Συνεντεύξεις

Από εκείνους τους νέους που αναζητούν και πλάθουν την τέχνη στο χαρτί

Από την πρώτη στιγμή της γέννησής του, θέσαμε το hashmag ως και βάθρο ιδεών, αναζητήσεων και στόχων. Στους νέους ανθρώπους που αφιερώνονται, σε πείσμα της εποχή μας, σε αυτό που υπάρχει μέσα τους, δείχναμε ιδιαίτερη συμπάθεια.

Ο Γιώργος Μπελαούρης είναι ένας από αυτούς. Στα 25 του χρόνια, πάντα μοναχικός μα όχι μόνος, δίνει μορφή σε κόσμους μέσα από τη συγγραφή του. Άλλοτε κοντινούς, άλλοτε μακρινούς και άλλοτε «υπόγειους». Σαν τον κόσμο της Λενόρ*.

Η συνάντησή μας επιδιώξαμε να γίνει η αφορμή για να γνωρίσουμε τι σημαίνει να θέλεις να αποκτήσεις τον τίτλο του συγγραφέα μέσα από την Τέχνη.

Kωνσταντίνος Κορυζής: Η συγγραφή προσέγγισε εσένα ή εσύ εκείνη;

Γιώργος Μπελαούρης: Σαν μικρό παιδί, λίγο μετά το σχολείο, με έπαιρνε ο ύπνος ακούγοντας τη μάνα μου να γράφει στη γραφομηχανή. Με νανούριζε η γραφομηχανή. Μια ημέρα τη ρώτησα, πριν το νηπιαγωγείο, «τι κάνεις εκεί μαμά» και μου απάντησε πως γράφει ιστορίες. Μπορώ να σου πω ότι είναι περισσότερο κομμάτι της μίμησης ενός παιδιού. Μεγαλώνοντας, οι γονείς μου ήταν υπερπροστατευτικοί. Έτσι περνούσα πολλές ώρες μέσα στο σπίτι με αποτέλεσμα να εξελιχθεί σε ανάγκη. Πλέον είναι ταυτότητα.

Κ. Κ.: Πώς αφουγκράζεσαι την τέχνη;

Γ. Μπ.: Από όλα τα μέσα και μέσω της διαρκής πολιορκίας. Πιστεύω ότι αυτό που θα σου δώσει το στίγμα σου, από τη στιγμή που δεν υπάρχει παρθενογένεση είναι να πλάσεις όλα τα ερεθίσματα και να βγάλεις κάτι που θα αντιπροσωπεύει εσένα.  Εγώ με «πολιορκώ».  Με εικόνες με βιβλία με βίντεο. Όλα αυτά μέσα σου αλέθονται και στο χαρτί βγαίνει κάτι αν όχι καινούργιο, σίγουρα πρωτότυπο.  Εμένα η «τέχνη» μου είναι το Dark Fantasy σε ένα χώρο του σήμερα. Όπου ο ήρωας είναι ένας δημόσιος υπάλληλος.

Κ. Κ.: Τη βιώνεις ως συναίσθημα;

Γ. Μπ.: Ο πυρήνας της είναι συναίσθημα. Ο Πιέρ Ωγκύστ Ρενουάρ είχε πει πως, «δεν χρειάζεται να διαβάσει κανείς εκατό τόμους για να καταλάβει το έργο μου, αν βάλεις ένα πιτσιρίκι μπροστά από ένα πίνακα και γελάσει ή κλάψει, αυτό είναι τέχνη». Οπότε πιστεύω και εγώ, ότι πέρα από οποιαδήποτε δομή ή τεχνική, το ωμό συναίσθημα  που προσπαθείς να μεταφέρεις  πρέπει να είναι και το συναίσθημα του δημιουργού.

12144747_981600291862093_2684721657843944093_n

Κ. Κ.: Η ιδανική σχέση σου με την τέχνη στο μέλλον ποια θα ήταν;

Γ. Μπ.: Βέβαια κάποια αναγνώριση μέσα από αυτή, για να δω ότι δεν ήταν εις μάτην όλο αυτό. Θέλω να εξελίξω το έργο μου για να το δω σε κάποια format αλλά σίγουρα θα ήθελα συνεργασίες. Αυτό θα μου άρεσε. Δίχως να έχω τα τρελά όνειρα, θα ήθελα να μπορέσω να εκδώσω τα βιβλία μου. Εγώ το βλέπω σαν δουλειά. Και αν δεν αποδώσει χρηματικά που δεν με καίει, θέλω να αποδώσει ηθικά.

Κ. Κ.: Υπάρχει κάτι να σε στενοχωρεί στη μορφή της τέχνης σήμερα;

Γ. Μπ.: Γενικά δεν καταλαβαίνω την τέχνη σήμερα. Έχει χωριστεί πάλι σε δύο τομείς. Στην ελιτίστικη και στη μαζική. Δεν θα έπρεπε να υπάρχει διαχωρισμός. Θα έπρεπε να υπάρχει μόνο η τέχνη. Ο ελιτισμός του «έχω βγει από την «Καλών Τεχνών» απευθύνομαι σε όσους έχουν ασχοληθεί με το θέμα», με χαλάει.  Τον βλέπω αυτόν το διχασμό. Ειδικά από όσους έχουν τελειώσει τέτοιες σχολές.  Δεύτερον, με χαλάει η μαζικότητα. Στην Ελλάδα όσοι είναι οι αναγνώστες είναι και οι συγγραφείς.  Αλλά τι να κάνεις; C’est la vie!

Κ. Κ.: Γιατί κάποιος να λογοκρίνει ένα έργο τέχνης;

Γ. Μπ.: Ίσως γιατί κάθε μορφή τέχνης δεν είναι για κάθε κοινό. Και στις μέρες μας το «άνω των 15» ή το «άνω των 18» πραγματικά παραπετιέται. Όταν όλοι έχουν πρόσβαση παντού, είναι περιττό. Νομίζω τοποθετείται για τις νεαρότερες ηλικίες. Για κάποια παιδιά, το επίπλαστο ίσως να θεωρείται μορφή της πραγματικότητας. Και είναι πολύ λογικό. Αλλά αν κάτι υπάρχει μέσα σου θα βγει όπως και να έχει.

WP_20151113_20_13_22_Pro

Κ. Κ.: Σε έχει ενοχλήσει κάτι μέσα στο χώρο της συγγραφής;

Γ. Μπ.: Το ότι δεν δίνονται τόσες ευκαιρίες. Φταίει η κρίση, δεν αντιλέγω, που δεν θέλουν (οι εκδοτικοί  οίκοι) να δουν κάποιον νέο, αλλά καταντάει εξοργιστικό. Με έχει πληγώσει το ότι δεν υπάρχει σιγοντάρισμα στην underground σκηνή. Και βάζω το χέρι μου στη φωτιά ότι όλοι μας θέλουμε να γίνουμε mainstream χωρίς να βάλουμε νερό στο κρασί μας. Βέβαια αρκετές φορές έχω φάει απόρριψη λόγω είδους.

Κ. Κ.: Ποια είναι η θέση του διηγήματος στην Ελλάδα σήμερα;

Γ. Μπ.: Πιστεύω ότι ο κάθε δημιουργός, ο κάθε συγγραφέας πρέπει να ξεκινήσει με διήγημα. Είναι το δυσκολότερο είδος τέχνης. Όταν μάθεις να είσαι με το σταγονόμετρο, μπορείς να εξελιχθείς με επιτυχία. Ο Καρκαβίτσας στα «Λόγια της Πλώρης»  σε τρεις σελίδες τα έχει πει όλα!

O Γιώργος παρά τις δυσκολιές που αντιμετωπίζει, θα συνεχίσει να γράφει. Θα συνεχίσει να πλάθει τη διαδικτυακή του πλατφόρμα "προσκαλώντας" κάθε νέο καλλιτέχνη να δώσει ένα δικό του στίγμα ζωής στη "Λενόρ"* την εκκεντρική ηρωίδα της πρώτης του νουβέλας. Θα βυθίζεται στον κόσμο της φαντασίας κυνηγημένος από τις φάσεις της πραγματικότητας. Και κάθε του βήμα θα το κάνει μαζί με τη γραφή του, γιατί όπως λέει ο ίδιος "...εγώ απλά γράφω..." Τι ήσυχη λέξη που είναι το "απλά". Έτσι απλά λοιπόν, εμείς συζητούσαμε τρεις απογευματινές ώρες, για τη μικρή βιβλιοθήκη που μπορούν να γεμίσουν τα ήδη τελειωμένα έργα του. Τον ευχαριστούμε.

* ο είναι φοιτητής Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας, του Παντείου Πανεπιστημίου. Στα πλαίσια του προγράμματος Erasmus, βρέθηκε για έξι μήνες στην Κωνσταντινούπολη.