Μουσική

«Manu Chao»: Ο τραγουδοποιός της «επανάστασης» των ηθών και των ιδεών

Βλέποντας φωτογραφίες από το Rockwave Festival του 2008, είδα κόσμο να στέκεται να ακούσει την μουσική ακόμα και στην μέση του δρόμου και το Terra Vibe Park να έχει κατακλυστεί από κόσμο ασφυκτικά. Το κοινό εκείνη τη χρονιά, ήταν τόσο μεγάλο που δεν χωρούσε στον χώρο του Terra Stage κι είχε καταλάβει και αρκετό χώρο στο Vibe Stage, όπου εκείνη τη μέρα έπαιζαν μπάντες του Schoolwave Festival. Ο κύριος λόγος όλης αυτής της κοσμοσυρροής ήταν ένας: η εμφάνιση του ξεσηκωτικού Manu Chao σε αυτό το φεστιβάλ. Το πάρτυ που ακολούθησε ήταν τόσο αναμενόμενο, όσο κι αυτό που θα ακολουθήσει την ερχόμενη Τρίτη με την επανεμφάνιση του μετά από 7 χρόνια στην ίδια σκηνή. Ο Manu Chao είναι μια ιδιάζουσα περίπτωση καλλιτέχνη, αλλά και ανθρώπου, ένας σύγχρονος Bob Marley θα μπορούσα να πω, ένας τύπος που, μέσα από τα τραγούδια του  σου λέει να ζήσεις όχι σύμφωνα με το πως “πρέπει”, αλλά με το πως θέλεις. Ας δούμε λοιπόν, την πορεία του στη μουσική, αλλά και στη ζωή του, καθώς οι 2 αυτές έννοιες έχουν αμφίδρομη σχέση στην περίπτωση του.

Ο Manu Chao γεννήθηκε στο Παρίσι αλλά μεγάλωσε στα προάστια του. Έχει ισπανική καταγωγή αφού κι οι δυο του γονείς είναι Ισπανοί, οι οποίοι εγκατέλειψαν την Ισπανία, υπό την απειλή της θανατικής καταδίκης του πατέρα του Manu, Ramόn Chao, στην περίοδο της δικτατορίας του Φράνκο. Ο πατέρας του ήταν δημοσιογράφος και συγγραφέας, με υψηλές γνωριμίες στον χώρο της λογοτεχνίας της μουσικής και γενικά της διανόησης. Έτσι, ο Manu περιτριγυριζόταν από τέτοιου είδους ανθρώπους, καθώς μεγάλωνε κι αποκόμισε πολλές και θαυμάσιες εμπειρίες από αυτούς, οι οποίες αποτέλεσαν εμπνεύσεις για την σύνθεση και στιχουργία πλήθους μετέπειτα τραγουδιών του.

Η πρώτη του κίνηση στα μουσικά δρώμενα ήταν να ιδρύσει μαζί με άλλους μουσικούς το συγκρότημα Hot Pants, μια μπάντα η οποία έπαιζε rockabilly με ισπανικούς και αγγλικούς στίχους. Η πορεία της δεν ήταν μεγάλη σε διάρκεια αλλά πρόλαβε να βγάλει ένα demo με τον τίτλο «Mala Vida», ένα τραγούδι που έμελλε να στιγματίσει τον Chao και να γίνεται χαμός κάθε φορά που το παίζει live μαζί με τα συγκροτήματα που τον συνοδεύουν κατά καιρούς. Στη συνέχεια , κυκλοφόρησαν το πρώτο τους άλμπουμ αλλά δεν είχε καμία επιτυχία εξαιτίας της έκλειψης της εναλλακτικής σκηνής στο Παρίσι. Έτσι ο Manu Chao, με τον αδερφό του Antoine Chao και άλλους φίλους, έφτιαξαν το συγκρότημα Los Carayos, στο οποίο διατήρησαν τα rockabilly και punk στοιχεία των Hot Pants. Το συγκεκριμένο γκρουπ αποτέλεσε μια ιδέα, στην οποία εντάχθηκαν διάφοροι μουσικοί και κυκλοφόρησε 4 άλμπουμ σε διάστημα 7 χρόνων μέχρι να διαλυθεί λόγω των διαφορετικών επιθυμιών των μουσικών πάνω στα είδη που έπαιζαν.

Ταυτόχρονα όμως με το παραπάνω πρότζεκτ, το 1987, τα αδέρφια Chao σκέφτηκαν να ιδρύσουν μια μπάντα η οποία θα μπορούσε να καλύπτει όλα τα είδη μουσικής. Μοιράστηκαν λοιπόν, την ιδέα τους με τον ξάδερφο τους Santiago Casariego κι έφτιαξαν τους καινοτόμους Mano Negra. Εκείνη την χρονική περίοδο είχαν αρκετά οικονομικά προβλήματα κι άρχισαν να παίζουν στο μετρό. Αυτή τους η ενασχόληση ήταν “σχολείο” για τους ίδιους, σύμφωνα με τα λεγόμενα του Manu Chao, καθώς άνθρωποι όλων των ηλικιών από διάφορες χώρες περνούσαν από μπροστά τους στο μετρό κι εκείνοι ένιωθαν υποχρεωμένοι να τους ευχαριστήσουν όλους, παίζοντας πολλά διαφορετικά είδη μουσικής. Η πρώτη δισκογραφική δουλειά του συγκροτήματος ήταν να επανακυκλοφορήσουν μια πιο reggae punk έκδοση του «Mala Vida», η οποία έγινε μεγάλη επιτυχία στην Γαλλία. Μάλιστα, το ασπρόμαυρο –παρακαλώ- βιντεοκλίπ του τραγουδιού είναι γεμάτο με νοήματα σε σχέση με την πολιτική και κοινωνία, σατιρίζοντας την αστυνομία, την αναίτια καταστολή, τον θεσμό του γάμου κ.α.

Έτσι, ο Manu κι η παρέα του αποφάσισαν την ένταξη τους στο δυναμικό της μεγάλης δισκογραφικής Virgin Records και την κυκλοφορία του πρώτου τους άλμπουμ με τίτλο «Patchanka»το 1989. Ο δίσκος γνώρισε πολλή μεγάλη επιτυχία στην Ευρώπη και στην Λατινική Αμερική, φθάνοντας στο νούμερο 5 των charts σε Ολλανδία, Γερμανία, Ιταλία και Κολομβία. Παρόλα αυτά, αυτός ο δίσκος αλλά και γενικά η μουσική του Manu δεν κατάφεραν ποτέ να κατακτήσουν το Ηνωμένο Βασίλειο και τις Ηνωμένες Πολιτείες, φαινόμενο το οποίο περιορίστηκε κάπως στην περιοδεία των Mano Negra στην Νότια Αμερική το 1992. Ίσως να έφταιγε και να φταίει ακόμη το καπιταλιστικό σύστημα που επικρατεί στις 2 αυτές χώρες, το οποίο δεν πρεσβεύει την δύναμη της θέλησης στη ζωή αλλά το πρότυπο του επιτυχημένου οικογενειάρχη ανθρώπου, που αποτελεί μια βιτρίνα προσωπικοτήτων με πολλά απωθημένα και ένστικτα. Για να επανέλθω στα της μουσικής, το «Cargo Tour» πραγματοποιήθηκε σε μια σκηνή, που είχε στηθεί πάνω σε ένα καράβι και περιόδευσε σε όλα τα λιμάνια της Νότιας Αμερικής. Αυτή όμως , δεν ήταν η μόνη φορά που οι Mano Negra έπαιξαν μουσική μέσα σε μεταφορικό μέσο, αφού έναν χρόνο αργότερα γύρισαν όλη την Κολομβία με ένα τρένο που είχε αποσυρθεί, ονόματι «Ice Express».  Παρόλη την πρωτοτυπία που είχαν αυτές οι εμφανίσεις, οι τριβές που σημειώθηκαν κατά τη διάρκεια τους, εξαιτίας της 24ωρης κοινής ύπαρξης όλων των συντελεστών στον ίδιο χώρο, ήταν αναπόφευκτες. Το αποτέλεσμα ήταν να εγκαταλείψουν το συγκρότημα ο Antoine Chao κι άλλα πολλά μέλη του, λίγο πριν την κυκλοφορία του δεύτερου και τελευταίου δίσκου τους με τίτλο «Casa Babylon». Από τον δίσκο αυτόν ξεχώρισαν το ομώνυμο του δίσκου καθώς και το «Viva Zapata», το οποίο ήταν αρκετά δυναμικό κι έδειξε την ταύτιση του Manu Chao με τους Zapatistas και τον αρχηγό και δημόσιο εκφραστή των πεποιθήσεων τους, Υποδιοικητή Marcos. Επίσης, το άλμπουμ αυτό έδειξε ότι οι Mano Negra είχαν πλέον το δικό τους ύφος, διαμορφωμένο σύμφωνα με διάφορες τοπικές μουσικές της Ευρώπης, της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής, στις οποίες έχουν προστεθεί στοιχεία της punk, της reggae και της rock μουσικής. Αξίζει να σημειωθεί ότι η ιστορικός μουσικής Vivien Goldman υποστήριξε ότι κάποιος Manu Chao είναι αυτός που όρισε και πρωτόπαιξε σωστά την punk μουσική κι ότι ήταν ένας από τους πιο punk καλλιτέχνες που είχε ακούσει.

Ο Manu τελικά , διέλυσε τους Mano Negra, αφού η προσπάθεια του να τους μεταφέρει στην Μαδρίτη “κόλλησε” σε κάποια νομικά προβλήματα με τους υπόλοιπους μουσικούς. Παρόλα αυτά, ο Chao εγκαταστάθηκε στην Ισπανία και με κάποιους συνεργάτες του από τους Mano Negra, δημιούργησαν τους Radio Bemba Sound System, οι οποίοι πήραν το όνομα τους από το σύστημα επικοινωνίας που χρησιμοποιούσαν στην Sierra Maestra οι επαναστάτες του Κάστρο και του Τσε Γκεβάρα στην επανάσταση της Κούβας. Ο σκοπός του συγκροτήματος ήταν να παράγει ένα νέο είδος μουσικής το οποίο θα μπερδεύει τις μουσικές του δρόμου με διάφορους πολιτισμούς και τις παραδοσιακές μελωδίες τους. Για την επίτευξη αυτού του στόχου, οι RBSS ταξίδεψαν σε όλη την Κεντρική και Νότια Αμερική για αρκετά χρόνια, ηχογραφώντας κατά τη διάρκεια της διαδρομής τους διάφορα τραγούδια – ιδέες τους. Το αποτέλεσμα όλων αυτών των ηχογραφήσεων ήταν ακριβώς αυτό που ήθελε ο Manu Chao, με τα punk και alternative στοιχεία να μην υφίστανται πλέον και τους ήχους του δρόμου να καταδεικνύονται . Η μουσική που παρήγαγε το γκρουπ ήταν πολύ διαφορετική από αυτή των Mano Negra, ακόμα και στους στίχους, που στην πλειοψηφία τους ήταν ισπανικοί με πολύ λίγα γαλλικά στοιχεία, γεγονός που χαροποίησε τους πάντες που συμμετείχαν σε αυτό το πρότζεκτ. Έτσι, τα τραγούδια έγιναν ένας δίσκος που κυκλοφόρησε το 1998 με τον τίτλο «Cladestino», υπό το όνομα του Manu Chao σαν σόλο δίσκος. Το άλμπουμ αυτό κατάφερε να πουλήσει πάνω από 5 εκατομμύρια αντίτυπα σε όλο τον κόσμο και τραγούδια, όπως το «Bongo Bong» και το ομώνυμο του δίσκου έγιναν τεράστιες επιτυχίες στην Γαλλία, με κορυφαία επιτυχία του άλμπουμ την απόσπαση του βραβείου ως Καλύτερο Άλμπουμ του Κόσμου στα βραβεία Victoires de la Musique το 1999. Συγκεκριμένα, τα κομμάτια «Bongo Bong» και «Je ne t'aime plus» είναι πολύ ιδιαίτερα, διότι περιέχουν την ίδια περίπου ενορχήστρωση κι έχουν τον ίδιο ακριβώς ρυθμό, ενώ το πρώτο έχει χρησιμοποιήσει στίχους από την παλαιότερη επιτυχία των Mano Negra , «King of Bongo», γεγονός που αποτελεί συνήθεια του Manu Chao στα κομμάτια που στιχουργεί. Επίσης, τα 2 αυτά κομμάτια έχουν διασκευαστεί με επιτυχία από δυο μεγάλους Βρετανούς ερμηνευτές, τον Robbie Williams και τον Lily Allen. Στα ίδια περίπου βήματα, κυμάνθηκε και το δεύτερο άλμπουμ του Manu Chao, το «Prόxima Estaciόn : Esperanza», με μόνη διαφορά τις μεγαλύτερες επιρροές από την παραδοσιακή μουσική της Καραϊβικής. Αυτός ο δίσκος είχε τεράστια επιτυχία στη Γαλλία, κυρίως λόγω του «Me gustas tu», ένα τραγούδι το οποίο στην Ελλάδα έγινε σύνθημα στα χείλη όλων των θαυμαστών και μη του Chao, το καλοκαίρι του 2001. Τα επόμενα 2 χρόνια θα ακολουθήσουν άλλες 2 δισκογραφικές δουλειές, μια live και μια αποκλειστικά στη γαλλική γλώσσα , το «Siberie m' etait contee», με τον Manu να επιστρέφει στα μονοπάτια των πρώτων χρόνων της καριέρας του.

11733327_10205767844188066_1533867183_n

To 2004, ο Chao θα συνεργαστεί με τους Amadou & Mariam και θα δημιουργήσουν τον δίσκο «Dimanche a Bamako». Σε αυτό το άλμπουμ θα περιέχεται το «Me Llaman Calle», ένα μαγευτικό κομμάτι πάνω στον ρυθμό φλαμένγκο των Jose Manuel Gamboa και Carlos Herrero, με τη φωνή του Manu να μην έχει καμία σχέση με οτιδήποτε είχαμε ακούσει απ' αυτόν μέχρι τώρα. Το τραγούδι θα περιέχεται στο soundtrack ενός αριστουργήματος της ισπανικής φιλμογραφίας, την ταινία «Princesas», την οποία συνιστώ στον καθένα να την δει έστω μια φορά. Την ίδια περίοδο, το περιοδικό Τime θα κατατάξει το συγκεκριμένο μουσικό ποίημα στα 10 καλύτερα τραγούδια του 2007, ενώ θα αποσπάσει κι ένα βραβείο Goya, ως το καλύτερο τραγούδι σε ταινία για την ίδια χρονιά.

Και μετά έρχεται το κεφάλαιο του «Radiolina», ένας δίσκος που θα απογειώσει την καριέρα του Manu Chao. Οι λόγοι της απογείωσης πολλοί με κυριότερους την κυκλοφορία του άλμπουμ, για πρώτη φορά στην καριέρα του Manu, σε παγκόσμια εμβέλεια κι η συμμετοχή του «La Trampa» στο soundtrack της βιογραφικής ταινίας για τον Armando Marantona του μεγάλου Σέρβου σκηνοθέτη Emir Kusturica. Στον δίσκο αυτόν θα συμμετέχει  ο Tonino Carotone, καθώς κι ο καταπληκτικός τρομπετίστας  Angelo Mancini. Η επιτυχία του άλμπουμ θα έχει ως αποτέλεσμα την συμμετοχή του Manu Chao και των Radio Bemba Sound System σε ένα από τα μεγαλύτερα φεστιβάλ του κόσμου, το Coachella, αφού είχε προηγηθεί η εμφάνιση τους ως headliners στο Lollapalooza Festival, το 2006. Σε αυτό το φεστιβάλ αναπτύχθηκε κι η φιλία του Chao με τους Thievery Corporation, η οποία λειτούργησε ευεργετικά για τα “αυτιά” μας αλλά και για την μουσική γενικότερα, αποτελώντας την δεύτερη σημαντικότερη φιλία του Manu μετά τους τρελούς κι εξίσου με αυτόν punk, Gogol Bordello.

O Manu Chao λοιπόν, έρχεται στην χώρα μας με μεγάλη διάθεση να παρασύρει το κοινό στον ρυθμό του και να τους μιλήσει για την αξία της ζωής και της αγάπης, την αποποινικοποίηση των ναρκωτικών, την ζωή στα παγκόσμια γκέτο και τον σεβασμό στους πρόσφυγες και στους μετανάστες, σε μια χώρα που περνάει μια περίοδο κρίσης ταυτότητας και νόμιμου φασισμού. Μια βαθιά πολιτικοποιημένη προσωπικότητα θα πατήσει το πόδι της για δεύτερη φορά στo Terra Stage του Rockwave Festival και θα δείξει, πως η μουσική μπορεί να ζήσει και να “παρτάρει” χωρίς την παγκοσμιοποίηση και την εμπορευματοποίηση, παρά μόνο με ψυχή και πάθος για αυτήν. Εμείς δεν έχουμε να κάνουμε τίποτα άλλο από το να υπακούσουμε στις διαταγές για συνειδητοποίηση και χορό του «King of the Bongo»!!!

Info

Τιμές εισιτηρίων

 Αυτή τη στιγμή βρισκόμαστε στην τελική φάση όπου η τιμή έχει διαμορφωθεί στα 18 ευρώ

Σημεία Προπώλησης

Αθήνα: Ticket house, Πανεπιστημίου 42 (εντός της στοάς), τηλ. 210 – 3608366

Θεσσαλονίκη: Ticket house, Πλατεία Αριστοτέλους 5

Musicland, Μητροπόλεως 102, τηλ. 2310 – 264880

Rover Bar, Σαλαμίνος 6, Λαδάδικα, τηλ. 2310 – 544304

Online αγορές ή αγορές με πιστωτική κάρτα, 24 ώρες / 24ωρο:

www.ticketpro.gr / www.tickethouse.gr