Σινεμά & TV

«Vinyl»: Το σενάριο αγνοείται

Ύστερα από τα δύο πρώτα επεισόδια, οι ανεβασμένες προσδοκίες μας για τη σειρά του HBO από τους Martin Scorsese και Mick Jagger, τελικά δεν ανταμείφθηκαν.

photo1

Η νέα σειρά «Vinyl» επανενώνει το δίδυμο του «Broadwalk Empire», Martin Scorsese και Terence Winter, οι οποίοι μαζί με τον Mick Jagger σε θέση παραγωγού, φέρνουν στις οθόνες μας ένα τηλεοπτικό μουσικό δράμα για το rock ‘n’ roll της δεκαετίας του 70’ με πρωταγωνιστή τον Bobby Cannavale. Πρόκειται για ένα τεράστιο project με μεγάλα ονόματα και υψηλές απαιτήσεις, που μόνο ένα κανάλι σαν το HBO (ή και το Netflix) θα μπορούσε να αναλάβει. Λογικό είναι να ενθουσιάστηκες απλά διαβάζοντας τις παραπάνω προτάσεις, αλλά κράτα τις προσδοκίες σου μετριασμένες. Μερικές φορές, τα δυνατά ονόματα και οι ακριβές παραγωγές δεν είναι αρκετά για να πετύχει μια σειρά ή μια ταινία.

Πολλοί θεωρούν το «Vinyl» ως διάδοχο του «Mad Men», καθώς, εκτός του ότι και οι δύο σειρές ασχολούνται με μια συγκεκριμένη πεπερασμένη εποχή, το «Vinyl» ξεκινάει χρονικά ακριβώς μετά το πέρας των γεγονότων του «Mad Men»: Τον Αύγουστο του 1973, όπου ο Don Draper, έχει αντικατασταθεί από τύπους σαν τον Richie Finestra.

Ο Bobby Cannavale λοιπόν, υποδύεται όπως είπαμε τον Richie Finestra, μεγαλομέτοχο της δισκογραφικής εταιρείας American Century Records, ο οποίος μας παρουσιάζεται σε μια φάση που σε άλλη ανάγνωση θα μπορούσε να είναι και το happy end του. Ετοιμάζεται να πουλήσει την παρηκμασμένη και χρεωμένη εταιρεία του σε μια γερμανική πολυεθνική (Polygram) για να σωθεί. Μια σειρά όμως, που από πίσω έχει Scorsese και Jagger, δεν θα μπορούσε να ακολουθήσει αυτό τον ξενέρωτο δρόμο.

Ο Finestra βρίσκεται σε ένα ανήσυχο και ανικανοποίητο mood εξαιτίας των καλλιτεχνών που εκπροσωπεί η δισκογραφική του. Σίγουρα, κάποιοι από αυτούς πουλάνε δίσκους, αλλά στον Richie λείπει η αγάπη για τη μουσική, το πάθος, η έμπνευση, το rock ‘n’ roll, η Ουσία (κάτι που λείπει και από την ίδια τη σειρά). Σε ένα μουσικό και πνευματικό ταξίδι που κάνει, σε μια συναυλία των New York Dolls, αναγεννιέται μεταφορικά και κυριολεκτικά από τις στάχτες του, φτάνοντας στην συνειδητοποίηση που μας φέρνει στην τωρινή του κατάσταση. Νιώθοντας αποκομμένος από τον διψασμένο για δόξα νεότερο εαυτό του, ο οποίος μαεστρικά μας παρουσιάζεται μέσα από φλασμπακς, ξεκινάει μια διαδικασία αναγέννησης της δισκογραφικής του εταιρείας, με μοναδικό γνώμονα την αληθινή, γνήσια αγάπη για το rock ‘n’ roll.

photo2

Η σειρά του HBO τα κάνει σχεδόν όλα σωστά. Στον δίωρο πιλότο, που περισσότερο θύμιζε κάποιο μεγάλο event ταινίας παρά επεισόδιο τηλεοπτικής σειράς, απολαύσαμε εκπληκτικές ερμηνείες, άριστη σκηνοθεσία, πανέμορφη φωτογραφία, ροκ αναφορές και ακριβή απεικόνιση των κουστουμιών και του στυλ εκείνης της εποχής.

Η εποχή αποδίδεται τέλεια και φυσικά δεν λείπουν οι αναφορές που κλείνουν το μάτι στους φανς. Από τον Robert Plant, τον Peter Grant και την απόρριψη των άσημων τότε Abba, μέχρι την σκηνή με τον Bruce Lee και το «Enter the Dragon» στο δεύτερο επεισόδιο, το Vinyl είναι γεμάτο από την ροκ κουλτούρα της τότε εποχής. Το τρίπτυχο «sex, drugs και rock ‘n’ roll» παίζει κεντρικό ρόλο, ενώ εξαιρετικό είναι και το soundtrack με επιλογές όπως Velvet Underground, Led Zeppelin, Alice Cooper και New York Dolls να ξεχωρίζουν.

Παρόλα αυτά, παρακολουθώντας τη, νιώθεις ότι κάτι λείπει. Ότι δεν είναι όσο καλή όσο θα έπρεπε να είναι. Όπως προαναφέραμε, τα εμπλεκόμενα ονόματα της σειράς υπόσχονται σπουδαία πράγματα, αλλά μέχρι στιγμής, στα δύο πρώτα επεισόδια, δεν έχει καταφέρει να μας το αποδείξει. Πέρα από τα τεχνικά κομμάτια της παραγωγής, που αγγίζουν πολύ υψηλά επίπεδα,  το «Vinyl» χάνει σε ουσία.

Κατ’ αρχάς, η ίδια η βάση της ιστορίας του κεντρικού ήρωα, είναι χιλιοειπωμένη. Ένας λευκός μεσήλικας άνδρας περνάει κρίση επαγγελματικής και οικογενειακής ταυτότητας και προσπαθεί να επαναπροσδιορίσει και να βρει τον εαυτό του. Αυτό το σενάριο το έχουμε ξαναδεί ουκ ολίγες φορές, και μπορεί να πει κανείς ότι είναι σπατάλη να χρησιμοποιείς τόσα κινηματογραφικά και τηλεοπτικά ταλέντα για μια τέτοια κοινότυπη ιστορία. Ο Bobby Cannavale είναι φανταστικός στο ρόλο του Richie και αυτό το εισπράττεις από την πρώτη σκηνή της σειράς. Η αυθεντικότητα και η δυναμική που δίνει στο ρόλο σε κάνει να ξεχνιέσαι πολλές φορές. Η μόνη αμφιβολία έγκειται στο αν ο Cannavale μπορεί να κουβαλήσει έναν πρωταγωνιστικό ρόλο πάνω του, αφού μέχρι τώρα τον είχαμε δει μόνο σε δεύτερους και guest ρόλους.

photo3

Πάντως η κρίση μέσης ηλικίας που περνάει ο Richie δεν είναι καθόλου πιστευτή γιατί παρόλο που μας δείχνει τον χαρακτήρα του όταν ακόμα ήταν ένας ταπεινός bartender, δεν του χτίζει καθόλου το υπόβαθρο που χρειάζεται για να δικαιολογήσει το ξαφνικό ξέσπασμα που βλέπουμε. Αντ’ αυτού η σειρά μας σερβίρει μια αταίριαστη σκηνή δολοφονίας, προσθέτοντας αχρείαστα στοιχεία αστυνομικού μυστηρίου. Από την άλλη, οι σεναριογράφοι φαίνονται να δίνουν περισσότερο ενδιαφέρον στους περιφερειακούς χαρακτήρες. Έχουμε την γυναίκα του Richie (Olivia Wilde) που από μοντέλο του Andy Warhol μετατρέπεται σε μάνα και σπιτονοικοκυρά, την φιλόδοξη γραμματέα-βαποράκι Jamie (Juno Temple) που ανακαλύπτει μια πανκ μπάντα (της οποίας frontman είναι ο γιος του Mick Jagger), και ακόμα και τον επιφανειακά γελοίο με την περμανάντ Zak (Ray Romano), που αποκτάει και αυτός το δικό του story arc.

Το γεγονός όμως είναι ότι παρά τα αρνητικά, που η αλήθεια είναι πως δεν τα λες και ασήμαντα, το «Vinyl» βλέπεται. Σε οποιαδήποτε άλλη σειρά, το κακό γράψιμο θα έπαιζε καταστροφικό ρόλο, αλλά σε αυτήν εδώ, επισκιάζεται από τα υπόλοιπα «καλά» που κάνει. Με λίγα λόγια είναι μια σειρά Β’ διαλογής που  μας σερβίρεται από ανθρώπους Α’ διαλογής. Ας ελπίσουμε στη συνέχεια να αποκτήσει τον χαρακτήρα που του λείπει.

«Vinyl»: Το σενάριο αγνοείται
3.0Βαθμολογία