Συνεντεύξεις

Ένας εικοσάχρονος συγγραφέας

«Για να φτάσεις μέχρι το τέλος του ταξιδιού πρέπει να πιστεύεις πολύ και στον εαυτό σου αλλά και σε αυτό που γράφεις. Κυρίως σε αυτό που γράφεις». Κάπως έτσι σκέφτηκε ο εικοσάχρονος συγγραφέας Γιώργος Αγγελίδης και αποφάσισε να γράψει την «Αυτοκρατορία του Φεγγαριού». Μπορεί όλα να ξεκίνησαν “στο κρεβάτι του πόνου”, όντας βαριά άρρωστος, αυτό όμως δεν τον εμπόδισε να εκδώσει το «συνοθύλευμα των ονείρων του», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει. Σπουδάζει Αγγλική Φιλολογία στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο και του αρέσουν η Ζωγραφική, η Φωτογραφία και οι καταδύσεις. Είναι πιστός και επίμονος με ότι καταπιάνεται, αλλά και ξεροκέφαλος. Αγαπημένη του συγγραφέας, ποια άλλη από την δημιουργό του φαινόμενου της γενιάς του, Χάρι Πότερ, Τζ. Κ. Ρόουλινγκ.

Νίκος Βλαχογιάννης: Ποια ήταν η σχέση σου με τα βιβλία από μικρός; Διάβαζες; Σου διάβαζαν;

Γιώργος Αγγελίδης: Από πολύ μικρή ηλικία μου άρεσε να μου λένε παραμύθια. Ήμουνα από τα παιδιά που έλεγαν συνέχεια, «θα μου πεις άλλο ένα; Θα μου πεις άλλο ένα;», πριν πέσω για ύπνο. Μετά ξεκίνησα να θέλω να μάθω να διαβάζω πριν πάω καν σχολείο, όταν μία κοπέλα που με πρόσεχε ένα καλοκαίρι που έλειπαν οι γονείς μου μου διάβασε το πρώτο και το δεύτερο «Χάρι Πότερ». Έτσι ξεκίνησα να μαθαίνω να διαβάζω.

Ν.Β.: Ποια ήταν η αφορμή ώστε να ξεκινήσεις να γράφεις; Είχες κάποια ερεθίσματα;

Γ.Α.: Μικρός μου άρεσε πέρα από το να μου λένε ιστορίες να λέω και εγώ. Θυμάμαι ο παππούς μου είχε στο σπίτι του μία παλιά συσκευή που ήταν ταυτόχρονα ραδιόφωνο και μαγνητόφωνο, στο οποίο βάζαμε άδειες κασέτες και ηχογραφούσαμε εκπομπές. Στην ουσία πλάθαμε ιστορίες επιτόπου, εκείνη την ώρα. Ξεκινούσε εκείνος, πρόσθετα εγώ κάτι, οπότε κάπως έτσι ξεκίνησα να ασχολούμαι δειλά δειλά. Μετά, άρχισα να διαβάζω και εγώ παραμύθια. Πήρα μέρος σε διάφορους διαγωνισμούς από εκδοτικούς οίκους. Η πρώτη φορά που αισθάνθηκα την ανάγκη να γράψω πιο συστηματικά ένα μεγαλύτερο κείμενο ήταν στη ΄β γυμνασίου, όταν και ξεκίνησα να γράφω την «Αυτοκρατορία του Φεγγαριού». Μία περίοδος όπου βρισκόμουν στο κρεβάτι, πολύ βαριά άρρωστος και δεν είχα τη δυνατότητα να μιλάω. Είχα τότε ένα μαύρο γυαλιστερό τετράδιο, το έχω ακόμα φυλαγμένο, όπου έγραφα ότι ένιωθα, «πονάω», «δεν μπορώ να φάω», «δεν μπορώ να μιλήσω». Είχα λοιμώδη μονοπυρήνωση.

Ν.Β.: Έτσι λοιπόν ξεκίνησες να γράφεις το βιβλίο που έχει εκδοθεί;

Γ.Α.: Ναι, βεβαίως δεν έχει επ’ ουδενί τη μορφή που έχει τώρα τυπωμένο. Ξεκίνησε περισσότερο σαν ένα συνονθύλευμα ονείρων, άλλα πιο ρεαλιστικά, άλλα πιο φανταστικά. Άρχισαν να πλέκονται στο μυαλό μου τόσο έντονα που ακόμη και όταν ξυπνούσα συνέχιζε η πλοκή τους να εκτυλίσσεται μέσα μου μέχρις ότου αποφάσισα να πάρω χαρτί και να φτιάξω τις πρώτες σημειώσεις γι’ αυτά που είχα δει και από εκεί και πέρα να συνεχίσω την ιστορία.

Ν.Β.: Ποιες δυσκολίες (και αν) αντιμετώπισες μέχρι να φτάσεις στην επίτευξη του στόχου σου;

Γ.Α.: Προφανώς για ένα παιδί αυτής της ηλικίας υπήρχαν αρκετές δυσκολίες. Γενικά θεωρώ πως για τον οποιονδήποτε στον καλλιτεχνικό χώρο, δεδομένης και της κατάστασης, είναι πολύ δύσκολο να ανελιχθείς και να πραγματοποιήσεις τα όνειρά σου. Από κει και πέρα έπαιξε ρόλο το ότι ήμουν ανήλικος, οπότε αναγκαστικά υπήρξε η περίοδος αναμονής μέχρι την ενηλικίωση, καθώς και το ότι δεν υπήρχε μεγάλη προθυμία όσον αφορά το είδος του βιβλίου από τους μεγαλύτερους εκδοτικούς οίκους, οι οποίοι προτιμούν κάτι πιο δουλεμένο και μία αποδεδειγμένα κερδοφόρα φόρμουλα ή τη μετάφραση από το εξωτερικό ή κάτι πιο κοινωνικό, που έχει ένα ευρύτερο κοινό στην χώρα μας.

Το είδος του βιβλίου μου, fantasy, είναι ιδιαίτερο. Τα τελευταία χρόνια έχει αρχίσει να αποκτά κοινό το οποίο είναι ανοιχτό να διαβάσει μία ελληνική παραγωγή του είδους. Ήμουν πολύ τυχερός όταν έστειλα το προηγούμενο καλοκαίρι ένα διήγημά μου στον πρώτο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό των Εκδόσεων Anima που τελικά και εκδόθηκε. Έπειτα θέλησαν να διαβάσουν μία επιπλέον μου δουλειά, πέρα από το συγκεκριμένο διήγημα, το οποίο διακρίθηκε και κυκλοφορεί τώρα στη συλλογή «Σταγόνες του χειμώνα». Με εμπιστεύτηκαν από την πρώτη στιγμή και εμένα σαν συγγραφέα και το βιβλίο βαδίζοντας στα χνάρια της παράδοσης της fantasy λογοτεχνίας αλλά και βλέποντας την ηλικία μου όχι ως μειονέκτημα αλλά, αντίθετα, ως προτέρημα γιατί θεώρησαν πως θα έχω μία πιο φρέσκια οπτική στα πράγματα.

12202571_927866427299905_321939275_n

Ν.Β.: Η ιδέα για την πλοκή πως προέκυψε;

Γ.Α.: Το πρώτο βιβλίο το έγραψα περισσότερο σαν μία περιπέτεια την οποία τη βίωνα ταυτόχρονα. Δεν είχα κάποιο πρωταρχικό σχέδιο όταν ξεκινούσα για το που ήθελα να καταλήξω. Παρέα με τον Άλφρεντ (ο ήρωας) έβλεπα κάθε κεφάλαιο να κυλάει. Το βίωνα. Μετά από πολλές επιμέλειες αναγκάστηκα να περιορίσω κάποια κομμάτια της φαντασίας τα οποία, ενδεχομένως, δεν ταίριαζαν στην μετέπειτα πλοκή. Γιατί τελειώνοντας το πρώτο βιβλίο συνειδητοποίησα πως η ιστορία του Άλφρεντ δεν τελείωνει εδώ. Υπάρχει και η ιστορία του Μάικ, του ο δίδυμου αδερφού του Άλφρεντ. Έτσι κάθισα να κάνω ένα πιο αναλυτικό σχέδιο, γυρίζοντας πίσω για να επεξεργαστώ ξανά κάποια κομμάτια της ιστορίας.

Ν.Β.: Πότε θα εκδοθούν τα επόμενα βιβλία της τριλογίας;

Γ.Α.: Το σχέδιο είναι να εκδίδεται ένα βιβλίο κάθε καλοκαίρι. Άρα το επόμενο θα εκδοθεί το καλοκαίρι του 2016 και το τελευταίο το καλοκαίρι του 2017.

Ν.Β.: Πως έρχεται η έμπνευση; Δύσκολα;

Γ.Α.: Λένε πως αν δεν έχεις έμπνευση δεν μπορείς να γράψεις. Επειδή οι ήρωές μου από ένα σημείο και μετά απέκτησαν ζωή μέσα μου, η έμπνευση υπήρχε διαρκώς στο μυαλό μου οπότε χρειαζόμουν απλώς ένα πληκτρολόγιο και μπορούσα να γράφω την πλοκή. Παλαιότερα έψαχνα την έμπνευση σε κάποια σημεία. Θεωρούσα πως ένα αναμένο τζάκι και μία ζεστή σοκολάτα θα μπορούσαν να με βοηθήσουν. Και πράγματι στην αρχή το κατάφερναν. Όταν όμως κάποιος προχωράει στην συγγραφή και την κάνει κομμάτι της ζωής του, μπορεί να την κάνει πιο επί τούτου. Λες «θα γράψω τώρα» και γράφεις. Η μαγεία όμως δεν χάνεται. Από τη στιγμή που θα μπεις σε αυτήν την διαδικασία, η έμπνευση γεννιέται από μέσα σου.

Ν.Β.: Το ταλέντο της συγγραφής είναι έμφυτο ή μπορεί να το καλλιεργήσει ο οποιοσδήποτε;

Γ.Α.: Δεν πιστεύω πως υπάρχει κάτι έμφυτο. Τα πάντα έχουν να κάνουν με τα ερεθίσματα που έχει κάποιος. Μπορεί να έχεις ένα ταλέντο, από κει και πέρα όμως αν θα έχεις τη δυνατότητα να το βγάλεις προς τα έξω και να το καλλιεργήσεις έχει να κάνει με το περιβάλλον σου. Άμα δεν είχα τον παππού μου με τη βοήθεια και τις συμβουλές του μπορεί να μην είχα νιώσει ικανός να συνεχίσω. Ξεκινώντας η θέληση είναι κάτι που βγαίνει αυθόρμητα. Για να φτάσεις μέχρι το τέλος του ταξιδιού πρέπει να πιστεύεις πολύ και στον εαυτό σου αλλά και σε αυτό που γράφεις. Κυρίως σε αυτό που γράφεις.

Ν.Β.: Ποιο ήταν το αγαπημένο σου παραμύθι μικρός;

Γ.Α.: «Ο τριγωνοψαρούλης» του Ευγένιου Τριβιζά.

Ν.Β.: Τι είδους βιβλία σου αρέσει να διαβάζεις;

Γ.Α.: Λατρεύω τα fantasy, παραδείγματος χάρη Νάρνια, ο Αλχιμιστής, Πέρσι Τζάκσον. Ανέκαθεν μου άρεσαν, όμως, και τα βιβλία μυστηρίου. Το επόμενο βιβλίο που σκοπεύω να γράψω κινείται προς εκείνη την κατεύθυνση. Έχω διαβάσει ήδη τα άπαντα του Σέρλοκ Χολμς αλλά και Αγκάθα Κρίστι.

Ν.Β.: Υπάρχει κάποιο «μυστικό» ώστε να μην “πάρουν τα μυαλά σου αέρα”;

Γ.Α.: Νομίζω πως πέραν από την παιδεία, πάλι έχει να κάνει με τις καταβολές. Αυτές είναι που σε καθορίζουν σαν άνθρωπο σε όλους τους τομείς, το περιβάλλον στο οποίο έχεις μεγαλώσει, οι άνθρωποι που έχεις γύρω σου και η αγωγή που σου έχουν δώσει από πολύ μικρή ηλικία. Το να πάρουν τα μυαλά σου αέρα έχει να κάνει με την αυτογνωσία. Ότι καταφέρνεις το καταφέρνεις επειδή σε έχει στηρίξει κάποιος και έχει πιστέψει σε σένα. Το να καβαλήσεις το καλάμι προϋποθέτει ότι θεωρείς πως ότι έχεις καταφέρει το έχεις καταφέρει εσύ ολομόναχος. Αυτό ναι μεν είναι θετικό γιατί το κατόρθωμα σου δίνει ευχαρίστηση και ικανοποίηση, αλλά τότε ξεχνάς ότι κάποιοι σε στήριξαν και σε βοήθησαν. Έτσι σταματάς να βοηθάς και ακόμα χειρότερα, να δείχνεις εμπιστοσύνη σε άλλους.

Ν.Β.: Συμβιβάζεσαι εύκολα στη δουλειά σου;

Γ.Α.: Δε θεωρώ πως στα 20 μου ξέρω τα πάντα. Προφανώς και θα δεχθώ την κριτική και θα προσπαθήσω να την ενσωματώσω στη δουλειά μου. Από την άλλη, όμως, είμαι αρκετά ισχυρογνώμων σε ορισμένα σημεία οπότε δυσκολεύομαι μερικές φορές όταν πρέπει να προσαρμοστώ στα όρια που μου θέτουν.

Ν.Β.: Τι σε χαλαρώνει από την πίεση της καθημερινότητας;

Γ.Α.: Λατρεύω τους περιπάτους! Τα βιβλία, επίσης, είναι η απόλυτη χαλάρωση αρκεί να είσαι ξεκούραστος. Μου αρέσει και ο κινηματογράφος. Βλέπω πολλές ταινίες στο σπίτι, αν και, για να είμαι ειλικρινής, τον τελευταίο καιρό για να χαλαρώσω βλέπω πάρα πολλές σειρές στο σπίτι.

Ν.Β.: Με τι άλλο έχεις ασχοληθεί ή θα ήθελες να ασχοληθείς στο μέλλον;

Γ.Α.: Παλαιότερα ασχολούμουν με περισσότερα καλλιτεχνικά είδη, όπως τη ζωγραφικη. Συγκεκριμένα, για το μάθημα των Καλλιτεχνικών μπορεί να καθόμουν να ασχοληθώ και 2 μέρες πριν. Έχω ασχοληθεί με τη Φωτογραφία. Είχα πάρει μέρος σε διάφορους διαγωνισμούς και είχα διακριθεί σε διαγωνισμό στο National Geographic. Έκανα καταδύσεις επίσης. Πλέον έχω κάνει όμως την επιλογή μου. Δεν παύω να τα λατρεύω όλα αυτά, αλλά θεωρώ πως για να είσαι πολύ καλός σε κάτι, πρέπει να είσαι καλός σε ένα. Το χρόνο σου και την ψυχή σου μπορείς να την αφιερώσεις σε ένα κυρίως. Και εγώ επέλεξα τη συγγραφή. Δε θέλω να γράφω ένα βιβλίο κάθε δέκα χρόνια. Έχω πράγματα μέσα μου που θέλω να τα εξωτερικεύσω και ο χρόνος κυλάει. Πέρα από αυτά, έχω και την σχολή μου, που μου δίνει μία ευκαιρία να γνωρίσω λογοτεχνικά έναν άλλο πολιτισμό, και το ότι θα μου προσφέρει μία επαγγελματική αποκατάσταση, γιατί στην Ελλάδα του 2015 από τη συγγραφή  δεν μπορείς να συντηρηθείς. 

Ν.Β.: Ποιος είναι ο αγαπημένος σου συγγραφέας;

Γ.Α.: Θα σου πω το αναμενόμενο, Τζ. Κ. Ρόουλινγκ. Δεν μπορώ να το καταπατήσω γιατί αυτή μου γνώρισε το fantasy που είναι το είδος στο οποίο αφιέρωσα 6 χρόνια από τη ζωή μου. Ήταν καθημερινός μου σύντροφος και στην ανάγνωση και στην συγγραφή. Το «Χάρι Πότερ» ήταν το φαινόμενο της γενιάς μου.

Ν.Β.: Θα ήθελα το σχόλιό σου για την κατάσταση της Ελλάδας στον τομέα του Πολιτισμού.

Γ.Α.: Στο άμεσα θεσμοθετημένο σύστημα δε θεωρώ ότι έχει υπάρξει κάποια ιδιαίτερη πρόοδος στον τομέα του Πολιτισμού. Παραδείγματος χάρη στο σχολείο, δεν έχουν δημιουργηθεί θεατρικά εργαστήρια ή λέσχες λογοτεχνίας. Γενικότερα μιλώντας, ο κόσμος αγκαλιάζει ακόμα περισσότερο τις τέχνες. Στον τομέα της Λογοτεχνίας, το ελληνικό αναγνωστικό κοινό είναι επιλεκτικό και περιορίζεται σε συγκεκριμένα είδη. Όσον αφορά το Θέατρο, που είναι ένας αγαπημένος μου χώρος για χαλάρωση, ειδικά τα τελευταία χρόνια έχει ανθίσει, αν και δε βλέπουμε τόσο πολύ ελληνικό σενάριο αλλά μεταφορές ξένων έργων. Παρόλα αυτά υπάρχει κινητικότητα. Ο Έλληνας απαιτεί τον πολιτισμό του περισσότερο απ’ ότι τον απαιτούσε στο παρελθόν. Η τηλεόραση ακολουθεί μία εντελώς διαφορετική πορεία, κατίζουσα, γιατί το κοινό της δεν απαιτεί κάτι πιο ποιοτικό. Ο πολιτισμός σου προσφέρει αυτό που του ζητάς.

Ν.Β.: Τι μουσική σου αρέσει να ακούς;

Γ.Α.: Για να γράψω ή για να επιμεληθεί τα βιβλία, ακούω πάντα επική μουσική, X-Ray Dog, Two steps from Hell, Immediate Music. Ο τόνος της μουσικής, το αν είναι συγκινητική ή δράσης καθορίζει πολύ τον τρόπο που θα γράψω μία σκηνή. Γενικά ακούω τα πάντα. Δεν είμαι ο τύπος που θα πει ότι ακούει κάποιο είδος συγκεκριμένο. Αν κολήσω με ένα τραγούδι, σε οποιοδήποτε είδος μουσικής και αν ανήκει, μπορεί να το ακούσω και 20.000 φορές. Ξεχωρίζω μουσική Broadway και musical.

Ν.Β.: Ποιο τραγούδι σε αντιπροσωπεύει και ταυτίζεσαι μαζί του;

Γ.Α.: To «Ξημερώνει (Το σύννεφο έφερε βροχή)», του Μάνου Χατζιδάκι.

Ν.Β.: Ποιο είναι το μεγαλύτερο προτέρημα και ελάττωμά σου;

Γ.Α.: Είμαι πολύ πιστός. Εκτιμώ όλους τους ανθρώπους που μου έχουν σταθεί. Αν μου δώσεις ένα θα σου δώσω δέκα. Έτσι λειτουργώ. Επαγγελματικά είμαι πολύ επίμονος. Χωρίς αυτήν την επιμονή δε θα είχα τελειώσει το βιβλίο. Πολλές φορές προέκυπταν ζητήματα στη συγγραφή του. Αν δεν είχα μέσα μου τη φωνή που μου έλεγε σε όλες τις δυσκολίες «μη τα παρατάς, θα τα καταφέρεις» δε θα έφτανα στο τέλος. Από την άλλη είμαι αρκετά ξεροκέφαλος, γιατί ορισμένες φορές προχωράω με οδηγό την καρδιά και όχι το μυαλό. Αυτό με κάνει να μην σκέφτομαι διεξοδικά.

Ν.Β.: Ποιο είναι το μότο σου;

Γ.Α.: Η μοναδική αποτυχία είναι η αποτυχία του να προσπαθήσεις. Δεν αποτυγχάνει όταν προσπαθείς, είτε τα καταφέρεις είτε όχι. Μοναδική αποτυχία είναι όταν δεν έχεις προσπαθήσει.