μέσα στο έργο καταφέρνεις να αναδείξεις τα χαρακτηριστικά της Bonnie μέσα από τα λεγόμενα του Clyde και το αντίστροφο, σκιαγραφώντας την διαφορετικότητα τους, ενώ το να μιλήσει η  Bonnie για τον εαυτό της και ο Clyde το ίδιο θα ήταν πιο απλό και εύλογο. Γιατί επιλέγεις αυτή την προσέγγιση;

Λ.Π.: Έχοντας στο νου μου το ιστορικό δεδομένο ότι αυτοί οι άνθρωποι πέρασαν τα τελευταία δύο χρόνια της ζωής τους εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο μαζί, ζούσαν σε ένα αμάξι και πήγαιναν από πολιτεία σε πολιτεία, σημαίνει ότι αυτοί οι δύο άνθρωποι ήξεραν ο ένας τον άλλον καλύτερα από τον ίδιο τους τον εαυτό, γιατί δεν είχαν καμία στιγμή μοναξιάς. Έπρεπε να περάσουν από όλα τα φάσματα της σχέσης τους για να καταλάβουμε τι σημαίνει ο ένας για τον άλλον. Η μεταξύ τους σχέση είναι αρκετά ιδιαίτερη και σε αρκετές περιπτώσεις συμπεριφέρεται άσχημα ο ένας στον άλλον. Όταν, όμως, είναι μόνοι τους, επειδή βρίσκουν στιγμές ηρεμίας, μιλούν πραγματικά για το τι θέλουν ο ένας από τον άλλο και σε αντίθεση με τα προβλήματα που είχαν λόγω αντικειμενικών δυσκολιών, που μαξιμάρουν την σχέση τους, στους μονολόγους φαίνονται τα πραγματικά αισθήματα που έχει ο ένας για τον άλλον.

Μ.Μ.: Θεωρείς ότι η αγάπη που τρέφει ο ένας για τον άλλο δικαιολογεί αυτά που έχουν κάνει αλλά και την συμπεριφορά που έχουν μεταξύ τους, ως ένα είδος κάθαρσης;

Λ.Π.: Βασικά το μόνο που το δικαιολογεί είναι η αγάπη τους. Γιατί συμπεριφέρονται πολύ άσχημα ο ένας στον άλλο γιατί αγαπάει ο ένας τον άλλον; Γιατί όταν αγαπάς τόσο έντονα έναν άνθρωπο συνήθως συμπεριφέρεσαι στα άκρα είτε άσχημα είτε όμορφα. Υπάρχουν στιγμές που συμπεριφέρονται πολύ όμορφα μεταξύ τους, όπως στην σκηνή του γάμου αλλά και στιγμές που συμπεριφέρονται πολύ άσχημα για ένα απλό περιστατικό φαγητού για παράδειγμα, γιατί με αφορμή τα μικρά καθημερινά προβλήματα έρχονται στην επιφάνεια στοιχεία του παρελθόντος της σχέσης τους.

Μ.Μ.: Γιατί στο τέλος του έργου παντρεύονται και αμέσως μετά πεθαίνουν; Είναι ένας συμβολισμός ότι ο γάμος σκοτώνει τον έρωτα;

Λ.Π.: Όχι, αυτό ήταν μια σκέψη που έχει να κάνει με το ιστορικό πλαίσιο. Οι Bonnie & Clyde ήθελαν μια κανονική ζωή, να παντρευτούν, να κάνουν οικογένεια και, μάλιστα, δημοσιογραφικά έλεγαν ότι η Bonnie ήταν τριών μηνών έγκυος πριν τους σκοτώσουν. Μπορεί να μην ίσχυε, αλλά ένιωσα την υποχρέωση απέναντι στους ήρωες. Στην πραγματικότητα, δεν παντρεύτηκαν ποτέ κι εγώ ένιωθα ότι είχα «χρέος» να τους παντρέψω και να τους δώσω μέσα από το έργο, κάτι που δεν κατάφεραν. Επίσης, ήθελα να προσθέσω μια νότα χαράς πριν το τραγικό τέλος τους- αφού τους γάζωσαν με 183 σφαίρες.

Μ.Μ.: Σε περίπτωση που σκηνοθετούσες κάποιο κλασικό έργο, θα άλλαζες για χάρη των ηρώων το τέλος, όπως με το Bonnie & Clyde, που μπορεί να πέθαναν αλλά πριν από αυτό παντρεύτηκαν;

Λ.Π.: Δεν ξέρω, είναι ανάλογα το έργο. Στην συγκεκριμένη περίπτωση που παντρεύτηκαν οι ήρωες, δεν έχει αλλάξει και πολύ η ιστορία γιατί ο τρόπος που έγινε δεν άλλαξε την έκβαση της ιστορίας. Γενικά, το αφήνω ανοιχτό ως ενδεχόμενο, αλλά 99% δεν θα το έκανα. Για μένα το θέατρο είναι ένα συνεχόμενο πείραμα. Πρέπει να δοκιμάζεις καινούργια πράγματα όχι με αυτοσκοπό το πείραμα, αλλά για να βρεις «κάτι». Μπορεί αυτό το «κάτι» να είναι κακό ή λάθος, μπορεί, όμως, να σε οδηγήσει σε κάτι ενδιαφέρον και διαφορετικό.

Μ.Μ.: Στο μεγαλύτερο μέρος του έργου ακούγεται ένα σαξόφωνο. Συμβολίζει κάτι;

Λ.Π.: Θα μπορούσα να επιλέξω έναν μουσικό να παίζει και να ακολουθεί το έργο και τους χαρακτήρες από μια γωνία δημιουργώντας ένα ωραίο μουσικό τοπίο. Επέλεξα, όμως, να βάλω τον ρόλο του σαξόφωνου δραματουργικά μέσα στο έργο, γιατί για μένα ουσιαστικά αυτός ο ρόλος είναι ο μύθος των Bonnie & Clyde. Όχι ο μύθος των δύο ληστών όμως, αλλά ο μύθος που θα ήθελαν, μάλλον, να αφήσουν μετά. Ας μην ξεχνάμε ότι ο Clyde έπαιζε σαξόφωνο και η Bonnie ήθελε να γίνει τραγουδίστρια, οπότε είχαν και οι δύο μεγάλη αγάπη για την μουσική. Το σαξόφωνο ακολουθείται από έναν χαρακτήρα, ο οποίος κατά την διάρκεια της παράστασης περνάει και ο ίδιος προσωπικά εμπόδια γι’ αυτό δεν πρόκειται για έναν απλό μουσικό, αλλά για έναν ηθοποιό που επικοινωνεί με το κοινό με την μουσικότητά του χωρίς να μιλάει. Ο ρόλος αυτός έχει προσωπικότητα και υπόσταση και περνάει πράγματα, όπως για παράδειγμα, στο τέλος αφήνει το ερώτημα αν θα καταφέρει να κρατήσει ή όχι τον μύθο ζωντανό. Επιπλέον, φωτίζει το συναισθηματικό φορτίο και των δύο, ενώ άλλες φορές πηγαίνει κόντρα μουσικά σε αυτό το οποίο συμβαίνει γιατί το σαξόφωνο αντιπροσωπεύει και τους δύο χαρακτήρες. Συνεπώς, αυτό που βγάζει το σαξόφωνο, είναι αυτό που μένει κι έτσι συνδέεται ο μύθος που επιβιώνει με την συναισθηματική στιγμή των δύο χαρακτήρων.

12596309_931303136953268_518476632_n

Μ.Μ.: Στο μέλλον θα ήθελες να ασχοληθείς με την τηλεόραση;

Λ.Π.: Το να σκηνοθετείς στον κινηματογράφο ή στην τηλεόραση είναι εντελώς διαφορετικό από το θέατρο κι επειδή έχουν διαφορετικά μέσα το θέατρο και διαφορετικά ο κινηματογράφος υπάρχει από πλευρά μου μια άγνοια των τεχνικών μέσων, αλλά είναι κάτι πολύ ωραίο και ο κινηματογράφος και η τηλεόραση για μένα. Γενικά η τηλεόραση είναι ένα περίεργο μέσο. Τα περισσότερα πράγματα που επιλέγει να δείχνει δεν έχουν έναν, ας πούμε, «ποιοτικό» χαρακτήρα κάτι που ξεκάθαρα σχετίζεται με το κέρδος, αλλά μπορείς να βρεις αξιόλογες σειρές κι εκπομπές. Δεν μπορείς να απορρίψεις ένα μέσο που έχει απήχηση γιατί όταν επιλέγει να κάνει μια αξιόλογη σειρά ή εκπομπή, έχει εξαιρετικό αποτέλεσμα.

Μ.Μ.: Σε ευχαριστώ πάρα πολύ για την συνέντευξη που μου παραχώρησες κι εύχομαι καλή συνέχεια σε ότι κάνεις!

Λ.Π.: Εγώ σ’ ευχαριστώ πολύ και καλή συνέχεια στο site σας! Επίσης, θα ήθελα να ευχαριστήσω πολύ τον Μάριο Ράμμο για τα κουστούμια και τα σκηνικά , τον Μάριο Τσάγκαρη για την ενορχήστρωση και την μουσική, τον Κώστα Παπαθεοδώρου για τον φωτισμό, τον Δημήτρη Λογοθέτη για την επιμέλεια και τον συντονισμό και φυσικά την Δώρα Δημητρίου που είναι βοηθός σκηνοθέτη.