Μουσική

«Editors»: Το συγκρότημα – έκπληξη της βρετανικής σκηνής στην Ελλάδα για 2 πολλά υποσχόμενες συναυλίες

12319488_10206552064433082_922394692_n

Το καλοκαίρι του 2014, το Eject Music Festival είχε την ευχαρίστηση να φιλοξενήσει για δεύτερη φορά σε διάστημα 3 χρόνων τους Kasabian, μια από τις ιστορικότερες βρετανικές μπάντες της σύγχρονης μουσικής ιστορίας, με αρκετούς επιτυχημένους δίσκους στο παλμαρέ τους και ακόμα πιο ενδιαφέροντες πειραματισμούς στον ήχο κάθε άλμπουμ τους. Εκείνη την ημέρα του Ιουλίου, είχαμε λιώσει κάτω από τον καυτό ήλιο του Φαλήρου περιμένοντας την επανεμφάνιση των Kasabian, μετά την απίστευτη εμπειρία που είχαμε ζήσει πολλοί που βρισκόμασταν εκεί, όταν είχαν βρεθεί ως headliners σε μια συναυλία που θεωρείται από εμένα ως η κορυφαία στιγμή των James στην Ελλάδα. Τον ρόλο λοιπόν, να μας ζεστάνουν ακόμα περισσότερο είχαν αναλάβει οι White Lies κι οι απλά γνωστοί για εμένα, Editors. Κι αφού εμφανίζονται οι πρώτοι και μας ξεσηκώνουν για τα καλά, στις 6 παρά τέταρτο περίπου, έρχεται η στιγμή των Editors. Ο Tom Smith, τραγουδιστής του συγκροτήματος, εμφανίζεται με ένα δερμάτινο και γυαλιά ηλίου, δείχνοντας είτε πόσο κακή σχέση έχουν οι Βρετανοί με την αντίληψη του κλίματος που βρίσκονται, είτε ότι το χιούμορ του λαού της Αγγλίας μπορεί να φτάσει σε ακραία επίπεδα θερμοπληξίας. Και τώρα είναι η στιγμή που κανονικά θα άρχισα να πετάω σκόρπιες λέξεις και θα άρχιζα την διθυραμβική κριτική για να περιγράψω πόσο γ...έμισε αυτό το λάιβ το κοινό με συναισθήματα κι ενθουσιασμό. Σχεδόν 2 χρόνια αργότερα, οι Editors επιστρέφουν στον “τόπο του εγκλήματος” με την ευρύτερη έννοια καθώς έρχονται στην Ελλάδα για 2 συναυλίες στο Gazi Music Hall και στο Principal στις 4 και 5 Δεκεμβρίου, σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη αντίστοιχα. Πάμε λοιπόν, να δούμε κάποια πράγματα για το πώς έφτασαν να είναι μια από τις καλύτερες μπάντες της Μεγάλης Βρετανίας και τι πρέπει να περιμένουμε από εκείνους την Παρασκευή και το Σάββατο.

Κατ' αρχήν, οι Editors αποτελούνται, όπως προαναφέρθηκε, από τον Tom Smith στα φωνητικά, την κιθάρα και το πιάνο, τον Russell Leetch στο μπάσο, το σίνθι και τα δεύτερα φωνητικά, τον Edward Lay στα ντράμς και γενικά τα κρουστά, τον Justic Lockey στην σολιστική ηλεκτρική κιθάρα και τον Elliott Williams στα πλήκτρα, στις υπόλοιπες κιθάρες αλλά και στα δεύτερα φωνητικά. Όπως πολλές βρετανικές μπάντες, έτσι κι οι Editors δημιουργήθηκαν μέσα σε μια τάξη πανεπιστημίου, όταν ο Tom κι ο Russell μαζί με τον πρώτο ντράμερ της μπάντας, τον Geraint Owen, αποφάσισαν ότι δεν τους ενδιαφέρει να ασχοληθούν με την τεχνολογία της μουσικής, την οποία και σπούδαζαν στο Στάφορντ, αλλά θέλουν να δημιουργήσουν μελωδίες και πρωτόγνωρους ήχους για τα μέχρι τότε grange δεδομένα της βρετανικής μουσικής. Αφού θα αλλάξουν πολλά ονόματα κατά τη διάρκεια διαμόρφωσης της μπάντας και πειραματισμών πάνω στις συνθέσεις τους, θα αντικαταστήσουν τον Owen με τον Lay, θα αρχίσουν να γίνονται γνωστοί από στόμα σε στόμα και θα πραγματοποιήσουν μια σειρά εμφανίσεων στο Μπέρμινγκχαμ. Σε μια από αυτές τις εμφανίσεις κι αφού έχουν στείλει σε διάφορες δισκογραφικές εταιρίες ένα demo με το πρώτο τους γνωστό και δουλεμένο τραγούδι, το «Bullets», εκπρόσωποι της Kitchenware Records θα τους υπογράψουν το πρώτο τους επαγγελματικό συμβόλαιο και το συγκρότημα θα μετονομαστεί σε Editors, όνομα που θα έχει ως πηγή έμπνευσης την φράση ενός παραγωγού της δισκογραφικής ότι “αυτοί οι τύποι θα γράψουν μια νέα ιστορία στην μουσική”.

Η επόμενη κίνηση του συγκροτήματος ήταν να κυκλοφορήσει, επίσημα πλέον, το κομμάτι «Bullets» σε μορφή single, με τον περιορισμό έκδοσης μόνο 1000 αντιγράφων. Μια συγκυρία με το ραδιόφωνο του BBC αλλά κι ο πρωτοποριακός ήχος του κομματιού θα οδηγήσουν στην εξάντληση του single την ημέρα της κυκλοφορίας του και την μεταπώληση του σε διάφορα sites ηλεκτρονικών αγορών ακόμα και 30 λίρες το αντίγραφο. Με ελάχιστο χρόνο να έχει μεσολαβήσει, θα κυκλοφορήσουν και δεύτερο single, με τίτλο «Munich», και θα ταράξουν τα λιμνάζοντα νερά της παγκόσμιας μουσικής βιομηχανίας, κατακτώντας πολλές κορυφές των τσάρτς ανά τον κόσμο κι υπογράφοντας συμβόλαιο με μια από τις πλέον επιτυχημένες δισκογραφικές εταιρίες, την Sony BMG. Βλέποντας όλη αυτήν την επιτυχία σε ό,τι κι αν κάνουν, οι Editors αποφασίζουν να δημιουργήσουν την πρώτη τους ολοκληρωμένη δισκογραφική δουλειά με τίτλο «The Back Room», το οποίο, μέσα όλο αυτό το κλίμα παραλυρήματος των Βρετανών για την μπάντα, θα κατακτήσει την δεύτερη θέση στα τσάρτς και θα γίνει πλατινένιο. Το συγκρότημα, την περίοδο εκείνη, θα συνεργαστεί με πολύ ποιοτικά ονόματα της βρετανικής και αμερικάνικης μουσικής, όπως οι Franz Ferdinard κι οι Stellastarr και θα επεκταθεί και στο μουσικό κοινό των Ηνωμένων Πολιτειών και του Καναδά, στο οποίο θα έχει μια απήχηση που θα κινηθεί σε μετριότατα επίπεδα, εξαιτίας της απόρριψης της πλειοψηφίας των Αμερικάνων σε οτιδήποτε είναι πρωτόγνωρο και σε αρκετά πειραματικό επίπεδο για τα ακούσματα τους. Παρ' όλα αυτά, θα συμμετάσχουν σε 2 από τα μεγαλύτερα μουσικά φεστιβάλ της επικράτειας της Αμερικής, το Coachella και το Lollapalooza και θα δεχτούν εξαιρετικές αντιδράσεις και μεγάλο χειροκρότημα από το κοινό. Βέβαια, η όρεξη των Editors για περισσότερη δημιουργία μουσικής κι η πίεση των δισκογραφικών να παράγουν συνέχεια νέο υλικό, θα έχουν ως αποτέλεσμα την κυκλοφορία του single «All Sparks», το οποίο θα είναι αρκετά προχειρογραμμένο, κατά την ταπεινή μου άποψη και θα μπορούσε να δώσει λάθος εντυπώσεις στο κοινό του συγκροτήματος στο κατά πόσο δουλεύουν για να ικανοποιούν τις μουσικές ή τις χρηματικές ορέξεις τους. Αυτή η περίοδος που περιγράφηκε ήταν μια εποχή αναγνώρισης για τους Editors , ξαφνικής κι απρόσμενης επιτυχίας και πολλής μουσικής δουλειάς πάνω από όργανα και παρτιτούρες, επιστέγασμα της οποίας αποτέλεσε το άλμπουμ «The Back Room», το οποίο και παραθέτω προς ακρόαση όλων, αφού αξίζει άπειρα πολύ.

Η συνέχεια στην δισκογραφική πορεία της μπάντας θα έρθει μέσα από το επόμενο άλμπουμ τους, το «An End Has a Start», το οποίο θα κατακτήσει αμέσως την πρώτη θέση των βρετανικών τσάρτς και θα δώσει την ευκαιρία στους Editors να παίξουν για πρώτη φορά στο Glastonbury Festival, στην δεύτερη τη τάξει σκηνή του φεστιβάλ, το Other Stage. Θα ακολουθήσει η πρώτη τους περιοδεία στην Αυστραλία και την Νέα Ζηλανδία ενώ επιστρέφοντας στο Ηνωμένο Βασίλειο, θα ηχογραφήσουν μια αριστουργηματική διασκευή του «Lullaby» των Cure, η οποία θα είναι άκρως διαφορετική από το πρωτότυπο τραγούδι και σίγουρα πολύ πιο δυναμική και ψυχεδελική από την χαλαρή εκδοχή των Cure.

Στη συνέχεια, θα κυκλοφορήσουν κάποια κομμάτια από το «An End Has a Start» σαν ξεχωριστά σίνγκλ, που θα ωθήσουν το συγκρότημα να περιοδεύσει ξανά σε Ευρώπη, Αμερική και Καναδά, με την άποψη της εφημερίδας The Mail on Sunday, ότι οι Editors είναι η δεύτερη μεγαλύτερη βρετανική μπάντα της δεκαετίας 2000 -2010 μετά τους Arctic Monkeys, να σηκώνει θύελλα θετικών κι αρνητικών αντιδράσεων. Αυτή η αντίφαση απόψεων είναι ό,τι καλύτερο για μια μπάντα κι αυτό θα αποδειχθεί από την σωρεία εμφανίσεων κι αποθέωσης σε Βρετανία κι Ηνωμένες Πολιτείες, σε σημείο που θα παίξουν ξανά στο Glastonbury αλλά στην πρώτη τη τάξει σκηνή, το Pyramid Stage, ενώ θα περιοδεύσουν για 16 εμφανίσεις ως το κύριο support group των μεγάλων, μουσικά, R.E.M. Το «An End Has a Start» τελικά, θα αποδειχθεί η απαρχή μιας πορείας προς την κορυφή της παγκόσμιας μουσικής βιομηχανίας αλλά και το κύκνειο άσμα για τον ψυχεδελικό ήχο, τύπου Black Angels, για τον οποίο οι Editors ένιωσαν κορεσμό και θέλησαν να αλλάξουν, αδιαφορώντας για τα χρήματα της δοκιμασμένης συνταγής που είχαν στα χέρια τους.

Και κάπου εδώ έρχεται ο τρίτος δίσκος της μπάντας με τίτλο «In This Light and on This Evening» για να μας τους συστήσει έτσι όπως τους ξέρουμε και τους ακούμε σήμερα. Σε αυτό το άλμπουμ συναντάμε μια έκρηξη ηλεκτρονικών στοιχείων και δυνατών ρυθμικών samples, που οφείλεται σε πολύ μεγάλο βαθμό στον παραγωγό του δίσκου, Mark “Flood” Ellis, ο οποίος αποτελεί τον μετρ της ηλεκτρονικής μουσικής και του χειρισμού εκατοντάδων ήχων από synthesizers, έχοντας πραγματοποιήσει συνεργασίες με συγκροτήματα όπως οι Depeche Mode, οι U2 κι οι Killers. Κλασσικά, το άλμπουμ σχεδόν αμέσως μετά την κυκλοφορία του, ανεβαίνει στην πρώτη θέση των βρετανικών τσάρτς κι οι Editors θα αρχίσουν την γνωστή  πλέον, στους υποστηρικτές τους διαδικασία με την κυκλοφορία πολλών κομματιών του δίσκου σαν ξεχωριστά σίνγκλ. Εν τω μεταξύ, οι φανς του συγκροτήματος έχουν εκστασιαστεί με την στροφή 180 μοιρών που έκαναν οι Editors στον ήχο τους κι έχουν κυριευτεί από μια μανία να ζητούν συνέχεια καινούργια κομμάτια από την μπάντα. Φυσικά, οι Editors δεν θα χαλάσουν το χατίρι των υποστηρικτών τους και θα κυκλοφορήσουν μια συλλογή περιορισμένου αριθμού αντιτύπων, που θα περιέχει και τα 3 άλμπουμ τους, πλήθος φωτογραφιών και βίντεο από πρόβες και live τους, αλλά και κάποια ακυκλοφόρητα μέχρι τότε κομμάτια τους, όπως το «These Streets Are Still Home to Me» και μια άλλη εκδοχή του «The Weight of the World», το «Every Little Piece». Επίσης, έναν μήνα νωρίτερα, το συγκρότημα είχε ανακοινώσει ότι το ακυκλοφόρητο κομμάτι τους με τίτλο «No Sound But The Wind» θα περιλαμβάνεται στο soundtrack της ταινίας «The Twilight Saga : New Moon», βρισκόμενο ανάμεσα στις μαγευτικές και καθηλωτικές συνάμα συνθέσεις του Alexandre Desplat. Το «In This Light and on This Evening» είναι ο δίσκος, με τον οποίο οι Editors τόλμησαν να “αλλάξουν το ρου” της μουσικής τους πορείας και να μην βασιστούν αποκλειστικά σε ένα είδος μουσικής, αλλά να πειραματιστούν πάνω σε διάφορα όργανα και παντρέματα μελωδιών , διαδικασία που ακολουθούσαν πάντα, από την αρχή της καριέρας του. Ο δίσκος δεν υπάρχει ολόκληρος σε ένα βίντεο άρα θα διαλέξω το πιο δυναμικό κομμάτι του δίσκου και το καλύτερο κομμάτι από τα κομμένα που κυκλοφόρησαν αργότερα, το «Papillon» και το «This House is Full of Noise» αντίστοιχα.

Έτσι λοιπόν οι Editors, αφού έβαλαν τις ρόδες τους στον αεροδιάδρομο της επιτυχίας με τον προαναφερόμενο δίσκο, απογειώθηκαν για να πετάξουν προς την κορυφή του βουνού της μουσικής καταξίωσης με το επόμενο άλμπουμ τους, το «The Weight of Your Love». Τα λόγια είναι περιττά για αυτή τη δισκογραφική δουλειά της μπάντας. Απλά ο καλύτερος και πιο πετυχημένος δίσκος τους, ή ίσως ο καλύτερος και πιο πετυχημένος δίσκος τους μέχρι τον επόμενο, που τώρα αρχίζει και δίνει τα διαπιστευτήρια του, το «In Dream». Τα λόγια του Smith μας είχαν προϊδεάσει όλους, καθώς είχε ισχυριστεί ότι θα ήταν ένας δίσκος ακόμα πιο δυναμικός κι ηλεκτρονικός από τον προηγούμενο, με αρκετά groove και psychedelic στοιχεία. Τότε είχε μοιραστεί τον φόβο του, ότι μπορεί να έβγαζαν σε κάθε άλμπουμ τον ίδιο ήχο, γεγονός που δεν ήθελε να συμβεί σε καμία περίπτωση, καθώς είχε προηγηθεί ένας δίσκος που τους είχε δείξει καινούργια μουσικά μονοπάτια και τους είχε δώσει ένα υλικό που χρειάζονταν και στο οποίο μπορούσαν να χτίσουν την μετέπειτα δισκογραφική πορεία τους. Το μόνο μελανό σημείο εκείνης της περιόδου ήταν η αποχώρηση του Chris Urbanowicz, του βασικού κιθαρίστα του συγκροτήματος, εξαιτίας διαφορών του ίδιου και των υπόλοιπων μελών της μπάντας όσον αφορά τις κατευθύνσεις που θα ακολουθούσαν στα είδη μουσικής που θα έπαιζαν. Αυτό το συμβάν καθυστέρησε λίγο την κυκλοφορία του δίσκου, αλλά όπως αποδείχτηκε, ο Urbanowicz είχε άδικο που ήθελε να υποστηρίξουν τον πρώτο ήχο τους μέχρι τελικής πτώσης. Το «The Weight of Your Love» πούλησε εκατομμύρια αντίγραφα σε πολλές χώρες και ανέβηκε στην κορυφή των βρετανικών και πολλών άλλων ευρωπαϊκών τσάρτς μέσα σε μια εβδομάδα από την κυκλοφορία του. Όπως και στον προηγούμενο δίσκο, δεν υπάρχει βίντεο με ολόκληρο δίσκο οπότε θα παραθέσω 2 κορυφαία κομμάτια, ένα “κλισέ” κι ένα που ξεφεύγει γενικά από τα κλασσικά του συγκεκριμένου δίσκου.

Και πάμε να δούμε τι θα συμβεί την Παρασκευή και το Σάββατο!! Αρχικά, απ' όσα έχουμε ακούσει μέχρι τώρα, το «In Dream». ίσως είναι ο πιο ατμοσφαιρικός δίσκος των Editors και αυτός που περιέχει την μεγαλύτερη ποικιλία μουσικών ειδών και στοιχείων. Φαντάζομαι το live να αρχίζει με την εισαγωγή από το «No Harm» και να ταράζει τα τύμπανα και τα στήθη όλων των θεατών – ακροατών με τα απίστευτα μπάσα της και να καταλήγει με το συναισθηματικά πλουραλιστικό και συνάμα δυναμικότατο «Forgiveness». Όσον αφορά το τι περιμένουμε από τους Editors, τα πράγματα είναι απλά. Λογικά, θα κάνουν ένα φαντασμαγορικό και προσεγμένο από κάθε πλευρά σόου, δυνατότητα που δίνει τόσο το Gazi Music Hall, όσο και το Principal, με τις τεράστιες οθόνες που διαθέτουν και τα γιγαντιαία banners που μπορούν να υποστηρίξουν. Οι δυο στάσεις τους στην Ελλάδα έρχονται κάπου στη μέση της περιοδεία τους, κάτι που σημαίνει ότι θα είναι στο καλύτερο σημείο της, καθώς θα έχουν ξεπεράσει το άγχος της πρώτης παρουσίασης του δίσκου τους μπροστά σε κοινό, αλλά δεν θα είναι κι ιδιαίτερα κουρασμένοι από τις συνεχείς εμφανίσεις τους σε όλη την Ευρώπη. Το σίγουρο πάντως, είναι ότι όποιος πάει να δει αυτές τις συναυλίες των Editors, θα φύγει έχοντας απολαύσει το live, έχοντας νιώσει αρκετά συναισθήματα να διαχέονται από μέσα του, όσο τραγουδάει μαζί με την μπάντα κάθε τραγούδι κι έχοντας ζήσει μια μοναδική εμπειρία που εφάμιλλη της μπορεί να βρεθεί μόνο στα μεγάλα φεστιβάλ του εξωτερικού. Μαζί τους στην συναυλία της Αθήνας, οι Cyanna Mercury με τραγούδια από τον πρώτο τους ολοκληρωμένο δίσκο, με τίτλο «Archetypes», και με παλιότερα τραγούδια τους να προκαλούν τεράστιο ενθουσιασμό στο κοινό κατά το άκουσμα τους. Καλούς χορούς και καλή διασκέδαση!!

 

Info

Πότε; 4 και 5 Δεκεμβρίου

Πού; Gazi Music Hall , Ιερά Οδός 7 , τηλ. 210 – 3428055

Principal Club Theater , Γεωρ. Ανδρέου 56 , τηλ. 2310 – 428088

Πόσο και πού;  33 ευρώ στην προπώληση και 35 ευρώ στο ταμείο για την Αθήνα

31 ευρώ στην προπώληση και 33 ευρώ στο ταμείο για την Θεσσαλονίκη

www.ticketarena.gr

Οι μεταπωλητές των εισιτηρίων χρεώνουν έξτρα χρέωση ανάλογα με το τιμολόγιο τους