Συνεντεύξεις

Ερρίκος Μηλιάρης: "Ο μεγάλος μου φόβος είναι να ζω μέσα στο ψέμα"

Errikos Miliaris Ερρίκος Μηλιάρης

Τόσο νέος, κι όμως τόσο ταλαντούχος! Ο Ερρίκος Μηλιάρης είναι μόλις 22 χρονών και παίζει στην θεατρική παράσταση ‘Φάουστ’ του Γκαίτε, στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά.  Απόφοιτος της Δραματικής Σχολής του Ωδείου Αθηνών, είναι η δεύτερη φορά που συνεργάζεται με την Κατερίνα Ευαγγελάτου καθώς συμμετείχε και στον ‘Ρήσο’ του Ευρυπίδη το καλοκαίρι που μας πέρασε στο αρχαίο Λύκειο του Αριστοτέλη στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών. Παράλληλα, έχει συμμετάσχει σε ταινίες μικρού μήκους μεταξύ των οποίων, το Spectrum του Δημήτρη Γκότση στα πλαίσια του φεστιβάλ Δράμας το 2014 και το Point Blank του Στέφανου Γκέκα. Ανατρεπτικός και απόλυτος, είναι πρόθυμος να δουλέψει πολύ σκληρά για να πετύχει το τέλειο και δεν μασάει τα λόγια του. Παθιασμένος με αυτό που κάνει, σίγουρα μια τόσο έντονη προσωπικότητα δεν αφήνει κανέναν ασυγκίνητο και δημιουργεί μεγάλες προσδοκίες για το μέλλον.

Μαρία Μαρίνη: Έχεις δηλώσει ότι η υποκριτική είναι μονόδρομος για σένα. Τι ήταν αυτό που σε έκανε να το αποφασίσεις;

Ερρίκος Μηλιάρης: Δεν ξέρω αν ήταν κάτι συγκεκριμένο. Θυμάμαι από μικρός έβλεπα τις κλασικές ελληνικές ταινίες που με έκαναν να γελάω και σκέφτηκα πως αυτό θέλω να κάνω. Μόλις το πήρα απόφαση, την επόμενη χρονιά ξεκίνησε στο σχολείο μου θεατρική ομάδα, στην οποία μπήκα αμέσως και ήμουν κάθε χρόνο, οπότε το είδα και στην πράξη από πολύ νωρίς και σιγουρεύτηκα πως αυτό ήθελα να ακολουθήσω.

Μ.Μ.: Τι είναι αυτό που σε εμπνέει στην υποκριτική σου; Το ίδιο το έργο ή επηρεάζεσαι από κάποια βιώματά σου;

Ε.Μ.: Και τα δύο. Διαβάζοντας το έργο βλέπω τα θέματα που αναδεικνύει ο εκάστοτε συγγραφέας, τα οποία έχω συναντήσει κι εγώ στην πορεία μου. Η θεωρητική βάση του σύγχρονου θεάτρου λέει ότι δεν θα αγγίξω εγώ τα λόγια του Τσέχωφ αλλά εκείνος τα έκλεψε από μένα. Είναι λόγια δικά μου και δεν έχει γράψει κάτι διαφορετικό από την στιγμή που ασχολείται με θέματα που αφορούν όλους μας. Με αυτή την έννοια, ουσιαστικά δεν υπάρχει ρόλος, τουλάχιστον έτσι όπως έχει στο νου του τον «ρόλο» ο μέσος άνθρωπος που δεν ασχολείται με το θέατρο. Πρόκειται για μια ψεύτικη έννοια.

Μ.Μ.: Τι είναι αυτό που φοβάσαι περισσότερο;

Ε.Μ.: Ο μεγάλος μου φόβος είναι να ζω μέσα στο ψέμα. Να νιώθω, δηλαδή, εγώ πως είμαι ψεύτικος και στην ζωή μου γενικότερα αλλά και στην τέχνη. Ακόμα και σε στιγμές να είναι, φοβάμαι να κάνω κάτι που το θεωρώ ψεύτικο. Κι ας το εκτελώ καλά, δεν θέλω να κάνω κάτι που να πιστεύω ότι είναι ψέμα και να μην με εκφράζει. Να σου δώσω ένα απλό, επιφανειακό παράδειγμα του τι εννοώ. Έχω υπάρξει σε παιδική παράσταση με ατάκα «Ήρθε ένας φίλος από Αυστραλία στο χωριό και μου το είπε στο facebook», και ζήτησα από τον σκηνοθέτη να αλλάξω αυτή τη φράση, γιατί μπορεί στην εποχή μας η επικοινωνία μέσω κοινωνικών δικτύων να είναι μια πραγματικότητα, αλλά παρόλα αυτά εγώ προσωπικά  δεν ένιωθα καλά να πω κάτι τέτοιο μπροστά στα παιδιά, κι αν το έκανα, θα ήταν κάτι ψεύτικο ως προς τον εαυτό μου και άρα ψεύτικο και ως προς το κοινό που απευθύνομαι.

untitled-3

Ακόμα και ο ρόλος των πέντε λεπτών είναι πρωταγωνιστής γιατί ο συγγραφέας για να τον γράψει σημαίνει ότι είναι απολύτως σημαντικός για την εξέλιξη της πλοκής, αλλιώς δεν θα υπήρχε.

Μ.Μ.: Πες μας έναν ρόλο που είναι όνειρο ζωής να υποδυθείς.

Ε.Μ.: Είναι πολλοί και κανένας ταυτόχρονα. Αυτό που νομίζω ότι με κέρδισε στο θέατρο είναι ότι μ’ αρέσει να ζω πάνω στην σκηνή. Αν μου δώσεις δέκα λεπτά στην σκηνή, φυσικά, θα τρελαθώ και θα μου αρέσει. Αν μου δώσεις δύο ώρες να το ζήσω, ακόμα καλύτερα! Όσο πιο πολύ μου δώσεις τόσο περισσότερο μου αρέσει κι έχω πράγματα να κάνω. Με αυτή την έννοια, θα ήθελα να υποδυθώ Άμλετ, Φάουστ επειδή είναι οι κεντρικοί ήρωες του έργου και υπάρχουν πιο πολύ μέσα σε αυτό. Από εκεί κι έπειτα δε νομίζω ότι υπάρχουν πρωταγωνιστές στο θέατρο. Αν το καλοσκεφτείς ρόλος είναι το κομμάτι που έχεις να υπηρετήσεις, ώστε να αφηγηθούμε όλοι μαζί μια ιστορία. Ακόμα και ο ρόλος των πέντε λεπτών είναι πρωταγωνιστής γιατί ο συγγραφέας για να τον γράψει σημαίνει ότι είναι απολύτως σημαντικός για την εξέλιξη της πλοκής, αλλιώς δεν θα υπήρχε. Μάλιστα, πολλές φορές οι ρόλοι του πεντάλεπτου είναι πολύ πιο ενδιαφέροντες από αυτούς των δύο ωρών. Με αυτή την έννοια, δεν έχω κάποιον συγκεκριμένο ρόλο που θα ήθελα να κάνω… θα με ενδιέφεραν περισσότερο κάποια έργα και όχι κάποιοι ρόλοι.

Μ.Μ.: Κάποια έργα που θα ήθελες να κάνεις;

Ε.Μ.: Θα ήθελα να περάσω πολύ από τα κλασικά κείμενα, Σαίξπηρ, αρχαία έργα, Φάουστ. Είμαι πολύ χαρούμενος που κάνω αυτή την τη στιγμή Φάουστ και νιώθω ότι θα το ξανασυναντήσω μια μέρα, δεν θα με αφήσει. Είναι ένα έργο που πιστεύω ότι όταν το διαβάσω στα πενήντα μου θα έχει κάτι ακόμα να μου δώσει. Αυτό το κάνουν τα κλασικά έργα. Το κλασικό δεν είναι μια εμμονή για αρχαιολαγνεία, απλά για να είναι ένα έργο κλασικό, σημαίνει ότι πραγματεύεται διαχρονικά θέματα που αφορούν όλους τους ανθρώπους και θα έχουν να πουν «κάτι» και σε οποιαδήποτε γενιά, αιώνια.

Μ.Μ. Με αυτή την άποψη θεωρείς ότι υπάρχουν και σήμερα επιφανειακές παραστάσεις στο θέατρο που δεν έχουν να δώσουν κάτι διαχρονικό;

Ε.Μ.: Ναι βέβαια υπάρχουν. Δεν το κατηγορώ όμως. Πρέπει να υπάρχει κι αυτό το είδος θεάτρου που ασχολείται με κάτι ευκαιριακό και αναλώσιμο ή κι εκείνο που υπάρχει απλά για να διασκεδάσει τον θεατή και δεν έχει σκοπό να εξελίξει την σκέψη του ανθρώπου. Δεν είναι κακό, αρκεί να έχει ταυτότητα αυτό που κάνεις και να το παραδέχεσαι χωρίς να είσαι δήθεν. Υπάρχουν παραδείγματα ανθρώπων που κάνουν, λόγου χάριν, «επιθεώρηση» επιφανειακή και φθηνή για τα δικά μου γούστα, και δεν θα ήθελα να συμμετάσχω σε τέτοιες δουλειές, ωστόσο, παραδέχομαι τέτοιους ανθρώπους που το κάνουν αληθινά και χωρίς να υποκρίνονται πως κάνουν κάτι άλλο, αλλά απλώς είναι αυτό, αληθινό, με ταυτότητα και σε όποιον αρέσει. Έτσι είσαι ειλικρινής απέναντι στον κόσμο και στην τέχνη, και δεν μπορεί, ουσιαστικά, κανείς να σε κρίνει. Υπάρχει κόσμος που θέλει να παρακολουθήσει αυτό που με ειλικρίνεια και καθαρότητα εσύ προτείνεις, άρα έχεις θέση στην τέχνη.

Μ.Μ.: Έχεις τελειώσει την Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών, συνεπώς, φαντάζομαι πως έχεις ασχοληθεί και με το τραγούδι. Θα σε ενδιέφερε αργότερα να παίξεις σε κάποιο musical;

Ε.Μ.: Το musical είναι κάτι πολύ ενδιαφέρον αν γίνεται καλλιτεχνικά και όχι μόνο στο επίπεδο του θεάματος. Δυστυχώς, και στην Ελλάδα και στο εξωτερικό υπάρχει η παρεξηγημένη αντίληψη ότι το musical είναι μόνο φώτα, μουσική και λεφτά. Πιστεύω ότι μπορεί να πει κάτι πιο βαθύ. Είναι κάτι που θα με ενδιέφερε και θα ήμουν διατεθειμένος να κάνω την επιπλέον προετοιμασία που χρειάζεται, γιατί το τραγούδι, φυσικά, χρειάζεται εξέλιξη, αν πειστώ ότι μιλάμε για κάτι απόλυτα καλλιτεχνικό. Το τραγούδι έχει μεγάλη σημασία για το θέατρο. Σημαίνει ότι για να φτάσει ο ηθοποιός στο σημείο να τραγουδήσει αντί να μιλήσει,  βιώνει κάτι τόσο έντονο που τα λόγια δεν είναι αρκετά για να τον εκφράσουν.  Υπό αυτές τις συνθήκες, θα έκανα musical αν έβλεπα ότι το τραγούδι χρησιμοποιείται προς όφελος της Τέχνης και όχι για το φαίνεσθαι.

Μ.Μ.: Πες μας λίγα λόγια για την σχέση σου με την Κατερίνα Ευαγγελάτου.

Ε.Μ.: Στην σχολή την φοβόμουν (γέλια). Όλοι την φοβόμασταν γιατί διαθέτει μεγάλη κυριαρχία που στην περνάει όχι από παραξενιά αλλά επειδή θέλει κάτι να σου βγάλει. Ναι μεν θα περάσουμε καλά και θα κάνουμε την πλάκα μας, αλλά είναι πάρα πολύ αυστηρή ειδικά στο επίπεδο της εκπαίδευσης, πράγμα που την καθιστά πολύ καλή καθηγήτρια. Αυστηρή, όμως, είναι πρώτα από όλα με τον εαυτό της και αυτό είναι ξεκάθαρο σε όλους. Είναι πραγματικά ασύλληπτη η δουλειά που κάνει η Κατερίνα! Αν πω εγώ ότι έχω δουλέψει 1000%, δεν μπορώ να αγγίξω το αντίστοιχο ποσοστό της Κατερίνας. Φαντάσου ότι στις πρώτες συναντήσεις ερχόταν με τέσσερις τόμους που είχε ήδη διαβάσει για να μας πει «κάποια πράγματα για το έργο» και μέχρι να ολοκληρωθεί ξέραμε ότι θα διαβάσει άλλους τόσους στην συνέχεια κι έχει πάντα κάτι να πει, να προσθέσει, να προσφέρει. Δουλεύει όχι απλά για να δουλέψει αλλά για να δει εκείνη κάτι στον εαυτό της μέσα από αυτό που θα δημιουργήσει. Στον Φάουστ, όπως και στις υπόλοιπες δουλειές της, μπορεί να γίνει κριτική από κάποιον για πιθανά λάθη, που μπορεί να βλέπει στις σκηνοθεσίες της, μέσα, φυσικά, από την υποκειμενική γνώμη καθενός, ωστόσο , κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι στα έργα που ανεβάζει, καταθέτει μια ερμηνεία δική της πάνω στο κείμενο, ένα προσωπικό καλλιτεχνικό στίγμα. Κι αυτό, πιστεύω, είναι η ουσία της τέχνης.

Μ.Μ.: Θεωρείς, ότι η ταυτότητα που προσπαθεί να περάσει το εθνικό θέατρο, δεν είναι η ταυτότητα του ελληνικού θεάτρου;

Ε.Μ.: Δυστυχώς, η σχέση που έχει η εκάστοτε κυβέρνηση με το Εθνικό Θέατρο, αλλά και άλλους πολιτισμικούς φορείς, είναι γνωστή. Ως εκ τούτου, δεν μπορώ να μιλήσω αντικειμενικά για το Εθνικό Θέατρο από την στιγμή που η ταυτότητά του αλλάζει ανάλογα με τον διευθυντή του, ο οποίος αποτελεί και επιλογή της εκάστοτε κυβέρνησης, χωρίς, φυσικά, να υπονοώ ότι οι διευθυντές που έχουν περάσει μέχρι τώρα στο Εθνικό, αποτελούν κομματικά πρόσωπα. Όπως και να έχει, ο κάθε διευθυντής έχει ένα όραμα για το Εθνικό. Το πρόβλημα, λοιπόν, σε αυτή την χώρα είναι ότι τα πάντα έχουν σύντομη ημερομηνία λήξης και αυτό δυσκολεύει την δημιουργία ενός πλαισίου, το οποίο θα τηρηθεί μέχρι τέλους, χωρίς να επηρεάζεται από την εκάστοτε κυβέρνηση, καθώς, αυτό με τα λάθη του, φυσικά, αλλά τουλάχιστον θα μπορούμε να μιλάμε για ένα σχέδιο μακροπρόθεσμο που θα υλοποιηθεί χωρίς κανείς να το εμποδίσει και θα αποτελέσει μια ξεκάθαρη ταυτότητα του ελληνικού θεάτρου.

untitled-7

Μ.Μ.: Πες μας λίγα λόγια για τον Φάουστ.

Ε.Μ.: Καταρχάς πρόκειται για ένα έργο, το οποίο ξεκινάει να γράφει ο Γκαίτε όταν, νομίζω,  ήταν μόλις 20 χρονών και το ολοκληρώνει λίγο πριν πεθάνει. Προφανώς, ένα έργο που γράφεται από κάποιον τόσα χρόνια αποτελεί μια πρόσθετη δυσκολία για εμάς να το προσεγγίσουμε με μόλις τρεις μήνες στην διάθεση μας. Όσον αφορά τον Φάουστ για την εποχή του αποτελεί το υπόδειγμα του πανεπιστήμονα, καθώς έχει ασχοληθεί με όλες τις επιστήμες αλλά και την θρησκεία, κατά την διάρκεια της αναζήτησής του για το νόημα της ζωής. Απογοητευμένος μετά την συνειδητοποίηση ότι δεν έχει γνωρίσει τίποτα –διαθέτει το σωκρατικό στοιχείο εν οίδα ότι ουδέν οίδα, δεν το δέχεται και καταφεύγει στην μαγεία με σκοπό να βρει «κάτι». Καταφεύγει, έτσι, στον διάβολο, ο οποίος τον οδηγεί σε έναν διαφορετικό τρόπο ζωής, αυτόν της ανακάλυψης των αισθήσεων. . Στην πορεία όλης αυτής της ιστορίας διαφαίνεται, πιστεύω, η φύση του ανθρώπου μέσα από τον Φάουστ, χωρίς να λαμβάνουμε τον Φάουστ ως ίνδαλμα και ως κάτι τέλειο, αλλά βλέποντας, μέσα από αυτόν, τον άνθρωπο όπως ακριβώς είναι. Δυνατός και αδύναμος, αθώος και εγκληματίας, σοφός και ανίδεος, ακριβώς επειδή είναι άνθρωπος.  Όσον αφορά την παράσταση, η Κατερίνα έχει δομήσει το έργο κατά τέτοιον τρόπο, ώστε ο Μεφιστοφελής να μην παρουσιάζεται ως διάβολος, με την θρησκευτική του έννοια, που έχει σκοπό να οδηγήσει τον Φάουστ στην κόλαση, αλλά ως ένα δαιμονικό alter ego που, ουσιαστικά, αποτελεί μια άλλη έκφανση του ίδιου του Φάουστ και τον βοηθάει να ολοκληρωθεί ως προσωπικότητα και να ανακαλύψει μια θαμμένη του πλευρά.

Μ.Μ.: Όπως μας είπες, στο έργο εμφανίζεται ο Φάουστ να ολοκληρώνεται μόνο μετά την επαφή του με το δαιμονικό του alter ego. Θεωρείς ότι κι ένας ηθοποιός χρειάζεται να έρθει σε επαφή με τις πιο «σκοτεινές» πλευρές του εαυτού του προκειμένου να ολοκληρωθεί;

Ε.Μ. Δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην έρχεται αντιμέτωπος με τις «σκοτεινές» του πλευρές είτε το θέλει είτε όχι, είτε το ξέρει ότι έρχεται αντιμέτωπος με αυτές, είτε όχι. Αυτό συμβαίνει γιατί η «σκοτεινή» πλευρά δεν είναι απαραίτητα μια πράξη, άλλωστε ποιος ορίζει τι είναι σκοτεινό και τι όχι; Κατά την διάρκεια της ζωής μας ερχόμαστε αντιμέτωποι με όλες τις πλευρές μας κι ας μην το θέλουμε. Ο άνθρωπος είναι πολύπλευρο ον και οτιδήποτε έχει υπάρξει στην ανθρωπότητα δεν είναι κάτι «ξένο» αλλά εκφάνσεις του ίδιου του ανθρώπου. Με αυτή την έννοια, όλοι έχουμε μέσα μας για παράδειγμα τον Χίτλερ και την Μητέρα Τερέζα, τον Λένιν και τον Γκάντι, είμαστε δολοφόνοι και πατεράδες, ομοφυλόφιλοι και ετεροφυλόφιλοι, είμαστε τα πάντα.. Έτσι, ο ρόλος του ηθοποιού είναι να παραδεχτεί αυτό το πράγμα: να αντιληφθεί ότι είμαστε πολύπλευρα όντα και να πειραματιστεί με αυτό. Ταυτόχρονα, ο ηθοποιός, ασυναίσθητα, με τον τρόπο που υπάρχει στη σκηνή και στην τέχνη του γενικότερα, προβάλλει μια λειτουργία, έναν τρόπο ζωής δηλαδή, και καλό είναι να επιλέγει τη λειτουργία εκείνη που μας συμβουλεύει να μην φοβόμαστε να αντιμετωπίσουμε τον εαυτό μας και να είμαστε έτοιμοι να ακολουθήσουμε τις πιο «σκοτεινές» πλευρές μας.

Μ.Μ.: Τι είναι για σένα το χυδαίο;

Ε.Μ.: Για μένα χυδαίο είναι κάτι το επιφανειακό και το δήθεν γιατί διαφθείρει την ουσία του θεάτρου.

Αν έχεις ως στόχο της υποκριτικής το «σταριλίκι» καταλήγει να γίνεται ουσιαστικά showbiz και να χάνει τον χαρακτήρα της Τέχνης.

Και βασικά δε θα κρίνω εγώ αν είναι κάτι χυδαίο ή όχι, σίγουρα, πάντως, είναι μια άλλη δουλειά. Έχοντας δει ο απλός άνθρωπος μόνο μέσα από την τηλεόραση διαστρεβλωμένα την υποκριτική, αποκτά μια επιφανειακή οπτική του τι σημαίνει Τέχνη. Όπως επίσης, για τον κόσμο ο ηθοποιός είναι ο σταρ και όχι ο καλλιτέχνης ως πολιτισμικό όν.  Με αυτή την έννοια, δεν θα το χαρακτήριζα χυδαίο αλλά κρίμα, που υπάρχει ένα σύστημα που προβάλλει το «σταριλίκι» ως πολιτισμική ταυτότητα και τέχνη. Όπως και να ‘χει πάντως, το θέμα είναι να είσαι αυτό που είσαι και να μην υποκρίνεσαι απέναντι στον εαυτό σου, σε αυτό που κάνεις και σε αυτούς που απευθύνεσαι. Αυτό είναι που θεωρώ χυδαίο.

 untitled-5

Μ.Μ.: Έχεις συμμετάσχει στην κινηματογραφική ταινία μικρού μήκους Spectrum το 2014 στο πλαίσιο του φεστιβάλ της Δράμας. Τι αίσθηση σου άφησε αυτή η εμπειρία;

Ε.Μ.: Η ταινία είναι εξαιρετική, την λατρεύω και μέσα από αυτήν μπόρεσα να πω πολλά πράγματα! Όταν έγινε, ήμουν στο δεύτερο έτος της σχολής και αυτό με επηρέασε πολύ έντονα αφού, ουσιαστικά, ήταν η πρώτη κινηματογραφική εμπειρία  που είχα ως δουλειά, γιατί κάποιες άλλες ταινίες μικρού μήκους που είχα κάνει ήταν από φοιτητές σχολών κινηματογράφου, στο πλαίσιο εργασιών. Η απίστευτη αίσθηση που μου άφησε αυτή η εμπειρία οφείλεται, κυρίως, στον Δημήτρη Γκότση που είναι και ο σκηνοθέτης της ταινίας. Το εντυπωσιακό με τον Δημήτρη είναι ότι ασχολείται  πάρα πολύ μαζί σου και κάνει τα πάντα, ώστε την ώρα του γυρίσματος να μην επηρεάζεσαι από την παρουσία της κάμερας που, ουσιαστικά, σε ακολουθεί εκείνη, αντί να προσαρμόζεις εσύ τις κινήσεις σου γύρω από αυτήν. Με αυτόν τον τρόπο, νιώθεις μεγάλη ελευθερία και αυτό έχει πολύ καλό αποτέλεσμα. Επίσης, γνώρισα τον Ερρίκο Λίτση που είναι απόλυτα αφοσιωμένος σε αυτό που κάνει και με την αυστηρότητά του, με βοήθησε πάρα πολύ.

Μ.Μ.: Μίλησέ μας λίγο για τον ρόλο σου στο Spectrum

E.M.: Πρόκειται για μια ταινία που βλέπει τα πράγματα από την οπτική όλων των ηρώων της. Το κεντρικό πρόσωπο είναι ο 19χρονος νεαρός, τον οποίο υποδύομαι, και μέσα από τον τρόπο ζωής του στην Αθήνα, όλο αυτό ξεσπάει στις σχέσεις του, στον πατέρα του, κυρίως, με τον οποίο έχει έντονη κόντρα και που με την σειρά του επηρεάζει την ερωτική σχέση που διατηρεί με μια μεγαλύτερή του αλλά και την σχέση με τον κολλητό του που δημιουργεί μια κατάσταση που επηρεάζει τους πάντες. Επιπλέον, γίνεται αναφορά και σε κοινωνικά προβλήματα, όπως το θέμα του ρατσισμού που βιώνουν οι μετανάστες και σκιαγραφεί έντονα μια κοινωνία δυσλειτουργική,  που είναι έτοιμη να εκραγεί, και κανείς δεν αναλαμβάνει τις ευθύνες του κατηγορώντας τον άλλο και καταλήγει πως «όλοι φταίνε και κανείς δεν φταίει».

Μ.Μ.: Άρα, θα ήθελες να ασχοληθείς ξανά με τον κινηματογράφο;

Ε.Μ.: Ναι κι έχω συμμετάσχει και σε άλλες ταινίες μικρού μήκους και μακάρι να συμμετάσχω και σε μεγάλου μήκους. Ο κινηματογράφος είναι μια φοβερή τέχνη!

Δεν μπορώ να φανταστώ τον εαυτό μου χωρίς θέατρο.

Μ.Μ.: Θέατρο ή κινηματογράφος;

Ε.Μ. Και τα δύο έχουν την γοητεία τους. Σίγουρα από μικρό παιδί παίζω θέατρο και δεν μπορώ να διανοηθώ μια χρονιά που να μην παίξω στο θέατρο, ενώ σινεμά δεν έχω κάνει τόσο όσο θέατρο. Βέβαια θα ήθελα πολύ να υπάρξει περίοδος που να κάνω μόνο σινεμά χωρίς θέατρο. Έχω συνηθίσει να παίζω θέατρο και το αγαπάω πάρα πολύ, αν και μερικές φορές θα ήθελα μια μικρή παύση από αυτό. Προς το παρόν δεν μπορώ να φανταστώ τον εαυτό μου χωρίς θέατρο. Με αυτή την έννοια, μπορείς να πεις ότι επιλέγω το θέατρο, αλλά δεν θα το έθετα έτσι. Αν μου έρθει ένα πολύ καλό σενάριο ταινίας και παράλληλα κάποια πρόταση για θέατρο, που να μην έχω όμως να πω πράγματα μέσα από αυτό, προφανώς, θα επιλέξω την ταινία και δεν θα με πειράξει που δεν θα κάνω θέατρο. Και οι δύο τέχνες είναι εξίσου γοητευτικές και σημαντικές. Ουσιαστικά, είναι δύο διαφορετικά μέσα για να αφηγηθείς μια ιστορία. Το σινεμά μπορεί να καταφέρει να σε βάλει «μέσα» στην ιστορία που αφηγείται, λόγω των μέσων που διαθέτει, ενώ αντίθετα, το θέατρο βασίζεται στη συνθήκη - για παράδειγμα οι θεατές φαντάζονται έναν κήπο, δεν τον βλέπουν απαραίτητα, ρεαλιστικά, στην σκηνή- και έτσι βασίζεται στην απλότητά του, γεγονός που κρύβει μια βαθιά αλήθεια

Μ.Μ.: Μίλησέ μας λίγο για την άλλη κινηματογραφική δουλειά μικρού μήκους στην οποία έχεις συμμετάσχει, το Point Blank σε σκηνοθεσία Στέφανου Γκέκα (που μας κάνει την τιμή να βγάλει τις φωτογραφίες της συνέντευξης)

Ε.Μ.: Η ταινία αυτή πραγματεύεται την σχέση ενός παιδιού με την οικογένειά του και πως οι γονείς επηρεάζουν το παιδί και τις επιλογές του μέσα από την αντιπαράθεση και τις κόντρες. Η ταινία λειτουργεί με αλληγορίες καθώς έχει στοιχεία που δεν είναι απόλυτα ρεαλιστικά, μπαίνεις σε έναν κόσμο που παίζει με το μυαλό σου και σε κάνει να αναρωτηθείς αν αυτό που βλέπεις είναι πραγματικό ή όχι. Κατ’ ουσίαν ασχολείται με ένα άτομο που προσπαθεί να λύσει τα προβλήματα του παρελθόντος για να μπορέσει να υπάρξει στο μέλλον.

Μ.Μ.: Πως ήταν η συνεργασία σου με τον Στέφανο;

Ε.Μ.: Εξαιρετική! Στην αρχή φοβόμασταν αν το γεγονός ότι είμαστε φίλοι θα επηρεάσει αρνητικά τη συνεργασία μας, γιατί μπορεί να μην υπήρχε η άνεση να μιλήσουμε αυστηρά ο ένας στον άλλον, αλλά αυτό δεν συνέβη σε καμία περίπτωση. Αντιθέτως, επειδή έχουμε αυτή την οικειότητα θα πει ο ένας στον άλλον και το πιο αυστηρό ή την παραμικρή λεπτομέρεια, και εμένα δεν θα με πειράξει αν με βγάλει «άχρηστο» για παράδειγμα. Είμαστε και οι δύο άτομα που αγαπάμε πολύ την δουλειά μας και μιλάμε ανοιχτά.

Μ.Μ.: Πότε θα βγει η ταινία;

Ε.Μ.: Η ταινία έχει βγει ήδη στο Film Nights στο Φεστιβάλ στο Λουτράκι, ακολούθησε στις Νύχτες Πρεμιέρας και αυτή την στιγμή υπάρχει μια παύση γιατί βλέπουμε κάποια πράγματα που δεν είχαμε δει στην μεγάλη οθόνη και κάνουμε διορθώσεις, έπειτα η ταινία θα συνεχίσει την πορεία της στο εξωτερικό.

untitled-2

Ευχαριστούμε πολύ τον Ερρίκο Μηλιάρη που μας παραχώρησε αυτή την συνέντευξη και μας έδωσε την ευκαιρία να τον γνωρίσουμε καλύτερα! Επίσης ευχαριστούμε για την βοήθειά του τον Στέφανο Γκέκα, σκηνοθέτη, που επιμελήθηκε τις φωτογραφίες της συνέντευξης!

Ο Στέφανος Γκέκας γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1994. Έκανε τις Εγκύκλιες Σπουδές του στο 7ο Δημοτικό, Γυμνάσιο και Λύκειο Παγκρατίου Αθηνών. Σπούδασε Film Directing (Σκηνοθεσία) με απόκτηση πτυχίου Bachelor (2012-2015) στο AMC Αθηνών (AKMI METROPOLITAN COLLEGE) μέλος του Queen Margaret University. Ζει στην Αθήνα όπου και εργάζεται.
Φιλμογραφία: 2012 - Ίωση 2013 - Σαλταδόροι (Φεστιβάλ κινηματογράφου Νύχτες Πρεμιέρας, Σπουδαστικό Δράμας). - The Dark Knight (Jameson Empire - Done in sixty seconds, Greek finalists) 2014 - Emotional Rescue - Intellectual tramps (Φεστιβάλ κινηματογράφου "Νύχτες Πρεμιέρας", Σπουδαστικό Δράμας, Altcine Action - the online balkan film festival 2015 )- Point Blank (Φεστιβάλ κινηματογράφου "Νύχτες Πρεμιέρας", Greek Short film Nights 2015 )- The Matrix (Jameson Empire - Done in sixty seconds, greek finalists)